← Κύπρος

Σωτήρης Γκενές ν. Liberty Life Insurance Public Company Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 1852/2008, 24/6/2014

Σωτήρης Γκενές ν. Liberty Life Insurance Public Company Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 1852/2008, 24/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A287 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 1852/2008 Σωτήρης Γκενές Ενάγων και

  1. Liberty Life Insurance Public Company Ltd
  2. Ελεονώρας (άλλως Νόρας) Σιακατίδου Εναγομένων 24 Ιουνίου,
  3. Για τον ενάγοντα, εμφανίζεται ο κ. Α. Χάσικος Για τους εναγομένους αρ. 1, εμφανίζεται η κα Στ. Ερωτοκρίτου για τους κ.κ. Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγομένη αρ. 2, εμφανίζεται ο κ. Χρ. Σ. Χριστοφόρου για τους κ.κ. Χρίστος Σ. Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η ----------------------- Ο ενάγων διεκδικεί από τους εναγομένους αρ. 1 και 2 («οι συνεναγόμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου), αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, το ποσόν των €28.904,65 (ισόποσον των Λ.Κ.16.917,14), ως ασφάλιστρα τα οποία κατέβαλε χωρίς ποτέ να ασφαλιστεί, τόκους και έξοδα. Διεκδικεί, επίσης, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Επικαλείται, ως αιτίες αγωγής, την παράβαση συμφωνίας, τον άδικο πλουτισμό, την καταβολή χρημάτων χωρίς αντιπαροχή και/ή την καταβολή χρημάτων για αντιπαροχή η οποία εματαιώθηκε καθώς και την ιδιοποίηση και/ή την παράνομη κατακράτηση χρημάτων. Δικογραφείται η ακόλουθη βάση αγωγής: Ο ενάγων, ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι κάτοικος εξωτερικού, συνήψε, περί τον Σεπτέμβριο του έτους 2001 με τους εναγομένους αρ. 1, μία ασφαλιστική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία, ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής («το ασφαλιστήριο συμβόλαιο»). Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο θα ίσχυε για 11 έτη (από την 12.09.2001 έως και την 12.09.2012) και προέβλεπε την παροχή συγκεκριμένης ασφάλειας σύνταξης καθώς και συγκεκριμένης ασφάλειας ζωής έναντι εξαμηνιαίου ασφαλίστρου ύψους Λ.Κ.7.657,
  4. Η σύναψη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου έγινε κατόπιν πρότασης την οποίαν υπέβαλε στον ενάγοντα η εναγομένη αρ. 2, εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος των εναγομένων αρ.
  5. Κατά την περίοδο από τις 06.09.2001 έως και τις 17.09.2002 ο ενάγων κατέβαλε στην εναγομένη αρ. 2 το συνολικό ποσόν των Λ.Κ.16.917,14 ως συμφωνηθέντα ασφάλιστρα. Η εναγομένη αρ. 2 παρέλαβε το ποσόν αυτό για λογαριασμό και/ή προς όφελος των εναγομένων αρ. 1 και παρέδωσε στον ενάγοντα σχετικές αποδείξεις πληρωμής ασφαλίστρων εκδοθείσες από τους εναγομένους αρ.
  6. Πλην όμως, οι εναγόμενοι αρ. 1, ισχυριζόμενοι πώς ουδέποτε εισέπραξαν οιονδήποτε ποσόν από τον ενάγοντα, θεώρησαν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως άκυρο εξ υπαρχής. Ένεκα τούτου, κατ΄ επανάλειψιν ο ενάγων εζήτησε την επιστροφή του προαναφερθέντος ποσού των Λ.Κ.16.917,14 χωρίς, όμως, αποτέλεσμα. Συναφώς σημειώνεται πώς η εκ μέρους του ενάγοντος δικογράφηση ποικίλων αγώγιμων δικαιωμάτων καθώς και η επιδίωξη ποικίλων θεραπειών είναι δικονομικώς αποδεχτή εάν αυτά θεμελιώνονται επί του ίδιου πραγματικού υποβάθρου (Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρας

(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 881, 889). Όμως, η μαρτυρία οφείλει να είναι θετική ως προς τα γεγονότα. Διαζεύξεις ως προς το τι πράγματι συνέβηκε δεν συγχωρούνται. Συναφώς σημειώνεται, επίσης, πώς η επιλογή του ενάγοντος να διεκδικήσει θεραπείες «αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως» δηλώνει την επιδίωξή του να αποδοθεί ευθύνη είτε και στους δύο συνεναγομένους είτε σε έναν εξ αυτών επί τη βάσει, βεβαίως, της εκδοχής περί ευθύνης ή κοινής ευθύνης, αναλόγως, την οποίαν αυτός δικογραφεί. Τον ενάγοντα δεν ενδιαφέρει ο επιμερισμός της ευθύνης μεταξύ των συνεναγομένων. Τον ενάγοντα ενδιαφέρει μόνον η αναγνώριση ευθύνης προς όφελός του και η συνακόλουθη απόδοση των θεραπειών τις οποίες διεκδικεί. Ο επιμερισμός της ευθύνης έναντι του ενάγοντος ενδιαφέρει μόνον τους συνεναγομένους. Δια της υπεράσπισής τους, την οποίαν κατεχώρισαν στις 17.11.2008, οι εναγόμενοι αρ. 1 ισχυρίζονται πώς, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ενάγων, ήταν κάτοικος Λεμεσού και πώς η εναγομένη αρ. 2 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος αυτού και όχι των ιδίων. Ισχυρίζονται, επίσης, πώς ουδέποτε η εναγομένη αρ. 2 κατέβαλε σε αυτούς οιονδήποτε ασφάλιστρο σχετικό με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Εξ ου και δια της επιστολής τους ημερ. 15.11.2011 επληροφόρησαν τον ενάγοντα πώς, ένεκα της παράλειψής του να καταθέσει την συμφωνηθείσα προκαταβολή, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ήταν εξ υπαρχής άκυρο. Οι εναγόμενοι αρ. 1 ισχυρίζονται, περαιτέρω, πώς εάν αποδειχθεί πώς ο ενάγων κατέβαλε στην εναγομένη αρ. 2 οιονδήποτε ποσόν τότε αυτή το ιδιοποιήθηκε. Εν πάση περιπτώσει, εφ΄ όσον οι ίδιοι δεν εισέπραξαν οιονδήποτε ποσόν ως ασφάλιστρο ουδεμίαν ευθύνη έχουν έναντι του ενάγοντος. Κατ΄ ακολουθίαν των ως άνω δικογραφημένων θέσεων τους και επικαλούμενοι την Δ.10.Θ.12 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών οι εναγόμενοι αρ. 1 εξέδωσαν ειδοποίηση συνεισφοράς προς την εναγομένη αρ. 2 και προεκάλεσαν την μεταξύ τους ανταλλαγή δικογράφων. Δια της έκθεσης απαίτησης, την οποίαν οι εναγόμενοι αρ. 1 κατεχώρισαν εναντίον της εναγομένης αρ. 2, δέχονται, εν τέλει, πώς, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αυτή ενεργούσε ως ασφαλιστική αντιπρόσωπός τους δυνάμει σχετικής σύμβασης ημερ. 01.09.
  1. Δέχονται, επίσης, πώς με τη διαμεσολάβηση της εναγομένης αρ. 2 συνήφθηκε, μεταξύ των ιδίων και του ενάγοντος, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Προσθέτουν πώς « .... Η εναγομένη 2 μολονότι εισέπραξε από τον ενάγοντα συνολικά ποσόν Λ.Κ.16.917,14 (€28.904,05) για τα ασφάλιστρα για τη σύναψη και έκδοση ασφαλιστήριου συμβολαίου, που ήσαν χρήματα των (ιδίων) .... τα κατεχράσθη και/ή τα οικειοποιήθει» και πώς αυτή « .... με δόλον και/ή απάτη εισέπραξε τα ασφάλιστρα ύψους Λ.Κ.16.917.14 (€28.904.65) με σκοπό να τα καταχρασθεί και/ή οικειοπηθεί, όπερ και έπραξε και/ή εξαπάτησεν και/ή καταδολιεύθηκε τόσον τον ενάγοντα και/ή τους (ιδίους) ... και κατεκράτησεν και εξακολουθεί να κατακρατεί τα πιο πάνω αναφερόμενα χρήματα που ανήκουν στους (ιδίους) .... και/ή στον ενάγοντα.» (δείτε στις παρά. 5 και 9 του δικογράφου των εναγομένων αρ. 1 ημερ. 05.02.2010). Οι δικογραφημένες θέσεις της εναγομένης αρ. 2 είναι οι ακόλουθες: Πράγματι, ο ενάγων υπήρξε, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, κάτοικος εξωτερικού. Συγκεκριμένα αυτός διέμενε στην Νότιο Αφρική. Πράγματι, κατώπιν δικής της προτροπής ο ενάγων συνήψε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με τους εναγομένους αρ.
  2. Ευρισκομένη στην Νότια Αφρική, η ιδία εισέπραξε από τον ενάγοντα ασφάλιστρα σε rand, δηλ. στο νόμισμα της χώρας, εφαρμόζοντας τη μέθοδο την οποίαν υπέδειξαν οι εναγόμενοι αρ. 1 στους ασφαλιστικούς αντιπροσώπους τους οι οποίοι, ως η ιδία, εδραστηριοποιούντο στη Νότιο Αφρική. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, οι ασφαλιστικοί αντιπρόσωποι «... θα προέβαιναν εις την σύναψη συμβολαίων με πελάτες που διέμεναν εις την Νότιο Αφρική και θα εισέπρατταν τα σχετικά ασφάλιστρα εις RAND το οποίο είναι το επίσημο νόμισμα της Νοτίου Αφρικής και το σύνολο των Ασφαλίστρων θα το παρέδιδαν εις έμπιστο πρόσωπο των Εναγομένων 1 εις την Νότιο Αφρική για να το παραδώσει και/ή εμβάσει στους Εναγομένους 1 με τρόπο και/ή διαδικασίες που οι Εναγόμενοι 1 συμφώνησαν με το εν λόγω έμπιστο πρόσωπο ...... καθ΄ ότι η ιδία και τα άλλα πρόσωπα που ενεργούσαν προς όφελος και/ή δια λογαριασμό των Εναγομένων 1 δεν μπορούσαν να εμβάσουν κατ΄ ευθείας εις τους Εναγομένους 1 λόγω περιορισμών εις την εξαγωγή Συναλλάγματος και/ή των προνοιών της ισχύουσας νομοθεσίας της Νοτίου Αφρικής και/ή λόγω της απαγόρευσης εξαγωγής και/ή μεταφοράς χρημάτων από την εν λόγω χώρα και/ή επικράτεια και μέχρι την παραλαβή των από τους Εναγομένους 1 υπήρχε καθυστέρηση, με την ύπαρξη πιθανότητας αλλαγής της ισοτιμίας μεταξύ του νομίσματος της Νοτίου Αφρικής και της Κυπριακής Λίρας» (δείτε στην παρά. 3(β) του δικογράφου της εναγομένης αρ. 2 ημερ. 17.03.2010). Τέτοια έμπιστα πρόσωπα ήσαν οι Νίκος Ρούσος, Μαρίνος Δανιήλ, Σωτήρης Μακρομάλλης, Παναγιώτης Χαραλάμπους και Σπύρος Ακριτίδης, κάτοικοι Νοτίου Αφρικής. Όλα τα ασφάλιστρα τα οποία η ιδία εισέπραξε, ευρισκομένη στη Νότιο Αφρική ως αντιπρόσωπος των εναγομένων αρ. 1, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων ασφαλίστρων, τα παρέδωσε στα προαναφερθέντα έμπιστα πρόσωπα. Τα επίδικα ασφάλιστρα απεστάλησαν στους εναγομένους αρ. 1 εξ ου και αυτοί εξέδωσαν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Εάν οι εναγομένοι αρ. 1 δεν εισέπρατταν τα επίδικα ασφάλιστρα δεν θα εξέδιδαν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Η ιδία ουδέν ποσόν ασφαλίστρων ιδιοποιήθηκε και ουδόλως επλούτισεν αδίκως. Για να αποδείξει την υπόθεσή του κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγων Σωτήρης Γκενές (Μ.Ε.1). Για να προωθηθούν οι θέσεις των εναγομένων αρ. 1 κατέθεσαν η Μελίνα Παπαγεωργίου (Μ.Υ.1), δημόσιος υπάλληλος, η οποία υπηρετεί στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, ο Σταύρος Ζήνωνος (Μ.Υ.2), πρώην ασφαλιστικός αντιπρόσωπος των εναγομένων αρ. 1, ο Γιάννης Μαρούχος (Μ.Υ.3), υπεύθυνος του λογιστηρίου των εναγομένων αρ. 1, η Ελένη Οικονομίδου (Μ.Υ.4) πρώην υπάλληλος των εναγομένων αρ. 1, ο Ανδρέας Τζιωρτζής (Μ.Υ.5), δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος υπηρετεί στο Πρωτοκολλητείο αστικών υποθέσεων του Δικαστηρίου τούτου, η Μαρία Ορφανίδου (Μ.Υ.6), δημόσιος υπάλληλος η οποία υπηρετεί στο Πρωτοκολλητείο ποινικών υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ο λοχίας 32 Χαράλαμπος Χαραλάμπους (Μ.Υ.7), ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού, ο Νίκος Γεωργίου (Μ.Υ.8), τραπεζικός υπάλληλος και ο Μάριος Παναγή (Μ.Υ.9), προϊστάμενος της οικονομικής διεύθυνσης των εναγομένων αρ.
  3. Για να προωθήσει τις θέσεις της κατέθεσε η ίδια η εναγομένη αρ. 2 Ελεονώρα(άλλως Νόρα) Σιακατίδου (Μ.Υ.10) και εκάλεσε, ως μάρτυρά της, τη Γιώτα Κατσιόλη (Μ.Υ.11), υπάλληλο των εναγομένων αρ.
  4. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και σωρεία εγγράφων. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκαν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο (τεκμήριο 1) καθώς και η συμφωνία αντιπροσώπου η οποία συνήφθηκε μεταξύ των συνεναγομένων την 01.09.1994 (τεκμήριο 14). Η κυρίως εξέταση του ενάγοντος Σωτήρη Γκενέ (Μ.Ε.1), του Σταύρου Ζήνωνος (Μ.Υ.2), του Γιάννου Μαρούχου (Μ.Υ.3) και της εναγομένης αρ. 2 Ελεωνόρας (άλλως Νόρας) Σιακατίδου (Μ.Υ.10) διεξήχθηκε, κατ΄ ουσίαν, δια της κατάθεσης γραπτών δηλώσεων, ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει. Πρόκειται για τα έγγραφα αρ. 1, 2, 3 και 4, αντιστοίχως) Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι κατεχωρισμένη ως τεκμήρια. Κρίνεται ευχερέστερο το κρίσιμο μέρος της μαρτυρίας να παρουσιασθεί και να σχολιασθεί τμηματικά, κατά τη συζήτηση εκάστου των επίδικων ζητημάτων. Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε μακρά και επίπονη. Όπως εξηγείται στη συνέχεια αυτό ήταν αχρείαστο εφ΄ όσον ουσιώδη γεγονότα, καθοριστικά για να διαπιστωθούν κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης, εν τέλει, δεν αμφισβητούνται και εφ΄ όσον ήδη από τα αρχικά στάδια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώσεις μάρτυρος κατέλυσαν κεντρική θέση του διαδίκου ο οποίος τον εκάλεσε. Ακολουθεί η συζήτηση των επίδικων ζητημάτων και η παράθεση των διαπιστώσεων:
(1)Αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα εξής: Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου από τις 12.09.2001 έως και τις 17.09.2002, δηλ. της περιόδου κατά την οποίαν ο ενάγων κατέβαλε στην εναγομένη αρ. 2 τα επίδικα ασφάλιστρα (δείτε τις σχετικές αποδείξεις είσπραξης, τεκμήριο 1) αυτή ενεργούσε ως εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος των εναγομένων αρ. 1 δυνάμει συμφωνίας αντιπροσώπου ημερ. 01.09.94 (τεκμήριο 14). Εντός της περιόδου αυτής, και συγκεκριμένα στις 15.11.2001 ως αποκαλύπτεται στην υπεράσπιση των εναγομένων αρ. 1, αυτοί απεφάσισαν να θεωρήσουν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως εξ υπαρχής άκυρο ισχυριζόμενοι παράλειψη του ενάγοντος να καταβάλει τα συμφωνηθέντα ασφάλιστρα. Όταν τον Αύγουστο του έτους 2003 ο ενάγων επληροφορήθηκε περί της απόφασης των εναγομένων αρ. 1 να θεωρήσουν ως εξ υπαρχής άκυρο το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αρνήθηκε να συνεχίσει να είναι συμβεβλημένος με αυτούς. Αυτά τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, συναρτώμενα με τις αρχές του γενικού δικαίου των συμβάσεων, εφ΄ όσον τα ασφαλιστήρια συμβόλαια διέπονται και από το δίκαιο αυτό (Halsbury's Laws of England, Forth Edition, 2003 Reissue, Vol. 25 para. 2) καθώς και με τους όρους 3 και 18 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (τεκμήριο 1), οι οποίοι αφορούν στους λόγους διακοπής της ισχύος του, στοιχειοθετούν την ακόλουθη νομική πραγματικότητα: Δεσμευόμενοι από τις ενέργειες της εξουσιοδοτημένης αντιπροσώπου τους εναγομένης αρ. 2 (Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Δημήτρη
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 551, Paneuropean Insurance Co Ltd v. Χειμαρή
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 713), οι εναγόμενοι αρ. 1 εδεσμεύοντο και ως προς το γεγονός της καταβολής, εκ μέρους του ενάγοντος, των επίδικων ασφαλίστρων. Συνεπώς, η απόφαση τους ημερ. 15.11.2001 να θεωρήσουν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως εξ υπαρχής άκυρο, παρά το ότι ο ενάγων κατέβαλε τα συμφωνηθέντα ασφάλιστρα, συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά. Αυτή η αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων αρ. 1 κατέστησε δικαιολογημένη και νόμιμη την επιλογή του ενάγοντος να μην συνεχίσει να είναι συμβεβλημένος με αυτούς. Περαιτέρω, αυτή η αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων αρ. 1 αποτελεί το νόμιμο υπόβαθρο για την αποζημίωση του ενάγοντος για τις ζημιές που αυτός υπέστηκε λόγω μη εκπλήρωσης των συμφωνηθέντων (Κωμοδρόμου ν. A. Th. Shikkis Motors Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 481, 487). Η αρχή της συμβατικής σχέσης (doctrine of privity, Treitel, The Law of Contract, eighth edition, 1991, σελ. 523 επ.) καθιστά υπευθύνους για την αποζημίωση του ενάγοντος μόνον τους αντισυμβαλλομένους του, δηλ. μόνον τους εναγομένους αρ. 1 και όχι την εναγομένη αρ.
  1. Η συμβατική σχέση, η οποία προκύπτει δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (τεκμήριο 1), ουδόλως συνδέει τον ενάγοντα και την εναγομένη αρ.
  2. Συνεπώς, ουδεμία αξίωση ερειδομένη στο συμβόλαιο αυτό (τεκμήριο 1) δύναται να προβληθεί εναντίον της εναγομένης αρ. 2.
(2)Από την μαρτυρία την οποίαν προσεκόμισαν οι πλευρές του ενάγοντος και των εναγομένων αρ. 1 καθώς και από τον τρόπον με τον οποίον αυτές εχειρίσθηκαν την υπόθεση προκύπτει πώς η εναγομένη αρ. 2 εγκαλείται για ιδιοποίηση των επίδικων ασφαλίστρων βάσει περιστατικής μαρτυρίας (circumstantial evidence). Ούτε ο ενάγων ούτε οι εναγόμενοι αρ. 1 επαρουσίασαν άμεση μαρτυρία (direct evidence) αποκαλύπτουσα ότι η εναγομένη αρ. 2 παρέλαβε τα επίδικα ασφάλιστρα και τα χειρίσθηκε ως δικά της. Συναφώς σημειώνεται πώς «Περιστατική είναι η μαρτυρία η οποία προκύπτει από ή συναρτάται προς τα περιστατικά του εγκλήματος. Αντιδιαστέλλεται προς άμεση μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία η οποία ευθέως αποκαλύπτει τα περιστατικά του εγκλήματος και το έγκλημα ..... ποιοτικά η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενο της ....» (Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444, 450, δείτε και την Fournides ν. Republic
(1986)1 C.L.R. 75). Σημειώνεται, επίσης, πώς « .... η περιστατική μαρτυρία για να οδηγήσει σε καταδίκη πρέπει να είναι τέτοια που στο σύνολό της να οδηγεί αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ενοχής, μη επιδεχόμενη λογικά άλλη ερμηνεία ή εξήγηση και μη ούσα συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων .....» (Καϊμής ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662, 673). Στην απόφαση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, 200) παρουσιάζεται, με παραστατικότητα, ο τρόπος με τον οποίον λειτουργεί η περιστατική μαρτυρία ως εξής: «Ξεχωριστά (individual) μέρη της περιστατικής μαρτυρίας συχνά παρομοιάζονται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους, έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σύνολο. Άλλες αποφάσεις παρομοιάζουν την περιστατική μαρτυρία με δίκτυ στερεά συνδεδεμένο, ώστε να συγκρατεί χωρίς κίνδυνο πτώσης το περιεχόμενο του». Η περιστατική μαρτυρία την οποίαν επαρουσίασε η πλευρά του ενάγοντος περιορίζεται στους αναντίλεκτους ισχυρισμούς του ιδίου (δείτε τις παρα. 9 και 12 του εγγράφου αρ. 1) πώς η εναγομένη αρ. 2 παρέλαβε τα επίδικα ασφάλιστρα για τα οποία εξέδωσε σχετικές αποδείξεις είσπραξης (τεκμήριο 1) και τα οποία ουδέποτε υπελογίσθηκαν για σκοπούς λειτουργίας του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Όμως, οι αναντίλεκτοι αυτοί ισχυρισμοί είναι ανεπαρκείς για σκοπούς απόδειξης της αποδιδομένης στην εναγομένη αρ. 2, αδικοπραγίας. Εφ΄ όσον δια των δικογράφων και της μαρτυρίας της (δείτε στο έγγραφο αρ. 4) η εναγομένη αρ. 2 Ελεονώρα (άλλως Νόρα) Σιακατίδου (Μ.Υ.10) ισχυρίζεται, κατ΄ ουσίαν, πώς η ιδία ελειτουργούσε απλώς ως ένας ενδιάμεσος σταθμός στη διαδρομή των επίδικων ασφαλίστρων προς τους εναγομένους αρ. 1, οι προαναφερθέντες αναντίλεκτοι ισχυρισμοί δεν οδηγούν «... αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ενοχής, μη επιδεχόμεν(οι) λογικά άλλη ερμηνεία ή εξήγηση και μη (όντες) ... συμβατ(οί) με άλλη άποψη των πραγμάτων» (δείτε Καϊμής ν. Δημοκρατία (ανωτέρω)). Κεντρική θέση στην περιστατική μαρτυρία την οποίαν επαρουσίασε η πλευρά των εναγομένων αρ. 1 έχουν οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του Σταύρου Ζήνωνος (Μ.Υ.2), ως αυτοί επαρουσιάσθηκαν κατά την κυρίως εξέτασή του: Κατά την περίοδο από το έτος 1994 έως και το καλοκαίρι του έτους 2002 ο ίδιος και η εναγομένη αρ. 2 εργάσθηκαν ως ασφαλιστικοί αντιπρόσωποι των εναγομένων αρ. 1 δυνάμει συμφωνίας αντιπροσώπου, ως το τεκμήριο
  1. Στα πλαίσια της επαγγελματικής συνεργασίας του ιδίου και της εναγομένης αρ. 2 με τους εναγομένους αρ. 1, οι τελευταίοι ετηρούσαν χρεοπιστωτικούς λογαριασμούς. Οι λογαριασμοί αυτοί επιστώνοντο με τα ασφάλιστρα τα οποία ο ίδιος και η εναγομένη αρ. 2 εισέπρατταν, εκδίδοντας σχετικές αποδείξεις είσπραξης, και ενέβαζαν στο λογαριασμό των εναγομένων αρ. 1 και εχρεόνοντο με τα ασφάλιστρα τα οποία ο ίδιος και η εναγομένη αρ. 2 εισέπρατταν μεν, εκδίδοντας σχετικές αποδείξεις είσπραξης, αλλά δεν ενέβαζαν αμέσως στο λογαριασμό των εναγομένων αρ.
  2. Κατά την περίοδο από το έτος 1997 έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2000 ο ίδιος και η εναγομένη αρ. 2 εδραστηριοποιούντο στην Νότιο Αφρική. Εκεί μετέβαιναν για να εισπράξουν τα ασφάλιστρα. Μόλις εισέπρατταν τα ασφάλιστρα από τους ασφαλισμένους κατοίκους της Νοτίου Αφρικής εξέδιδαν αποδείξεις είσπραξης, χρησιμοποιώντας τα σχετικά βιβλιάρια τα οποία τους είχαν παραδώσει προηγουμένως οι εναγόμενοι αρ.
  3. Ευρισκόμενοι στην Νότιο Αφρική ο ίδιος και η εναγομένη αρ. 2 κατέθεταν τα ασφάλιστρα τα οποία εισέπρατταν στο εκεί κατάστημα της «Hellenic Bank» και ελάμβαναν σχετικές αποδείξεις κατάθεσης (δείτε στις παρά. 3 και 7 του εγγράφου αρ. 2). Κατ΄ ακολουθίαν αυτής της εκδοχής γεγονότων, ο Γιάννης Μαρούχος (Μ.Υ.3) εδήλωσε πώς ήλεγξε «με πλήρη λεπτομέρεια» τον χρεοπιστωτικό λογαριασμό της εναγομένης αρ. 2, ο οποίος ετηρείτο από τους εναγομένους αρ. 1, και διεπίστωσε πώς ουδεμία εγγραφή υπάρχει σχετική με «τα ποσά που αποδεδειγμένα ο Ενάγοντας της είχε καταβάλει και αυτή είχε εισπράξει» (δείτε στην παρά. 29 του εγγράφου αρ. 3). Ο Γιάννης Μαρούχος (Μ.Υ.3) συνεχίζει ισχυριζόμενος πώς η απουσία, από το χρεοπιστωτικό λογαριασμό της εναγομένης αρ. 2, εγγραφών σχετικών με τα επίδικα ασφάλιστρα οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή «τα κατεχράσθηκε και τα έκλεψε με δόλιο τρόπο» (δείτε στην παρά. 29 του εγγράφου αρ. 3). Όμως, οι ισχυρισμοί του Σταύρου Ζήνωνος (Μ.Υ.2) περί της πρακτικής των ευρισκομένων, στην Νότιο Αφρική, αντιπροσώπων των εναγομένων αρ. 1 να καταθέτουν τα ασφάλιστρα, τα οποία εισέπρατταν, στο εκεί κατάστημα της «Hellenic Bank» και να παίρνουν σχετικές αποδείξεις κατάθεσης, οι οποίοι θα μπορούσαν να δώσουν νόημα στην διαπίστωση του Γιάννου Μαρούχου (Μ.Υ.3) περί του κενού στον χρεωπιστωτικό λογαριασμό της εναγομένης αρ. 2 εν σχέσει με τα επίδικα ασφάλιστρα, αποδεικνύονται ψευδείς: Ο Σταύρος Ζήνωνος (Μ.Υ.2), κατά την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης αρ. 2, υπανεχώρησε. Απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του κ. Χριστοφόρου ο Σταύρος Ζήνωνος (Μ.Υ.2) απεκάλυψε πώς τόσον ο ίδιος όσον και η εναγομένη αρ. 2 εδραστηριοποιούντο στη Νότιο Αφρική «με μόνη τη συγκατάθεση» των εναγομένων αρ. 1 και χωρίς να συνάψουν με αυτούς οιανδήποτε άλλη γραπτή συμφωνία. Παρενθετικώς σημειώνεται πώς η συμφωνία αντιπροσώπου, η οποία συνήφθηκε μεταξύ των συνεναγομένων (τεκμήριο 14) και δυνάμει της οποίας ο ασφαλιστικός αντιπρόσωπος υποχρεούτο να παραδίδει αμέσως στους εναγομένους αρ. 1 τα ασφάλιστρα τα οποία εισέπραττε (δείτε στον όρο 2.2 του τεκμηρίου 14), ίσχυε μόνον για όσα ελάμβαναν χώρα «στην Γεωγραφική περιοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας ...» και όχι για όσα ελάμβαναν χώραν στην αλλοδαπή (δείτε στο προοίμιο του τεκμηρίου 14). Περαιτέρω, απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του κ. Χριστοφόρου, ο Σταύρος Ζήνωνος (Μ.Υ.2) απεκάλυψε πώς «η Νότιος Αφρική είχε ειδικό καθεστώς», πώς παρά το ότι οι αιτήσεις για σύναψη ασφαλιστηρίων συμβολαίων συνετάσσοντο στην Νότια Αφρική, εντούτοις, άμα τη υποβολή τους υπήρχαν έτοιμες και οι αποδείξεις είσπραξης των εκάστοτε ασφαλίστρων σε Κυπριακές λίρες και πώς σε κάποιες περιπτώσεις υπήρχαν συμπληρωμένες αποδείξεις είσπραξης ασφαλίστρων χωρίς αυτά να έχουν καταβληθεί. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός, κατά την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης αρ. 2 απεκάλυψε πώς όταν ο ίδιος και η εναγομένη αρ. 2, κατέθεταν στην «αντιπροσωπία» της «Ελληνικής Τράπεζας» στη Νότια Αφρική, και συγκεκριμένα σε κάποιον Μαρίνο Δανιήλ, σε κάποιο Ρούσσο και σε κάποιον Σπυρίδωνα Ακριτίδη, ο οποίος «διακινούσε λεφτά», τα ασφάλιστρα τα οποία εισέπρατταν από τους εκεί διαμένοντες ασφαλισμένους, δεν έπαιρναν αποδείξεις κατάθεσης γιατί «ήταν σε άλλο currency ή ήταν απαγορευτικό, ήταν άλλη χώρα». Τέλος, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει το γεγονός πώς ο προαναφερθείς Σπυρίδων Ακριτίδης, πράγματι, ενέβαζε, στο λογαριασμό των εναγομένων αρ. 1, τα ασφάλιστρα τα οποία ο ίδιος και η εναγομένη αρ. 2 του παρέδιδαν. Ο Σταύρος Ζήνωνος (Μ.Υ.2) διευκρίνισε πώς ο ίδιος υπενθύμισε αρκετές φορές τον Σπυρίδωνα Ακριτίδη να διευθετήσει την αποστολή των ασφαλίστρων, τα οποία ο ίδιος του παρέδωσε, στους εναγομένους αρ. 1 και πώς «στις πολλές επικοινωνίες (του) με τον Ακριτίδη τα λεφτά εμβάζονταν». Η αυτοαναίρεση του Σταύρου Ζήνωνος (Μ.Υ.2) οδηγεί στην εκθεμελίωση της κεντρικής θέσης των εναγομένων αρ. 1 πώς μόνος σταθμός στη διαδρομή των επίδικων ασφαλίστρων προς τους ιδίους ήταν η εναγομένη αρ.
  4. Ο Σταύρος Ζήνωνος (Μ.Υ.2), ευθυγραμμισμένος με τη σχετική εκδοχή της εναγομένης αρ. 2 Ελεονώρας (άλλως Νόρας) Σιακατίδου (Μ.Υ.10) (δείτε στο έγγραφο αρ. 4), απεκάλυψε πώς στη διαδρομή αυτή παρεμβάλλοντο και τρίτοι, των οποίων ο ρόλος ήταν άτυπος και όχι απόλυτα κατανοητός. Εφ΄ όσον λοιπόν ανετράπηκε η κεντρική θέση των εναγομένων αρ. 1 πώς μόνος σταθμός στη διαδρομή των επίδικων ασφαλίστρων προς τους ιδίους ήταν η εναγομένη αρ. 2, ανετράπηκε και ένας καθοριστικής σημασίας κρίκος της αλυσίδας της περιστατικής μαρτυρίας την οποίαν αυτοί επαρουσίασαν. Διαπιστώνεται, έτσι, πώς ουδεμία ευθύνη της εναγομένης αρ. 2 απεδείχθηκε, οι δε εναντίον της αξίωσης, τόσον του ενάγοντος όσον και των εναγομένων αρ. 1 απορρίπτονται.
(3)Συνεπώς, μόνοι υπεύθυνοι έναντι του ενάγοντος είναι οι εναγομένοι αρ. 1, οι οποίοι οφείλουν να τον αποζημιώσουν για τη ζημιά την οποίαν αυτός υπέστηκε συνεπεία της αντισυμβατικής συμπεριφοράς τους να θεωρήσουν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως εξ υπαρχής άκυρο. Οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα, ως αποζημίωση, το ποσόν των επίδικων ασφαλίστρων, εντόκως.
(4)Επαναλαμβάνεται πώς οι εναγόμενοι αρ. 1 ουδεμίαν ευθύνη της εναγομένης αρ. 2 επέτυχαν να αποδείξουν. Μάλιστα, όπως εξηγείται πιο πάνω, η κεντρική θέση τους περί της ευθύνης της εναγομένης αρ. 2 εκθεμελιώθηκε ήδη με την μαρτυρία του Σταύρου Ζήνωνος (Μ.Υ.3), δηλαδή σε αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Εντούτοις, η πλευρά των εναγομένων αρ. 1 ανάλωσε το μεγαλύτερο μέρος της ακροαματικής διαδικασίας επιχειρώντας να αποδείξει άλλα επιμέρους ζητήματα της περιστατικής μαρτυρίας τα οποία, όμως, μετά την εκθεμελίωση του ισχυρισμού πώς μόνος σταθμός στη διαδρομή των επίδικων ασφαλίστρων προς τους ιδίους ήταν η εναγομένη αρ. 2, ήσαν άνευ σημασίας. Επιπλέον, η πλευρά των εναγομένων αρ. 1 ανάλωσε μεγάλο μέρος της ακροαματικής διαδικασίας επιχειρώντας να καταδείξει ύποπτους και αλλότριους σκοπούς εκ μέρους της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας επειδή αυτή αρνήθηκε να διώξει ποινικώς την εναγομένη αρ. 2 για αδικήματα σχετικά με τα όσα εδώ της αποδίδονται. Παρενθετικώς υποδεικνύεται η αναντίλεκτη δυνατότητα των ιδίων των εναγομένων αρ. 1 να καταχωρίσουν ιδιωτική ποινική δίωξη εναντίον της εναγομένης αρ. 2 εάν, πράγματι, αισθάνονται πώς επηρεάζονται αμέσως από εγκληματικές ενέργειές της και εάν, πράγματι, αισθάνονται πώς οι κρατικές διωκτικές αρχές αρνούνται να την διώξουν «λόγω ιδιοτροπίας, διαφθοράς ή μεροληψίας» (Αιπεία Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd κ.α.
(1997)2 Α.Α.Δ. 434, 437, Toffinis v. Theocharides and another
(1983)2 C.L.R. 363 και Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Επειδή αυτές οι επιλογές των εναγομένων αρ. 1, προεκάλεσαν μίαν αχρείαστα μακρά και επίπονη ακροαματική διαδικασία, δικαιολογείται η απόκλιση από το γενικό κανόνα σύμφωνα με το οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (Φιλίππου ν. Γιαννήταη κ.α. (Αρ. 2)
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1314, 1316). Υπό τις περιστάσεις, και κατ΄εφαρμογήν των αποφασισθέντων στην Sanderson ν. Blyth Theatre Company
(1903)2 K.B. 533 C.A., κρίνεται δικαιότερο όπως τα έξοδα της επιτυχούσης εναγομένης αρ. 2 καταβληθούν από τους εναγομένους αρ. 1 (δείτε και την Karaolis and another v. Charalambous
(1976)1 C.L.R. 310). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή εναντίον των εναγομένων αρ. 1 επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 για το ποσόν των €28.904,65, το οποίο θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 09.04.2008, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, έως την εξόφληση. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων αρ.
  1. Η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται όσον αφορά στην εναγομένη αρ.
  2. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης αρ. 2 και εναντίον των εναγομένων αρ.
  3. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.