← Κύπρος

Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ν. Farm Renos Hadjioannou Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 8831/2007, 12/6/2014

Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ν. Farm Renos Hadjioannou Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 8831/2007, 12/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A262 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8831/2007 Μεταξύ: ARAB BANK PLC Εναγόντων και

  1. Farm Renos Hadjioannou Ltd
  2. Κωνσταντίνος Χατζηιωάννου Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.5.2008 Μεταξύ: Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και
  3. Farm Renos Hadjioannou Ltd
  4. Κωνσταντίνος Χατζηιωάννου Εναγομένων Ημερομηνία: 12 Ιουνίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κ. Ν. Κυπραίος για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους: κ. Κ. Χατζηιωάννου για Α.Κ. Χατζηιωάννου & Σία --------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά το ποσό των £191.707,20 πλέον τόκο προς 7,5% ετησίως, πλέον 3% ετησίως τόκο υπερημερίας επί οποιασδήποτε καθυστερημένης πληρωμής από 1.7.2007 μέχρι 1.9.2007 και πλέον τόκο 10,5% ετησίως από 2.9.2007 μέχρις εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου ετησίως, πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, που καταχωρήθηκε στις 27.5.2008, η Arab Bank Plc και η Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ συμφώνησαν, στις 6.12.2007, όπως η πρώτη πωλήσει στη δεύτερη τις τραπεζικές εργασίες και την επιχείρηση της στην Κύπρο, συμπεριλαμβανομένων των περιουσιακών της στοιχείων και των υποχρεώσεών της, κατόπιν δε της σχετικής έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού, έγινε η ανάλογη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 15.2.2008, σύμφωνα με το άρθρο 3

(1)του περί Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών Νόμου (Ν.64(Ι)/97). Με συμφωνία ημερομηνίας 28.2.2005, οι ενάγοντες συμφώνησαν να παρέχουν στους εναγόμενους 1 τραπεζικές διευκολύνσεις ως προς την εξαργύρωση τιμολογίων με όριο £200.000 και ως προς την εξαργύρωση μεταχρονολογημένων επιταγών με όριο £50.000, με ουσιώδεις όρους που παρατίθενται στην έκθεση απαίτησης. Με βάση την υπό αναφορά συμφωνία, οι ενάγοντες άνοιξαν επ' ονόματι των εναγομένων 1 λογαριασμό, τα στοιχεία του οποίου παρατίθενται στην έκθεση απαίτησης και ο εναγόμενος 2, για την εξασφάλιση των εν λόγω τραπεζικών διευκολύνσεων προς τους εναγόμενους 1, υπέγραψε έγγραφο συνεχούς εγγύησης και κάλυψης ημερομηνίας 1.3.2005, δυνάμει του οποίου εγγυήθηκε να πληρώσει στους ενάγοντες, σε πρώτη ζήτηση, οποιοδήποτε ποσό οφείλετο προς αυτούς από τους εναγόμενους 1, νοουμένου ότι αυτό δεν θα υπερέβαινε το ποσό των £200.000, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων, τόκων και άλλων ποσών πληρωτέων δυνάμει της εγγύησης. Κατά τη λειτουργία διευκόλυνσης προπληρωμής τιμολογίων, οι ενάγοντες προπλήρωσαν στους εναγόμενους 1 τα τιμολόγια στα οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης, ενόσω οι εναγόμενοι 1 δεν χρησιμοποίησαν τη διευκόλυνση προπληρωμής μεταχρονολογημένων επιταγών. Λόγω της μη πληρωμής των αντίστοιχων τιμολογίων από τους πελάτες των εναγομένων 1, οι τελευταίοι δεν πλήρωναν κανονικά το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού τους, με αποτέλεσμα στις 26.7.2006 να παρουσιάζεται χρεωστικό υπόλοιπο £184.173,62 πλέον τόκο από την 1.7.
  1. Οι εναγόμενοι 1 ανεγνώρισαν το εν λόγω χρεωστικό υπόλοιπο και συμφώνησαν να παραχωρήσουν στους ενάγοντες επιπρόσθετες εξασφαλίσεις, δηλαδή σταθερή επιβάρυνση ύψους £200.000 πλέον τόκους επί μηχανημάτων της εταιρείας Superchick Poultry Farm Limited και εκχώρηση του ασφαλιστικού συμβολαίου της εταιρείας αυτής που ασφαλίζει τα μηχανήματα επί των οποίων εγγράφηκε η σταθερή επιβάρυνση καθώς και προσωπική συνεχή κάλυψη και εγγύηση του εναγόμενου 2 για την οφειλή των εναγομένων
  2. Περαιτέρω, στις 26.7.2006 συμφωνήθηκε ότι οι υπό αναφορά τραπεζικές διευκολύνσεις θα διακόπτοντο και οι εναγόμενοι 1 δεν θα παρουσίαζαν άλλα τιμολόγια ή επιταγές στους ενάγοντες για προπληρωμή, ενόσω το προαναφερθέν χρεωστικό υπόλοιπο θα μεταφέρετο σε λογαριασμό, τα στοιχεία του οποίου παρατίθενται και θα αποπληρώνετο με μηνιαίες δόσεις ύψους £2.700, πληρωτέες την τελευταία ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρις εξοφλήσεως, έχοντας συμφωνηθεί το ποσοστό τόκου και οι τραπεζικές χρεώσεις. Λόγω της μη τήρησης των συμφωνηθέντων από τους εναγόμενους 1, οι ενάγοντες μέσω των δικηγόρων τους απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 17.8.2007 προς τους εναγόμενους 1, τερματίζοντας τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και δίδοντας ειδοποίηση 15 ημερών για εξόφληση του υπολοίπου, που ανέρχεται στο αξιούμενο με την αγωγή ποσό πλέον τόκους και παράλληλα με ειδοποίηση μέσω των δικηγόρων τους προς τον εναγόμενο 2, ζήτησαν την πληρωμή των οφειλομένων κατ' επίκληση του εγγράφου εγγύησης και κάλυψης ημερομηνίας 1.3.2005, χωρίς ωστόσο να πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό εκ μέρους των εναγομένων 1 και
  3. Με την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους, που καταχωρήθηκε στις 2.7.2008, οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ενόσω παραδέχονται ότι, υπό τις συνθήκες, όρους, προϋποθέσεις, περιορισμούς και επιφυλάξεις που επικαλούνται, υπέγραψαν την επιστολή προσφοράς διευκόλυνσης εξαργύρωσης τιμολογίων με όριο £200.000 ημερομηνίας 28.2.2005, την επιστολή προσφοράς διευκόλυνσης εξαργύρωσης μεταχρονολογημένων επιταγών με όριο £50.000, τα έγγραφα εγγύησης ημερομηνίας 1.3.2005 καθώς και τις επιπρόσθετες εξασφαλίσεις στις 26.7.2006, όπως παρατέθηκαν πιο πάνω, αποδεχόμενοι επίσης και την προπληρωμή από τους ενάγοντες των τιμολογίων που αναφέρονται στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι οι εναγόμενοι 1, που είναι πτηνοτρόφοι από το 2002 και αντιμετωπίζουν πρόβλημα ρευστότητας λόγω της κρίσης του Χρηματιστηρίου, της γρίπης των πτηνών, της αλλαγής των συνθηκών της αγοράς που τους εξανάγκαζε να πωλούν με πίστωση και της απελευθέρωσης της αγοράς, από το 2003 προέβησαν σε υψηλό δανεισμό από τράπεζες. Περί τον Φεβρουάριο - Μάρτιο 2005 οι εναγόμενοι 1, λόγω της κατάστασης ρευστότητας τους, ήλθαν σε διαπραγματεύσεις με τους ενάγοντες, αποκαλύπτοντάς τους πλήρως την οικονομική τους κατάσταση, με σκοπό την εξασφάλιση χρηματοδότησης που θα χρησιμοποιούσαν στις εργασίες τους για να μπορούν να λειτουργούν εφόσον πωλούσαν με πίστωση. Η χρηματοδότηση θα πληρώνετο από τις εισπράξεις των χρεωστών οι οποίοι, εν γνώσει των εναγόντων, δεν ήταν συνεπείς στις πληρωμές τους και ως εκ τούτου οι ενάγοντες, ως ήταν οι παραστάσεις τους προς τους εναγόμενους, θα ήταν ανεκτικοί τόσο σε υπερβάσεις του ορίου όσο και στη μη κανονική λειτουργία του λογαριασμού, μέχρι να υπερπηδηθεί το πρόβλημα ρευστότητας των εναγομένων 1, επιλέγοντας τη μέθοδο της προεξόφλησης τιμολογίων και επιταγών. Παρά ταύτα, οι ενάγοντες, αντί να αναμένουν την πληρωμή των προεξοφληθέντων τιμολογίων και τα αποτελέσματα των μέτρων που θα λαμβάνοντο εναντίον των οφειλετών, περί τον Ιούνιο - Ιούλιο 2006 πίεσαν τους εναγόμενους να δεχθούν τη μετατροπή των παραχωρηθεισών διευκολύνσεων σε δάνειο αποπληρωτέο με μηνιαίες δόσεις. Οι εναγόμενοι, υπό την απειλή κλεισίματος των λογαριασμών και λόγω της επαπειλούμενης οικονομικής καταστροφής τους, έχοντας τις υποσχέσεις των εναγόντων ότι με τη μετατροπή σε δάνειο θα τους παρείχετο περισσότερος χρόνος αποπληρωμής, δέχθηκαν τη μετατροπή των διευκολύνσεων σε δάνειο και υπέγραψαν τα έγγραφα των επιπρόσθετων εξασφαλίσεων, τα οποία είναι άκυρα ή ακυρώσιμα λόγω του ότι υπεγράφησαν υπό την πίεση οικονομικής καταστροφής (economic duress). Με τον τρόπο αυτό οι ενάγοντες στέρησαν τους εναγόμενους 1 από τη δυνατότητα προεξόφλησης τιμολογίων και επιταγών και διπλασίασαν το πρόβλημα ρευστότητας τους. Μετά την υπογραφή των εν λόγω συμφωνιών, οι ενάγοντες χρέωναν τους λογαριασμούς των εναγομένων 1 με αυθαίρετες χρεώσεις ως προς μη συμφωνηθέντες ανατοκισμούς και υπερβάσεις, με αποτέλεσμα οι καταθέσεις των εναγομένων 1 να μην πιστώνονται στο χρέος και οι λογαριασμοί αντί να μειώνονται, να βρίσκονται στο όριο τους ή να παρουσιάζουν υπέρβαση, το δε πρόβλημα ρευστότητας των εναγομένων 1 να επιτείνεται. Οι εναγόμενοι, ζητώντας την απόρριψη της αγωγής, ισχυρίζονται ότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά των εναγόντων αποτελεί παράβαση των συμφωνιών και/ή των ρητών ή εξυπακουόμενων όρων αυτών και το αξιούμενο ποσό με την παρούσα αγωγή δεν οφείλεται από αυτούς προς τους ενάγοντες, οι οποίοι εμποδίζονται λόγω παραστάσεων και υποσχέσεων να απαιτούν αυτό και/ή αποποιήθηκαν του σχετικού δικαιώματός τους και επιπρόσθετα ή διαζευκτικά ότι οι ενάγοντες εμποδίζοντο να τερματίσουν πρόωρα τη λειτουργία των λογαριασμών των εναγομένων
  4. Με την ανταπαίτησή τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός των προαναφερθεισών διευκολύνσεων προκάλεσε σ' αυτούς ζημιές καθότι αδυνατούσαν να εμπορεύονται με τη μέθοδο της πίστωσης, με αποτέλεσμα να μειωθούν σημαντικά οι πωλήσεις τους και να παραμένουν αδιάθετα τα προϊόντα τους, με την πρόκληση περαιτέρω εξόδων αποθήκευσης και συντήρησης των προϊόντων. Παραθέτοντας λεπτομέρειες ζημιών, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι συνεπεία της απώλειας πωλήσεων για 18 μήνες πλέον τόκους και έξοδα αποθήκευσης και συντήρησης, έχουν υποστεί ζημιές ύψους £190.800 (€326.001,16), που οι εναγόμενοι 1 διεκδικούν ως αποζημιώσεις έναντι των εναγόντων και επιπλέον £15.000 (€25.629,02) μηνιαίως από 1.1.2008 για τις ζημιές που συνεχίζουν να υφίστανται, πλέον νόμιμο τόκο. Περαιτέρω οι εναγόμενοι αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η μετατροπή των τραπεζικών διευκολύνσεων σε δάνειο, όπως και οι συμφωνίες που αφορούν τις επιπρόσθετες εξασφαλίσεις, είναι άκυρες ή ακυρώσιμες και διάταγμα του Δικαστηρίου που να τις ακυρώνει, καθώς και δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 17.8.2007 είναι άκυρη. Με την τροποποιημένη απάντηση τους στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση των εναγομένων, που καταχωρήθηκε στις 7.7.2008, οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης τους και αρνούνται τους αντίθετους μ' αυτούς ισχυρισμούς των εναγομένων, απορρίπτοντας επίσης την ανταπαίτηση τους. Κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους των εναγόντων προσφέρθηκε η μαρτυρία του Χριστάκη Νεοκλέους (ΜΕ1) και του Χαράλαμπου Κουζάλη (ΜΕ2), οι δε εναγόμενοι προσέφεραν τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 (ΜΥ). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο ΜΕ1 διετέλεσε λειτουργός των εναγόντων στο Τμήμα Έγκρισης Δανειοδότησης, όντας κατά την επίδικη χρονική περίοδο υπεύθυνος του λογαριασμού των εναγομένων 1 και είναι ενήμερος για τις δοσοληψίες του εν λόγω λογαριασμού, έχοντας στην κατοχή και φύλαξή του τα σχετικά έγγραφα. Ως ανέφερε, στις 28.2.2005 καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 για την παροχή στους τελευταίους τραπεζικής διευκόλυνσης εξαργύρωσης ή προεξόφλησης τιμολογίων με όριο £200.000 καθώς και διευκόλυνσης εξαργύρωσης ή προεξόφλησης μεταχρονολογημένων επιταγών με όριο £50.000, υπό τη μορφή επιστολής από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους 1, η οποία υπογράφεται από τον εναγόμενο 2, που ήταν τότε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων 1 (βλ. Τεκμήριο 1). Την 1.3.2005 ο εναγόμενος 2 παρέδωσε στους ενάγοντες πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων 1 (βλ. Τεκμήριο 2), καθώς και γενικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 1.3.2005 από τους εναγόμενους 1 προς τον εναγόμενο 2 (βλ. Τεκμήριο 3). Με βάση τις πρόνοιες της συμφωνίας οι ενάγοντες άνοιξαν στο όνομα των εναγομένων 1 λογαριασμό, του οποίου τα στοιχεία ο ΜΕ1 παρέθεσε, και η εξαργύρωση ή προεξόφληση τιμολογίων καθώς και η χρέωση του λογαριασμού εγίνετο σύμφωνα με τους όρους της υπό αναφορά συμφωνίας, στους οποίους ο ΜΕ1 αναφέρθηκε, η δε πίστωση των ποσών προεξόφλησης εγίνετο σε τρεχούμενο λογαριασμό, του οποίου τα στοιχεία επίσης παρέθεσε ο ΜΕ1, εξηγώντας τη λειτουργία των δύο λογαριασμών, όπως και τα ποσοστά επιτοκίων των τόκων που χρεώνοντο με τις λοιπές τραπεζικές χρεώσεις. Οι εναγόμενοι 1 δεν έκαναν χρήση της διευκόλυνσης για προεξόφληση μεταχρονολογημένων επιταγών. Ως Τεκμήριο 4 κατετέθη το έγγραφο συνεχούς εγγύησης και κάλυψης ημερομηνίας 1.3.2005, που υπέγραψε ο εναγόμενος 2 και με το οποίο εγγυήθηκε να πληρώσει στους ενάγοντες σε πρώτη ζήτηση οποιοδήποτε ποσό οι εναγόμενοι 1 όφειλαν σ' αυτούς μέχρι του ποσού των £200.000 πλέον τόκους. Πριν την υπογραφή της εν λόγω εγγύησης οι ενάγοντες παρέδωσαν στον εναγόμενο 2 επιστολή ημερομηνίας 1.3.2005 (βλ. Τεκμήριο 5), με την οποία τον ενημέρωσαν για το όριο των διευκολύνσεων που ενέκριναν στους εναγόμενους 1 και τα ποσοστά επιτοκίων καθώς και τις τραπεζικές χρεώσεις που θα τους χρέωναν, επισυνάπτοντας ως Παράρτημα Α το προσχέδιο του εν λόγω εγγράφου και ως Παράρτημα Β γραπτή δήλωση των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 1, όπως αυτή ετοιμάστηκε από τους τελευταίους και υπογράφηκε από όλους τους διευθυντές τους, συμπεριλαμβανομένου του εναγόμενου
  5. Κατά τη λειτουργία της διευκόλυνσης προπληρωμής τιμολογίων, οι ενάγοντες προπλήρωσαν στους εναγόμενους 1, μεταξύ άλλων, 94 τιμολόγια, τα οποία κατατέθηκαν ως δέσμη ως Τεκμήριο
  6. Μετά την παρέλευση πέραν του ενός χρόνου από τη χορήγηση της σχετικής διευκόλυνσης, διεφάνη ότι οι πελάτες των εναγομένων 1 δεν πλήρωναν τα οφειλόμενα τιμολόγια στους ενάγοντες, με αποτέλεσμα το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού των εναγομένων 1 να αυξάνεται συνεχώς, χωρίς να υπάρχουν πιστώσεις στο λογαριασμό και στις 26.7.2006 το χρεωστικό υπόλοιπο ανήρχετο στο ποσό των £184.173,62 πλέον τόκο από 1.7.
  7. Κατά τις 26.7.2006 οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι 1 κατήρτισαν συμφωνία, η οποία κατετέθη ως Τεκμήριο 7 και αποτελείται από επιστολή των εναγόντων περιέχουσα τους όρους της, συνυπογράφεται δε από τους εναγόμενους 1, που δήλωσαν ότι συμφωνούν με τους όρους της νέας συμφωνίας καθώς και από τον εναγόμενο 2, υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή, που συγκατατέθηκε στους όρους της νέας συμφωνίας, αναγνωρίζοντας ότι η προσωπική του εγγύηση ημερομηνίας 1.3.2005 θα συνεχίσει να καλύπτει οποιοδήποτε ποσό οφείλεται από τους εναγόμενους 1 στους ενάγοντες. Μεταξύ των συμφωνηθέντων όρων περιλαμβάνεται ο τερματισμός της λειτουργίας της διευκόλυνσης προεξόφλησης τιμολογίων, η αναγνώριση του προαναφερθέντος χρεωστικού υπολοίπου και η μεταφορά του σε νέο λογαριασμό καθώς και η αποπληρωμή του με μηνιαίες δόσεις και περαιτέρω συμφωνήθηκαν τα ποσοστά επιτοκίου καθώς και η παραχώρηση εκ μέρους των εναγομένων 1 επιπρόσθετων εξασφαλίσεων ως εμφαίνεται επί των Τεκμηρίων 8-10, για τις οποίες οι ενάγοντες επιφυλάσσουν τα δικαιώματά τους, εφόσον δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 7 οι εναγόμενοι 1 παρέδωσαν και πρακτικά του Διοικητικού τους Συμβουλίου ημερομηνίας 26.7.2006 (βλ. Τεκμήριο 11), όπου εμφαίνεται τόσο η έγκριση των εναγομένων 1 όσο και η εξουσιοδότηση του εναγόμενου 2 να υπογράψει το Τεκμήριο
  8. Λόγω του ότι οι εναγόμενοι 1 δεν τήρησαν τους όρους της συμφωνίας και δεν αποπλήρωναν το χρεωστικό της υπόλοιπο, καθυστερώντας 8 μηνιαίες δόσεις στις αρχές Αυγούστου 2007, μέσω των δικηγόρων των εναγόντων εστάλη στις 17.8.2007 γραπτή ειδοποίηση στους εναγόμενους 1 (βλ. Τεκμήριο 12) για τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού, αφού εδίδετο δεκαπενθήμερη προθεσμία για εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου, καθώς και στον εναγόμενο 2 (βλ. Τεκμήριο 13), απαιτώντας την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού δυνάμει του προαναφερθέντος εγγράφου εγγύησης και κάλυψης. Οι εναγόμενοι δεν εξόφλησαν το χρεωστικό υπόλοιπο ως εμφαίνεται στα Τεκμήρια 12 και 13 και ανέρχεται στο αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό, ούτε και οποιοδήποτε μέρος αυτού. Ως Τεκμήρια 14-17 κατετέθησαν καταστάσεις λογαριασμού, που σχετίζονται με όλους τους λογαριασμούς που, ως επεξήγησε ο ΜΕ1, τηρούντο σε συνάρτηση με τις προαναφερθείσες συμφωνίες, αποτελούν δε αντίγραφα των καταχωρήσεων των ηλεκτρονικών τραπεζικών βιβλίων των εναγόντων κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών τους και κατόπιν σύγκρισής τους με τις αρχικές καταχωρήσεις ο ΜΕ1 διεπίστωσε ότι είναι ορθές και ακριβείς. Οι καταστάσεις λογαριασμού του Τεκμηρίου 16 αποστέλλοντο στους εναγόμενους 1 καθ' όλη τη λειτουργία του λογαριασμού σε ετήσια βάση και ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τους εναγόμενους. Μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, οι τραπεζικές εργασίες και η επιχείρηση στην Κύπρο της Arab Bank Plc εξαγοράστηκαν από την Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ κατόπιν σχετικής σύμβασης ημερομηνίας 6.12.2007, η οποία ενεκρίθη και δημοσιεύθηκε, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία (βλ. Τεκμήριο 18). Ο ΜΕ2, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής του καταστήματος των εναγόντων στη Λευκωσία και ακολούθως Corporate Banking Manager στη Διοίκηση. Περί τις αρχές του 2005 επισκέφθηκε με συνάδελφό του τις εγκαταστάσεις των εναγομένων 1, που εφαίνοντο να είναι μια υγιής επιχείρηση και σύμφωνα με τον εναγόμενο 2 θα είχε κέρδη περίπου £2.000.000 για το έτος 2005, ετοιμάζοντας και ηλεκτρονικό εσωτερικό μήνυμα προς τον τότε Γενικό Διευθυντή των εναγόντων, ημερομηνίας 12.4.2005 (βλ. Τεκμήριο 19). Δυστυχώς μετά από λίγους μήνες παρουσιάστηκαν καθυστερήσεις εκ μέρους των εναγομένων 1 και σε συνάντηση που είχε με τον εναγόμενο 2 περί τον Οκτώβριο του 2005 συμφωνήθηκε η παραχώρηση επιπρόσθετων εξασφαλίσεων εκ μέρους των εναγομένων 1 για την κάλυψη των καθυστερήσεων (βλ. Τεκμήριο 20). Με την πάροδο ακόμη λίγων μηνών, η οικονομική κατάσταση των εναγομένων 1 είχε χειροτερέψει καθότι, όπως αυτοί του ανέφεραν σε συναντήσεις που είχαν περί το Φεβρουάριο του 2006, οι εργασίες τους επηρεάστηκαν από τη γρίπη των πτηνών και επικαλούντο αδυναμία εξόφλησης των καθυστερήσεων. Τότε ζήτησαν τη μετατροπή της πιστωτικής τους διευκόλυνσης σε διευκόλυνση τρεχούμενου λογαριασμού με όριο £100.000 και σε διευκόλυνση δανείου τακτής προθεσμίας ύψους £75.000, αποπληρωτέου σε 60 μηνιαίες δόσεις ύψους £2.000 περίπου έκαστη (βλ. Τεκμήριο 21). Το αίτημα αυτό των εναγομένων 1 συζητήθηκε σε συνάντηση της αρμόδιας επιτροπής των εναγόντων περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2006 με κατάληξη την εξέτασή του υπό την προϋπόθεση ότι οι εναγόμενοι 1 θα προχωρούσαν στη μείωση των οφειλών τους έναντι των εναγόντων με σταθερές μηνιαίες πληρωμές (βλ. Τεκμήριο 22). Λόγω του ότι, μετά την πάροδο 2-3 μηνών οι εναγόμενοι 1 δεν είχαν καταβάλει οποιαδήποτε ποσά έναντι των οφειλών τους, οι διαπραγματεύσεις για αναδιάρθρωση των πιστωτικών τους διευκολύνσεων τέθηκαν εκ νέου για εξέταση. Σε συνάντηση στις 12.5.2006 του ΜΕ2 με τον εναγόμενο 2, ο τελευταίος του ανέφερε ότι οι εναγόμενοι 1 δεν είχαν οποιαδήποτε διαθέσιμη ακίνητη ιδιοκτησία που θα μπορούσε να υποθηκευθεί προς όφελος των εναγόντων και δεν είχαν ετοιμάσει οικονομικές καταστάσεις, που θα καθυστερούσαν ακόμα περισσότερο λόγω των προβλημάτων συνεπεία της γρίπης των πτηνών και συμφωνήθηκε η παραχώρηση πάγιας επιβάρυνσης επί περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 1 επιπλέον της προσωπικής εγγύησης του εναγόμενου 2, καθώς και η αποπληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου των εναγομένων 1 με την πληρωμή £2.700 σε μηνιαία βάση (βλ. Τεκμήριο 23). Σε μεταγενέστερη συνάντηση, τον Ιούνιο του 2006, συζητήθηκε η ετοιμασία των αναγκαίων εγγράφων για τη μετατροπή του χρεωστικού υπολοίπου σε δάνειο και την αποπληρωμή του με μηνιαίες δόσεις ύψους £2.700 και ως εκ τούτου υπεγράφη το Τεκμήριο
  9. Σε όλες τις συναντήσεις με τον εναγόμενο 2 κατέστη σαφές ότι ενόψει της οικονομικής κατάστασης των εναγομένων 1 δεν θα παραχωρείτο οποιαδήποτε περαιτέρω πίστωση σ' αυτούς και αντί να τερματιστούν οι πιστωτικές διευκολύνσεις άμεσα, δόθηκε χρόνος στους εναγόμενους 1 να αποπληρώσουν τις οφειλές τους προς τους ενάγοντες. Ο εναγόμενος 2 (ΜΥ) κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Εκτελεστικός Πρόεδρος των εναγομένων 1, οι οποίοι ασχολούντο με την παραγωγή και εμπορία νεοσσών, κοτόπουλων και ζωοτροφών, κατέχοντας ηγετική θέση στον κλάδο (βλ. τις οικονομικές καταστάσεις των ετών 2001, 2002 και 2003 που κατετέθησαν ως Τεκμήρια 24-26, αντίστοιχα). Με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι εναγόμενοι 1 έχοντας αναγκαστεί να προβούν σε μεγάλο δανεισμό για να εκσυγχρονίσουν τις εγκαταστάσεις τους και τις μεθόδους παραγωγής, αντιμετώπισαν προβλήματα κερδοφορίας και κυρίως ρευστότητας λόγω αύξησης της τιμής των πρώτων υλών και λόγω ανταγωνισμού συνεπεία εισαγωγών, αλλά κυρίως επειδή οι Κυπριακές Αρχές επανάνοιξαν άλλες μονάδες παραγωγής που είχαν κλείσει καθότι δεν πληρούσαν τις Ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Κατόπιν τυχαίας συνάντησης κατά το καλοκαίρι του 2004 του εναγόμενου 2 με τον ΜΕ2, όπου δεν είχε γίνει καμία αναφορά σε συνεργασία, μετά από λίγες εβδομάδες ο εναγόμενος 2 έλαβε τηλεφώνημα από λειτουργό των εναγόντων, κατόπιν εντολής του ΜΕ2 για να εξεταστεί πιθανή συνεργασία. Ο εναγόμενος 2 επέστησε την προσοχή του λειτουργού στο πρόβλημα ρευστότητας των εναγομένων 1 καθώς και στην πληθώρα λογαριασμών με πολλές τράπεζες, αλλά ο λειτουργός επέμενε να ξεκινήσουν συνεργασία, έχοντας ενημερώσει και τον ΜΕ2 για τις δυσκολίες των εναγομένων 1, που όλοι ήλπιζαν ότι θα ήταν προσωρινές. Μετά από συνάντηση τροχιοδρομήθηκε η επίδικη συμφωνία, με πολλούς όρους καταχρηστικούς ή παράλογους, έχοντας διευκρινίσει στους ενάγοντες ότι δεν θα υπήρχε πιστή τήρησή τους και αυτοί θα έδειχναν ανοχή σε καθυστερήσεις και υπέρβαση. Όπως φαίνεται και σε επιστολή προσφοράς της Λαϊκής Φάκτορς (βλ. Τεκμήριο 27), οι εναγόμενοι 1 είχαν παρόμοια συνεργασία με άλλες τράπεζες κατ' εκείνη τη χρονική περίοδο με όρους που δεν τηρούντο, εφόσον οι πελάτες απορροφούσαν μεγαλύτερο από το εγκριθέν όριο. Η εντύπωση που είχε δημιουργηθεί στον εναγόμενο 2 ήταν ότι οι ενάγοντες, αναζητώντας πελάτες για να αυξήσουν τον κύκλο εργασιών τους που είχε μειωθεί, θα ήταν ανεκτικοί σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής εκ μέρους των χρεωστών ή θα γινόταν αντικατάσταση των χρεωστών με άλλους περισσότερο συνεπείς. Μετά την έναρξη λειτουργίας της συμφωνίας με την προεξόφληση τιμολογίων, επήλθε πτώση των πωλήσεων λόγω της επιδημίας γρίπης των πτηνών (βλ. Τεκμήριο 28), που οδήγησε να σταματήσουν το δανεισμό οι τράπεζες και οι εναγόμενοι 1 καταχωρήθηκαν στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (ΚΑΠ) λόγω λήξης προσωρινού ορίου στην Τράπεζα Κύπρου. Παρόλο ότι κάποιες τράπεζες προέβησαν σε νέες διευθετήσεις λόγω της δημιουργηθείσας κατάστασης, οι υπάλληλοι των εναγόντων ήταν αδιάλλακτοι λόγω των καθυστερήσεων εκ μέρους των εναγομένων 1 και υπό την απειλή αγωγής ο εναγόμενος 2 αναγκάστηκε να υπογράψει τη μετατροπή του υπολοίπου σε δάνειο, εφόσον απορρίφθηκε πρότασή του να μετατραπεί σε τρεχούμενο, δηλαδή μόνιμο δάνειο. Όσον αφορά τα Τεκμήρια που κατέθεσε ο ΜΕ2, ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι από τα εσωτερικά σημειώματα των εναγόντων καταδεικνύεται η προσπάθεια εξαπάτησης των εναγομένων 1, εφόσον αυτά έχουν περιεχόμενο διαφορετικό από ό,τι συζητείτο. Η κακή πρόθεση των εναγόντων καταδεικνύεται, ως ισχυρίστηκε, εφόσον αρνήθηκαν να του παραδώσουν τα μη πληρωθέντα τιμολόγια ώστε να διεκδικήσει απευθείας από τους χρεώστες τα οφειλόμενα. Αναμένοντας την αποζημίωση από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη γρίπη των πτηνών, ο εναγόμενος 2 ζήτησε από τον νέο Διευθυντή των εναγόντων να δοθεί χρόνος για τη διευθέτηση των καθυστερήσεων, αλλά δεν υπήρξε ανταπόκριση στο αίτημά του. Καταθέτοντας ως Τεκμήρια 29-32 τις οικονομικές καταστάσεις των εναγομένων 1 μέχρι το 2006 καθώς και τον εγκεκριμένο ισολογισμό του 2011, όπου φαίνονται χρέη εκατομμυρίων και ως Τεκμήριο 33 την κατάσταση περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 1 και αναφέροντας ότι άλλη τράπεζα προέβη σε διευθέτηση για να βοηθήσει τους εναγόμενους 1, ο εναγόμενος 2 υποστήριξε ότι οι ενάγοντες θα μπορούσαν να τους χρηματοδοτήσουν και να λάβουν μεγαλύτερες εξασφαλίσεις. Μετά την πτώση της τιμής της μετοχής των εναγομένων 1, ο εναγόμενος 2 παραιτήθηκε κατά το έτος 2008 από τη θέση του Εκτελεστικού Προέδρου και Διευθυντή, αναλαμβάνοντας εκ νέου καθήκοντα Διευθυντή λόγω των γνώσεών του στην πτηνοτροφία, κατά την εμφάνιση άλλης, θανατηφόρας, ασθένειας για τα πουλερικά που αποτελούσε απειλή ολοκληρωτικής καταστροφής της Κυπριακής πτηνοτροφίας. Ο εναγόμενος 2 υποστήριξε ότι η δεύτερη συμφωνία θα πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έγινε καθώς και ότι η πρώτη συμφωνία προεξόφλησης τιμολογίων τερματίστηκε αντικανονικά. Θεωρώντας ότι οι ενάγοντες είναι υπεύθυνοι για όλες τις ζημιές των εναγομένων 1 από την παράνομη διακοπή της πρώτης συμφωνίας εφόσον οι τελευταίοι απώλεσαν τους πελάτες τους, μη έχοντας τη δυνατότητα να προσφέρουν πίστωση και ζητώντας την πληρωμή των παλαιών πωλήσεων καθώς και την πληρωμή με μετρητά των νέων πωλήσεων, ο εναγόμενος 2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 34 έγγραφο αναφορικά με τον υπολογισμό των ζημιών των εναγομένων 1, το οποίο ετοίμασε ο ίδιος. Αμφισβήτησε, επίσης, το δικαίωμα των εναγόντων για τόκους καθυστέρησης ή υπερημερίας εφόσον αφ' ενός υπήρχε μικρή καθυστέρηση του δανείου και δεν επιβαρύνθηκαν οι ενάγοντες με ο,τιδήποτε που να δικαιολογεί επιπλέον χρεώσεις και αφ' ετέρου θα έπρεπε να μειώσουν το επιτόκιο λόγω της μείωσης του επιτοκίου στο μηδέν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι ενάγοντες δικαιούνται, κατά τη θέση του εναγόμενου 2, νόμιμο τόκο από την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας εφόσον δεν έχει γίνει αποδεκτό οποιοδήποτε μεγαλύτερο ποσοστό επιτοκίου, με αποτέλεσμα να υπάρχουν παράνομες χρεώσεις στους λογαριασμούς και υπερχρεώσεις, όπως φαίνεται και στα κατατεθέντα Τεκμήρια 15 και
  10. Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι κατά παράβαση της συμφωνίας τα τιμολόγια που δεν πληρώθηκαν, δεν χρεώθηκαν σε τρεχούμενο λογαριασμό αλλά μεταφέρθηκαν από τους ενάγοντες σε άλλο λογαριασμό μετά την επιβολή της δεύτερης συμφωνίας μηνιαίων πληρωμών, χωρίς να ενημερωθούν οι εναγόμενοι
  11. Αν τα μη πληρωθέντα τιμολόγια μεταφέροντο σε τρεχούμενο λογαριασμό, οι εναγόμενοι 1 θα μπορούσαν να τα παραλάβουν και να ενημερώσουν τους χρεώστες για την οφειλή τους προς αυτούς. Καταθέτοντας ως Τεκμήριο 35 δέσμη επιστολών προσφοράς πιστωτικών διευκολύνσεων από άλλες τράπεζες όπου αναφέρεται ότι «με ευχαρίστηση» προσφέρονται διάφορες διευκολύνσεις, ο εναγόμενος 2 υποστήριξε ότι στην αντίστοιχη επιστολή των εναγόντων δεν υπάρχει τέτοια αναφορά και συνεπώς η δεύτερη συμφωνία επεβλήθη στους εναγόμενους
  12. Θεωρεί, επίσης, ο εναγόμενος 2 ότι οι εμπράγματες εξασφαλίσεις που έλαβαν οι ενάγοντες σε μηχανήματα ζητήθηκαν για τη φαινομενική υπερκάλυψη του δανείου και για λόγους σκοπιμότητας των εναγόντων κατά την πώληση των περιουσιακών τους στοιχείων στην Τράπεζα Πειραιώς και λήφθηκαν υπό πίεση προς τους εναγόμενους 1 και παρόλο ότι ήταν γνωστό στους ενάγοντες ότι, αν και είχαν πολύ μεγάλη αξία, θα ήταν οικονομικά ασύμφορη η μετακίνησή τους από το χώρο που είναι εγκατεστημένα τα εν λόγω μηχανήματα. Αν οι ενάγοντες δεν κινούντο δικαστικά θα μπορούσαν να είχαν ικανοποιηθεί στις απαιτήσεις τους έναντι των εναγομένων 1, όπως προκύπτει από την οικονομική κατάσταση της εταιρείας κατά τον Ιούνιο του 2007 (βλ. Τεκμήριο 36). Από το Τεκμήριο 37, που αποτελεί κατάσταση λογαριασμού τρίμηνης προθεσμίας, προκύπτει ότι από κατάθεση £42.500 εκ μέρους των εναγομένων 1, οι ενάγοντες έλαβαν μόνο τις καθυστερημένες δόσεις ύψους £8.100 και παρά τις προσπάθειες του εναγόμενου 2 να προβεί σε διευθέτηση του λογαριασμού ώστε να λειτουργεί κανονικά, οι ενάγοντες δεν δέχθηκαν, για λόγους που σχετίζονται με την εξαγορά των εργασιών τους από την Τράπεζα Πειραιώς, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ζημιά στους εναγόμενους
  13. Όπως επίσης υποστήριξε ο εναγόμενος 2, οι ζημιές λόγω της απώλειας πώλησης νεοσσών είναι δυσανάλογα μεγάλες λόγω του υψηλού μικτού κέρδους στις πωλήσεις νεοσσών. Κατά την αντεξέταση του εναγόμενου 2 κατετέθησαν ως Τεκμήρια 38 και 39 οι οικονομικές καταστάσεις των εναγομένων 1 για τα έτη 2007 και 2010, αντίστοιχα. Οι συνήγοροι αγορεύοντας με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Αξιολογώντας το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας εκ μέρους των εναγόντων και τα κατατεθέντα από αυτούς έγγραφα, έχω πεισθεί για την ειλικρίνεια των ΜΕ1 και ΜΕ2 και για την ορθότητα όσων αυτοί ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα η μαρτυρία τους να είναι πλήρως αποδεκτή. Από το σύνολο δε της υπάρχουσας μαρτυρίας φαίνεται ότι η συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων, ως θα αναλυθεί στη συνέχεια, δεν έχει αμφισβητηθεί και ουσιαστικά τίθεται θέμα ερμηνείας των όρων τους σε συνάρτηση με όσα ακολούθησαν την σύναψη τους. Ειδικότερα, ο ΜΕ1 ήταν σαφής, σταθερός και πειστικός και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του, ούτε και υπεδείχθη οποιαδήποτε αντίφαση ή ανακολουθία στη μαρτυρία του εκ μέρους των εναγομένων. Από τη μαρτυρία του ΜΕ1 προβάλλει η, αναμφισβήτητη άλλωστε, σύναψη, κατά τις 28.2.2005, της επίδικης παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων προς τους εναγόμενους 1, υπό την προσωπική εγγύηση του εναγόμενου 2 (βλ. Τεκμήρια 1-5), η οποία τροποποιήθηκε κατά την πορεία της συνεργασίας μεταξύ των μερών καθόσον αφορά τον τρόπο εξόφλησης του δημιουργηθέντος χρεωστικού υπολοίπου, ανεξάρτητα από την ορθότητα, από νομικής άποψης, κάποιων όρων, τους οποίους ο ΜΕ1 χρησιμοποίησε. Αυτό που σαφώς προβάλλει από τη μαρτυρία του ΜΕ1 είναι ότι οι εναγόμενοι αυτόβουλα αποδέχθηκαν την τροποποίηση της αρχικά συναφθείσας συμφωνίας, υπογράφοντας την επιστολή ημερομηνίας 26.7.2006 (Τεκμήριο 7), με ρητή αναγνώριση του δημιουργηθέντος μέχρι τότε χρεωστικού υπολοίπου που προέκυψε από τη λειτουργία της παραχωρηθείσας διευκόλυνσης προεξόφλησης τιμολογίων (βλ. Τεκμήριο 6). Έχοντας, επίσης, υπόψη ότι δεν προσήχθη ικανοποιητική μαρτυρία εκ μέρους των εναγομένων που να αμφισβητεί τις χρεωπιστώσεις των επίδικων λογαριασμών, τα Τεκμήρια 14-17 παραμένουν αναντίλεκτα ενώπιον του Δικαστηρίου, ως αντίγραφα των ορθών καταχωρήσεων σε τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από τους ενάγοντες στα πλαίσια συνήθους και κανονικής άσκησης των τραπεζικών εργασιών. Όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΕ2, που δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά, η αντίληψη μου είναι ότι κατέθεσε με πλήρη ειλικρίνεια όσα γνώριζε για την υπόθεση και την εξέλιξη των γεγονότων σε συνάρτηση με την ανάμιξη του στις διαβουλεύσεις μεταξύ των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ήταν σαφής και κατηγορηματικός στη θέση του ότι δεν επεβλήθη στους εναγόμενους η διευθέτηση της εξόφλησης του χρεωστικού υπολοίπου που δημιουργήθηκε κατά τη λειτουργία της προεξόφλησης των τιμολογίων, χωρίς να αρνηθεί ότι αν δεν συμφωνείτο η εν λόγω διευθέτηση, είχε ενημερωθεί ο εναγόμενος 2 που εκπροσωπούσε τους εναγόμενους 1 στις διαβουλεύσεις, ότι οι ενάγοντες θα κινούντο νομικά εναντίον τους. Αναφορικά με τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 (ΜΥ), η εντύπωση που δημιουργήθηκε στο Δικαστήριο είναι ότι στην καταφανή προσπάθεια του να αποφευχθεί η προς τους ενάγοντες πληρωμή των πιστώσεων υπέρ των εναγομένων 1 κατά τη λειτουργία της συμφωνίας προεξόφλησης τιμολογίων πελατών τους, κατασκεύασε μια εκδοχή στην οποία ενέμεινε καθ' όλα τα στάδια της μαρτυρίας του, η οποία ωστόσο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Παρά το ότι δεν αρνήθηκε την παραχώρηση, εκ μέρους των εναγόντων, των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων υπό την προσωπική του εγγύηση, υποστήριξε την παράδοξη θέση ότι ήταν δεδομένο και αυτονόητο ότι οι ενάγοντες δεν θα εφάρμοζαν τους όρους της αρχικής συμφωνίας, που δεν αμφισβήτησε ότι συνήφθη, και θα επεδείκνυαν ανοχή σε υπερβάσεις ορίων και καθυστερήσεις καθώς και ότι επεβλήθη από αυτούς στους εναγόμενους η «δεύτερη» συμφωνία που οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Για να στηρίξει δε τον ισχυρισμό του ότι η «δεύτερη» συμφωνία ημερομηνίας 26.7.2006 επεβλήθη στους εναγόμενους εκ μέρους των εναγόντων υπέδειξε ότι, στη σχετική επιστολή τους, Τεκμήριο 7, οι ενάγοντες δεν αναγράφουν ότι «με ευχαρίστηση» προσφέρονται οι νέοι όροι, σε αντίθετη με τις επιστολές άλλων τραπεζών (βλ. Τεκμήριο 35). Με περαιτέρω παράδοξα επιχειρήματα και χωρίς ικανοποιητικά στοιχεία υποστήριξε ότι οι λογαριασμοί που τηρούσαν οι ενάγοντες με τις χρεώσεις -ως προς τους τόκους και άλλες τραπεζικές χρεώσεις που ως κατέδειξε η μαρτυρία είχαν ρητά συμφωνηθεί- κατά τον χρόνο λειτουργίας της συμφωνίας των παραχωρηθεισών διευκολύνσεων, είναι λανθασμένοι. Ανακόλουθα ακόμη υποστήριξε ότι οι ενάγοντες αρνήθηκαν να επιστρέψουν στους εναγόμενους τα τιμολόγια που δεν πλήρωσαν οι πελάτες, αν και δέχθηκε ότι ήδη έγιναν κάποιες αγωγές εναντίον πελατών από τους εναγόμενους 1 για την πληρωμή κάποιων μη πληρωθέντων στους ενάγοντες τιμολογίων. Παρατηρείται άλλωστε διάσταση της μαρτυρίας του σε σχέση με την έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων, εφόσον εισήξε θέματα που δεν δικογραφούνται, όπως την ύπαρξη καταχρηστικών και παράλογων όρων στην επίδικη συμφωνία καθώς και τη μη παράδοση στους εναγόμενους των μη πληρωθέντων τιμολογίων στους ενάγοντες από τους πελάτες των εναγομένων 1, που πέραν του ότι δεν ευσταθούν, καταδεικνύουν την υπερβολή του εναγόμενου 2 και την προσπάθεια αποφυγής πληρωμής του προς τους ενάγοντες χρέους των εναγομένων με σκέψεις εκ των υστέρων. Ως προς δε την ανταπαίτηση των εναγομένων, ο εναγόμενος 2 χρησιμοποιώντας διάφορα ανυποστήρικτα στοιχεία προέβη στο Τεκμήριο 34 σε υπολογισμούς ποσών σε συνάρτηση με τις πωλήσεις των εναγομένων 1 με τρόπο συγκεχυμένο και αόριστο, αποδίδοντας ζημιές των εναγομένων 1 λόγω μείωσης των πωλήσεων τους στη διακοπή της συμφωνίας προεξόφλησης τιμολογίων εκ μέρους των εναγόντων και παρά τη ρητή συναίνεση των εναγομένων, με το Τεκμήριο 7, στην εξόφληση του δημιουργηθέντος χρέους τους προς τους ενάγοντες. Οι παράγοντες που έλαβε υπόψη του ο εναγόμενος 2 για τη μείωση των πωλήσεων των εναγομένων 1, ωστόσο, δεν μπορούν να συνδεθούν με τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δεδομένου ότι σχετίζονται με τα προβλήματα που προέκυψαν στον κλάδο της πτηνοτροφίας, όπως ο ίδιος τα εξέθεσε και με την οικονομική αδυναμία των εναγομένων 1 να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις γενικότερα και όχι μόνο έναντι των εναγόντων. Όπως ορθά δε υπεδείχθη από τον κ. Κυπραίο, πέραν του ότι δεν έχει επεξηγηθεί πως προκύπτει η ευθύνη των εναγόντων να αποζημιώσουν τους εναγόμενους 1 για την μη πληρωμή των οφειλών των χρεωστών τους, ούτε και τεκμηριώνονται με ικανοποιητικά στοιχεία οι επί μέρους απαιτήσεις τους, οι ετήσιες οικονομικές εκθέσεις για τα έτη 2004 και μετέπειτα των εναγομένων 1, που κατετέθησαν ως Τεκμήρια ως πιο πάνω παρατέθηκε, δεν συνηγορούν με την εκδοχή του εναγόμενου 2 για την ύπαρξη των ισχυριζόμενων ζημιών, λαμβανομένων υπόψη και των δηλώσεων, στις εν λόγω εκθέσεις, των ελεγκτών, οι οποίοι αμφισβητούν την ορθότητα των λογιστικών βιβλίων των εναγομένων 1. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου εξάγονται βάσει της πλήρως αποδεκτής μαρτυρίας που προσέφεραν οι ενάγοντες και προς αποφυγή επαναλήψεων αυτά είναι ως έχει αναφερθεί στη σύνοψη της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 πιο πάνω. Ως προς τη νομική πτυχή η απαίτηση των εναγόντων βασίζεται στην παράβαση εκ μέρους των εναγομένων 1 της έγγραφης συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς αυτούς (Τεκμήρια 1 και 7), υπό την εγγύηση του εναγόμενου 2 (Τεκμήρια 4 και 5) και η αγωγή κινήθηκε εναντίον των εναγομένων μετά τον τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, επισημαίνεται αρχικά ότι, πέραν του ότι η σύναψη της επίδικης συμφωνίας και της προαναφερθείσας συμφωνίας εγγύησης παρέμεινε αναντίλεκτο γεγονός, η εγκυρότητα των κατατεθέντων εγγράφων και ειδικότερα των εγγράφων συμφωνιών και των καταστάσεων λογαριασμών ουσιαστικά παρέμεινε αναμφισβήτητη κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ως ορθά υπέδειξε ο κ. Κυπραίος (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1554). Ο ΜΕ1, υπάλληλος των εναγόντων, είχε στην κατοχή του τα έγγραφα που επικαλούνται οι ενάγοντες, καταθέτοντας τα κατά την ακροαματική διαδικασία. Συνεπώς με δεδομένο ότι η εν λόγω συμφωνία είναι αποδεκτή ως προς την ύπαρξή της και η σύναψη της επιβεβαιώνεται ακόμη και από τη μαρτυρία του εναγόμενου 2, με την κατάθεσή της ενώπιον του Δικαστηρίου αποδείχθηκε και το περιεχόμενό της, που όπως ήδη λέχθηκε δεν αμφισβητήθηκε (βλ. M. A. Goodvalue Suppl. κ.α. Ltd ν. Barclays Bank Plc
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1038). Τίθεται ωστόσο θέμα ερμηνείας της επίδικης συμφωνίας. Η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα, το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο και ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 168). Όπως σαφώς προνοείται στην επίδικη συμφωνία των εναγομένων 1 με τους ενάγοντες ημερομηνίας 28.2.2005 (Τεκμήριο 1), οι ενάγοντες συμφώνησαν με τους εναγόμενους 1, όπως παρέχουν σ' αυτούς την διευκόλυνση εξαργύρωσης τιμολογίων με όριο £200.000 και της εξαργύρωσης μεταχρονολογημένων επιταγών με όριο £50.000, με ουσιώδεις όρους που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο
  1. Με βάση την υπό αναφορά συμφωνία, οι ενάγοντες άνοιξαν επ' ονόματι των εναγομένων 1 τους επίδικους λογαριασμούς και ο εναγόμενος 2, για την εξασφάλιση των εν λόγω τραπεζικών διευκολύνσεων προς τους εναγόμενους 1, υπέγραψε έγγραφο συνεχούς εγγύησης και κάλυψης ημερομηνίας 1.3.2005 (Τεκμήρια 4 και 5), δυνάμει του οποίου εγγυήθηκε να πληρώσει στους ενάγοντες, σε πρώτη ζήτηση, οποιοδήποτε ποσό οφείλετο προς αυτούς από τους εναγόμενους 1, νοουμένου ότι αυτό δεν θα υπερέβαινε το ποσό των £200.000 και £50.000 αντίστοιχα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων, τόκων και άλλων ποσών πληρωτέων δυνάμει της εγγύησης. Από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 7 προκύπτει σαφώς ότι μετά την σύναψη στις 28.2.2005 μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 της συμφωνίας τραπεζικής διευκόλυνσης εξαργύρωσης τιμολογίων και επιταγών με συγκεκριμένα όρια, επήλθε τροποποίηση της, ως συμφωνήθηκε μεταξύ των ιδίων μερών στις 26.7.2006, με την έγκριση και στις δυο περιπτώσεις της εταιρείας-εναγομένων 1 σύμφωνα με τα Τεκμήρια 2, 3 και 11 και υπό την προσωπική εγγύηση του εναγόμενου 2 ως εμφαίνεται στα Τεκμήρια 4, 5 και
  2. Μάλιστα, όπως ρητά αναφέρεται στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 7, όλοι οι λοιποί όροι της συμφωνίας ημερομηνίας 28.2.2005, εκτός όσων τροποποιούνται με το Τεκμήριο 7, συνεχίζουν να εφαρμόζονται (βλ. και ανάλογη αναφορά στο Τεκμήριο 12, το οποίο επισυνάπτεται και στο Τεκμήριο 13). Είναι συναφώς ορθή η εισήγηση ότι με το Τεκμήριο 7 δεν συνήφθη νέα σύμβαση (novation) ως καθορίζεται στη νομολογία (βλ. Τρ. Κύπρου κ.α. ν. Coudounaris Ltd κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 641), χωρίς ωστόσο να με βρίσκει σύμφωνη η θέση του κ. Χατζηιωάννου ότι δεν υπάρχει νομικά αναγνωρίσιμη συμφωνία με αποτέλεσμα να είναι άκυρος ο τερματισμός της. Η μαρτυρία του ΜΕ1 και οι καταστάσεις λογαριασμών που κατατέθηκαν από αυτόν (Τεκμήρια 14-17), συνιστούν ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για το αξιούμενο χρεωστικό υπόλοιπο. Ειδικότερα οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών αναπαράχθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων και, ως βεβαίωσε ο ΜΕ1, είναι ορθές και ακριβείς και σύμφωνες με τις καταχωρηθείσες πληροφορίες κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων, ενόσω κατά την αντεξέταση τόσο του ΜΕ1 όσο και του ΜΕ2 δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμών, όπως υπεδείχθη και από τον κ. Κυπραίο (βλ. Παπαγεωργίου κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 961). Οι αόριστοι ισχυρισμοί του εναγόμενου 2 περί αυθαίρετων και υπερβολικών χρεώσεων, πέραν και της αόριστης επίσης προβολής τους στην υπεράσπιση των εναγομένων, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη εφόσον δεν τέθηκαν στους ΜΕ1 και ΜΕ2 κατά την αντεξέταση τους (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. ν. Acuac Inc.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1527). Ως ορθά εισηγήθηκε ο κ. Κυπραίος, η μαρτυρία που έχει δοθεί από τον ΜΕ1 αναφορικά με τον τρόπο έκδοσης των Τεκμηρίων 14-17, όπως παρατέθηκε πιο πάνω, τα καθιστά αποδεκτή μαρτυρία σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Άλλωστε ούτε η δέσμη των προεξοφληθέντων τιμολογίων αμφισβητήθηκε, δηλαδή το Τεκμήριο 6, ενόσω το χρεωστικό υπόλοιπο που είχε δημιουργηθεί μέχρι τις 26.7.2006 ρητά αναγνωρίστηκε από τους εναγόμενους με την υπογραφή του Τεκμηρίου 7 και η εισήγηση του κ. Χατζηιωάννου ότι το εν λόγω Τεκμήριο αφορά και υπογράφηκε μόνο για τους νέους όρους και όχι για το εν λόγω υπόλοιπο δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ούτε κατ' επέκταση μπορεί να γίνει δεκτή η θέση των εναγομένων ότι οι ενάγοντες παρέβησαν τους όρους της αρχικής συμφωνίας επειδή τηρούσαν δυο λογαριασμούς για τις χρεώσεις και πιστώσεις, ως ανέλυσε ο ΜΕ1, σε αντίθεση με ό,τι προβλέπετο στο Τεκμήριο 1, δεδομένου ότι ανεγνώρισαν και συμφώνησαν με το δημιουργηθέν χρεωστικό υπόλοιπο με το Τεκμήριο
  1. Όσον αφορά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, από το περιεχόμενο των επιστολών ημερομηνίας 17.8.2007 (Τεκμήρια 12 και 13) είναι πρόδηλο ότι έγινε νόμιμα στις 17.8.
  2. Συνεπώς οι ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης της απαίτησής τους βάσει των πιο πάνω δεδομένων και η αντίθετη εισήγηση του κ. Χατζηιωάννου δεν μπορεί να ευσταθήσει. Όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ1, το σημερινό υπόλοιπο του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού ανέρχεται στο ποσό των £191.707,20 (που είναι αντίστοιχο του ποσού των €327.551,19), πλέον τόκο προς 7,5% ετησίως, πλέον 3% ετησίως τόκο υπερημερίας επί οποιασδήποτε καθυστερημένης πληρωμής από 1.7.2007 μέχρι 1.9.2007 και πλέον τόκο 10,5% ετησίως από 2.9.2007 μέχρις εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου ετησίως. Ως προς τους τόκους, η μαρτυρία κατέδειξε ότι οι αξιούμενοι τόκοι ανταποκρίνονται στα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα (βλ. Τεκμήρια 1, 4, 5 και 7) και μπορούν να επιδικασθούν εναντίον των εναγομένων (βλ. Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1031 και
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 768, C.T.A. Techno Market. Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 720, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.α. (πιο πάνω)). Περαιτέρω, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd ν. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465, εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης στον εγγυητή δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την ευχέρεια ανάκτησης του χρέους. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι οι ενάγοντες κωλύονται στη διεκδίκηση των συμβατικών τους δικαιωμάτων δεν έχουν αποδειχθεί. Η θέση δε του εναγόμενου 2 ότι απηλλάγη από την δοθείσα εγγύηση, που βασίζεται στον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες δεν τήρησαν ή τροποποίησαν τους όρους της επίδικης συμφωνίας δεν μπορεί να ευσταθήσει. Πέραν του ότι δεν προέκυψε ότι οι ενάγοντες ενήργησαν κατά παράβαση των όρων της επίδικης συμφωνίας, στον όρο 4 της συμφωνίας εγγύησης (Τεκμήριο 4), που δυνάμει του Τεκμηρίου 7 συνέχισε να είναι σε ισχύ, προνοείται ακριβώς το αντίθετο (βλ. και Archbold Investments Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1084). Επίσης, από την αποδεκτή μαρτυρία συνάγεται ότι από τον χρόνο που το οφειλόμενο από τους εναγόμενους 1 ποσό άρχισε να αυξάνεται εγίνοντο προσπάθειες να διευθετηθεί η πληρωμή του υπολοίπου και όχι για να απαλλαγούν οι εναγόμενοι 1 της υποχρέωσης τους να το εξοφλήσουν. Δεν τίθεται ως εκ τούτου θέμα κωλύματος των εναγόντων να προχωρήσουν στην υπό κρίση αγωγή σύμφωνα με την νομολογία επί του θέματος (βλ. Ιωάννου ν. Οργ. Χρημ. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1522). Δεν τίθεται επίσης θέμα απαλλαγής του εγγυητή-εναγόμενου 2 και λόγω του ότι στη συμφωνία εγγύησης (βλ. Τεκμήρια 4 και 7) η ευθύνη του εναγόμενου 2 περιορίζεται σε συγκεκριμένο ποσό και το αξιούμενο από αυτόν ποσό με την παρούσα αγωγή δεν το υπερβαίνει. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων στην έκθεση υπεράσπισης τους ότι η συμπεριφορά των εναγόντων προς αυτούς περιείχε παραστάσεις και υποσχέσεις, που τους εμποδίζουν να απαιτούν το αξιούμενο ποσό, παρότι γενικοί και αόριστοι, ουδόλως αποδείχθηκαν, ως πιο πάνω αναλύθηκε. Όπως, επίσης, ορθά υπέδειξε ο κ. Κυπραίος ο ισχυρισμός των εναγομένων περί οικονομικού καταναγκασμού (economic duress), πέραν του ότι δεν υποστηρίζεται από την προσαχθείσα μαρτυρία με βάση τις αρχές της νομολογίας (βλ. Κούτας ν. Δήμου Λευκωσίας
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 516), φαίνεται ότι έχει εγκαταληφθεί εφόσον καμία σχετική νομική εισήγηση δεν προβάλλεται στην αγόρευση του συνηγόρου τους. Ως προς την ανταπαίτηση των εναγομένων, η απόρριψη της μαρτυρίας του εναγόμενου 2 - ΜΥ σε συνάρτηση με την αποδοχή της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2, οδηγεί στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε. Πέραν δε του γενικού τρόπου δικογράφησης των αξιουμένων ανταπαιτητικά ποσών εκ μέρους των εναγομένων 1, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο Τεκμήριο 34 απέχουν από τη λογική και δεν υποστηρίζονται από ικανά στοιχεία για τη μεθοδολογία και τον τρόπο υπολογισμού των ισχυρισθεισών ζημιών, ώστε να μπορούν να αποδειχθούν συγκεκριμένα με την αυστηρότητα και σαφήνεια που απαιτεί η νομολογία για την απόδειξη ειδικών ζημιών (βλ. μεταξύ άλλων, Ζήνων Μερκής Λτδ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1923). Ως ορθά υπεδείχθη από τον κ. Κυπραίο στις σελίδες 27-32 της γραπτής του αγόρευσης, δεν απεδείχθησαν τα χρονικά πλαίσια της ανταπαίτησης των εναγομένων 1 σε συνάρτηση με την ευθύνη των εναγόντων για να τους αποζημιώσουν, δεν τεκμηριώθηκαν οι λόγοι διακοπής της συνεργασίας των εναγομένων 1 με τους πελάτες τους που αναφέρθηκαν από τον εναγόμενο 2, δεν προσκομίστηκαν ανεξάρτητα δεδομένα για τον υπολογισμό της κατ' ισχυρισμόν ζημιάς σε συνάρτηση με τη μείωση της παραγωγής των εναγομένων 1, τα απούλητα κοτόπουλα, τους διεκδικούμενους τόκους και την απώλεια νεοσσών καθώς και για τη διαφορά στις πωλήσεις κοτόπουλων αλλά και την απώλεια μελλοντικών κερδών, ενόσω οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 2 καταρρίπτονται από το περιεχόμενο των οικονομικών καταστάσεων των εναγομένων 1, ως ήδη πιο πάνω αναφέρθηκε (βλ. Τεκμήρια 29-32, 36, 38 και 39). Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €327.551,19, αντίστοιχου του ποσού £191.707,20, πλέον τόκο προς 7,5% ετησίως, πλέον 3% ετησίως τόκο υπερημερίας επί οποιασδήποτε καθυστερημένης πληρωμής από 1.7.2007 μέχρι 1.9.2007 και πλέον τόκο 10,5% ετησίως από 2.9.2007 μέχρις εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους, μέχρι τελικής εξοφλήσεως. Ως προς την εισήγηση του κ. Χατζηιωάννου για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης εναντίον του εναγόμενου 2, στο παρόν στάδιο, δυνάμει των προνοιών του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003, όπως τροποποιήθηκε, παρατηρείται ότι οι πρόνοιες του εν λόγω Νόμου δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 1 του άρθρου 3 αυτού, δεδομένου ότι, ως είναι αναμφισβήτητο, ο εναγόμενος 2-εγγυητής τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του πρωτοφειλέτη-νομικού προσώπου- εναγομένων 1 κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης εγγύησης. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων. Η ανταπαίτηση των εναγομένων εναντίον των εναγόντων απορρίπτεται, χωρίς ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα εφόσον εκδικάστηκε μαζί με την αγωγή. (Yπ) ............. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.