Αφροδίτη Φωτιάδου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6209/12, 6/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A248 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6209/12 Μεταξύ: Αφροδίτη Φωτιάδου Ενάγουσα - και -
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Marfin CLR (Financial Services) Ltd (και ως ο επισυνημμένος Πίνακας) Εναγομένων 6 Ιουνίου,
- Αίτηση για παραμερισμό υπό εναγομένων 8 και 11, ημερομηνίας 4/6/13 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κ. Μ. Παναγίδης για κ. Χαβιαρά Για Καθ' ης η Αίτηση: κα Ν. Νικολάου για κ. Κληρίδη --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 23/1/13 η ενάγουσα, κατόπιν μονομερούς αιτήσεως ημερομηνίας 12/12/12, έλαβε άδεια για επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στους αιτητές εκτός δικαιοδοσίας, στην Ελλάδα, μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων (courier service). Η επίδοση έγινε και με την παρούσα αίτηση οι αιτητές ζητούν παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 23/1/13 και της επίδοσης. Η ενάγουσα απάντησε λέγοντας κατά πρώτο ότι οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να υποβάλουν αίτηση παραμερισμού καθότι δεν έχουν καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Όμως από το λεκτικό της Δ.16 κ.9 που ρυθμίζει το θέμα του παραμερισμού επίδοσης, προκύπτει ότι τέτοια αίτηση μπορεί να καταχωριστεί πριν από το σημείωμα εμφάνισης. Επί της ουσίας, προβάλλονται από τους αιτητές διάφοροι λόγοι προς παραμερισμό, κατά τρόπο δε πρωταρχικό το γεγονός ότι στη νομική βάση της αίτησης ημερομηνίας 12/12/12 δεν γινόταν αναφορά στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη Μέλη Δικαστικών και Εξωδίκων Πράξεων σε Αστικές ή Εμπορικές Υποθέσεις και στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/
- Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 20 του Κανονισμού 1393/2007, αυτός υπερισχύει των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη όπως θα ήταν εν προκειμένω η σύμβαση νομικής συνεργασίας μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας (Νόμος 55/1984). Ως προς το ζήτημα αυτό, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών εισηγήθηκε ότι η νομική βάση της αίτησης ημερομηνίας 12/12/12 είναι ανεπαρκής, κάτι που θα πρέπει να οδηγήσει σε παραμερισμό της αίτησης χωρίς να χρειάζεται το δικαστήριο να ασχοληθεί με οποιοδήποτε άλλο θέμα. Το ίδιο ζήτημα είχα την ευκαιρία να το εξετάσω σε σημερινή απόφαση επί αντίστοιχης αίτησης υπό του εναγομένου
- Παραθέτω όσα λέχθησαν εκεί γιατί ισχύουν επακριβώς και εν προκειμένω: «[ο δικηγόρος του αιτητή] Παρέπεμψε σχετικά στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Σκορδή
(2003)1 Α.Α.Δ. 1108 στην οποία ελέχθη από τον Κωνσταντινίδη Δ. ότι το γεγονός πως η υπό κρίση αίτηση εστερείτο ορθής νομικής βάσης την καθιστούσε εξ υπαρχής άκυρη και ως εκ τούτου μη δυνάμενη να προωθηθεί. Οι κανονισμοί επί των οποίων είχε στηριχθεί η αίτηση, κρίθηκε περαιτέρω, δεν ενεργοποιούσαν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης, κάτι που θα δικαιολογούσε την απόρριψη της αίτησης χωρίς οτιδήποτε άλλο. Παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση Bank for Foreign Trade of Russian Federation "Vneshtorgbank" v. ICC Chemicals (UK) Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1728 στην οποία η αίτηση δεν είχε και πάλιν στηριχθεί στον ορθό κανονισμό. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η κατάσταση δεν μπορούσε να περισωθεί δια της εφαρμογής της Δ.64 θεωρώντας ότι στην πραγματικότητα δεν θα επρόκειτο για θεραπεία μιας παράτυπης αίτησης, αλλά κατ' ουσίαν για τροποποίηση της αίτησης με παράθεση επιπρόσθετων νομικών βάσεων. Το Ανώτατο Δικαστήριο δια στόματος του Γαβριηλίδη Δ. είπε τα εξής: «Η ερμηνεία που δόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στη Διαταγή 64 είναι ορθή. Η Διαταγή 64 δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με την τροποποίηση δικογράφων ή αιτήσεων. Η Διαταγή 64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Στις περιπτώσεις αυτές η μη συμμόρφωση μπορεί να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία που δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση βάσει της Διαταγής 48 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης, που κατά τα λοιπά συμμορφώνεται προς τους θεσμούς, στο συγκεκριμένο άρθρο. Στην περίπτωση της εφεσείουσας είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει. Η αίτηση της 1/7/1997 συμμορφώνεται πλήρως προς τους θεσμούς. Εκείνο που επιζητείται με την αίτηση της 21/5/1998 είναι η τροποποίηση της με την παρεμβολή πρόσθετης νομικής βάσης. Τέτοια όμως παρεμβολή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεραπεύει οποιαδήποτε παρατυπία που προκλήθηκε λόγω μη συμμόρφωσης της αίτησης προς οποιοδήποτε θεσμό. Με άλλα λόγια, τυχόν προσθήκη του άρθρου 9 δεν θα έχει ως αποτέλεσμα τη συμμόρφωση της αίτησης προς οποιοδήποτε θεσμό που παραβιάστηκε συνεπεία της μη αναφοράς του εξ υπαρχής.» Παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση Egiazaryan κ.α. και Denoro Investments Ltd κ.α. Πολιτική Έφεση 75/2011, ημερ. 19/2/13 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούππα ν. Βασιλειάδη
(1981)1 J.S.C. 120, Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, στην οποία μάλιστα λέχθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στους ορθούς κανονισμούς και, βέβαια, το νόμο δεν χωρεί διόρθωσης στη βάση των προνοιών της Δ.
- Η σημασία της τήρησης των Θεσμών τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους, Πολ. Έφ. αρ. 205/2010, ημερ. 15.1.2013 και Σ΄ ό,τι αφορά την περιουσία του Ιωάννου Κοντού¸ Πολ. Έφ. αρ. 187/09, ημερ. 29.1.2013» Η απάντηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου της ενάγουσας είχε δύο πτυχές: Πρώτο, ότι ο αιτητής δεν δικαιούται να προωθεί το λόγο αυτό ως λόγο για παραμερισμό, καθότι δεν περιλαμβάνεται στην αίτησή του, αλλά γίνεται «μια απλή αναφορά του» στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ως προς αυτή την πτυχή, δεν θεωρώ ότι υπήρχε υποχρέωση εξειδίκευσης των λόγων στο σώμα της αίτησης. Με την σαφή και λεπτομερή αναφορά των λόγων στην ένορκη δήλωση, δόθηκε η απαιτούμενη ειδοποίηση στην άλλη πλευρά για να είναι σε θέση να απαντήσει στην αίτηση. Δεύτερο, ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου της ενάγουσας πως η δικαιοδοσία του δικαστηρίου είχε ενεργοποιηθεί με την αναφορά στην αίτηση ημερομηνίας 12/12/12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, μεταξύ των οποίων η Δ.6 και του άρθρου 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 που αναφέρονται στην εξουσία του δικαστηρίου να εξουσιοδοτήσει επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η παράλειψη αναφοράς στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς συνιστά απλή παρατυπία η οποία δεν συνεπάγεται ακύρωση της αίτησης, κατέληξε. Είχα πρόσφατα την ευκαιρία να εξετάσω συναφές ζήτημα στην υπόθεση Cyprus Popular Bank Co Ltd v. Ανδρέα Βγενόπουλου κ.ά. Αρ. Αγωγής 8400/12, Αίτηση για παραμερισμό ημερομηνίας 28/6/13, απόφαση ημερομηνίας 23/5/
- Επρόκειτο για περίπτωση στην οποία είχε παραληφθεί από τη νομική βάση της αίτησης η αναφορά στη Δ.16 κ.9 η οποία προβλέπει για την εξουσία του δικαστηρίου να παραμερίσει επίδοση και να ακυρώσει διάταγμα που εξουσιοδότησε τέτοια επίδοση. Είχαν τότε λεχθεί τα εξής: «Στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις η αναφορά στα άρθρα και τους κανονισμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί όρο απαράβατο της εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου. Ίδια ήταν η προσέγγιση στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743 η οποία είναι μεταγενέστερη της τροποποίησης της Δ.64, το 1995, δια της οποίας καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ ακυρότητας και παρατυπίας με τη θέσπιση του κανόνα ότι η μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς θα θεωρείται παρατυπία και δεν θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Τηρουμένων, βεβαίως, των περιπτώσεων που η παρατυπία είναι τόσο θεμελιακή ώστε να μην είναι θεραπεύσιμη (Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81). Στην υπόθεση Χριστοφόρου το ζήτημα δεν εξετάστηκε υπό το πρίσμα της νέας Δ.64. Αυτό έγινε στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 στην οποία ο Καλλής Δ. με αναφορά σε αγγλική νομολογία προσδιόρισε τα κριτήρια που θα πρέπει το δικαστήριο να έχει κατά νου όταν διαπιστώνει παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους θεσμούς ώστε να καθορίσει τον περαιτέρω χειρισμό. Ένας από τους κύριους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Σημείωσε περαιτέρω ο Καλλής Δ., ότι παρέχεται στο δικαστήριο η ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη. Στην υπόθεση Wunderlich συζητήθηκε κατά πόσο ήταν απαραίτητη η επίκληση του άρθρου 42 του Ν. 14/60 σε αίτηση παρακοής. Το άρθρο 42 προβλέπει τη σημαντική και οιονεί ποινικής φύσεως εξουσία του δικαστηρίου να τιμωρεί για παρακοή δικαστικού διατάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε πως με βάση την υπόθεση Μαχλουζαρίδης η παράλειψη θα καθιστούσε την αίτηση άκυρη. Όμως εξέτασε περαιτέρω το ζήτημα υπό το φως, ως άνω, της νέας Δ.64 και έκρινε τελικά ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης περιλαμβανομένης της διαπίστωσης ότι δεν υπήρχε δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς, επρόκειτο για παρατυπία που θα μπορούσε να θεραπευθεί με την έκδοση διατάγματος για άρση της παρατυπίας. Το ίδιο πνεύμα διέπει και την πρόσφατη υπόθεση Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη Πολ. Έφ. Αρ. 63/2010, ημερ. 17/12/2013 στην οποία, αφού διευκρινίστηκε ότι προηγούμενη νομολογία δεν περιόρισε τη σχετική διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε περαιτέρω και με αναφορά στην Wunderlich έκρινε ότι, υπό τις περιστάσεις και πάλιν της συγκεκριμένης υπόθεσης, μπορούσε να θεραπευθεί η παρατυπία χωρίς να προηγηθεί αίτηση γι' αυτό τον σκοπό. Κάτι τέτοιο κρίθηκε ότι θα συνιστούσε τυπολατρική προσέγγιση. Από τα παραπάνω προκύπτει πως ενώ η αρχή της υπόθεσης Μαχλουζαρίδης δεν αμφισβητείται ως προς την υποχρέωση επαρκούς