Alpha Bank Ltd ν. Γιάννου Συμεωνίδη, Αρ. Αγωγής: 6114/06, 23/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A285 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 6114/06 Μεταξύ: Alpha Bank Ltd Εναγόντων Και Γιάννου Συμεωνίδη, (ΑΤ 509792), Ρωμανού 3, 2413 Λευκωσία Εναγομένου --------------------------------------------------- 23 Ιουνίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Κόκκινου Για Εναγόμενο: κος Α. Παπαντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αντιδικία των διαδίκων οφείλεται στην άρνηση του Εναγομένου να αναγνωρίσει το υπόλοιπο λογαριασμού που προέκυψε σε βάρος του, ως αποτέλεσμα της συμμετοχής του σε επενδυτικό σχέδιο των Εναγόντων Alpha - CLR Stockbrokers. Το εν λόγω υπόλοιπο, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, αποκρυσταλλώθηκε στις 31.5.2002 στο ποσό των ΛΚ 14.553,44 πλέον τόκους προς 9% από 1.1.2002 μέχρι εξόφλησης και αυτό αξιώνουν με την αγωγή τους. Ο Εναγόμενος επέδειξε ενδιαφέρον για συμμετοχή στο Επενδυτικό Σχέδιο και προς τούτο υπέβαλε στις 10.1.2000 σχετική γραπτή αίτηση του (Τεκμήριο 1(β), η οποία έγινε αποδεκτή. Στις 26.1.2000 υπέγραψε τη σχετική συμφωνία (Τεκμήριο 2) με την οποία οι Ενάγοντες συμφώνησαν να του παρέχουν δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο ΛΚ 50.000 εφόσον οι ενεχυριάσεις των μετοχών που πρόσφερε στις 26.1.2000 για εξασφάλιση του ορίου του λογαριασμού [Τεκμήριο 8(α)(β)(γ)] ανέρχονταν σε μεγαλύτερο ποσό από τις ΛΚ 50.000 και ειδικότερα σε ΛΚ 72.233,95 (€123.320,85σ), όπως είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές. Την ίδια ημέρα 26.1.2000 ο Εναγόμενος υπέγραψε τους όρους συμμετοχής στο Σχέδιο (Τεκμήριο 3), ως και πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε την CLR Stockbrokers ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του (Τεκμήριο 4), ο οποίος για λογαριασμό του θα μπορούσε μεταξύ άλλων να αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει κινητές αξίες εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ, να υπογράφει οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο συμπεριλαμβανομένων και εγγράφων ενεχυρίασης κινητών αξιών προς όφελος των Εναγόντων και να χειρίζεται τον τραπεζικό λογαριασμό του με τους Ενάγοντες. Περαιτέρω, την ίδια ημέρα 26.1.2000 ο Εναγόμενος υπέγραψε έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών ως και πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήρια 5 και 6) προς όφελος των Εναγόντων, ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που του παρείχαν οι Ενάγοντες με τη συμφωνία ημερ. 26.1.2000 (Τεκμήριο 2). Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, οι Ενάγοντες άνοιξαν επ' ονόματι του Εναγόμενου δυνάμει του Επενδυτικού Σχεδίου Alpha - CLR Stockbrokers, ειδικό τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 102-20138-2201-6 (202-222-000099-2). Ειδοποίησαν τον Εναγόμενο για την αλλαγή του επιτοκίου αναφορικά με το υπόλοιπο του δανείου του με επιστολές ημερ. 2.10.2000 και 6.7.2001 (Τεκμήρια 63 και 64) και με επιστολή τους ημερ. 31.5.2002 (Τεκμήριο 62) τερμάτισαν τον λογαριασμό του Εναγόμενου και τον κάλεσαν όπως εντός 15 ημερών εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο των ΛΚ 14.553,44 πλέον τόκους από 1.1.2002. Ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε, με αποτέλεσμα να κινηθεί η παρούσα αγωγή, η οποία προσέκρουσε και σε ανταπαίτηση του Εναγόμενου. Με αυτή, βασικά ανταπαιτεί: (Α) Απόφαση με την οποία να ακυρώνεται (α) η Συμφωνία ημερ. 26.1.2000 και το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού, (β) το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών και (γ) τα δύο πληρεξούσια έγγραφα, λόγω απάτης, δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή χωρίς καλή πίστη και/ή κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων των Εναγόντων. (Β) Απόφαση με την οποία να ακυρώνεται και/ή διαγράφεται το ισχυριζόμενο χρέος των ΛΚ 14.553,44 πλέον τόκους από 1.1.2002, το οποίο ο Εναγόμενος δεν αναγνωρίζει, και το οποίο προέκυψε από τη σύναψη της πιο πάνω Συμφωνίας ημερ. 26.1.2000. (Γ) Επιστροφή του ποσού των ΛΚ 50.000 το οποίο ο Εναγόμενος έθεσε με εμπιστοσύνη στη διάθεση των Εναγόντων και αντιπροσωπεύει την αξία των ενεχυριασθέντων μετοχών, αξιών του περιθωρίου εξασφάλισης του ορίου, το οποίο ο Εναγόμενος απώλεσε πλέον τόκους προς 8%. Διαζευκτικά αξιώνει το ποσό των ΛΚ 50.000 ως αποζημιώσεις. Έχοντας σκιαγραφήσει το αδιαμφισβήτητο πλαίσιο της υπόθεσης και τις εκατέρωθεν αξιώσεις, προχωρώ σε παράθεση σύνοψης μαρτυρίας των τριών
(3)μαρτύρων που κατέθεσαν για τους Ενάγοντες και αυτή του Εναγομένου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ Προέρχεται από τρείς λειτουργούς των Εναγόντων, την Ντόλη Τριανταφύλλου (Μ.Ε.1), την Ρόζμαρι Γεωργίου (Μ.Ε.2) και την Αγγελική Ππασή (Μ.Ε.3). Η Μ.Ε.1 - Λειτουργός στο Τμήμα Πιστωτικών Διευκολύνσεων για επενδυτικούς σκοπούς - εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας του Σχεδίου Alpha - CLR Stockbrokers και αναφέρθηκε στη συμμετοχή του Εναγομένου σ' αυτό, όπως προκύπτει από έγγραφα τα οποία κατέθεσε (Τεκμήρια 1-8). Επεξήγησε ότι για κάθε αγορά κινητών αξιών από τον Εναγόμενο, ο Εναγόμενος έπρεπε με βάση τον όρο 3 του επενδυτικού σχεδίου, να ενεχυριάζει τις κινητές αυτές αξίες προς όφελος των Εναγόντων για εξασφάλιση του λογαριασμού του. Η αγορά μετοχών γινόταν με οδηγίες του Εναγομένου προς την CLR Stockbrokers, η οποία αναλάμβανε να αγοράσει τις μετοχές αυτές. Εάν ο Εναγόμενος ήθελε να πωλήσει κινητές αξίες, τότε οι Ενάγοντες με οδηγίες του Εναγομένου ή του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του, CLR Stockbrokers, αποδέσμευαν τις κινητές αυτές αξίες που ήθελε να πωλήσει. Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε ο λογαριασμός του Εναγομένου ήταν ο εξής: Ο Εναγόμενος έδινε εντολή ή οδηγίες στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του, CLR Stockbrokers, για αγορά ή πώληση μετοχών. Όλες οι συναλλαγές του Εναγομένου γίνονταν μέσω της CLR Stockbrokers. Αυτή με την σειρά της συμπλήρωνε τα πινακίδια συναλλαγής (Contract Notes) (Τεκμ. 9-60) αναλόγως εάν γινόταν πώληση ή αγορά μετοχών και τα έστελλε στους Ενάγοντες, οι οποίοι με την σειρά τους πίστωναν ή χρέωναν τον λογαριασμό του Εναγομένου αντίστοιχα, με το ποσό της συναλλαγής προστιθέμενο με το ποσό της προμήθειας των Εναγόντων. Η προμήθεια των Εναγόντων ήταν το 0.15% επί του συνόλου των αγορών και πωλήσεων όπως περιγράφεται στο Παράρτημα Όρων Συμμετοχής στο Σχέδιο Alpha - CLR Stockbrokers που βρίσκεται επισυνημμένο στο Τεκμήριο
- Επίσης οι Ενάγοντες είχαν ετησίως δικαίωμα διαχείρισης του λογαριασμού του Εναγόμενου ύψους 2%. Οι Ενάγοντες επίσης, χρέωναν ή πίστωναν αναλόγως με την συναλλαγή που διενεργούσαν για λογαριασμό του Εναγομένου και τον λογαριασμό της CLR Stockbrokers. Τα Transfer Vouchers που εκδίδονταν από τους Ενάγοντες, αφορούσαν αγορά ή πώληση μετοχών εκ μέρους του Εναγομένου και σε μερικές περιπτώσεις έγγραφα ενεχυρίασης μετοχών και αποδέσμευσης μετοχών (Τεκμ.9-60). Σύμφωνα με τα Contract Notes και τα Transfer Vouchers (Τεκμ.9-60) που εκδίδονταν από την CLR Stockbrokers και τους Ενάγοντες αντιστοίχως, οι Ενάγοντες προχωρούσαν με την ανάλογη χρέωση ή πίστωση του λογαριασμού του Εναγομένου, τον οποίον είχαν ανοίξει δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας ημερ. 5.1.2000 και με αριθμό 102-20138-2201-
- Αργότερα άλλαξε σε 202-222-000099-2 λόγω εσωτερικών κανονισμών. Κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο 61 αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό και ισχυρίστηκε ότι οι Ενάγοντες απέστελλαν ανελλιπώς προς τον Εναγόμενο μηνιαίως καταστάσεις λογαριασμού ο οποίος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε γι' αυτές ούτε και για οποιεσδήποτε χρεοπιστώσεις παρουσιάζονται στο Τεκμήριο
- Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 31.5.2002 (Τεκμήριο 62) τερμάτισαν τον επίδικο λογαριασμό και κάλεσαν τον Εναγόμενο να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο των ΛΚ 14.553,44 πλέον τόκους από 1.1.
- Σε προγενέστερο χρόνο, οι Ενάγοντες, με επιστολές τους ημερ. 6.7.2001 και 2.10.2000 (Τεκμήρια 63 και 64) ενημέρωσαν τον Εναγόμενο ότι η αξία του χαρτοφυλακίου του είχε μειωθεί με βάση τις τιμές του ΧΑΚ και έπρεπε να προβεί σε πρόσθετες ενεχυριάσεις κινητών αξιών ή κατάθεση μετρητών για κάλυψη του ελλείμματος. Ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε και οι Ενάγοντες με επιστολές των δικηγόρων τους ημερ. 21.8.2002 και 19.6.2006 (Τεκμήρια 66 και 67) κάλεσαν τον Εναγόμενο να προβεί σε εξόφληση του υπόλοιπου του λογαριασμού του, χωρίς αποτέλεσμα. Ανέφερε ότι ο Εναγόμενος δεν έχει οποιεσδήποτε μετοχές ενεχυριασμένες προς όφελος των Εναγόντων εφόσον έχουν πωληθεί όλες οι μετοχές που αγοράστηκαν από τον Εναγόμενο και επομένως οι Ενάγοντες δεν είναι πλέον εξασφαλισμένοι πιστωτές για το χρέος του Εναγομένου προς αυτούς. Ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος οφείλει στους Ενάγοντες €24.867,05 (ΛΚ 14.553,44) πλέον τόκο προς 9% από 1.1.2002 μέχρι εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές το χρόνο, την 30/6 και 31/12 σύμφωνα με τον Ν.160
(1)/
- Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι οι πελάτες υπέγραφαν τα έγγραφα του Επενδυτικού Σχεδίου στα γραφεία των Εναγόντων, όμως είχαν επαφή με τη CLR στην οποία έδιδαν οδηγίες που εκτελούσε. Οι Ενάγοντες βάσει των Contract Notes χρεοπίστωναν το λογαριασμό. Η ίδια δεν είχε καμία ανάμειξη την ετοιμασία της αίτησης [(Τεκμήριο 1(β)] την οποία παρέλαβε ο κος Τζύρκας Διευθυντής της Υπηρεσίας Επενδυτικών Λογαριασμών και προώθησε για έγκριση. Οι όροι συμμετοχής του Επενδυτικού Σχεδίου (Τεκμήριο 3) ήταν επισυνημμένοι στο Τεκμήριο 1(β) και αποτελούν μέρος της συμφωνίας (Τεκμήριο 2). Ισχυρίστηκε ότι το Σχέδιο αυτό προσφερόταν μέσω δύο χρηματιστηριακών γραφείων (CLR και Benchmark) και εναπόκειτο στον πελάτη να αποφασίσει με ποια χρηματιστηριακή εταιρεία θα συνεργαζόταν. Επεξήγησε ότι στην κατάσταση λογαριασμού περιλαμβάνονται (α) το ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης 2%, (β) τα δικαιώματα των Εναγόντων 0.15% επί των αγορών και πωλήσεων μετοχών (Τεκμήριο 3), (γ) οι χρηματιστηριακές προμήθειες βάσει της συμφωνίας που είχε με την CLR ο πελάτης, (δ) τόκοι προς 8% (Τεκμήριο 3) και τόκοι προς 9% από 1.1.
- Η ίδια δεν συμμετείχε στον καταρτισμό του Τεκμηρίου 61, όμως ενίοτε έλεγχε το Τεκμήριο 61 (π.χ. στη χρέωση Τεκμήριο 46 παρουσιάζεται η μονογραφή της) εάν δηλαδή η χρέωση του λογαριασμού είχε γίνει σύμφωνα με το Contract Note που είχε προσκομίσει η CLR. Η ίδια δεν έλεγχε αν τα Contract Notes ανταποκρίνονταν στις οδηγίες του Εναγομένου, εφόσον ο πελάτης έδιδε οδηγίες στην CLR για αγορά ή πώληση μετοχών Οι Ενάγοντες διαχειρίζονταν το λογαριασμό του Εναγόμενου, τις χρεώσεις και πιστώσεις σ' αυτόν και ο Εναγόμενος ενημερωνόταν μηνιαία με τις καταστάσεις λογαριασμού που αποστέλλονταν στη διεύθυνση του. Ο Εναγόμενος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ή παραπονέθηκε για οποιαδήποτε χρέωση ή πίστωση στο λογαριασμό του. Οι Ενάγοντες δεν έχουν στην κατοχή τους τις εντολές του Εναγόμενου τις οποίες έχει η CLR, όπου έδιδε τις οδηγίες του. Επεξήγησε ότι το παραχωρηθέν όριο στον Εναγόμενο ήταν ΛΚ 50.000 και αυτός όφειλε να παραχωρήσει στους Ενάγοντες εξασφαλίσεις αξίας τουλάχιστον ΛΚ 50.
- Οι Εναγόντες δηλαδή ζητούσαν ισόποση εξασφάλιση 100%. Δεν θυμάται τον Εναγόμενο όταν υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα και δεν είναι μάρτυρας της υπογραφής του. Ισχυρίστηκε ότι τα επίδικα έγγραφα υπογράφτηκαν στα κτίρια των Εναγόντων και όχι στα κτίρια της CLR όπως της είχε υποβληθεί από το συνήγορο του Εναγόμενου. Τα Contract Notes αντιστοιχούσαν στις εντολές του Εναγόμενου (τις οποίες κατέχει η CLR) και δεν ήταν υποχρέωση των Εναγόντων να ελέγχουν αν δόθηκαν πράγματι εντολές του Εναγόμενου στη CLR, ως και κατά πόσο τα Contract Notes ανταποκρίνονταν ή όχι στις εντολές του, οι οποίες δίδονταν απευθείας στη CLR. Ο Εναγόμενος λάμβανε μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού και αν διαφωνούσε με οποιεσδήποτε χρεοπιστώσεις θα διαμαρτυρόταν προς τους Ενάγοντες, πράγμα που δεν έκανε ποτέ. (βλ. Τεκμήρια 69, 70, 71). Ορισμένα από τα Τεκμήρια 9 - 60 (χρεοπιστώσεις) φέρουν την υπογραφή της. Μετά την εκτύπωση της κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 61) από τη βοηθό της, επιβεβαίωσε μια προς μια όλες τις χρεοπιστώσεις βάσει των Contract Notes που είχε στην κατοχή της. Κατά τον τερματισμό του λογαριασμού στις 31.5.2002 (Τεκμήριο 62) η αξία του χαρτοφυλακίου του Εναγομένου ήταν μηδενική, αφού όπως φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού, κατ' εκείνη την περίοδο ο λογαριασμός παρέμενε ακίνητος και με την προηγούμενη επιστολή των Εναγόντων ημερ. 6.7.2001 (Τεκμήριο 63) η αξία του χαρτοφυλακίου του ήταν μηδενική. Δεν υπήρχαν ενεχυριασμένες μετοχές κατά τον τερματισμό (Τεκμήριο 62) και με την παρούσα αγωγή δεν ζητείται η πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών. Διευκρίνισε ότι με βάση το Σχέδιο οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα και όχι την υποχρέωση να προβούν σε πώληση ενεχυριασμένων μετοχών. Επεξήγησε ότι ο πελάτης είχε κάθε δικαίωμα αν το επιθυμούσε να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές του και να ξοφλήσει το λογαριασμό του ή να μειώσει το υπόλοιπο του. Ο Εναγόμενος, μετά τις 2.10.2000 (επιστολή Τεκμήριο 64) προέβηκε σε πωλήσεις μετοχών (βλ. Τεκμήριο 61 ημερ. 31.10.2000) και πιστώνετο ο λογαριασμός του με διάφορα ποσά (Τεκμήριο 38 πώλησε 3030 μετοχές του Woolworth στις 11.10.2000 και πιστώθηκε ο λογαριασμός του με ΛΚ 2.987,57 στις 12.10.2000). Επέμενε ότι κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής η αξία του χαρτοφυλακίου του Εναγόμενου ήταν μηδέν και μετά την 21.8.2002 (Τεκμήριο 66) με βάση την κατάσταση λογαριασμού, δεν έγινε καμία πώληση ενεχυριασθέντων ή οποιωνδήποτε άλλων μετοχών από τους Ενάγοντες. Ούτε και μετά τις 2.10.2000 (Τεκμήριο 64) οι Ενάγοντες πώλησαν μετοχές του Εναγόμενου. Ανέφερε ότι αν οι Ενάγοντες από τις 2.10.2000 ασκούσαν το δικαίωμα τους και πωλούσαν τις ενεχυριασμένες μετοχές του Εναγομένου δεν θα υπήρχε σήμερα το χρεωστικό υπόλοιπο. Όμως, με την ίδια λογική το ίδιο δικαίωμα θα μπορούσε να το ασκήσει και ο Εναγόμενος και έτσι θα εξοφλούσε το λογαριασμό του. Ισχυρίστηκε ότι οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας απευθύνονταν στην διοίκηση και στα διευθυντικά στελέχη των Εναγόντων και οι απλοί υπάλληλοι (όπως η ίδια) δεν είχαν γνώση του περιεχομένου τους, ούτε και ενημερώνονταν σχετικά. Ουδέποτε περιήλθαν στην κατοχή και γνώση της οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας (Τεκμήριο 68) και ισχυρίστηκε ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν την υποχρέωση να ενημερώσουν τον Εναγόμενο γι' αυτές τις Εγκυκλίους. Η Μ.Ε.2 - λειτουργός κατά τον ουσιώδη χρόνο στο Τμήμα Λογαριασμών για επενδυτικούς σκοπούς και μια εκ των υπεύθυνων για την εποπτεία και έλεγχο της κίνησης των τρεχούμενων λογαριασμών των πελατών που ανοίχθηκαν για σκοπούς επενδύσεων συμπεριλαμβανομένου και του λογαριασμού του Εναγόμενου - κατέθεσε το Δικαστήριο περαιτέρω (αναθεωρημένη) κατάσταση λογαριασμού από το 2000 μέχρι το 2006 (Τεκμήριο 67). Στο Τεκμήριο 67 εμφαίνεται το ποσό που οφείλεται από τον Εναγόμενο, αφαιρουμένης της διπλής κεφαλαιοποίησης των τόκων, το οποίο ανέρχεται σε €35.354,89 πλέον τόκους από 1.7.06 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων μια φορά το χρόνο, ως προνοείται στην επίδικη συμφωνία. Αναγνώρισε την υπογραφή της στην επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 62) ημερ. 31.5.
- Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν χειρίστηκε το λογαριασμό του Εναγόμενου αλλά γνωρίζει πολύ καλά την πρακτική που ακολουθείτο για τέτοιου είδους λογαριασμούς και τα έγγραφα που υπογράφτηκαν. Το Τεκμήριο 67 είναι κατάσταση λογαριασμού από την ημέρα ανοίγματος του επενδυτικού λογαριασμού μέχρι την 31.12.06 με οφειλόμενο υπόλοιπο ΛΚ 20.692,30 (€35.354,89). Επεξήγησε ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 67 είναι ακριβώς το ίδιο με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 61, όμως στο Τεκμήριο 67 πιστώθηκαν στις 20.7.06 τρία ποσά που αντιστοιχούν στη διπλή κεφαλαιοποίηση τόκου. Το Τεκμήριο 67 ως συγκεντρωτική κατάσταση μέχρι 31.12.2006, δεν αποστάληκε στον Εναγόμενο, όμως αποστάληκε σ αυτόν με την μορφή του Τεκμηρίου 61 σε μηνιαία βάση. Διαφώνησε με υποβολή ότι μετά την 31.12.2004 που λήγει το Τεκμήριο 61 ουδέποτε αποστάληκε οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού στον Εναγόμενο και επέμενε ότι σε μηνιαία βάση, αποστέλλοντο στον Εναγόμενο καταστάσεις λογαριασμών μέχρι την έγερση της αγωγής. Επεξήγησε το Τεκμήριο 67 και επέμενε ότι σ' αυτό περιλαμβάνονται ακριβώς τα ίδια ποσά και πράξεις με το Τεκμήριο
- Ανέφερε ότι η ίδια δεν ενημέρωσε τον Εναγόμενο για τις Εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας (Τεκμήριο 68). Η Μ.Ε.3 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Λειτουργός στο Τμήμα Πιστωτικών Διευκολύνσεων για επενδυτικούς σκοπούς στο Κεντρικό κατάστημα των Εναγόντων. Ισχυρίστηκε ότι ήταν παρούσα κατά την υπογραφή από τον Εναγόμενο της συμφωνίας για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 26.1.2000 (Τεκμήριο 2), του Τεκμηρίου 3 (παρά το γεγονός ότι δεν υπόγραψε σ' αυτό), του πληρεξουσίου εγγράφου προς την CLR Stockbrokers (Τεκμήριο 4), του εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών ημερ. 26.1.2000 (Τεκμήριο 5) και του Τεκμηρίου 6 (στο οποίο δεν υπέγραψε). Όλα τα έγγραφα αυτά (Τεκμ. 2, 3, 4, 5,6) υπογράφθηκαν στην παρουσία της ιδίας και της Έφης Γιάλλουρου. Τα πληρεξούσια έγγραφα πιστοποιήθηκαν από Πιστοποιών υπάλληλο ο οποίος ειδικά εκείνη την περίοδο λόγω Χρηματιστηρίου, ήταν κάθε μέρα στα γραφεία τους για να πιστοποιεί υπογραφές πελατών σε πληρεξούσια έγγραφα. Ανέφερε ότι δεν θυμάται τον Εναγόμενο διότι έχουν περάσει σχεδόν 14 χρόνια, όμως είναι σίγουρη ότι ο Εναγόμενος υπόγραψε ενώπιον της, εφόσον ουδέποτε υπέγραψε έγγραφα των Εναγόντων ως μάρτυρας υπογραφής, όταν ο πελάτης δεν υπέγραφε στην παρουσία της. Ως εκ τούτου επέμενε ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε τα πιο πάνω έγγραφα στο Κεντρικό Κατάστημα των Εναγόντων στην παρουσία της και η ίδια υπέγραψε ως μάρτυρας της υπογραφής του. Επεξήγησε τη διαδικασία που ακολούθησε κατά τον επίδικο χρόνο, ως μάρτυρας υπογραφής του Εναγόμενου και ανέφερε ότι ο πελάτης επισκεπτόταν τα γραφεία των Εναγόντων και είχε συζητήσεις με τον Διευθυντή του Τμήματος κ. Τζύρκα ή άλλο Λειτουργό για τα επίδικα θέματα. Η ίδια ετοίμαζε τα έγγραφα που ο πελάτης θα υπέγραφε και αυτός υπέγραφε ενώπιον της ίδιας και της Έφης Γιάλλουρου στην συγκεκριμένη υπόθεση, αφού διάβαζε τα έγγραφα εάν ήθελε. Τον ρωτούσαν εάν είχε απορίες πριν να τα υπογράψει και αν δεν είχε τα υπέγραφε. Εάν είχε απορίες, τότε η ίδια ή η Έφη Γιάλλουρου ή κάποιος άλλος Λειτουργός εξηγούσε στον πελάτη τις απορίες του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Εναγόμενος υπέγραψε στην παρουσία της, δεν θυμάται όμως αν είχε απορίες ή όχι. Εάν όμως είχε, τότε του τις εξήγησαν προτού υπογράψει. Επεξήγησε ότι στα έγγραφα προτού υπογραφούν από τον πελάτη, υπήρχαν τυπωμένες ημερομηνίες, ονόματα και διεύθυνση του πελάτη, ως και τα ονόματα των μαρτύρων υπογραφής. Επίσης, υπέγραψε στα έγγραφα που είναι μέρος του Τεκμηρίου 8 (α) (β) (γ) που αφορούν τις αρχικές ενεχυριάσεις του Εναγομένου. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι σε σχέση με το επίδικο επενδυτικό σχέδιο, έτυχε ανάλογης εκπαίδευσης από τους Ενάγοντες. Επέμενε ότι πάντοτε προέτρεπαν τους πελάτες να διαβάζουν τους όρους της συμφωνίας και ρωτούσαν τους πελάτες αν είχαν οποιεσδήποτε απορίες για το περιεχόμενο των εγγράφων. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο Εναγόμενος δεν υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο στην παρουσία της ιδίας και της Έφης Γιάλλουρου και επέμενε ότι ήταν κανόνας για την ίδια να υπογράφει σαν μάρτυρας πάντοτε στην παρουσία του πελάτη. Τόνισε ότι αν ο Εναγόμενος δεν υπέγραφε στην παρουσία της, δεν θα υπέγραφε ούτε και η ίδια σαν μάρτυρας. Τα επίδικα έγγραφα υπογράφθηκαν στο Κεντρικό κατάστημα των Εναγόντων στη Λευκωσία στην παρουσία της ιδίας και της Έφης Γιάλλουρου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Πιστοποιών υπάλληλος βρισκόταν κάθε μέρα στο κατάστημα των Εναγόντων λόγω των πολλών υποθέσεων. Ανέφερε ότι μετά το Τεκμήριο 1(β) (αίτηση) ακολούθησε το Τεκμήριο 3 (όροι συμμετοχής) και υπογράφτηκαν την ίδια ημέρα (10.1.2000). Το Τεκμήριο 3 δεν υπογράφτηκε ξανά στην παρουσία της στις 26.1.
- Πρόσθεσε ότι οι όροι συμμετοχής (Τεκμήριο 3) βρίσκονταν μαζί με τα υπόλοιπα έγραφα όταν υπέγραφε ο πελάτης ώστε να είναι σε θέση να λύσουν τυχόν απορίες του. Τα Τεκμήρια 2, 4, 5 υπογράφτηκαν την ίδια ημέρα και επέμενε ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε το Τεκμήριο 5 στην παρουσία της, εφόσον όλα τα έγγραφα ετοιμάζονταν και ελέγχονταν για να δοθούν στον πελάτη και να τα υπογράψει στην παρουσία της ίδιας και ΄Εφης Γιάλλουρου. Απέκλεισε το ενδεχόμενο τα επίδικα έγγραφα, να υπογράφηκαν στα γραφεία της CLR και όχι στα γραφεία των Εναγόντων. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Ο Εναγόμενος ανέφερε στη μαρτυρία του ότι υπέγραψε την αίτηση [(Τεκμήριο 1(β)] στο κτίριο των Εναγόντων. Ο ίδιος δεν γνώριζε λεπτομέρειες για το επίδικο σχέδιο, αλλά ο συνάδελφος του Κυριάκος Φυλακτού είχε ενημερωθεί από τους Ενάγοντες και αυτός είναι που γνώριζε λεπτομέρειες για την αίτηση του. Διευκρίνισε ότι το Τεκμήριο 1(β) φέρει ημερομηνία 10.1.2000 ενώ τα Τεκμήρια 2, 3, 4, 5 και 6 φέρουν ημερομηνία 26.1.
- Ωστόσο, επέμενε ότι είχε επισκεφθεί τους Ενάγοντες μόνο μια φορά μαζί τον Φυλακτού. Αναγνώρισε την υπογραφή του στα Τεκμήρια 2, 3, 4, 5 ,6 όμως δεν ήταν σε θέση να θυμάται γιατί έχουν διαφορετική ημερομηνία από αυτή του Τεκμηρίου 1(β). Ισχυρίστηκε ότι όλα τα έγγραφα τα υπέγραψε την μοναδική φορά που επισκέφθηκε τους Ενάγοντες. Δεν είχε ποτέ επαφή με χρηματιστή της CLR Stockbrokers και κατά την υπογραφή των επίδικων εγγράφων στα κτίρια των Εναγόντων δεν θυμάται να ήταν παρών χρηματιστής της CLR. Κατά την υπογραφή των εγγράφων ήταν παρούσα μόνο μια υπάλληλος των Εναγόντων και δεν θυμάται να ήταν παρών Πιστοποιών υπάλληλος. Η υπάλληλος των Εναγόντων είχε έτοιμα τα έγγραφα, τα υπέγραψε και έφυγε χωρίς να του επεξηγήσει κανένας το επενδυτικό σχέδιο ως και ότι υπήρχαν εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζα (Τεκμήριο 68) που απαγόρευαν τη σύναψη τέτοιων σχεδίων. Απουσίαζε συνεχώς στο εξωτερικό λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων και το λογαριασμό του τον διαχειρίζονταν οι Ενάγοντες, χωρίς να γνωρίζει το όνομα οποιουδήποτε χρηματιστή, ούτε και επισκέφθηκε ποτέ τα γραφεία της CLR. Αναγνώρισε την υπογραφή του στα έγγραφα ενεχυρίασης (Τεκμήριο 8 (α,β,γ), τα οποία υπέγραψε στο κτίριο των Εναγόντων την μοναδική φορά που το επισκέφθηκε. Ωστόσο, ανέφερε ότι η υπογραφή στα Τεκμήρια 9, 10 και 11 - 60 δεν είναι δική του, ούτε και γνωρίζει σε ποιον ανήκει. Για τα Τεκμήρια 9-60 δεν θυμάται αν έπαιρνε σχετικές ειδοποιήσεις, λόγω της συχνής απουσίας του στο εξωτερικό. Σ' ότι αφορά τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 61) ανέφερε χαρακτηριστικά «δεν νομίζω να πήρα τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού» και «δεν θυμάμαι να έπαιρνα τέτοιες καταστάσεις». Ισχυρίστηκε ότι η διεύθυνση που αναγράφεται σ' αυτές, δεν γνωρίζει αν είναι ορθή γιατί αυτός διαμένει στην Έγκωμη και πιθανόν να ταχυδρομούνταν σε άλλη διεύθυνση. Πρόσθεσε ότι στην περίπτωση που ελάμβανε τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού θα τις θυμόταν και δεν καταλαβαίνει τη λειτουργία τους. Λόγω των επαγγελματικών του υποχρεώσεων, δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με αγοραπωλησίες μετοχών και τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του είχαν αναλάβει οι Ενάγοντες. Απέστειλε στους Ενάγοντες την επιστολή (Τεκμήριο 69), αντιδρώντας σε προηγούμενη επιστολή τους και αφού είχε ζητήσει συνάντηση με τον κ. Τζύρκα η οποία δεν έγινε. Οι Ενάγοντες στην επιστολή του Τεκμήριο 69 δεν απάντησαν. Μετά από αρκετά χρόνια το 2007-2008 περίπου συναντήθηκε στα γραφεία των Εναγόντων, δεν θυμάται με ποιούς υπαλλήλους, και με χρηματιστή της CLR δεν είχε ποτέ καμία επικοινωνία. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι έχει γυμνασιακή μόρφωση και ασχολείται με εξαγωγές γεωργικών προϊόντων. Εργαζόταν για 31 χρόνια σε Συνεργατική Εταιρεία που ασχολείτο με εξαγωγή γεωργικών προϊόντων και από 1.1.2004, ασχολείται ως ιδιώτης. Κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στη Συνεργατική, ταξίδευε συχνά και απουσίαζε για πολύ χρόνο στο εξωτερικό. Ο ίδιος συμπλήρωσε την αίτηση Τεκμήριο 1(β) και υπέγραψε τα Τεκμήρια 2, 3 χωρίς να τα διαβάσει προηγουμένως. Κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 2, κανένας από τους Ενάγοντες δεν του είπε ότι θα έπρεπε να το διαβάσει προτού το υπογράψει και δεν γνωρίζει αν η Έφη Γιάλλουρου και η Μ.Ε.3 ήταν παρούσες κατά την υπογραφή των εγγράφων. Επέμενε ότι κανένας από τους Ενάγοντες δεν του εξήγησε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2, 3, 4, 5 και 6 προτού τα υπογράψει και δεν θυμάται, λόγω της παρέλευσης πολλών χρόνων, αν ήταν παρόντες κατά την υπογραφή τους, υπάλληλος ή υπάλληλοι των Εναγόντων. Ο ίδιος κατά την υπογραφή των εγγράφων, δεν ρώτησε υπαλλήλους των Εναγόντων για τον τρόπο λειτουργίας του σχεδίου και ισχυρίστηκε ότι αν κάποιος του το εξηγούσε, δεν θα το υπέγραφε. Αρνήθηκε ότι διόρισε με το Τεκμήριο 4 τη CLR, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να προβαίνει σε αγορές και πωλήσεις μετοχών στο όνομα του και επέμενε ότι δεν γνώριζε την CLR. Ουδέποτε διάβασε τα Τεκμήρια 2-6 και ισχυρίστηκε ότι κατά την υπογραφή των εγγράφων δεν ήταν παρών Πιστοποιών υπάλληλος. Δεν γνώριζε ότι οι Ενάγοντες είχαν ανοίξει λογαριασμό στο όνομα του και το αντιλήφθηκε μετά που παρέλαβε όπως δέχθηκε, την επιστολή ημερ. 31.5.2002 (Τεκμήριο 62 όπου αναγράφεται η διεύθυνση Ρωμανού 3, Τ.Κ.2413 Λευκωσία). Ισχυρίστηκε ότι η διεύθυνση του είναι Ρωμανού 3, στην Έγκωμη και δεν θυμάται τον Τ.Κ. ούτε αν είναι
- Δεν θυμάται αν παρέλαβε την επιστολή ημερ. 6.7.2001 Τεκμήριο 63 (με διεύθυνση Ρωμανού 3, Έγκωμη, 2413 Λευκωσία) και μετά από υπόδειξη της συνηγόρου των Εναγόντων ότι η δική του επιστολή (Τεκμήριο 69) αναφέρεται στην επιστολή των Εναγόντων ημερ. 6.7.01 (Τεκμήριο 63) δέχθηκε ότι παρέλαβε το Τεκμήριο
- Δεν θυμάται αν παρέλαβε το Τεκμήριο 64 και πρόσθεσε ότι για να μην αντιδράσει σ' αυτήν σημαίνει ότι δεν την παρέλαβε. Αρνήθηκε ότι τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του θα την έκαμνε η CLR ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του και όχι οι Ενάγοντες. Σ' ότι αφορά το περιεχόμενο της παρ.1 του Τεκμηρίου 69, (όπου ο ίδιος αναφέρεται στην CLR) επέμενε ότι είχε προβεί σε συμφωνία με τους Ενάγοντες και οι σχέσεις των Εναγόντων με την CLR δεν του ήταν γνωστές. Ανέφερε ότι δεν θυμάται το ύψος του ορίου που του είχαν παραχωρήσει οι Ενάγοντες (αν ήταν ΛΚ 50.000) και σε υποβολή ότι όπως προκύπτει από την παρ.3 του Τεκμηρίου 69, γνώριζε και παρακολουθούσε το λογαριασμό του ως και τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του από τη CLR, απάντησε ότι μετά από 13 χρόνια δεν θυμάται γιατί έγραψε την επιστολή Τεκμήριο
- Δεν κατοικούσε μόνιμα στην Κύπρο, δεν παρακολουθούσε τι συνέβαινε, και δεν ασχολείτο καθόλου με αγοραπωλησία μετοχών. Αρνήθηκε ότι παρέλαβε τις επιστολές Τεκμήριο 62 και 64 και δέχθηκε ότι παρέλαβε μόνο το Τεκμήριο 63 στο οποίο απάντησε με το Τεκμήριο
- Δεν θυμάται αν παραλάμβανε καταστάσεις λογαριασμού και επειδή εργαζόταν εκτός Κύπρου, δεν μπορούσε να παρακολουθεί το λογαριασμό του με τους Ενάγοντες. Στην οδό Ρωμανού 3, διαμένει η σύζυγος του και ο ίδιος όταν βρίσκεται στην Κύπρο. Σε υποβολή ότι η υπογραφή επί των Τεκμηρίων 9 - 60 ανήκει σε υπάλληλο της CLR Stockbrokers που διόρισε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του με το Τεκμήριο 4, ανέφερε ότι δεν του επεξηγήθηκε οτιδήποτε από τους Ενάγοντες, ούτε τον έφεραν σε επαφή με χρηματιστή, ούτε γνωρίζει που βρίσκεται η CLR ούτε και γνωρίζει αν η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 61, καταρτίστηκε με βάση τα Τεκμήρια 9-60 τα οποία ουδέποτε περιήλθαν σε γνώση του. Αρνήθηκε ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες και δεν γνωρίζει τι αξιώνει με την ανταπαίτηση του. Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου, τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, καθώς επίσης και τις θέσεις και επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Σ' ότι αφορά τους μάρτυρες που κατέθεσαν για τους Ενάγοντες, ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 θα είμαι σύντομη. Για όλους σχημάτισα θετική εντύπωση και δεν έχω εντοπίσει στην μαρτυρία τους οτιδήποτε που εγείρει ερωτηματικά ή να εμβάλλει σε υποψίες ότι σε κάποιο σημείο δεν είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια ή την απέκρυψαν. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου, υπέβαλε στις ΜΕ1 και ΜΕ3 τη θέση ότι τα επίδικα έγγραφα Τεκμήρια 2, 3, 4, 5 και 6 δεν υπογράφθηκαν από τον Εναγόμενο στα γραφεία των Εναγόντων αλλά στα γραφεία της CLR Stockbrokers, υποβολή βεβαίως που απέρριψαν και οι δύο μάρτυρες, εμμένοντας στη σταθερή τους θέση ότι όλα τα έγγραφα υπογράφτηκαν στην παρουσία της ΜΕ3 και Έφης Γιάλλουρου, στα γραφεία των Εναγόντων. Η εν λόγω υποβολή παρέμεινε τελικά μετέωρη και αστήρικτη εφόσον ο ίδιος ο Εναγόμενος παραδέχθηκε στην μαρτυρία του ότι υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα στα κτίρια των Εναγόντων, επιβεβαιώνοντας τη θέση των ΜΕ1 και ΜΕ3 επί τούτου. Είναι σημαντικό επίσης να τονιστεί ότι η ΜΕ3 ανέφερε στην μαρτυρία της ότι ήταν παρούσα κατά την υπογραφή από τον Εναγόμενο στις 26.1.2000, του Τεκμ. 2, Τεκμ. 3 (στο οποίο δεν υπέγραψε η ίδια) ως και των Τεκμ. 4, 5 και
- Ωστόσο κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι το Τεκμήριο 3 (όροι συμμετοχής) ακολουθούσε την αίτηση [(Τεκμήριο 1(β)], η οποία φέρει ημερομηνία 10.1.
- Θεωρώ ότι η διαφοροποίηση στην θέση της για το χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 3, δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της, εφόσον, όπως η ίδια ανέφερε και προκύπτει από το ίδιο το έγγραφο, αυτή δεν υπέγραψε ως μάρτυρας της υπογραφής του Εναγομένου επί του Τεκμηρίου 3, το οποίο, εν πάση περιπτώσει δεν φέρει ημερομηνία. Το πλέον όμως σημαντικό, είναι ο ισχυρισμός της ότι οι όροι συμμετοχής (Τεκμ.3), κατά την 26.1.2000 βρίσκονταν μαζί με τα υπόλοιπα έγραφα όταν θα τα υπέγραφε ο Εναγόμενος, ώστε να ήταν σε θέση να λύσουν τυχόν απορίες του. Είναι επίσης σημαντικό ότι ο Εναγόμενος αναγνώρισε, εν πάση περιπτώσει, την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου
- Επισημαίνεται επίσης ότι η ΜΕ3, όπως ανέφερε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο, δεν ήταν σε θέση να θυμάται τον Εναγόμενο μετά πάροδο 14 χρόνων από την υπογραφή των Τεκμ. 2, 3, 4, 5 και 6, όμως ήταν σίγουρη ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε στην παρουσία της τα Τεκμήρια 2, 4 και 5 εφόσον αποτελούσε απαράβατο κανόνα για την ίδια να υπογράφει ως μάρτυρας πάντοτε στην παρουσία του πελάτη. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στην μαρτυρία της, ουδέποτε υπέγραψε έγγραφα των Εναγόντων ως μάρτυρας υπογραφής, στην απουσία του πελάτη. Αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΕ3 ως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια, τονίζοντας συγχρόνως ότι ο Εναγόμενος, εν πάση περιπτώσει αναγνώρισε την υπογραφή του επί των Τεκμ. 2, 3, 4, 5 και
- Σ' ότι αφορά την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 61) για την οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου εισηγήθηκε ότι οι Ενάγοντες δεν προσκόμισαν πρωτογενή μαρτυρία για να εξηγήσουν το περιεχόμενο της αναφέρω τα ακόλουθα: Το Τεκμήριο 61 ως έγγραφο κατατέθηκε χωρίς ένσταση από την πλευρά του Εναγομένου και επομένως δεν τέθηκε θέμα κατά το χρόνο κατάθεσης του ως τεκμήριο, παρουσίασης και του πιστοποιητικού που προβλέπει το άρθρο 35
(3)του Ν.32
(1)/
- Περαιτέρω, η ΜΕ1, αν και ανέφερε στην αντεξέτασή της ότι η ίδια δεν συμμετείχε στον καταρτισμό του Τεκμηρίου 61, εντούτοις διευκρίνισε ότι αυτή ενίοτε προέβαινε σε ελέγχους του Τεκμηρίου 61 κατά πόσο οι χρεώσεις εγίνοντο σύμφωνα με τα Contract Notes που είχε προσκομίσει η CLR. Περαιτέρω, ορισμένες από τις χρεοπιστώσεις (Τεκμ.9-60) φέρουν την υπογραφή της. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι, όπως η ίδια ανέφερε κατά τρόπο θετικό και σαφή, μετά την εκτύπωση του Τεκμηρίου 61 από τη βοηθό της, επιβεβαίωσε μία προς μία όλες τις χρεοπιστώσεις βάσει των Contract Notes που είχε στην κατοχή της (Τεκμ.9-60). Σημειώνεται επίσης ότι η ΜΕ2 η οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο την αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 67), διευκρίνισε στο Δικαστήριο ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 67 είναι ακριβώς το ίδιο με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 61, με τη μόνη διαφορά ότι στο Τεκμήριο 67 πιστώθηκαν στις 20.7.06 τρία ποσά που αντιστοιχούν στη διπλή κεφαλαιοποίηση τόκου. Για όλα τα πιο πάνω, οι ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 κρίνονται αξιόπιστοι μάρτυρες, η μαρτυρία τους καθόλου δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και δέχομαι εξ ολοκλήρου την μαρτυρία τους. Σ' ότι αφορά όμως τον Εναγόμενο η κατάσταση είναι διαφορετική. Πέραν του ότι σχημάτισα αρνητική εικόνα σε σχέση με την αξιοπιστία του, εντόπισα στην μαρτυρία του σημεία τα οποία, κατά την άποψη μου, έκδηλα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Πιο συγκεκριμένα:
- Ο Εναγόμενος κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι κατά την υπογραφή των επίδικων εγγράφων στα κτίρια των Εναγόντων ήταν παρούσα μόνο μια υπάλληλος και δεν θυμάται αν ήταν παρών Πιστοποιών υπάλληλος. Αντεξεταζόμενος, διαφοροποίησε τη θέση του και ισχυρίστηκε ότι δεν θυμάται αν ήταν παρόντες κατά την υπογραφή των εγγράφων, υπάλληλος ή υπάλληλοι των Εναγόντων και με απόλυτο τρόπο ανέφερε ότι δεν ήταν παρών Πιστοποιών υπάλληλος. Είναι φανερό ότι με τη διαφοροποίηση των θέσεων του αυτών, προσπάθησε ανεπιτυχώς να επιρρίψει ευθύνες στους Εναγόντες, σ' ότι αφορά τη διαδικασία υπογραφής των εγγράφων, θέσεις οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο ήδη έχει αποδεχθεί την μαρτυρία της ΜΕ3 και έχοντας συγχρόνως κατά νου την αποδοχή του ίδιου του Εναγομένου για την υπογραφή του επί των εν λόγω τεκμηρίων, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε τα Τεκμ. 2, 3, 4, 5 και 6 στην παρουσία της ΜΕ3 και Έφης Γιάλλουρου ως και ότι τα πληρεξούσια έγγραφα Τεκμ. 4 και 6 πιστοποιήθηκαν από Πιστοποιών υπάλληλο.
- Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι η υπάλληλος των Εναγόντων, είχε έτοιμα τα έγγραφα τα υπέγραψε και έφυγε χωρίς να του εξηγήσει κανένας προτού τα υπογράψει, το περιεχόμενο τους, ως και ότι υπήρχαν Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας που απαγόρευαν τη σύναψη τέτοιων Επενδυτικών Σχεδίων. Δέχθηκε συγχρόνως ότι ο ίδιος υπέγραψε τα έγγραφα χωρίς να ρωτήσει οποιοδήποτε υπάλληλο των Εναγόντων για τον τρόπο λειτουργίας του Σχεδίου. Σημειώνεται ότι ήταν θέση της ΜΕ3 - η οποία έχει ήδη γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο - ότι η διαδικασία που ακολούθησε κατά τον ουσιώδη χρόνο ως μάρτυρας υπογραφής των πελατών στα εν λόγω Επενδυτικά Σχέδια και επομένως ως μάρτυρας ης υπογραφής του Εναγόμενου, ήταν η ετοιμασία από την ίδια όλων των σχετικών εγγράφων και η υπογραφή τους από τον πελάτη στην παρουσία της και της Έφης Γιάλλουρου, αφού προηγουμένως τα διάβαζε ο πελάτης αν επιθυμούσε και αν είχε απορίες του τις εξηγούσαν. Δεν ήταν σε θέση να θυμάται αν ο Εναγόμενος είχε απορίες, τις οποίες όμως αν είχε, σίγουρα του τις εξήγησαν προτού υπογράψει. Το γεγονός ότι η ΜΕ3 μετά από 14 χρόνια δεν ήταν σε θέση να θυμάται συγκεκριμένα την περίπτωση του Εναγόμενου δεν οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι αυτός είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Όπως παραδέχθηκε στην μαρτυρία του ούτε ο ίδιος ρώτησε οποιοδήποτε υπάλληλο των Εναγόντων, ώστε να του εξηγήσει το περιεχόμενο των επίδικων εγγράφων αλλά επιδεικνύοντας κάθε αδιαφορία γι' αυτό, τα υπέγραψε χωρίς να τα διαβάσει και χωρίς επομένως να έχει οποιεσδήποτε απορίες. Είναι σημαντικό ότι ο Εναγόμενος σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του προέβαλε ισχυρισμό ότι ζήτησε από υπαλλήλους των Εναγόντων να διαβάσει τα εν λόγω έγγραφα και αυτοί του στέρησαν το δικαίωμα αυτό, ούτε και ότι το διάβασε και ζήτησε εξηγήσεις τις οποίες του αρνήθηκαν ή ότι τον παραπλάνησαν. Επομένως, είχε την ευχέρεια αν το επιθυμούσε, προτού υπογράψει τα εν λόγω έγγραφα, να τα διαβάσει και να ζητήσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις από τους Εναγόντες, πράγμα που δεν έκανε. Παρόλο που ο Εναγόμενος δεν συμπεριέλαβε στην Υπεράσπιση του την αρχή του "Non est factum" συνοπτικά αναφέρω τα πιο κάτω: Στην απόφαση της Βουλής των Λόρδων Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004 η οποία υιοθετείται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τσολάκης Τουτζικιάν και άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1240 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο.» Έχει επίσης νομολογηθεί ότι κάποιος που υπογράφει έγγραφο εν λευκώ, καθιστά το έγγραφο δικό του και αναλαμβάνει την ευθύνη γι' αυτό, διακινδυνεύοντας τη δόλια συμπλήρωση του και δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν υπήρξε συμφωνία (βλέπε Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1522 και Τουτζικιάν (ανωτέρω). Η ακυρότητα εγγράφου για τέτοιο λόγο μόνο σπάνια μπορεί να διαταχθεί στην περίπτωση ενός προσώπου πλήρους επάρκειας (of full capacity). Ο γενικός κανόνας είναι ότι ο καθένας έχει γνώση του περιεχομένου ενός εγγράφου το οποίο υπογράφει και το βάρος απόδειξης ότι επέδειξε εύλογη επιμέλεια σε υποθέσεις που στηρίζονται στην αρχή του "non est factum" βρίσκεται στους ώμους αυτού που την επικαλείται (βλέπε Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R. 961). Στην υπόθεση Saunders αναφέρεται επίσης ότι η αμέλεια ή η απροσεξία του προσώπου, που υπογράφει κάποιο έγγραφο, το αποκλείουν από του να επικαλείται εκ των υστέρων την αρχή «non est factum» στην βάση του κανόνα ότι κανένας δεν μπορεί να επωφελείται από τα λάθη του. Στην παρούσα περίπτωση, όχι μόνο δεν έχει καταδειχθεί ότι ο Εναγόμενος δεν είναι πρόσωπο πλήρους επάρκειας αλλά αντίθετα έχει καταδειχθεί ότι αυτός είναι ικανός να αντιλαμβάνεται πολύ καλά τις ενέργειες του, ως προσώπου με γυμνασιακή μόρφωση και πολύχρονη εμπειρία πέραν των 40 χρόνων, σε εργασία που αφορά εξαγωγές γεωργικών προϊόντων, η οποία απαιτούσε και συχνά ταξίδια του στο εξωτερικό. Ο Εναγόμενος παραδέχθηκε με τον πιο σαφή τρόπο ότι επέδειξε αμέλεια, απροσεξία και αδιαφορία κατά την υπογραφή των επίδικων εγγράφων διότι δεν τα διάβασε προτού τα υπογράψει, παράγοντας όμως που σύμφωνα με τη Νομολογία τον αποκλείει να τον επικαλείται εκ των υστέρων, στην προσπάθεια του να επωφεληθεί από τα λάθη του.
- Ο Εναγόμενος προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν γνώριζε ότι οι Ενάγοντες είχαν ανοίξει λογαριασμό επ' ονόματι του και δεν θυμάται αν παραλάμβανε καταστάσεις λογαριασμού ως το Τεκμήριο 61 εφόσον η διεύθυνση που αναγράφεται σ' αυτές δεν γνωρίζει αν είναι ορθή και αυτός διαμένει στην Έγκωμη. Για τον ίδιο λόγο αρνήθηκε κατά την αντεξέταση ότι παρέλαβε τις επιστολές Τεκμ. 62 και 64 και προσπάθησε κατ' αρχήν να τοποθετηθεί ότι δεν θυμάται να παρέλαβε την επιστολή Τεκμήριο 63, όμως αναγκάστηκε να παραδεχθεί τελικά ότι την παρέλαβε, όταν του υποδείχθηκε ότι εις απάντηση του Τεκμηρίου 63, ο ίδιος είχε αποστείλει την επιστολή Τεκμήριο
- Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι παρέλαβε το Τεκμήριο 62 ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του, δέχθηκε ότι την είχε παραλάβει. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του Εναγόμενου δεν γίνονται αποδεκτοί από το Δικαστήριο και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αυτός δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι αυτός διαμένει με τη σύζυγό του στην οδό Ρωμανού 3 στην Έγκωμη και δεν θυμάται τον Τ.Κ. ούτε και αν είναι
- Είναι γεγονός ότι στις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 61, αναγράφεται η οδός Ρωμανού 3, 2413, Λευκωσία χωρίς να αναγράφεται «Έγκωμη». Ωστόσο το ίδιο αναγράφεται και στην επιστολή Τεκμήριο 62 την οποία δέχθηκε ότι παρέλαβε. Επομένως, είναι φανερό ότι ο Τ.Κ. του Εναγόμενου είναι 2413 και χωρίς την αναγραφή της «Έγκωμης» παρέλαβε το Τεκμήριο 62 ως και τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο
- Ο ίδιος Τ.Κ. 2413 αναγράφεται και στην επιστολή (Τεκμήριο 63) την οποία επίσης δέχθηκε ότι παρέλαβε ως και στην επιστολή (Τεκμήριο 64) που αρνείται ότι παρέλαβε. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι εν πάση περιπτώσει, η μη επιστροφή των εν λόγω επιστολών από το ταχυδρομείο, είναι αρκετό για να οδηγήσει στο κατά τεκμήριο συμπέρασμα ότι οι επιστολές αυτές, όπως και οι καταστάσεις λογαριασμού παραλήφθηκαν από τον αποδέκτη τους. (βλ. Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Ανδριανή Λεωνίδου Σάββα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας αρ. Υπόθ. 341/10 ημερ. 6.2.2012). Είναι προφανές ότι ο Εναγόμενος προσπάθησε με παραποίηση της αλήθειας, να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν ενημερωνόταν από τους Ενάγοντες για τον λογαριασμό του και την κίνηση του, όμως ανεπιτυχώς. Από το περιεχόμενο της επιστολής του ημερ. 25.7.2001 Τεκμήριο 69, είναι φανερό ότι αυτός γνώριζε πολύ καλά την ύπαρξη του επενδυτικού του λογαριασμού τον οποίο παρακολουθούσε, ως και την διαχείριση του χαρτοφυλακίου του από τη CLR, έστω και αν αναφέρθηκε σ' αυτήν λανθασμένα ως CLR Financial Services. Κάτω από την πίεση της αντεξέτασης ανέφερε τελικά στο Δικαστήριο ότι μετά από 13 χρόνια δεν θυμάται γιατί έγραψε την επιστολή Τεκμήριο 69. Για όλα τα πιο πάνω, ο Εναγόμενος κρίνεται ως παντελώς αναξιόπιστος και η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολό της. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης, βρίσκω ότι τα πραγματικά και αληθινά γεγονότα είναι σύμφωνα με την μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. ΝΟΜΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες με σχετική ειδοποίηση τους ημερ. 1.12.10 προς το Πρωτοκολλητείο, την οποία επέδωσαν στους δικηγόρους του Εναγομένου, ενημέρωσαν το Δικαστήριο σχετικά με την αλλαγή του ονόματος τους από Alpha Bank Ltd σε Alpha Bank Cyprus Ltd (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέας Θεοδώρου Πολ. Έφεση 240/05 ημερ. 18.12.06). Όπως ορθά επισημάνθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγόντων, όλα τα νομικά ζητήματα που έχουν εγερθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου στην Υπεράσπιση του ως και στην γραπτή αγόρευση του έχουν ήδη αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Μαρία Συρίμη ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131, Γιαννάκης Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού και Θεοδώρου Ζερβού ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Έφεση 305/08 ημερ. 21.12.2011. Όπως αναφέρθηκε και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γεώργιος Λανίτη ν. Hellenic Bank Public Company Ltd Πολ. Έφεση 339/09 ημερ. 21.11.13 «Σειρά από προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου επεσήμαναν και έψεξαν τη στάση που επιδεικνύει ο κ. Παπαντωνίου έναντι των προηγούμενων δεσμευτικών αποφάσεων, ο οποίος δυστυχώς μέχρι σήμερα συνεχίζει με τη στάση του και τη συμπεριφορά του παραγνωρίζοντας τα όσα μέχρι σήμερα έχουν νομολογηθεί να προωθεί πανομοιότυπες εφέσεις: Ιωάννη Ζερβού ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Π.Ε. 42/2009, ημερ. 14.1.2013, Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131, Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, Ζερβού κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Π.Ε. 305/08, ημερ. 21/12/2011, Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd, Π.Ε. 356/08, ημερ. 22.12.2011, Μαρκίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε. 303/08, ημρ. 8.3.2012, Καραγιάννης κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε. 275/08, ημερ. 26.10.2012, Μάτση ν. Ellinas Finance Ltd., Π.Ε. 98/09, ημερ. 31.10.2012.» Ωστόσο, θα αναφερθώ συνοπτικά πιο κάτω στις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου.
- Ο Εναγόμενος, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες παραβίασαν τον περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Νόμο, καθότι πρόφεραν υπηρεσίες χρηματιστή και εκτελούσαν χρηματιστηριακές υπηρεσίες για τον Εναγόμενο, ενώ δεν ήταν μέλη του ΧΑΚ και δεν ήταν χρηματιστές. Η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και έχει άδεια από την Κεντρική Τράπεζα να ασκεί τραπεζικές εργασίες στην Δημοκρατία από την 14.10.1983 [Τεκμήριο 1(α)], η οποία βρίσκεται ακόμα σε ισχύ. Οι Ενάγοντες πρόσφεραν στον Εναγόμενο, βάσει συμφωνίας για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων, όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο Alpha - CLR Stockbrokers (Τεκμήριο 3). Οι Ενάγοντες δεν ήταν χρηματιστές, ουδέποτε πρόφεραν υπηρεσίες χρηματιστή, αλλά βάσει του Τεκμηρίου 3 αυτός που εκτελούσε χρέη χρηματιστή ήταν η CLR STOCKBROKERS την οποία ο Εναγόμενος διόρισε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του (Τεκμήριο 4). Εν πάση περιπτώσει ο ίδιος ο Εναγόμενος παραδέχεται μέσα από το Τεκμήριο 69 ότι χρηματιστής του ήταν η CLR [ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αναγράφει λάθος όνομα εταιρείας]. Την διαχείριση των κινητών αξιών, δηλαδή την αγορά και πώληση μετοχών που είναι εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ την έκανε η CLR STOCKBROKERS (Τεκμήριο 3 και 4). Επομένως, χρηματιστής ήταν η CLR STOCKBROKERS και όχι οι Ενάγοντες. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Εναγομένου ότι οι Ενάγοντες με βάση το καταστατικό τους δεν επιτρέπετο να προσφέρουν πιστωτικές διευκολύνσεις για επενδυτικούς σκοπούς, επισημαίνεται ότι κάτι τέτοιο δεν έχει αποδειχθεί από τον Εναγόμενο, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης αυτού του ισχυρισμού και επομένως ως αόριστος και ανυπόστατος ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο. Όπως ανέφερα πιο πάνω, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1(α) οι Ενάγοντες κατέχουν άδεια να ασκούν τραπεζικές εργασίες από την 14.10.1983 και εποπτεύονται από την Κεντρική Τράπεζα. Με βάση το άρθρο 3 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/97 η Κεντρική Τράπεζα, προτού χορηγήσει άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών στους Ενάγοντες, έλεγξε το ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό των Εναγόντων, εφόσον αυτό επιβάλλεται με βάση το Νόμο να γίνει, ώστε να χορηγηθεί άδεια. Επίσης, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1(α) οι Ενάγοντες εποπτεύονται από την Κεντρική Τράπεζα (Άρθρο 26 του Νόμου) και η άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών τους είναι σε ισχύ. Εν πάση περιπτώσει, η επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 2) δεν περιλάμβανε οποιοδήποτε παράνομο σκοπό εντός της έννοιας του άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, αφού η δανειοδότηση δεν απαγορεύεται από οποιοδήποτε Νομοθέτημα, συμπεριλαμβανομένου και του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/
- Ο Εναγόμενος δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε γι' αυτόν τον ισχυρισμό, εφόσον δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να δείχνει ότι η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευε στους Ενάγοντες να παραχωρούν πιστωτικές διευκολύνσεις για επενδυτικούς σκοπούς, λόγω του ότι το καταστατικό τους δεν τους το επέτρεπε. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Εναγομένου ότι οι Ενάγοντες παραβίασαν τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας (Τεκμήριο 68) επισημαίνω ότι το θέμα αυτό έχει επιλυθεί τελεσίδικα από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Μαρία Συρίμη ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λιμιτεδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131, Γιαννάκης Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238 και Θεοδώρα Ζερβού ν. Euroinvestement & Finance Public Ltd (πρώην Euroinvestment & Finance) Πολ. Έφεση αρ. 239/09 ημερ. 20.3.13. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Θεοδώρα Ζερβού (ανωτέρω) είναι σχετικό: «Πανοποιότυποι ισχυρισμοί και επιχειρήματα προβλήθηκαν, εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν στη Γρηγόρης Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 356/08, 22.12.11, από την οποία παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα, με το οποίο συμφωνούμε:- "Ούτε αυτή η θέση έχει οποιοδήποτε έρεισμα και αυτό θα έπρεπε να ήταν σε γνώση του συνηγόρου του εφεσείοντα, ο οποίος είχε εγείρει ανεπιτυχώς τα ίδια θέματα σε άλλες δύο τουλάχιστον περιπτώσεις με παρόμοια περιστατικά ενώπιον του Εφετείου. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Μαρία Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 315/2007, ημερ. 12.7.2010, το Εφετείο αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, και επί αυτών των θεμάτων, αναφέροντας τα εξής: "Όπως επισημαίνεται από το δικηγόρο του Εφεσίβλητου, οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις Τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της Εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της Εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση. ................................................................ Αλλά και σε μεταγενέστερη απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 21/2008, ημερ. 14.7.2010, απορρίφθηκαν οι ίδιες θέσεις του συνηγόρου του εφεσείοντα και λέχθηκαν τα εξής: "Συμφωνούμε απόλυτα με τον τρόπο που ο ευπαίδευτος Πρόεδρος προσέγγισε το θέμα για να καταλήξει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η συμφωνία δεν είναι παράνομη. Δεν προτιθέμεθα να επεκταθούμε, αφού πρόσφατα εξετάσαμε τα ίδια ακριβώς θέματα που ηγέρθηκαν και πάλιν από τον κ. Παπαντωνίου, στην υπόθεση Μαρία Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, Πολ. Έφεση 315/07, ημερ. 12.7.10 και καταλήξαμε σε σχέση με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, ότι παρόμοια συμφωνία για άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού, δεν μπορούσε να θεωρηθεί παράνομη. Υιοθετούμε τις ίδιες απόψεις και εδώ." Ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε προσεγγίσει το θέμα, τον οποίο επικρότησε η Ολομέλεια, είχε ως εξής: "Εγείρονται, επί του προκειμένου, δύο ερωτήματα. Το πρώτο, κατά πόσο οι εν λόγω εγκύκλιοι δημοσιοποιούν διαμορφωθείσα δημόσια πολιτική, χωρίς την κατάδειξη της οποίας δεν μπορεί να ευσταθήσει η υποστηριχθείσα θέση, και αν ναι, κατά πόσο η Τράπεζα τις παραβίασε. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφανώς αρνητική, στοιχείο που εκθεμελιώνει και το δεύτερο. Με την εγκύκλιο τεκμ. 26
(1)η Κεντρική Τράπεζα δεν απαγόρευσε τη χορήγηση δανείων για επενδυτικούς σκοπούς, αλλά σύστηνε στις Τράπεζες να τα περιορίσουν και να 'ναι πιο προσεκτικές. Με τη δεύτερη εγκύκλιο, το Τεκμ. 26
(2)δηλαδή - που φαίνεται να στάληκε μετά την αύξηση του πιστωτικού ορίου στις £250.000 - εκφραζόταν η προσδοκία (αναμενόταν, είναι ιη λέξη που χρησιμοποιείται) ότι στο μέλλον οι εμπορικές τράπεζες δεν θα προσφέρουν σε νέους επενδυτές ειδικούς λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων, κάτι που δεν αφορούσε τον εναγόμενο ο οποίος ήταν παλιός επενδυτής. Εν πάση περιπτώσει, όπως και να εξετασθούν όλες οι εγκύκλιοι, δεν απαγορεύεται η παροχή πιστώσεων για επενδύσεις και, επομένως, δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη δημόσιας πολιτικής που να τις απαγορεύει. Ούτε έχει τεκμηριωθεί παραβίαση των εν λόγω εγκυκλίων από την Τράπεζα, σ' ότι αφορά τον επενδυτικό λογαριασμό του εναγομένου." Περαιτέρω, δεν συμφωνούμε με την εισήγηση του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι οι αποφάσεις στις προαναφερθείσες υποθέσεις διαφοροποιούνται από την παρούσα, επειδή οι αγορασθείσες για λογαριασμό του εκεί εφεσείοντα ήσαν ενεχυριασμένες. Τα νομικά θέματα αρχής που αποφασίσθηκαν ως προς τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας ισχύουν και εφαρμόζονται και στην παρούσα υπόθεση, όπου και τα ουσιώδη γεγονότα που τις περιβάλλουν δεν είναι ανόμοια.» Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Εναγόμενος δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη δημόσιας πολιτικής που να απαγορεύει την ύπαρξη και δημιουργία τρεχούμενων λογαριασμών για επενδυτικούς σκοπούς. Η παραβίαση εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας από εμπορική τράπεζα δεν δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα σε τρίτα πρόσωπα και δεν μπορεί να υπάρξει η αναγνώριση περαιτέρω θεραπείας σε ιδιώτη ο οποίος δεν έχει κατευθείαν σχέση με την Κεντρική Τράπεζα και ούτε έχει άλλο έννομο συμφέρον στο να αναζητήσει περαιτέρω θεραπεία ως άτομο από την εμπορική τράπεζα που παραβίασε τις εγκυκλίους. Εν πάση περιπτώσει δεν αποδείχθηκε ότι οι Ενάγοντες όντως παραβίασαν τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, εφόσον δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία που να τεκμηριώνει ότι οι Ενάγοντες τιμωρήθηκαν με οποιοδήποτε διοικητικό πρόστιμο, ποινή που θα επιβάλλετο από την Κεντρική Τράπεζα εάν υπήρχε παραβίαση των εγκυκλίων. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες καμία υποχρέωση ή ευθύνη είχαν να παρέχουν συμβουλές, επεξηγήσεις και ενημέρωση στον Εναγόμενο για τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, ο οποίος, όπως εξάλλου παραδέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, υπέγραψε τα επίδικα έγγραφα χωρίς να ρωτήσει οτιδήποτε σχετικό, από οποιοδήποτε υπάλληλο των Εναγόντων. 2. Σ' ότι αφορά την ερμηνεία των εγγράφων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η ερμηνεία που θα πρέπει να προσδοθεί στο περιεχόμενο τους είναι αντικειμενική. Ο Εναγόμενος κωλύεται λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφο από του να ισχυρίζεται και να προβάλλει την δική του υποκειμενική γνώμη και ερμηνεία για το περιεχόμενο των έγγραφων συμφωνιών. Το κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφο είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος είναι θεμελιωμένος επί της αρχής ότι μια επίσημη και σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως ως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούει [βλ. Greer and Another v. Kettle
(1938)A.C. 156, 171(HL), Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ στην οποία γίνεται αναφορά στο σύγγραμμα Nokes Introduction to Evidence, 3η έκδοση, σελ.208, σύμφωνα με το οποίο, κώλυμα είναι κανόνας βάσει του οποίου ο διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός, και Σύγγραμμα του Phipson on Evidence, 12η edition, σελ.912]. Επομένως το γεγονός ότι ο Εναγόμενος συμφώνησε και αποδέχτηκε το περιεχόμενο των επίδικων εγγράφων, τα οποία παραδέχθηκε ότι υπέγραψε, τον εμποδίζει και/ή κωλύει από του να προβάλλει διαφορετική ερμηνεία των όρων αυτών. Επιπρόσθετα, στην παρούσα υπόθεση τίθεται θέμα εφαρμογής του κανόνα που απαγορεύει την προσκόμιση εξωγενούς μαρτυρίας (The Parol Evidence Rule) σύμφωνα με τον οποίο αν μια συμφωνία έχει αποτυπωθεί γραπτώς, προφορική μαρτυρία δεν επιτρέπεται να δοθεί έτσι ώστε να προσθέσει σ' αυτήν ή να αφαιρέσει από αυτήν ή με οποιοδήποτε τρόπο να τροποποιήσει την γραπτή συμφωνία. Το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Chitty on Contracts General Principles 25th edition, Vol.I pg801 είναι σχετικό: "Where the parties have embodied the terms of their contract in a written document, the general rule is that "verbal evidence is not allowed to be given..so as to add to or substract from, or in any manner to vary or qualify the written contract" Evidence is not admissible or permissible to show that their subjective intentions were not in accord with the written instrument". "Where the words of a written instrument have a fixed meaning not susceptible of explanation, extrinsic evidence is not admissible to show that the parties meant something different from what they have said - Bank of New Zealand v. Simpson
(1900)A.C. 182. "the words must be understood in their plain and ordinary sense.." Επίσης, βασικός οδηγός για την ερμηνεία συμβατικών όρων αποτελεί το κείμενο τους, ορώμενο και όχι απομονωμένο, αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας στην οποία απαντάται και με κριτήριο την έννοια την οποία μεταδίδει στο μέσο λογικό άνθρωπο. [βλ. Λάουρα ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168, Πολυκάρπου ν. Πολυκάρπου
(1982)1 Α.Α.Δ. 182]. Επομένως, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το επίδικο σχέδιο λειτουργούσε με τον τρόπο που με λεπτομέρεια και σαφήνεια επεξηγήθηκε από την Μ.Ε.1 ενώπιον του Δικαστηρίου, της οποία η μαρτυρία έγινε ήδη αποδεκτή από το Δικαστήριο. Στο Τεκμήριο 3 επεξηγείται η σημασία του «Λογαριασμού Επενδυτή» που είναι ο λογαριασμός που διατηρείται στην Τράπεζα στο όνομα του επενδυτή σε σχέση με συναλλαγές που θα γίνονται από τη συμμετοχή του στο σχέδιο και τον οποίο λογαριασμό θα χειρίζονται οι CLR STOCKBROKERS ως πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του επενδυτή. Επίσης, αναφέρεται ότι «συναλλαγές σχεδίου» σημαίνει τις αγοραπωλησίες κινητών αξιών που είναι εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ για λογαριασμό του επενδυτή μέσω του σχεδίου, αποκλειστικά από τους CLR STOCKBROKERS. Ο όρος 13 και 14 αναφέρει ότι ο επενδυτής (στην παρούσα περίπτωση ο Εναγόμενος) υποχρεούται να διορίσει τους CLR STOCKBROKERS ως πληρεξούσιους αντιπροσώπους του με εξουσία να προβαίνουν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για συμμετοχή του στο επενδυτικό σχέδιο και ότι η Τράπεζα δεν αναλαμβάνει οποιαδήποτε υποχρέωση σε σχέση με αγοραπωλησίες μετοχών, εφόσον η βασική διαχείριση και διεκπεραίωση θα γίνεται από τους CLR STOCKBROKERS. Ουδεμία ευθύνη θα έχει η Τράπεζα για αποζημίωση έναντι του Εναγομένου ή των CLR STOCKBROKERS. Όλα τα πιο πάνω αφορούν τον χειρισμό των συναλλαγών με βάση το επενδυτικό σχέδιο, τον οποίο θα κάνουν οι CLR STOCKBROKERS, τους οποίους ο Εναγόμενος διόρισε και εγγράφως (Τεκμήριο 6) ως τους πληρεξούσιους αντιπρόσωπους του. Επομένως, η διαχείριση του χαρτοφυλακίου του Εναγομένου, δηλαδή αγοραπωλησίες μετοχών, θα γινόταν από τους CLR STOCKBROKERS και όχι από τους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες ανέλαβαν την διαχείριση του λογαριασμού του Εναγομένου και όχι τον χειρισμό αυτού. Τα Δικαιώματα Τραπέζης (Παράρτημα των όρων συμμετοχής) αφορούσαν τον λογαριασμό (την διαχείριση αυτού) και όχι το χαρτοφυλάκιο του Εναγομένου, και σε σχέση με αυτόν, οι Ενάγοντες ανέλαβαν την τήρηση, έλεγχο, παρακολούθησή του, καταχώρηση χρεώσεων και πιστώσεων βάσει των πινακιδίων συναλλαγής, καθώς και την ενημέρωση του Εναγομένου με το να του αποστέλλουν σχετικές καταστάσεις λογαριασμού μηνιαίως. Η ετοιμασία των καταστάσεων, η παρακολούθηση του λογαριασμού, και κατ' επέκταση η ετοιμασία επιστολών για ενημέρωση του Εναγομένου (Τεκμήρια 61, 62, 63 και 64), η καταχώρηση των ποσών των πινακιδίων συναλλαγών στον λογαριασμό και γενικά η «διαχείριση» γινόταν από τους Ενάγοντες, γι' αυτό και εξάλλου συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών και του Εναγομένου όπως ο Εναγόμενος πληρώνει κάποια δικαιώματα στους Ενάγοντες. Επομένως τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του Εναγομένου είχαν αποκλειστικά οι CLR STOCKBROKERS. Καμία σχέση είχαν οι Ενάγοντες με εντολές ή με την αγοραπωλησία μετοχών. Η λειτουργία του λογαριασμού γινόταν όπως επεξηγήθηκε από την Μ.Ε.1. Ο Εναγόμενος ανέλαβε με το Τεκμήριο 4 να αναγνωρίσει οποιαδήποτε πράξη (αγορά, πώληση κτλ) γίνει από τους CLR STOCKBROKERS στο όνομά του, ωσάν να έγινε από τον ίδιο. Οι Ενάγοντες καμία σχέση είχαν με οποιαδήποτε πράξη που διενεργήθηκε εκ μέρους του Εναγομένου, αλλά ούτε και μπορούσαν να διενεργήσουν οποιαδήποτε αγορά ή πώληση μετοχών για τον Εναγόμενο. 3. Αναφορικά με το δικαίωμα ή υποχρέωση πώλησης των ενεχυριασμένων μετοχών από τους Ενάγοντες, σχετικό είναι το Τεκμήριο 5 παρ.7, σύμφωνα με το οποίο οι Ενάγοντες έχουν το δικαίωμα να πωλήσουν οποτεδήποτε θελήσουν, κατά την απόλυτο κρίση τους, τις ενεχυριασμένες μετοχές του Εναγομένου σε περίπτωση μη πληρωμής των υποχρεώσεων του προς αυτούς. Επίσης, ο όρος 9 του Τεκμηρίου 3 αναφέρεται και πάλι σε δικαίωμα πώλησης των ενεχυριασμένων κινητών αξιών του Εναγομένου, σε περίπτωση μη ανταπόκρισης από αυτόν σε σχετική ειδοποίηση από τους Ενάγοντες για επιπρόσθετες εξασφαλίσεις. Ο όρος 5 επίσης του Τεκμηρίου 3 αναφέρεται σε δικαίωμα της Τράπεζας για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών του Εναγομένου. Με βάση τους πιο πάνω όρους, τους οποίους ο Εναγόμενος αποδέχτηκε, εφόσον υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα, οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα, και όχι υποχρέωση να πωλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές του Εναγόμενου. Αναφέρομαι επίσης στο άρθρο 134
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 με βάση το οποίο, σε περίπτωση υπερημερίας του ενεχυριάσοντος οφειλέτη, ο ενεχυροδανειστής δύναται να πωλήσει τα ενεχυριασθέντα αγαθά, μετά από εύλογη ειδοποίηση. Επομένως είναι σαφές ότι ούτε στους όρους του Τεκμηρίου 5 πιο πάνω, αλλά ούτε και στο πιο πάνω άρθρο προνοείται ή επιβάλλεται η υποχρέωση πώλησης των ενεχυριασμένων αγαθών που στην παρούσα περίπτωση είναι μετοχές. Σχετική είναι η υπόθεση Παναγιώτης Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd Πολ. Έφεση 340/09 ημερ. 21.11.13 και το ακόλουθο απόσπασμα: «Αναφορικά με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εφεσείοντα ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε καθοδήγηση από την υπόθεση China South Sea Bank Ltd και έκρινε ότι η εφεσίβλητη δεν υπείχε θέση διαχειριστή του λογαριασμού του εφεσείοντα, περιοριζόμαστε στην επισήμανση ότι, πανομοιότυποι νομικοί ισχυρισμοί σε σχέση με πανομοιότυπες συμβάσεις και νομικά έγγραφα κρίθηκαν ανυπόστατοι από το Εφετείο στις υποθέσεις Μαρία Συρίμη, Γιαννάκης Καλλικάς και Θεοδώρα Ζερβού (πιο πάνω), στις οποίες όπως πολύ ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο επισημαίνει, «αποφασίστηκε ότι ο πιστωτής δεν είχε ευθύνη προς τον χρεώστη να εξασκήσει το δικαίωμα πώλησης που είχε και το οποίο ανεφύετο από ενέχυρο, αλλά δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος αν και πότε θα πωλούσε». Με άλλα λόγια, το δικαίωμα για εκποίηση δεν μπορεί να μετατραπεί σε υποχρέωση.» Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Νίκος Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 740 και Μαρία Νικολάου ν. Ellinas Finance Ltd Πολ. Έφεση 373/09 ημερ. 22.11.
- Κατά συνέπεια, οι Ενάγοντες καμία ευθύνη είχαν να πωλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές του Εναγομένου. Ούτε έχουν ευθύνη επειδή η αξία των μετοχών του Εναγομένου ενδεχομένως να μειώθηκε. Ο πιστωτής σε καμία περίπτωση καθίσταται εμπιστευματοδόχος των δεσμευμένων μετοχών του οφειλέτη. Κατά συνέπεια, σε καμία περίπτωση οι Ενάγοντες ευθύνονται γα την ζημιά του Εναγομένου, ο οποίος ισχυρίζεται, ότι οι Ενάγοντες όφειλαν να πωλήσουν τις μετοχές του. Εν πάση περιπτώσει, και ο Εναγόμενος μπορούσε να πωλήσει τις μετοχές του εάν το επιθυμούσε, αλλά από την μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν το έπραξε. Επομένως, ο Εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει ότι οι Ενάγοντες είχαν συμβατική υποχρέωση να πωλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές του, σε οποιαδήποτε περίοδο. Εν πάση περιπτώσει ο Εναγόμενος δεν κατέχει σήμερα, ή κατά την έγερση της παρούσας αγωγής εναντίον του, ενεχυριασμένες προς όφελος των Εναγόντων μετοχές, στο όνομά του.
- Ο Εναγομένος ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες παραβίασαν την σχέση εμπιστοσύνης που είχαν με τον Εναγόμενο. Ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν υφίσταται σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας και πελάτη, εκτός εάν προκύπτει κάτι τέτοιο από τις εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σύμφωνα με το Σύγγραμμα Halsbury's 4η έκδοση, 2005, σελίδες 110-113, η σχέση μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη δημιουργεί διάφορα δικαιώματα και υποχρεώσεις εκατέρωθεν, αλλά ο τραπεζίτης δεν είναι εμπιστευματοδόχος του πελάτη ως προς τη χρήση των χρημάτων που ο ίδιος καταθέτει στην Τράπεζα. Δυνατόν να αναγνωριστεί καθήκον εμπιστοσύνης όπου ο τραπεζίτης δίνει συμβουλές στον πελάτη του. Στην παρούσα περίπτωση, οι Ενάγοντες δεν έδιναν συμβουλές στον Εναγόμενο ούτε και είχαν την ευθύνη διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα του Paget Law of Banking, 7η έκδοση, σελ. 169-172, μια Τράπεζα ενδεχομένως να έχει ευθύνη για λανθασμένες συμβουλές στις επενδύσεις, εάν θεωρείται ότι είναι στα πλαίσια των καθηκόντων της να δίνει τέτοιου είδους συμβουλές. Στην παρούσα περίπτωση, κανένα τέτοιο καθήκον είχαν οι Ενάγοντες, ούτε και τεκμηριώθηκε κάτι τέτοιο. Απεναντίας, όπως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 3 πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του Εναγομένου ήταν οι CLR STOCKBROKERS και οι συναλλαγές με βάση το επενδυτικό σχέδιο εγίνοντο από αυτούς και μόνο. Στην παρούσα περίπτωση η σχέση του Εναγομένου με τους Ενάγοντες είναι καθαρά συμβατική και η σχέση τους διέπετο από την συμφωνία ενεχυρίασης μετοχών. Οι όροι των συμφωνιών που υπεγράφτηκαν από τον Εναγόμενο είναι αυτοί που διέπουν την σχέση μεταξύ τους. Στο Σύγγραμμα Chitty on Contract, Vol III Specific Contracts 26th edition para 2892, αναφέρεται ότι σχέση εμπιστοσύνης δημιουργείται όταν ο πελάτης στηρίζεται εν γνώσει του τραπεζίτη, σε συμβουλές αυτού για μια συναλλαγή από την οποία η τράπεζα έχει ή μπορεί να έχει όφελος ή συμφέρον αντίθετο από αυτά του πελάτη. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρξε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του Εναγομένου και των Εναγόντων και οι Ενάγοντες δεν ήταν εμπιστευματοδόχοι του Εναγομένου. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες κατείχαν τις μετοχές του ως εμπιστευματοδόχοι και επομένως είχαν κάποιου είδους υποχρεώσεις και ευθύνες. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Καμία υποχρέωση είχαν οι Ενάγοντες για την διαχείριση των μετοχών του Εναγομένου. Η υποχρέωση αυτή ανήκε στον Εναγόμενο και στην CLR STOCKBROKERS. Οι μετοχές που αγοράζοντο στο όνομα του Εναγομένου, ενεχυριάζονταν προς όφελος των Εναγόντων και κατέχονταν από αυτούς ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγομένου προς αυτούς. Σε περίπτωση μη πληρωμής των υποχρεώσεων του Εναγομένου, οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να τις πωλήσουν και να ξοφλήσουν τις υποχρεώσεις του Εναγομένου ή μέρος αυτών. Εν πάση περιπτώσει, τυχόν μερίσματα από τις μετοχές αυτές, τα ελάμβανε ο Εναγόμενος και πιστώνετο ο λογαριασμός του.
- Σ' ότι αφορά τον ισχυρισμό του Εναγομένου ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να του παρέχουν και εξασφαλίσουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή, τονίζω το γεγονός ότι όπως ο ίδιος ο Εναγόμενος ανέφερε στο Δικαστήριο, ούτε καν ζήτησε να διαβάσει τα επίδικα έγγραφα ούτε και ζήτησε από τους Ενάγοντες να του τα εξηγήσουν. Εν πάση περιπτώσει, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες, καμία υποχρέωση είχαν να παρέχουν νομικές συμβουλές στον Εναγόμενο σε σχέση με τη συμμετοχή του στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο. Εξάλλου, ο Εναγόμενος δεν ήταν εγγυητής, αλλά πρωτοφειλέτης και επομένως οι Ενάγοντες καμία υποχρέωση είχαν να προστατεύσουν τα συμφέροντα του με την παροχή σ' αυτόν νομικής συμβουλής (βλ. Σιάτης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(2000)2 Α.Α.Δ. 1598 και Alpha Bank Ltd v. Γαλάτεια Χαραλάμπους Στεφάνου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1101).
- Ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι οι Ενάγοντες είχαν καταστεί αντιπρόσωποι του σε σχέση με τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του και γι' αυτό τους καταλογίζει κακοδιαχείριση του λογαριασμού του, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ο Εναγόμενος με το πληρεξούσιο έγγραφο Τεκμήριο 4, διόρισε την CLR STOCKBROKERS ως πληρεξούσιους αντιπρόσωπους του, οι οποίοι θα διαχειρίζοντο το χαρτοφυλάκιο του. Συνεπώς, σε καμία περίπτωση οι Ενάγοντες ήταν αντιπρόσωποι του Εναγόμενου. Οι Ενάγοντες είναι Τράπεζα / πιστωτικός οργανισμός και η CLR STOCKBROKERS είναι χρηματιστηριακό γραφείο και ο χρηματιστής του Εναγομένου. Η μόνη σχέση μεταξύ των δύο που μπορεί να εξαχθεί από τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο είναι ότι οι Ενάγοντες παρείχαν στον Εναγόμενο πιστωτικές διευκολύνσεις για να αγοράσει ή πωλήσει μετοχές μέσω της CLR STOCKBROKERS και καμία άλλη. Το γεγονός ότι η ονομασία του επενδυτικού σχεδίου είναι Alpha - CLR STOCKBROKERS σε καμία περίπτωση αποδεικνύει ότι οι Ενάγοντες ήταν αντιπρόσωποι του χρηματιστή του Εναγομένου, ούτε ότι η CLR STOCKBROKERS είναι θυγατρική ή συνδεδεμένη με τους Ενάγοντες εταιρεία. Αντιθέτως, ο ίδιος ο Εναγόμενος διόρισε την CLR STOCKBROKERS ως αντιπρόσωπό του.
- Ο δικογραφημένος ισχυρισμός του Εναγομένου ότι εξαναγκάστηκε από τους Ενάγοντες, οι οποίοι τον εξώθησαν να υπογράψει τα επίδικα έγγραφα που αφορούν την συμμετοχή του στο συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο, δεν έχει υποστηριχθεί με μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίθετα ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε στην μαρτυρία του ότι εκείνος που τον παρότρυνε για να συμμετέχει στο εν λόγω επενδυτικό σχέδιο ήταν ο συνάδελφος του Κυριάκος Φυλακτού, ο οποίος γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες της αίτησης του. Κατά τον χρόνο υπογραφής των εγγράφων από τον ίδιο, κανένα ισχυρισμό προέβαλε στην μαρτυρία του περί εξαναγκασμού του εκ μέρους των Εναγόντων. Αντίθετα, με ελεύθερη βούληση τα υπέγραψε, χωρίς να τα διαβάσει και χωρίς να του εξηγήσει οποιοσδήποτε υπάλληλος το περιεχόμενο τους.
- Ο δικογραφημένος ισχυρισμός του Εναγομένου περί παράνομων χρεώσεων και τόκων, επίσης δεν έχει τεκμηριωθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με μαρτυρία εκ μέρους του Εναγομένου, εφόσον αυτός καμία αναφορά έκαμε στην μαρτυρία του σε σχέση με το επιβληθέν επιτόκιο ή σε σχέση με οποιαδήποτε μεμπτή χρέωση των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες χρέωναν τον λογαριασμό του βάσει των αγορών και πωλήσεων μετοχών και με βάση τους όρους του επενδυτικού σχεδίου (Τεκμήριο 3) που συμφώνησαν και τα δύο μέρη. Με βάση το Τεκμήριο 2 οι Ενάγοντες δικαιούντο να χρεώνουν το λογαριασμό του Εναγομένου με τόκο ίσο προς 8% ή ίσο προς το εκάστοτε ανώτατο ποσοστό επιτόκιο επιτρεπόμενο από τον Νόμο (το οποίο μέχρι την φιλελευθεροποίηση ήταν 9%). Τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα πέραν από το εγκριθέν όριο που παραχώρησε η Τράπεζα στον Εναγόμενο θα χρεώνονται με τόκο 9%. Ο Εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει ότι οι Ενάγοντες χρέωναν τόκο περάν του 9% μετά που το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του Εναγομένου ξεπέρασε το εγκριθέν όριο. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας, ο Εναγόμενος δεν απέδειξε οποιοδήποτε παράνομο τόκο ή τόκο που χρέωναν οι Εναγόντες που δεν δικαιούντο. Οι Εναγόντες ουδέποτε τροποποίησαν ή αύξησαν το συμφωνηθέν ποσοστό επιτοκίου και χρέωναν τον λογαριασμό του Εναγομένου με βάση τις πρόνοιες της μεταξύ της συμφωνίας (Τεκμήριο 2). Ως εκ τούτου, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι τα Τεκμήρια 61 και 67 είναι απόλυτα ορθά και δεικνύουν το συνολικό ποσό για το οποίο οι Ενάγοντες διεκδικούν την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου, ως αυτό έχει περιοριστεί με την μαρτυρία της Μ.Ε.
- Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Μαρία Νικολάου ν. Ellinas Finance Ltd, Πολ. Έφεση 373/09 ημερ. 22.11.13: «Έχουμε εξετάσει τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 σχετικά με τη λειτουργία του λογαριασμού, τις σχετικές καταχωρίσεις σ' αυτόν, καθώς και το υπόλοιπο του λογαριασμού. Πολλά κρίνονται από το θετικό εύρημα για την αξιοπιστία του συγκεκριμένου μάρτυρα. Δεν βρίσκουμε οτιδήποτε το μεμπτό στον τρόπο που το πρωτόδικο δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία του. Ο μάρτυρας ήταν υπεύθυνος για την παρακολούθηση και έλεγχο του λογαριασμού. Κατά την κρίση μας ορθά το δικαστήριο στηριζόμενο στη μαρτυρία του Μ.Υ.1, αποδέχθηκε την ορθότητα των καταστάσεων του λογαριασμού. Εν πάση περιπτώσει οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμού αποτελούσαν σύμφωνα με τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ.9, εκ πρώτης όψεως απόδειξη για τα θέματα που ήταν καταχωρημένα σ' αυτές. Το δικαστήριο έκρινε ότι από πλευράς Εφεσείουσας δεν προσκομίστηκε ικανοποιητική μαρτυρία που να ανατρέπει τα εκ πρώτης όψεως συμπεράσματα που προέκυπταν από τις συγκεκριμένες καταστάσεις. Συμφωνούμε με το δικηγόρο των Εφεσιβλήτων ότι η Εφεσείουσα αν ήθελε σοβαρά να αμφισβητήσει την εγκυρότητα των καταστάσεων, θα μπορούσε να επικαλεστεί τη μαρτυρία του χρηματιστηριακού γραφείου μέσω του οποίου διενεργούσε όλες τις συναλλαγές της. Όμως δεν κάλεσε ως μάρτυρα εκπρόσωπο του χρηματιστηριακού γραφείου ώστε να διαφανεί τι ακριβώς έγινε, εφόσον είχε διαφορετική θέση. Εν πάση περιπτώσει, το χρηματιστηριακό γραφείο, ως πληρεξούσιοι της Εφεσείουσας, ήταν μέρος της επίδικης τριμερούς συμφωνίας και τα αποδεικτικά στοιχεία που ενδεχομένως να κατάθεταν θα ήταν καταλυτικά στο θέμα της εγκυρότητας των λογαριασμών.»
- Τέλος, ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι τα επίδικα έγγραφα (Τεκμήρια 2, 3, 4, 5, 6) είναι άκυρα διότι δεν υπογράφτηκαν στην παρουσία μαρτύρων και δεν πιστοποιήθηκαν από πιστοποιούντα υπάλληλο (Τεκμήρια 4, 6) δεν γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται. Τονίζεται ότι ο Εναγόμενος παραδέχθηκε στη μαρτυρία του ότι υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα και εφόσον δεν υπάρχει ισχυρισμός περί του αντιθέτου, αυτός συμφώνησε με το περιεχόμενο τους. Περαιτέρω το Δικαστήριο ήδη αποδέχθηκε την μαρτυρία της Μ.Ε.3 και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα επίδικα έγγραφα υπογράφτηκαν στην παρουσία αυτής και της Έφης Γιάλλουρου. Σ' ότι αφορά τα πληρεξούσια έγγραφα (Τεκμ.4, 6) είναι επίσης αποδεκτό από τον Εναγόμενο ότι τα υπέγραψε και επομένως δεσμεύεται από το περιεχόμενό τους. Στον περί Συμβάσεως Νόμο Κεφ.149 δεν υπάρχει καμία πρόνοια ότι η υπογραφή του προσώπου που πληρεξουσιοδοτεί πρέπει να πιστοποιείται. Εάν αυτός που πληρεξουσιοδοτεί δεν αμφισβητεί την υπογραφή του στο πληρεξούσιο έγγραφο, ούτε ότι διόρισε το συγκεκριμένο πρόσωπο για αντιπρόσωπο του, τότε το ζήτημα της πιστοποίησης της υπογραφής του προσώπου που εκτελεί το πληρεξούσιο είτε από πιστοποιούντα υπάλληλο είτε από άλλο μάρτυρα άπτεται του ζητήματος της ορθής εκτέλεσης του πληρεξουσίου από το πρόσωπο που παρουσιάζεται στο έγγραφο ως το πρόσωπο που εξουσιοδοτεί. Δεν είναι προϋπόθεση για την εγκυρότητα του εγγράφου. Όταν η εκτέλεση δεν αμφισβητείται, δηλαδή το πρόσωπο που παρουσιάζεται σε αυτό ως ο πληρεξουσιοδοτών επιβεβαιώνει ότι υπέγραψε τα πληρεξούσια έγγραφα ενώπιον του Δικαστηρίου, τα όσα αφορούν την πιστοποίηση της υπογραφής του πληρεξουσιοδότη καθίστανται άνευ σημασίας. Για να είναι άκυρο (το πληρεξούσιο) πρέπει να φανεί θετικά πως δεν υπογράφθηκε από το πρόσωπο που παρουσιάζεται ως ο πληρεξουσιοδότης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες θα πρέπει να επιτύχουν στην αγωγή τους εναντίον του Εναγομένου και η Ανταπαίτηση του Εναγομένου συνακόλουθα, θα πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €35.354,89 πλέον τόκο προς 9% από 1.7.2006 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων μια φορά το χρόνο. Περαιτέρω επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση του Εναγομένου απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο