← Κύπρος

ΜΑΡΙΑ ΛΟΝΤΟΥ ν. ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΔΗΜΟΣΙΑ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 6728/2011, 2/6/2014

ΜΑΡΙΑ ΛΟΝΤΟΥ ν. ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΔΗΜΟΣΙΑ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 6728/2011, 2/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A243 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6728/2011 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑ ΛΟΝΤΟΥ Ενάγουσας και ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΔΗΜΟΣΙΑ) ΛΤΔ Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερ. 10.11.2011 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 2 Ιουνίου, 2014 Για την ενάγουσα-αιτήτρια: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Για την εναγομένη-καθ'ης η αίτηση: κα Σ. Κουρουζίδου Απόφαση Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγομένης για διάφορα ποσά που συμποσούνται σε €62.862,05, πλέον τόκοι, που είχαν επιδικασθεί υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του κ. Πασχάλη Σπιτέρη και της κας Βασιλούς Σπιτέρη δυνάμει απόφασης στην αγωγή 39/2005 του Ε.Δ. Αμμοχώστου. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας, στις 20.7.2003 στο δρόμο Αγίας Νάπας-Κάβο Γκρέκο, επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα μεταξύ της ενάγουσας, η οποία οδηγούσε το όχημά της με αριθμό εγγραφής ΕΥΗ522, και του Πασχάλη Σπιτέρη, ο οποίος οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΜΒ782 ιδιοκτησίας της Βασιλούς Σπιτέρη. Το όχημα ΕΜΒ782 καλυπτόταν από ασφαλιστήριο συμβόλαιο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου που εκδόθηκε από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία. Η ενάγουσα, η οποία διαμένει στη Λευκωσία, καταχώρισε την αγωγή 39/2005 στο Ε.Δ. Αμμοχώστου εναντίον του οδηγού και της ιδιοκτήτριας του οχήματος ΕΜΒ782 και ειδοποίησε σχετικώς στις 12.1.2005 με συστημένη επιστολή την εναγομένη, την οποία και εφοδίασε με αντίγραφα των σχετικών εγγράφων. Η εναγομένη γνωστοποίησε τη λήψη της ειδοποίησης στις 17.1.

  1. Στις 31.5.2011 εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή 39/2005 υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του Πασχάλη και της Βασιλούς Σπιτέρη για τα ποσά της απαίτησης στην παρούσα αγωγή. Η θέση της ενάγουσας είναι ότι η εναγομένη είναι υπόχρεα να πληρώσει τα ποσά που επιδικάσθηκαν προς όφελος της ενάγουσας στα πλαίσια της αγωγής 39/2005 και τα οποία η εναγομένη παρέλειψε μέχρι σήμερα να της καταβάλει. Την 1.11.2011 η εναγομένη καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης και στις 10.11.2011 η ενάγουσα καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση για συνοπτική απόφαση. Προτού, όμως, εκδικαστεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση, η εναγομένη καταχώρισε αίτηση με την οποία ζητούσε διάταγμα αναστολής της παρούσας αγωγής και όλων των διαδικασιών της μέχρι την πλήρη εκδίκαση από το Ε.Δ. Αμμοχώστου της αίτησης των εναγομένων στην αγωγή 39/2005 Πασχάλη και Βασιλούς Σπιτέρη, με την οποία ζητούσαν τον παραμερισμό της απόφασης στην εν λόγω αγωγή. Στις 12.4.2013 το παρόν Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση) αφού άκουσε τις δύο πλευρές εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα αναστολής. Συνεπώς, η παρούσα αγωγή, και συνεπακόλουθα η εκδίκαση της παρούσας αίτησης για συνοπτική απόφαση, αναστάληκε. Μετά την έκδοση απόφασης του Ε.Δ. Αμμοχώστου στην αίτηση για παραμερισμό της αγωγής 39/2005, η πλευρά της ενάγουσας ζήτησε όπως τεθεί εκ νέου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η αίτηση για συνοπτική, εφόσον η αναστολή που είχε προηγουμένως διαταχθεί έπαυσε να ισχύει. Στις 3.4.2014 η πλευρά της εναγομένης καταχώρισε νέα αίτηση για αναστολή της παρούσας αγωγής, μέχρι την πλήρη εκδίκαση από το Ανώτατο Δικαστήριο της έφεσης με αρ. 28/2014 εναντίον της απόφασης του Ε.Δ. Αμμοχώστου στην αγωγή 39/2005 με την οποία είχε απορριφθεί η αίτηση παραμερισμού εκείνης της αγωγής. Η εν λόγω αίτηση για αναστολή εκκρεμεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Στο μεταξύ, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν όσον αφορά την παρούσα αίτηση για συνοπτική απόφαση, η εκδίκαση της οποίας, παρά το ότι είχε καταχωριστεί από τις 10.11.2011, αναστάληκε με διαταγή του Δικαστηρίου (με διαφορετική σύνθεση) ημερ. 12.4.
  2. Η υπό εξέταση αίτηση για συνοπτική απόφαση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ενάγουσας, η οποία επαναλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 την ειδοποίηση ημερ. 12.1.2005 που είχε αποστείλει στην εναγομένη με συστημένη επιστολή συμφώνως των προνοιών του άρθρου 10 του σχετικού Νόμου, ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της αγωγής 39/2005, ως Τεκμήριο 3 επιστολή της εναγομένης προς τον δικηγόρο της ενάγουσας ημερ. 17.1.2005, ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο της απόφασης στην αγωγή 39/2005 και ως Τεκμήριο 5 επιστολή του δικηγόρου της ενάγουσας προς την εναγομένη ημερ. 1.6.2011 με την οποία ζητούσε την πληρωμή των επιδικασθέντων ποσών. Η ενάγουσα προσθέτει ότι η εναγομένη καμία υπεράσπιση δεν έχει στην υπόθεση και καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης με μοναδικό σκοπό της καθυστέρηση της διαδικασίας, ενώ η απόφαση στην 39/2005 κατέστη τελεσίδικη. Η εναγομένη καταχώρισε ένσταση στην αίτηση για συνοπτική απόφαση στην οποία επικαλείται τους εξής λόγους:
  3. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης που απαιτούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας ή/και η νομολογία, κατά παρέκκλιση του δικαιώματος της εναγομένης σε δίκη και αποστερώντας το δικαίωμά της να προσαγάγει μαρτυρία.
  4. Η ενάγουσα δεν προσκομίζει την αναγκαία μαρτυρία σε σχέση με τα ποσά που αξιώνει, παρά το γεγονός ότι αυτά αμφισβητούνται από την εναγομένη.
  5. Η εναγομένη έχει αριθμό νόμω βάσιμων ή/και καλών ή/και καλόπιστων υπερασπίσεων, των οποίων η βασιμότητα δύναται να διαπιστωθεί αποκλειστικά και μόνο με την εισαγωγή μαρτυρίας.
  6. Το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να κρίνει ότι δεν υπάρχει βάσιμη υπεράσπιση ή/και ότι έχει αποδειχθεί η απαίτηση εκτός και αν ακούσει μαρτυρία, και δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για την απόδειξη των ισχυρισμών της ενάγουσας.
  7. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα απολήξει σε στέρηση του δικαιώματος ακροάσεως της εναγομένης ή/και του δικαιώματός της σε δίκαιη δίκη ή/και της πρόσβασής της στο Δικαστήριο. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Αναγνώστου, δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί την εναγομένη, στην οποία αναφέρει ότι η εναγομένη αποδέχεται μόνο ότι στις 11.1.2005 εγέρθηκε από την ενάγουσα η αγωγή 39/2005 του Ε.Δ. Αμμοχώστου εναντίον των Πασχάλη και Βασιλούς Σπιτέρη και ότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο για κάλυψη έναντι τρίτου μεταξύ του Πασχάλη Σπιτέρη και της εναγομένης. Προσθέτει ότι τον Ιανουάριο του 2005 είχε επιδοθεί η αγωγή 39/2005 στους εναγομένους εκείνης της αγωγής, η οποία αφορούσε αξίωση της ενάγουσας για ζημιές σε σχέση με αυτοκινητιστικό ατύχημα που συνέβη στις 20.7.2003 και ενώ ο Σπιτέρης οδηγούσε το όχημα ΕΜΒ
  8. Η εναγομένη της παρούσας αγωγής εξασφάλισε από τους εναγομένους της αγωγής 39/2005 σχετικά έντυπα διορισμού δικηγόρου για τον διορισμό του κ. Χάρη Κυριακίδη και την εκπροσώπηση των εναγομένων στην αγωγή 39/
  9. Περί τον Φεβρουάριο 2008 η εναγομένη αντιλήφθηκε ότι η αγωγή 39/2005 είχε απορριφθεί από τα τέλη του 2006 λόγω έλλειψης προώθησής της από την ενάγουσα. Στη συνέχεια, έλαβαν χώρα σωρεία διαδικασιών στην αγωγή 39/2005, χωρίς όμως να υπάρξει νέα επίδοση είτε στην εναγομένη της παρούσας αγωγής είτε στους εναγομένους της αγωγής 39/2005 (Τεκμήριο Α αντίγραφο μονομερούς αίτησης της ενάγουσας για επαναφορά της αγωγής 39/2005, για την οποία η εναγομένη έλαβε γνώση σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο οπότε και υπέβαλε αίτηση παραμερισμού, η οποία απορρίφθηκε πρωτόδικα και κατ' έφεση). Ενόψει αυτής της εξέλιξης, η εναγομένη επέστρεψε τα έντυπα διορισμού δικηγόρου στους εναγομένους της αγωγής 39/2005 και δεν καταχωρίστηκε Σημείωμα Εμφάνισης στην αγωγή 39/2005 εκ μέρους τους. Ο ενόρκως δηλών προσθέτει ότι η εναγομένη έχει απολέσει οποιαδήποτε επικοινωνία με τους εναγομένους στην αγωγή 39/2005 και είναι άγνωστο αν διαμένουν στην Κύπρο. Αναφέρει δε ότι η εναγομένη αγνοεί την έκδοση απόφασης στην 39/
  10. Ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της εναγομένης προβάλλει επιπλέον τη θέση ότι ενόψει του ότι η αρχική αγωγή απορρίφθηκε, η ορθή ερμηνεία του άρθρου 15(α) του Ν.96(Ι)/2000 είναι ότι ενδεχομένως να υπείχε ευθύνη αν πριν ή εντός της δέουσας προθεσμίας από την ημερομηνία που επανήρχισε η διαδικασία στην αρχική αγωγή ειδοποιείτο εκ νέου και γραπτώς για τη συνέχιση της διαδικασίας. Η θέση της εναγομένης είναι ότι δεν έλαβε τέτοια ειδοποίηση και ως εκ τούτου δεν έχει υποχρέωση για κάλυψη δυνάμει της σχετικής Νομοθεσίας. Οι διαδικασίες στην αρχική αγωγή μετά την απόρριψή της έγιναν μονομερώς από την ενάγουσα χωρίς οποιαδήποτε επίδοση στους εναγομένους της αρχικής αγωγής των σχετικών αιτήσεων και χωρίς να τους δοθεί η δυνατότητα να ακουστούν. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι η απόφαση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της αρχικής αγωγής 39/2005 αποτελούν προϋπόθεση για να μπορέσει να κρίνει το παρόν Δικαστήριο τη βασιμότητα των θέσεων της εναγομένης. Το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να κρίνει ότι δεν υπάρχει βάσιμη υπεράσπιση ή ότι έχει αποδειχθεί η απαίτηση εκτός αν ακούσει μαρτυρία. Αναφέρει επιπλέον ότι η εναγομένη θα επικαλεστεί την υπεράσπιση του άρθρου 15(β) του Ν.96(Ι)/2000 σύμφωνα με την οποία καμία αποζημίωση δεν καταβάλλεται από ασφαλιστή σχετικά με δικαστική απόφαση που αφορά ζημιά σε περιουσία, εκτός εάν μέσα σε 6 μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία δημιουργήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση, το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε η απόφαση είχε ειδοποιήσει γραπτώς τον ασφαλιστή για την πρόθεσή του να υποβάλει απαίτηση, ώστε να του παρέχεται εύλογος χρόνος να επιθεωρήσει τη ζημιά. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν διαφαίνεται κατά πόσο η απόφαση που εξασφαλίστηκε αφορά περιουσία και κατά πόσο υπήρξε η δέουσα ειδοποίηση εντός της ρηθείσας προθεσμίας. Μετά από ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου με διαφορετική σύνθεση, επιτράπηκε στην πλευρά της εναγομένης η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Με την εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 1.2.2013 ο κ. Αλέξης Θεοδότου, δικηγόρος στο γραφείο της εναγομένης, αναφέρει ότι η απόφαση στην αγωγή 39/2005 είχε εκδοθεί χωρίς να προηγηθεί εμφάνιση εκ μέρους των εκεί εναγομένων, καθότι αυτοί δεν μπορούσαν να εντοπιστούν από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ή από τους δικηγόρους της και είχαν χαθεί τα ίχνη τους, παρά τις προσπάθειες εντοπισμού τους. Ο ενόρκως δηλών προσθέτει ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κοινοτάρχη Αυγόρου, από όπου κατάγεται η Βασιλού Σπιτέρη, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι ο Πασχάλης και η Βασιλού Σπιτέρη διαμένουν μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο και επρόκειτο να επισκεφθούν το Αυγόρου για διακοπές στις 5.11.
  11. Πράγματι τα εν λόγω άτομα αφίχθησαν στην Κύπρο και ο ενόρκως δηλών ήρθε σε επικοινωνία μαζί τους για πρώτη φορά στις 7.11.
  12. Τους εξήγησε ότι κατά τη διάρκεια της απουσίας τους και χωρίς να ειδοποιηθούν, είχε εκδοθεί διάταγμα επαναφοράς απορριφθείσας αγωγής και ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον τους στην αρχική αγωγή. Αφού οι ίδιοι διαβεβαίωσαν τον ενόρκως δηλούντα ότι ουδέποτε τους επιδόθηκε οτιδήποτε σε σχέση με την προσπάθεια επαναφοράς της απορριφθείσας αρχικής αγωγής, εξουσιοδότησαν το γραφείο του κ. Χάρη Κυριακίδη να καταχωρίσει εκ μέρους τους αίτηση παραμερισμού. Επαναλαμβάνω ότι η διαδικασία στην παρούσα αγωγή, συμπεριλαμβανομένης της εκδίκασης της παρούσας αίτησης για συνοπτική απόφαση, είχε αρχικά ανασταλεί από το παρόν Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση) με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 12.4.2013, μέχρι την εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού της απόφασης του Ε.Δ. Αμμοχώστου στην αγωγή 39/
  13. Με την έκδοση απόφασης του Ε.Δ. Αμμοχώστου με την οποία απορρίπτεται η αίτηση παραμερισμού της απόφασης στην αγωγή 39/2005, η αναστολή των διαδικασιών της παρούσας αγωγής έπαυσε να ισχύει, η πλευρά της ενάγουσας καταχώρισε αίτηση ορισμού και το παρόν Δικαστήριο προχώρησε άμεσα με την εκδίκαση της παρούσας αίτησης για συνοπτική απόφαση. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Οι πρόνοιες της Δ.18, θ. 1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση για συνοπτική απόφαση, αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα υποθέσεων και η σχετική νομολογία είναι διαχρονικά πάγια[1]. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σε καθαρές υποθέσεις και αφού ικανοποιηθούν τα κριτήρια της Δ.18, θ.1(α), τα οποία είναι τα ακόλουθα:

(1)Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2, θ.6
(2)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή
(3)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να προέρχεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα, επαληθεύοντας τη βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό, και να δηλώνει ρητά ότι, απ' ό,τι πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Ακολούθως, εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τα κριτήρια αυτά, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή
(2)αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να επιτύχει συνοπτική απόφαση χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης, αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεσή του και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή αυτή και μόνο σε περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή και με φειδώ ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. Άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν διαφαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωσή του, όμως, δεν είναι ικανοποιητικοί. Η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του (βλ. Hermes Insurance, ανωτέρω, και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ''Νέστορος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 204). Περαιτέρω, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Στην παρούσα υπόθεση η αγωγή καταχωρίστηκε με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ.6) στις 10.10.2011 και σημείωμα εμφάνισης για την εναγομένη καταχωρίστηκε στις 1.11.2011. Συνεπώς οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α) ικανοποιούνται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, η ενόρκως δηλούσα είναι η ίδια η ενάγουσα, η οποία αναφέρει ρητά ότι γνωρίζει προσωπικά όλα τα σχετικά γεγονότα, όπως εξάλλου είναι λογικό, εφόσον πρόκειται για δική της υπόθεση. Ο αιτητής οφείλει να επιβεβαιώσει την απαίτησή του με αναφορά στα θέματα που εμπεριέχονται στην αγωγή του και ότι ο καθ' ου εξακολουθεί να οφείλει το ποσό, και ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 258-60). Η ενάγουσα με την ένορκη δήλωσή της εκπληρώνει όλα αυτά παραθέτοντας και αντίγραφα των σχετικών εγγράφων. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένη ότι η ενάγουσα είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και το ποσό της ισχυριζόμενης οφειλής, όπως και έπραξε στην ένορκη δήλωσή της. Αναφέρει ότι η εναγομένη εξακολουθεί να της οφείλει το ποσό της απαίτησης για τους λόγους που επεξηγεί και δηλώνει ρητά την πίστη της ότι η εναγομένη καμία απολύτως υπεράσπιση έχει στην αγωγή. Συνεπώς ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ. 1 (α). Ως εκ τούτου μετατοπίζεται το βάρος στην εναγομένη να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να της δίδουν το δικαίωμα για υπεράσπιση. Βάσει της σχετικής νομολογίας, ο εναγόμενος θα πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τις αναγκαίες εκείνες λεπτομέρειες που οδηγούν στη διαπίστωση καλόπιστης υπεράσπισης ή δικάσιμου θέματος. Όπως λέχθηκε στην Ν. V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1912, «είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως, το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς.» Αναφορικά με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας στην αγόρευσή του, ότι η Ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή δεν αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή των Κανονισμών επί των οποίων βασίζεται, δεν εξειδικεύει τους λόγους ένστασης και δεν κάνει αναφορά στη Δ.48 θ.4
(1), σημειώνω ότι η ειδοποίηση ένστασης που καταχωρίστηκε από την πλευρά της εναγομένης συντάχθηκε δεόντως σύμφωνα με τον Τύπο 47 (όπως έχει τροποποιηθεί) και εξειδικεύει πέντε λόγους ένστασης. Όσον αφορά τη νομική της βάση, αναφέρεται ότι «η ένσταση βασίζεται επί της νομικής βάσης επί της οποίας στηρίζεται και η αίτηση», δηλαδή τη Διαταγή 18 που αφορά αιτήσεις για συνοπτική απόφαση και τη Διαταγή 48 θ. 1-4 και 9 που αφορά αιτήσεις δια κλήσεως και ενστάσεις γενικότερα. Συνεπώς, η εισήγηση για απόρριψη της ένστασης λόγω μη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Μελετώντας τόσο την ένσταση όσο και τις δύο ένορκες δηλώσεις που την υποστηρίζουν, προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί και θέσεις που προβάλλονται περιστρέφονται κυρίως γύρω από τις συνθήκες επαναφοράς της αγωγής του Ε.Δ. Αμμοχώστου στην αγωγή 39/2005 και έκδοσης απόφασης ημερ. 31.5.2011, σε μία προσπάθεια κατάδειξης ότι δεν θα πρέπει να εκδοθεί συνοπτική απόφαση στην παρούσα, εφόσον βασίζεται στην απόφαση στην 39/
  1. Εν τούτοις, η ορθότητα και η εγκυρότητα της απόφασης στην εν λόγω αγωγή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αμφισβητηθεί από την εναγομένη στα πλαίσια της παρούσας αίτησης ή και αγωγής. Η εναγομένη της παρούσας αγωγής έχει ήδη καταχωρίσει αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος επαναφοράς ημερ. 26.3.2008, στη βάση των ίδιων, στην ουσία, γεγονότων που επικαλείται και στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση, η οποία έχει απορριφθεί τόσο πρωτόδικα (απόφαση Ε.Δ. Αμμοχώστου ημερ. 5.5.2009) όσο και κατ' έφεση (απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 25.4.2012 στην Πολιτική Έφεση 146/2009). Επιπλέον, οι εναγόμενοι της αγωγής 39/2005 επίσης καταχώρισαν αίτηση παραμερισμού τόσο του διατάγματος επαναφοράς όσο και της απόφασης στην αγωγή 39/2005, η οποία και πάλιν απορρίφθηκε πρωτόδικα (απόφαση Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ., ημερ. 24.1.2014) και εκκρεμεί η εκδίκαση σχετικής έφεσης. Αυτό που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι το παρόν Δικαστήριο έχει ενώπιόν του μιαν απόφαση στην αγωγή 39/2005, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, η εγκυρότητα και η ορθότητα της οποίας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να προσβληθεί ή να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο. Συνεπώς, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποκαλύπτουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της παρούσας αγωγής, ή ότι αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση, τα όσα προβάλλονται σε σχέση με τις συνθήκες έκδοσης και το αποτέλεσμα της απόφασης στην αγωγή 39/
  2. Δεν τίθεται θέμα προσκόμισης μαρτυρίας και εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ζητημάτων που άπτονται της ευθύνης για το αυτοκινητιστικό ατύχημα ημερ. 20.7.2003, των βλαβών που υπέστη η ενάγουσα, το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούται κ.ο.κ. Αυτά τα θέματα έχουν ήδη αποφασιστεί από το Ε.Δ. Αμμοχώστου στην αγωγή 39/2005 και την απόφαση ημερ. 31.5.2011 η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη και δεν έχει παραμεριστεί. Σημειώνω ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφασή του στην πολιτική έφεση αρ. 146/09 ημερ. 25.4.2012 που αφορούσε την αίτηση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας για παραμερισμό του διατάγματος επαναφοράς της αγωγής 39/2005, επισημαίνει ότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη του Σπιτέρη έναντι τρίτου από τη Μινέρβα, ήτοι την εναγομένη της παρούσας αγωγής, κάτι που δέχεται η εναγομένη και στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, και ότι ο δικηγόρος της ενάγουσας κοινοποίησε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής 39/2005 στη Μινέρβα αλλά δεν έγινε κατορθωτή εξώδικη διευθέτηση. Επισημαίνεται επιπλέον ότι η Μινέρβα, αφού εξασφάλισε από τους εναγομένους της αγωγής 39/2005 έντυπο διορισμού δικηγόρου, ανέθεσε την υπόθεση στον κ. Χάρη Κυριακίδη. Επισημαίνεται επίσης στην απόφαση του Εφετείου ότι η αγωγή 39/2005 απορρίφθηκε περί τα τέλη του 2006 λόγω παράλειψης προώθησής της, ότι τον Οκτώβριο του 2008 το δικηγορικό γραφείο του κ. Κυριακίδη πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο της ενάγουσας ότι η ενάγουσα είχε εξασφαλίσει με μονομερή αίτηση διάταγμα επαναφοράς της αγωγής και ότι επιδόθηκε αίτηση για απόφαση στο δικηγορικό γραφείο Χάρη Κυριακίδη. Στη συνέχεια, η ασφαλιστική εταιρεία Μινέρβα καταχώρισε αίτηση παραμερισμού της διαταγής επαναφοράς, η οποία αίτηση απορρίφθηκε πρωτόδικα και η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε κατ' έφεση. Συνεπώς, ξενίζει η θέση της πλευράς της εναγομένης ότι αγνοούσε τη διαταγή επαναφοράς της αγωγής και τη μετέπειτα έκδοση απόφασης στην αγωγή 39/
  3. Άλλωστε, όπως αναφέρεται και στην απόφαση Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ., ημερ. 24.1.2014, οι εναγόμενοι της αγωγής 39/2005 είχαν υπογράψει δεόντως διοριστήρια δικηγόρου και τα είχαν παραδώσει στη Μινέρβα (εναγομένη της παρούσας), η οποία όμως επέλεξε όπως μη δώσει οδηγίες στον δικηγόρο της για έγκαιρη καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης εκ μέρους των εκεί εναγομένων. Η πλευρά της εναγομένης-καθ' ης η αίτηση επικαλείται επιπλέον, προς κατάδειξη καλής υπεράσπισης επί της ουσίας της παρούσας αγωγής, ότι η ορθή ερμηνεία του άρθρου 15(α) του Ν.96(Ι)/2000, εν όψει της αρχικής απόρριψης της αγωγής 39/2005, είναι ότι για να υπείχε ευθύνη η εναγομένη να καταβάλει το ποσό της μετέπειτα εκδοθείσας απόφασης θα έπρεπε να είχε ειδοποιηθεί γραπτώς εκ νέου εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 15
(1)(α) για την επανέναρξη της διαδικασίας. Το άρθρο 15
(1)(α) του Νόμου προνοεί ότι κανένα ποσό δεν πληρώνεται από ασφαλιστή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, εκτός εάν πριν ή εντός 14 ημερών (και πριν την τροποποίηση του Νόμου το 2010, εντός 7 ημερών) από την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε τέτοια απόφαση, ο ασφαλιστής ειδοποιήθηκε γραπτώς για την έγερση της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι η ενάγουσα είχε ειδοποιήσει δεόντως την εναγομένη για την έγερση της αγωγής 39/2005 εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 15
(1)(α) του Νόμου (βλ. σχετική συστημένη επιστολή, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Η δε εναγομένη επιβεβαίωσε τη λήψη της ειδοποίησης (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Εν τούτοις, η εναγομένη προβάλλει τη θέση ότι η ορθή ερμηνεία του άρθρου 15
(1)(α), εν όψει της αρχικής απόρριψης της αγωγής 39/2005 λόγω μη προώθησης και της μετέπειτα επαναφοράς της, είναι ότι η ενάγουσα θα έπρεπε να ειδοποιήσει γραπτώς εκ νέου την εναγομένη εντός της δέουσας προθεσμίας από την ημερομηνία που επανήρχισε η διαδικασία στην αγωγή 39/
  1. Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι υπάρχει ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά την ερμηνεία του άρθρου του Νόμου επί του οποίου βασίζεται η απαίτηση της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή σε σχέση με την υποχρέωση γραπτής ειδοποίησης για την έγερση της αγωγής 39/2005, εν όψει του γεγονότος ότι η αγωγή 39/2005 είχε εγερθεί, απορριφθεί και στη συνέχεια επανέλθει. Η πλευρά της εναγομένης-καθ' ης η αίτηση προβάλλει επίσης τη θέση ότι θα επικαλεστεί την υπεράσπιση του άρθρου 15(β) του Ν.96(Ι)/
  2. Το άρθρο 15
(1)(β) του Νόμου προνοεί ότι κανένα ποσό δεν πληρώνεται από ασφαλιστή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση που αφορά ζημιά σε περιουσία, εκτός εάν μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία δημιουργήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση, το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε τέτοια απόφαση είχε ειδοποιήσει γραπτώς τον ασφαλιστή για την πρόθεσή του να υποβάλει απαίτηση, ώστε να παρέχεται σε αυτόν εύλογος χρόνος για να επιθεωρήσει τη σχετική ζημιά πριν από την επιδιόρθωσή της. Στην προκειμένη περίπτωση, μέρος της απαίτησης αφορά το ποσό των €5.939,25 πλέον τόκους, που επιδικάστηκαν προς όφελος της ενάγουσας στην αγωγή 39/2005 ως ειδικές αποζημιώσεις. Από την απόφαση ημερ. 31.5.2011 στην εν λόγω αγωγή, προκύπτει ότι μέρος των ειδικών αυτών αποζημιώσεων αφορούσε την επιδιόρθωση των ζημιών στο όχημα της ενάγουσας. Η πλευρά της ενάγουσας - αιτήτριας δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με το θέμα της παροχής της ειδοποίησης που προνοεί το άρθρο 15
(1)(β) του Νόμου για ζημιά σε περιουσία (η ειδοποίηση Τεκμήριο 1 δόθηκε μία μέρα μετά την καταχώριση της αγωγής 39/2005 και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ειδοποίηση εντός των προνοιών του άρθρου 15
(1)(β) για ζημιά σε περιουσία). Επιπλέον, ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας-αιτήτριας, στη σελίδα 6 της γραπτής αγόρευσής του, εισηγείται ότι σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η θέση της εναγομένης, τότε θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση υπέρ της ενάγουσας μόνο για το μέρος της απαίτησης που αφορά το ποσό των γενικών αποζημιώσεων που επιδικάσθηκαν στην αγωγή 39/2005, και όχι των ειδικών αποζημιώσεων. Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι η εναγομένη έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει θέμα προς εκδίκαση μόνο όσον αφορά τις υπερασπίσεις που επικαλείται δυνάμει των προνοιών του άρθρου 15
(1)(α) και 15
(1)(β) του Νόμου 96(Ι)/2000. Συνεπώς, θα δοθεί άδεια για υπεράσπιση σε σχέση με το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 15
(1)(α) ή και (β) του Νόμου 96(Ι)/
  1. Δεν κρίνω ορθό να προβώ σε αυτό το στάδιο σε κρίση επί των θεμάτων αυτών, χωρίς να δοθεί άδεια για καταχώριση υπεράσπισης. Το κατάλληλο στάδιο εξέτασης εις βάθος των νομικών και άλλων θεμάτων που εγείρει η εναγομένη είναι, θεωρώ, η κανονική δίκη, όπου θα έχουν την ευκαιρία οι διάδικοι να προβάλουν με λεπτομέρεια τις θέσεις τους. Σύμφωνα με τη νομολογία, νομικά θέματα μπορούν να κριθούν στο στάδιο της αίτησης για συνοπτική απόφαση αν πρόκειται για πολύ απλά και όχι δυσεπίλυτα ζητήματα. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, επαναλαμβάνω ότι η απόφαση στην αγωγή 39/2005 είναι πλέον τελεσίδικη και δεσμευτική, δεν έχει παραμεριστεί και δεν τίθεται θέμα προβολής ισχυρισμών και προσκόμισης μαρτυρίας από την πλευρά της εναγομένης για θέματα που άπτονται του περιεχομένου της απόφασης και ειδικότερα θέματα που αφορούν την ευθύνη για το ατύχημα ημερ. 20.7.2003, τη σοβαρότητα των βλαβών που υπέστη η ενάγουσα και την ορθότητα του ύψους των αποζημιώσεων που επιδικάσθηκαν προς όφελός της στην εν λόγω αγωγή. Σε καμία περίπτωση δεν θα εκδικαστεί εκ νέου, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, οτιδήποτε που αφορά το αποτέλεσμα της απόφασης στην αγωγή 39/
  2. Αυτό που θα πρέπει να εκδικαστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής είναι κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για πληρωμή της δικαστικής απόφασης στην αγωγή 39/2005 από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, δεδομένου ότι η ασφαλιστική κάλυψη του οχήματος ΕΜΒ782 που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 της αγωγής 39/2005, ιδιοκτησίας της εναγομένης 2 της αγωγής 39/2005, κατά τον χρόνο του ατυχήματος με την ενάγουσα δεν αμφισβητείται. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η υπό εξέταση υπόθεση δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ή αδιαμφισβήτητο ότι η εναγομένη δεν έχει καμία απολύτως υπεράσπιση στην απαίτηση ή μέρος αυτής. Υπενθυμίζω τη σχετική νομολογία βάσει της οποίας άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας, καθώς και ότι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Με βάση όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στην εναγομένη να καταχωρίσει Έκθεση Υπεράσπισης εντός 21 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα επιφυλάσσονται στην πορεία της αγωγής. (Υπ.) ............. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. μεταξύ άλλων Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading Ltd v. Tlais
(1991)Α.Α.Δ. 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1051, Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.