παράθεσης του νομικού υποβάθρου, πρέπει πάντως η παράλειψη να εξετάζεται υπό το πρίσμα της νέας Δ.64, έτσι ώστε να μην οδηγεί άνευ ετέρου σε ακυρότητα, αλλά να είναι ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με βάση τους παράγοντες που έχουν διατυπωθεί στην Wunderlich και ασφαλώς υπό το φως των περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς πρέπει να εννοηθεί, κατά κύριο λόγο, ως επηρεασμός της δυνατότητας χειρισμού της υπόθεσης. Όπως εξηγήθηκε στη Μαχλουζαρίδης οι επιτακτικές πρόνοιες της Δ.48 κ.1 περί προσδιορισμού του νομικού υποβάθρου μιας αίτησης συναρτώνται με την ανάγκη προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων σε μια διαδικασία που διενεργείται εκτός της συνήθους οδού, που είναι η ολοκληρωμένη δίκη, έτσι ώστε τα παρεμφερή επίδικα θέματα να προσδιορίζονται, τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια και το δικαστήριο να είναι σε θέση να τα εξετάσει χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση και να επιστρώσει με αυτό τον τρόπο το έδαφος για την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. Συνεπώς, εάν, παρά την παράλειψη, παραμένει σαφές το αντικείμενο του διατάγματος και δεν προκαλείται αμηχανία στην άλλη πλευρά ή σύγχυση στο δικαστήριο ή υπέρμετρη καθυστέρηση, τότε υπάρχει ευχέρεια διάσωσης του δικονομικού διαβήματος με άρση της παρατυπίας». Εν τέλει, στην εν λόγω υπόθεση Laiki v. Βγενόπουλος κρίθηκε ότι η παράλειψη δεν προκαλούσε οποιαδήποτε δυσμενή αποτελέσματα στην άλλη πλευρά, εφόσον το αντικείμενο της αίτησης ήταν σαφές και οι καθ' ων η αίτηση είχαν επαρκή προειδοποίηση για την υπόθεση που θα αντιμετώπιζαν χωρίς να βρεθούν σε αμηχανία. Κρίθηκε επίσης ότι ούτε από οποιασδήποτε άλλης άποψης είχε επηρεαστεί δυσμενώς η διαδικασία. Τα πράγματα εν προκειμένω, είναι εντελώς διαφορετικά. Η ενάγουσα είχε επικαλεστεί στην αίτησή της τις πρόνοιες της Δ.6 κ.7 οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «7. Where leave is given by the Court or a Judge for service of a writ of summons or notice of such writ in any foreign country with which a convention relating to such service has been or shall be extended to Cyprus the following procedure shall, subject to any special terms in the convention, be adopted:
(1)The party bespeaking such service shall file with the Registrar a request in Form 7, which request shall state whether the service is desired to be effected (
- i)directly through the British Consul, or (
- ii)through the foreign judicial authority, and shall be accompanied by- (
- a)the document to be served; (
- b)two copies thereof - in the case of France three copies; (
- c)a translation thereof in the official language of the country in which service is to be effected verified. upon oath by or on behalf of the person making the request; and (
- d)two copies of such translation. Where the service is required to be made on a British subject through the British Consul the translation and copies thereof need not-except in the case of Turkey-be supplied.
(2)The party bespeaking such service shall also deposit in the Court the sums of £10 in respect of each person to be served. In the event of the expenses incurred by the Colonial Secretary in respect of such service amounting to less than the amount of the deposit the surplus shall be refunded by the Registrar to the party making the deposit.
(3)The Registrar shall file a copy of the document to be served and the verified translation thereof (where required). He shall seal and forward to the Colonial Secretary in duplicate-in the case of France in triplicate-the document to be served, and shall also seal and forward therewith in duplicate the verified translation (where required) of such document.» Αυτά όμως και όσα γενικώς επικαλέστηκε η ενάγουσα ως τη νομική βάση της αίτησής της δεν έχουν καμιά σχέση με επίδοση δια αγγελιοφόρου (courier). Το αποτέλεσμα ήταν να προκληθεί σύγχυση στη διαδικασία, η οποία είναι φανερή στην τελική επιχειρηματολογία. Ήταν η τελική θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας σε σχέση με το ζήτημα του Ευρωπαϊκού Κανονισμού η εξής: «Πουθενά δεν αναφέρεται στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς ότι είναι αποκλειστικής μορφής και ούτε αποκλείεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η άσκηση της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ως προς την επίδοση δικαστικού εγγράφου στην Ελλάδα με άλλη μέθοδο. Δεν υπάρχει στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς τέτοια πρόνοια, ότι δηλαδή η επίδοση δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλο τρόπο σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο και/ή το Δίκαιο της Ελλάδας. Περαιτέρω, ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007, στον οποίο αναφέρονται οι Αιτητές, δεν αναφέρει πουθενά ότι εφαρμόζεται κατ' αποκλειστικότητα και εξαντλητικά και αποκλείει καθ' οιονδήποτε τρόπο την άσκηση δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου κατ' εφαρμογή των κανόνων Πολιτικής Δικονομίας και σύμφωνα με αυτούς. Ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός δεσμεύει τα Κράτη Συμβαλλόμενα Μέρη και την ακολουθητέα διαδικασία επίδοσης εγγράφων αλλά εάν ήταν η πρόθεση και η Δικαστική Εξουσία να δεσμεύεται να ακολουθήσει κατ' αποκλειστικότητα τις πρόνοιες αυτού του Κανονισμού τότε η Δικαστική Εξουσία θα προέβαινε στην αναγκαία προσαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Κάτι τέτοιο δεν έγινε.» (Οι υπογραμμίσεις στο κείμενο). Αυτά όμως δεν ξεκαθαρίζουν τη σύγχυση. Κατά την ταπεινή μου αντίληψη η κατάσταση έχει ως εξής: Εάν η νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.6, που είναι, τότε θα έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία της Δ.
- Εάν η αποστολή με courier, η οποία δεν εμπίπτει στο πλαίσιο της Δ.6, βρίσκει έρεισμα στον Κανονισμό 1393/2007, τότε θα έπρεπε να περιληφθεί στη νομική βάση η σχετική πρόνοια του Κανονισμού αυτού. Εάν η αποστολή με courier ζητήθηκε με αναφορά σε οποιαδήποτε άλλη νομική πρόνοια, τότε θα έπρεπε να περιληφθεί στη νομική βάση η πρόνοια εκείνη. Αυτά δεν έγιναν και το αποτέλεσμα ήταν να προκληθεί εκείνη η κατάσταση την οποία ακριβώς θέλησε η νομολογία να αντιμετωπίσει υιοθετώντας την αυστηρή προσέγγιση, η οποία είναι η αρμόζουσα σε περιπτώσεις που προκαλείται αμηχανία και σύγχυση, όπως εν προκειμένω όπου στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε μέχρι σήμερα επί ποιας νομικής βάσης διενεργήθηκε η επίδοση δια αγγελιοφόρου. Ο ανεπαρκής ή εσφαλμένος προσδιορισμός της νομικής βάσης είχε ως συνέπεια η όλη συζήτηση σε σχέση με το έγκυρο της επίδοσης να γίνει χωρίς το απαιτούμενο υπόβαθρο και χωρίς πλαίσια. Υπό αυτές τις συνθήκες αποδέχομαι την εισήγηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου του αιτητή ότι η παράλειψη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία, παρά μόνο ως θεμελιώδης, δεδομένης της διαφοράς στο περιεχόμενο και υφή της Δ.6 από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό. Πρόκειται υπό τις περιστάσεις για μη θεραπεύσιμη παρατυπία. Συνεπώς, το γεγονός ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της αγωγής δεν έχει στην παρούσα υπόθεση σημασία. Δεν αμφισβητείται η φιλελεύθερη προσέγγιση[1], η οποία όμως χωρεί όπου υπάρχει περιθώριο υιοθέτησής της και η οποία καθόλου δεν έχει ανατρέψει την παγιωμένη, αντιθέτως, αρχή, όπως αυτή επαναλήφθηκε στις εν λόγω αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε ο κ. Γιωρκάτζης.» Όπως σημείωσα και στην απόφαση επί της αίτησης του εναγομένου 5, η διαπίστωση αυτή οδηγεί στην κατάληξη ότι η αίτηση ημερομηνίας 12/12/12 δεν είχε ενεργοποιήσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου και κατά συνέπεια το διάταγμα και όσα επακολούθησαν έγιναν από πλευράς δικαιοδοσίας στο κενό. Ενόψει τούτου προβληματίστηκα κατά πόσο θα ήταν αντινομική η περαιτέρω ενασχόληση με τους άλλους λόγους που προβλήθηκαν προς παραμερισμό. Αυτός ο κίνδυνος μετά βεβαιότητας υπάρχει σε ό,τι αφορά τους λόγους που περιστρέφονται γύρω από το τι θα μπορούσε να αποτελέσει νομική βάση, χωρίς όμως να έχει τεθεί ως νομική βάση. Αναφέρομαι στην εισήγηση ότι θα πρέπει το διάταγμα και η επίδοση να παραμεριστούν γιατί αντίκεινται στις πρόνοιες του Κανονισμού 1393/2007 ή του νόμου 55/
- Όπως ελέχθηκε στην άλλη αίτηση, αυτά αφενός δεν έχουν νόημα να συζητηθούν από τη στιγμή που διαπιστώνεται ακυρότητα με αναφορά στην παράλειψη, ακριβώς, να προσδιοριστεί το νομικό υπόβαθρο και αφετέρου, η συζήτηση τους θα επανέφερε εκείνη την κατάσταση που πρέπει να αποτραπεί, ήτοι τη διεύρυνση του πλαισίου χωρίς προδιαγεγραμμένα όρια με αναφορά σε ο,τιδήποτε θα μπορούσε να ήταν σχετικό, το οποίο όμως δεν κατέστη επίδικο. Οι υπόλοιποι λόγοι έχουν τεθεί και στην αίτηση του εναγομένου 5 και αποφασίστηκαν ως ακολούθως, κατά τρόπο που υιοθετείται και εν προκειμένω: «Για τους άλλους λόγους δεν θεωρώ ότι υπάρχει πρόβλημα να συζητηθούν για το ενδεχόμενο η προκριματική ως άνω διαπίστωση περί μη ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας να ανατραπεί κατ' έφεση. Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι κακώς επεδόθη ειδοποίηση του κλητηρίου αντί το ίδιο το κλητήριο και ότι η ειδοποίηση κλητηρίου δεν αποτελεί ισοδύναμο έγγραφο εν τη εννοία του Κανονισμού 1393/
- Αυτή η εισήγηση προϋποθέτει βεβαίως ότι είναι εφαρμόσιμος ο Κανονισμός 1393/2007 που δεν καλύπτεται, ως άνω, από τη νομική βάση της αίτησης ημερομηνίας 12/12/
- Εν πάση περιπτώσει αυτό το ζήτημα εξετάστηκε στην Αίτηση για παραμερισμό υπό εναγομένων 1 και 2 ημερομηνίας 28/6/2013 στην αγωγή αρ. 8400/12, απόφαση ημερομηνίας 23/5/2014 όπου είχαν την ευκαιρία να αναφέρω τα ακόλουθα τα οποία και επαναλαμβάνω για τις ανάγκες της παρούσας: «Ως προς το ζήτημα αυτό, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση παρέπεμψε σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις. Στην πρώτη, αποφασίστηκε ότι σε περιπτώσεις όπου επιχειρείται η επίδοση αγωγής σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα και όχι η ειδοποίηση του κλητηρίου (Τράπεζα Κύπρου ν. Jaizani, Αγ. Αρ. 3706/2009, Ε.Δ. Λάρνακας, ημερ. 10/2/2010). Στη δεύτερη κρίθηκε ότι η Δ.6 κ.6 θα πρέπει να θεωρείται ως καταργηθείσα, προκειμένου για επίδοση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τον έχοντα αυξημένη ισχύ Κανονισμό 1393/
- Η κατάληξη ήταν ότι αντί της ειδοποίησης «μπορεί ή και πρέπει να επιδίδεται κλητήριο ένταλμα». (Fregata Holdings Ltd v. Consortia Europe Ltd Αγωγή αρ. 2202/10 Ε.Δ. Λάρνακας, ημερ. 30/9/2011.)Υπήρξαν πρωτοδίκως και αντίθετες προσεγγίσεις όπως ήταν η περίπτωση που οδήγησε στην επίλυση της διχογνωμίας από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αναφέρομαι στην υπόθεση V.K.C. QUALITY INVESTMENTS LTD v. SHAMMUSI-DEEN ALABI, SHITTA BEY, Πολ. Έφεση Αρ. 113/2012, στην οποία το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι θα έπρεπε να επιδοθεί κατά τρόπο επιτακτικό ειδοποίηση του κλητηρίου και όχι αντίγραφο του κλητηρίου, κατ' εφαρμογή της Δ.6 κ.
- Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως, έκρινε πως η θεώρηση αυτή ήταν εσφαλμένη. Ο Ερωτοκρίτου Δ., ανέφερε σχετικώς τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την άποψή μας έσφαλλε στη θεώρηση του ότι ήταν αναγκαία η επίδοση Ειδοποίησης Κλητηρίου και ότι η αποστολή αντιγράφου του Κλητηρίου παραβίαζε την Δ.6 θ.
- Αυτή η προσέγγιση παραγνωρίζει την ύπαρξη του ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου και της ανάγκης για διασφάλιση της εσωτερικής αγοράς που ήταν και ένας από τους πρωταρχικούς σκοπούς για τη θέσπιση του ΕΚ 1393/
- Για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του Ευρωπαϊκού Κανονισμού προβλέπεται ότι από τη στιγμή που αποσταλεί η Βεβαίωση Επίδοσης σύμφωνα με τον ΕΚ 1393/2007, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα πρέπει να είναι δυνατή η άρνηση της επίδοσης. Πράγματι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός προσπάθησε να άρει τους διάφορους φραγμούς στην επίδοση δικαστικών εγγράφων και να επιταχύνει και βελτιώσει την επίδοση μεταξύ κρατών μελών, σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει τα πλεονεκτήματα της ενιαίας αγοράς και γι' αυτό οι πρόνοιες του θα πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής.» Στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau Πολ. Έφεση Ε23/2013 ημερ. 13/9/2013, αποφασίστηκε ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η ειδοποίησή του αποτελούν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας. Συνεπώς, έχει πλέον αποκρυσταλλωθεί κατά τρόπο αυθεντικό ότι προκειμένου για επίδοση σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να επιδοθεί είτε αντίγραφο του κλητηρίου είτε η ειδοποίηση του κλητηρίου.» Περαιτέρω, τέθηκε ζήτημα για το ότι δεν επιδόθηκε η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 12/12/12 με την επισυνημμένη σ' αυτή ένορκη δήλωση και μια άλλη ένορκη δήλωση, συμπληρωματική. Ως προς το ζήτημα αυτό θεωρώ ότι τυγχάνει ευθείας εφαρμογής η προσέγγιση που υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση Alpha Bank Cyprus v. SI Senh Dau κ.ά. όπου κρίθηκε πως τέτοια παράλειψη συνιστούσε θεραπεύσιμη παρατυπία η οποία, υπό τις περιστάσεις που δεν διαφέρουν με την παρούσα, θεραπεύθηκε. ............... Τέλος, έγινε η εισήγηση ότι οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση ημερομηνίας 12/12/12 και την παρούσα αίτηση είναι αντικανονικές επί τω ότι για ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύπτεται η πηγή γνώσης της ομνύουσας-ενάγουσας και για άλλα ουσιώδη γεγονότα η πηγή της γνώσης της ήταν γενική και αόριστη. Έχοντας υπόψη μου την ένορκη δήλωση και τις αρχές που διέπουν το θέμα δεν αποδέχομαι την εισήγηση αυτή.» Ως εκ των άνω το διάταγμα 23/1/13 ακυρώνεται, όπως επίσης και η επίδοση στους αιτητές-εναγόμενους 8 και 11 η οποία διενεργήθηκε επί τη βάσει του διατάγματος αυτού. Έξοδα €2.000 πλέον ΦΠΑ (κατ' αποκοπήν) υπέρ των αιτητών και εναντίον της ενάγουσας. (Υπ.)............... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. [1] Βλ. Alpha Bank Cyprus v. Si Senh Dau κ.ά. Π.Ε. 23/2003 ημερ. 13/9/13 και Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη (ανωτέρω). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο