← Κύπρος

Δήμος Στροβόλου ν. Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού, Αρ. Αγωγής: 3669/2011, 12/6/2014

Δήμος Στροβόλου ν. Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού, Αρ. Αγωγής: 3669/2011, 12/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A263 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3669/2011 Μεταξύ: Δήμος Στροβόλου Ενάγοντα και Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού Εναγομένου ------------------- Αίτηση διά κλήσεως ημερ. 20 Ιανουαρίου 2014 για Καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης 12 Ιουνίου,

  1. Για τον Αιτητή-Εναγόμενο: κα Μ. Δαμιανού για Χριστοφίδης, Σαμψών & Σία Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντα: κα Γεωργιάδου για Γρ. Λεοντίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ο Ενάγων καταχώρησε αίτηση ημερ. 21.11.2012 (στη συνέχεια «η κυρίως αίτηση»), με την οποία εξαιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Εναγομένου, για το λόγο ότι ο τελευταίος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή, η οποία έχει ως αντικείμενο απαίτηση είσπραξης φόρου θεάματος (διοικητικού τέλους) το οποίο δεν έχει προσβληθεί με προσφυγή. Το αίτημα του Ενάγοντα για έκδοση συνοπτικής απόφασης στηρίζεται στη νομολογία το Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία διοικητικό τέλος που δεν προσβλήθηκε επιτυχώς με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, καθίσταται απαιτητό με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο, στην οποία η νομιμότητά του δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ο Εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην εν λόγω κυρίως αίτηση στις 12.3.
  2. Στην ένορκη δήλωση που τη συνόδευε, προβάλλονταν ισχυρισμοί στους οποίους ο Ενάγων επιθυμούσε να απαντήσει και να τοποθετηθεί, ενώ παράλληλα γινόταν αναφορά και σε γεγονότα που ανέκυψαν μετά την καταχώρηση της κυρίως αίτησης για συνοπτική απόφαση, τα οποία, κατά τον Ενάγοντα, σχετίζονται άμεσα με το επίδικο στην κυρίως αίτηση ζήτημα προς εκδίκαση. Ως εκ τούτου ο Ενάγων καταχώρησε αίτηση ημερ. 17.3.2013, με την οποία εξαιτείτο άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτησή του. Με ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 29.11.2013 το Δικαστήριο ενέκρινε την εν λόγω αίτηση. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης («η Αίτηση»), με την οποία ο Αιτητής-εναγόμενος αιτείται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση, από τον ως άνω αιτητή, συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασής του, με την οποία να απαντά στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Αναστασιάδη, ημερ. 5/12/13, που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση του ενάγοντα, ημερομηνίας 21/11/12, για να αναφερθεί σε γεγονότα και/ή να απαντήσει και/ή να τοποθετηθεί επί των γεγονότων που ανέκυψαν μετά την καταχώρηση της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης και επηρεάζουν άμεσα την παρούσα διαδικασία. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να καθορίζει όπως η αναφερόμενη στην παράγραφο Α ανωτέρω συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρισθεί εντός 7 ημερών από την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.» Την Αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Βάσου Κουτσιούντα, λογιστή και υπεύθυνου του λογιστηρίου του Αιτητή, καθώς και προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, Τεκμήριο Α, ως επιβάλλει η σχετική επί του θέματος νομολογία (βλ. Βερεγγάρια Παναγιώτη Παπακοκκίνου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 242/11, ημερ. 10.4.2012). Νομικό υπόβαθρο της Αίτησης συνιστούν οι Θεσμοί Πολιτικής, Δ.48, θθ.1-9 και Δ.18, θθ. 1(α) και 2-9, τα Άρθρα 30, 146, 175 και 179 του Συντάγματος και οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση (στη συνέχεια «η Ένσταση») του Καθ΄ ου η Αίτηση-ενάγοντα. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  3. Η αίτηση είναι παράτυπη ή/και αντικανονική.
  4. Η αίτηση δε στηρίζεται πάνω σε γεγονότα τα οποία να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  5. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι θεσμοί και η νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  6. Δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη καλού λόγου ούτως ώστε να δικαιολογείται η παροχή της αιτούμενης άδειας.
  7. Ο εναγόμενος με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του επιχειρεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό που δεν συνιστά μαρτυρία ή/και δε συνιστά αποδεκτή μαρτυρία ή/και είναι άσχετο με την παρούσα διαδικασία.
  8. Τα πλείστα των τεκμηρίων που προσπαθεί να εισαγάγει ο εναγόμενος στη παρούσα διαδικασία δια συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι υλικό άσχετο με τα επίδικα θέματα, αχρείαστο, δεν αποτελεί μαρτυρία και η τυχόν καταχώρισή τους θα περιπλέξει άσκοπα τη διαδικασία, θα προκαλέσει παρέλκυση και εκτροπή από τα επίδικα θέματα και την ουσία.
  9. Εν πάση περιπτώσει, όσα επιχειρεί να εισαγάγει ο εναγόμενος δια συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν ανέκυψαν μετά την καταχώριση της ένστασης αλλά αντιθέτως ήταν καλά γνωστά στον εναγόμενο κατά το χρόνο που καταχωρούσε τόσο την ένστασή του όσο και την συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του ημερομηνίας 15/3/
  10. Τόσο η απόφαση του Δικαστηρίου στην Προσφυγή 1413/2011 όσο και οι προεκτάσεις αυτής ήταν γνωστά κατά την καταχώριση της ένστασης αφού o εναγόμενος πρώτος τα ανέδειξε και επομένως σε αντίθεση με όσα αναφέρει ο εναγόμενος τίποτε από όσα περιλαμβάνει η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν ανέκυψε μετά την καταχώριση της ένσταση.
  11. Δεν πρέπει να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με θέματα τα οποία οι εναγόμενοι μπορούσαν να θέσουν εξ αρχής.
  12. Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
  13. Η προτεινόμενη προς καταχώριση συμπληρωματική ένορκη δήλωση μόνο σκοπό έχει την επιμήκυνση της διαδικασίας με την εισαγωγή αχρείαστου και άσχετου υλικού και όχι την επικέντρωση στις προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης.
  14. Με την αίτησή του ο εναγόμενος προσπαθεί να εκτρέψει τη διαδικασία από τα ουσιώδη προς εκδίκαση ζητήματα στην κυρίως αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και να προκαλέσει αδικαιολόγητη επιμήκυνση της διαδικασίας, εκτροχιασμό από την ουσία και καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης.
  15. Ο εναγόμενος μπορεί να αναπτύξει την επιχειρηματολογία του γύρω από τη σχετικότητας της απόφασης στην αναφερόμενη Προσφυγή μέσα από την αγόρευσή του χωρίς να είναι αναγκαία η εισαγωγή στη διαδικασία όλων των εγγράφων που συνθέτουν το φάκελο της προσφυγής, τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν αποτελούν μαρτυρία και δεν αφορούν το παρόν Δικαστήριο.
  16. Οι δηλώσεις των δικηγόρων κατά τη διάρκεια αγορεύσεων δεν αποτελούν μαρτυρία, δεν δημιουργούν οποιοδήποτε κώλυμα. Συνεπώς, τα πρακτικά της Ακρόασης της Προσφυγής δεν συνιστούν μαρτυρία, είναι άσχετα με την κυρίως αίτησης και δεν αφορούν το παρόν Δικαστήριο. Ο εναγόμενος μπορεί να παραθέσει την επιχειρηματολογία του σε σχέση με την εν λόγω απόφαση, αλλά όχι τα πρακτικά, στην αγόρευσή του.
  17. Σκοπός της αίτησης για συνοπτική απόφαση είναι να συντομεύσει τη διαδικασία και ο εναγόμενος προσπαθεί καταχρηστικά να περιπλέξει και να επιμηκύνει τη διαδικασία.
  18. Η διαδικασία της καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δε προσφέρεται ούτε καν για διόρθωση παραλείψεων του αιτούντος, σε σχέση με θέματα που όφειλε να θέσει εξ αρχής, πόσο μάλλον για να προσαγάγει εκ των υστέρων και συμπληρωματικά, άσχετα στοιχεία που δεν αποτελούν μαρτυρία.
  19. Ο εναγόμενος δεν έχει αποσείσει το βάρος για να αποδείξει ότι έχει καλό λόγο ή/και ότι είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να δοθεί η αιτούμενη θεραπεία.
  20. Ως εκ των ανωτέρω, ο εναγόμενος - αιτητής δε δικαιούνται τις αιτούμενες θεραπείες. Η Ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.36, Δ.39, Δ.48, θθ. 1-9, Δ.18, θ.1(α), 2-9 και στα Άρθρα 30, 146, 175 και 179 του Συντάγματος, καθώς και στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την Ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Μιχάλη Αναστασιάδη, ημερ. 4.4.2014, στην οποία, στην ουσία, επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται οι λόγοι Ένστασης. Κατά την ακροαματική διαδικασία οι συνήγοροι καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Έχω εξετάσει τα επίδικα ζητήματα και έχω λάβει υπόψη τις γραπτές αγορεύσεις. Στο παρόν στάδιο θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ, σε γενικές γραμμές, στο νομικό πλαίσιο που διέπει αιτήσεις όπως η παρούσα. Σημειώνω ότι η εκδίκαση μιας ενδιάμεσης αίτησης ρυθμίζεται από τη Δ.
  21. Η Δ.48, θ.4

(2)(όπως τροποποιήθηκε και τέθηκε σε ισχύ στις 23.12.1999), προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39". Σύμφωνα με τη Δ.48, θ.4
(2)κατά την ακρόαση αιτήσεων δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά η ακρόαση διεξάγεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, η αμφισβήτηση των οποίων γίνεται είτε με αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος ή με την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων∙ και στις δύο περιπτώσεις κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Από το γράμμα της Δ.48, θ.4
(2)προκύπτει πως η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν είναι δεδομένη ούτε αυτόματη. Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510, 514). Για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία υπέρ του αιτήματος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει ο αιτών να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει «καλός λόγος» για κάτι τέτοιο. Παρόλο ότι ο ορισμός του «καλού λόγου» δεν δίδεται στην εν λόγω διάταξη, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι οι ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.4)
(1997)1(Β) ΑΑΔ 979, 982, που αφορούσε αίτηση για χορήγηση άδειας για certiorari και που αποφασίστηκε πριν την τροποποίηση της σχετικής διάταξης, αναφέρθηκαν κάποια σχετικά κριτήρια. Συγκεκριμένα, με αναφορά στην Αγγλική διάταξη O.59, r.6, αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν αναφέρεται σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τους αντιδίκους. Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνυφασμένος με τη φύση της ενδιάμεσης αίτησης καθώς και με το είδος των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Ο «καλός λόγος» είναι αλληλένδετος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την εκδίκαση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησης, με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων, καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Η αμφισβήτηση γεγονότων δεν θεμελιώνει, άνευ άλλου τινός, «καλό λόγο» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντηθούν ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθετη μαρτυρία. Στην υπόθεση Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, αποφασίστηκε ότι σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης υπάρχει δυνατότητα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Παραπέμπω στις σελ. 792-293, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι υπάρχει δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα. Αυτή μπορεί να καταχωρηθεί μετά από άδεια του δικαστηρίου. Το ζήτημα το πραγματεύεται ως πιο κάτω η υπόθεση Les Fils Dreyfus et Cie Anonyme v. Clarke [1958] 1 All E.R. 459, 463: "There always has been and is jurisdiction in the court to allow an affidavit filed in support of an application for summary judgment to be supplemented and in deciding jurisdiction one looks at the matter at the end of the day on the affidavits which have been filed." Σε Ελληνική μετάφραση: "Πάντοτε το δικαστήριο είχε και έχει εξουσία να επιτρέψει όπως συμπληρώνεται η ένορκη δήλωση, που καταχωρείται προς υποστήριξη αίτησης για συνοπτική απόφαση και όταν αποφασίζει για τη δικαιοδοσία ένας κοιτάζει πως έχει το ζήτημα στο τέλος με βάση τις ένορκες δηλώσεις που έχουν κατατεθεί"». Συμπληρωματική ένορκη δήλωση μπορεί να καταχωρηθεί από τον αιτητή όταν ισχυρισμοί του αμφισβητούνται και ο αιτητής, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης, πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία για να αποσείσει το βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του [βλ. Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd.
(2000)1(B) AAΔ.1377, 1380]. Διευκρινιστικοί ισχυρισμοί στη βάση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων επιτρέπονται μεν από τη νομολογία, όχι όμως χωρίς φειδώ και χωρίς περιορισμούς. Διευκρινιστικοί ισχυρισμοί επιτρέπονται δεδομένου ότι δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ή επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών [βλ. A. Messios & Sons Ltd κ.ά. v. Λεωνίδα (Αρ. 1)
(2010)1(Α) ΑΑΔ 195, 198]. Επίσης, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή συμπληρωματικής μαρτυρίας η οποία να απαντά απλώς και να απορρίπτει την εκδοχή της άλλης πλευράς ως ανυπόστατης αφού, στο ενδιάμεσο στάδιο, δεν είναι επιτρεπτό να εξετάζεται η αποδεικτική αξία των ισχυρισμών και το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε κρίση επί της ουσίας ή σε ευρήματα σε σχέση με τη διαφορά των μερών [βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) ΑΑΔ 788]. Με την Αίτηση ο εναγόμενος ζητά άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση (α) για να απαντήσει στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Μιχάλη Αναστασιάδη ημερ. 5.12.2013 και (β) για να αναφερθεί σε γεγονότα και/ή να απαντήσει και/ή να τοποθετηθεί επί των γεγονότων που ανέκυψαν μετά την καταχώρηση της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. Το ερώτημα είναι κατά πόσο τα όσα έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής αποκαλύπτουν «καλό λόγο» για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Κάθε περίπτωση εξαρτάται βέβαια από τα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα, αλλά όπου δεν παρατηρείται υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, δεν υπάρχει δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς και ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα, το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, για θέματα τα οποία είναι σχετικά, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ευνοϊκά, αφού είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που είναι σχετικά με το επίδικο θέμα. Αυτό από μόνο του μπορεί να αποτελέσει «καλό λόγο» για την παροχή άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η θέση του ενάγοντος είναι ότι η Αίτηση δεν στηρίζεται επί γεγονότων που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι σε καμιά περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί από τον εναγόμενο η ύπαρξη οποιουδήποτε καλού λόγου ώστε να δικαιολογείται η παροχή της αιτούμενης άδειας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τίποτα από όσα περιλαμβάνονται στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν είναι γεγονότα μεταγενέστερα της ένστασης του εναγομένου στην κυρίως αίτηση και ότι πρόκειται, στην πλειονότητά τους, για γεγονότα τα οποία ο ίδιος ο εναγόμενος πρώτος ήγειρε και εισήγαγε στη διαδικασία με την ένστασή του. Σύμφωνα πάντοτε με τον ενάγοντα το μεγαλύτερο μέρος της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και των συνημμένων σε αυτή τεκμηρίων, δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία, αφορά σε γεγονότα που δεν είναι καν ουσιώδη για την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, αφορούν σε άλλη διαδικασία και ουδείς λόγος υπάρχει να γίνουν μέρος της διαδικασίας διά συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Οι θέσεις του ενάγοντος με βρίσκουν απόλυτα συγκλίνοντα. Από μια απλή ανάγνωση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι η διαπίστωσή μου ότι κανένα από τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς που αναφέρονται σε αυτή δεν είναι μεταγενέστερα της ένστασης. Κατά το χρόνο καταχώρησης της ένστασής του ο εναγόμενος είχε πλήρη γνώση της διαδραματισθείσας ακρόασης στην προσφυγή, της εκδοθείσας σε αυτή απόφασης και των όποιων προεκτάσεων ή ερμηνειών ήθελε να δώσει σε αυτή. Είναι ο ίδιος ο εναγόμενος που επικαλέστηκε για πρώτη φορά, στο πλαίσιο της κυρίως αίτησης, την εν λόγω προσφυγή και την ερμηνεία που ο ίδιος θέλησε να της δώσει. Κατ΄ επέκταση, αν ήθελε να προσθέσει ο,τιδήποτε άλλο, όφειλε να το είχε πράξει εξ αρχής. Η απόφαση στην εν λόγω προσφυγή εκδόθηκε μετά την καταχώρηση της κυρίως αίτησης του ενάγοντος, αλλά πριν την ένσταση του εναγομένου. Γι΄ αυτό και ο ενάγων ζήτησε και πήρε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να αναφερθεί σε γεγονότα που περιβάλλουν την απόφαση στην προσφυγή που ο ίδιος ο εναγόμενος επικαλέστηκε στην ένστασή του, ονομάζοντάς την μάλιστα δεσμευτική, επειδή ακριβώς όταν καταχωρείτο η κυρίως αίτηση δεν είχε εκδοθεί η απόφαση και επειδή ο ενάγων φέρει το βάρος απόδειξης του αιτήματός του για απουσία υπεράσπισης. Εκτός από την απόφαση στην εν λόγω προσφυγή, ούτε οι λοιποί ισχυρισμοί της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ούτε οποιοδήποτε από τα τεκμήρια αυτής ανέκυψαν μετά την καταχώρηση της ένστασης. Οι παράγραφοι 6-9 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ουδέν γεγονός αναφέρουν που να ανέκυψε μετά την καταχώρηση της ένστασης του εναγομένου. Επίσης, τα Τεκμήρια 1-3 δεν είναι μεταγενέστερα της ένστασης. Επομένως, δεν ανέκυψαν μετά την καταχώρησή της, όπως παραπλανητικά αναφέρει ο εναγόμενος. Το τεκμήριο 4, το οποίο έχει μεταγενέστερη ημερομηνία από την ένσταση, τίποτα το καινούριο περιλαμβάνει και αποτελεί επανάληψη του Τεκμηρίου 7 της ένστασης, χωρίς να προσθέτει οτιδήποτε νέο, διαφορετικό ή διευκρινιστικό. Συνεπώς, τίποτε από όσα ο εναγόμενος επιχειρεί να εισαγάγει στη διαδικασία δεν είναι καινούριο. Τόσο οι επιστολές όσο και τα δικόγραφα και πρακτικά της προσφυγής, τα λοιπά έγγραφα και τα γεγονότα που τα περιβάλλουν είναι όλα ανεξαιρέτως προγενέστερα της ένστασης και ήσαν σε γνώση του εναγομένου κατά το χρόνο καταχώρησης της ένστασης και συνεπώς δεν επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με θέματα που μπορούσαν να τεθούν εξ αρχής [βλ. Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuno Ltd
(2004)1(A) AAΔ.557]. Ο εναγόμενος, διά της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, επιχειρεί να ισχυριστεί ότι η άρνηση οποιασδήποτε οφειλής τέθηκε ξεκάθαρα στον ενάγοντα από το έτος 2002. Επικαλείται μάλιστα και τρεις επιστολές τις οποίες ζητά να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια 1, 2 και 3 και παραθέτει αποσπάσματα στα οποία φαίνεται να έγινε επιστροφή τιμολογίων και σε παλαιότερα χρόνια. Οι επιστολές αυτές όμως δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό ότι τα τιμολόγια επιστρέφονταν διότι εκδόθηκαν «εκ παραδρομής» στο όνομα του εναγομένου αντί των σωματείων. Οι επιστολές αυτές αποδεικνύουν ότι ο εναγόμενος αμφισβητούσε το ύψος του φόρου και τον τρόπο υπολογισμού του και ότι τα τιμολόγια επιστρέφονταν ακριβώς σε αυτή τη βάση και όχι γιατί λανθασμένα απευθύνονταν στον εναγόμενο. Σε σχέση με την παράγραφο 7 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναφέρω τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος στην παράγραφο 9(στ) της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένστασή του στην κυρίως αίτηση, ισχυρίζεται, βάσει επιστολής (τεκμήριο 7), ότι ο ενάγων παραδέχτηκε γραπτώς ότι οι πληρωμές του φόρου θεάματος για τις αθλητικές οργανώσεις που διεξάγονταν στο ΓΣΠ γίνονται από σωματεία. Ο ενάγων, διά της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του, διευκρινίζει ότι πρόκειται για «τυπογραφικό λάθος και κατ΄ ουδένα λόγο δεν αποτελεί παραδοχή από τον ίδιο ότι οι πληρωμές γίνονται από τα σωματεία». Εξηγεί περαιτέρω ότι αυτή είναι η πάγια θέση του Δήμου, εξ ου και το υπόλοιπο τέλους θεάματος διεκδικείται από τον εναγόμενο και οι καταστάσεις πληρωμών και τα χρεωστικά δελτία εκδίδονται και φέρουν το όνομα του εναγομένου και όχι σωματείων. Ο εναγόμενος, διά της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, επιχειρεί παραπλανητικά να παραποιήσει τα όσα αναφέρει ο ενάγων στη δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση και να εισαγάγει στη διαδικασία ακόμη μια επιστολή η οποία αναπαράγει αυτολεξεί το ίδιο λάθος. Ο ενάγων έχει εξηγήσει ότι δεν πρόκειται για παραδοχή και τα όσα επιχειρεί να προσθέσει ο εναγόμενος διά συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως δεν έχουν οτιδήποτε το καινούριο ή διευκρινιστικό. Πρόκειται για επανάληψη του ισχυρισμού περί παραδοχής, όπως εκφράστηκε ήδη στην ένστασή του στην κυρίως αίτηση (βλ. παράγραφο 9(στ) της ένορκης δήλωσης) και απορρίφθηκε από τον ενάγοντα. Ο εναγόμενος επιχειρεί περαιτέρω, διά της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (παράγρ. 8), να εισαγάγει στη διαδικασία, υπό μορφή τεκμηρίων, τα πλήρη πρακτικά των αγορεύσεων των δικηγόρων στην ακρόαση των προδικαστικών ενστάσεων στην προσφυγή, καθώς και την πλήρη δικογραφία και τις γραπτές αγορεύσεις των μερών στην προσφυγή. Τα στοιχεία αυτά, πέραν του ότι δεν είναι μεταγενέστερα της ένστασης του εναγομένου στην κυρίως αίτηση, δεν συνιστούν καν αποδεκτή μαρτυρία, αλλά ανεπίτρεπτη μαρτυρία [βλ. Βαρνάβας Νικολάου & Υιοί Λτδ v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1991)2 ΑΑΔ 261, A. Messios & Sons Ltd (ανωτέρω) και Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enter. Ltd κ.ά.
(1997)1(Β) ΑΑΔ 814]. Τα στοιχεία αυτά δεν αφορούν καν το παρόν Δικαστήριο. Στην παρούσα περίπτωση καταλήγω πως το μαρτυρικό υλικό που βρίσκεται ήδη ενώπιόν μου επαρκεί για την ακρόαση της κυρίως αίτησης εντός του θεσμοθετημένου και νομολογημένου πλαισίου που διαγράφεται ανωτέρω. Θεωρώ ότι τα όσα ο εναγόμενος ισχυρίζεται προς υποστήριξη του αιτήματος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν συνιστούν, υπό τις περιστάσεις, «καλό λόγο». Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στο σύνολό της, συνιστά και περιέχει ανεπίτρεπτη επιπρόσθετη μαρτυρία, αλλά και επιχειρήματα. Είναι αυτά δεδομένα που δεν δικαιολογούν συνδρομή «καλού λόγου», ούτως ώστε να ασκηθεί προς όφελος του Αιτητή-εναγομένου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Θεωρώ επίσης ότι η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα συνεπαγόταν εκτροπή της διαδικασίας σε τέτοιο βαθμό ώστε να σπαταληθεί πολύτιμος χρόνος του Δικαστηρίου σε θέματα έξω από τα επίδικα. Η πιο πάνω κατάληξή μου καλύπτει όλους τους λόγους Ένστασης και δεν χρειάζεται να ασχοληθώ με τον καθένα απ΄ αυτούς ξεχωριστά. Ως αποτέλεσμα, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Καθ΄ ου η Αίτηση-ενάγοντα και εναντίον του Αιτητή-εναγόμενου. Εφόσον, όπως αναφέρεται στη γραπτή του αγόρευση, ο ενάγων δεν φέρει ένσταση στην εκ συμφώνου κατάθεση των τεκμηρίων 1, 2 και 3 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην παρούσα διαδικασία, με επιφύλαξη του δικαιώματός του να επιχειρηματολογήσει περαιτέρω επ΄ αυτών στην αγόρευσή του προς υποστήριξη του αιτήματός του για έκδοση συνοπτικής απόφασης, αυτά θα μπορούν να κατατεθούν εκ συμφώνου κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης. [Υπ.] Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.