ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΟΡΦΑΚΗ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, Αρ. Αίτησης: 1660/13, 29/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A235 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1660/13 ΜΕΤΑΞΥ:
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΟΡΦΑΚΗ
- ΦΑΙΗ ΜΟΡΦΑΚΗΣ Αιτητές -και- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ Καθ' ων η αίτηση --------------------- 29 Μαΐου 2014 Για τους αιτητές/εφεσείοντες: κος Λουκαΐδης Για την καθ' ην η αίτηση/εφεσίβλητη: κα Κορφιώτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την επίδικη αίτηση οι δύο αιτητές/εφεσείοντες (στη συνέχεια οι αιτητές) επιδιώκουν την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης που η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στροβόλου Λτδ (στη συνέχεια η Συνεργατική) εξασφάλισε εναντίον τους. Η αίτηση στηρίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν.22/1985, άρθρο 52
(4)· στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.17 κ.10 και Δ.48 κκ1-4, 8 και 9· στο Σύνταγμα, άρθρο 30· και στις αρχές φυσικής δικαιοσύνης και τη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση συνάγεται από την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει. To περιεχόμενο τούτης πραγματεύομαι πιο κάτω. Η Συνεργατική δεν συναίνεσε στο αίτημα και προέβηκε σε καταχώριση ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. Σε αυτή την περίπτωση η νομική βάση αναφέρει τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4, άρθρα 20 και 30· τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48 κκ1-4· τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν.22/1985, άρθρο 52· τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, θεσμός 78· τη νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Και η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της οποίας το περιεχόμενο πραγματεύομαι πιο κάτω. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους τους λόγους ένστασης εφόσον τούτη η ενέργεια θα αποκαλύψει καθετί που απασχόλησε το Δικαστήριο και συν τω χρόνω θα αναδείξει την πληθώρα των ενδιαφέροντων νομικών ζητημάτων που ηγέρθηκαν σε μια συνήθη και απλή κατά τα άλλα διαδικασία. Με τους λόγους ένστασης υποστηρίζεται ότι· «
- Δεν συντρέχουν νομικοί και/ή πραγματικοί λόγοι που να συνηγορούν στην έγκριση της Αίτησης - Έφεσης ημερομηνίας 20.8.2013 και/ή στην έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου δυνάμει του οποίου η απόφαση του Διαιτητή Μιχαλάκη Σεραφίδη ημερομηνίας 3.5.2006 να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται.
- Η καταχωρηθείσα Αίτηση - Έφεση έχει λανθασμένο τύπο και/ή δεν προβάλλονται και/ή καθορίζονται οι λόγοι Έφεσης και/ή επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα της Εφεσίβλητης - Καθ' ης η Αίτηση.
- Η Αίτηση Έφεση έχει λανθασμένο τίτλο και/ή στρέφεται κατά ανύπαρκτου προσώπου και/ή το όνομα της Εφεσίβλητης είναι λανθασμένο.
- Οι Εφεσείοντες - Αιτητές κωλύονται ως εκ της συμπεριφοράς και/ή των πράξεων τους να αιτούνται ως η επίδικη Αίτηση - Έφεση τους.
- Οι Εφεσείοντες - Αιτητές κλήθηκαν και/ή ειδοποιήθηκαν να παραστούν στην διαδικασία της Διαιτησίας και/ή δεν έπραξαν τούτο.
- Η διαδικασία διαιτησίας διεξήχθη σύμφωνα με το Νόμο και τους Κανονισμούς και/ή ο Διαιτητής Μιχαλάκης Σεραφίδης ενήργησε σύμφωνα με τον Νόμο και/ή τους Κανονισμούς.
- Η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 3.5.2006 είναι καθόλα νόμιμη και/ή κανονική και/ή ορθή και/ή εκδόθηκε και επιδόθηκε σύμφωνα με το Νόμο και/ή τους Κανονισμούς.
- Η Αίτηση - Έφεση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο δεν έχει επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.
- Οι Εφεσείοντες - Αιτητές κωλύονται να εγείρουν ισχυρισμούς τους οποίους έπρεπε να προβάλουν στην διαδικασία Διαιτησίας.
- Οι Εφεσείοντες - Αιτητές με την παρούσα Αίτηση - Έφεση αποσκοπούν αποκλειστικά στην καθυστέρηση πληρωμής και/ή αποφυγή πληρωμής των υπ' αυτούς οφειλομένων και/ή παρεμπόδιση απονομής της δικαιοσύνης.» Ιεράρχηση των λόγων ένστασης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το πρώτο που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι η θέση της Συνεργατικής πως η επίδικη αίτηση στρέφεται εναντίον ανύπαρκτου προσώπου. Είναι η θέση της Συνεργατικής ότι αν ήθελε διαπιστωθεί πως το όνομα είναι λανθασμένο, μια είναι η οδός που πρέπει να ακολουθήσει το Δικαστήριο και αυτή δεν είναι άλλη από την απόρριψη της αίτησης. Στον αντίποδα οι αιτητές διατείνονται ότι πρόκειται για κλασική περίπτωση misnomer και ότι άδικο είναι να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Παρεμβάλλω εδώ ότι οι δύο πλευρές ομονοούν πως κατά το χρόνο καταχώρισης της επίδικης αίτησης το όνομα της Συνεργατικής ήταν, και εξακολουθεί να είναι, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στροβόλου Λτδ. Επιπλέον, κοινό τόπο αποτελεί και το γεγονός ότι κατά το χρόνο έκδοσης της διαιτητικής απόφασης το όνομα της Συνεργατικής ήταν όπως φαίνεται στον τίτλο της αίτησης, δηλαδή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στροβόλου. Ως προς το αδιαμφισβήτητο αυτού του τελευταίου γεγονότος ενδεικτική είναι η αναφορά του ομνύοντα την ένσταση στην παράγραφο 3, όπως και η ίδια η διαιτητική απόφαση, τεκμήριο 3 και 4 στην αίτηση. Δοθέντος των πιο πάνω, είμαι της γνώμης ότι δικαιολογημένα οι αιτητές διατείνονται πως πρόκειται για κλασική περίπτωση misnomer. Τα αναφερόμενα στην υπόθεση E.G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd
(1999)1Α Α.Α.Δ.443, 451 αποκαλύπτουν ότι όχι μόνο ο κ.5 της Δ.25 αλλά και η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου, επιτρέπουν διόρθωση λανθασμένου ονόματος διαδίκου, τόσο κατά τη διάρκεια της δίκης όσο και μετά την έκδοση της απόφασης. Όπως αποκαλύπτεται από η σχετική νομολογία, αυτή η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου οφείλεται στο ότι η απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι έρμαιο δικονομικών κωλυμάτων. Απώτερος σκοπός της διαδικασίας είναι η απονομή του δικαίου και οι δικονομικοί κανόνες δεν είναι τίποτα άλλο από θεραπαινίδες αυτού του σκοπού. Αντίθετη προσέγγιση οδηγεί σε κατάλυση του απώτερου στόχου και αναγωγή του μέσου εξεύρεσης της αλήθειας, δηλαδή των κανονισμών, σε αυτοσκοπό. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι, υπό τις περιστάσεις, το λανθασμένο όνομα που χρησιμοποίησαν οι αιτητές ώστε να χαρακτηρίσουν τη Συνεργατική, δεν εμποδίζει τη συνέχιση της διαδικασίας. Το επόμενο που πρέπει να απασχολήσει είναι ο τύπος που χρησιμοποίησαν οι αιτητές ώστε να προωθήσουν την επίδικη αίτηση. Επί του προκειμένου οι καθ' ων η αίτηση επικαλούνται την απόφαση Κούλλουρου ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αθηαίνου
(2005)1 Α.Α.Δ. 987 και υποστηρίζουν ότι από τα εκεί αναφερόμενα συνάγεται πως ο ορθός τύπος έφεσης είναι εκείνος που προβλέπεται στον κανονισμό 101
(2)των παλαιών Co-Operative Societies Rules. Πάραυτα παρατηρώ ότι η απόφαση Κούλλουρου, πιο πάνω, δεν αποφάνθηκε επί τούτου. Είναι γεγονός ότι στην απόφαση παρατίθεται εκτενές απόσπασμα από την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όπου εκεί αναφέρεται ότι ο εφεσείων δεν συμμορφώθηκε με τα αναφερόμενα στον κανονισμό 101
(2). Εν τούτοις, το Ανώτατο Δικαστήριο ρητά ανέφερε «Αφήνουμε το θέμα της συμμόρφωσης με τον Κανονισμό 101
(2), αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε εκείνο που, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, είναι το μόνο το οποίο θα μπορούσε να είχε εξεταστεί ..». Αποκαλύπτεται λοιπόν ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε για τον τύπο έφεσης κατά διαιτητικής απόφασης και το θέμα παραμένει ανοικτό. Οφείλω να ομολογήσω ότι, σε αντίθεση με τους παλαιούς Co-Operative Societies Rules, οι νέοι περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί δεν προβλέπουν τύπο έφεσης. Επιπλέον, για σκοπούς πληρότητας οφείλω να αναφέρω ότι οι παλαιοί θεσμοί θεσπίστηκαν βάσει του The Co-Operative Societies Law, Cap. 198, το οποίο καταργήθηκε από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν.22/1985, δηλαδή το νόμο που διέπει το επίδικο ζήτημα. Εις επίμετρον, μετά τη θέσπιση του Ν.22/1985 και βάσει αυτού, εκδόθηκαν οι νέοι περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί. Έχοντας συνοψίσει την εξέλιξη αυτής της πτυχής του δικαίου μέσα από την πάροδο του χρόνου και με δεδομένο ότι οι νέοι κανονισμοί δεν προβλέπουν τύπο έφεσης και ούτε ρητά αναφέρουν ότι οι παλαιοί κανονισμοί καταργούνται, γεννάται το ερώτημα κατά πόσο ο κανονισμός 101
(2)εξακολουθεί να υφίσταται. Είμαι της γνώμης ότι η απάντηση συνάγεται από το σκεπτικό (ratio) της απόφασης Νεοφύτου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου
(1996)1Β Α.Α.Δ.
- Σε εκείνη την περίπτωση αντικείμενο ήταν ο κανονισμός 11 του περί Ανακουφίσεως Οφειλετών (Προσωριναί Διατάξεις) Διαδικαστικός Κανονισμός του
- Παρ' ότι ο νόμος βάσει του οποίου θεσπίστηκε ο σχετικός κανονισμός είχε καταργηθεί, το Ανώτατο Δικαστήριο επικαλέστηκε το άρθρο 11 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1 και υπέδειξε ότι ο κανονισμός εξακολουθούσε να ισχύει. Στη σελίδα 700 αναφέρεται ότι· «Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε ούτε ανάκληση ούτε αντικατάσταση του Διαδικαστικού Κανονισμού. Η έλλειψη στο νέο νόμο οποιασδήποτε σχετικής πρόνοιας δεν εξυπονοεί, κατά την άποψή μας, ανάκληση του υπάρχοντος Διαδικαστικού Κανονισμού. Το δικαιοδοτικό έρεισμα το οποίο παρέχει το Άρθρο 163 του Συντάγματος για την εκπλήρωση δικονομικών αναγκών τις οποίες διαγιγνώσκει το Ανώτατο Δικαστήριο.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω καταλήγω ότι αντίθετο είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει στη δοσμένη περίπτωση. Εδώ δεν καταργήθηκε μόνο ο νόμος, εν προκειμένω το Κεφ.
- Μαζί με τον παλαιό νόμο καταργήθηκαν και οι παλαιοί κανονισμοί. Έρεισμα για αυτή τη διαπίστωση παρέχει το γεγονός ότι αμέσως μετά τη θέσπιση του καταργητικού και νέου νόμου, δηλαδή του Ν.22/1985, θεσπίστηκαν και κανονισμοί. Αυτό δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε ένα μόνο συμπέρασμα· ότι σκοπός της θέσπισης των νέων κανονισμών ήταν η ανάκληση και αντικατάσταση των παλαιών κανονισμών. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι ο κανονισμός 101
(2)των παλαιών κανονισμών δεν είναι σε ισχύ εφόσον το σύνολο των Co-Operative Societies Rules έχει αντικατασταθεί από τους κανονισμούς του 1985. Η εν λόγω κατάληξη επιλύει το ζήτημα του κανονισμού 101
(2)των παλαιών Co-Operative Societies Rules. Στο ερώτημα όμως· ποιος είναι ο τύπος που χρησιμοποιείται σε περίπτωση έφεσης κατά διαιτητικής απόφασης, είμαι της γνώμης ότι η απάντηση συνάγεται από την απόφαση Τράπεζα Κύπρου ν. Dynacon Limited
(1998)1Δ Α.Α.Δ.
- Παρ' ότι εκεί η διαιτησία διέπετο αποκλειστικά από τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, κρίνω ότι ο λόγος της διέπει και τη δοσμένη περίπτωση. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Dynacon, πιο πάνω, στη σελίδα 1982· «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις προνοιές του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.
- Η Δ.48 είναι, κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση. Γίνεται πρόνοια σ' αυτούς (τύπους) για τον προσδιορισμό της επιζητούμενης θεραπείας και των γεγονότων στα οποία βασίζεται το αίτημα. Δεν έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς το δικονομικό μέσο, το οποίο επιλέγηκε για την έγερση και τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Ο Διαδικαστικός Κανονισμός περιλαμβάνει, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, (Ν. 14/60), και τύπους δικογράφων, οι οποίοι, όπως ορίζεται στον Κ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι δεκτικοί προσαρμογών, ανάλογα με την περίπτωση. Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση υποβλήθηκε στον προβλεπόμενο από τους Θεσμούς Τύπο, με τις προσαρμογές εκείνες, που της προσδίδουν το χαρακτήρα εναρκτήριου δικονομικού μέτρου. Δε γίνεται αναφορά στο εισαγωγικό μέρος σε υφιστάμενη διαδικασία, αλλά στο θέμα, το οποίο εγείρεται προς εξέταση στη συγκεκριμένη διαιτησία, και στον ίδιο το Νόμο, οι πρόνοιες του οποίου διέπουν την επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Οι διάδικοι καθορίζονται στο τέλος. Είναι τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνεται η αίτηση: (α) η Dynacon Limited και (β) ο Παύλος Παυλίδης, ο Διαιτητής. Ο όρος «αγωγή» περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον ορισμό ο οποίος παρέχεται τόσο στο Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσο και στον Κ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κάθε πολιτική διαδικασία, η οποία αρχίζει με κλητήριο ένταλμα ή με άλλο τρόπο που καθορίζεται από το Διαδικαστικό Κανονισμό. σ' αυτή την περίπτωση, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Το Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου προσδιορίζει, επίσης, τα πρόσωπα τα οποία ενέχουν την ιδιότητα του ενάγοντα και του εναγομένου σε πολιτική διαδικασία. Ενάγων είναι κάθε πρόσωπο, το οποίο αξιώνει την παροχή θεραπείας από το δικαστήριο εναντίον άλλου προσώπου, σε διαδικασία η οποία εγείρεται με κλητήριο ένταλμα, αίτηση, ή με αναφορά, ή με άλλη εναρκτήρια διαδικασία. Εναγόμενος είναι κάθε πρόσωπο, στο οποίο επιδίδεται το ένταλμα ή άλλο εναρκτήριο διαδικαστικό έγγραφο. Η Δ.48, θ. 3, επιβάλλει την επίδοση αίτησης, η οποία υποβάλλεται βάσει των προνοιών της Δ.48, σε κάθε πρόσωπο, το οποίο επηρεάζεται από τη θεραπεία η οποία επιζητείται.» Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι ο τύπος που χρησιμοποίησαν οι αιτητές, δηλαδή προσαρμογή του τύπου που προβλέπει η Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, παρέχει έρεισμα υποβολής αιτήματος ως το υπό κρίση. Υποδεικνύω εν τούτοις ότι σε κάθε περίπτωση είναι υποχρέωση του εφεσείοντα να εξειδικεύει τους λόγους έφεσης. Ενδεχομένως ορθότερο είναι τούτοι οι λόγοι να αναφέρονται στο πρόσωπο της αίτησης, ώστε ουδεμία αμφιβολία να υποβόσκει και να είναι πλήρως αντιληπτό το ζήτημα που έχει να αντιμετωπίσει η άλλη πλευρά. Αναγνωρίζω ότι στη δοσμένη περίπτωση οι αιτητές δεν ακολούθησαν αυτή την τακτική. Εν τούτοις, δεν μπορεί να μην αναγνωρισθεί ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αφήνει αμφιβολία για το ποιοι είναι οι λόγοι στους οποίους εδράζεται η έφεση. Επί του προκειμένου καταλήγω ότι οι λόγοι έφεσης είναι δύο· αφενός, ότι οι αιτητές δεν έλαβαν γνώση της επικείμενης διαιτησίας και αφετέρου, ότι παρατηρείται καθυστέρηση στη γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης η οποία, καθυστέρηση, συνέδραμε στη διαφοροποίηση της οικονομικής κατάστασης του πρωτοφειλέτη και των εγγυητών. Με προσδιορισμένους πλέον τους λόγους έφεσης στρέφομαι να εξετάσω την ουσία του επίδικου αιτήματος. Θέση των αιτητών είναι εν προκειμένω ότι ουδέποτε τους επιδόθηκε ειδοποίηση να παραστούν στη διαιτησία. Η μόνη ειδοποίηση που έλαβαν, υποστηρίζουν, είναι η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 03.05.2006 η οποία τους αποστάληκε την 05.08.2013με διπλοασφαλισμένη επιστολή, δηλαδή επτά χρόνια μετά την έκδοσή της. Ο φάκελος της διπλοασφαλισμένης επιστολής και η ίδια η επιστολή επισυνάπτονται ως τεκμήρια 1, 2 και 3, 4 αντίστοιχα. Στον αντίποδα η Συνεργατική διατείνεται ότι οι αιτητές ήταν ενήμεροι όχι μόνο για τη διαιτησία που επέκειτο, αλλά και για την παράλειψη του πρωτοφειλέτη να καταβάλει τις δόσεις του. Σε σχέση με αυτή την παράλειψη προσκόμισαν τα τεκμήρια 2α και 2β στην ένσταση, δηλαδή επιστολές που απέστειλαν στον πρωτοφειλέτη και κοινοποίησαν στους αιτητές, δηλαδή τα πρόσωπα που τον εγγυήθηκαν. Επιπλέον, η Συνεργατική υποστηρίζει ότι οι αιτητές ενημερώθηκαν για τη διαιτησία μέσω διπλοασφαλισμένης επιστολής. Προς επίρρωση τούτου, παρουσίασαν τα τεκμήρια 3 μέχρι και
- Όπως αποκαλύπτεται από το πρόσωπο τούτων, τα μεν τεκμήρια 4 και 6 είναι τυποποιημένο έντυπο του ταχυδρομείου που τιτλοφορείται «ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ / ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ / ΠΛΗΡΩΜΗΣ / ΕΓΓΡΑΦΗΣ», τα δε τεκμήρια 3 και 5 είναι επιστολή που αναφέρει· «Παρακαλείστε να έλθετε στα Γραφεία της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου, Υποκατάστημα Παρισσινού Λεωφόρος Αρχαγγέλου 41Α, Στρόβολος στις 3 Μαΐου 2006 ημέρα Τετάρτη και ώρα 9.00 π.μ. για να παραστείτε στη διαδικασία για επίλυση της διαφοράς μεταξύ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου και εσείς σχετικά με τα ακόλουθα ληξιπρόθεσμα δάνεια τα οποία οφείλετε σε αυτήν και παραμένουν απλήρωτα:.». Ως εκ των πιο πάνω, είναι η θέση της Συνεργατικής ότι οι αιτητές τηρούνταν ενήμεροι για κάθε στάδιο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε. Παρεμβάλλω ότι οι αιτητές δεν αντέκρουσαν τη μαρτυρία που προσφέρθηκε από τη Συνεργατική. Επί του προκειμένου ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών υποστήριξε ότι δεν ήταν στους αιτητές να αποσείσουν το βάρος αυτού του ισχυρισμού, αλλά στη Συνεργατική να αποδείξει ότι οι αιτητές έλαβαν τη γνωστοποίηση. Επεσήμανε δε ότι η υπογραφή που φέρουν τα τεκμήρια 4 και 6, δηλαδή η απόδειξη παραλαβής της επιστολής, είναι η ίδια και στα δύο έντυπα και συνεπώς δεν μπορεί να διαφανεί ποιος παρέλαβε την επιστολή. Εν πάση περιπτώσει, υποστήριξε ο συνήγορος, η υπογραφή που φαίνεται στα εν λόγω τεκμήρια διαφέρει από την υπογραφή που οι αιτητές έθεσαν στην επίδικη αίτηση. Με όλο το σεβασμό στα επιχειρήματα και τις σχετικές θέσεις του συνηγόρου, δεν μπορώ να συμφωνήσω. Αφενός, ανεπίτρεπτο είναι για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε διερεύνηση ή καλύτερα μεθοδολογία ταυτοποίησης της υπογραφής επί των τεκμηρίων 4 και 6 και περαιτέρω, παραλληλισμού τούτων με την υπογραφή των αιτητών που φαίνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Τέτοια διερεύνηση εκφεύγει της απλής και κοινής λογικής και υπεισέρχεται σε πεδίο εμπειρογνωμοσύνης, εν προκειμένω γραφολογίας, για το οποίο δεν έχει προσκομιστεί οιαδήποτε μαρτυρία. Από την άλλη, η Συνεργατική προώθησε, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, το δικό της ισχυρισμό, δηλαδή ότι γνωστοποίησε στους αιτητές την ημερομηνία που θα διεξάγετο η διαιτησία. Αν οι αιτητές δεν έλαβαν τούτη την ειδοποίηση όφειλαν, τουλάχιστον, να προωθήσουν τούτη τη θέση μέσω απαντητικής ενόρκου δηλώσεως, δηλαδή δηλώσεως στην οποία θα ισχυρίζονταν ότι ουδέποτε παρέλαβαν τα τεκμήρια 3 μέχρι 6 και περαιτέρω, ότι η υπογραφή που φαίνεται στα τεκμήρια 4 και 6 δεν είναι δική τους. Η παράλειψη των αιτητών να απαντήσουν τη θέση που προώθησε η Συνεργατική, δεν επιτρέπει αμφισβήτηση τούτης. Υποδεικνύω περαιτέρω και τον ορισμό που αποδίδεται στον όρο συστημένη επιστολή στο σχετικό νόμο, δηλαδή τον περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμο, Ν.112(Ι)/
- Όπως εκεί επεξηγείται συστημένο αντικείμενο σημαίνει· «υπηρεσία που παρέχει εγγύηση σταθερού ποσού τέλους έναντι κινδύνου απώλειας, κλοπής ή ζημιάς ταχυδρομικού αντικειμένου και που παρέχει στον αποστολέα, όπου αυτό είναι πρέπον κατόπιν αιτήματος του τελευταίου, απόδειξη για την παραλαβή ταχυδρομικού αντικειμένου ή/και για την παράδοσή του στον παραλήπτη». Όπως προαναφέρθηκε στη δοσμένη περίπτωση η επιστολή που ενημέρωνε για τη διεξαγωγή της διαιτησίας (τεκμήρια 3 και 5), αποστάληκε συστημένη. Απλή και μόνο προσκόμιση του εντύπου παραλαβής που επιστρέφεται από το ταχυδρομείο, στη δοσμένη περίπτωση τα τεκμήρια 4 και 6, αποδεικνύει ότι η επιστολή παραλήφθηκε και συνιστά ισχυρό τεκμήριο ότι ο παραλήπτης της επιστολής είναι το πρόσωπο στο οποίο αποστάληκε, εν προκειμένω οι αιτητές. Τη δική του σημασία διαδραματίζει και το γεγονός ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στις επιστολές τεκμήρια 3 έως 6, είναι η ίδια με εκείνη που αναγράφεται στη γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης, την οποία οι αιτητές δέχονται ότι την έχουν παραλάβει. Σε αυτό το πλέγμα γεγονότων σχετική είναι και η νομολογιακή αρχή ότι όπου επιστολή αποστέλλεται δεόντως μέσω ταχυδρομείου και δεν επιστρέφεται ως μη παραληφθείσα, δύναται να συναχθεί συμπέρασμα ότι παρελήφθη από το πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 17, Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1895, 1907 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ
(2009)1Α Α.Α.Δ. 479, 491). Απ' όλα τα πιο πάνω είναι χωρίς δισταγμό που αποφαίνομαι ότι η Συνεργατική απέστειλε και οι αιτητές παρέλαβαν, τόσο τα τεκμήρια 2α και 2β στην ένσταση όσο και τα τεκμήρια 3 μέχρι και 6 στην ένσταση. Ως εκ τούτου διαπιστώνω ότι οι αιτητές έτυχαν δέουσας ενημέρωσης ότι σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα θα διεξάγετο η επίδικη διαιτησία. Υποδεικνύεται, εν παρόδω, ότι σχετικές είναι και οι διατάξεις των εδαφίων
(3)και
(4)του άρθρου 24 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4. Αναφέρεται εκεί ότι· «
(3)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού και τους σκοπούς των περί παραγραφής Νόμων όπως αυτοί εφαρμόζονται σε διαιτησίες, η διαιτησία θεωρείται ότι αρχίζει όταν ένας από τους συμβαλλόμενους στο συνυποσχετικό επιδώσει στον άλλο ή τους άλλους συμβαλλόμενους ειδοποίηση με την οποία τον καλεί ή τους καλεί να διορίσουν διαιτητή, ή, όταν το συνυποσχετικό διαλαμβάνει ότι η παραπομπή θα γίνει σε πρόσωπο που κατονομάζεται ή προσδιορίζεται στο συνυποσχετικό, τον καλεί ή τους καλεί να υποβάλουν τη διαφορά στο πρόσωπο αυτό.
(4)Η ειδοποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο
(3)δύναται να επιδοθεί είτε— (α) με την παράδοσή της στο πρόσωπο στο οποίο πρέπει να επιδοθεί· ή (β) με το να αφεθεί στο σύνηθες μέρος διαμονής του προσώπου αυτού στην Κύπρο ή στο μέρος διαμονής του στην Κύπρο που ήταν γνωστό για τελευταία φορά· ή (γ) με την ταχυδρόμησή της προς το πρόσωπο αυτό με συστημένη επιστολή στο σύνηθες μέρος διαμονής του στην Κύπρο ή στο μέρος διαμονής του στην Κύπρο πού ήταν γνωστό για τελευταία φορά, καθώς επίσης και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ο οποίος προβλέπεται στο συνυποσχετικό· όταν η ειδοποίηση αποστέλλεται ταχυδρομικώς κατά τον τρόπο που καθορίζεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου αυτού, η επίδοσή της, εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο, θεωρείται ότι έγινε κατά το χρόνο κατά τον οποίο θα παραδίδετο η επιστολή σύμφωνα με τη συνήθη ταχυδρομική διαδικασία.» Από το σύνολο των πιο πάνω διατάξεων είναι αντιληπτό ότι η μεθοδολογία γνωστοποίησης της επικείμενης διαιτησίας ποικίλλει. Ζητούμενο δεν είναι ο τύπος αλλά η ουσία. Μείζον είναι η πραγματική ενημέρωση των ενδιαφερομένων για τη διαδικασία που θα διεξαχθεί. Τούτο επιτυγχάνεται με οιονδήποτε από τους τρόπους που αναφέρονται στο εδάφιο
(4)του άρθρου
- Από το περιεχόμενο του άρθρου 24 του Κεφ. 4, συνάγεται, επιπροσθέτως των πιο πάνω συμπερασμάτων, ότι απλή και μόνο αποστολή συστημένης επιστολής στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του ενδιαφερόμενου, είναι ικανοποιητικός τρόπος ενημέρωσης για έναρξη διαιτησίας. Εδώ τα τεκμήρια 3 έως 6 αποστάλησαν στη διεύθυνση που αποστάληκε και η διαιτητική απόφαση, η οποία παραλήφθηκε από τους αιτητές. Για καθ' ένα ξεχωριστά αλλά και όλους μαζί τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι οι αιτητές έτυχαν ενημέρωσης τόσο για τη διαιτησία όσο και για τις καθυστερήσεις του πρωτοφειλέτη. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις δεν αφήνουν αναλλοίωτο το δεύτερο λόγο έφεσης. Διαπιστώνω εν προκειμένω ότι η ημερομηνία που αναγράφουν οι επιστολές που ενημερώνουν για τις καθυστερήσεις του πρωτοφειλέτη (τεκμήρια 2α και 2β στην ένσταση), παραπέμπουν στο έτος
- Η δε διαιτητική απόφαση και η διαιτησία που οδήγησε σε αυτή, ανάγονται στο
- Αποκαλύπτεται λοιπόν ότι, παρά την πληροφόρηση που έτυχαν οι αιτητές, επέλεξαν να μην εμφανιστούν στη διαιτησία. Υπό το φως αυτών των δεδομένων είμαι της γνώμης ότι δεν δικαιολογούνται σήμερα να επικαλούνται καθυστέρηση και μεταβολή των οικονομικών περιστάσεων του πρωτοφειλέτη. Η αδυναμία του πρωτοφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δεν είναι καινοφανής για τους αιτητές. Η Συνεργατική τους ενημέρωσε σχετικά, ως όφειλε, από τα έτη 2005 και
- Το γεγονός ότι οι αιτητές επέλεξαν να μην θορυβηθούν, συμπέρασμα που συνάγεται από την αδράνειά τους, δεν μπορεί να στραφεί εναντίον της Συνεργατικής η οποία, ως φαίνεται και από τους αναντίλεκτους ισχυρισμούς του ομνύοντα την ένσταση, εξάντλησε κάθε προσπάθεια με τον πρωτοφειλέτη και εισέπραξε στο μεταξύ, δηλαδή από της εκδόσεως της διαιτητικής απόφασης, ποσά πέραν των €20.000 και μόνο τότε στράφηκε εναντίον των εγγυητών. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι οι λόγοι έφεσης είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Συνεργατικής και εναντίον των αιτητών. (Υπ.) .................................. Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο