← Κύπρος

KYRIAKOS PAPAVASILIOU (DISTRIBUTORS) LIMITED ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΣΕΛ - ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 8279/13, 6/5/2014

KYRIAKOS PAPAVASILIOU (DISTRIBUTORS) LIMITED ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΣΕΛ - ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 8279/13, 6/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A194 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8279/13 ΜΕΤΑΞΥ: KYRIAKOS PAPAVASILIOU (DISTRIBUTORS) LIMITED Ενάγουσα -και- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΣΕΛ - ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ Εναγομένη --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 23.12.2013 06 Μαΐου 2014 Για τους ενάγοντες-αιτητές: κος Χριστοφόρου Για τους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση: κος Βασιλείου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας είναι το προσωρινό διάταγμα που εξεδόθη την 27.12.2013 (αυτή είναι η ορθή ημερομηνία έκδοσης και όχι η ημερομηνία 23.12.2013 που αναγράφεται στο διάταγμα, η οποία ήταν η ημερομηνία ορισμού της επίδικης αίτησης). Το επίδικο διάταγμα διαλαμβάνει τα ακόλουθα· «ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΖΕΙ την ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΣΕΛ - ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, εναγομένη, με αριθμό εγγραφής στο μητρώο Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών 0023/1942, και/ή μέσω αντιπροσώπων ή υπαλλήλων ή υπηρετών ή συνεργατών αυτής και/ή μέσω παντός προσώπου έλκοντος την εξουσία από την Εναγομένη από το να αποξενώσει και/ή μεταβιβάσει και/ή μεταφέρει και/ή απωλέσει και/ή να πωλήσει και/ή να ενοικιάσει στην εταιρεία Χ.Α. ΠΑΠΑΕΛΛΗΝΑΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ, με αριθμό εγγραφής στο μητρώο εταιρειών του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ΗΕ27397, ή δια λογαριασμό αυτής ή άλλως πως ή σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο ή μη πρόσωπο ή σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οιασδήποτε μορφής ενεργητικού, ακίνητης και κινητής περιουσίας, συμπεριλαμβανομένων των αποθεμάτων προϊόντων (stock) και/ή δια το ποσόν των Є40.632.83, πλέον τόκο 9%, πλέον δικαστικά και δικηγορικά έξοδα, πλέον Φ.Π.Α ή δι' οιονδήποτε άλλο ποσό, το οποίο ήθελε αποφασισθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής αυτής και/ή μέχρι άλλης ή νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Η αίτηση των εναγόντων που οδήγησε στην έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος εδράζεται στα άρθρα 21, 29 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60· στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 9· στη Δ.48 κκ. 1, 2, 3, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών· στο Σύνταγμα· στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας· στην εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος ή και διατάγματος τύπου MAREVA· στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στη διακριτική ή και εγγενή εξουσία ή και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αντώνη Δημητρίου ο οποίος δηλώνει διευθυντής των εναγόντων. Το περιεχόμενο τούτης της δήλωσης πραγματεύομαι πιο κάτω σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα και τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένσταση. Οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν την έκδοση του προσωρινού διατάγματος και καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η νομική βάση της ένστασης είναι η ίδια με εκείνη της αίτησης και επιπλέον προστίθενται ο περί Αποδείξεως Νόμος, Κεφ. 9 και προσδιορίζονται τα άρθρα 23, 25 και 26 του Συντάγματος. Και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που σε αυτή την περίπτωση ορκίζεται ο Παύλος Αριστείδου, γραμματέας των εναγομένων. Οι ισχυρισμοί των εναγόντων θέλουν τα μέρη να συνεργάζονται. Υποστηρίζουν εν προκειμένω ότι στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας πώλησαν στους εναγόμενους διάφορα εμπορεύματα έναντι συμφωνηθείσας αξίας. Προς τούτο εξέδωσαν αριθμό τιμολογίων και διατηρούσαν κατάσταση λογαριασμού. Εις επίρρωση τούτης της θέσης επικαλούνται το τεκμήριο Α. Εν τούτοις οι εναγόμενοι δεν εξόφλησαν το οφειλόμενο υπόλοιπο και σήμερα ανέρχεται σε €40.632,83 πλέον τόκο προς 9% που αρχίζει να τρέχει μετά πάροδο 120 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης έκαστου τιμολογίου. Επιπλέον, οι ενάγοντες επικαλούνται πληροφόρηση που θέλει τους εναγόμενους να συμβάλλονται με τρίτη εταιρεία, εν προκειμένω την εταιρεία Χ. Α. Παπαέλληνας Εμπορική Λίμιτεδ (στη συνέχεια ΑΛΦΑΜΕΓΑ), ώστε η τελευταία να αναλάβει τη διαχείριση και λειτουργία της εναγομένης (βλ. τεκμήρια Β, Γ και Δ). Μάλιστα, ανακοίνωση που εξέδωσαν οι εναγόμενοι καλεί τους προμηθευτές της, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, στο εξής να εκδίδουν τα τιμολόγια επ' ονόματι της ΑΛΦΑΜΕΓΑ. Τέλος, ο ομνύων τη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση των εναγόντων διατείνεται ότι οι ενέργειες των εναγομένων σκοπούν σε αποξένωση και/ή μεταβίβαση και/ή απώλεια και/ή πώληση και/ή ενοικίαση στην ΑΛΦΑΜΕΓΑ και/ή εξουσιοδοτημένο από αυτή πρόσωπο, της ακίνητης και κινητής, συμπεριλαμβανομένου και του αποθεματικού προϊόντων (stock), περιουσίας των εναγομένων, γεγονός που θα καταστήσει αδύνατη την εκτέλεση τυχόν απόφασης που ήθελε εκδοθεί. Η εν λόγω θέση προωθείται ως συμπέρασμα του ομνύοντα που προκύπτει από συνομιλία που είχε με αξιωματούχο των εναγομένων. Οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν τη συνεργασία που είχαν με τους ενάγοντες όπως ούτε ότι συμβλήθηκαν με την ΑΛΦΑΜΕΓΑ. Αυτά λοιπόν τα δύο στοιχεία συνιστούν σταθερή και αναμφισβήτητη παράμετρο των πραγματικών γεγονότων. Διατείνονται όμως ότι οι ενάγοντες παραποιούν τα γεγονότα και πως η ερμηνεία που δίδουν στις διάφορες ανακοινώσεις (βλ. τεκμήρια Β και Γ στην αίτηση), είναι προϊόν στρέβλωσης. Είναι η θέση τους ότι ουδέν ποσό οφείλουν στους ενάγοντες. Προς απόδειξη τούτου επικαλούνται 6 από τα τιμολόγια που προσκόμισαν οι ενάγοντες (βλ. καταχωρίσεις στην κατάσταση λογαριασμού του τεκμηρίου Α με α/α 52, 55, 63, 98, 99 και 115) και υποδεικνύουν ότι, όπως εκεί αναφέρεται, τα εν λόγω τιμολόγια ακυρώθηκαν είτε ολικώς είτε μερικώς. Επισημαίνουν δε ότι σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού οι ενάγοντες έλαβαν από τους εναγόμενους ποσά που υπερβαίνουν τις €40.000. Εν τούτοις, αναφέρουν οι εναγόμενοι, πουθενά δεν φαίνεται ποια τιμολόγια εξοφλήθησαν από τα ποσά που εισπράχθησαν. Τέλος, οι εναγόμενοι επικαλούνται πληρωμή που διενήργησαν ύψους €2.600. Για αυτή την πληρωμή οι ενάγοντες εξέδωσαν σχετική απόδειξη και σύμφωνα με τους εναγόμενους τούτη είναι το τεκμήριο 1 στην ένσταση. Εν τούτοις, η εν λόγω πληρωμή δεν αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού που επικαλούνται οι ενάγοντες (βλ. τεκμήριο Α). Άλλη θέση των εναγομένων είναι πως οι ενάγοντες παραπλάνησαν το Δικαστήριο για τη συμφωνία τους με την ΑΛΦΑΜΕΓΑ. Επί του προκειμένου αναφέρουν ότι η υπεραγορά στον Κάψαλο, δηλαδή η επίδικη υπεραγορά, είναι μια από τις πολλές που κατέχουν οι εναγόμενοι. Στις παραγράφους 23 μέχρι και 34 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση ο ομνύων αναλύει τα περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων. Υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι διαθέτουν ακίνητη περιουσία που κοστολογείται πέριξ των €65.000.000 και κινητή περιουσία που υπερβαίνει τα €4.500.000. Για δε το ακίνητο της υπεραγοράς στον Κάψαλο, το οποίο παραμένει περιουσία των εναγομένων, παρουσιάζουν εκτίμηση που θέλει την αξία του να ανέρχεται στα €14.500.000 (βλ. τεκμήριο 2). Εν κατακλείδι, αναφέρουν ότι από τη συμφωνία τους με την ΑΛΦΑΜΕΓΑ έχουν μηνιαία οφέλη, κέρδος και ενοίκιο, ύψους €70.000. Ως εκ των πιο πάνω υποστηρίζουν ότι κανένας κίνδυνος υφίσταται για μη ικανοποίηση τυχόν απόφασης που ήθελε εκδοθεί, ενώ αρνούνται ότι είχαν συνομιλία με τον ομνύοντα την αίτηση από την οποία να συνάγεται ότι προτίθενται να αποξενώσουν την περιουσία τους. Η μόνη συνομιλία, σύμφωνα με τον ομνύοντα την ένσταση, ήταν μαζί του και ό,τι αναφέρθηκε εκεί είναι πως οι εναγόμενοι αμφισβητούν το ποσό που αξιώνουν οι ενάγοντες. Καμία από τις δύο πλευρές αιτήθηκε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και έτσι η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε στις αγορεύσεις των συνηγόρων. Δεν παραθέτω σύνοψη όσων με δεξιοτεχνία και ζήλο ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις γραπτές αγορεύσεις, εφόσον η διεργασία που ακολουθεί πραγματεύεται κάθε τι σχετικό. Είναι εδώ κατάλληλο στάδιο να πραγματευτώ τη δικανική πτυχή του αιτήματος. Οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος αναφέρονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και έτυχαν διερεύνησης σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd

(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Μιχαηλίδης ν. Παπακυριάκου
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 και Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι: (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Στο τέλος εξετάζεται και το κατά πόσον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δίκαιη και εύλογη (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ' Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154). Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Odysseos, πιο πάνω, σελίδα 569, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Επιπλέον, δεν έχει σημασία ότι το κλητήριο ένταλμα βασίζεται στη Δ.2 κ1. Η σοβαρότητα του ζητήματος μπορεί να διαφανεί και από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Β Α.Α.Δ, 598, 603). Στην υπόθεση Odysseos και πάλι υποδεικνύεται ότι η πιθανότητα επιτυχίας παραπέμπει στην αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης. Συνακόλουθα τέτοια διαπίστωση αποτελεί προϊόν κάποιας, έστω περιορισμένης, αξιολόγησης. Ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται υπερβαίνει απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά υπολείπεται αρκετά του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Εν τούτοις, πρέπει να λεχθεί πως σε αυτή την έκφανση της δικαστικής διαμάχης το Δικαστήριο αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς και το καθήκον του περιορίζεται σε διερεύνηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος. Κατ' επέκταση, δεν προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά σε περιορισμένη και αναγκαία αξιολόγηση που σχετίζεται με αυτή καθ' εαυτή τη διερεύνηση των προϋποθέσεων που εξετάζονται (βλ. Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528, 1533, C.T. Tobacco Limited v. Αρκτίνος Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ. 853, 869, και Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1263, 1271). Για την τρίτη προϋπόθεση σχετικά είναι εκείνα που λέχθηκαν στην υπόθεση Eurocypria Airlines Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 170/11, ημερ. 20.10.2011. Αναφέρθηκε εκεί ότι η εξέταση διενεργείται «κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης». Εφόσον στην αίτηση της ενάγουσας μνημονεύονται και τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 κρίνω ότι επιβάλλεται να πραγματευτώ την εμβέλεια και αυτών. Στην υπόθεση Papastratis ν. Petrides
(1979)1 CLR 231, 240 εξετάστηκε το άρθρο 4 του Κεφ. 6 και αναφέρθηκε ότι· εξαιρουμένης της περίπτωσης που η περιουσία είναι αντικείμενο της αγωγής τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν εξετάζονται ανεξάρτητα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 32 του Ν.14/60, άρθρο το οποίο τυγχάνει ευρύτερης εφαρμογής. Προκύπτει λοιπόν ότι εκεί όπου η αίτηση αφορά δέσμευση περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής, όπως στην προκείμενη περίπτωση, το άρθρο 4 του Κεφ. 6 εξετάζεται επιπροσθέτως των προνοιών του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 4 του Κεφ. 6 συμπλέκονται με τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 και εξέταση του τελευταίου υπερκαλύπτει τις πρόνοιες του άλλου. Από την άλλη το άρθρο 5 του Κεφ. 6 περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που η αξίωση αφορά χρέος ή αποζημιώσεις, ενώ το διάταγμα που ήθελε εκδοθεί βάσει αυτού του άρθρου διαφυλάσσει ακόμη και ικανοποίηση της απόφασης που δυνατόν να εκδοθεί. Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5 του Κεφ. 6 είναι καλή βάση αγωγής και ότι τυχόν αποξένωση της περιουσίας καθιστά πιθανόν να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της απόφασης που ήθελε εκδοθεί υπέρ του (βλ. Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 CLR 520). Όποια και αν είναι η περίπτωση, είτε πρόκειται για το άρθρο 4 είτε για το άρθρο 5 του Κεφ. 6, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται εκείνο που αναφέρθηκε στην υπόθεση ΑΒP Holdings Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 701 δηλαδή ότι «Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». Με φάρο όλα τα πιο πάνω, σπεύδω να διερευνήσω τις θέσεις των δύο πλευρών. Στην προκείμενη περίπτωση πρόσφορο κρίνεται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας, να εξεταστούν σωρευτικά. Είμαι της γνώμης πως η μαρτυρία δίδει καταφατική απάντηση στα δύο αυτά ερωτήματα. Η αξίωση των εναγόντων εδράζεται σε υπόλοιπο λογαριασμού συνεπεία σύμβασης μεταξύ των μερών. Η ισχυριζόμενη συνεργασία μεταξύ των μερών δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους. Δέχονται ακριβώς ότι οι ενάγοντες τους προμήθευαν με προϊόντα. Εκείνο που αμφισβητούν οι εναγόμενοι είναι ότι υφίσταται οιονδήποτε υπόλοιπο. Γι' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το τεκμήριο Α, δηλαδή η κατάσταση λογαριασμού αλλά και τα ίδια τα τιμολόγια που απαρτίζουν την κατάσταση λογαριασμού, είναι επαρκής απόδειξη σοβαρού ζητήματος αλλά και πιθανότητας επιτυχίας, ιδιαίτερα στην απουσία τυχόν απόδειξης για εξόφληση. Δεν διέλαθε την προσοχή μου ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν οφείλουν οιονδήποτε ποσό και ότι έξι εκ των τιμολογίων που παρουσιάστηκαν παρ' ότι έχουν ακυρωθεί οι ενάγοντες διεκδικούν το ποσό που αναφέρεται ακόμη και σε αυτά τα τιμολόγια. Η απάντηση σε σχέση με τα έξι τιμολόγια στον οποίων το πρόσωπο όντως αναγράφεται ότι έχουν ακυρωθεί, είναι πως το Δικαστήριο κέκτηται εξουσία να διαφοροποιήσει το ποσό που αναφέρεται στο διάταγμα και να προσαρμόσει τούτο σε εκείνο που ανταποκρίνεται στο μαρτυρικό υλικό. Συνεπώς η ορθή κατά τα άλλα υπόδειξη των εναγομένων δεν αναιρεί την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος και πιθανότητας επιτυχίας, αλλά ανοίγει το δρόμο για τροποποίηση του διατάγματος, νοουμένου βεβαίως ότι και οι λοιπές προϋποθέσεις πληρούνται. Ο δε άλλος ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν οφείλουν οιονδήποτε ποσό είναι ανίκανος να εξουδετερώσει τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την πλειάδα των τιμολογίων που προσκόμισαν οι ενάγοντες και τα οποία συναρτώνται με την κατάσταση λογαριασμού. Είναι κοινή λογική ότι αν οι εναγόμενοι είχαν οιανδήποτε απόδειξη εξόφλησης θα την προσκόμιζαν στο Δικαστήριο, όπως άλλωστε έπραξαν με το τεκμήριο 1 που αντιστοιχεί σε επιταγή η οποία δόθηκε στους ενάγοντες και εν τούτοις δεν αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο Α). Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι η μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες, δηλαδή το σύνολο του τεκμηρίου Α, δεν πλήγηκε από τους ισχυρισμούς των εναγομένων. Αυτή η κατάληξη δεν παραγνωρίζει βεβαίως τα έξι τιμολόγια, των οποίων το συνολικό ποσό δεν υπερβαίνει τις €2.000, όπως και την απόδειξη του ποσού των €2.600 (τεκμήριο 1 στην ένταση), ποσά που δεν δικαιολογούνται από την προσκομισθείσα μαρτυρία και συνεπώς το Δικαστήριο οφείλει να προσαρμόσει το διάταγμα αναλόγως του δικαιολογηθέντος ποσού. Παρεμβάλλω εδώ ότι δεν συμμερίζομαι τη θέση των εναγομένων πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι αναρμόδιο να δικάσει την αγωγή. Οφείλω εν τούτοις να διευκρινίσω ότι δεν αποφαίνομαι τελεσίδικα και η σχετική διαπίστωση περιορίζεται στο μαρτυρικό υλικό που σε αυτό το στάδιο βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν παραγνωρίζω ότι επί του προκειμένου οι εναγόμενοι διατείνονται ότι «ήταν βασικός όρος της συνεργασίας των διαδίκων ότι οι ενάγοντες θα πληρώνονταν στη Λεμεσό, ανεξάρτητα από το τι υπήρχε σημειωμένο στα τιμολόγια που εξέδιδαν οι ενάγοντες προς τους εναγόμενους». Εν τούτοις, τα υπογραμμένα τιμολόγια που επισυνάπτονται στην αίτηση (βλ. τεκμήριο Α), άλλο είναι που λέγουν. Αναφέρεται σε αυτά ότι οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό είναι πληρωτέο στα γραφεία της εταιρείας στη Λευκωσία. Η υπογραφή και μόνο των τιμολογίων αφήνει να νοηθεί ότι οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν το σχετικό όρο. Η αντίθετη θέση των εναγομένων είναι αόριστη και ασαφής εφόσον δεν προσφέρει οιεσδήποτε πληροφορίες και έτσι είναι ανίκανη να αναιρέσει εκείνο που ομολογούν τα τιμολόγια. Εν ολίγοις αναπάντητα έμειναν τα ερωτήματα· πότε έγινε η σχετική συμφωνία, νοείται ο σχετικός όρος, και ποια ήταν τα πρόσωπα που κατέληξαν σε αυτήν. Στην απουσία τούτων των πληροφοριών κρίνω ότι δεν μπορώ να αγνοήσω το συμπέρασμα που προκύπτει από το τεκμήριο Α, δηλαδή ότι τυχόν υπόλοιπο θα καταβάλλετο στη Λευκωσία. Υπό τις περιστάσεις και χωρίς να παραγνωρίζεται η βασική αρχή ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να αναζητήσει τον πιστωτή ώστε να τον εξοφλήσει (βλ. άρθρο 49, Κεφ. 149 και Χριστοφόρου κ.α. ν. Paneuropean Insurance Co Ltd
(2002)1Γ ΑΑΔ 1644, 1650), καταλήγω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση καταλυτικό ρόλο στη διατήρηση ή μη του διατάγματος διαδραματίζει το μαρτυρικό υλικό που αφορά την τρίτη προϋπόθεση. Πριν οτιδήποτε άλλο επαναλαμβάνω ότι αποτελεί κοινό έδαφος πως οι εναγόμενοι συμβλήθηκαν με την ΑΛΦΑΜΕΓΑ. Εν τούτοις αυτό και μόνο το γεγονός δεν αποκαλύπτει ολόκληρη την εικόνα σε σχέση με το περιουσιακό καθεστώς των εναγομένων. Ο ομνύων την ένσταση αναλύει, με περισσή μάλιστα λεπτομέρεια, την περιουσία των εναγομένων (βλ. σχετικά παραγράφους 21 μέχρι και 34 στην ένσταση). Η σχετική μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Κατ' επέκταση αναλλοίωτη παρέμεινε η πλούσια σε λεπτομέρειες θέση των εναγομένων αναφορικά με την οικονομική τους κατάσταση. Από αυτούς τους ισχυρισμούς αποκαλύπτεται όμως ότι οι εναγόμενοι είναι μια εύρωστη εταιρεία με συνολική περιουσία €69.000.
  1. Η δε υπεραγορά στον Κάψαλο, της οποίας η διαχείριση μεταβιβάστηκε στην ΑΛΦΑΜΕΓΑ, είναι μια από τις πολλές υπεραγορές που έχουν οι εναγόμενοι. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω το σύνολο των σχετικών θέσεων των εναγομένων. Αρκεί μόνο να υποδείξω ότι το 2013 είχαν κύκλο εργασιών αξίας €31.000.
  2. Η δε ακίνητη περιουσία που κατέχουν υπερβαίνει σε αξία τα €60.000.000, ενώ η κινητή περιουσία υπερβαίνει τα €4.500.
  3. Μάλιστα το ακίνητο στο οποίο βρίσκεται η υπεραγορά στον Κάψαλο παραμένει στην ιδιοκτησία τους και αξίζει €14.500.
  4. Επί του προκειμένου σχετικό είναι το τεκμήριο 2 στην ένσταση. Υποδεικνύεται επιπλέον ότι από τη συμφωνία με την ΑΛΦΑΜΕΓΑ έχουν μηνιαία έσοδα, ενοίκιο υποστατικού και κέρδη, ύψους €70.
  5. Τα πιο πάνω, αναντίλεκτα και αναμφισβήτητα, αποκαλύπτουν ότι κάθε άλλο παρά αδύνατο ή δύσκολο θα είναι να εκτελεστεί και να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση που ήθελε εκδοθεί υπέρ των εναγόντων. Στη δοσμένη περίπτωση η αξίωση αφορά χρηματικό ποσό και μάλιστα πολύ πολύ μικρότερο από την περιουσία, κινητή και ακίνητη, που κατέχουν οι εναγόμενοι. Η φύση και το ύψος λοιπόν της αξίωσης, εξεταζόμενα από τη σκοπιά της περιουσίας των εναγομένων, αποκαλύπτουν ότι κανένας κίνδυνος υφίσταται ότι τυχόν απόφαση που ήθελε εκδοθεί δεν θα ικανοποιηθεί. Σε αυτό το πλέγμα γεγονότων κρίνω ορθό να υποδείξω κάτι ακόμα, εξίσου θεμελιώδες. Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αφήνει να νοηθεί ότι η υπεραγορά στον Κάψαλο είναι η μόνη που κατέχουν και διαχειρίζονται οι εναγόμενοι. Αυτό μάλιστα συναρτάται με τον άλλο ισχυρισμό ότι τυχόν αποξένωση του αποθεματικού της υπεραγοράς σημαίνει και αποξένωση της περιουσίας των εναγομένων, γεγονός που θα καταστήσει αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης που ήθελε εκδοθεί. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται όμως ότι τα γεγονότα δεν είναι έτσι. Οι εναγόμενοι έχουν μεγάλη περιουσία και ιδιαίτερα αρκετές άλλες υπεραγορές. Είναι γνωστή η νομολογία που αφορά απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264 και M & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1791, 1796). Περιορίζομαι μόνο να επισημάνω ότι ο αιτητής δεν υποχρεούται απλώς σε αποκάλυψη μαρτυρίας που γνωρίζει, αλλά και σε αποκάλυψη μαρτυρίας που με εύλογη φροντίδα και επιμέλεια μπορεί να καταστεί κοινωνός. Στην προκείμενη περίπτωση η εικόνα που παρουσίασαν οι ενάγοντες, δηλαδή ότι η υπεραγορά στον Κάψαλο είναι η μόνη υπεραγορά που διαχειρίζονται οι εναγόμενοι, αποκαλύπτεται ανυπόστατη και πόρρω απέχει από την πραγματικότητα. Ακόμη και επί τη υποθέσει ότι οι ενάγοντες αδύνατο ήταν να καταστούν κοινωνοί της ακίνητης περιουσίας των εναγομένων, μπορούσαν, τουλάχιστον, να ερευνήσουν κατά πόσο οι τελευταίοι κατέχουν και διαχειρίζονται και άλλες υπεραγορές. Αυτό, τουλάχιστον, το γεγονός, μπορούσαν να το πληροφορηθούν και εν πάση περιπτώσει όφειλαν να το αποκαλύψουν στο Δικαστήριο. Η ουσία αυτού του γεγονότος είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή κατά πόσο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη και θα απεκάλυπτε μέρος της ευρωστίας των εναγομένων. Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Γρηγορίου, πιο πάνω, το ακριβοδίκαιο της αποκάλυψης εδράζεται επί τω ότι η αίτηση προωθείται μονομερώς και δεν ακούγεται το μέρος που δυνατό να επηρεαστεί. Ως εκ τούτου ο αιτών υποχρεούται να αποκαλύψει το σύνολο των ουσιωδών γεγονότων, ακόμη και αυτών που δεν γνωρίζει αλλά με εύλογη φροντίδα και επιμέλεια μπορούσε να πληροφορηθεί. Καταλήγω συνεπώς ότι στην έκταση που έχει υποδειχθεί, δηλαδή σε σχέση με το ότι οι εναγόμενοι κατέχουν και διαχειρίζονται αριθμό άλλων υπεραγορών και καταστημάτων, οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε επαρκή αποκάλυψη και δημιούργησαν πεπλανημένη εικόνα στο Δικαστήριο. Και γι' αυτό λοιπόν το λόγο κρίνω ότι το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι η αίτηση των εναγόντων δεν επιτυγχάνει και απορρίπτεται. Συνακόλουθα, το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 27.12.2013 ακυρώνεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εις βάρος των εναγόντων. Τα έξοδα αυτά να καταβληθούν με την αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.