ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΩΝ ΠΙΛΟΤΩΝ ΚΑΙ ΙΠΤΑΜΕΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΩΝ ΛΤΔ ν. SUPHIRE HOLDINGS PUBLIC LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2160/05, 20/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A284 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2160/05 Μεταξύ: ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΙΛΟΤΩΝ ΚΑΙ ΙΠΤΑΜΕΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΩΝ Εναγόντων - και -
- SUPHIRE HOLDINGS PUBLIC LTD
- SUPHIRE SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LTD
- SUPHIRE TRADING & INVESTMENTS LTD
- ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ
- ΡΕΑ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ Εναγομένων ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 14/6/2010 Μεταξύ: ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΩΝ ΠΙΛΟΤΩΝ ΚΑΙ ΙΠΤΑΜΕΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων - και -
- SUPHIRE HOLDINGS PUBLIC LTD
- SUPHIRE SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LTD
- SUPHIRE TRADING & INVESTMENTS LTD
- ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ
- ΡΕΑ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 20 Ιουνίου 2014 Αίτηση ημερομηνίας 31/7/2013 υπό εναγομένων, για διάταγμα προς απόσυρση ενδιαμέσου διατάγματος Εμφανίσεις: Για εναγόμενους-αιτητές: Ο κ. Ν. Γεωργίου Για ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση: Η κα Βαρωσιώτου με κα Κανδάρα --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 17/3/2005 είχε δοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα διά του οποίου τέθηκαν απαγορεύσεις σε σχέση με την περιουσία των εναγομένων 2, 3, 4 και
- Στις 29/2/2012 εκδόθηκε τελική απόφαση εναντίον των εναγομένων 2 και 4 για διάφορα ποσά, μετά από ακρόαση. Παράλληλα, η αγωγή εναντίον των εναγομένων 1, 3 και 5 απερρίφθη. Πάρα ταύτα και παρά τις οχλήσεις των εναγομένων, οι ενάγοντες δεν απέσυραν το εν λόγω παρεμπίπτον διάταγμα από διάφορους οργανισμούς, κτηματολόγιο, τράπεζες, χρηματιστήριο, με αποτέλεσμα η περιουσία των εναγομένων να παραμένει κατ' ουσίαν δεσμευμένη. Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 4 και 5 ζητούν διάταγμα που να διατάσσει τους ενάγοντες όπως αποσύρουν το διάταγμα ημερ. 17/3/2005 από τους διάφορους οργανισμούς ως μη ισχύον. Η εναγόμενη 1 δεν έχει locus standi εφόσον, ως άνω, το διάταγμα δεν στρεφόταν εναντίον της. Οι ενάγοντες είχαν φέρει αρχικώς ένσταση την οποία τελικά, για τους λόγους που φαίνονται στο πρακτικό, δεν προώθησαν αφήνοντας το ζήτημα στην κρίση του δικαστηρίου. Ήταν η θέση τους στην ένσταση ότι το διάταγμα δεν έπαυσε να ισχύει, αλλά συνεχίζει να ισχύει μέχρι την αποπεράτωση έφεσης που καταχώρισαν οι ίδιοι σε σχέση με το ύψος των ποσών που επιδικάσθηκαν εναντίον των εναγομένων 2 και 4 και σε σχέση με την απόρριψη της απαίτησης εναντίον των άλλων εναγομένων. Ο λόγος που δεν προώθησαν, ως άνω, την ένστασή τους σχετίζεται με το γεγονός ότι παράλληλα καταχώρισαν στις 20/9/2013 αίτηση για επανέκδοση των εν λόγω ενδιαμέσων διαταγμάτων, οπότε τέθηκαν από το δικαστήριο ενώπιον της επιλογής ανάμεσα στην προώθηση της ένστασής τους που έγκειται στη θέση ότι τα διατάγματα παραμένουν σε ισχύ και στην προώθηση της αίτησής τους που εξυπακούει ότι τα διατάγματα έπαυσαν να ισχύουν και για αυτό θα πρέπει να επανεκδοθούν. Μετά την απόσυρση της ένστασης, στην ακρόαση ακούστηκαν μόνο οι αιτητές. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους παρέπεμψε στην υπόθεση Ιωάννου ν. Μανώλη
(1998)1 ΑΑΔ 1423 όπου αποφασίστηκε ότι ένα παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα παύει να ισχύει μετά την έκδοση της τελικής απόφασης, ως εκ της ίδιας της φύσης τέτοιων διαταγμάτων. Λέχθηκαν ειδικότερα τα ακόλουθα: «Εφόσον πρόκειται για περεμπίπτον διάταγμα η ισχύς του συνεχίζει μέχρι την ακρόαση της ουσίας της αγωγής ή μέχρι νεώτερης διαταγής. Είναι απλώς προσωρινής φύσεως και δεν ρυθμίζει δικαιώματα. Οι συνέπειες και οι σκοποί του παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι απλώς η διατήρηση του status quo ή μέχρι νεωτέρας διαταγής (Βλ. Leney & Sons Ltd v. Callingham and Thompson [1908] 1 K.B. 79, 84, Jones v. Pacaya Rubber and Produce Co. Ltd [1911] 1 K.B. 455, 457, και Kerr on Injunctions, Sixth ed., σελ. 1-2). Απαγορευτικό διάταγμα το οποίο έχει εκδοθεί μετά από ενδιάμεση αίτηση εκτοπίζεται από την τελική απόφαση στην αγωγή. Αν υπάρχει πρόθεση να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ πρέπει αυτό να γίνει με τρόπο ρητό (Βλ. Kerr, πιο πάνω, σελ. 664)». Εν προκειμένω, δεν εκδηλώθηκε με ρητό ή οποιοδήποτε τρόπο η πρόθεση του δικαστηρίου να διατηρήσει σε ισχύ το παρεμπίπτον διάταγμα μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Το ότι τα διατάγματα έπαυσαν να ισχύουν είναι μια πραγματικότητα την οποία αναγνωρίζουν οι ενάγοντες, εξού και η αίτηση τους για επανέκδοση. Εκείνο που με έχει απασχολήσει είναι η δυνατότητα του δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα για απόσυρση ενός ενδιαμέσου διατάγματος. Κανονικά, οι ενάγοντες θα έπρεπε από μόνοι τους να «αποσύρουν» το διάταγμα, αποστέλλοντας ειδοποίηση ότι έπαυσε να ισχύει σε όλους τους οργανισμούς στους οποίους το είχαν κοινοποιήσει. Δεν το έπραξαν, παρά την όχληση εκ μέρους των εναγομένων. Ένας τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος θα μπορούσε να είναι η έκδοση σχετικών οδηγιών από το δικαστήριο προς τους εν λόγω οργανισμούς. Ο τρόπος που εισηγούνται οι αιτητές είναι πιο δραστικός εφόσον μπορεί να απολήξει σε τιμωρία των εναγόντων εάν δεν συμμορφωθούν. Το δικαστήριο όταν χειρίζεται θέματα σε σχέση με παρεμπίπτοντα συντηρητικά διατάγματα, λειτουργεί, παράλληλα με τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες που ισχύουν στην Κύπρο, στο ευρύ πλαίσιο που του παρέχει το δίκαιο της επιείκειας ώστε να απονέμει πραγματική και αποτελεσματική δικαιοσύνη, όχι επί δογματικών αρχών αλλά με βάση το δίκαιο και εύλογο του πράγματος σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Αυτή η ευρεία ευχέρεια του δικαστηρίου θεωρώ ότι παρέχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει συμπεριφορές όπως εν προκειμένω των εναγόντων. Δεν μπορεί να γίνει ανεκτό ένας διάδικος να εξασφαλίζει θεραπεία με βάση τις αρχές της επιείκειας, όπως έχουν κωδικοποιηθεί στο δικό μας νόμο αλλά και όπως ισχύουν ευρύτερα στο δίκαιο που εφαρμόζουμε και στη συνέχεια να ενεργεί ετσιθελικά καταχρώμενος της θεραπείας που του δόθηκε για συγκεκριμένο χρόνο. Τέτοιος διάδικος πρέπει να έχει ευθύνη και αν δεν φανεί άξιος της θεραπείας που του δόθηκε πρέπει να υπάρχει μηχανισμός που να τον θέτει ενώπιον της ευθύνης του. Το δικαστήριο, από τη στιγμή που έχει εξουσία να εκδώσει ένα διάταγμα αυτής της φύσης, πρέπει να έχει παράλληλα σύμφυτη εξουσία να ελέγχει οτιδήποτε έχει σχέση με το διάταγμα του ώστε να διασφαλίζεται η ορθή και δίκαιη εφαρμογή του. Βασικός δε όρος του διατάγματος είναι η περίοδος ισχύος του. Δεν μπορεί αυτό το βασικό ζήτημα να μην βρίσκεται υπό τον έλεγχο του δικαστηρίου με οποιοδήποτε τρόπο θεωρεί εύλογο, δίκαιο και αποτελεσματικό. Γενικότερα δε και όχι μόνο σε σχέση με τις αρχές της επιείκειας, η εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση - που στην πραγματικότητα πρόκειται για καθήκον - είναι ευρύτατη και τόσο σύμφυτη με τη λειτουργία του δικαστηρίου ώστε να κρίνεται αναγκαία προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα είπε σχετικώς ο Νικήτας Δ. στην Μιχάλης Παπόρης ν. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S,
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1037: "Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθειά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο -ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another [1981] 3 All E.R. 727, 729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών.» Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, γι' αυτό και ο Lord Diplock στη σελ. 729 της υπόθεση Hunter είχε υποδείξει το ανεπιθύμητο να περιοριστεί η έννοια της κατάχρησης σε προκαθορισμένες κατηγορίες ως εξής: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Εν προκειμένω, η καταχρηστική συμπεριφορά των εναγόντων όχι μόνο έλαβε τη μορφή παράλληλης προώθησης ενώπιον του δικαστηρίου δύο εντελώς αντιθέτων θέσεων, μέχρι που το δικαστήριο να εγείρει το θέμα, αλλά έλαβε και τη μορφή ηθελημένης διατήρησης, έναντι των τρίτων στους οποίους οι ίδιοι οι ενάγοντες είχαν κοινοποιήσει το διάταγμα, της αναληθούς εικόνας ότι συνεχίζει να υφίσταται το διάταγμα. Το πιο αποτελεσματικό όπλο, κατά την έκφραση του Νικήτα Δ., προς αντιμετώπιση τέτοιας συμπεριφοράς είναι να υποχρεωθούν οι ενάγοντες με αποτελεσματικό τρόπο να αποσύρουν το διάταγμα. Με αυτές τις σκέψεις, θεωρώ ότι το δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει τους ενάγοντες να αποσύρουν τα διατάγματα. Άλλωστε η απόσυρση της ένστασης να δοθεί τέτοια θεραπεία δεν μπορεί να παραβλεφθεί. Τρία επί μέρους ζητήματα: Πρώτο, ζητείται διάταγμα που να διατάσσει όχι μόνο τους ενάγοντες αλλά και τους αντιπροσώπους τους. Πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι δεν μπορούν, κατά κανόνα, να διαταχθούν. Όταν εκδίδεται διάταγμα εναντίον νομικού προσώπου, εξυπακούεται η ευθύνη τήρησης του και από φυσικά πρόσωπα που έχουν τη διοίκησή του και το εκπροσωπούν. Δεύτερον, θα πρέπει να προσδιοριστεί η έννοια του όρου της «απόσυρσης» του διατάγματος. Αυτός ο όρος σημαίνει την από τους ενάγοντες κοινοποίηση, με τον τρόπο που είχε κοινοποιηθεί το διάταγμα ημερομηνίας 17/3/2005, ή άλλο αποτελεσματικό τρόπο γραπτής ειδοποίησης προς τους κατονομαζόμενους οργανισμούς, περί του ότι το διάταγμα ημερομηνίας 17/3/2005 στην παρούσα αγωγή έπαυσε να ισχύει από 29/2/2012. Τρίτον, ζητείται απόσυρση του διατάγματος όχι μόνο σε σχέση με καθορισμένους οργανισμούς, αλλά και σε σχέση με «οποιαδήποτε άλλη τράπεζα και/ή οργανισμό και/ή συνεργατική εταιρεία στην Κύπρο». Διάταγμα με τέτοιους όρους είναι ευρύτατο, δυσλειτουργικό και μπορεί να αποβεί επαχθές και άδικο. Θα δοθεί διάταγμα για τους οργανισμούς που κατονομάζονται συγκεκριμένα και εάν οι αιτητές αντιληφθούν ότι το πρόβλημα υπάρχει και με κάποιο άλλο οργανισμό μπορούν να επανέλθουν για επέκταση του διατάγματος κατά τρόπο συγκεκριμένο. Πέραν τούτου στους οργανισμούς που κατονομάζονται περιλαμβάνεται η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα για την οποία θεωρώ πως έχω δικαστική γνώση ότι έπαυσε να υπάρχει. Συνεπώς θα ήταν αδύνατη η ειδοποίηση προς ανύπαρκτο πρόσωπο. Κατά τ' άλλα θα δοθεί το διάταγμα με αναφορά στους οργανισμούς που καθορίζονται στην αίτηση. Ο κανόνας είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Όμως η ουσία στην παρούσα υπόθεση είναι ότι προκλήθηκε μεν πολλαπλότητα διαδικασιών ως εκ της δικονομικής συμπεριφοράς των εναγόντων, όμως η βασική αιτία είναι η παράλειψη των εναγομένων 2 και 4 να πληρώσουν τη δικαστική απόφαση. Όσο κι αν οι εναγόμενοι 2 και 4 εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο με τους εναγομένους 3 και 5 δεν είναι ορθό, ως θέμα αρχής, να περιληφθούν στη διαταγή για έξοδα. Δίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι ενάγοντες όπως αποσύρουν εντός 3 ημερών, δηλαδή όπως προβούν εντός 3 ημερών σε κοινοποίηση γραπτής ειδοποίησης προς τους κάτωθι οργανισμούς με τον τρόπο που είχε κοινοποιηθεί το διάταγμα ημερομηνίας 17/3/2005 ή άλλο αποτελεσματικό τρόπο περί του ότι το διάταγμα ημερομηνίας 17/3/2005 στην παρούσα αγωγή έπαυσε να ισχύει από 29/2/2012 μαζί με επίσημο αντίγραφο του παρόντος διατάγματος: § Επαρχιακά Κτηματολόγια (Λευκωσίας, Λεμεσού, Αμμοχώστου, Λάρνακας, Πάφου) § Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου § Τράπεζα Κύπρου § Ελληνική Τράπεζα Ελλάδος § Alpha Bank Έξοδα κατ' αποκοπήν €2000 πλέον ΦΠΑ υπέρ των εναγομένων 3 και 5 και εναντίον των εναγόντων. (Υπ.) ............ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο./κ.π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο