Κωνσταντινίδου και Χριστόπουλος Λτδ ν. M.A.C. BOUTIQUE HOTELS LTD, Αρ. Αγωγής: 1743/2014, 11/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A258 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1743/2014 Μεταξύ: Κωνσταντινίδου και Χριστόπουλος Λτδ Ενάγουσας και M.A.C. BOUTIQUE HOTELS LTD Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερ. 23.3.2014 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 11 Ιουνίου, 2014 Για αιτήτρια - ενάγουσα: κ. Α. Τσάρκατζιης Για καθ΄ ης η αίτηση - εναγομένη : κ. Λ. Παρπαρίνος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρίστηκε με κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ. 1), η ενάγουσα αξιώνει εναντίον της εναγομένης Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο μεταξύ των διαδίκων για την ενοικίαση του ξενοδοχείου «Crystal» νομίμως έχει τερματιστεί από την ενάγουσα, €42.000 ως οφειλόμενα ενοίκια, διαζευκτικά και/ή περαιτέρω €31.000 δυνάμει απλήρωτων επιταγών, καθώς και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή για ζημιές που η εναγομένη προκάλεσε στο ξενοδοχείο και/ή στον εξοπλισμό και/ή δυνάμει των όρων του ενοικιαστηρίου εγγράφου και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με την καταχώρηση της αγωγής η ενάγουσα καταχώρισε μονομερώς την υπό κρίση αίτηση, με την οποία εξαιτείτο την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ως εξής: «(Α) Ενδιάμεσο Προσωρινό Διάταγμα διά του οποίου να απαγορεύεται εις την Εναγόμενη και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτής από του να παρενοχλούν και/ή εμποδίζουν την Ενάγουσα με οιονδήποτε τρόπο από του να διαχειρίζεται και/ή λειτουργεί απρόσκοπτα το ξενοδοχείο «Crystal» το οποίο ευρίσκεται εις το χωριό Κακοπετριά. (Β) Ενδιάμεσο Προσωρινό Διάταγμα διά του οποίου να απαγορεύεται εις την Εναγόμενη και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτής από του να εισέλθουν άνευ της άδειας της Ενάγουσας εις τα υποστατικά του ξενοδοχείου «Crystal». (Γ) Ενδιάμεσο Προσωρινό Διάταγμα διά του οποίου να απαγορεύεται εις την Εναγόμενη και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτής από του να πωλήσουν, επιβαρύνουν, εκχωρήσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν, τα πιο κάτω περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται εντός του ξενοδοχείου «Crystal» ευρισκόμενου εις το χωριό Κακοπετριά, δηλαδή ένα φούρνο Convotherm, μάτια γκαζιού Mareno, φριτέζα διπλή Mareno, πλυντήριο πιάτων, δύο πάγκους μικρούς, 2 ράφια 80 Χ 200, 2 ράφια 90 Χ 200, μεγάφωνα οροφής, μεγάφωνα εστιατορίου, μεγάφωνα καφετέριας, φωτιστικά οροφής, καναπέδες οροφής, τζακούζι, σάουνα, μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής.» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 31, 32 και 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στη Διαταγή 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Κωνσταντινίδη, γραμματέα της ενάγουσας και συζύγου μίας εκ των μετόχων και διευθυντών της, ο οποίος αναφέρει ότι η ενάγουσα έχει υπό την ιδιοκτησία και διαχείρισή της το ξενοδοχείο «Crystal» στην Κακοπετριά, αξίας €2.300.000, το οποίο αποτελεί οικογενειακή επιχείρηση της συζύγου του και του αδελφού της. Τον Ιούλιο του 2013 υπογράφηκε συμφωνία ενοικιάσεως του ξενοδοχείου για περίοδο 5 ετών και μηνιαίο ενοίκιο €10.000 (Τεκμήριο 1 η συμφωνία). Ο ενόρκως δηλών παραθέτει διάφορους ρητούς όρους της συμφωνίας και δηλώνει ότι η εναγομένη συστηματικά καθυστερούσε την καταβολή του μηνιαίου ενοικίου. Τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 2013 η εναγομένη εξέδωσε και παρέδωσε στην ενάγουσα τρεις επιταγές οι οποίες επιστράφηκαν απλήρωτες (Τεκμήρια 2, 3 και 4) για συνολικό ποσό €21.
- Προσθέτει ότι η εναγομένη δεν ασφάλισε το ξενοδοχείο ως είχε υποχρέωση με βάση τη Συμφωνία και προέβη σε μετατροπές στο ξενοδοχείο χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να διαπιστωθούν παρανομίες από τον Κ.Ο.Τ. και να γίνουν καταγγελίες από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Μετά από συνάντηση των διαδίκων τον Φεβρουάριο του 2014 η πλευρά της ενάγουσας διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε πρόθεση πληρωμής των ενοικίων από την εναγομένη, παρά μόνο πρόθεση διακοπής της Συμφωνίας με διάφορες αβάσιμες αφορμές όπως οι καταγγελίες του Κ.Ο.Τ., παρά το ότι οι πλείστες μετατροπές έγιναν από την εναγομένη μετά την ενοικίαση του ξενοδοχείου. Ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της για τερματισμό της συμφωνίας, αξιώνοντας παράλληλα τα οφειλόμενα ενοίκια τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €42.000, και ότι η σχετική επιστολή τερματισμού ημερ. 25.2.2014 επιδόθηκε στις 5.3.2014 (Τεκμήριο 5). Ο ενόρκως δηλών προσθέτει ότι στις 3.3.2014 ειδοποιήθηκε από κατοίκους της Κακοπετριάς ότι η εναγομένη ξεκίνησε να εγκαταλείπει το ξενοδοχείο μεταφέροντας εκτός αυτού εξοπλισμό και προμήθειες που η ίδια είχε πάρει στο ξενοδοχείο. Μέχρι τις 5.3.2014 η εναγομένη είχε εγκαταλείψει πλήρως το ξενοδοχείο, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσε ο ενόρκως δηλών στις 6.3.2014 όταν εισήλθε στο ξενοδοχείο (Τεκμήριο 6 δέσμη φωτογραφιών). Αναφέρει επιπλέον ότι οι χώροι του ξενοδοχείου και κάποια έπιπλα και εξοπλισμός έχουν υποστεί ζημιά και πολλοί τοίχοι θέλουν βάψιμο (Τεκμήριο 7 δέσμη φωτογραφιών). Σημειώνει ότι αμέσως τοποθέτησε αλυσίδες στις εισόδους για να μην μπορεί να εισέλθει οποιοσδήποτε στο ξενοδοχείο, και ότι η εναγομένη παρέλειψε να μετακομίσει από το ξενοδοχείο μέρος του εξοπλισμού που η ίδια είχε φέρει, ως περιγράφεται στο αιτητικό (Γ) της αίτησης. Αναφέρει επίσης ότι η ενάγουσα προέβη σε όλες τις απαραίτητες εργασίες για να επαναρχίσει η λειτουργία του ξενοδοχείου στις 27.3.
- Όταν όμως πληροφορήθηκε η εναγομένη ότι το ξενοδοχείο θα επαναλειτουργήσει, ο διευθυντής της και ο πατέρας του ξεκίνησαν απειλές ότι θα ξηλώσουν όλες τις κατασκευές που είχε κάμει η εναγομένη στο ξενοδοχείο και αποτελούν πλέον προσαρτήματα αυτού, όπως τα αλουμίνια, και θα αφαιρέσει όλο τον εξοπλισμό που η ίδια είχε εγκαταστήσει στο ξενοδοχείο, μέρος του οποίου επίσης αποτελεί προσάρτημα του ξενοδοχείου και η αφαίρεσή του θα προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά από την αξία του ίδιου του εξοπλισμού. Στις 14.3.2014 η εναγομένη μέσω του δικηγόρου της απέστειλε επιστολή στον δικηγόρο της ενάγουσας (Τεκμήριο 8) με την οποία ζητούσε να επιτραπεί στην εναγομένη να εισέλθει στο ξενοδοχείο για να λάβει τον εξοπλισμό που είχε αφήσει. Δεν αποδέχονταν όμως να καταβάλουν τα οφειλόμενα ενοίκια και να αποκαταστήσουν τις ζημιές. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ότι στις 28.2.2014 η εναγομένη τερμάτισε τη συμφωνία ενοικίασης, πλην όμως ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι ούτε ο ίδιος ούτε οι λοιποί διευθυντές της ενάγουσας έλαβαν τέτοια επιστολή. Στη συνέχεια έγινε συνάντηση με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση, χωρίς αποτέλεσμα, εφόσον ο διευθυντής της εναγομένης δήλωσε ότι θα πρέπει να τους παραδοθεί ο εξοπλισμός που είχαν αφήσει στο ξενοδοχείο, ότι δεν θα καταβάλουν τα ενοίκια και ότι αν η ενάγουσα επαναλειτουργήσει το ξενοδοχείο, η πλευρά της εναγομένης θα δημιουργεί φασαρία και καυγάδες. Ο ενόρκως δηλών τονίζει ότι η εναγομένη δεν έχει άλλη περιουσία πέραν του εξοπλισμού που άφησε στο ξενοδοχείο και αν την παραλάβει, θα την αποξενώσει άμεσα, όπως δηλώνει στην επιστολή 14.3.
- Συνεπώς, θεωρεί ότι θα είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση υπέρ της ενάγουσας. Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων μονομερώς και τονίζει τις απειλές τις εναγομένης να επέμβει παράνομα στην περιουσία της ενάγουσας και να την εμποδίσει από του να λειτουργήσει το ξενοδοχείο. Αναφέρει επιπλέον ότι ο εξοπλισμός της εναγομένης, που δεν αποτελεί προσάρτημα του ξενοδοχείου, είναι αποθηκευμένος σε ασφαλές μέρος στο ξενοδοχείο για να παραμείνει αναλλοίωτος. Το Δικαστήριο επιλήφθηκε αυθημερόν της αίτησης και εξέδωσε προσωρινά διατάγματα μόνο ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης (με την υπογραφή σχετικής εγγύησης), και τα όρισε επιστρεπτέα εντός των επόμενων ημερών. Το αιτητικό Γ της αίτησης ορίστηκε για επίδοση εφόσον δεν εδικαιολογείτο η έκδοσή του μονομερώς. Μετά την επίδοση των προσωρινών διαταγμάτων και της αίτησης, η εναγομένη καταχώρισε ένσταση, με νομική βάση παρόμοια με αυτή της αίτησης, με την προσθήκη του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου 40/69 και των Γενικών Κανονισμών του 1985 περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Κ.Δ.Π. 192/
- Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται ότι η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη, ότι δεν έχει τεθεί το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι η μαρτυρία στην ένορκη δήλωση είναι απαράδεκτη και/ή παράνομη και θα πρέπει να μη ληφθεί υπόψη, ότι δεν έγινε πλήρης αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων, ότι δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι η αίτηση και η αγωγή καταχωρίστηκαν για αλλότριους σκοπούς και/ή καταχρηστικά και/ή εκδικητικά και ότι η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Μαχαιρίτη, διευθυντή και ενός εκ των τριών μετόχων της εναγομένης, ο οποίος αναφέρει ότι μετά την ενοικίαση του ξενοδοχείου και λόγω του ότι η ενάγουσα δεν εκπλήρωσε συμβατικές της υποχρεώσεις και προφορικές δεσμεύσεις, η εναγομένη προέβη κατόπιν συμφωνίας και/ή εξουσιοδότησης και/ή εντολής της ενάγουσας, σε σημαντικές εργασίες, τις οποίες και εξειδικεύει, καταγράφοντας και το ανάλογο κόστος, προκειμένου το ξενοδοχείο να τεθεί σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Σημειώνει ότι η εναγομένη επιφυλάσσεται να αξιώσει από την ενάγουσα τα εν λόγω έξοδα και άλλες απώλειες και ζημιές. Ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της εναγομένης αναφέρει επιπλέον ότι στις 14.2.2014 επιδόθηκε κατηγορητήριο στην ποινική υπόθεση 2691/14 εναντίον του ιδίου, της εναγομένης και ενός υπαλλήλου της, με το οποίο ο Κ.Ο.Τ. τους πρόσαπτε 8 κατηγορίες που αφορούν τη λειτουργία του ξενοδοχείου (Τεκμήριο 2). Επιδόθηκε επιπλέον αίτηση του Κ.Ο.Τ. για την έκδοση διαταγμάτων για την αναστολή και παύση της λειτουργίας του ξενοδοχείου, τα οποία και εκδόθηκαν (Τεκμήρια 3 και 4). Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι πληροφόρησε αμέσως την ενάγουσα για την ποινική υπόθεση και ότι η ενάγουσα έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της εναγομένης όπως η πλευρά της εναγομένης προβεί σε μη παραδοχή των κατηγοριών, για να δοθεί χρόνος στην ενάγουσα να εξασφαλίσει τις αναγκαίες άδειες από τον Κ.Ο.Τ. Στις 6.3.2014 που ήταν ορισμένη η ποινική υπόθεση στο Δικαστήριο, στην παρουσία εκπροσώπων της ενάγουσας, η εναγομένη αποδέχθηκε την οριστικοποίηση των διαταγμάτων εναντίον της για παύση της λειτουργίας του ξενοδοχείου και παραδέχθηκε τις κατηγορίες. Στη συνέχεια, η εναγομένη, κατόπιν νομικής συμβουλής, «τερμάτισε πάραυτα την επίδικη ενοικίαση με επιστολή των δικηγόρων της στις 28.2.2014». Οι αξιωματούχοι της ενάγουσας, όμως, απέφευγαν την επίδοση και συνεπώς οι επιστολές επιδόθηκαν στις 6.3.2014 και 7.3.2014 από ιδιώτη επιδότη στο εγγεγραμμένο γραφείο της ενάγουσας και στην οικία της μετόχου και διευθύντριας της ενάγουσας (Τεκμήριο 5). Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η ενάγουσα σφράγισε τις εισόδους του ξενοδοχείου με αλυσίδες. Στις 5.3.2014 επιδόθηκε στη σύζυγο του ενόρκως δηλούντα εκ μέρους της εναγομένης επιστολή με ημερ. 25.2.2014 με την οποία η ενάγουσα τερμάτιζε την ενοικίαση με ισχύ την 30.4.
- Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επιπλέον ότι οι δικηγόροι της εναγομένης είχαν ήδη, με επιστολή ημερ. 14.3.2014 προς την ενάγουσα (Τεκμήριο 7), ζητήσει όπως επιτραπεί στην εναγομένη να παραλάβει από το ξενοδοχείο τον ιδιόκτητο της εξοπλισμό. Ακολούθησε συνάντηση για σκοπούς συμβιβασμού, όπου η πλευρά της εναγομένης παρέδωσε όλες τις αποδείξεις αγοράς του εξοπλισμού. Όσον αφορά τις 3 επιταγές, ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της εναγομένης ισχυρίζεται ότι έχουν εξοφληθεί από τον ίδιο - η πρώτη με μετρητά και οι άλλες δύο με την πληρωμή υποχρεώσεων της ενάγουσας. Προσθέτει ότι στις 27.3.2014 η ενάγουσα προχώρησε στη λειτουργία του ξενοδοχείου χρησιμοποιώντας παράνομα και αντισυμβατικά τον εξοπλισμό και τα μηχανήματα της εναγομένης αξίας χιλιάδων ευρών. Αρνείται ότι έγιναν οποιεσδήποτε απειλές σε σχέση με το επανάνοιγμα του ξενοδοχείου. Αρνείται επιπλέον την πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς στο ξενοδοχείο, εφόσον η θέση του είναι ότι πρόκειται για φυσική φθορά και ότι η εναγομένη μόνο βελτιώσεις έκανε. Θεωρεί ότι μοναδικός σκοπός της ενάγουσας με την παρούσα αίτηση είναι η παρεμπόδιση της εναγομένης να παραλάβει τα αντικείμενα που της ανήκουν και βρίσκονται στο ξενοδοχείο και τα οποία χρησιμοποιεί η ενάγουσα. Ο ενόρκως δηλών προβάλλει επιπλέον τη θέση ότι η ενάγουσα δεν έχει καλή βάση αγωγής, καθότι το ενοικιαστήριο έγγραφο στο οποίο στηρίζεται η απαίτηση είναι για 5 χρόνια, αλλά υπογράφεται από 1 μάρτυρα και συνεπώς δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή συμφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 77
(1)Κεφ.
- Προβάλλει επίσης ότι η εναγομένη τερμάτισε την ενοικίαση με ισχύ από 30.4.2014, ενώ η αγωγή καταχωρίστηκε 26.3.2014, ήτοι πρόωρα και αβάσιμα. Θεωρεί ότι η ενοικίαση καθορίζεται από τον τρόπο πληρωμής του ενοικίου, ήτοι στην προκειμένη περίπτωση από μήνα σε μήνα και συνεπώς δεν μπορούσε να τερματιστεί με την ειδοποίηση που δόθηκε από την ενάγουσα. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι η ενάγουσα γνώριζε τα πιο πάνω σε σχέση με το ενοικιαστήριο έγγραφο και τον τερματισμό, αλλά παρέλειψε να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των θεμάτων αυτών, όπως παρέλειψε να αποκαλύψει την ποινική υπόθεση 2691/14 την οποία γνωρίζει και/ή όφειλε να γνωρίζει και αποσιώπησε. Η πλευρά της ενάγουσας καταχώρησε, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου εφόσον δεν υπήρξε ένσταση από την άλλη πλευρά, συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Κωνσταντινίδη για σκοπούς απάντησης της θέσης της πλευράς της εναγομένης περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Στην εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι τόσο ο ίδιος όσο και η ενάγουσα και οι διευθυντές της, δεν γνώριζαν για την ύπαρξη της ποινικής υπόθεσης και την έκδοση διαταγμάτων αναστολής του ξενοδοχείου. Θεωρεί ότι η εναγομένη παραδέχθηκε τις ποινικές κατηγορίες και δέχθηκε να εκδοθούν εκ συμφώνου διατάγματα αναστολής, χωρίς να ενημερώσει την ενάγουσα, με σκοπό να δύναται να δικαιολογήσει την από μέρους της εγκατάλειψη του ξενοδοχείου, αποδίδοντας ευθύνες στην ενάγουσα. Επισημαίνει ότι, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 4 που επισυνάπτεται στη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, το διάταγμα εκδόθηκε εκ συμφώνου. Τονίζει ότι η πλευρά της ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένων των δικηγόρων της, είδαν για πρώτη φορά το κατηγορητήριο, την αίτηση του Κ.Ο.Τ. για αναστολή και τα διατάγματα αναστολής, με την επίδοση της ένστασης στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Γνώριζαν μόνο ότι υπήρχαν καταγγελίες από τον Κ.Ο.Τ., εφόσον ο διευθυντής της εναγομένης τους είχε αναφέρει τον Φεβρουάριο του 2014 ότι δεν καταβάλλει τα οφειλόμενα ενοίκια λόγω των καταγγελιών που έγιναν από τον Κ.Ο.Τ., όπως άλλωστε αναφέρεται και στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Επαναλαμβάνει δε ότι οι πλείστες παρανομίες που διαπίστωσε ο Κ.Ο.Τ. έγιναν από την εναγομένη. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς ότι η πλευρά της ενάγουσας έλαβε γνώση της επιστολής τερματισμού της εναγομένης ημερομηνίας 28.2.2014, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι πρώτη φορά είδαν την επιστολή όταν λήφθηκε η ένσταση στην παρούσα αίτηση. Όπως φαίνεται από την ένσταση, η επιστολή τερματισμού της εναγομένης επιδόθηκε στις 6.3.2014 στο εγγεγραμμένο γραφείο της ενάγουσας μετά που είχε ήδη επιδοθεί η επιστολή τερματισμού της ενάγουσας. Ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν έλαβε γνώση της επιστολής της εναγομένης, καθότι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της ενάγουσας είναι η διεύθυνση των λογιστών της, οι οποίοι δεν τους ενημέρωσαν για την επιστολή. Στη συνέχεια, ο ενόρκως δηλών καταγράφει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η επίδοση επιστολής σε ένα εγγεγραμμένο γραφείο και σε ένα γραμματοκιβώτιο πολυκατοικίας δεν είναι καλή επίδοση. Περαιτέρω, θεωρεί ότι η επιστολή τερματισμού της εναγομένης ημερ. 28.2.2014 στην πραγματικότητα συντάχθηκε αργότερα, καθότι το ξενοδοχείο λειτουργούσε μέχρι τις 3.3.
- Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων όπως και τα αιτούμενα και παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο καθορίζει τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει το αιτούμενο παρεμπίπτον διάταγμα, εφόσον βέβαια το κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Οι προϋποθέσεις είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία. (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία. (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Περαιτέρω, το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Κατά την εξέταση του κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το διάταγμα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κριτήριο του ισοζυγίου ευχέρειας (balance of convenience) των διαδίκων. Η ερμηνεία του άρθρου 32 αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Τransport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Οdysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, Tσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Jonitexco Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska B.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Η πρώτη προϋπόθεση - η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη - ικανοποιείται όταν με βάση τα δικόγραφα αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case). H δεύτερη προϋπόθεση - η ύπαρξη πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία - ικανοποιείται όταν με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα ή ενδεχόμενο επιτυχίας του στην αγωγή. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι αναγκαίο για την απόδειξη της αγωγής (βλ. υπόθεση Οdysseos, ανωτέρω, και Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέλου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 2075). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση - ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή - εξετάζεται το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Συνήθως, εάν κατά την τελική απόφαση επί της ουσίας της αγωγής η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και τη μαρτυρία που προκύπτει από τυχόν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη νομικής βάσης αγωγής, εφόσον κάτι τέτοιο αποκαλύπτεται από το δικόγραφο. Η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης . Είναι όμως σαφώς νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας, εκτός εκεί όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd ν. Αdidas, ανωτέρω, στις σελ. 267 - 8 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή πρέπει να παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία και το Δικαστήριο αποφεύγει να υπεισέλθει στην ουσία σ΄ αυτό το στάδιο. (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802). Η παρούσα αίτηση εκτός από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 στηρίζεται και στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα είναι αντικείμενο της αγωγής. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να διατάσσει τον εναγόμενο να μην αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του, η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα. ΄Εχει νομολογηθεί ότι παρόλο που είναι δυνατόν να εκδοθεί με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 προσωρινό διάταγμα, όπως αυτό που προβλέπεται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, τα ειδικά κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 λαμβάνονται υπόψη στην έκταση που αυτά δεν συμπίπτουν με τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/
- Το άρθρο 32 θέτει κριτήρια γενικής φύσης, ενώ το άρθρο 5 του Κεφ. 6 ειδικά κριτήρια (βλ. Λακαταμίτης ν. Θεοδώρου
(1983)1 Α.Α.Δ. 520). ΄Εχει επίσης νομολογηθεί ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action), που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του Κεφ. 6 το βάσιμο της αγωγής για έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία, που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 και ότι και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) (βλ. Τσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) ΑΑΔ 782. Το γενικότερο άρθρο όμως είναι το 32 του Ν.14/60 Στην υπόθεση ΑΒP Ηοldings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Aρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 αναφέρθηκε ότι η εξουσία των άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6, τα οποία προνοούν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. επίσης την υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253). Το άρθρο 7 του Κεφ. 6 αφορά το δικαίωμα εναγομένου για αποζημίωση για τη δαπάνη και βλάβη που προξενήθηκε στον εναγόμενο λόγω της εκτέλεσης διατάγματος, σε περίπτωση που εκδόθηκε διάταγμα ενώ διαφαίνεται στη συνέχεια ότι ζητήθηκε για ανεπαρκείς λόγους ή η αγωγή αποτύχει και δεν υπήρχε πιθανή βάση αγωγής. Συνεπώς δεν τυγχάνει εφαρμογής. Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς, εφόσον προβλέπει ότι κάθε διάταγμα, το οποίο έχει εξουσία το Δικαστήριο να εκδώσει, δύναται να εκδοθεί κατόπιν αίτησης του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο διάδικο, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίθηκε δικαιολογημένη η έκδοση των διαταγμάτων υπό Α και Β μόνο μονομερώς, λόγω του ότι, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η ενάγουσα θα επαναλειτουργούσε το ξενοδοχείο την επόμενη μέρα και υπήρχε ισχυρισμός ότι η πλευρά της εναγομένης απειλούσε ότι θα προέβαινε σε ενέργειες προς παρεμπόδιση της εν λόγω επαναλειτουργίας και ότι θα εισέρχονταν εντός του ξενοδοχείου χωρίς την άδεια της ενάγουσας. Σημειώνω ότι οι ενέργειες τις οποίες απαγορεύουν τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς, είναι ενέργειες στις οποίες εν πάση περιπτώσει δεν δικαιούται να προβεί η εναγομένη, ενώ υπήρχε μαρτυρία ότι σκόπευε να τις διαπράξει. Δεν ετίθετο θέμα πρόκλησης οποιασδήποτε βλάβης ή ταλαιπωρίας στην εναγομένη από την έκδοση μονομερώς των εν λόγω διαταγμάτων. Άλλωστε, η εναγομένη στη συνέχεια, αφότου της επιδόθηκε το Διάταγμα και καταχώρισε ένσταση, δήλωσε ότι πρόθεσή της δεν είναι να παρεμποδίσει το επανάνοιγμα του ξενοδοχείου, παρά μόνο να αξιώσει την επιστροφή της περιουσίας της η οποία βρίσκεται εντός αυτού (βλ. παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση). Όσον αφορά το διάταγμα που ζητείται υπό σημείο (Γ) της αίτησης, αυτό δεν εκδόθηκε μονομερώς. Στρέφομαι στο σημείο αυτό να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που προνοούνται από το άρθρο 32 του Ν.14/60 και το άρθρο 5 του Κεφ. 6. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32
(1)για σοβαρό θέμα προς εκδίκαση ως και την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής που θέτει το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, αλλά και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 σχετικά με την κατάδειξη ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, σημειώνω ότι από ανάγνωση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, καθώς και της ενώπιόν μου μαρτυρίας στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, προκύπτει ότι η απαίτηση βασίζεται σε ενοικιαστήριο έγγραφο σε σχέση με το οποίο ζητείται Δήλωση ότι ο τερματισμός από την ενάγουσα είναι νόμιμος, ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και για ζημιές, καθώς και συγκεκριμένα ποσά ως οφειλόμενα ενοίκια και/ή για ακάλυπτες επιταγές. Αναφορικά με το θέμα του ενοικιαστηρίου εγγράφου, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι γεγονός ότι, όπως επισημάνθηκε από την πλευρά της εναγομένης, το άρθρο 77
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 προνοεί ότι σύμβαση που αφορά τη μίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας για περίοδο που υπερβαίνει το ένα έτος δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή, εκτός αν είναι γραπτή και υπογράφεται στο τέλος αυτής από τον κάθε συμβαλλόμενο στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων. Στην προκειμένη περίπτωση, το ενοικιαστήριο έγγραφο Τεκμήριο 1 φαίνεται να είναι για 5 έτη (βλ. παραγράφους 8.1 και 8.3 αλλά και παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση), ενώ δεν φαίνεται να υπογράφηκε στην παρουσία δύο μαρτύρων, παρά μόνο ενός. Για να δύναται να θεωρείται έγκυρη μια συμφωνία ενοικίασης, όταν η συμφωνηθείσα διάρκεια της ενοικίασης είναι για πέραν του ενός έτους, θα πρέπει να τηρούνται κατά τη συνομολόγησή της οι πρόνοιες του άρθρου 77
(1), ήτοι να υπογράφεται στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων. Σύμφωνα με τη νομολογία, όπου ο ενοικιαστής λαμβάνει κατοχή του ακινήτου και πληρώνει το συμφωνηθέν ενοίκιο με βάση το άκυρο ενοικιαστήριο έγγραφο, η ενοικίαση καθίσταται ενοικίαση από έτος εις έτος ή από μήνα σε μήνα, ανάλογα με το αν με βάση το συμβόλαιο το ενοίκιο είναι πληρωτέο ετήσια ή κατά μήνα (βλ. Nicos Christou Developments Ltd ν. Τοφινή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 1990 και την εκεί αναφερόμενη σχετική νομολογία και συγγράμματα). Η διαφορά των διαδίκων έγκειται στο ότι η ενάγουσα θεωρεί (και επιζητεί Δήλωση του Δικαστηρίου) ότι το ενοικιαστήριο νομίμως τερματίστηκε, κατά τον χρόνο και με τον τρόπο που επιδόθηκε η σχετική επιστολή τερματισμού, ενώ η θέση της εναγομένης είναι ότι ο εν λόγω τερματισμός δεν είναι έγκυρος καθότι δεν δόθηκε η απαιτούμενη προειδοποίηση ενός μηνός εφόσον φέρει ημερομηνία 25.2.2014, με ισχύ από 30.4.2014, επιδόθηκε (κατ' ισχυρισμόν) 5.3.2014 και η αγωγή καταχωρίστηκε στις 26.3.2014 ήτοι πριν τις 30.4.2014. Περαιτέρω, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η ενοικίαση τερματίστηκε από την ίδια, με δική της επιστολή που επιδόθηκε προς την ενάγουσα, την οποία η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν παρέλαβε. Τίθενται συναφώς αντικρουόμενες θέσεις όσον αφορά το θέμα του τερματισμού και το νομότυπο των εκατέρωθεν επιδόσεων. Συνεπώς, θεωρώ ότι υπάρχει θέμα προς εκδίκαση και δεν είναι ορθό να υπεισέλθει το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αναφορικά με την απαίτηση που αφορά ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και για ζημιές, καθώς και συγκεκριμένα ποσά ως οφειλόμενα ενοίκια και/ή για ακάλυπτες επιταγές, σημειώνω ότι η άρνηση από την πλευρά της εναγομένης, οι θέσεις που προβάλλονται μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα εκ μέρους της εναγομένης ότι η πρώτη επιταγή εξοφλήθηκε σε μετρητά (χωρίς την προσκόμιση οποιασδήποτε απόδειξης) και οι άλλες δύο «καλύφθηκαν με την πληρωμή υποχρεώσεων της αιτήτριας διά σκοπούς της ενοικίασης, κατόπιν συμφωνίας και/ή οδηγιών και/ή εντολών της αιτήτριας», δεν μπορεί να οδηγήσει χωρίς ο,τιδήποτε άλλο στην εξαφάνιση κάθε προοπτικής και πιθανότητας ότι η ενάγουσα δικαιούται σε κάποιες τουλάχιστον από τις αιτούμενες θεραπείες. Ούτε και θα ήταν ορθό να προβώ στα πλαίσια της παρούσας αίτησης σε οποιαδήποτε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε ευρήματα αναφορικά με τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς επί της ουσίας της διαφοράς. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, από την εξέταση της ενώπιόν μου μαρτυρίας, εκ πρώτης όψεως και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα ή αξιολόγηση μαρτυρίας, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποκαλύψει στο δικόγραφό της σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, καθώς και συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, νοουμένου βεβαίως ότι η ενάγουσα θα καταφέρει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Η διαπίστωση κατά πόσο όντως ευσταθούν οι θέσεις της ενάγουσας, και οι αντίθετοι ισχυρισμοί της εναγομένης είναι θέματα τα οποία θα εξεταστούν, θα αξιολογηθούν και θα αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η ενάγουσα έχει ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60, κατά πόσο δηλαδή κατάφερε να αποδείξει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν διατηρηθούν τα υφιστάμενα διατάγματα και εκδοθεί το τρίτο διάταγμα που δεν εκδόθηκε μονομερώς. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία, αλλά και στην περίπτωση όπου υφίσταται κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως να ληφθεί εναντίον του. Δεν πρέπει όμως να παραγνωριστεί το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία, εφόσον ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας και φήμης είναι δύσκολο να αποτιμηθεί σε χρήμα ή να εξακριβωθεί με βεβαιότητα (βλ. Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.α. ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, 1799). Σε σχέση με τα ήδη εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα υπό στοιχεία (Α) και (Β), η πλευρά της ενάγουσας διατείνεται μεταξύ άλλων ότι χωρίς αυτά θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, καθότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο η εναγομένη να επέμβει στο ξενοδοχείο με σκοπό να αφαιρέσει και να μετακινήσει τον εξοπλισμό της που βρίσκεται εντός του ξενοδοχείου, ενόσω υπάρχουν πελάτες, γεγονός που θα πλήξει ανεπανόρθωτα τη φήμη και την πελατεία του ξενοδοχείου με ανυπολόγιστες ζημιές για την ενάγουσα (βλ. παράγραφο 37 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση). Στο σημείο αυτό, θεωρώ ορθό να επισημάνω ότι η θέση της εναγομένης, όπως διατυπώθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορό της στην αγόρευσή του, ότι η αιτήτρια παράνομα και αντισυμβατικά «εξασφάλισε την κατοχή του ξενοδοχείου» μέσω των διαταγμάτων Α και Β, με τα οποία «εμποδίζονται οι νόμιμοι κάτοχοι ως ενοικιαστές από το να εισέλθουν στο ξενοδοχείο», δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ευσταθεί. Η θέση της εναγομένης, βάσει των στοιχείων και ισχυρισμών που έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, είναι ότι η ενοικίαση έχει τερματισθεί. Απλώς, διατείνεται ότι δεν είναι η ενάγουσα που την τερμάτισε, αλλά η ίδια η εναγομένη, και μάλιστα «πάραυτα» με επιστολή ημερ. 28.2.2014 η οποία επιδόθηκε 6.3.2014. Δηλαδή, στην ουσία η εναγομένη δηλώνει ότι έχει η ίδια τερματίσει την ενοικίαση από τα τέλη Φεβρουαρίου ή αρχές Μαρτίου, ότι η ενάγουσα έχει επαναλειτουργήσει το ξενοδοχείο και ότι το αντικείμενο των συζητήσεων όλων των εμπλεκομένων τον Μάρτιο του 2014, αφότου η εναγομένη είχε ήδη αποχωρήσει από το ξενοδοχείο, ήταν η επιστροφή του εξοπλισμού και των επίπλων της, και όχι η όποια επανάκτηση κατοχής του ξενοδοχείου από τους ενοικιαστές. Άλλωστε, η εναγομένη αποδέχθηκε την εκ συμφώνου έκδοση διατάγματος εναντίον της για αναστολή και/ή παύση λειτουργίας του ξενοδοχείου, στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης από τον Κ.Ο.Τ. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι σε σχέση με τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς, συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60. Επαναλαμβάνω δε τα όσα καταγράφονται στη σελίδα 13 πιο πάνω σε σχέση με το άρθρο 9 του Κεφ. 6, το θέμα του κατεπείγοντος και το γεγονός ότι τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί απαγορεύουν ενέργειες στις οποίες η εναγομένη εν πάση περιπτώσει δεν έχει δικαίωμα να προβεί. Άλλωστε, από τη στιγμή που η εναγομένη διατείνεται ότι έχει η ίδια τερματίσει την ενοικίαση, είναι άξιον απορίας γιατί διαφωνεί με την έκδοση διατάγματος με το οποίο της απαγορεύεται να εμποδίζει την ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου να το διαχειρίζεται και να το λειτουργεί. Εάν η εναγομένη έχει αξιώσεις που αφορούν συγκεκριμένα μηχανήματα, εξοπλισμό και σκεύη που βρίσκονται εντός του ξενοδοχείου, είναι άλλο θέμα, σε σχέση με το οποίο δύναται να προωθήσει τις αξιώσεις της με τον ορθό τρόπο, και όχι με την παρεμπόδιση της λειτουργίας του ξενοδοχείου ή την είσοδο εντός αυτού χωρίς την άδεια της ενάγουσας. Αναφορικά με το διάταγμα υπό σημείο (Γ) της αίτησης το οποίο δεν εκδόθηκε μονομερώς, και το οποίο επιζητεί η ενάγουσα για να απαγορεύεται προσωρινά στην εναγομένη να πωλήσει/επιβαρύνει/διαθέσει τα περιουσιακά της στοιχεία που βρίσκονται εντός του ξενοδοχείου, προς τον σκοπό ικανοποίησης απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ της καθότι η εναγομένη δεν έχει άλλη περιουσία, σημειώνω ότι κατά την κρίση μου η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 δεν ικανοποιείται. Η ενάγουσα δηλώνει ότι έχει επαναλειτουργήσει το ξενοδοχείο, ενώ εξακολουθούν να βρίσκονται εντός αυτού τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης που αναφέρονται στην αίτηση, πολλά από τα οποία προφανώς και χρησιμοποιεί η ενάγουσα, εφόσον ισχυρίζεται ότι αποτελούν πλέον «προσαρτήματα» του ξενοδοχείου που δεν μπορούν εύκολα να αφαιρεθούν. Κατά την κρίση μου, τυχόν έκδοση του αιτούμενου υπό στοιχείο (Γ) διατάγματος στην ουσία θα αποτελούσε χρήση του μηχανισμού για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος για σκοπό διαφορετικό από εκείνο που είναι ταγμένο να εξυπηρετήσει (βλ. Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 A.A.D. 1572 στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης), ήτοι για σκοπούς κατακράτησης και χρήσης περιουσίας της εναγομένης από την ενάγουσα. Όσον αφορά τον εξοπλισμό που ανήκει στην εναγομένη που δεν θεωρεί η ενάγουσα ότι αποτελεί προσάρτημα του ξενοδοχείου και δηλώνει η πλευρά της ενάγουσας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι «είναι αποθηκευμένος σε ασφαλές μέρος εις το ξενοδοχείο για να παραμείνει αναλλοίωτος και στην ίδια κατάσταση ως έχει σήμερα», σημειώνω ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα κατακράτησης περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης η ενάγουσα. Εάν η ενάγουσα έχει στην κατοχή της περιουσία της εναγομένης την οποία επιθυμεί όπως χρησιμοποιεί για σκοπούς λειτουργίας του ξενοδοχείου είτε επειδή τυχόν αφαίρεση θα κοστίσει περισσότερα από την αξία της είτε άλλως πως, τότε θα πρέπει οι διάδικοι να συμφωνήσουν να προβούν σε κοστολόγηση των εν λόγω αντικειμένων προς όφελος της εναγομένης. Εξ όσων αντιλαμβάνομαι από το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό, αυτή ήταν και η προσπάθεια των συνηγόρων των διαδίκων εντός Μαρτίου 2014 πριν την έγερση της παρούσας αγωγής. Στρέφομαι τώρα στους λόγους Ένστασης που αφορούν την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Όπως έχει νομολογηθεί, η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση - όπως αναφέρεται στη Resola Cyprus Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 «το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής» (βλέπε μεταξύ άλλων Χριστοδούλου ν. Antonious M.F.M. Vracts
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1475, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Δημητρίου ν. The Dolphin Insurance Company Limited κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 351). Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της πλευράς της εναγομένης, αλλά και την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της, η θέση είναι ότι η ενάγουσα αποσιώπησε την υποχρέωσή της με βάση το ενοικιαστήριο έγγραφο να εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας πριν την παράδοση του ξενοδοχείου, δεν αποκάλυψε την ύπαρξη της ποινικής υπόθεσης 2691/14, δεν αποκάλυψε τον τερματισμό της ενοικίασης που έγινε από την εναγομένη με ημερ. 28.2.2014 και δεν αποκάλυψε τη φύση και το είδος της ενοικίασης. Όσον αφορά το τελευταίο ζήτημα, σημειώνω ότι πρόκειται περί θέσεως της εναγομένης σε σχέση με τη νομική υπόσταση της υπόθεσης της ενάγουσας και ειδικότερα του επίδικου ενοικιαστηρίου εγγράφου. Όπως έχει προαναφερθεί, πρόκειται για θέματα τα οποία θα πρέπει να εκδικαστούν κατά την ακρόαση της αγωγής επί της ουσίας και τα οποία δεν αποτελούν θέματα για τα οποία ετίθετο θέμα «αποκάλυψης» με τον τρόπο που ισχυρίζεται η πλευρά της εναγομένης. Το ίδιο ισχύει, θεωρώ, και για το ζήτημα της φύσης και είδους της ενοικιάσεως, εν όψει των προνοιών του άρθρου 77 του Κεφ. 149 αλλά και των αντικρουόμενων ισχυρισμών περί τερματισμού της ενοικίασης εκατέρωθεν. Όσον αφορά την ποινική υπόθεση, σημειώνω ότι η θέση της ενάγουσας είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν γνώριζε για την ύπαρξή της, εφόσον αφορούσε μόνο την εναγομένη, και ότι έλαβε γνώση για το κατηγορητήριο και τα διατάγματα αναστολής λειτουργίας που εκδόθηκαν εναντίον της εναγομένης για πρώτη φορά με την καταχώριση της ένστασης στην παρούσα αίτηση. Μάλιστα, η ενάγουσα προβάλλει τη θέση ότι η εναγομένη ύπουλα παραδέχθηκε τις κατηγορίες και δέχθηκε την εκ συμφώνου έκδοση διαταγμάτων αναστολής λειτουργίας του ξενοδοχείου χωρίς να ενημερώσει την ενάγουσα, για να έχει δικαιολογία για την εγκατάλειψη του ξενοδοχείου και να αποδώσει την ευθύνη στην ενάγουσα η οποία δεν εξασφάλισε άδεια λειτουργίας από τον Κ.Ο.Τ. Η πλευρά της εναγομένης στηρίζεται σε ισχυρισμό ότι ενημέρωσε προφορικά την πλευρά της εναγομένης για την ποινική υπόθεση και στη συνέχεια είχαν σχετική επικοινωνία οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Πρόκειται, δηλαδή, περί αντικρουόμενων ισχυρισμών, τους οποίους δεν θεωρώ ορθό να αξιολογήσω σε αυτό το στάδιο την εν λόγω μαρτυρία, και να καταλήξω τελεσίδικα σε εύρημα περί παράθεσης ψευδών γεγονότων ή ισχυρισμών είτε από τη μία πλευρά είτε από την άλλη. Από τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι καταδείχθηκε επαρκώς ότι η πλευρά της ενάγουσας όντως γνώριζε, ή ήταν σε θέση να αποκαλύψει με εύλογη έρευνα, για την ποινική υπόθεση και τα διατάγματα παύσης λειτουργίας, και τα απέκρυψε. Αναφορικά με τη θέση της εναγομένης ότι η ενάγουσα απέκρυψε τον τερματισμό της ενοικιάσεως που έγινε από την εναγομένη με επιστολή ημερ. 28.2.2014, η οποία αφέθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της ενάγουσας στις 6.3.2014 και σε γραμματοκιβώτιο στη διεύθυνση μετόχου της εναγομένης στις 7.3.2014, σημειώνω ότι η θέση της ενάγουσας είναι ότι ουδέποτε παραλήφθηκε τέτοια επιστολή, ότι οι επιδόσεις δεν είναι έγκυρες για τους λόγους που ανέπτυξε ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της εναγομένης στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση και ότι εν πάση περιπτώσει «επιδόθηκε» μετά την επίδοση της επιστολής τερματισμού της ενάγουσας προς την εναγομένη. Η δε θέση της εναγομένης είναι ότι η «άφεση» μιας επιστολής στο εγγεγραμμένο γραφείο μιας εταιρείας είναι καλή επίδοση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 372 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και ότι η ενάγουσα θα μπορούσε με εύλογη έρευνα να λάβει γνώση της επιστολής τερματισμού, εφόσον σε επιστολή ημερ. 14.3.2014 του δικηγόρου της εναγομένης προς την ενάγουσα γίνεται αναφορά στην επιστολή τερματισμού ημερ. 28.2.2014. Αναφορικά με το θέμα της απόκρυψης, η θέση της πλευράς της εναγομένης είναι ότι «η μη αποκάλυψη του θέματος αυτού αποστέρησε από το Δικαστήριο να έχει υπόψη του και την εκδοχή της εναγομένης όταν εξέταζε τη μονομερή αίτηση». Εν τούτοις, επισημαίνω ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της ενάγουσας στις παραγράφους 30 και 31 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση κάνει ρητή αναφορά στην επιστολή ημερ. 14.3.2014 του δικηγόρου της εναγομένης προς την ενάγουσα, την οποία και επισυνάπτει δεόντως ως Τεκμήριο 8, και στο γεγονός ότι «στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ότι στις 28.2.2014 η εναγόμενη τερμάτισε τη συμφωνία ενοικίασης του ξενοδοχείου αλλά ούτε εγώ ούτε οι λοιποί διευθυντές της ενάγουσας έλαβαν τέτοια επιστολή». Συνεπώς, κρίνω ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ενάγουσα απέκρυψε τη θέση της εναγομένης ότι είναι αυτή που τερμάτισε την ενοικίαση. Το δε ακριβές περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 28.2.2014 δεν θεωρώ ότι είναι τέτοιας ουσιώδους σημασίας που δυνατόν να είχε επίδραση στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης. Αρκεί το γεγονός ότι η ενάγουσα αποκάλυψε δεόντως τη θέση της εναγομένης ότι είχε αποστείλει επιστολή τερματισμού ημερ. 28.2.2014. Ίσως εκ του περισσού, σημειώνω ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της εναγομένης δέχεται ότι η επιστολή τερματισμού ημερ. 25.2.2014 της ενάγουσας επιδόθηκε στη σύζυγό του στις 5.3.2014, ήτοι πριν την ημερομηνία που θεωρεί η εναγομένη ότι επιδόθηκε η δική τους επιστολή τερματισμού. Είναι εξίσου αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της εναγομένης προβάλλει τη θέση, στις παραγράφους 5 (δ),(ε) και (στ) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, ότι παραδέχθηκε ενοχή στην ποινική υπόθεση στις 6.3.2014, λόγω του ότι μέχρι τις 6.3.2014 η ενάγουσα δεν είχε εξασφαλίσει τις αναγκαίες άδειες λειτουργία από τον Κ.Ο.Τ., και «στη συνέχεια» η εναγομένη «τερμάτισε πάραυτα την επίδικη ενοικίαση με επιστολή των δικηγόρων της», η οποία όμως φέρει προγενέστερη ημερομηνία, ήτοι 28.2.2014. Στο στάδιο αυτό, θα προχωρήσω να εξετάσω και το τελευταίο ζήτημα, δηλαδή αν είναι εύλογο και δίκαιο να συνεχίσει η ισχύς των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων, ως θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας. Η φράση αυτή είναι, όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Francome v. Mirror Group Newspaper
(1984)1 WLR 892, 898, μια ατυχής έκφραση, εφόσον το Δικαστήριο ασχολείται με τη δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων. Το Δικαστήριο θα πρέπει να προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σε αυτό το αρχικό στάδιο (βλ. σχετικά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 366 «Balance of convenience considered»). H ανάγκη προστασίας της ενάγουσας πρέπει να σταθμίζεται με την αντίστοιχη ανάγκη της εναγομένης και συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί η επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν διατήρηση του διατάγματος στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Σε περίπτωση οριστικοποίησης των προσωρινών διαταγμάτων, η μόνη επίπτωση στην εναγομένη είναι ότι δεν θα δύναται να παρενοχλεί και/ή να εμποδίζει την ενάγουσα από του να διαχειρίζεται και να λειτουργεί το ξενοδοχείο της, και να εισέλθει στο ξενοδοχείο χωρίς την άδεια της ενάγουσας. Υπενθυμίζω ότι το ξενοδοχείο ανήκει στην ενάγουσα και η θέση της εναγομένης είναι ότι η ίδια «τερμάτισε πάραυτα» την ενοικίαση του ξενοδοχείου με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 28.2.2014, αποχώρησε, ενώ στη συνέχεια η ενάγουσα το επαναλειτούργησε. Συνεπώς, κρίνω ότι η διατήρηση των διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει μεγάλη δυσχέρεια για την εναγομένη. Είναι, βεβαίως, καθόλα αντιληπτή η επιθυμία ή και απαίτηση της εναγομένης να της επιστραφεί κάποιος εξοπλισμός που της ανήκει, ή να αποζημιωθεί για την αξία κάποιου εξοπλισμού που εξακολουθεί να βρίσκεται εντός του ξενοδοχείου. Εν τούτοις, η ακύρωση των προσωρινών διαταγμάτων δεν είναι, κατά την κρίση μου, ο ορθός τρόπος επίτευξης αυτού του σκοπού. Η εναγομένη είναι ελεύθερη να λάβει τα δέοντα δικαστικά μέτρα προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων και απαιτήσεών της, είτε μέσω ανταπαίτησης στα πλαίσια της παρούσας αγωγής είτε άλλως πως. Συμπερασματικά όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς την οριστικοποίηση των διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 26.3.2014 καθίστανται απόλυτα. Το διάταγμα που επιζητείται υπό στοιχείο (Γ) της αίτησης απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, εφόσον οριστικοποιήθηκαν μεν τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς, αλλά απορρίφθηκε το διάταγμα που δεν είχε εκδοθεί μονομερώς, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως σε σχέση με την εκδίκαση της παρούσας αίτησης η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο