JOHN KYRIAKIDES AND SONS LIMITED ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2114/14, 24/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A288 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2114/14 Μεταξύ: JOHN KYRIAKIDES AND SONS LIMITED Εναγόντων και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 15.4.2014 Ημερομηνία: 24 Ιουνίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-ενάγοντες: κ. Α. Μελάς για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους: κα Μ. Ναθαναήλ για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή τους, που καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 11.4.2014, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να τερματίζεται η συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων με τη μορφή δανείου, τα στοιχεία του οποίου παρατίθενται, και/ή άλλων λογαριασμών ή συμφωνιών που οι ενάγοντες συνήψαν με τους εναγόμενους κατόπιν συμβουλών που δόθηκαν από τους τελευταίους με αμέλεια και/ή κατά παράβαση των νομικών ή άλλων καθηκόντων τους και/ή λόγω ανέντιμης, κακόπιστης και καταχρηστικής συμπεριφοράς των εναγομένων και/ή ενεργειών τους παράνομων και/ή αντίθετων με τους κανόνες δημοσιονομικής και/ή νομισματικής πολιτικής και/ή κατά παράβαση των νόμων και κανονισμών και/ή λόγω παραπειστικών ή παραπλανητικών διαβεβαιώσεων των εναγομένων προς τους ενάγοντες καθώς και την ακύρωση όλων των συνδεδεμένων συμφωνιών και εγγράφων είτε αφορούν υποθήκες ή άλλες εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις. Αξιώνουν, επίσης, δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι νόμιμα προέβησαν στον τερματισμό της προαναφερθείσας συμφωνίας λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς των εναγομένων, ότι οι εναγόμενοι με τις επιστολές τους με ημερομηνίες 23.6.2011 και 29.8.2013 διέπραξαν μονομερώς αμετάκλητη παράβαση και/ή διάρρηξη της εν λόγω συμφωνίας και της έννομης σχέσης των διαδίκων, ότι με την εν λόγω διάρρηξη της συμφωνίας οι εναγόμενοι απώλεσαν το δικαίωμά τους να ζητήσουν εφαρμογή των όρων της, συμπεριλαμβανομένης και της απαίτησης εξόφλησης οποιουδήποτε υπολοίπου, ότι ο διορισμός του Μάριου Φ. Χατζηχάννα, ως Παραλήπτη και Διαχειριστή των εναγόντων, είναι άκυρος και/ή παράνομος και/ή αποτέλεσμα δόλιας, κακόπιστης, καταχρηστικής και παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων, ότι η συμφωνία ημερομηνίας 14.12.2010 μεταξύ των διαδίκων και το επισυνημμένο σε αυτή έγγραφο με τίτλο «Ομόλογο Επιβάρυνσης» είναι άκυρα και ή παράνομα χωρίς νομικό αποτέλεσμα για τους διαδίκους, ζητώντας επίσης την ακύρωση των εν λόγω εγγράφων και ότι οι εναγόμενοι δεν νομιμοποιούντο δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 14.12.2010 και του προαναφερθέντος Ομολόγου να προχωρήσουν μονομερώς στον προαναφερθέντα διορισμό, λόγω απάτης και/ή πλάνης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή αθέμιτης και παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων και/ή λόγω των προαναφερθεισών ενεργειών τους και/ή λόγω παράβασης των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τις μεταξύ τους συμφωνίες και/ή παράβασης νόμων και/ή κανονισμών και/ή οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας, αξιώνοντας επίσης αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστησαν οι ενάγοντες λόγω της προεκτεθείσας συμπεριφοράς των εναγομένων. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά οι ενάγοντες επιζητούν διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι οποιεσδήποτε ενέργειες των εναγομένων για αύξηση των επιτοκίων και/ή των ποσών των δόσεων και/ή οι επιβαρύνσεις των λογαριασμών είναι άκυρες λόγω της προαναφερθείσας συμπεριφοράς τους, αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος και/ή λόγω παραλείψεων και/ή λόγω αμέλειας των εναγομένων, δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες δεν ευθύνονται για τη δημιουργία οποιωνδήποτε χρεωστικών υπολοίπων σε βάρος τους σε σχέση με τον πιο πάνω λογαριασμό καθώς και για μηδενισμό οποιουδήποτε υπολοίπου. Διαζευκτικά με τα πιο πάνω, οι ενάγοντες αξιώνουν δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι δικαιούνται εύλογο χρόνο για την εξόφληση οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου ήθελε φανεί ότι οφείλουν σύμφωνα με τις σημερινές τους οικονομικές δυνατότητες καθώς και τιμωρητικές αποζημιώσεις και οποιαδήποτε άλλη δήλωση ή θεραπεία κριθεί δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις και τους κανόνες επιείκειας, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 15.4.2014 και με αυτή οι αιτητές-ενάγοντες αξιώνουν αφενός διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς και/ή η εκτελεστότητα του διορισμού και/ή οι εξουσίες του Μάριου Φ. Χατζηχάννα, ως Παραλήπτη και Διαχειριστή των εναγόντων, που έλαβε χώρα από τους εναγόμενους στις 29.8.2013 και αφετέρου διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους τους από του να χρησιμοποιούν και/ή να εφαρμόζουν και/ή να ασκούν οποιοδήποτε δικαίωμα και/ή να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη που να βασίζεται στη συμφωνία ημερομηνίας 14.12.2010 μεταξύ των διαδίκων και στο επισυνημμένο σε αυτή έγγραφο με τίτλο «Ομόλογο Επιβάρυνσης», καθώς και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Το αιτούμενο διάταγμα δεν δόθηκε μονομερώς και διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης στους εναγόμενους. Νομική βάση της υπό κρίση αίτησης αποτελούν το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, τα άρθρα 90, 93, 97, 337, 338 και 340-344 του περί Εταιρειών Νόμου, οι πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.33 θ.15, Δ.40 θ.θ. 10-11 και Δ.48 θ.θ. 1-4 και 7, η νομολογία, το δίκαιο της επιείκειας καθώς και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την αίτηση, ο Γιαννάκης Κυριακίδης, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής και μέτοχος των εναγόντων, ως αναφέρει, έχει άμεση προσωπική γνώση για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λόγω εμπλοκής του και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη του δήλωση, έχοντας και τη νομική συμβουλή των δικηγόρων του. Ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης προήλθε από νομική συμβουλή των δικηγόρων των εναγόντων, τα αγώγιμα δικαιώματα των οποίων εμφαίνονται στο κλητήριο ένταλμα όπως και οι αξιώσεις τους, τις οποίες συνοπτικά επαναλαμβάνει. Οι ενάγοντες είναι νόμιμα εγγεγραμμένη εταιρεία στην Κύπρο, που ασχολείται με την παραγωγή, εμφιάλωση και διανομή αλκοολούχων ποτών καθώς και σιροπιών. Οι εναγόμενοι ενάγονται ως το αποκτών πρόσωπο δυνάμει διατάγματος που υποκαθιστά την Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd (στο εξής «η τράπεζα»), αναφορικά με οποιαδήποτε νομική διαδικασία που σχετίζεται με περιουσιακά στοιχεία καθώς και δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν από αυτήν στους εναγόμενους. Η συνεργασία των εναγόντων με την τράπεζα ξεκίνησε το 1995 όταν οι ενάγοντες έλαβαν από αυτή πιστωτικές διευκολύνσεις με τη μορφή τρεχούμενων λογαριασμών και συμφωνίας δανείου, ήταν δε για αρκετά χρόνια καλά εδραιωμένη με πνεύμα εμπιστοσύνης, συνέπειας και σιγουριάς. Με τη βοήθεια της τράπεζας οι ενάγοντες επέδειξαν σταθερά ανοδική πορεία και από το 2004 άρχισαν να θέτουν σε εφαρμογή το σχέδιο τους για μετατροπή της λειτουργίας του εργοστασίου τους σε φορολογική αποθήκη με σκοπό την ελαχιστοποίηση των εξόδων τους και την αύξηση του κύκλου εργασιών. Η συνεργασία ήταν λειτουργική και αποδοτική, αποφέροντας κέρδη και στις δύο πλευρές και οι ενάγοντες ήταν απόλυτα συνεπείς, έχοντας πάντοτε την υποστήριξη των εναγομένων. Συνεπεία της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, επήλθε μείωση των δραστηριοτήτων και των κερδών των εναγόντων, οι οποίοι ζήτησαν τη βοήθεια της τράπεζας σε σχέση με την αποπληρωμή των δόσεών τους, αντιμετωπίζοντας ωστόσο εγωιστική, ανέντιμη και κακόπιστη συμπεριφορά από την τράπεζα, που απαιτούσε την άμεση εξόφληση των λογαριασμών καθώς και απειλές και αφόρητες πιέσεις από τον υπάλληλο της που χειρίζετο τους λογαριασμούς των εναγόντων, σχετικά με την εκποίηση του εργοστασίου των εναγόντων που ήταν υποθηκευμένο προς όφελος της τράπεζας. Παρά την άκαμπτη στάση της τράπεζας οι ενάγοντες ζήτησαν να βρεθεί λύση στο πρόβλημα και κατόπιν συζητήσεων και συναντήσεων ως μοναδική διέξοδος κρίθηκε η παραχώρηση δανείου για την τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων των εναγόντων στην τράπεζα. Το νέο δάνειο ύψους €325.000 παραχωρήθηκε στους ενάγοντες με την επιστολή προσφοράς της τράπεζας ημερομηνίας 10.12.2010 (Τεκμήριο 1) όπου εμφαίνονται οι όροι της παραχώρησής του, με σκοπό την εξόφληση όλων των προηγούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί στους ενάγοντες. Παρά τις ανησυχίες και προβληματισμούς των εναγόντων σε σχέση με τη δόση και το υψηλό επιτόκιο του δανείου υπεγράφη η συμφωνία δανειοδότησης ημερομηνίας 14.12.2010 (Τεκμήριο 2) και το «Ομόλογο Επιβάρυνσης» ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 3), χωρίς ωστόσο οι υπάλληλοι της τράπεζας να πληροφορήσουν τους ενάγοντες για τις συνέπειες του εν λόγω Ομολόγου. Συνεπεία της χειροτέρευσης της κατάστασης στην οικονομία του τόπου και της δυσμενέστερης οικονομικής θέσης των εναγόντων, υπήρχαν δυσκολίες στην τήρηση του προγράμματος αποπληρωμής, καθυστέρηση στην πληρωμή των δόσεων και παρουσία συνεχών υπερβάσεων, οπότε στα μέσα του 2011 άρχισαν πάλι οι απειλές και οι πιέσεις εκ μέρους της τράπεζας. Παρά τις προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος, στις 23.6.2011 η τράπεζα απέστειλε επιστολή τερματισμού της συμφωνίας δανείου απαιτώντας άμεση εξόφληση του υπολοίπου, ύψους τότε €332.443,50 πλέον τόκους προς 14% από την ίδια ημερομηνία (Τεκμήριο 4), χωρίς ωστόσο να υπάρξει συνέχεια σ' αυτή την ενέργεια της τράπεζας εφόσον οι προσπάθειες για διόρθωση της κατάστασης συνεχίζοντο και καταβάλλοντο χρήματα στο λογαριασμό του δανείου εκ μέρους των εναγόντων. Περί τα μέσα του 2012 οι ενάγοντες διαπραγματεύοντο με τη ΣΠΕ Πιτσιλλιάς για τη χορήγηση δανείου ώστε να εξοφληθεί πλήρως το χρεωστικό υπόλοιπό τους προς την τράπεζα, αλλά πριν την ολοκλήρωση της συμφωνίας δανειοδότησης μεσολάβησαν τα γνωστά γεγονότα του Μαρτίου του
- Η ίδια τακτική των υπαλλήλων της τράπεζας συνεχίστηκε και τον Αύγουστο του 2013 ζητήθηκε από τους ενάγοντες να προβούν σε άμεση εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου. Σε συνάντηση στα γραφεία των εναγομένων τον Αύγουστο του 2013, παρόντος του ενόρκως δηλούντος και της δικηγόρου του καθώς και του Μάριου Χατζηχάννα, τον οποίο ο ενόρκως δηλών δεν γνώριζε τότε, ζητήθηκε εκ μέρους των εναγόντων να δοθούν αναλυτικές καταστάσεις των λογαριασμών για έλεγχο από ελεγκτικό γραφείο, ο οποίος κατέδειξε ότι υπήρχαν υπερχρεώσεις ύψους €75.
- Κατά το χρόνο της μελέτης των καταστάσεων από το ελεγκτικό γραφείο κι ενώ αναμένετο να καθοριστεί νέα συνάντηση μεταξύ των διαδίκων, οι εναγόμενοι απροειδοποίητα και χωρίς να ζητήσουν με γραπτή ειδοποίηση, ταχυδρομικώς και συστημένη, στο εγγεγραμμένο γραφείο των εναγόντων την πληρωμή του ποσού που εξασφαλίζεται από το υπό αναφορά Ομόλογο, προχώρησαν στο διορισμό του Μάριου Χατζηχάννα, ως Παραλήπτη και Διαχειριστή των εναγόντων και με την επιστολή τους ημερομηνίας 29.8.2013 (βλ. Τεκμήριο 5), γνωστοποίησαν στους ενάγοντες τον εν λόγω διορισμό. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου σε συνάντηση που διευθετήθηκε, η δικηγόρος των εναγόντων ζήτησε όπως αφαιρεθούν οι υπερχρεώσεις και αφού καθοριστεί το νομίμως οφειλόμενο ποσό να καθοριστεί ο τρόπος άμεσης αποπληρωμής του δανείου, ενώ οι υπάλληλοι των εναγομένων ενέμειναν στην απαίτηση για εξόφληση όλου του ποσού. Τότε παρενέβη ο κ. Χατζηχάννας, ο οποίος με απειλητικό και ειρωνικό ύφος ανέφερε ότι θα αναλάβει ως Διαχειριστής της εταιρείας των εναγόντων τονίζοντας ότι είχε και πελάτη για να πωλήσει το εργοστάσιό τους. Ενόσω δεν βρέθηκε οποιαδήποτε λύση στην εν λόγω συνάντηση ο κ. Χατζηχάννας απέστελλε στους ενάγοντες επιστολές για παράδοση του ακινήτου τους στο Δάλι υποβάλλοντας και αιτήματα για ετοιμασία έκθεσης καταστάσεως, στις οποίες οι ενάγοντες απάντησαν ότι ήθελαν χρόνο για να αντιμετωπίσουν τη δημιουργηθείσα κατάσταση αμφισβητώντας την ιδιότητά του και ζητώντας την ύπαρξη δικαστικού διατάγματος για οτιδήποτε τους εζητείτο. Στις 20.11.2013 ο κ. Χατζηχάννας με τη Γενική Αίτηση αρ. 844/2013 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο 6), ζήτησε διάφορες θεραπείες σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του επιδιώκοντας να αναλάβει το ακίνητο της εταιρείας των εναγόντων στο Δάλι, η οποία ακόμη εκκρεμοδικεί. Οι ενάγοντες αναζητώντας εξειδικευμένη νομική συμβουλή αποτάθηκαν στους δικηγόρους που τους εκπροσωπούν στην παρούσα υπόθεση, οι οποίοι τους συμβούλευσαν να προβούν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της υπό κρίση αίτησης, έχοντας προηγουμένως αποστείλει στους εναγόμενους επιστολή ημερομηνίας 8.4.2014 (Τεκμήριο 7) με την οποία οι ενάγοντες τερμάτισαν τη σύμβαση δανείου εξ υπαιτιότητας των εναγομένων. Τον Απρίλιο του 2013 η εταιρεία των εναγόντων είχε λάβει την άδεια να λειτουργήσει ως φορολογική αποθήκη υπό την προϋπόθεση ότι θα κατέθεταν στο Τμήμα Τελωνείων εγγυητική ύψους €85.000, ως και έπραξαν μετά από συνομολόγηση ασφάλειας πυρός με ασφαλιστική εταιρεία. Σε επικοινωνία των εναγόντων με τον κ. Χατζηχάννα, κατόπιν προτροπής των εναγομένων, αυτός υποστήριξε ότι θα δημιουργήσει θέμα με το Τμήμα Τελωνείων και το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας επειδή οι ενάγοντες δεν συνεργάζοντο μαζί του. Στις αρχές Φεβρουαρίου του 2014 οι ενάγοντες κατέβαλαν το ποσό των €3.500 στο Τμήμα Τελωνείων για την άδεια λειτουργίας της φορολογικής αποθήκης αναμένοντας να δοθεί σχετικός αριθμός από το Τμήμα Τελωνείων, ώστε να ξεκινήσει η παραγωγή. Σε τηλεφωνική επικοινωνία του με υπάλληλο του Τμήματος Τελωνείων, ο ενόρκως δηλών πληροφορήθηκε ότι η άδεια προς τους ενάγοντες είχε ανασταλεί εφόσον είχε αναλάβει ως Διαχειριστής και Παραλήπτης ο κ. Χατζηχάννας και οι ενάγοντες δεν είχαν τη νόμιμη κατοχή του εργοστασίου, απεστάλησαν δε από το Τμήμα Τελωνείων σχετικές επιστολές (βλ. Τεκμήρια 8, 8Α και 8Β). Με επιστολές των δικηγόρων των εναγόντων προς το Τμήμα Τελωνείων ημερομηνίας 7.4.2014 (βλ. Τεκμήρια 9 και 9Α) ζητήθηκε αναθεώρηση της ανάκλησης των αδειών που είχαν δοθεί ενόσω οι προσπάθειες των εναγόντων για να επανέλθει το προηγούμενο καθεστώς προσέκρουσαν στον τυπικά νομότυπο διορισμό του κ. Χατζηχάννα. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα η στάση και συμπεριφορά των εναγομένων και του κ. Χατζηχάννα ως αντιπροσώπου τους από τον Αύγουστο του 2013 και μετέπειτα, δημιούργησε τεράστια προβλήματα και μεγάλες ζημιές στους ενάγοντες καθόσον έχουν χάσει παραγγελίες από τους αντιπροσώπους τους σε περιοχές της Κύπρου ύψους περίπου €4.000.000, την εξαγωγή ARAK με εταιρεία από το Ισραήλ, πωλήσεις ύψους €200.000 καθώς και από παραγγελίες πρώτων υλών που έχουν προπληρωθεί. Αν δεν υπάρξει άμεση επέμβαση του Δικαστηρίου, οι ενάγοντες θα υποστούν περαιτέρω ζημιές πέραν του €1.000.000 καθώς και λόγω της αδυναμίας τους να εξυπηρετήσουν πελάτες που έχουν παραγγελίες, οι οποίοι ενδέχεται να λάβουν δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Θα πληγεί επίσης η φήμη, αξιοπιστία και εμπιστοσύνη προς τους ενάγοντες τόσο από το Τελωνείο όσο από πελάτες και προμηθευτές τους. Η διακοπή των σχέσεων των εναγόντων με τους εναγόμενους οφείλεται στην κακόπιστη, καταχρηστική, ανέντιμη, αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων και ιδιαίτερα με το διορισμό του Παραλήπτη και Διαχειριστή, που έγινε κατά παράβαση της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων 2013 με τα παραρτήματά της, η οποία αποτελεί αναγκαστικό δίκαιο για τις τράπεζες που οφείλουν να την εφαρμόζουν πιστά υπό τις σημερινές συνθήκες. Οι εναγόμενοι αντί να αποστείλουν ειδική επιστολή προς τους ενάγοντες σύμφωνα με την υπό αναφορά Οδηγία προέβηκαν σε παράνομες και καταχρηστικές ενέργειες διορίζοντας και τον Παραλήπτη δυνάμει του Ομολόγου, ενώ όφειλαν να διασφαλίσουν αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων των εναγόντων σύμφωνα με τις σημερινές συνθήκες. Ως έχει νομική συμβουλή, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν δικαίωμα να προχωρήσουν μονομερώς στο διορισμό του Παραλήπτη και Διαχειριστή των εναγόντων κατά παράβαση των προνοιών του Ομολόγου και της Οδηγίας που προαναφέρθηκε και συνεπώς ο διορισμός του κ. Χατζηχάννα είναι πρόωρος, άκυρος και παράνομος. Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες έχουν πολύ καλή υπόθεση με ισχυρές πιθανότητες επιτυχίας εναντίον των εναγομένων, δεδομένου και ότι ο Παραλήπτης που διορίζεται εκτός Δικαστηρίου θεωρείται αντιπρόσωπος των κατόχων των Ομολόγων και επιδιώκει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, οι οποίοι ως αντιπροσωπευόμενοι είναι υπεύθυνοι για τις ενέργειές του και οι διευθυντές της εταιρείας έχουν τη δυνατότητα να εγείρουν αγωγή εναντίον των κατόχων Ομολόγων που τον διόρισαν. Η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δεν θα παραβλάψει τα δικαιώματα των εναγομένων ούτε θα δημιουργήσει ανεπανόρθωτη ζημιά για το έργο του Παραλήπτη εφόσον δεν υπάρχει δυνατότητα αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των εναγόντων από αυτούς αλλά και θα ωφεληθούν οι εναγόμενοι εφόσον οι ενάγοντες θα διεξάγουν κανονικά τις εργασίες τους. Οι ενέργειες των εναγομένων συνιστούν εξαιρετική περίπτωση και ικανούς λόγους για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, ενόσω η μη έκδοσή τους θα προκαλέσει μεγάλη και ανεπανόρθωτη ζημιά σε βάρος των εναγόντων, οι οποίοι βρίσκονται σε λειτουργική αδράνεια, αλλά και θα καταστήσει δύσκολη και αδύνατη την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης εφόσον μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης οι ενάγοντες θα είναι εκτεθειμένοι στην επικίνδυνη συμπεριφορά του κ. Χατζηχάννα ενάντια στα συμφέροντα τόσο των εναγόντων όσο και των εναγομένων και συνεπώς είναι ορθό και δίκαιο όπως τα αιτούμενα διατάγματα εκδοθούν. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων, που καταχωρήθηκε στις 14.5.2014, με νομική βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.33, Δ.40 και Δ.48 θ.θ. 1-3, 8 και 9, τα άρθρα 97, 231-237 και 340-341 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, τα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, τα άρθρα 4, 5 και 6 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, τις πρόνοιες και/ή οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 καθώς και τη νομολογία, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, ως συνοψίζονται: · η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη με τους διαδικαστικούς κανονισμούς και την πρακτική του Δικαστηρίου και η καταχώρησή της προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης των δικαιωμάτων των εναγομένων, συνιστά δε κατάχρηση της διαδικασίας · η υπό κρίση αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, εφόσον δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων και δεν παρουσιάζονται καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής, ούτε πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου εφόσον οι ενάγοντες την κατεχώρησαν με έκδηλη καθυστέρηση · η αίτηση έπρεπε να επιδοθεί στον Παραλήπτη και Διαχειριστή των εναγόντων, ο διορισμός του οποίου αμφισβητείται, καθόσον τα αιτούμενα διατάγματα τον επηρεάζουν άμεσα και θα ήταν ορθό και δίκαιο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να τοποθετηθεί, ανεξαρτήτως του ότι διορίστηκε από τους εναγόμενους · οι αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς ή επαρκείς ή οποιουσδήποτε λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό της αίτησης ενόσω τόσο η αίτηση όσο και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι γενικές, ασαφείς, αόριστες, παντελώς ελλιπείς και ατεκμηρίωτες και εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα πληγεί η απονομή της δικαιοσύνης · οι οποιεσδήποτε διαφορές των εναγόντων για τον τρόπο λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών και για τον τερματισμό τους συνεπεία της μη εξυπηρέτησης των τραπεζικών διευκολύνσεων που τους παραχωρήθηκαν, δεν αποτελούν λόγο ικανό και βάσιμο για την αμφισβήτηση του διορισμού του Παραλήπτη και Διαχειριστή · οι αιτητές δεν μπορούν εκ των υστέρων να αμφισβητούν την ανέκκλητη υποχρέωση που ανέλαβαν με την υπογραφή των μεταξύ των μερών συμφωνιών και των Ομολόγων, έχοντας την υποχρέωση να τηρήσουν τους όρους αυτών δεδομένου ότι αποτέλεσμα της παραβίασής τους ήταν ο διορισμός του Παραλήπτη και Διαχειριστή των εναγόντων · οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αποκρύβοντας την αλήθεια και/ή παραποιώντας αυτήν και · τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα πρέπει να δοθούν καθότι σε αντίθετη περίπτωση οι αιτητές θα επωφεληθούν από τη δική τους αμέλεια και/ή παράβαση των υπογραφεισών συμφωνιών που οδήγησαν στο νόμιμο διορισμό του Παραλήπτη και Διαχειριστή. Στην ένορκη του δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την ένσταση, ο Ανδρέας Βανέζης, υπάλληλος των εναγομένων στη θέση λειτουργού στην υπηρεσία προβληματικών λογαριασμών, έχοντας γνώση των γεγονότων που αναφέρει από έγγραφα που έχει στην κατοχή του καθώς και κατόπιν νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν τους εναγόμενους, απορρίπτει και αρνείται την αίτηση και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει. Υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες αποτελούν εταιρεία που ιδρύθηκε το έτος 1993 και ασχολείται με την εισαγωγή και παραγωγή οινοπνευματωδών ποτών με την επωνυμία Mr. Brewer (αντίγραφο του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού ημερομηνίας 14.6.1993 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1), διατηρούσαν δε με την τράπεζα τέσσερεις διαφορετικούς λογαριασμούς, τα στοιχεία των οποίων παραθέτει. Το Νοέμβριο του 2010, μετά από διάφορες συζητήσεις με την τράπεζα, συμφωνήθηκε και έγινε αναδιάρθρωση των χρεών των εναγόντων, κατόπιν καταβολής εκ μέρους τους ποσού ύψους €140.000 από τη ΣΠΕ Πιτσιλιάς. Για την εν λόγω αναδιάρθρωση υπογράφηκε νέα συμφωνία δανείου ημερομηνίας 14.12.2010 (βλ. Τεκμήριο 2) για ποσό ύψους €325.000, με σκοπό την εξόφληση των τότε υφισταμένων διευκολύνσεων και με οφειλόμενο σήμερα υπόλοιπο ύψους €415.
- Για την παραχώρηση του εν λόγω δανείου δόθηκαν εξασφαλίσεις και συγκεκριμένα κυμαινόμενη επιβάρυνση επί του ενεργητικού της εταιρείας των εναγόντων για ποσό €320.000 (Τεκμήριο 3), καθώς και τρεις υποθήκες, οι οποίες περιγράφονται και αφορούν το ακίνητο με αριθμό εγγραφής Ν/1584 που βρίσκεται στο Δάλι (βλ. Τεκμήριο 4). Ως Τεκμήριο 5 επισυνάπτεται η συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 14.12.2010, με αναφορά στον όρο 3 αυτής καθώς και στη δήλωση των εγγυητών για την ελεύθερη και ανεπιφύλακτη συναίνεσή τους στην εκτέλεση του εγγράφου, ενώ ως Τεκμήριο 6 επισυνάπτεται το «Ομόλογο Επιβάρυνσης» με αναφορά στους όρους 8 και 10 αυτού. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η προαναφερθείσα συμφωνία ημερομηνίας 14.12.2010 τερματίστηκε ορθά και νομότυπα και αφού η τράπεζα απέστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 2.6.2011 και 23.6.2011, καλώντας τους ενάγοντες να εξοφλήσουν τα χρέη τους προς την τράπεζα και τερματίζοντας την εν λόγω συμφωνία, ενόσω ο διορισμός του Παραλήπτη και Διαχειριστή έλαβε χώρα στις 25.6.2013 και 29.8.2013 για πώληση του προαναφερθέντος ακινήτου (βλ. Τεκμήρια 7 και 8). Λόγω ουσιώδους παραβίασης των όρων του εν λόγω Ομολόγου εκ μέρους των εναγόντων, τηρούντο όλες οι προϋποθέσεις για το νόμιμο διορισμό του Παραλήπτη και Διαχειριστή. Για σκοπούς ολοκλήρωσης της εικόνας της υπόθεσης, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι στις 23.6.2011 μετά τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου έγινε διαπραγμάτευση για κάλυψη των καθυστερημένων δόσεων ύψους €12.000 και εξόφλησή τους. Σε συνάντηση ημερομηνίας 1.6.2012 η τράπεζα εισηγήθηκε τη μείωση της δόσης κατά €1.000 περίπου μηνιαίως και παράταση του χρόνου αποπληρωμής με τις προσωπικές εγγυήσεις δύο περαιτέρω μελών της οικογένειας των εναγόντων, αλλά δεν υπήρξε ανταπόκριση, όπως και μετά τις 10.12.2012 παρά τις συνεχείς προσπάθειες του αρμόδιου λειτουργού της υπηρεσίας προβληματικών λογαριασμών. Με το διορισμό του Παραλήπτη και Διαχειριστή, σε δύο συναντήσεις των μερών στην παρουσία του δεν επιτεύχθηκε καμία κατάληξη και λόγω της μη συμμόρφωσης των εναγόντων στις οδηγίες του εν λόγω Παραλήπτη και Διαχειριστή κατατέθηκε η αίτηση με αρ. 844/13 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που αποτελεί το Τεκμήριο 6 στην αίτηση των αιτητών. Θεωρώντας ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν εντός των προνοιών των συμφωνιών με τους ενάγοντες καθώς και εντός των καθορισμένων νομικών πλαισίων, σε αντίθεση με τους ενάγοντες οι οποίοι δεν προέβησαν στα δέοντα μέτρα για την εξόφληση ή έστω τη μερική αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους και παραποιούν τα αληθή γεγονότα, ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης, όπως πιο πάνω έχουν συνοψισθεί, ζητά την απόρριψη της αίτησης. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Με τις γραπτές τους αγορεύσεις τους οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομολογία. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 ΑΑΔ 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγων, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 AAΔ 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 ΑΑΔ 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 AAΔ 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 AAΔ 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 AAΔ 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 AAΔ 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 AAΔ 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 ΑΑΔ 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. και Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Προς εξέταση των προϋποθέσεων που πρέπει να ικανοποιούνται προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στην παρούσα υπόθεση με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία και όσα δεδομένα υπάρχουν και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, επισημαίνεται αρχικά ότι η απαίτηση των αιτητών-εναγόντων βασίζεται σε παράβαση, κατά τον ισχυρισμό τους, εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων της μεταξύ των εναγόντων και της τράπεζας συμφωνίας ημερομηνίας 14.12.2010 καθώς και του «Ομολόγου Επιβάρυνσης» ίδιας ημερομηνίας, η συνομολόγηση των οποίων είναι αναμφισβήτητη. Αναμφισβήτητη είναι και η ύπαρξη οφειλής εκ μέρους των εναγόντων προς τους εναγόμενους δυνάμει της υπογραφείσας συμφωνίας μέχρι τον διορισμό του Παραλήπτη και Διαχειριστή εκ μέρους των εναγομένων, τον οποίο οι αιτητές θεωρούν παράνομο, παρά την διαφορετική ερμηνεία που δίδεται από τα μέρη στις πρόνοιες των υπογραφέντων σχετικών εγγράφων. Κατά τον ισχυρισμό των αιτητών ο εν λόγω διορισμός προήλθε από μη νόμιμες ενέργειες των καθ' ων η αίτηση και κατόπιν παράβασης Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας εκ μέρους των τελευταίων, σε συνάρτηση με την πιο πάνω συμφωνία και το προαναφερθέν Ομόλογο. Χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, από τη μαρτυρία προβάλλει ότι οι αιτητές επικαλούνται ότι οι καθ' ων η αίτηση κατά παράβαση των όρων των πιο πάνω εγγράφων προέβησαν στο διορισμό του Παραλήπτη και Διαχειριστή, με αποτέλεσμα οι αιτητές-ενάγοντες να υφίστανται ζημιές συνεπεία της αντισυμβατικής και αμελούς συμπεριφοράς των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων. Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι οι ενέργειές τους συνάδουν πλήρως με τους όρους τόσο της υπογραφείσας συμφωνίας όσο και του υπό αναφορά Ομολόγου και ο τερματισμός της εν λόγω συμφωνίας καθώς και ο διορισμός του Παραλήπτη και Διαχειριστή που ακολούθησε, έγιναν σύμφωνα με τις πρόνοιες των υπογραφέντων εγγράφων, βάσει των οποίων οι ενάγοντες κωλύονται να προβάλλουν τους ισχυρισμούς στους οποίους βασίζουν την υπό κρίση αίτηση. Ως προς τη δυνατότητα έγερσης της παρούσας αγωγής, η θέση των αιτητών είναι ότι ο Παραλήπτης και Διαχειριστής είναι αντιπρόσωπος των εναγομένων-κατόχων ομολόγων που τον διόρισαν και η αγωγή στρέφεται εναντίον των τελευταίων, οι οποίοι αντιπροσωπεύονται από τον Παραλήπτη και Διαχειριστή. Τη θέση τους αυτή οι ενάγοντες βασίζουν στην υπόθεση Χατζηρούσου, υπό την ιδιότ. ως παραλήπτης της Y. Liasides Dev. Ltd
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1703, όπου στις σελίδες 1712-1713 λέχθηκε ότι, σύμφωνα με νομικά συγγράμματα ένας Παραλήπτης, ο οποίος διορίζεται δυνάμει εγγράφου εκτός Δικαστηρίου θεωρείται αντιπρόσωπος των κατόχων ομολόγων και κατά συνέπεια αυτοί ως αντιπροσωπευόμενοι είναι και υπεύθυνοι για τις ενέργειες του και εφόσον, σύμφωνα με τη γενικότερη αρχή, ο Παραλήπτης με τον διορισμό του λαμβάνει υπό τον έλεγχό του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, επιδιώκοντας πρωτίστως την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πιστωτών που τον διόρισαν, οι διευθυντές διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας που περιλαμβάνει και τη δυνατότητα να εγείρουν αγωγή εναντίον των κατόχων ομολόγων που διόρισαν τον Παραλήπτη και Διαχειριστή. Δεν διαφεύγει της προσοχής ότι οι καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν με την ένσταση τους ότι ο Παραλήπτης και Διαχειριστής, του οποίου ζητείται αναστολή του διορισμού και των εξουσιών του με την υπό κρίση αίτηση, δεν αποτελεί διάδικο μέρος στην παρούσα διαδικασία ως θα έπρεπε. Δεν αγνοείται, επίσης, ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της Γενικής Αίτησης αρ. 844/13, που κατεχωρήθη εκ μέρους του Παραλήπτη και Διαχειριστή εναντίον των διευθυντών των εναγόντων και όπου κατά τη θέση των αιτητών δεν θα μπορεί να ελεγχθεί η νομιμότητα του διορισμού του Παραλήπτη και Διαχειριστή. Από τις εκατέρωθεν θέσεις προβάλλει ότι εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση, οπότε ικανοποιείται το πρώτο κριτήριο που θέτει η νομολογία προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Περαιτέρω και έχοντας κατά νου ότι οι ισχυρισμοί των αιτητών ότι δεν τους επεξηγήθηκαν οι συνέπειες του Ομολόγου δεν συνάδουν με τον όρο 21 αυτού (βλ. Τεκμήριο 6 της ένστασης), από την λοιπή υπάρχουσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και από τα στοιχεία που επικαλούνται και οι καθ' ων η αίτηση, συνάγεται ότι μετά τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου στις 23.6.2011 που αναμφίβολα περιήλθε σε γνώση των αιτητών (βλ. Τεκμήριο 4 της αίτησης), τον οποίο οι τελευταίοι θεωρούν παράνομο, ακολούθησε ο επίδικος διορισμός του Παραλήπτη και Διαχειριστή δυνάμει των όρων 8 και 10 του επίδικου Ομολόγου, αλλά με καθυστέρηση δυο περίπου ετών, με αποτέλεσμα να υπάρχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής κατά το στάδιο της δίκης, οπότε ικανοποιείται οριακά βέβαια το δεύτερο κριτήριο που θέτει η νομολογία προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση παρόλο που οι αιτητές-ενάγοντες ισχυρίζονται ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία προκύπτει ότι η οποιαδήποτε ζημιά έχουν ή τυχόν θα υποστούν συνεπεία των ενεργειών των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Όπως επαναλήφθηκε βέβαια πρόσφατα στην απόφαση Zena Co. Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1848, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231». Έχω την άποψη ότι στην παρούσα υπόθεση οι ισχυρισμοί των αιτητών-εναγόντων δεν καταδεικνύουν ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων είναι τέτοιας μορφής ώστε δεν θα μπορέσουν οι αιτητές-ενάγοντες να αποζημιωθούν πλήρως με χρήματα κατά το πέρας της αγωγής. Οι οποιεσδήποτε ζημιές τους είναι αποτιμητές σε χρήμα, ως και οι ίδιοι οι αιτητές αναφέρουν, νοουμένου ότι αποδειχθούν από αυτούς κατά τη δίκη. Εναπόκειται άλλωστε στους καθ' ων η αίτηση να προβούν στα ανάλογα διορθωτικά μέτρα ώστε να αποζημιωθούν οι αιτητές αν επιτύχουν στις αξιώσεις τους στο τέλος της αγωγής. Ούτε και έχουν τεθεί εκ μέρους των αιτητών τέτοια στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων που να υποστηρίζουν τη θέση ότι θα εμποδισθούν από του να ικανοποιήσουν την υπέρ αυτών τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση. Διαπιστώνεται κατά συνέπεια ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η προϋπόθεση ότι οι αιτητές-ενάγοντες εάν επιτύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορούσαν να αποζημιωθούν πλήρως στο μεταγενέστερο εκείνο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων οδηγεί και στην κρίση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ των αιτητών στην παρούσα υπόθεση. Ως προς την εισήγηση του κ. Μελά ότι στην παρούσα υπόθεση η διατήρηση του status quo που προϋπήρχε του διορισμού του Παραλήπτη και Διαχειριστή καθώς και η άρση της κατ' ισχυρισμόν παράνομης κατάστασης που δημιουργήθηκε θα πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, κρίνεται ότι δεν μπορεί να ευσταθήσει. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 169, υπό συνήθεις συνθήκες η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι να διατηρηθεί το status quo ante μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και όχι να προκαταληφθεί η έκβαση της υπόθεσης επί της ουσίας. Με βάση όσα πιο πάνω λέχθηκαν και έχοντας υπόψη αφενός ότι η κατά τον ισχυρισμό των αιτητών παράνομη κατάσταση αποδίδεται στους καθ' ων η αίτηση κατόπιν της ερμηνείας που δίδεται από τους αιτητές στα επίδικα έγραφα και αφετέρου ότι ο διορισμός του Παραλήπτη και Διαχειριστή έγινε στις 29.8.2013 ενόσω η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε πολλούς μήνες αργότερα δηλαδή στις 15.4.2014, η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα ισοδυναμούσε με ανατροπή αντί διατήρηση του status quo ante και προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή, κάτι που υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης θα μπορούσε να γίνει μόνο κατόπιν ακρόασης των θέσεων των μερών επί της ουσίας, υπό το φως της εγειρόμενης υπεράσπισης εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση. Θα πρέπει, τέλος, να λεχθεί ότι στην υπό κρίση αίτηση, η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων επιδιώχθηκε μόνο δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60)και όχι δυνάμει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, που, επίσης, περιλαμβάνεται στη νομική της βάση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) με αναφορά στην απόφαση ABP Holdings Ltd κ.α. v. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου που θεσπίστηκε μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως και το άρθρο 5, που παρόλο ότι το επικαλούνται οι αιτητές δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, χωρίς να αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) κρίθηκε ότι μόνο όπου το αντικείμενο της αγωγής είναι το επίδικο, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4 του Κεφ. 6 και σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να εξεταστεί το άρθρο αυτό ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Έχοντας ήδη εξετάσει το θέμα στη βάση των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το προαναφερθέν άρθρο 32 και καθοδηγούμενη από τις γενικές αρχές σχετικά με την έκδοση διαταγμάτων που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι ούτε δυνάμει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, θα ήταν δυνατόν να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, για τους λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί πιο πάνω και ειδικότερα επειδή δεν κρίνεται αναγκαία η έκδοση τους για την παρεμπόδιση απώλειας ή ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού των αιτητών. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι αιτητές που έχουν το βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, δεν το έχουν αποσείσει στο παρόν στάδιο και συνεπώς δεν δικαιολογείται η έκδοση τους. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών-εναγόντων και υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων και θα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο