JSC BTA BANK ν. MUKHTAR ABLYAZOV, Γενική Αίτηση 63/13, 6/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A247 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση 63/13 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) Αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για την διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Και Αναφορικά με την απόφαση του Ανώτερου Δικαστηρίου της Αγγλίας και Ουαλίας (High Court of Justice, Queen's Bench Division, Commercial Court) που εκδόθηκε από τον Δικαστή Teare στις 23/11/2012 στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 2009, Φάκελος 1099 (Claim No. 2009, Folio 1099). Μεταξύ: JSC BTA BANK Αιτήτριας Και MUKHTAR ABLYAZOV Καθ' ου η Αίτηση ---------------------------------------------------------------- Αίτηση από Mukhtar Ablyazov - Αιτητή ημερομηνίας 29.3.13 για ακύρωση του Διατάγματος ημερ. 21.1.13 6 Ιουνίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κα Σιακαλλή Για Καθ' ων η Αίτηση: κος Γαβριηλίδης με κ. Σκορδή Α Π Ο Φ Α Σ Η Με Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 21.1.13 αναγνωρίστηκε και κηρύχθηκε εκτελεστή στην Κυπριακή Δημοκρατία η απόφαση του Ανώτερου Δικαστηρίου της Αγγλίας και της Ουαλίας (High Court of Justice, Queen's Bench Division, Commercial Court) που εκδόθηκε από τον Δικαστή Teare στις 23.11.12 στα πλαίσια της Αγωγής με αριθμό 2009 Φάκελος 1099 (Claim N.2009 Folio 1099) εναντίον του Αιτητή. Στις 29.3.13, ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία αιτείται (α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει και/ή ανακαλεί και/ή αναστέλλει το πιο πάνω Διάταγμα ημερ. 21.1.
- (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει και/ή ακυρώνει και/ή αναστέλλει και/ή ανακαλεί οποιοδήποτε διάταγμα αναγνώρισης ή/και εκτελεστότητας στην Κυπριακή Δημοκρατία της πιο πάνω αλλοδαπής δικαστικής απόφασης και (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την κήρυξη της ως άνω αλλοδαπής απόφασης ως μη εκτελεστής ή/και ως μη αναγνωρίσιμης στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η αίτηση βασίζεται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 2ης Δεκεμβρίου 2000 (ως τροποποιήθηκε) για την διεθνή Δικαιοδοσία την Αναγνώριση και Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές υποθέσεις, άρθρα 1-3, 32-76, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007, στον Περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμο Κεφ.10, στους Περί Αλλοδαπών Αποφάσεων Αμοιβαία Εκτέλεσης (Κανονσιμούς) Κεφ.16 ως τροποποιήθηκαν, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.47, Δ.5, 5Α, 5Β, Δ.6, Δ.48, θ.1-4, 9, στις Ευρωπαϊκές αποφάσεις C-619/10 (619/11) Trade Agency Ltd vs. Seramico Investment Ltd, C-397/07 Gambazzi vs. DaimlerChrysler Canada Inc, στην Γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα (26/04/2012) που δόθηκε στην υπόθεση C-619/10, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην Κυπριακή Νομολογία, στο Δίκαιο της Επιεικείας, στους Κανονισμούς φυσικής Δικαιοσύνης, και στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Μακρίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή ημερ. 29.3.
- Ο Παναγιώτης Μακρίδης αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι ο Αιτητής διέφυγε από το Καζακστάν μετά από σοβαρές πολιτικές διαφωνίες με την τοπική κυβέρνηση και απευθύνθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου και έλαβε πολιτικό άσυλο το
- Οι λόγοι για τους οποίους οι Καθ' ων η Αίτηση (JSC BTA BANK) δεν δικαιούνται στην έκδοση και διατήρηση του Διατάγματος ημερ. 21.1.13 για αναγνώριση και εκτέλεση της αλλοδαπής απόφασης του αγγλικού Δικαστηρίου ημερ. 23.11.12 είναι οι ακόλουθοι:
- Δεν ακολουθήθηκαν οι δέουσες διαδικασίες για την έκδοση του Διατάγματος ημερ. 21.1.13 και συγκεκριμένα δεν λήφθηκε άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση της γενικής αίτησης εγγραφής. Κατά συνέπεια η διαδικασία είναι άκυρη εξ' υπαρχής.
- Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να επιτρέψουν αναγνώριση και εκτέλεση της αγγλικής απόφασης διότι ο Αιτητής δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία εγγεγραμμένη στο όνομα του ούτε είναι άμεσος ιδιοκτήτης περιουσίας στην Κυπριακής Δημοκρατία, κάτι που οι Καθ' ων η Αίτηση απέκρυψαν από το Δικαστήριο.
- Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να επιτρέψουν αναγνώριση ή/και εκτέλεση της αγγλικής απόφασης διότι ο Αιτητής δεν έχει την κατοικία του στην Κυπριακή Δημοκρατία.
- Η αναγνώριση και εκτέλεση της αγγλικής δικαστικής απόφασης αντίκειται στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνώρισης δηλαδή της Κυπριακής Δημοκρατίας [αρ.34
(1)] του ΕΚ.44/
- Ο Αιτητής προχωρεί στην καταχώριση προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εναντίον της Αγγλικής Κυβέρνησης για την καταπιεστική και στερητική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του διαδικασία, που οδήγησε στην έκδοση της αγγλικής απόφασης. Εάν η προσφυγή του γίνει δεκτή, η αγγλική απόφαση θα παραμεριστεί και κατ' επέκταση η αναγνώριση και εκτέλεση της θα είναι άκυρη, άνευ ουσίας και αντικειμένου.
- Δεν έχει εξειδικευθεί στο κείμενο του Διατάγματος ημερ. 21.1.13 το δικαίωμα του Αιτητή να υποβάλει ένσταση στην αίτηση και η προθεσμία εντός της οποίας ο Αιτητής ήταν υποχρεωμένος να υποβάλει στην αίτηση του για παραμερισμό της εγγραφής, με αποτέλεσμα να καθίσταται άκυρη και/ή παράτυπη η διαδικασία.
- Δεν τηρήθηκε ή/και δεν πληρούνταν κατά το χρόνο εγγραφής της αγγλικής απόφασης, οι νόμιμες διαδικασίες ή/και προϋποθέσεις ή/και νομική βάση για την εγγραφή και αναγνώριση αλλοδαπής απόφασης στην Κυπριακή Δημοκρατία εναντίον του Αιτητή. Αναφέρθηκε στο ιστορικό της δικαστικής διαδικασίας στην αγωγή αρ. 2009, αρ. Φακ. 1099 (Claim No, 2009, Folio 1099) του Ανώτερου Δικαστηρίου της Αγγλίας και Ουαλίας και επεσήμανε το γεγονός ότι η αγγλική δικαστική απόφαση εκδόθηκες τις 23.11.12 στην απουσία του Αιτητή δηλαδή χωρίς να του επιτραπεί από το Αγγλικό Δικαστήριο να εμφανιστεί στην ακροαματική διαδικασία και να ακούσει την υπεράσπιση του, επεξηγώντας ότι ο λόγος ήταν η κατ' ισχυρισμό παράλειψη του Αιτητή να συμμορφωθεί με διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών του στοιχείων, παγκόσμιο διάταγμα δέσμευσης των περιουσιακών του στοιχείων (Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 2, 3, 3Β, 4 και 5). Ο Αιτητής σήμερα προχωρεί διαδικασίες για καταχώρηση προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την αποστέρηση του βασικού ανθρώπινου δικαιώματος του από τα αγγλικά δικαστήρια να τύχει δίκαιης δίκης, να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε δικαστική διαδικασία αλλά και για την προκατάληψη που δημιουργήθηκε μέσω αυτής της τακτικής που υιοθετήθηκε από τα αγγλικά δικαστήρια εναντίον του. Ο Αιτητής έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας στην προσφυγή του και σε περίπτωση που η προσφυγή του πετύχει, το διάταγμα απαγόρευσης και η αγγλική απόφαση θα παραμεριστούν ως ασυμβίβαστα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το ίδιο θα ισχύει και για την αναγνώριση της αγγλικής απόφασης στην Κύπρο, η οποία θα καταστεί άκυρη. Ισχυρίζεται ότι ο τρόπος και η μέθοδος με την οποία εξασφαλίστηκε η αγγλική απόφαση (Τεκμήριο 6) παραβιάζει βασικούς κανόνες δημοσίου συμφέροντος ως προστατεύονται από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οι Καθ' ων η Αίτηση πέτυχαν μονομερώς την αναγνώριση και εκτέλεση της αγγλικής απόφασης, η οποία λήφθηκε κατά παράβαση ουσιαστικών και απαράβατων βασικών αρχών και κανόνων δικαίου στην Κυπριακή Δημοκρατία και αυτό αποτελεί ένα από τους λόγους, με βάση το άρθρο 34 του ΕΚ44/01, για τον οποίο η αναγνώριση και εκτέλεση της μπορεί να παραμεριστεί. Επομένως η αναγνώριση και εγγραφή της αγγλικής απόφασης παραβιάζει το δημόσιο συμφέρον, συνταγματικές αρχές και ανθρώπινα δικαιωμάτων του Αιτητή. Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά το χρόνο έκδοσης του Διατάγματος αναγνώρισης δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον Αιτητή και βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προέβαλαν γενικούς, ασαφείς και αόριστους ισχυρισμούς ότι ο Αιτητής δήθεν έχει συμφέρον σε περιουσία την οποία δεν αποκαλύπτουν. Κανένα αγγλικό Δικαστήριο προέβη σε εύρημα για το ποια περιουσιακά στοιχεία από τα μη αποκαλυφθέντα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στον Αιτητή. Ο Αιτητής αρνείται κατηγορηματικά ότι διαθέτει ή ότι είναι ιδιοκτήτης οποιασδήποτε περιουσίας στην Κυπριακή Δημοκρατία και αυτός ήταν ο λόγος που δεν αμφισβήτησε το Διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων και διορισμό παραλήπτη, όταν αυτό υποβλήθηκε για αναγνώριση και εκτέλεση στην Κυπριακή Δημοκρατία από τους Καθ' ων η Αίτηση, στα πλαίσια της Γεν. Αίτ.αρ.388/11 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (Τεκμήρια 7, 8, 9). Ακόμα και στα πλαίσια της Γεν. Αιτ. 388/11 οι Καθ' ων η Αίτηση όχι μόνο δεν αποκαλύπτουν στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι ο Αιτητής διαθέτει περιουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία αλλά αντίθετα παραδέχονται ότι οι εταιρείες που περιλαμβάνονται ως μέρος των μη αποκαλυφθέντων περιουσιακών στοιχείων, στην ουσία ανήκουν σε τρίτα πρόσωπα. Τον Ιούλιο του 2011, τα τρίτα πρόσωπα που αναφέρονται στην Γεν. Αίτ. 388/11 έχουν αμφισβητήσει την αναγνώριση και εγγραφή στην Κυπριακή Δημοκρατία των Διαταγμάτων Παραλαβής και Παγοποίησης, στην βάση ότι δεν σχετίζονται με τον Αιτητή. Περαιτέρω τα πρόσωπα που αναφέρονται στο Παράρτημα 2 και 3 των Διαταγμάτων Παραλαβής και Παγοποίησης (Τεκμήρια 7, 8, 9) καταχώρησαν αγωγές ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία διεκδικούν απόφαση και Διατάγματα εναντίον των Διαχειριστών και Παραληπτών (Αρ. Αγωγών 4864/11, 4741/11, 5119/11, 4574/11 και 5478/11) που να καθορίζουν ότι ούτε οι ίδιοι ούτε οι εταιρείες που σχετίζονται μαζί τους και αναφέρονται στο Διάταγμα Παραλαβής, έχουν οποιαδήποτε σχέση ή ανήκουν στον Αιτητή. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής δεν έχει καμία σχέση με τις εταιρείες που αναφέρονται στο Διάταγμα Παλαβής ως μη αποκαλυφθείσες εταιρείες και που οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι ανήκουν στον Αιτητή. Κατ' επέκταση τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας για να προχωρήσουν στην αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της αγγλικής απόφασης στην Κύπρο αφού ο Αιτητής δεν έχει οποιοδήποτε εγγεγραμμένο περιουσιακό στοιχείο στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το επίδικο Διάταγμα ημερ. 21.1.13 είναι λανθασμένο και/ή αντικανονικό αφού δεν περιλαμβάνει καμία πρόνοια για την χρονική περίοδο εντός της οποίας ο Αιτητής θα έχει τη δυνατότητα να εμφανιστεί και να δηλώσει την ένσταση του σ' αυτό. Έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα του Αιτητή και η διαδικασία επίδοσης πρέπει να παραμεριστεί. Περαιτέρω, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν εξασφάλισαν άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση της Γενικής Αίτησης για αναγνώριση. Οι Καθ' ων η Αίτηση με την ένστασή τους εγείρουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Η κυρίως αίτηση, στη βάση της οποίας εκδόθηκε το Διάταγμα ημερ. 21.1.13 είναι απόλυτα νομότυπη, και σύμφωνη με τις πρόνοιες του ΕΚ 44/01 και οι Καθ' ων η Αίτηση ακολούθησαν την ορθή και δέουσα διαδικασία για την έκδοση του Διατάγματος.
- Το επίδικο Διάταγμα ημερ. 21.1.13 εκδόθηκε έγκυρα και νομότυπα σύμφωνα με τις διατάξεις του ΕΚ 44/
- Κανένας από τους λόγους για τους οποίους τα Κυπριακά Δικαστήρια θα δικαιούνταν να αρνηθούν την αναγνώριση της αγγλικής απόφασης ως αυτοί καθορίζονται εξαντλητικά στα άρθρα 34 και 35 του ΕΚ 44/01 συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση.
- Τα Κυπριακά Δικαστήρια έκδηλα είχαν εξουσία και/ή δικαιοδοσία σύμφωνα με τις διατάξεις του ΕΚ 44/01 να εκδώσουν το επίδικο Διάταγμα.
- Ο Αιτητής έκδηλα έχει ιδιοκτησιακό συμφέρον στις μετοχές και/ή περιουσιακά στοιχεία αριθμού κυπριακών εταιρειών ή σε άλλη περιουσία στην Κύπρο, όπως αυτό έχει διαπιστωθεί τόσο από τα αγγλικά όσο και από τα Κυπριακά Δικαστήρια και έχει γίνει ρητά παραδεκτό από τον ίδιο.
- Ο Αιτητής εμποδίζεται από του να ισχυρίζεται ότι δεν έχει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο, δεδομένου ότι αυτός ουδέποτε αμφισβήτησε τα σχετικά διατάγματα παγοποίησης που εκδόθηκαν εναντίον του στα πλαίσια της Γενικής Αίτηση 388/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
- Εν πάση περιπτώσει, η κατάδειξη της ύπαρξης περιουσιακών στοιχείων του Αιτητή στην Κύπρο έκδηλα δεν αποτελούσε προϋπόθεση για έκδοση του επίδικου Διατάγματος αναγνώρισης.
- Η αναγνώριση και εκτέλεση της Αγγλικής απόφασης ουδόλως αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.
- Κανένα ανθρώπινο δικαίωμα του Αιτητή παραβιάστηκε κατά τις διαδικασίες που οδήγησαν στην έκδοση της αγγλικής απόφασης. Εν πάση περιπτώσει, λόγω της διαγωγής του και της συνεχιζόμενης παράλειψης και άρνησης του να συμμορφωθεί με τα διατάγματα των αγγλικών Δικαστηρίων, ο Αιτητής εμποδίζεται από του να προβάλει ισχυρισμούς περί δήθεν παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του από τα αγγλικά Δικαστήρια.
- Το γεγονός ότι ο Αιτητής έχει ή προτίθεται να προχωρήσει στην καταχώρηση προσφυγής εναντίον της αγγλικής κυβέρνησης σε σχέση με ισχυριζόμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του, έκδηλα δεν αποτελεί λόγο που να δικαιολογεί ή να καθιστά επιτρεπτή την ακύρωση ή ανάκληση ή αναστολή της ισχύος του επίδικου Διατάγματος το οποίο είναι έγκυρο και απόλυτα νομότυπο.
- Το δικαίωμα του Αιτητή να ασκήσει ένδικο μέσο κατά του επίδικου Διατάγματος και η προθεσμία για άσκηση τέτοιου ένδικου μέσου αναφέρονται στην ΕΚ 44/01 και καμία δικονομική ή άλλη διάταξη υπάρχει που να καθιστά αναγκαία την αναφορά των θεμάτων αυτών στο επίδικο Διάταγμα.
- Η παρούσα αίτηση είναι πρόδηλα αβάσιμη και καταχρηστική αφού αποσκοπεί αποκλειστικά στην πρόκληση καθυστέρησης στην εκτέλεση της αγγλικής απόφασης και με αυτήν εγείρονται ζητήματα τα οποία έχουν ήδη αποφασιστεί από τα αγγλικά ή τα κυπριακά Δικαστήρια ή και σε σχέση με τα οποία υφίσταται δεδικασμένο.
- Η νομική βάση της αίτησης είναι εσφαλμένη και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει περιέχει μη αποδεκτή μαρτυρία. Η ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ζήνωνα Νικολαϊδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, ημερ. 28.5.
- Ο Ζήνωνας Νικολαϊδης σε σχέση με το ιστορικό των δικαστικών διαδικασιών και τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της αγγλικής απόφασης, παραπέμπει στις παραγρ. 7(Α)-7(ΚΓ) της ένορκης δήλωσης του ημερ. 9.1.13 η οποία υποστήριζε την Κυρίως Αίτηση (Τεκμήριο 1). Αναφέρει περαιτέρω ότι η διαγραφή της υπεράσπισης που καταχωρήθηκε από τον Αιτητή στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 2009 Φάκελος 1099 (claim No. 2009 Folio 1099) και ο αποκλεισμός του Αιτητή από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται την εν λόγω αγωγή, δεν διατάχθηκαν απλά και μόνο επειδή ο Αιτητής παρέλειψε να συμμορφωθεί ή ενήργησε κατά παράβαση των διαταγμάτων παγοποίησης και αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων που εκδόθηκαν εναντίον του από το Αγγλικό Δικαστήριο. Ήταν αποτέλεσμα της συστηματικής περιφρόνησης που ο Αιτητής επέδειξε έναντι της δικαστικής διαδικασίας και των διαταγμάτων και αποφάσεων των αγγλικών Δικαστηρίων, η οποία κορυφώθηκε με την διαφυγή του από την Αγγλία αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε υπαίτιος καταφρόνησης του Αγγλικού Δικαστηρίου και ακολούθως με την παράλειψη του να συμμορφωθεί με τους όρους του Διατάγματος ημερ. 29.2.12, η οποία συνεχίστηκε ακόμα και μετά την απόρριψη των Εφέσεων που ο Αιτητής καταχώρησε εναντίον του εν λόγω Διατάγματος και εναντίον του Διατάγματος με το οποίο κρίθηκε ένοχος καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Σ΄ ότι αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι δήθεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο τα περιουσιακά στοιχεία του, επεσήμανε ότι η αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων από τον Αιτητή (α) κρίθηκε από το Αγγλικό Δικαστήριο ως εξαιρετικά ανεπαρκής (β) το Αγγλικό Δικαστήριο ικανοποιήθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Αιτητής δεν συμμορφώθηκε με τα Διατάγματα παγοποίησης και αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων αλλά ενήργησε κατά παράβαση αυτών (γ) η έφεση που καταχωρήθηκε από τον Αιτητή κατά της σχετικής απόφασης απορρίφθηκε από το Αγγλικό Εφετείο και (δ) το αίτημα του Αιτητή για παροχή άδειας για καταχώρηση περαιτέρω έφεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου απορρίφθηκε από το Αγγλικό Εφετείο και από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σ' ότι αφορά τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι δεν διαθέτει ούτε και είναι ιδιοκτήτης οποιασδήποτε περιουσίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, αναφέρει ότι η κατάδειξη της ύπαρξης περιουσιακών στοιχείων του Αιτητή στην Κύπρο, έκδηλα δεν αποτελούσε προϋπόθεση για έκδοση του επίδικου Διατάγματος, σύμφωνα με τον ΕΚ 44/
- Ο Αιτητής εμποδίζεται να αμφισβητεί ότι οι εταιρείες και τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτονται από τα Κυπριακά Διατάγματα Παγοποίησης στα πλαίσια της Γεν. Αιτ. 388/11 ανήκουν στον ίδιο, δεδομένου ότι τα εν λόγω Διατάγματα επιδόθηκαν στον Αιτητή, και έγιναν απόλυτα εναντίον του ως αποτέλεσμα της επιλογής του να μην ενστεί σε αυτά. Ισχυρίζεται ότι το ίδιο ογκωδέστατο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου [το οποίο ικανοποιήθηκε για τις σχέσεις των προσώπων που παρουσιάζονταν ως ιδιοκτήτες των εταιρειών και άλλων περιουσιακών στοιχείων του Αιτητή, ως και ότι τα πρόσωπα αυτά ενεργούσαν ως αχυράνθρωποι και κατείχαν τις μετοχές των εταιρειών και τα περιουσιακά στοιχεία ως εντολοδόχοι και/ή εμπιστευματοδόχοι και/ή αντιπρόσωποι του Αιτητή], τέθηκε και ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια της Γεν. Αίτησης 388/11, το οποίο και έκδωσε τα Κυπριακά Διατάγματα Παγοποίησης. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι ο Αιτητής είναι ο τελικός δικαιούχος ιδιοκτήτης αριθμού κυπριακών εταιρειών, έγινε ρητά παραδεκτό από τον ίδιο, στα πλαίσια των διαδικασιών ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου (Τεκμήριο 2 - μαρτυρική κατάθεση του Αιτητή ημερ. 16.4.2010). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 ο Αιτητής αποκάλυψε ότι είναι ο τελικός δικαιούχος ιδιοκτήτης των μετοχών των Κυπριακών Εταιρειών Legendcatch Services Ltd, Minlin Estates Ltd, Usavel Investment Ltd, Merenko Ltd, Bondhouse Holdings Ltd, Lemur Holding Ltd, Amerito Ltd, Eminota Ltd, Intem Holdings Ltd. Επομένως ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο είναι αναληθής και απροκάλυπτα παραπλανεί το Δικαστήριο. Σ' ότι αφορά τα πρόσωπα που ο Αιτητής κατονομάζει ως δήθεν τους πραγματικούς ιδιοκτήτες των εταιρειών και περιουσιακών στοιχείων που καλύπτονται από τα Κυπριακά Διατάγματα Παγοποίησης και τα Διατάγματα του Αγγλικού Δικαστηρίου, ανέφερε ότι αυτοί επιδίωξαν τον παραμερισμό των Κυπριακών Διαταγμάτων Παγοποίησης με αίτηση τους στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 388/11, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 28.12.12 (Τεκμήριο 3) διότι οι Αιτητές δεν παρουσίασαν μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι οι πραγματικοί δικαιούχοι ιδιοκτήτες των εταιρειών και περιουσιακών στοιχείων είναι οι ίδιοι και όχι ο Αιτητής. Τα εν λόγω πρόσωπα συνδέονται με τον Αιτητή και ενεργούν στη βάση εντολών που λαμβάνουν από αυτόν. Ανέφερε περαιτέρω ότι το επιχείρημα ότι η διαγραφή της υπεράσπισης του Αιτητή στα πλαίσια της αγωγής στο Αγγλικό Δικαστήριο και ο αποκλεισμός του Αιτητή από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται στην αγωγή [εκτός αν παραδιδόταν στις αστυνομικές αρχές και προέβαινε σε πλήρη αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων] θα απέληγε σε παραβίαση του δικαιώματος του Αιτητή να τύχει δίκαιης δίκης, αναπτύχθηκε από τους δικηγόρους του ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου και κατά την ακρόαση της έφεσης του Αιτητή εναντίον του Διατάγματος (unless order) ημερ. 29.2.
- Τόσο το Αγγλικό Δικαστήριο όσο και το Αγγλικό Εφετείο, κατέληξαν ότι ο αποκλεισμός του Αιτητή να συνεχίσει να υπερασπίζεται στην αγωγή εκτός αν παραδιδόταν στις αστυνομικές αρχές και προέβαινε σε πλήρη αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων, δεν θα απέληγε σε παραβίαση του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη. Και τούτο ενόψει της διαγωγής του Αιτητή και της συνεχιζόμενης άρνησης του να συμμορφωθεί με τα Διατάγματα εναντίον του, ως και της μεγάλης πρακτικής σημασίας που είχε η συμμόρφωση του Αιτητή με τις υποχρεώσεις του για αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων, για σκοπούς διασφάλισης της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και προστασίας των συμφερόντων και δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση. Κρίθηκε ότι το μέτρο αυτό ήταν δίκαιο, αναγκαίο και αναλογικό (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση ημερ. 9.1.13 της κυρίως Αίτησης). Το γεγονός ότι ο Αιτητής έχει ή προτίθεται να προχωρήσει στην καταχώρηση προσφυγής εναντίον της Αγγλικής Κυβέρνησης σε σχέση με ισχυριζόμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του, έκδηλα δεν αποτελεί λόγο που να δικαιολογεί την ακύρωση ή ανάκληση ή αναστολή ισχύος του επίδικου Διατάγματος Αναγνώρισης.Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν έχει την εξουσία να παραμερίσει ή ακυρώσει την Αγγλική απόφαση ούτε το επίδικο Διάταγμα Αναγνώρισης. Κανένα ανθρώπινο δικαίωμα του Αιτητή έχει παραβιαστεί κατά τις διαδικασίες ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων και η αναγνώριση της Αγγλικής Απόφασης δεν αντίκειται στη δημόσια τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ενόψει της διαγωγής του Αιτητή και της συστηματικής περιφρόνησης που έχει επιδείξει έναντι των δικαστικών Διαταγμάτων και αποφάσεων εναντίον του, είναι σημαντικό οι Καθ' ων η Αίτηση να προχωρήσουν τάχιστα στη λήψη μέτρων για εκτέλεση της Αγγλικής Απόφασης επί περιουσιακών στοιχείων του Αιτητή που βρίσκονται στην Κύπρο. Η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και αποσκοπεί αποκλειστικά στην καθυστέρηση στην λήψη μέτρων για εκτέλεση της Αγγλικής Απόφασης. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε εκ μέρους του Αιτητή συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον Παναγιώτη Μακρίδη ημερ. 4.4.
- Ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν έχει συμμορφωθεί με απόφαση Δικαστηρίου μόνο σε μια περίπτωση, αυτή της 16.2.
- Καμία από τις κατ' ισχυρισμό παραλείψεις του Αιτητή να συμμορφωθεί με τα Βρετανικά δικαστικά διατάγματα δικαιολογούσαν τον αποκλεισμό του από του να προωθήσει την Υπεράσπιση του ενώπιον όλων των διαδικασιών που εκκρεμούσαν εναντίον του στα Βρετανικά Δικαστήρια. Λόγω των δυσανάλογων κυρώσεων που επιβλήθηκαν στον Αιτητή από τα Βρετανικά Δικαστήρια, αυτός καταχώρησε στις 20.8.13 αγωγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εναντίον του Ηνωμένου Βασιλείου και σε περίπτωση επιτυχίας της, η διαδικασία αναγνώρισης της Βρετανικής Απόφασης από τα Κυπριακά Δικαστήρια θα υπόκειται σε παραμερισμό. Είναι σημαντικό όπως τα Κυπριακά Δικαστήρια αναμένουν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφού τυχόν απόφαση υπέρ του Αιτητή μπορεί να επηρεάσει το Κυπριακό διάταγμα αναγνώρισης. Διαφορετικά απόφαση προς όφελος του Αιτητή από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θα καταστεί άνευ ουσίας, στην περίπτωση που η εκτέλεση της αγγλικής απόφασης προχωρήσει στην Κύπρο εναντίον του Αιτητή. Επιμένει στη θέση ότι οι Καθ' ων η Αίτηση κανένα πειστικό ή καθοριστικό στοιχείο έχουν παρουσιάσει στα πλαίσια της Κυρίως Αίτησης που να δικαιολογεί ή υποστηρίζει οποιαδήποτε σχέση του Αιτητή με τις αναφερθείσες εταιρείες ή περιουσιακά στοιχεία. Σ' ότι αφορά τα απαγορευτικά διατάγματα των Κυπριακών Δικαστηρίων σχετικά με τα «μη αποκαλυφθέντα» περιουσιακά στοιχεία του Αιτητή, αναφέρει ότι ο Αιτητής επέλεξε να μην αντιδικήσει με τους Καθ' ων η Αίτηση διότι πίστευε ότι αυτές οι διαδικασίες δεν τον επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο. Αυτό δεν αποτελεί κώλυμα για προώθηση των θέσεων του Αιτητή στην παρούσα διαδικασία. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν αποκαλύψει κατά πόσο ο Αιτητής είναι πράγματι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης περιουσίας στην Κύπρο και η Γενική Αίτηση 388/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δεν μπορεί να χρησιμοποιείται στην παρούσα διαδικασία ως απόδειξη των ισχυρισμών των Καθ' ων η Αίτηση. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ζήνωνα Νικολαΐδη ημερ. 17.4.14 στην οποία επισημαίνεται ότι η περίπτωση του Αιτητή αποτελούσε ακραία περίπτωση διαδίκου που επέδειξε κατ' επανάληψη και κατ' εξακολούθηση πλήρη και απόλυτη περιφρόνηση του Δικαστηρίου και της δικαστικής διαδικασίας, ως είναι και το εύρημα του Αγγλικού Εφετείου στην παρ.225 της Απόφασης του ημερ. 6.11.12 (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του ημερ. 9.1.13), όπου σημειώνεται: "It is difficult to imagine a party to Commercial litigation who has acted with more cynicism, opportunism and deviousness towards court orders that Mr Ablyazov". Όπως κατέληξε το Αγγλικό Εφετείο υπό τις περιστάσεις, ο αποκλεισμός του Αιτητή από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται τις σχετικές αγωγές ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου αποτελούσε μέτρο απόλυτα δίκαιο, εύλογο και αναλογικό (proportionate) (Τεκμήριο 7 παρ. 110-194 Απόφασης Αγγλικού Εφετείου ημερ. 6.11.12 στην ένορκη δήλωση ημερ. 9.1.13). Η καταχώρηση προσφυγής από τον Αιτητή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εναντίον του Ηνωμένου Βασιλείου, είναι γεγονός άσχετο με την παρούσα αίτηση και δεν αποτελεί έγκυρο ή επιτρεπτό λόγο για ακύρωση ή παραμερισμό ή αναστολή του επίδικου Διατάγματος. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες έχω διεξέλθει με την επιβαλλόμενη προσοχή και ειδική αναφορά στις εκατέρωθεν εισηγήσεις θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο. Ο πρώτος λόγος που η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή επικαλείται για ακύρωση και/ή παραμερισμό του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 21.1.13, είναι ότι η αναγνώριση της αλλοδαπής απόφασης ημερ. 23.11.12, αντίκειται στη δημόσια τάξη που εφαρμόζεται και ακολουθείται στην Κυπριακή Δημοκρατία, δυνάμει του άρθρου 34
(1)του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, το οποίο ορίζει ως εξής: Αρ. 34
(1)«Απόφαση δεν αναγνωρίζεται: 1. αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως.» Ειδικότερα έγινε εισήγηση από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή ότι το διάταγμα απαγόρευσης εναντίον του Αιτητή από το Αγγλικό Δικαστήριο, να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να προβάλει τους ισχυρισμούς και θέσεις του στις εναντίον του διαδικασίες και γενικά να έχει την ευκαιρία να ακουστεί και να αντεξετάσει μάρτυρες των Καθ' ων η Αίτηση, ως και να προσκομίσει τη δική του μαρτυρία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, αποστέρησε από τον Αιτητή του δικαιώματος να ακουστεί και κατ' επέκταση το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα της δίκαιας δίκης. Η συμπεριφορά του Βρετανικού Δικαστηρίου στη διαδικασία που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας Γενικής Αίτησης και οδήγησε στην έκδοση της αλλοδαπής απόφασης ημερ. 23.11.12 εναντίον του Αιτητή, δεν μπορεί να αναγνωριστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία διότι αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προς τούτο παρέπεμψε στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης (Fair Trial) και ειδικότερα το δικαίωμα του διάδικου σε δικαστική διαδικασία να ακουστεί, να προβάλει την υπόθεση του, να καλέσει μάρτυρες υπεράσπισης και να αντεξετάσει μάρτυρες κατηγορίας. Η έννοια της δίκαιης δίκης εμπεριέχει τη διαφύλαξη του δικαιώματος της ισότητας των όπλων και της διαδικασίας με αντιπαράθεση που εξυπακούει την παρουσία προσώπου ενώπιον Δικαστή για εξέταση και αντεξέταση με σκοπό την αξιολόγηση της μαρτυρίας και αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προς τούτο παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση Dombo Behee B.V v. Netherlands (Judgement of 27 October 1993 Series Ano. 274
(33)και X v. Austria No. 5362/72 CD Collection Decision
(1972). Σε σχέση με το δικαίωμα του διάδικου για δίκαιη δίκη που κατοχυρώνει το άρθρο 30 του Συντάγματος παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση Police v. Georgiades
(1983)2 C.L.R. 33 Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 Methodjo v. Police
(1987)2 C.L.R. 277, Psaras v. Republic
(1988)2 C.L.R. 5 και Αστυνομία ν. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147. Έγινε εισήγηση ότι τα πιο πάνω καταδεικνύουν μεροληψία του Βρετανικού Δικαστηρίου, δυσμενή επηρεασμό εναντίον του Αιτητή και συνιστούν παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο αποκλεισμός του Αιτητή από του να προωθήσει την Υπεράσπιση του δεν αποτελεί επιλογή για τα Κυπριακά Δικαστήρια, ούτε μέτρο που εφαρμόζεται από αυτά και εναντιώνεται σε κάθε έννοια δικαίου, έννομης τάξης, συνταγματικών αρχών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενός διάδικου από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Η αλλοδαπή απόφαση ημερ. 23.11.12, λήφθηκε κατά παράβαση ουσιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων του Αιτητή με βάση το άρθρο 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και ως εκ τούτου η αναγνώριση της στη Κυπριακή Δημοκρατία παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές της Κυπριακής δικαιοσύνης, καθίσταται αντισυνταγματική πράξη και πλήττει κάθε έννοια δικαίου και δημόσιας τάξης στην Κυπριακή Δημοκρατία. Σ' ότι αφορά την ερμηνεία του άρθρου 34
(1)του ΕΚ 44/01 η ευπαίδευη συνήγορος του Αιτητή παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση Trade Agency Ltd v. Seramico Investments Ltd C-619/10 ημερ. 6.9.12 στην οποία εφαρμόστηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στην προγενέστερη απόφαση Marco Gambazzi v. Daimler Chrysler Canada Inc. and CIBC Mellon Trust Company Case C - 394/07 ημερ. 2.4.
- Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Gambazzi (ανωτέρω) είναι σχετικό: «Το Δικαστήριο του κράτους αναγνώρισης μπορεί να λάβει υπόψη σε σχέση με την ρήτρα του άρθρου αυτού περί δημόσιας τάξης, το γεγονός ότι το δικαστήριο του κράτους προέλευσης της δικαστικής απόφασης, αποφάνθηκε επί των αξιώσεων του Ενάγοντος χωρίς να ακούσει τον Εναγόμενο, ο οποίος είχε εκπροσωπηθεί νομότυπα ενώπιον του, αλλά αποκλείστηκε από τη διαδικασία με δικαστική πράξη, με το αιτιολογικό ότι δεν είχε συμμορφωθεί με υποχρεώσεις που του είχαν επιβληθεί με δικαστική πράξη που είχε εκδοθεί προηγουμένως στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, εφόσον το εν λόγω δικαστήριο του κράτους αναγνώρισης κρίνει, κατόπιν συνολικής εκτίμησης της όλης διαδικασίας και με βάση το σύνολο των περιστάσεων ότι το εν λόγω μέτρο αποκλεισμού συνιστούσε πρόδηλη και δυσανάλογη προσβολή του δικαιώματος ακρόασης του εναγόμενου.» Περαιτέρω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Trade Agency Ltd v. Seramico (ανωτέρω) είναι επίσης σχετικό: «Το άρθρο 34, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι ο δικαστής του κράτους μέλους εκτελέσεως δύναται να αρνηθεί, βάσει της ρήτρας δημόσιας τάξεως, την εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως εκδοθείσας ερήμην με την οποία κρίθηκε επί της ουσίας η ένδικη διαφορά και η οποία δεν περιέχει καμία εκτίμηση ούτε περί του αντικειμένου ούτε περί της βάσεως της αγωγής και κανένα επιχείρημα περί της βασιμότητάς της, μόνον αν, κατόπιν σφαιρικής εκτιμήσεως της διαδικασίας και λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων, κρίνει ότι η απόφαση αυτή συνιστά υπέρμετρη και επαχθή προσβολή του κατά το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη δικαιώματος του εναγόμενου για δίκαιη δίκη, λόγω της αδυναμίας ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως αυτής εγκαίρως και αποτελεσματικώς. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή τόνισε τέλος ότι στους νόμους, κανονισμούς και θεσμικές διατάξεις που ρυθμίζουν τις δικαστικές διαδικασίες ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων, δεν προνοείται οποιοδήποτε μέτρο που να απαγορεύει στον Εναγόμενο το δικαίωμα να προωθήσει Υπεράσπιση ενώπιον του Δικαστηρίου, ως συνέπεια στη μη συμμόρφωση του σε διατάγματα αποκάλυψης ή σε άλλο δικαστικό διάταγμα δικονομικής ή οποιασδήποτε φύσης. Καμία νομοθετική πρόνοια ή διαδικαστικός κανονισμός υπάρχει στο Κυπριακό Δίκαιο με το οποίο να τιμωρείται ο Εναγόμενος με αποκλεισμό του από τη δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί εναντίον του λόγω μη συμμόρφωσης του σε δικαστικό διάταγμα που αφορά πολιτική διαδικασία και καμία νομοθετική πρόνοια στο Κυπριακό δίκαιο, που ρυθμίζει κυρώσεις σε περιπτώσεις παρακοής διατάγματος προνοεί για τέτοια δραστική, απόλυτη και πλήρως απαγορευτική συνέπεια. Αντίθετα, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση εισηγήθηκαν ότι ο αποκλεισμός του Αιτητή από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται στην αγωγή, ήταν απόλυτα εύλογος και δικαιολογημένος και με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απέληξε σε προφανή και δυσανάλογη (manifest and disproportionate) παραβίαση του δικαιώματος του Αιτητή σε δίκαιη δίκη. Παρέπεμψαν επίσης το Δικαστήριο στην υπόθεση Marco Gambazzi v. Daimler (ανωτέρω) και στο ακόλουθο απόσπασμα όπου δίδονται τα γενικά κριτήρια με βάση τα οποία το Εθνικό Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο το μέτρο αποκλεισμού του Εναγόμενου, συνιστά πρόδηλη και δυσανάλογη προσβολή του δικαιώματος ακρόασης του: «Προς τούτο, το ζήτημα αν το μέτρο του αποκλεισμού, το οποίο έλαβε το δικαστήριο του κράτους προέλευσης, είναι συμβατό με τη δημόσια τάξη του κράτους αναγνώρισης πρέπει να εκτιμηθεί κατόπιν συνολικής εξέτασης της όλης διαδικασίας και με βάση το σύνολο των περιστάσεων (βλ. συναφώς, απόφαση της 2ας Μαΐου 2006, C-341/04, Eurofood IFSC, Συλλογή 2006, σ. Ι-3813, σκέψη 68). Τούτο συνεπάγεται εν προκειμένω ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη όχι μόνο οι συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκαν, κατόπιν της περάτωσης της διαδικασίας ενώπιον του High Court, οι αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού των οποίων ζητείται η εκτέλεση, αλλά και οι συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκαν, σε προγενέστερο στάδιο, οι disclosure orders και η unless order. Όσον αφορά καταρχάς τις disclosure orders, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να ερευνήσει αν και κατά πόσο δόθηκε στον Μ. Gambazzi η δυνατότητα να διατυπώσει, πριν από την έκδοσή τους, την άποψη του επί του αντικειμένου τους και του περιεχομένου τους. Στο ίδιο αυτό δικαστήριο εναπόκειται επίσης να εξακριβώσει κατά πόσον ο Μ. Gambazzi είχε τη δυνατότητα, μετά την έκδοση αυτών των disclosure orders, να ασκήσει ένδικα μέσα για να ζητήσει τη μεταρρύθμισή τους ή την ανάκλησή τους. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εξακριβωθεί αν στον ενδιαφερόμενο παρασχέθηκε η δυνατότητα να επικαλεστεί όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που θα μπορούσαν, κατ' αυτόν, να θεμελιώσουν το αίτημά του και αν τα σημεία αυτά εξετάστηκαν επί της ουσίας και τηρήθηκε συναφώς πλήρως η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως ή αν, αντίθετα, ο ενδιαφερόμενος δεν μπορούσε να εγείρει παραδεκτώς παρά μόνο ορισμένα περιορισμένα ζητήματα. Όσον αφορά τη μη εκτέλεση από τον Μ. Gambazzi της disclosure order, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει αν στον Μ. Gambazzi παρασχέθηκε η δυνατότητα να διατυπώσει σε ένδικη διαδικασία, διεπόμενη από την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, τους λόγους τους οποίους προέβαλε για τη μη εκτέλεση, και συγκεκριμένα το γεγονός ότι η ανακοίνωση των στοιχείων που του ζητήθηκαν θα τον είχε αναγκάσει να παραβιάσει το επαγγελματικό απόρρητο που όφειλε να τηρεί ως δικηγόρος και συνεπώς να διαπράξει μια ποινικά κολάσιμη πράξη. Όσον αφορά, στη συνέχεια, την έκδοση της unless order, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει κατά πόσο στον Μ. Gambazzi παρασχέθηκαν οι διαδικαστικές εγγυήσεις που θα του παρείχαν αποτελεσματική δυνατότητα προσβολής του ληφθέντος μέτρου. Τέλος, όσον αφορά τις αποφάσεις του High Court, με τις οποίες το δικαστήριο αυτό αποφάνθηκε επί των αξιώσεων των εναγουσών σαν να είχε ερημοδικήσει ο εναγόμενος, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αν η βασιμότητα των αξιώσεων αυτών εξετάστηκε είτε στο στάδιο αυτό είτε σε προγενέστερο και αν ο Μ. Gambazzi είχε, είτε στο στάδιο αυτό είστε σε προγενέστερο, τη δυνατότητα να διατυπώσει την άποψη του επ' αυτού και να ασκήσει ένδικα μέσα. Επισημαίνεται ότι οι εξακριβώσεις αυτές αποσκοπούν μόνο στη διαπίστωση ενδεχόμενης συνδρομής πρόδηλης και δυσανάλογης προσβολής του δικαιώματος ακρόασης και επομένως δεν συνεπάγονται κανένα έλεγχο των εκτιμήσεων στις οποίες προέβη το High Court επί της ουσίας, διότι ο έλεγχος αυτός θα συνιστούσε αναθεώρηση επί της ουσίας, η οποία απαγορεύεται ρητά από τα άρθρα 29 και 34, τρίτο εδάφιο, της Σύμβασης των Βρυξελλών. Το αιτούν δικαστήριο πρέπει απλώς να προσδιορίσει τα ένδικα μέσα που μπορούσε να ασκήσει ο Μ. Gambazzi και να εξακριβώσει ότι ο ενδιαφερόμενος είχε τη δυνατότητα, κατά την εκδίκαση των ένδικων αυτών μέσων, να διατυπώσει την άποψή του κατά τρόπο ώστε να τηρείται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως και να διασφαλίζεται πλήρως η άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας. Κατόπιν όλων αυτών των εξακριβώσεων, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει όλα αυτά τα διάφορα στοιχεία, προκειμένου να κρίνει αν ο αποκλεισμός του Μ. Gambazzi από τη διαδικασία αποτελεί, ενόψει του σκοπού της ορθής απονομής της δικαιοσύνης τον οποίο επιδίωκε το High Court, πρόδηλη και δυσανάλογη προσβολή του δικαιώματος ακρόασης του ενδιαφερομένου. Επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 27, σημείο 1, της Σύμβασης των Βρυξελλών έχει την έννοια ότι το δικαστήριο του κράτους αναγνώρισης μπορεί να λάβει υπόψη, σε σχέση με τη ρήτρα του άρθρου αυτού περί δημόσιας τάξης, το γεγονός ότι το δικαστήριο του κράτους προέλευσης της δικαστικής απόφασης αποφάνθηκε επί των αξιώσεων του ενάγοντος χωρίς να ακούσει τον εναγόμενο, ο οποίος είχε εκπροσωπηθεί νομότυπα ενώπιον του, αλλά αποκλείστηκε με διάταξη από τη διαδικασία, με το αιτιολογικό ότι δεν είχε συμμορφωθεί με υποχρεώσεις που του είχαν επιβληθεί με διάταξη που είχε εκδοθεί προηγουμένως στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, εφόσον το εν λόγω δικαστήριο του κράτους αναγνώρισης κρίνει, κατόπιν συνολικής εκτίμησης της όλης διαδικασίας και με βάση το σύνολο των περιστάσεων , ότι το εν λόγω μέτρο αποκλεισμού συνιστούσε πρόδηλη και δυσανάλογη προσβολή του δικαιώματος ακρόασης του εναγομένου.» Επισημάνθηκε ότι ο αποκλεισμός του Αιτητή από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται στην αγωγή, δεν διατάχθηκε απλά και μόνο επειδή ο Αιτητής παρέλειψε να συμμορφωθεί με τα διατάγματα του Αγγλικού Δικαστηρίου που αφορούσαν την αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων, αλλά ήταν το αποτέλεσμα σωρείας ενεργειών και παραλείψεων του Αιτητή, οι οποίες καταδείκνυαν μια πλήρη και απόλυτη περιφρόνηση για το Δικαστήριο και τη δικαστική διαδικασία και παρεμπόδιζαν την ορθή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση παρέπεμψαν στα πιο κάτω γεγονότα και εισηγήθηκαν ότι υπό αυτές τις περιστάσεις, ο αποκλεισμός του Αιτητή από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται την αγωγή, αποτελούσε μέτρο απόλυτα δίκαιο, εύλογο και αναλογικό:
- Ο Αιτητής είχε τη δυνατότητα να ζητήσει και ζήτησε την ακύρωση του Διατάγματος Παγοποίησης καθώς και του συναφούς διατάγματος που αφορούσε την αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων. Τα σχετικά διατάγματα έγιναν απόλυτα μετά από ακρόαση inter partes στα πλαίσια της οποίας ο Αιτητής εκπροσωπήθηκε από δικηγόρους και είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει και να αντικρούσει τους σχετικούς ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση. Όπως προκύπτει από τη σχετική απόφαση του Δικαστή Teare ημερομηνίας 12.11.2009 ([2009] EWCH 2840 (Comm) - οι δικηγόροι του Αιτητή δεν αμφισβήτησαν ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν αποδείξει καλή συζητήσιμη υπόθεση (good arguable case) εναντίον του επί της ουσίας (βλ. παρ. 2 απόφασης).
- Ο Αιτητής καταχώρησε και έφεση κατά του διατάγματος που αφορούσε την αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων η οποία απορρίφθηκε.
- Στη συνέχεια ο Αιτητής, κατά παράβαση του σχετικού διατάγματος, παρέλειψε να αποκαλύψει τα περιουσιακά του στοιχεία και συνέχισε να ψεύδεται και όταν κλήθηκε ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου για αντεξέταση.
- Όταν οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν την Αίτηση Παρακοής και πάλι ο Αιτητής είχε τη δυνατότητα να υπερασπιστεί και υπερασπίστηκε τον εαυτό του στα πλαίσια πολυήμερης ακροαματικής διαδικασίας στην οποία συμμετείχε πλήρως και εκπροσωπείτο από τους δικηγόρους του. Όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία, και παρά τη διαβεβαίωση του προς το Δικαστήριο ότι θα ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, ο Αιτητής διέφυγε από το Ηνωμένο Βασίλειο για να αποφύγει να εκτίσει την ποινή που του επιβλήθηκε.
- Παρά το γεγονός ότι κρίθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ένοχος παρακοής διατάγματος και καταφρόνησης του Δικαστηρίου, το Αγγλικό Δικαστήριο και πάλι επέτρεψε στον Αιτητή να συνεχίσει να εκπροσωπείται από τους δικηγόρους του και να καταχωρήσει έφεση κατά της απόφασης με την οποία κρίθηκε ένοχος παρακοής διατάγματος. Όταν ο Δικαστής Teare εξέδωσε το Διάταγμα (Unless Order) ημερομηνίας 29.2.2012 - και πάλι μετά από ακρόαση inter partes στα πλαίσια της οποίας ο Αιτητής εκπροσωπήθηκε από τους δικηγόρους του - αυτός ανέστειλε την ισχύ του σχετικού διατάγματος μέχρι και την ολοκλήρωση της εκδίκασης της έφεσης του Αιτητή κατά της απόφασης με την οποία κρίθηκε ένοχος καταφρόνησης του Δικαστηρίου ώστε να αποφευχθεί τυχόν δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων του Αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας της σχετικής έφεσης του. Περαιτέρω δόθηκε στον Αιτητή άδεια να εφεσιβάλει και το ίδιο το Διάταγμα (Unless Order) ημερομηνίας 29.2.2012 πράγμα το οποίο ο Αιτητής έπραξε.
- Παρά την απόρριψη των σχετικών εφέσεων του και παρά το γεγονός ότι εξακολουθούσε να έχει τη δυνατότητα να αποφύγει τη διαγραφή των υπερασπίσεων του βάσει του Διατάγματος ημερομηνίας 29.2.2012 με το να παραδοθεί στις αστυνομικές αρχές και να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων, ο Αιτητής ούτε το ένα έπραξε ούτε το άλλο, δηλαδή και πάλι δεν συμμορφώθηκε με τα διατάγματα του Δικαστηρίου.
- Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η περίπτωση του Αιτητή αποτελούσε ακραία περίπτωση διαδίκου που επέδειξε κατ' επανάληψη και κατ' εξακολούθηση πλήρη και απόλυτη περιφρόνηση για το Δικαστήριο και τη δικαστική διαδικασία. Όπως σημειώθηκε και στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου ημερομηνίας 6.11.2012 (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 9.1.2013 παρ. 225): "It is difficult to imagine a party to commercial litigation who has acted with more cynicism, opportunism and deviousness towards court orders than Mr Ablyazov".» Έγινε επίσης η εισήγηση ότι και τα Κυπριακά Δικαστήρια υιοθετούν και εφαρμόζουν την αρχή ότι το Δικαστήριο μπορεί να αναστείλει ή να αφαιρέσει το βασικό δικαίωμα ενός διάδικου να ακουστεί, εάν ο διάδικος είναι αποδεδειγμένα ένοχος παρακοής και το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει τούτο. Προς τούτο έγινε αναφορά στην υπόθεση Άκης Γρηγορίου κ.ά ν. Χριστίνας Σταύρου κ.ά (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 237 και το πιο κάτω απόσπασμα: «Το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας και το δικαίωμα ακροάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου κατοχυρώνονται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Το δικαίωμα τούτο όμως μπορεί να ρυθμιστεί. (βλ. Irr. Division "Katzilos" v. Rupublic
(1981)3 C.L.R. 1068). Η γενική αρχή είναι ότι καθένας διάδικος έχει δικαίωμα ακροάσεως. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει ή αφαιρέσει το βασικό αυτό δικαίωμα ακροάσεως εάν διάδικος είναι αποδεδειγμένα ένοχος παρακοής και το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει τούτο - δηλαδή η παρακοή αποτελεί εμπόδιο στην πορείας της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση, με το να δυσκολεύεται η διακρίβωση των ορθών γεγονότων ή η εφαρμογή της διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν ασκεί την πιο πάνω εξουσία του εάν ο υπαίτιος διάδικος δείξει καλό λόγο για την μη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας εναντίον του.» Μελέτησα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις επί του εγερθέντος θέματος και εξέτασα, υπό το φως των αρχών που τέθηκαν στην υπόθεση Gambazzi (ανωτέρω), την όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε στο Αγγλικό Δικαστήριο ως και το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι υπό το φως των γεγονότων που επισημάνθηκαν πιο πάνω, (σελ. 20-22 της παρούσας) ο αποκλεισμός του Αιτητή από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται στην αγωγή, ήταν το αποτέλεσμα σωρείας ενεργειών και παραλείψεων του, που καταδεικνύουν μια πλήρη και απόλυτη περιφρόνηση για το Δικαστήριο και τη δικαστική διαδικασία, και παρεμπόδιζαν την ορθή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Σε όλα τα στάδια της διαδικασίας μέχρι και την έκδοση της απόφασης που αναγνωρίστηκε με το Επίδικο Διάταγμα Αναγνώρισης, τόσο το Αγγλικό Δικαστήριο όσο και το Αγγλικό Εφετείο σεβάστηκαν πλήρως το δικαίωμα του Αιτητή να ακουστεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό του και έδωσαν σε αυτό τη δυνατότητα να εξαντλήσει όλα τα ένδικα μέσα που είχε στη διάθεσή του προκειμένου να αμφισβητήσει τόσο το αρχικό Διάταγμα Παγοποίησης και το συναφές διάταγμα με το οποίο διατασσόταν να αποκαλύψει τα περιουσιακά του στοιχεία όσο και, στη συνέχεια, (α) την απόφαση με την οποία κρίθηκε ένοχος παρακοής διατάγματος και καταφρόνησης του Δικαστηρίου και (β) το Διάταγμα (Unless Order) ημερομηνίας 29.2.2012 με το οποίο διατασσόταν να παραδοθεί στις αστυνομικές αρχές και να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων προκειμένου να αποφύγει τη διαγραφή των υπερασπίσεων που καταχώρησε στη σχετική αγωγή. Είναι σημαντικό το γεγονός - όπως προκύπτει από τις παρ. 110-194 της απόφασης του Αγγλικού Εφετείου ημερ. 6.11.12 (Τεκμήριο 7 στην Ένορκη δήλωση ημερ. 9.1.13 που υποστηρίζει την κυρίως Αίτηση) - ότι το επιχείρημα ότι ο αποκλεισμός του Αιτητή από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται στη σχετική αγωγή εκτός εάν αυτός (α) παραδιδόταν στις αστυνομικές αρχές και (β) προέβαινε σε πλήρη αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων, θα απέληγε σε παραβίαση του δικαιώματος του Αιτητή να τύχει δίκαιης δίκης αναπτύχθηκε από τους δικηγόρους του Αιτητή τόσο κατά την ακρόαση ενώπιον του Δικαστή Teare επί της αίτησης των Καθ' ων η Αίτηση για έκδοση σχετικού Διατάγματος (Unless Order) όσο και κατά την ακρόαση της έφεσης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Αιτητή κατά του σχετικού Διατάγματος (Unless Order) ημερομηνίας 29.2.2012 που εκδόθηκε από το Δικαστή Teare. Το επιχείρημα αυτό εξετάστηκε τόσο από το Δικαστή Teare όσο και από το Αγγλικό Εφετείο με εκτενή αναφορά στη νομολογία τόσο των Αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τόσο ο Δικαστής Teare όσο και το Αγγλικό Εφετείο κατέληξαν ότι, υπό τις περιστάσεις, ο αποκλεισμός του Αιτητή από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται την εν λόγω αγωγή δεν θα απέληγε σε παραβίαση του δικαιώματος του να τύχει δίκαιης δίκης καθότι, εν όψει, της διαγωγής του Αιτητή και της συνεχιζόμενης άρνησης του να συμμορφωθεί με τα διατάγματα που εκδόθηκαν εναντίον του αφ' ενός και της μεγάλης πρακτικής σημασίας που η συμμόρφωση του Αιτητή με τις υποχρεώσεις του για αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων είχε για σκοπούς διασφάλισης της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και προστασίας των συμφερόντων και δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση αφ' ετέρου, το μέτρο αυτό ήταν δίκαιο, αναγκαίο και αναλογικό (fair, necessary and proportionate) (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση ημερ. 9.1.13, παρ. 110-194). Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, την όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε στα Αγγλικά Δικαστήρια και το σύνολο των περιστάσεων, κρίνω ότι το μέτρο αποκλεισμού του Αιτητή από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται στην αγωγή, δεν συνιστά προφανή και δυσανάλογη παραβίαση του δικαιώματος του Αιτητή σε δίκαιη δίκη και η αναγνώριση της Αγγλικής απόφασης στην Κύπρο, δεν αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και τούτο έχοντας συγχρόνως κατά νου και την Κυπριακή Απόφαση Άκης Γρηγορίου (ανωτέρω). Επομένως, ο πρώτος λόγος ακύρωσης του Διατάγματος ημερ. 21.1.13 δεν γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται. Ο δεύτερος λόγος που η πλευρά του Αιτητή επικαλείται για ακύρωση του Διατάγματος ημερ. 21.1.13 είναι η προσφυγή του Αιτητή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), η οποία εκκρεμεί, καταγγέλλοντας τη Βρετανία για αποστέρηση του ανθρώπινου δικαιώματος για δίκαιη δίκη. Έγινε εισήγηση από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή ότι σε περίπτωση επιτυχίας του Αιτητή στην προσφυγή του, η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της μονομερούς απόφασης ημερ. 23.11.12 θα υπόκειται παραμερισμό, όπως και το επίδικο Διάταγμα αναγνώρισης ημερ. 21.1.13. Επομένως είναι νομικά ορθό, όπως η παρούσα διαδικασία η οποία καθίσταται πρόωρη, απορριφθεί και/ή ανασταλεί μέχρι το ΕΔΑΔ αποφασίσει επί των θεμάτων που άπτονται της παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Αιτητή από τα Βρετανικά Δικαστήρια. Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η καταχώρηση προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) δεν αποτελεί λόγο για τον οποίο το παρόν Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει και εκτελέσει την απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου, η οποία αναγνωρίστηκε με το επίδικο Διάταγμα ημερ. 21.1.13. Οι λόγοι για τους οποίους Δικαστήριο Κράτους Μέλους μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει απόφαση Δικαστηρίου άλλου Κράτους Μέλους καθορίζονται εξαντλητικά στα άρθρα 34 και 35 του ΕΚ 44/2001 και η εκκρεμότητα προσφυγής που καταχωρείται στο ΕΔΑΔ δεν περιλαμβάνεται στους λόγους αυτούς. Περαιτέρω, η εκκρεμότητα προσφυγής στο ΕΔΑΔ δεν αποτελεί λόγο για αναστολή της παρούσας διαδικασίας ή του επίδικου Διατάγματος ημερ. 21.1.13. Και τούτο γιατί σύμφωνα με το άρθρο 46
(1)
(2)του ΕΚ 44/2001, αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης απόφασης μπορεί να διαταχθεί μόνο στις περιπτώσεις όπου καταχωρείται έφεση εναντίον της αλλοδαπής απόφασης στο Κράτος Μέλος προέλευσης δηλαδή στο Κράτος Μέλος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση. Το άρθρο 46
(1)
(2)έχει ως ακολούθως: «46.
- Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο σύμφωνα με τα άρθρα 43 ή 44, μπορεί, με αίτηση του διαδίκου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, να αναστείλει τη διαδικασία αν κατά της αλλοδαπής αποφάσεως έχει ασκηθεί στο κράτος μέλος προελεύσεως τακτικό ένδικο μέσο, ή αν η προθεσμία για την άσκηση του δεν έχει ακόμα εκπνεύσει· στη τελευταία περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να τάξει προθεσμία για την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου.
- Αν η απόφαση έχει εκδοθεί στην Ιρλανδία ή το Ηνωμένο Βασίλειο, κάθε ένδικο μέσο ή προσφυγή που προβλέπεται στο κράτος μέλος προελεύσεως θεωρείται, για την εφαρμογή της πρώτης παραγράφου, ως τακτικό ένδικο μέσο.» Είναι επομένως σαφές ότι η προσφυγή στο ΕΔΑΔ δεν αποτελεί τακτικό ένδικο μέσο, το οποίο έχει ασκηθεί στο Κράτος Μέλος προέλευσης. Ο Αιτητής θα μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 46
(1)ανωτέρω, μόνο στην περίπτωση που καταχωρούσε έφεση εναντίον της απόφασης που αναγνωρίστηκε με το επίδικο Διάταγμα ημερ. 23.1.13, στα Δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου. Τέτοια έφεση δεν έχει καταχωρηθεί. Για όλα τα πιο πάνω, ούτε ο δεύτερος λόγος ακύρωσης του Διατάγματος ημερ. 23.1.13 γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται. Ο τρίτος λόγος ακύρωσης του επίδικου Διατάγματος ημερ. 23.1.13 είναι η έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να επιληφθούν της αναγνώρισης της επίδικης αλλοδαπής απόφασης ημερ. 23.11.12. Έγινε εισήγηση από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και/ή τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να προβούν σε αναγνώριση της αλλοδαπής απόφασης λόγω μη ικανοποίησης των προνοιών του άρθρου 39
(2)του ΕΚ 44/2001, διότι ο Αιτητής δεν είναι Κύπριος Πολίτης, δεν κατοικεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ή σε άλλο Κράτος Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε και κατέχει περιουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το άρθρο 39
(1)
(2)ορίζει ως εξής:
- Η αίτηση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο ή αρμόδια αρχή των οποίων ο κατάλογος σημειώνεται το παράρτημα ΙΙ.
- Η κατά τόπον αρμοδιότητα καθορίζεται από την κατοικία του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση ή από τον τόπο εκτέλεσης.» Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω εισήγηση. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του ΕΚ 44/2001, ο διάδικος που ζητά την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση, διαθέτει περιουσιακά στοιχεία εντός της επικράτειας του Κράτους Μέλους όπου επιζητείται η αναγνώριση. Σύμφωνα με τα άρθρα 41 και 53 του ΕΚ 44/01, η αλλοδαπή απόφαση αναγνωρίζεται και κηρύσσεται εκτελεστή με την απλή παρουσίαση αντιγράφου της αλλοδαπής απόφασης και της βεβαίωσης του αλλοδαπού Δικαστηρίου. Τα άρθρα 41 και 53 έχουν ως ακολούθως: «
- Η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή ευθύς ως ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 53 χωρίς έλεγχο των λόγων μη εκτέλεσης, που αναφέρονται στα άρθρα 34 και
- Ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δε δύναται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, να καταθέσει προτάσεις. 53.
(1)Ο διάδικος που επικαλείται την αναγνώριση ή ζητεί την κήρυξη της εκτελεστότητας οφείλει να προσκομίσει αντίγραφο της αποφάσεως, το οποίο να συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας.
(2)Ο διάδικος που ζητεί την κήρυξη της εκτελεστότητας οφείλει επίσης να προσκομίσει τη βεβαίωση που προβλέπεται στο άρθρο 54, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 55.» Περαιτέρω είναι σαφές ότι η μη ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του εξ' αποφάσεως χρεώστη εντός του Κράτους Μέλους όπου επιζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης δεν περιλαμβάνεται στους λόγους που καθορίζονται εξαντλητικά στα άρθρα 34 και 35 του ΕΚ 44/
- Εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρθηκε από τον ενόρκως δηλούντα εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση στην ένορκη του δήλωση ημερ. 25.8.13, τόσο τα Αγγλικά Δικαστήρια όσο και τα Κυπριακά Δικαστήρια κατέληξαν, στη βάση ογκωδέστατου μαρτυρικού υλικού που παρουσιάστηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση, ότι υπάρχουν ισχυρότατοι λόγοι που δικαιολογούν την πεποίθηση ότι τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτονται από τα Κυπριακά Διατάγματα Παγοποίησης (στα οποία περιλαμβάνονται οι μετοχές και τα περιουσιακά στοιχεία πολύ μεγάλου αριθμού Κυπριακών εταιρειών) ανήκουν στον Αιτητή. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο Αιτητής είναι ο τελικός δικαιούχος ιδιοκτήτης αριθμού Κυπριακών εταιρειών έγινε ρητά παραδεκτό από τον ίδιο στα πλαίσια των διαδικασιών ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση ημερ. 28.5.13). Είναι επίσης σημαντικό ότι ο Αιτητής επέλεξε να μην καταχωρήσει ενστάσεις στα Κυπριακά Διατάγματα Παγοποίησης και αυτά έγιναν απόλυτα στα πλαίσια της Γεν. Αίτηση 388/
- Σ' ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής δεν έχει την κατοικία του στην Κυπριακή Δημοκρατία, παραπέμπω στην παρ.10 του Προοιμίου του ΕΚ 44/01 που ορίζει ως ακολούθως: «Για τους σκοπούς της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων, οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος το οποίο δεσμεύεται από τον ανά χείρας κανονισμό αναγνωρίζονται και εκτελούνται σε άλλο κράτος μέλος που δεσμεύεται από τον ανά χείρας κανονισμό, ακόμη και αν ο καταδικασθείς οφειλέτης έχει την κατοικία του σε τρίτο κράτος.» Σχετικό είναι επίσης το άρθρο 43
(5)του ΕΚ 44/01 που ορίζει ότι: «43
(5)Το ένδικο μέσο κατά της κήρυξης εκτελεστότητας ασκείται εντός μηνός από την επίδοση ή την κοινοποίησή της. Αν ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο κηρύχθηκε η εκτελεστότητα, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου είναι δύο μήνες από την ημέρα που έγινε η επίδοση ή η κοινοποίηση προσωπικά ή στην κατοικία του. Η προθεσμία αυτή δεν παρεκτείνεται λόγω απόστασης.» Είναι επομένως σαφές ότι η εκτέλεση απόφασης μπορεί να ζητηθεί και εναντίον διάδικου που έχει την κατοικία του στο έδαφος Κράτους Μέλους άλλου από εκείνο όπου επιδιώκεται να εκτελεστεί η σχετική απόφαση. Τέλος, διευκρινίζεται ότι η επίκληση εκ μέρους της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή των άρθρων 3, 4, 5-7, και 22, του Κεφ. ΙΙ του ΕΚ 44/01 δεν εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση, εφόσον οι διατάξεις του Κεφ. ΙΙ καθορίζουν τα Δικαστήρια που έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την ουσία διαφορών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού, ενώ οι διατάξεις που περιέχονται στο Κεφ. ΙΙΙ του Κανονισμού ρυθμίζουν την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων που εκδίδονται από τα Δικαστήρια που έχουν δικαιοδοσία επί της ουσίας στα υπόλοιπα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατ' επέκταση, ούτε και αυτός ο λόγος ακύρωσης ευσταθεί και απορρίπτεται. Ο τέταρτος λόγος ακύρωσης αφορά την παράλειψη του Δικαστηρίου να καθορίσει το δικαίωμα και το χρόνο εντός του οποίου ο Αιτητής θα δικαιούταν να αποταθεί για παραμερισμό του Διατάγματος Αναγνώρισης και εκτέλεσης. Ούτε και αυτός ο λόγος ευσταθεί. Το δικαίωμα του Αιτητή να ασκήσει ένδικο μέσο κατά του επίδικου Διατάγματος Αναγνώρισης ημερ. 21.1.13 και η προθεσμία για άσκηση τέτοιου ένδικου μέσου προκύπτει από το άρθρο 43 του ΕΚ 44/01 και καμία δικονομική διάταξη υπάρχει που να καθιστά αναγκαία την αναφορά των θεμάτων αυτών, στο κείμενο του επίδικου Διατάγματος Αναγνώρισης. Το άρθρο 43 έχει ως ακολούθως:
- Κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο και από τους δύο διαδίκους.
- Το ένδικο μέσο ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου που αναφέρεται στο παράρτημα ΙΙΙ.
- Το ένδικο μέσο εκδικάζεται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.
- Αν ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση ερημοδικήσει ενώπιον του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται του ένδικου μέσου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 26 παράγραφοι 2 έως 4 ακόμα και αν ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος κάποιου από τα κράτη μέλη.
- Το ένδικο μέσο κατά της κήρυξης εκτελεστότητας ασκείται εντός μηνός από την επίδοση ή την κοινοποίησή της. Αν ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο κηρύχθηκε η εκτελεστότητα, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου είναι δύο μήνες από την ημέρα που έγινε η επίδοση ή η κοινοποίηση προσωπικά ή στην κατοικία του. Η προθεσμία αυτή δεν παρεκτείνεται λόγω απόστασης.» Ο πέμπτος λόγος ακύρωσης του Διατάγματος ημερ. 21.1.13 αφορά την παράλειψη των Καθ' ων η Αίτηση να αιτηθούν από το Δικαστήριο άδεια για σφράγιση της αίτησης για αναγνώριση, προτού αυτή κατατεθεί στο Δικαστήριο. Ο λόγος αυτός κρίνεται ως εντελώς αβάσιμος και θα πρέπει επίσης να απορριφθεί. Και τούτο γιατί δεν υπάρχει καμία δικονομική διάταξη που να απαιτεί τη λήψη άδειας του Δικαστηρίου για την καταχώριση αίτησης για αναγνώριση αλλοδαπής απόφασης. Η αντίθετη θέση του Αιτητή συγκρούεται με το άρθρο 33
(1)του ΕΚ 44/01, το οποίο προνοεί ότι «Απόφαση που εκδίδεται σε κράτος μέλος αναγνωρίζεται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία.» ως και με τις παρ. 16 και 17 του προοιμίου του Κανονισμού που προνοούν ότι: «
- Η αμοιβαία εμπιστοσύνη στην απονομή της δικαιοσύνης δικαιολογεί την αυτόματη αναγνώριση των αποφάσεων που εκδίδονται σε κράτος μέλος, χωρίς να απαιτείται καμία διαδικασία, εκτός σε περίπτωση αμφισβήτησης.
- Η προαναφερόμενη αμοιβαία εμπιστοσύνη απαιτεί αποτελεσματικότητα και ταχύτητα της διαδικασίας με την οποία κηρύσσεται εκτελεστή σε κράτος μέλος, απόφαση που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος. Για το σκοπό αυτό μια απόφαση θα πρέπει να κηρύσσεται εκτελεστή κατά τρόπο οιονεί αυτόματο, μετά από απλό τυπικό έλεγχο των υποβαλλόμενων εγγράφων, χωρίς να έχει το δικαστήριο τη δυνατότητα να προβάλει αυτεπαγγέλτως έναν από τους λόγους μη εκτέλεσης που προβλέπονται από τον ανά χείρας κανονισμό.» Ο έκτος λόγος ακύρωσης σχετίζεται με την θέση του Αιτητή ότι δεν παρέχεται ευχέρεια για εκτέλεση της αλλοδαπής απόφασης στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή επεσήμανε ότι η παραδοχή του Αιτητή ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων αφορά την ύπαρξη συμφερόντων σε κατασκευαστικά έργα ή/και κτιριακά συγκροτήματα που βρίσκονται σε τρίτες χώρες και ανήκουν σε εταιρείες του εξωτερικού που έμμεσα σχετίζονται με τις υπό αναφορά από τους Καθ' ων η Αίτηση εταιρείες που εδράζονται στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η θέση του Αιτητή είναι ότι τα τελικά του συμφέροντα δεν σχετίζονται άμεσα με τις Κυπριακές εταιρείες που αναφέρονται από τους Καθ' ων η Αίτηση και το ακριβές συμφέρον του στις εν λόγω εταιρείες κρατείται σε μορφή εμπιστεύματος προς όφελος του το οποίο δεν συστάθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία. Επομένως, είναι αδύνατο η υπό κρίση αλλοδαπή απόφαση να μπορεί να τύχει εκτέλεσης στην Κυπριακή Δημοκρατία και οι Καθ' ων η Αίτηση δεν υπέδειξαν το εγγεγραμμένο γραφείο των εταιρειών που αναφέρονται ως σχετικές με τα συμφέροντα του Αιτητή ώστε να διαπιστωθεί η κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Όπως ορθά επισημάνθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση, το κατά πόσο ο Αιτητής είναι ο τελικός δικαιούχος ιδιοκτήτης των περιουσιακών στοιχείων που καλύπτονται από τα Κυπριακά Διατάγματα Παγοποίησης, είναι θέμα που έχει ήδη αποφασιστεί τόσο από τα αγγλικά όσο και από τα Κυπριακά Δικαστήρια με την έκδοση των Κυπριακών Διαταγμάτων Παγοποίησης στα πλαίσια της Γεν. Αίτησης 388/
- Συμφωνώ με τη θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση ότι είναι στο στάδιο εκτέλεσης της απόφασης που αναγνωρίστηκε με το επίδικο Διάταγμα Αναγνώρισης επί συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων που καλύπτονται από τα Κυπριακά Διατάγματα Παγοποίησης, που το Δικαστήριο - ενώπιον του οποίου θα τεθούν οι σχετικές αιτήσεις των Καθ' ων η Αίτηση για εκτέλεση - θα αποφασίσει κατά πόσο τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία αποτελούν ή όχι περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων μπορεί να εκτελεστεί η σχετική απόφαση, ως και κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται να αμφισβητεί ότι τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στον ίδιο. Το κατά πόσο τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτονται από τα Κυπριακά Διατάγματα Παγοποίησης ανήκουν στον Αιτητή είναι θέμα που καμία σημασία έχει για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Ωστόσο είναι σημαντικό να τονιστεί ότι σύμφωνα με την Κυπριακή Νομοθεσία, δικαστική απόφαση μπορεί να εκτελεστεί όχι μόνο επί περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι του εξ' αποφάσεως χρεώστη αλλά και επί κάθε περιουσίας στην οποία ο εξ' αποφάσεως χρεώστης έχει ωφέλιμο ( beneficial) ή άλλο ιδιοκτησιακό συμφέρον, όπως για παράδειγμα το άρθρο 3
(1)του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου, Ν. 31
(1)/92 και αρ.74 και 75 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6. Για όλα τα πιο πάνω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι κανένας από τους λόγους που ο Αιτητής επικαλείται για ακύρωση και/ή παραμερισμό και/ή ανάκληση και/ή αναστολή του επίδικου Διατάγματος Αναγνώρισης ημερ. 21.1.13 ευσταθεί. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και σε βάρος του Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ................. Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο