ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α. ν. ΛΑΪΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ Ε.Π.Ε.Υ. ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αγωγή αρ.: 60/2007, 11/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A158 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α.Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 60/2007 Μεταξύ:
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
- ΕΥΓΕΝΙΑ ΑΝΔΡΕΟΥ Ενάγοντες Και ΛΑΪΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ Ε.Π.Ε.Υ. ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων 11 Απριλίου, 2014 Για τους ενάγοντες αρ. 1 και 2, εμφανίζεται ο κος Χρ. Ο. Ιωαννίδης Για τους εναγομένους, εμφανίζεται ο κ. Μ. Ηλιάδης για τους κ.κ. Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Το Φθινόπωρο του έτους 2000 οι ενάγοντες αρ. 1 και 2 («οι ενάγοντες», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου), οι οποίοι τυγχάνουν σύζυγοι, αγόρασαν κινητές αξίες εκδοθείσες από τους εναγομένους, μία εταιρεία, ως δηλώνει η επωνυμία τους. Πρόκειται για δικαιώματα αγοράς μετοχών των εναγομένων («τα Δ.Α.Μ.»). Ο ενάγων αρ. 1 αγόρασε Δ.Α.Μ. στις 25.09.2000, καταβάλλοντας το ποσόν των Λ.Κ.8.593,60, η δε ενάγουσα αρ. 2 αγόρασε Δ.Α.Μ. κατά την περίοδο από τις 20.09.2000 έως και τις 12.10.2000, καταβάλλοντας το ποσόν των Λ.Κ.28.117,
- Η αγορά των Δ.Α.Μ. κατέληξε ζημιογόνος. Χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα στις 04.01.2007, οι ενάγοντες κατεχώρισαν την προκείμενη αγωγή δια της οποίας εγκαλούν τους εναγομένους (α) για ζημιογόνες, αμελείς και παραπλανητικές ή ανακριβείς δηλώσεις, σε συνάρτηση με την αρχή περί απαίτησης για αμιγώς οικονομική ζημία, η οποία προεκλήθηκε λόγω εύλογης εξάρτησης από αμελή δήλωση, ως η αρχή αυτή διεμορφώθηκε από την απόφαση Headly Byrne Co. Ltd v. Heller and Partners Ltd
(1963)3 W.L.R. 101 και (β) για ζημιογόνο παράβαση του καθήκοντος του εκδότη τίτλων, προοριζομένων να εισαχθούν στο Χ.Α.Κ, αφ΄ ενός να παρέχει στο επενδυτικό κοινό, διαμέσου ενημερωτικού δελτίου, κάθε δυνατή σχετική πληροφορία και αφ΄ ετέρου να μην μεταδίδει, στο επενδυτικό κοινό, διαμέσου ενημερωτικού δελτίου, ψευδείς, απατηλές, παραπλανητικές ή ελλειπτικές πληροφορίες, ως το καθήκον αυτό προκύπτει επί τη βάσει των προϊσχυσάντων άρθρων 57 και 59 του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου (Ν.14(Ι)/1993, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια δια του Ν.74(Ι)/1995). Οι ενάγοντες απαιτούν να αποζημιωθούν για τα ποσά που κατέβαλαν για την αγορά των Δ.Α.Μ.. Απαιτούν, επίσης, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Δια της υπεράσπισής τους οι εναγόμενοι απορρίπτουν τις αιτιάσεις και τις αξιώσεις των εναγόντων. Αρνούνται ότι υπήρξαν αμελείς, αρνούνται ότι παρέβηκαν νόμιμο καθήκον τους και αρνούνται ότι ενημερωτικό δελτίο και αποτελέσματα τα οποία εξέδοσαν και εκυκλοφόρησαν περιέχουν αμελείς και εσφαλμένες, αναληθείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές δηλώσεις. Τέλος, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πώς η αγωγή είναι επί των πραγματικών γεγονότων καθώς και νόμω αβάσιμη. Για να αποδειχθεί η υπόθεση κατέθεσαν ο ενάγων αρ. 1 Παναγιώτης Ανδρέου (Μ.Ε.1), η ενάγουσα αρ. 2 Ευγενία Ανδρέου (Μ.Ε.2), ο Πανίκος Χριστοφόρου (Μ.Ε.3), λειτουργός του Χ.Α.Κ., και ο Χριστόδουλος Γιάλλουρος (Μ.Ε.4), εγκεκριμένος λογιστής. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και σωρεία εγγράφων. Η πλευρά των εναγομένων δεν προσέφερε μαρτυρία. Προώθησε τις υπερασπίσεις της βασιζομένη σε αδιαμφισβήτητα γεγονότα και αντεξετάζοντας τους μάρτυρες της πλευράς των εναγόντων. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα, υπό το πρίσμα και των επιμελημένων τελικών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, και εξετάσθηκε η προσαχθείσα μαρτυρία. Κρίνεται ευχερέστερο η μαρτυρία να παρουσιασθεί και να σχολιασθεί τμηματικά, κατά τη συζήτηση εκάστου των επίδικων ζητημάτων. Ας σημειωθεί πώς οι ενάγοντες απεκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα και προέβηκαν σε ισχυρισμούς αποφασιστικής σημασίας για να διαπιστωθούν και να κριθούν κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης. Ας σημειωθεί, επίσης, πώς οι ενάγοντες προέβηκαν σε διαδικαστικούς χειρισμούς καθοριστικούς για την τύχη της αγωγής. Ουσιώδες και καθοριστικό είναι, κατ΄ αρχάς, το απεκαλυφθέν, κατά την αντεξέταση του ενάγοντος αρ. 1 Παναγιώτη Ανδρέου (Μ.Ε.1), γεγονός πώς τα επίδικα Δ.Α.Μ. αγοράστηκαν από τη δευτερογενή αγορά και συγκεκριμένα από το πάτωμα του Χ.Α.Κ. και όχι από τον εκδότη, δηλ. τους εναγομένους. Από το γεγονός αυτό συνάγεται πώς ουδεμία συμβατική σχέση συνδέει τους ενάγοντες με τους εναγομένους. Περαιτέρω, αποφασιστικής σημασίας είναι οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του ενάγοντος αρ. 1 Παναγιώτη Ανδρέου (Μ.Ε.1) και της ενάγουσας αρ. 2 Ευγενίας Ανδρέου (Μ.Ε.2): Οι εγκαλούμενες αμελείς δηλώσεις, οι οποίες παρεκίνησαν αυτούς να αγοράσουν τα επίδικα Δ.Α.Μ. από το πάτωμα του Χ.Α.Κ. και οι οποίες απεδείχθηκαν εσφαλμένες, αναληθείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές, είναι δηλώσεις που περιέχονται στις σελ. 2, 25, 33, 34, 53, 64 και 69 του «Ενημερωτικού Δελτίου» (prospectus), ημερ. 01.09.2000 (τεκμήριο 2) καθώς και στις παρά. 6 και 11 και την σημείωση 2 των «Αποτελεσμάτων Πρώτης Εξαμηνίας 2000» (τεκμήριο 3). Το «Ενημερωτικό Δελτίο» (τεκμήριο 2) εξεδόθηκε και ετέθηκε σε κυκλοφορία από τους εναγομένους στα πλαίσια της αίτησής τους για την εισαγωγή των τίτλων τους στο Χ.Α.Κ. και για την εκεί διαπραγμάτευσή τους. Το «Ενημερωτικό Δελτίο» (τεκμήριο 2) απεστάληκε από τους εγναγομένους στον ενάγοντα αρ. 1 Παναγιώτη Ανδρέου (Μ.Ε.1) λόγω της γνωστής προηγούμενης επενδυτικής δραστηριόητάς του. Τα «Αποτελέσματα Πρώτης Εξαμηνίας 2000» (τεκμήριο 3) εκοινοποιήθηκαν από τους εναγομένους στο Χ.Α.Κ. δια της επιστολής ημερ. 28.09.2000 και εδημοσιεύθηκαν στο διαδίκτυο στις 29.09.2000. Την κερδοφόρα προοπτική των εταιρειών που ανήκουν στον «Όμιλο της Λαϊκής», των εναγομένων συμπεριλαμβανομένων, εσχολίαζαν αξιωματούχοι των εταιρειών αυτών στον τύπο κατά τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του έτους 2000 (τεκμήρια 17 και 18). Οι ενάγοντες έλαβαν υπ΄ όψιν και τα δημοσιεύματα αυτά. Όμως, η ευθύνη εταιρείας να αποζημιώσει μέτοχό της επί τη βάσει αμελών ψευδών ή αμελών ανακριβών δηλώσεων (negligent misrepresentation or negligent misstatement), οι οποίες περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο, το οποίο αυτή εξέδωσε και έθεσε σε κυκλοφορία στα πλαίσια αίτησης για εισαγωγή των τίτλων της στο χρηματιστήριο, προϋποθέτει την ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων. Προϋποθέτει δηλ. το γεγονός πώς ο μέτοχος αγόρασε τις αξίες απευθείας από την εταιρεία, δηλαδή τον εκδότη. Ευθύνη να αποζημιώσουν τον μέτοχο εταιρείας επί τη βάσει αμελών ψευδών ή αμελών ανακριβών δηλώσεων (negligent misrepresentation or negligent misstatement) ενδεχομένως να έχουν και οι διευθυντές της εταιρείας, οι οποίοι δεν συνδέονται συμβατικώς με το μέτοχό της. Εντούτοις, η ευθύνη αυτή των διευθυντών τελεί πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι ο μέτοχος δεν αγόρασε τις αξίες στο πάτωμα. Το ενημερωτικό δελτίο μιας εταιρείας απευθύνεται στο κοινό με σκοπό την πρόσκλησή του να αγοράσει μετοχές από την ιδία. Εάν το κοινό χρησιμοποιήσει το ενημερωτικό δελτίο για να αγοράσει μετοχές από τη δευτερογενή αγορά δεν υφίσταται ικανοποιητική σχέση εγγύτητας μεταξύ των διευθυντών της εταιρείας και του κοινού, έτσι ώστε να δημιουργείται καθήκον επιμέλειας των πρώτων προς τους δευτέρους. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από το Halsbury's Laws of England, Fourth Edition, 2004, Reissue, Vol. 7
(1)παρά. 712: «712. Damages for negligent misrepresentation or negligent misstatement. As an alternative to a claim for deceit against the company, the shareholder may bring proceedings for negligent misrepresentation. The company's liability for damages will be precisely the same as if the misrepresentation had been made fraudulently, save that it will be a defense to show that it had reasonable ground for believing, and did believe up to the time the contract was made, that the facts represented were true. Such a claim lies only against the other party to the contract, here the company, and thus not against the directors responsible. However, directors may owe a duty of care to persons who subscribe for shares in reliance on a prospectus. Such a duty is not owed, however, to a shareholder or anyone else who relies on the prospectus for the purpose of deciding whether to purchase shares in the company through the stock market because the prospectus is addressed to shareholders for the particular purpose of inviting a subscription for shares and, if it is used for the different purpose of buying shares in the stock market, there is not a sufficiently proximate relationship between the directors and the shareholder for a duty of care to arise on the part of the directors». Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, η απουσία συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων καθώς, επίσης, και το γεγονός πώς η αγωγή δεν ηγέρθηκε και εναντίον των διευθυντών των εναγομένων καθιστούν αδύνατη την επιτυχία της επί τη βάσει αμελών ψευδών ή αμελών ανακριβών δηλώσεων (negligent misrepresentation or negligent misstatement). Αυτές τις αδυναμίες και την καταλυτική τους επίδραση στην αγωγή επισημαίνει ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων δια της τελικής αγόρευσής του. Περαιτέρω, η εκ μέρους των εναγόντων επίκληση δηλώσεων αξιωματούχων των εναγομένων στον τύπο (τεκμήρια 17 και 18) σύμφωνα με τις οποίες οι εταιρείες του «Ομίλου της Λαϊκής», στον οποίον ανήκουν οι εναγόμενοι, επαρουσίαζαν κερδοφόρα προοπτική ουδόλως ενισχύει την υπόθεση. Τέτοια δημοσιεύματα στον τύπο δεν είναι ικανά να δημιουργήσουν ευθύνη για τον εκδότη αξιών (Farrar's Company Law, Third Edition, Butterworths, 1991, σελ. 571-2). Η αρχή περί απαίτησης για αμιγώς οικονομική ζημία, η οποία προεκλήθηκε λόγω εύλογης εξάρτησης από αμελή δήλωση ως αυτή διεμορφώθηκε από την απόφαση Headley Byrne Co. Ltd. V. Heller and Partners (ανωτέρω) προϋποθέτει την δικογράφηση και απόδειξη των ακόλουθων συστατικών στοιχείων:
(1)Δημοσίευση δήλωσης, προφορικής ή γραπτής, η οποία αφορά σε γεγονός, γνώμη, συμβουλή ή πληροφορία.
(2)Η δήλωση αυτή γίνεται από πρόσωπο ευρισκόμενο, λόγω επαγγέλματος, γνώσης ή άλλων περιστάσεων, σε τέτοια θέση ώστε τρίτος να αναμένεται ευλόγως να βασισθεί σε αυτήν.
(3)Η δήλωση αυτή γίνεται από πρόσωπο που επιδιώκει όπως ή γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει ότι ο τρίτος, στον οποίον απευθύνεται η δήλωση, ή ο τρίτος, στον οποίον ευλόγως αναμένεται να μεταδοθεί η δήλωση, θα βασισθεί σε αυτήν και θα παρακινηθεί να ενεργήσει αναλόγως.
(4)Το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στη δήλωση υπήρξε αμελής ή παρέβηκε το καθήκον του να προβεί σε δήλωση και, συνεπεία τούτου, η δήλωση υπήρξε εσφαλμένη, αναληθής, ανακριβής ή παραπλανητική.
(5)Ο τρίτος προς τον οποίον έγινε η δήλωση ή προς τον οποίο μετεδόθηκε η δήλωση βασίσθηκε σε αυτήν και παρεκινήθηκε να ενεργήσει επί τη βάσει της αλήθειας αυτής.
(6)Συνεπεία των ως άνω ενεργειών του ο τρίτος υπέστηκε ζημιά. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα επί το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, twelfth edition, London, Sweet and Maxwell, 1975, σελ. 701: «In order to sustain an action for damages for negligent misstatement under the doctrine of Hedley Byrne, the essential elements that must be established, i.e. pleaded and proved, would seem to be the following:
(1)that the statement, whether oral or in writing, may be of a fact or it may consist of an opinion or it may take the form of giving advice or information;
(2)that the statement is made by a person who is so placed, whether by reason of his profession, calling or special position, that others may be reasonably expected to rely upon his skill or judgment or ability to make careful inquiry or to give reliable advice or information. .......;
(3)that such statement is made by such person who intends or knows or ought to know that the person to whom it is made or to whom it is reasonably contemplated that it will be passed, will place reliance thereon and will be induced thereby to act upon the statement for the particular purpose or transaction for which it was given or was required;
(4)that the maker of the statement was guilty of negligence or breach of duty in the making of the statement, in consequence of which the statement was false, untrue, inaccurate or misleading;
(5)that the person to whom the statement is made or to whom it has been reasonably passed does in fact rely on the statement and is in fact induced thereby to act on the faith and truth thereof in respect of the particular purpose or transaction in relation to which the statement was made;
(6)that in consequence of so acting on such statement, the person to whom it is made or reasonably passed has suffered damage». Την αρχή περί απαίτησης για αμιγώς οικονομική ζημία η οποία προεκλήθηκε λόγω εύλογης εξάρτησης από αμελή δήλωση πραγματεύονται μεταξύ άλλων, οι αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Pentaliotis & Papapetrou Estates Limited κ.α.
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1931, Premier Chemical Co Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ κ.α.
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1951 και Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.α. ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ κ.α.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 322. Από την τελευταία απόφαση παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα: «Η αρχή που διατυπώθηκε στην αγγλική υπόθεση Headly Byrne ....... αναλύθηκε και συνοψίστηκε στην υπόθεση Premier ....... Σύμφωνα με την αρχή αυτή, αν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών του ένα πρόσωπο ζητήσει πληροφορίες ή συμβουλές από κάποιο άλλο πρόσωπο, το οποίο δεν υπέχει έναντι του συμβατική ή ........ άλλη ευθύνη να του δώσει πληροφορίες ή συμβουλές, κάτω από συνθήκες που ένας λογικός άνθρωπος θα έπρεπε εύλογα να γνωρίζει ότι του δίδεται εμπιστοσύνη, ότι δηλαδή εκείνος που ζητεί τις πληροφορίες ή τις συμβουλές βασίζεται στην εξειδικευμένη κατάρτιση και κρίση του, και αποφασίζει να παράσχει τις πληροφορίες ή τις συμβουλές, χωρίς να καθιστά σαφές ότι πληροφορεί ή συμβουλεύει χωρίς ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης, τότε το πρόσωπο αυτό έχει νομική υποχρέωση να επιδείξει την υπό τις περιστάσεις απαιτούμενη επιμέλεια. Η τυχόν παράλειψη του να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια στοιχειοθετεί αμέλεια, και αν το άλλο άτομο ενήργησε βασιζόμενο στις πληροφορίες και συμβουλές που του δόθησαν και υπέστη οικονομική ζημιά έχει αγώγιμο δικαίωμα. Στην υπόθεση Πενταλιώτη και Άλλου ...... υπογραμμίστηκε ότι για τη θεμελίωση του καθήκοντος επιμέλειας δεν αρκεί μόνο η ύπαρξη δυνατότητας εύλογης πρόβλεψης πώς θα επέλθει ζημία. Απαιτείται και θεμελίωση εγγύτητας στις σχέσεις των διαδίκων και επιπλέον απαιτείται να ικανοποιείται το δικαστήριο πώς είναι δίκαιο και εύλογο να επιβληθεί το ορισμένο καθήκον επιμέλειας, στη συγκεκριμένη περίπτωση». (σελ. 340-1). Στην προκείμενη περίπτωση, ακόμη και εάν γίνει δεκτό πώς οι ενάγοντες παρεκινήθηκαν να αγοράσουν τα Δ.Α.Μ. από δηλώσεις περιεχόμενες στο «Ενημερωτικό Δελτίο» (τεκμήριο 2) και τα «Αποτελέσματα Πρώτης Εξαμηνίας 2000» (τεκμήριο 3), το γεγονός πώς η αγορά έγινε από το πάτωμα του Χ.Α.Κ. και όχι από τους ιδίους τους εκδότες, δηλαδή τους εναγομένους, εξουδετερώνει την απαιτούμενη σχέση εγγύτητας μεταξύ των διαδίκων. Παρόμοιο ζήτημα απασχόλησε Βρεττανικό Δικαστήριο στην υπόθεση Al-Nakib Investments Ltd v. Longeraft
(1990)3 ALL ER 321, το οποίο καταλήγει στα εξής: «...... - Although directors of a company owed a duty of care to persons who subscribed for shares in reliance on a prospectus, they did not owe a duty of care to a shareholder or anyone else who relied on the prospectus for the purpose of deciding whether to purchase shares in the company through the stock market, because the prospectus was addressed to shareholders for the particular purpose of inviting a subscription for shares and if it was used by a shareholder for the different purpose of buying shares in the stock market there was not a sufficiently proximate relationship between the directors and the shareholder for a duty of care to arise on the part of the directors. It followed that any reliance on the part of the plaintiff of the prospectus or the interim report issued by the company in connection with a rights issue to buy shares in CT plc and M Ltd in the stock market did not give rise to a duty of care on the part of the defendants. It followed that the claims in the statement of claim arising out of transactions 2 to 6 would be struck out on the grounds that they disclosed no reasonable cause of action ......». Η διαπιστωθείσα απουσία ικανοποιητικής σχέσης εγγύτητας μεταξύ εναγόντων και εναγομένων, εφ΄ όσον οι πρώτοι αγόρασαν τα Δ.Α.Μ. από το πάτωμα και όχι απευθείας από τους δευτέρους, αποκλείει και την εφαρμογή της αρχής περί απαίτησης για αμιγώς οικονομική ζημία, η οποία προκαλείται λόγω εύλογης εξάρτησης από αμελή δήλωση, ως η αρχή αυτή διαμορφώθηκε από την απόφαση Headly Byrne Co Ltd v. Heller and Partners Ltd (ανωτέρω). Το γεγονός πώς η προκείμενη αγωγή δεν στρέφεται και εναντίον των διευθυντών/διοικητικών συμβούλων των εναγομένων, ως αυτοί αποκαλύπτονται στο «Ενημερωτικό Δελτίο» (τεκμήριο 2, σελ. 14 έως και 16), εμποδίζει την εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας επί τη βάσει της απαίτησης για εξαπάτηση (claim for deceit) εφ΄ όσον δεν υφίστανται οι αναγκαίοι διάδικοι. Και αυτό παρά την ακόλουθη καταχώριση στην σελ. 2 του τεκμηρίου 2: «Υπεύθυνοι για την σύνταξη και την ακρίβεια των στοιχείων που περιέχονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, είναι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Laiki Investment Ltd, οι οποίοι αναλαμβάνουν συλλογικά και ατομικά την πλήρη ευθύνη όσον αφορά την ακρίβεια και ορθότητα των πληροφοριών και των στοιχείων που περιέχονται σε αυτό και διαβεβαιώνουν ότι δεν υπάρχουν άλλα ουσιαστικά γεγονότα ή/και στοιχεία που η παράλειψη τους θα καθιστούσε οποιαδήποτε δήλωση που περιέχεται σε αυτό παραπλανητική». Όσον αφορά στους αναγκαίους εναγομένους στις περιπτώσεις απαίτησης για εξαπάτηση επί τη βάσει γεγονότων παρομοίων με τα επίδικα, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από το Halsbury's (ανωτέρω), παρά. 706: «D. CLAIM FOR DECEIT
- Who may be sued. Although a company is liable to a claim for deceit in respect of an act of its agent which is within the scope of his authority, claims for deceit in respect of misrepresentations in an offer document are generally brought against one or more of the directors or other persons responsible for such document; for the liability of the director remains» Εν πάση περιπτώσει, οι ενάγοντες απέτυχαν να παρουσιάσουν θετική και αξιόπιστη μαρτυρία για να τεκμηριώσουν τον κρίσιμο ισχυρισμό τους πώς παρεκινήθηκαν να αγοράσουν τα επίδικα Δ.Α.Μ. βασιζόμενοι σε ρητές δηλώσεις περιεχόμενες στις σελ. 2, 25, 33, 34, 53, 64 και 69 του «Ενημερωτικού Δελτίου» (τεκμήριο 2) και στις παρά. 6 και 11 και τη σημείωση 2 των «Αποτελεσμάτων Πρώτης Εξαμηνίας 2000» (τεκμήριο 3) (δείτε στην παρά. 11 της γραπτής κατάθεσης του ενάγοντος Παναγιώτη Ανδρέου (Μ.Ε.1) έγγραφο αρ. 1) καθώς και σε δηλώσεις συναγόμενες «από την όλη και συνδυασμένη ανάγνωση» των εγγράφων αυτών (δείτε στην παρά. 12 της γραπτής κατάθεσης του ενάγοντος αρ. 1 Παναγιώτη Ανδρέου (Μ.Ε.1), έγγραφο αρ. 1). Κατ΄ αρχάς σημειώνεται πώς η συγκεχυμένη εικόνα, την οποίαν επαρουσίασε η ενάγουσα αρ. 2 Ευγενία Ανδρέου (Μ.Ε.2) κατά την κυρίως εξέτασή της, όσον αφορά στο ποιός και με ποιόν τρόπον την παρεκίνησε να αγοράσει τα επίδικα Δ.Α.Μ., απεκαταστάθηκε δια των απαντήσεών της κατά την αντεξέταση. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων η ενάγουσα αρ. 2 Ευγενία Ανδρέου (Μ.Ε.2) ισχυρίσθηκε πώς περί τις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2000 εδιάβασε το «Ενημερωτικό Δελτίο» (τεκμήριο 2). Όμως, επειδή δεν είχε χρόνο, η ιδία δεν εμελέτησε το έγγραφο αυτό. Το έγγραφο αυτό το εμελετούσε συνεχώς ο σύζυγός της ενάγων αρ. 1 Παναγιώτης Ανδρέου (Μ.Ε.1) ο οποίος και της το εξήγησε. Κατόπιν συζήτησης, αυτός την συνεβούλεψε και την παρεκίνησε να αγοράσει τα επίδικα Δ.Α.Μ. Οι ακόλουθες ερωταποκρίσεις μεταξύ του κου Ηλιάδη και της μάρτυρος ενάγουσας αρ. 2 Ευγενίας Ανδρέου (Μ.Ε2) είναι αποκαλυπτικές και εκθεμελιώνουν κάθε αντίθετη δικογραφημένη θέση της τελευταίας: «Ε. Να σας πω ότι αποφασίσατε να αγοράσετε τα Δ.Α.Μ. μετά από συμβουλή του συζύγου σας, είμαι σωστός; Α. Είναι ορθή η θέση. Με παρότρυνε ο σύζυγός μου. Όμως, αφού το συζητήσαμε και απεφάνθηκε να αγοράσω στο όνομά μου. ................ Ε. Αγοράσατε τα Δ.Α.Μ. βάσει συμβουλής του συζύγου σας και όχι βάσει του «Ενημερωτικού Δελτίου»; Α. Κατόπιν προτροπής του συζύγου μου αποφασίσαμε να αγοράσουμε τα Δ.Α.Μ. Όμως πριν διάβασε το «Ενημερωτικό Δελτίο» και μου έδειξε κάποια πράγματα και συμφωνήσαμε ότι η αγορά αυτή ήταν καλή. Ε. Μα δεν μελετήσατε το «Ενημερωτικό Δελτίο». Άρα, δεν βασιστήκατε στις παραστάσεις αυτού. Στηριχθήκατε στη συμβουλή του συζύγου σας. Α. Στηρίχθηκα στη συμβουλή του συζύγου μου, όμως αφού μου εξήγησε και κατάλαβα το σενάριο. .....» Ως προσχηματικοί και αντίθετοι τόσον με την φυσιογνωμία του ως επενδυτή όσον και με την εικόνα του ως μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνονται και οι κεντρικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος αρ. 1 Παναγιώτη Ανδρέου (Μ.Ε.1). Αδιαμφισβήτητη μαρτυρία αναδεικνύει την εξής φυσιογνωμία του ενάγοντος αρ. 1 Παναγιώτη Ανδρέου (Μ.Ε.1) ως επενδυτή: Πρόκειται για επαγγελματία, προσοντούχο Φαρμακοποιό, κάτοχο σχετικού ακαδημαϊκού διδακτορικού τίτλου (Ph.D), ο οποίος πριν και μετά την κρίσιμη ημερομηνία της 25.09.2000 επέδειξε έντονη επενδυτική δραστηριότητα, προβαίνοντας σε αγοραπωλησίες κινητών αξιών, εκδοθείσες τόσον από τους εναγομένους όσον και από άλλες εταιρείες. Το γεγονός αυτό επιμαρτυρείται από την σχετική «Κατάσταση Επενδύσεων» (τεκμήριο 7). Λόγω ακριβώς αυτής της επενδυτικής δραστηριότητάς του, οι εναγόμενοι του απέστειλαν το «Ενημερωτικό Δελτίο» (τεκμήριο 2). Κατά τους μήνες που προηγήθηκαν της 25.09.2000 αγόρασε κινητές αξίες των εναγομένων παρακολουθώντας και μελετώντας τις χρηματιστηριακές εξελίξεις εν γένει. Πλην της επίδικης, η επενδυτική δραστηριότητά του δεν εβασίσθηκε σε ενημερωτικό δελτίο ως το επίδικο ούτε σε άλλο παρόμοιο έγγραφο. Κατόπιν συζητήσεων μαζί του, επενδυτική δραστηριότητα επέδειξε, κατά την περίοδο αυτή, και η σύζυγός του ενάγουσα αρ. 2 Ευγενία Ανδρέου (Μ.Ε.2). Το γεγονός αυτό επιμαρτυρείται από τη σχετική «Κατάσταση Επενδύσεων» (τεκμήριο 8). Περαιτέρω, ο ενάγων αρ. 1 Παναγιώτης Ανδρέου (Μ.Ε.1) επαρουσιάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως ένας άνδρας επιμελής, με αντίληψη και ικανότητα ανάλυσης, δραστήριος και διεκδικητικός. Οι ιδιότητες αυτές αποκαλύπτονται δεδομένου του τρόπου με τον οποίον αυτός επαρουσίασε την υπόθεσή του και λαμβανομένων υπ΄ όψιν των πινάκων τους οποίους αυτός κατήρτισε και ανέλυσε ενώπιον του Δικαστηρίου (τεκμήρια 10 έως και 15). Πρόκειται για πίνακες με αριθμητικά και λογιστικά στοιχεία, αναλύσεις συλλογισμών και προβλέψεων. Ένας άνδρας ώριμης ηλικίας, με υψηλώτατα ακαδημαϊκά προσόντα και επαγγελματίας, ως ο ενάγων αρ. 1 Παναγιώτης Ανδρέου (Μ.Ε.1), ο οποίος τόσον πριν όσον και κατά τον ουσιώδη χρόνο προέβαινε ο ίδιος σε επενδύσεις σε κινητές αξίες και συνεβούλευε σχετικώς και τη σύζυγό του ενάγουσα αρ. 2 Ευγενία Ανδρέου (Μ.Ε.2), και ο οποίος διαθέτει την αντίληψη, την ικανότητα ανάλυσης και την διεκδικητικότητα, στις οποίες γίνεται αναφορά πιο πάνω, δεν πείθει όταν ισχυρίζεται πώς προέβηκε στην αγορά των επίδικων Δ.Α.Μ. παρακινούμενος από δηλώσεις περιεχόμενες στο «Ενημερωτικό Δελτίο» (τεκμήριο 2). Η πεποίθηση πώς ο ενάγων αρ. 1 Παναγιώτης Ανδρέου (Μ.Ε.1) προσήλθε στο Δικαστήριο για να προωθήσει μια εκδοχή γεγονότων βοηθητική για την υπόθεσή του και όχι για να πει την αλήθεια ενισχύεται και από την παραδοχή του, κατά την αντεξέταση, πώς κατά τον χρόνο αγοράς των επίδικων Δ.Α.Μ. ο ίδιος εγνώριζε πολύ καλά πώς ο δείκτης του Χ.Α.Κ. είχε υποστεί «καταβαράθρωση .... η οποία επηρέασε όλες τις χρηματιστηριακές αξίες» και πώς, παρά ταύτα, ο ίδιος απεφάσισε να αναλάβει τον κίνδυνο. Ούτε η θέση των εναγόντων περί δημιουργίας αγώγιμου δικαιώματος ένεκα παραβίασης, εκ μέρους των εναγομένων, καθήκοντος θεσμοθετημένου δια των προϊσχυσάντων άρθρων 57 και 59 του Ν.14(Ι)/1993, είναι βάσιμη. Οι προϊσχύσασες διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του Ν.14(Ι)/1993 διελάμβαναν τα εξής: «
- Υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών
(1)Εκδότης, που επιδιώκει ή προτίθεται να επιδιώξει την εισαγωγή των τίτλων του στο Χρηματιστήριο έχει την υποχρέωση προς παροχή κάθε δυνατής πληροφορίας, ικανής να επηρεάσει την κρίση του κοινού ως προς τους εισαγόμενους τίτλους, κατά τα οριζόμενα σε Χρηματιστηριακούς Κανονισμούς.
(2)Η παροχή των πληροφοριών διενεργείται με τη δημοσίευση ενημερωτικού δελτίου που καταχωρίζεται στο Συμβούλιο και δημοσιεύεται κατά τα οριζόμενα σε Χρηματιστηριακούς Κανονισμούς.
(3)Το Συμβούλιο έχει εξουσία να εξαιρεί τον εκδότη από την υποχρέωση προς υποβολή ενημερωτικού δελτίου ή να απαιτεί την υποβολή περιορισμένου περιεχομένου ενημερωτικού δελτίου, υπό τις καθορισμένες σε Χρηματιστηριακούς Κανονισμούς προϋποθέσεις.
(4)Δε γίνεται δεκτό προς καταχώρηση το ενημερωτικό δελτίο, εάν το Συμβούλιο κρίνει ότι αυτό περιέχει πληροφορία ψευδή, απατηλή ή παραπλανητική ή αποκρύπτει ουσιώδη πληροφορία.
(5)Σε περίπτωση που η τιμή τίτλου, που έχει εισαχθεί στο Χρηματιστήριο σημειώσει, μέσα σε διάστημα δώδεκα μηνών από την έκδοση του ενημερωτικού δελτίου, μείωση σημαντική κατά τη γνώμη της Επιτροπής βάσει του επίσημου δελτίου τιμών που καταρτίζει το Συμβούλιο, ή οποτεδήποτε κρίνει τούτο αναγκαίο, η Επιτροπή προβαίνει σε έρευνα για να διακριβώσει κατά πόσο το ενημερωτικό δελτίο περιέχει πληροφορία ψευδή, απατηλή ή παραπλανητική ή κατά πόσο αποκρύπτει ουσιώδη πληροφορία». «59. Υποχρέωση εκδότη του οποίου οι τίτλοι έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο προς παροχή πληροφοριών.
(1)Εκδότης, του οποίου οι τίτλοι έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο, έχει την υποχρέωση παροχής πληροφοριών, τακτικά με ετήσιες, εξαμηνιαίες ή άλλες εκθέσεις που υποβάλλονται στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και τους δικαιούχους των τίτλων κατά τα οριζόμενα σε Χρηματιστηριακούς Κανονισμούς, και εκτάκτως οποτεδήποτε κληθεί προς τούτο από το Συμβούλιο, την Επιτροπή. Ο εκδότης έχει την υποχρέωση να παρέχει αμέσως, και εξ ιδίας πρωτοβουλίας, στο Συμβούλιο, την Επιτροπή και τους δικαιούχους των τίτλων κάθε πληροφορία που κατέχει, δυνάμενη να επηρεάσει την τιμή των τίτλων, κατά τα οριζόμενα σε Χρηματιστηριακούς Κανονισμούς.
(2)Το Συμβούλιο μεριμνά για την έγκαιρη κοινοποίηση πληροφοριών που κατά το άρθρο 57 και το παρόν άρθρο υποβάλλονται προς αυτό αναφορικά με τους τίτλους, τόσο προς τη χρηματιστηριακή αγορά όσο και προς το κοινό εν γένει.
(3)Το Συμβούλιο δεν ευθύνεται για τις κοινοποιούμενες από αυτό πληροφορίες, παρά μόνο σε περίπτωση αμέλειας.
(4)Πρόσωπο, που παραλείπει να συμμορφωθεί προς υποχρέωση του προς ανακοίνωση πληροφοριών κατά τα τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Χρηματιστηριακών Κανονισμών, διαπράττει ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλακίσεως μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές». Είναι προφανές πώς οι προϊσχύσασες αυτές διατάξεις αφορούσαν στην ανάγκη ορθής πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού διαμέσου ενημερωτικών δελτίων και καθιστούσαν αρμόδια για την διενέργεια του σχετικού ελέγχου το Συμβούλιο του Χ.Α.Κ. και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Οι διατάξεις αυτές δεν εθεσμοθετούσαν οιανδήποτε αστική ευθύνη. Εξέταση δε της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν αποκαλύπτει την εκ μέρους των αρμόδιων διοικητικών οργάνων (του διοικητικού συμβουλίου του Χ.Α.Κ. και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς) διαπίστωση παραβίασης, εκ μέρους των εναγομένων, των υποχρεώσεων τους δυνάμει των προϊσχυσάντων άρθρων 57 και 59 του Ν.14(Ι)/1993. Αντιθέτως, στην προκείμενη περίπτωση, τα διοικητικά αυτά όργανα απεφάσισαν πώς το «Ενημερωτικό Δελτίο» (τεκμήριο 2) εκάλυπτε την ανάγκη ορθής πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού, εξ ου και το ενέκριναν. Ρητή καταχώριση στη σελ. 2 του «Ενημερωτικού Δελτίου» (τεκμήριο 2) αναφέρει τα εξής: «Το Συμβούλιο του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ενέκρινε το περιεχόμενο του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου μόνον όσον αφορά την κάλυψη αναγκών πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού, όπως αυτές καθορίζονται στους περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμους και Κανονισμούς». Συναφώς υποδεικνύεται πώς αστική ευθύνη «για την ζημία που προσγίνεται σε τρίτους από εισαγωγή τίτλων στο Χρηματιστήριο» εθεσμοθετήθηκε δια του εδ.
(5)του προϊσχύσαντος άρθρου 58 του Ν.14
(1)/1993. Όμως, η ευθύνη αυτή αφορούσε αποκλειστικώς παραβιάσεις του άρθρου 58 και προϋπέθετε απαραιτήτως την διερεύνηση του ζητήματος από το Συμβούλιο του Χ.Α.Κ., την εκ μέρους του διοικητικού αυτού οργάνου διαπίστωση παραβιάσεων καθώς και την διαγραφή των τίτλων οι οποίοι εισήχθηκαν παρανόμως στο Χ.Α.Κ. Εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν αποκαλύπτει την συνδρομή οιουδήποτε τέτοιου γεγονότος. Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα αστικής ευθύνης των εναγομένων επί τη βάσει του εδ.
(5)του προϊσχύσαντος άρθρου 58 του Ν.14(Ι)/
- Για τους πιο πάνω λόγους διαπιστώνεται πώς ουδεμία βάσιμη αιτία αγωγής υφίσταται. Συνεπεία τούτου, παρέλκει η συζήτηση του ζητήματος των αποζημιώσεων. Η αγωγή αποτυγχάνει. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων αρ. 1 και
- (Υπ.) ............................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο