← Κύπρος

LAIKI INSURANCE AGENCIES LIMITED ν. Αθηνούλλας Α. Μουζά, Αρ. Αγωγής: 1492/10, 20/6/2014

LAIKI INSURANCE AGENCIES LIMITED ν. Αθηνούλλας Α. Μουζά, Αρ. Αγωγής: 1492/10, 20/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A278 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1492/10 Μεταξύ: LAIKI INSURANCE AGENCIES LIMITED Εναγόντων -και-

  1. Αθηνούλλας Α. Μουζά
  2. Πέτρου Μάριου Σπανού
  3. Παντελή Γεωργίου Αθηνή Εναγομένων Ημερομηνία: 20.6.2014 Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 13.12.2013 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Για Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2: κ. Α. Χ¨Σέργης Για Καθ΄ου η αίτηση 3: κ. Αρ. Βρυωνίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή αξιώνουν την ακύρωση της μεταβίβασης δύο ακινήτων που έγιναν στο όνομα του εναγομένου
  4. Τα ακίνητα αυτά, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης ανήκαν αρχικά στον Ανδρέα Μουζά. Εναντίον του προσώπου αυτού οι ενάγοντες είχαν καταχωρήσει την αγωγή 2258/
  5. Πριν την έκδοση απόφασης ο Ανδρέας Μουζά μεταβίβασε, με δήλωση δωρεάς, τα δύο επίδικα ακίνητα στην Αθηνούλα Μουζά και στον Πέτρο Μ. Σπανού. Ο Ανδρέας Μουζά, σε κάποιο χρόνο αργότερα απεβίωσε. Οι ενάγοντες κατεχώρησαν εναντίον των δύο αυτών προσώπων ως επίσης και της διαχειρίστριας της περιουσίας του Ανδρέα Μουζά, την αγωγή 7143/09, με την οποία αξίωναν την ακύρωση των μεταβιβάσεων των πιο πάνω ακινήτων από τον Ανδρέα Μουζά στην Αθηνούλα Μουζά και στον Πέτρο Σπανού. Το Νοέμβριο του 2009 η Αθηνούλλα Μουζά και ο Πέτρος Σπανού μεταβίβασαν τα δύο επίδικα κτήματα στον Παντελή Γεωργίου, εναγόμενο 3 στην παρούσα διαδικασία. Η μεταβίβαση των δύο επιδίκων κτημάτων στο όνομα του εναγομένου 3 έγινε, σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων δόλια, πρόκειται για εικονικές μεταβιβάσεις που έγιναν με σκοπό τη καθυστέρηση της πληρωμής ή την καταδολίευση τους. Οι εναγόμενοι 1 και 2 με την υπεράσπιση τους παραδέχονται ότι τα δύο επίδικα ακίνητα μεταβιβάσθηκαν στο όνομα τους και ότι στη συνέχεια εκείνοι τα μεταβίβασαν στον εναγόμενο 3, απορρίπτουν όμως τους ισχυρισμούς περί δολίων και εικονικών μεταβιβάσεων. Είναι η θέση τους ότι οι μεταβιβάσεις στα ονόματα τους έγιναν από τον Ανδρέα Μουζά προτού καν επιδοθεί σε αυτόν η αγωγή 2258/
  6. Ο εναγόμενος 3 κατεχώρησε και αυτός υπεράσπιση στην οποία αναφέρει ότι αγνοεί όλα ό,σα αναγράφονται σε σχέση με την αγωγή 2258/
  7. Αγνοεί, μεταξύ άλλων, ότι υπήρχαν διαφορές μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 και 2 και παραδέχεται μόνο ότι τα επίδικα ακίνητα μεταβιβάσθηκαν στο όνομα του δυνάμει συμφωνίας αγοράς. Με την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες-αιτητές ζητούν την τροποποίηση του δικογράφου τους. Η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά την απόσυρση της αγωγής 7143/09 με την οποία, ως αναφέρω και ανωτέρω, οι ενάγοντες αξίωναν την ακύρωση των δύο επιδίκων κτημάτων επ΄ ονόματι των Αθηνούλλα Α. Μουζά και Πέτρου Μ. Σπανού, εναγομένων 1 και 2 στην παρούσα αγωγή. Συγκεκριμένα ζητούν όπως προστεθεί ως εναγομένη στην παρούσα διαδικασία η διαχειρίστρια της περιουσίας του Ανδρέα Μουζά και προστεθεί αξίωση με την οποίαν να διατάσσεται η ακύρωση των δύο μεταβιβάσεων που έγιναν από τον Ανδρέα Μουζά προς τους εναγομένους 1 και 2 και η επανεγγραφή των δύο αυτών ακινήτων στο όνομα της διαχειρίστριας της περιουσίας του Ανδρέα Μουζά. Ζητούν επίσης την προσθήκη γεγονότων προς υποστήριξη των πιο πάνω αξιώσεων και τα οποία αφορούν κυρίως το διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 2258/03, που απαγόρευσε στον Ανδρέα Μουζά την αποξένωση των δύο επιδίκων ακινήτων και την μεταβίβαση των ακινήτων αυτών κατά την περίοδο που ίσχυε το εν λόγω διάταγμα. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Πανίκου Γιάγκου, υπαλλήλου των εναγόντων. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι η αιτουμένη τροποποίηση κατέστη αναγκαία λόγω της απόσυρσης της αγωγής 7143/
  8. Η απόσυρση έλαβε χώραν την 8.7.
  9. Η πιο πάνω αγωγή είχε αποσυρθεί άνευ βλάβης με επιφύλαξη των δικαιωμάτων των εναγόντων. Οι εναγόμενοι κατεχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Η ένσταση των καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 ήταν κοινή ενώ ο καθ΄ου η αίτηση 3 κατεχώρησε ξεχωριστή ένσταση. Είναι η θέση όλων των καθ΄ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα και υπάρχει κίνδυνος να υπάρξει εκτροχιασμός της δίκης. Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και με αυτή οι ενάγοντες επιχειρούν να εισάξουν νέα βάση αγωγής. Ο εναγόμενος καθ΄ ου η αίτηση 3 ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης πρόκειται για «παρελκυστική τακτική» με την οποία επιχειρείται η διόρθωση των λανθασμένων χειρισμών που έγιναν σε σχέση με την αγωγή 7143/
  10. Ο εναγόμενος-καθ΄ου η αίτηση 3 στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση του αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ήταν ο δικηγόρος του που είχε υποδείξει στο δικηγόρο των αιτητών, τόσο την 16.10.12 όσο και την 13.11.13, ότι η υπό κρίση αγωγή δεν θα μπορούσε να προχωρήσει ενόψει της απόσυρσης της αγωγής 7143/
  11. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1[1], των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ενώ η ευχέρεια του να προστεθεί εναγόμενος από τη Δ.9 θ.1[2] των πιο πάνω Θεσμών. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου και στις δύο περιπτώσεις είναι ευρεία. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και αδικία. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ήτοι ζημία που δεν θα μπορούσε να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα[3]. Ο παράγοντας καθυστέρηση λαμβάνεται υπόψη, δεν είναι όμως καθοριστικός στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Συνυπολογίζεται με τους υπόλοιπους παράγοντες. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος που θα πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. Ευρεία είναι και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να προσθέσει διάδικο. Καθοδηγητικό επί του θέματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Mepa Underwriting Management Ltd v Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών[4]: «Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επιδίκων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch D 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q. B. 321, C.A., Bennetts & Co v. Mcllwraith & Co [1896] 2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards [1927] [*779] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q. B. 422, Robinson v. Geisel [1894] 2 Q. B.
  12. Στην Byrne and Another v. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί ως πιο κάτω το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου: «One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it». Σε ελληνική μετάφραση: «Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το Δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από τη διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το Δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει από τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, να είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το Δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία». Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, θα ήθελα εν πρώτοις να συμφωνήσω με τη θέση της υπεράσπισης ότι η υπό κρίση αίτηση θα μπορούσε να είχε καταχωρηθεί αμέσως μετά την απόσυρση της αγωγής 7143/09, ήτοι αμέσως μετά την 8.7.2011 και όχι δύο και πλέον έτη αργότερα. Συμφωνώ επίσης με τη θέση της υπεράσπισης ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καμία εξήγηση δίδεται για την καθυστέρηση αυτή. Η εξήγηση δίδεται με έμμεσο τρόπο από τον ίδιο τον εναγόμενο
  13. Υπενθυμίζω, ότι, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ήταν ο δικηγόρος του που είχε υποδείξει στο δικηγόρο των αιτητών, αρκετό χρόνο μετά την απόσυρση της αγωγής 7143/09, την ανάγκη για τροποποίηση καθότι μετά την απόσυρση της αγωγής 7143/09 η παρούσα αγωγή δεν μπορούσε να προωθηθεί από μόνη της. Ως ανέφερα και ανωτέρω ο παράγοντας καθυστέρησης είναι ένας από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Άλλοι καθοριστικοί παράγοντες είναι η γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή, η αναγκαιότητα και ο βαθμός χρησιμότητας της τροποποίησης[5]. Ως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση Clive Preece κ.α. v Ρωσσίδου[6]: «Οι εφεσείοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Το αίτημα υποβλήθηκε στο αρχικό στάδιο της ακρόασης και προτού συμπληρωθεί η κύρια εξέταση του εφεσείοντα. Η έγκριση του αιτήματος δεν θα διαφοροποιούσε ούτε τη βάση της αγωγής ούτε και θα προκαλούσε δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα της εφεσίβλητης η οποία, καθώς η ίδια ομολόγησε, υπήρξε μέρος της κατ΄ ισχυρισμό παράνομης συμφωνίας η οποία προδήλως είχε ως στόχο την καταδολίευση του δημοσίου. Αντιθέτως η έγκριση της αίτησης θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης». Εξετάζοντας τα γεγονότα στο σύνολο τους πιστεύω ότι με την αιτουμένη τροποποίηση θα καταστεί δυνατή η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Το θέμα της νομιμότητας και εγκυρότητας της μεταβίβασης των δύο επιδίκων θεμάτων από τον Ανδρέα Μουζά στους εναγομένους 1 και 2 είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μεταβίβαση των πιο πάνω ακινήτων από τους εναγομένους 1 και 2 στον εναγόμενο
  14. Πρόκειται για μια αλυσίδα γεγονότων. Με την τροποποίηση θα αποφευχθεί η καταχώρηση τυχόν νέας αγωγής που θα είχε ως αντικείμενο τις δύο πρώτες μεταβιβάσεις και κατ΄ επέκταση θα γίνει εξοικονόμηση τόσο του δικαστικού χρόνου όσο και των δικηγορικών εξόδων. Όλα δε τα μέρη, συμπεριλαμβανομένου και του εναγομένου 3 θα είναι σε θέση να προβάλουν τις θέσεις τους, στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας επί όλων των θεμάτων που εγείρονται που αφορούν και τις δύο μεταβιβάσεις. Κάνω ρητή αναφορά στον εναγόμενο 3 καθότι εκείνος δεν εκπροσωπείτο στη διαδικασία που είχε κινηθεί στο παρελθόν σε σχέση με τις δύο πρώτες μεταβιβάσεις ενώ τώρα με την αιτούμενη τροποποίηση θα είναι σε θέση να προβάλει την υπεράσπιση του και σε σχέση με το θέμα αυτό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να πετύχει. Εκδίδονται διατάγματα ως η αίτηση. Σε σχέση με τα έξοδα, αφού έλαβα υπόψη τη φύση της αίτησης και τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και της παράλειψης των εναγόντων να προωθήσουν με την πρώτη δυνατή ευκαιρία την τροποποίηση του δικογράφου τους, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα χαθούν λόγω της τροποποίησης, επιβαρύνουν τους ενάγοντες. Τα έξοδα της αίτησης και όσα χαθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων. Τα έξοδα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1]
  15. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties. [2]
  16. All persons may be joined in one action as plaintiffs, in whom any right to relief in respect of or arising out of the same transaction or series of transactions is alleged to exist, whether jointly, severally, or in the alternative, where if such persons brought separate actions any common question of law or fact would arise : provided that, if upon the application of any defendant it shall appear that such joinder may embarrass or delay the trial of the action, the Court or a Judge may order separate trials, or make such other order as may be expedient, and judgment may be given for such one or more of the plaintiffs as may be found to be entitled to relief, for such relief as he or they may be entitled to, without any amendment. But the defendant, though unsuccessful, shall be entitled to his costs occasioned by so joining any person who shall not be found entitled to relief unless the Court or a Judge in disposing of the costs shall otherwise direct. [3] Φοινιώτης v Greenmar Navigaton

(1989)1 Ε ΑΑΔ 33. [4]
(1997)1 Α.Α.Δ. 772. [5] Saba & Co (T.M.P) v T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ.
  1. [6] Π.Ε. 271/08, ημερομηνίας 16.12.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.