← Κύπρος

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΒΑΡΝΑΒΑ ν. CYPROPERTIES CONSTRUCTIONS LTD, Αρ. Αγωγής: 8614/2012, 25/6/2014

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΒΑΡΝΑΒΑ ν. CYPROPERTIES CONSTRUCTIONS LTD, Αρ. Αγωγής: 8614/2012, 25/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A292 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8614/2012 Μεταξύ: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΒΑΡΝΑΒΑ Ενάγοντα και CYPROPERTIES CONSTRUCTIONS LTD Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερ. 23.10.2013 για τροποποίηση Ημερομηνία: 25 Ιουνίου, 2014 Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Χρ. Γκούντρας Για Εναγομένη - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Γ. Χατζηπαρασκευάς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο ενάγων επιζητεί διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησής του. Η Αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση της εναγομένης. Σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η απαίτηση του ενάγοντα είναι για €6.000 και €3.000 δυνάμει δύο επιταγών της Σ.Π.Ε. Κοκκινοτριμιθιάς ημερ. 7.12.2011, με αρ. 33867865 και 3386787, οι οποίες εκδόθηκαν από την εναγομένη προς όφελος του ενάγοντα έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος, αλλά επιστράφηκαν από την τράπεζα απλήρωτες με την ένδειξη «Ο Λογαριασμός Παγοποιήθηκε - Κ.Α.Π.». Η Έκθεση Υπεράσπισης της εναγομένης καταχωρίστηκε στις 24.10.2013, αφότου είχε προηγηθεί αίτηση του ενάγοντα για απόφαση λόγω μη καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης. Η υπό κρίση Αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε στις 23.10.

  1. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ. 1-6 και Δ.48 θ. 1-4, 7 και 9 και στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Με την αίτηση ο ενάγων επιδιώκει την αντικατάσταση της αξίωσης για €6.000 δυνάμει της επιταγής 33867865 ημερ. 7.12.2011 η οποία δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη «Ο Λογαριασμός Παγοποιήθηκε-Κ.Α.Π.», με αξίωση για €6.128 δυνάμει επιταγής 33867921 ημερ. 14.12.2011, η οποία δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε με την ίδια ένδειξη. Επιπλέον, επιδιώκει τη διαγραφή της αξίωσης για €3.000 δυνάμει δεύτερης επιταγής. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα, στην οποία αναφέρει ότι σε συνάντηση που είχε με τους δικηγόρους του τον Σεπτέμβριο του 2013 για να τύχει ενημέρωσης σε σχέση με σειρά αγωγών και ποινικών υποθέσεων που καταχωρίστηκαν εκ μέρους του εναντίον της εναγομένης και/ή αξιωματούχων της, διαπιστώθηκε ότι κατά την ετοιμασία και σύνταξη μίας εκ των αγωγών, ήτοι της παρούσας, εκ λάθους αναφέρεται σε λανθασμένο ποσό, αριθμό επιταγής και ημερομηνία έκδοσης. Σημειώνει ότι αφορά το ίδιο επίδικο ζήτημα και η ουσία της αξίωσης παραμένει αναλλοίωτη και η σκοπούμενη τροποποίηση δεν επηρεάζει καθόλου τη νομική βάση της αξίωσης. Θεωρεί ότι εάν δεν δοθεί του αιτούμενο διάταγμα, δεν θα μπορέσει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο με ακρίβεια τα περιστατικά και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση και να προωθήσει την αξίωσή του εναντίον της εναγομένης. Προσθέτει ότι είναι εύλογο, ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ότι δεν υπάρχει κίνδυνος να υποστεί η εναγομένη ανεπανόρθωτη ζημιά. Η τροποποίηση είναι τυπικής φύσεως, γίνεται καλή τη πίστη και δεν θα επιφέρει ριζική μετατροπή στη φύση και τον χαρακτήρα της αγωγής και της αξίωσης του εναντίον της εναγομένης, ενώ η αίτηση υποβάλλεται σε πρώιμο στάδιο πριν την καταχώριση Έκθεσης Υπεράσπισης, καθότι τα γεγονότα τα οποία επιβάλλουν την τροποποίηση διαφάνηκαν πολύ πρόσφατα στον ίδιο και τους δικηγόρους του. Τέλος, προβάλλει ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η Ένσταση καταχωρίστηκε στις 20.3.2014 και ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι:
  2. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις ο ενάγων επιχειρεί κατά ανεπίτρεπτο και/ή απαράδεκτο τρόπο να αντικαταστήσει την αρχική βάση αγωγής και/ή τα αρχικά γεγονότα και/ή αρχικά επίδικα θέματα και/ή τις αρχικές αξιώσεις με άλλα και/ή να εισαγάγει νέα βάση αγωγής και/ή επίδικα θέματα και/ή αξιώσεις που καμία σχέση έχουν με το αρχικό του δικόγραφο και την αρχική απαίτηση.
  3. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις και/ή την εισαγωγή νέας βάσης αγωγής και/ή νέων επίδικων θεμάτων και/ή νέας αξίωσης και/ή νέων γεγονότων ο ενάγων επιχειρεί την εισαγωγή νέας και/ή διαφορετικής βάσης απαίτησης η οποία δεν συνάδει και/ή συγκρούεται με την υφιστάμενη βάση αγωγής και/ή την αρχική απαίτηση και/ή γεγονότα και ανατρέπεται το πλαίσιο της διαδικασίας, προκαλώντας δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα και/ή συμφέροντα της εναγομένης.
  4. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν μπορούν να επιτραπούν, καθότι ο ενάγων επιχειρεί να επιφέρει ριζική μετατροπή στη φύση και/ή στον χαρακτήρα και/ή στην αξίωση και/ή στα γεγονότα της αγωγής
  5. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αντίθετη με τη νομολογία και τη δικαστική πρακτική.
  6. Η αίτηση εγείρεται καταχρηστικά και/ή αντικανονικά και/ή παράνομα και/ή παράτυπα.
  7. Η αίτηση δεν πληροί της απαραίτητες προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  8. Η αίτηση δεν καταχωρίστηκε έγκαιρα και/ή στο κατάλληλο στάδιο και/ή ο ενάγων δεν ακολούθησε τις ορθές διαδικασίες και/ή πρακτική και δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες.
  9. Δεν πληρούνται οι βασικές προϋποθέσεις του Νόμου, Κανονισμών και της νομολογίας για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να εγκρίνει τις αιτούμενες τροποποιήσεις.
  10. Οι τροποποιήσεις που επιχειρούνται δεν είναι αναγκαίες για την επίλυση των αρχικών αμφισβητούμενων θεμάτων και με αυτές επιχειρείται η εισαγωγή νέων επίδικων και/ή νέων αμφισβητούμενων θεμάτων και/ή νέας απαίτησης.
  11. Τα γεγονότα ήταν γνωστά και/ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τον ενάγοντα πριν από την καταχώριση της αγωγής και/ή αίτησης.
  12. Με την αίτηση ο ενάγων επιχειρεί να περισώσει την αγωγή και να θεραπεύσει την καταχρηστικότητα και/ή παρατυπία και/ή παρανομία της αγωγής και/ή να θεραπεύσει την ανυπαρξία αγώγιμου δικαιώματος και/ή του κωλύματος του ενάγοντα και/ή να αποφύγει την απόσυρση της αγωγής και την καταβολή των εξόδων και το ενδεχόμενο καταχώρισης νέας αγωγής και επιδιώκει να περισώσει μια εξ υπαρχής άκυρη διαδικασία αφού η διαφορά μεταξύ των μερών για την οποία καταχωρίστηκε η αγωγή ουδέποτε υπήρξε.
  13. Εάν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα περιπλέξουν τα επίδικα θέματα και θα θέσουν την εναγομένη σε δύσκολη θέση και θα δημιουργήσουν σύγχυση και/ή αμηχανία.
  14. Η αγωγή είναι εξ υπαρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη καθιστώντας την παρούσα αίτηση απορριπτέα.
  15. Η αίτηση επηρεάζει δυσμενώς την εναγομένη κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα.
  16. Ο ενάγων παραλείπει να αποκαλύψει στο Δικαστήριο τα αληθινά γεγονότα της υπόθεσης και/ή δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο και/ή έχει καταχωρίσει την αίτηση με αλλότρια κίνητρα. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Θωμά Κωστάππη, διευθυντή της εναγομένης, ο οποίος σημειώνει ότι ο ενάγων με την αγωγή αξιοί το συνολικό ποσό των €9.000 βάσει δύο κατ' ισχυρισμό εκδοθείσες επιταγές οι οποίες κατ' ισχυρισμό έμειναν απλήρωτες. Στις 18.12.2012 η εναγομένη καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης. Στις 24.1.2013 ο ενάγων καταχώρισε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης Υπεράσπισης, την οποία απέσυρε στις 10.6.2013, ενώ στις 19.6.2013 καταχώρισε νέα αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης υπεράσπισης. Η έκθεση υπεράσπισης καταχωρίστηκε στις 24.10.2013 και συνεπώς η αίτηση για απόφαση αποσύρθηκε. Αναφέρει ότι για τις αναφερόμενες στην έκθεση απαίτησης επιταγές ηγέρθη εναντίον της εναγομένης και η υπ' αριθμό 8609/12 αγωγή με ενάγουσα την εταιρεία H & L Ideal Homes Ltd, της οποίας διευθυντής είναι ο ενάγων στην παρούσα αγωγή. Αναφέρει επιπλέον ότι με την παρούσα αίτηση ο ενάγων αιτείται την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης του με την αντικατάσταση των δύο πιο πάνω αναφερόμενων επιταγών με μία άλλη, την αντικατάσταση των ποσών των επιταγών με άλλο ποσό, τις ημερομηνίες έκδοσης με άλλη ημερομηνία και το ποσό της αξίωσης με άλλο ποσό. Θεωρεί δε ότι είναι φανερό ότι ο ενάγων επιδιώκει την εισαγωγή, προσθήκη και αντικατάσταση των αρχικών με νέες αξιώσεις και ισχυρισμούς, καθιστώντας νέα διαφορετικά επίδικα θέματα που οδηγούν σε νέα βάση και αιτία αγωγής και σε άλλη απαίτηση, επιφέροντας ριζικές αλλαγές και ότι τυχόν έγκριση της τροποποίησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα της εναγομένης, περιπλέκοντας τα επίδικα θέματα και δημιουργώντας σύγχυση και αμηχανία. Προσθέτει ότι ο ενάγων υπέβαλε την αίτηση 10 μήνες μετά από την καταχώριση της αγωγής και του Σημειώματος Εμφάνισης, χωρίς να δώσει ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση, ενώ το ζήτημα που εγείρεται θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να έρθει στην επιφάνεια πολύ νωρίτερα. Στη συνέχεια, επαναλαμβάνει και τονίζει τους λόγους ένστασης 11, 12 και 13 ως έχουν καταγραφεί πιο πάνω και προσθέτει ότι η αίτηση παρακωλύει τη διαδικασία εκδίκασης της αγωγής και αποσκοπεί στην αύξηση των εξόδων. Θεωρεί ότι όλα αυτά καθιστούν την αίτηση κακόπιστη, καταχρηστική και παραπλανητική και ζητά την απόρριψη της με έξοδα. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Διαταγή 25 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση της δικογραφίας αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Κυπριακών δικαστικών αποφάσεων. Οι σχετικές αρχές εκτίθενται περιεκτικά στην υπόθεση Ευριπίδου κ.α. ν. Καννάουρου

(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και συνοψίστηκαν με μεγάλη σαφήνεια από τον τέως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαστή τότε) Γ. Πική, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd., and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.» Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1Α Α.Α.Δ. 704, η θεμελιακή αρχή που προκύπτει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Είναι επιθυμητό όπως όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν η ανάγκη για μια τέτοια τροποποίηση προκύπτει ως αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Βεβαίως το θέμα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κυρίαρχος παράγοντας που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716). Όπως λέχθηκε στην Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ.1)
(1996)1 A.A.Δ. 162), σημαντικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο. Ο παράγοντας της καθυστέρησης είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αλλά δεν είναι καθοριστικός, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Εν τούτοις, όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης και το όλο ζήτημα παραμένει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από ο,τιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή (SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44). Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνω ότι το σημαντικό δεν είναι η έκταση του χρόνου που διέρρευσε, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, και ο χρόνος που επέλεξε να δράσει προς αυτήν την κατεύθυνση. Μελετώντας την υπό κρίση Αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, σημειώνω κατ' αρχάς ότι στην ουσία αυτό που επιχειρείται είναι η αντικατάσταση της απαίτησης για €9.000 βάσει δύο ακάλυπτων επιταγών, σε απαίτηση για €6.128 βάσει μίας άλλης ακάλυπτης επιταγής. Είναι γεγονός ότι, από τη στιγμή που η αρχική απαίτηση βασίζεται στις ίδιες τις επιταγές, ως απορρέουσα από αυτές, η κάθε επιταγή συνιστά χωριστή αιτία αγωγής. Συνεπώς, με την αίτηση για τροποποίηση της απαίτησης με την αντικατάσταση της απαίτησης με νέα απαίτηση στη βάση διαφορετικής επιταγής, στην ουσία επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής. Εν τούτοις, όπως έχει νομολογηθεί, η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά, πιο πάνω, SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, πιο πάνω, και Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 204/2009, ημερ. 25.4.2012). Ο βασικός ισχυρισμός του ενάγοντα - ότι η εναγομένη εξέδωσε προς όφελος του έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος επιταγή της ΣΠΕ Κοκκινοτριμιθιάς η οποία επιστράφηκε απλήρωτη με συγκεκριμένη ένδειξη για παγοποίηση του λογαριασμού - παραμένει αναλλοίωτος. Δηλαδή ο κεντρικός ισχυρισμός περί οφειλής βάσει ακάλυπτης επιταγής δεν αλλάζει, παρά μόνο αλλάζει ο αριθμός των επιταγών, η ημερομηνία και το ποσό. Συνεπώς στην ουσία η τροποποίηση δεν επιφέρει ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Επαναλαμβάνω δε ότι ακόμη και όταν αυτό που επιδιώκεται με την αιτούμενη τροποποίηση είναι η εισαγωγή νέων θεμάτων, αυτό δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης. Το κριτήριο του τι αποτελεί νέα απαράδεκτη βάση αγωγής διατυπώνεται με σαφήνεια στο πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice 1958, σελ. 627: «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch 1 Ch.D. 42, Hubbuck v. Helms 56 L.J. Ch. p. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Goschen
(1898)1 Ch. p.81).» Το ζήτημα μπορεί να συνοψιστεί στο ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά (βλ. Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. 1. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερ. 4.5.2012). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η τροποποίηση θα έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά, εφόσον θα έχει κάθε δυνατότητα να καταχωρίσει τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης, αλλά και θα επιδικαστούν προς όφελός της όλα τα σχετικά έξοδα. Η δε αναγκαιότητα των επιδιωκόμενων τροποποιήσεων είναι προφανής - η διόρθωση του αρχικού λάθους καταγραφής λανθασμένων επιταγών στην έκθεση απαίτησης, οι οποίες αφορούσαν άλλη αγωγή αντί της ορθής επιταγής που αφορά τους διαδίκους της παρούσας υπόθεσης. Επαναλαμβάνω ότι θεωρώ ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην εναγομένη από τη σκοπούμενη τροποποίηση, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα - δηλαδή η δυσχέρεια που μπορεί να προκληθεί μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης. Δεδομένων των πιο πάνω, θεωρώ ότι η τροποποίηση που επιζητείται είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και για την ορθή διατύπωση των θέσεων του ενάγοντα και είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να έχει όλα τα σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς ενώπιον του κατά την ακρόαση της υπόθεσης επί της ουσίας, με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Δεν παραγνωρίζω, βεβαίως, το γεγονός ότι ο ενάγων θα μπορούσε να αποσύρει την παρούσα αγωγή και να καταχωρίσει νέα. Εν τούτοις, αυτό από μόνο του κατά την κρίση μου δεν αποτελεί λόγο απόρριψης της αίτησης, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα τροποποίησης της παρούσας αγωγής μεταξύ των διαδίκων, έτσι ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η πραγματική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, χωρίς να προκληθεί οποιαδήποτε βλάβη στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα και οδηγίες για καταχώριση νέας υπεράσπισης. Όσον αφορά το θέμα του χρόνου/καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, η αιτιολόγηση που δόθηκε από τον ενάγοντα καταγράφεται στη σελίδα 2 πιο πάνω. Είναι γεγονός ότι θα έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί στο αρχικό δικόγραφο του ενάγοντα η ορθή επιταγή, η οποία πρέπει να ήταν εν γνώσει του από την αρχή. Εν τούτοις, κρίνω ότι έχει δώσει επαρκή αιτιολόγηση για την καθυστέρηση στον εντοπισμό του λάθους, αλλά και για τον χρόνο κατά τον οποίο αυτό έγινε αντιληπτό. Λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία ως έχει σκιαγραφηθεί πιο πάνω, θεωρώ ότι θα ήταν άδικο να απαγορευθεί στον ενάγοντα να προβάλει τις θέσεις του με ορθό και ολοκληρωμένο τρόπο λόγω αυτού του αρχικού σφάλματος. Επιπλέον, τονίζω ότι δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της αγωγής και δεν έχει σε καμία περίπτωση διαπιστωθεί κάποια κακοπιστία εκ μέρους του ενάγοντα, ενώ η αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης προς τον σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης έχει καταδειχθεί επαρκώς. Όπως αναφέρθηκε και στην SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, πιο πάνω, στη σελ. 432, «. δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. .» (βλ. επίσης Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω)). Ως εκ τούτου, χωρίς να παραγνωρίζω σε καμία περίπτωση το Συνταγματικό δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, στο σύνολο των δεδομένων δεν υπάρχει τέτοια υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση τόσο αποφασιστικής σημασίας που να δικαιολογεί την απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Συναφώς, σημειώνω και τη γενικότερη φιλελεύθερη τάση της νομολογίας να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμη και όταν η αίτηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή υπάρχει καθυστέρηση, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων. Εν όψει όλων των πιο πάνω, και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι η υπόθεση δεν έχει ακόμη προγραμματιστεί για ακρόαση και η εναγομένη θα έχει το δικαίωμα να απαντήσει σε όλα, και του γεγονότος ότι δεν διαπιστώνεται ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δημιουργείται αδικία που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα, κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί στον ενάγοντα-αιτητή η ευκαιρία να παρουσιάσει την Απαίτηση του ορθά και ολοκληρωμένα. Αναφορικά με τα έξοδα, στο Annual Practice 1958, σελ. 627 αναφέρονται τα εξής: «Where the amendment amounts to the assertion of a new claim and abandonment of the original claim in the writ, leave is only granted on payment of the defendant's costs to date of amendment with a stay until payment. » Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος 1 (Α) - (Θ) της Αίτησης. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, καθώς και αυτά που χάνονται λόγω της τροποποίησης (thrown away costs) επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης-καθ' ης η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα-αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 20 ημερών από τη γνωστοποίησή τους στην πλευρά του ενάγοντα-αιτητή. Σχετικός κατάλογος εξόδων να υποβληθεί από την εναγομένη-καθ' ης η αίτηση στον Πρωτοκολλητή προς υπολογισμό εντός 10 ημερών από σήμερα. Μέχρι την καταβολή του ποσού των εξόδων ή την εκπνοή του χρόνου, η διαδικασία της αγωγής αναστέλλεται. Αν ο ενάγων-αιτητής παραλείψει να καταβάλει τα έξοδα εντός της προθεσμίας, η υπόθεση θα θεωρηθεί ως εγκαταλειφθείσα και η εναγομένη-καθ' ης η αίτηση θα είναι ελεύθερη να διεκδικήσει τα έξοδα της διαδικασίας. Σε περίπτωση συμμόρφωσης του ενάγοντα, δίδονται οδηγίες ως εξής. Τροποποιημένο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από την αποπληρωμή των εξόδων και αντίγραφο να δοθεί στους συνηγόρους της εναγομένης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός περαιτέρω 14 ημερών. Τυχόν Απάντηση στην Υπεράσπιση εντός περαιτέρω 7 ημερών. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.