← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. SALONA AGENCY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 9018/2010, 23/6/2014

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. SALONA AGENCY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 9018/2010, 23/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A286 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Eνώπιον: Ν. Μαθηκολώνη Αρ. Αγωγής: 9018/2010 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Ενάγουσας - και -

  1. SALONA AGENCY LTD, από Λευκωσία
  2. Γεωργιάδης Γεώργιος, από Λευκωσία
  3. Γιωργαλλά Χαράλαμπος, από Λευκωσία
  4. Γεωργιάδου Παναγιώτα, από Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 23 Ιουνίου,
  5. Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Τρίγγας. Για Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση: κ. Σιδεράς. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση τους ημερομηνίας 4/12/2013 οι εναγόμενοι1-4/αιτητές (στο εξής «οι αιτητές») εξαιτούνται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση όπως εντός 30 ημερών από την ημερομηνία του αιτούμενου διατάγματος καταθέσει ασφάλεια δια τα έξοδα των εναγομένων - αιτητών (SECURITY FOR COSTS) ή εντός άλλου χρόνου που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε καθορίσει και κατατεθεί το ποσό των €3,800.- υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να αναστέλλει κάθε διαδικασία και σε περίπτωση που δεν κατατεθεί τέτοια ασφάλεια εντός του χρόνου που θα καθορίσει το Δικαστήριο, η αγωγή να απορριφθεί με έξοδα εναντίον των εναγόντων. Γ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία πρέπουσα υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα συν Φ.Π.Α. αρ. Μητρώου Φ.Π.Α. 00394442/Ρ» Η αίτηση βασίζεται επί του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφάλαιο 113, άρθρο 382, επί των θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ. 1, 2

(1), 3, 5, 6, 7 9(t), Δ.60 θ. 5, ως επίσης και στην συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της Κούλλας Στυλιανού στην οποία η ομνύσασα αναφέρει ότι είναι δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο του δικηγόρου των αιτητών. Γνωρίζει, ως αναφέρει, πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους αιτητές να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης τους. Ως αναφέρει αποτελεί πασίδηλο γεγονός και/ή γνωστό τοις πάσι και/ή δικαστική γνώση, ότι από Μαρτίου του 2013 αποκαλύφθηκε η αφερεγγυότητα και η οικονομική στενότητα των κυπριακών τραπεζών, και δη της ενάγουσας, η οποία μετονομάστηκε σε Cyprus Popular Bank Co Ltd, σε βαθμό ώστε να τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης και/ή εκκαθάρισης. Περαιτέρω αναφέρει στη βάση πληροφόρησης που έλαβε από τους δικηγόρους των αιτητών, ότι το γεγονός και μόνο ότι η ενάγουσα τελεί υπό εκκαθάριση, αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας υπόθεσης. (Supreme Court Practice 1970 σελ. 380-381, παρ. 23/1 -3/12). Όπως εισηγείται, ο Περί Εταιρειών Νόμος Κεφ. 113 και συγκεκριμένα το άρθρο 382 δίδει την ευχέρεια στο Δικαστήριο εκεί όπου φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι η εταιρεία δεν θα μπορεί να καταβάλει τα έξοδα, να εκδώσει εναντίον της διάταγμα για την ασφάλεια των εξόδων, αναστέλλοντας στο μεταξύ όλες της διαδικασίες. Στην προκείμενη περίπτωση αποτελεί, σύμφωνα πάντα με την ομνύσασα, πασίδηλο γεγονός ότι η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση εταιρεία, δεν είναι φερέγγυα και ως εκ τούτου θα είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα των εναγομένων εάν αυτοί επιτύχουν στην υπεράσπιση τους. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι λόγω των ειδικών περιστάσεων που περιβάλλουν την εξυγίανση και/ή την αποκατάσταση του Κυπριακού Τραπεζικού Συστήματος, οι οποίες είναι πασίδηλες και/ή αποτελούν δικαστική γνώση, η περιουσία της καθ' ης η αίτηση δεν θα είναι διαθέσιμη σε εκτέλεση σε οιονδήποτε χρόνο και/ή δεν θα είναι δυνατό να εκποιηθεί για την ικανοποίηση οποιασδήποτε τυχόν διαταγής για έξοδα. Αναφορικά με τα έξοδα τα οποία θα δημιουργηθούν στην παρούσα υπόθεση αυτά ως αναφέρει υπολογίζονται να ανέλθουν τουλάχιστον στο ποσό των €3,800, σύμφωνα με κατάλογο προϋπολογιστμού τον οποίο επισυνάπτει. Ως υποστηρίζει η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί εγκαίρως και χωρίς καμία καθυστέρηση καθότι τα γεγονότα τα οποία καθιστούν την καθ' ης η αίτηση αφερέγγυα, έλαβαν χώρα το Μάρτιο του 2013 και οριστικοποιήθησαν και έλαβαν την τελική τους μορφή μόλις μερικές εβδομάδες πριν τη καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Συνακόλουθα υποστηρίζει ότι υπό τις περιστάσεις αυτές είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, καθ' ότι σε περίπτωση που η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση αποτύχει στην αξίωση της και κληθεί να καταβάλει τα έξοδα της υπόθεσης, υπάρχει άμεσος και σοβαρότατος κίνδυνος αδυναμίας να το πράξει προς βλάβη των εναγομένων. Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση ένσταση, αφού ως αναφέρει είναι το πρόσωπο που έχει αναλάβει ως αποκτών πρόσωπο τις εργασίες της ενάγουσας σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο, Ν.17(Ι)/2013ως τροποποιήθηκε με το Νόμο 38(Ι)/2013 και το Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD διάταγμα που εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα σύμφωνα με τα άρθρα 5
(1), 5
(12)(α), 7
(1)και 9 του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου τυ6 2013 όπως τροποποιήθηκε. Με την ένταση της εγείρει τους κάτωθι λόγους ένστασης : «
  1. Η Ενάγουσα είναι δημόσια εταιρία με έδρα την Κυπριακή Δημοκρατία και ως εκ τούτου δεν εμπίπτει εντός των προϋποθέσεων της Διαταγής 60 όπου προνοείται η εξέταση αίτησης για παροχή ασφάλειας εξόδων μόνο όταν ο Ενάγοντας έχει την συνήθη του διαμονή εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  2. Η Ενάγουσα είναι δημόσια εταιρία που έχει πάγιο ενεργητικό που ξεπερνά το ποσό των Ευρώ 3.800,00 που σίγουρα υπερκαλύπτει τις όποιες ανάγκες δυνατό να προκύψουν από την υφιστάμενη δικαστική διαδικασία και είναι πρόθυμη να καλύψει τα δικηγορικά έξοδα που τυχόν ήθελαν να κληθεί να πληρώσει.
  3. Οι Εναγόμενοι δεν απέσεισαν το βάρος της απόδειξης που φέρουν σε σχέση με την ικανοποίηση των προϋποθέσεων που επιβάλουν οι σχετικοί κανονισμοί, ο Νόμος και η Νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών.
  4. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν αποκαλύπτουν στην ένορκη δήλωση τους επαρκείς λόγους και/ή στοιχεία που δεικνύουν ότι η Ενάγουσα δεν θα κατορθώσει να πληρώσει τα τυχόν εναντίον τους επιδικασθέντα έξοδα.
  5. Δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα επιδικασθέντα έξοδα υπέρ των Εναγομένων - Αιτητών, αλλά αντίθετα τα μέχρι σήμερα επιδικασθέντα έξοδα στην παρούσα αγωγή έχουν επιδικασθεί εναντίον τους.
  6. Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.
  7. Η Ενάγουσα έχει πολύ καλές και σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή της.
  8. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές παρέλειψαν και/ή απέτυχαν να προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή να αναφέρουν οποιαδήποτε γεγονότα που να καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης.
  9. Η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και ουσιαστικά αποσκοπεί στην πρόκληση καθυστέρησης της εκδίκασης της παρούσας αγωγής καθώς και στον εκτροχιασμό της.
  10. Το ποσό που αξιώνουν οι Εναγόμενοι - Αιτητές για ασφάλεια εξόδων είναι υπερβολικό και αδικαιολόγητα διογκωμένο.
  11. Τυχόν διάταγμα παροχής ασφάλειας εξόδων θα αποτελέσει δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα πρόσβασης της Ενάγουσας στο Δικαστήριο και αντίθετο στο πνεύμα του Άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Κώστα Λαμπράκη υπαλλήλου των καθ' ων η αίτηση ο οποίος αναφέρει ότι δυνάμει των προνοιών του Διατάγματος ΚΔΠ 104/2013 όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 38
(1)/2013, το οποίο εκδόθηκε την 29/03/2013 από το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η ενάγουσα (Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd) μεταβιβάζει όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας και δικαιώματα εκτός από τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα 1, στην Τράπεζα Κύπρου υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του εν λόγω διατάγματος (βλ Τεκμήριο 1). Συνακόλουθα ως αναφέρει από την ως άνω ημερομηνία, ήτοι 29/3/2013, όλη η επιχειρηματική δραστηριότητα και λειτουργία και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις (εκτός από τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα 1) της ενάγουσας από συμβάσεις που υπέγραψε και/ή όλα τα δικαιώματα επί οποιασδήποτε κινητής και ακίνητης περιουσίας, εξασφαλίσεις οποιασδήποτε άλλης μορφής, συμβατικά δικαιώματα, αγώγιμα δικαιώματα, ή οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα και γενικά όλα ανεξαίρετα τα περιουσιακά στοιχεία της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd, μεταβιβάστηκαν και/ή εκχωρήθηκαν προς όφελος και/ή αναλήφθηκαν και/ή αποκτήθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.. Συνεπεία των ανωτέρω ως αναφέρει, η ενάγουσα δια των δικηγόρων της, καταχώρησε στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με κοινοποίηση προς τους εναγομένους, τη σχετική ειδοποίηση με βάση τον Νόμο Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Ν. 17(Ι)/2013. Είναι συνακόλουθα η θεση του ότι οι αιτητές ενήργησαν βεβιασμένα και/ή δεν έλαβαν υπόψη τους τις συνέπειες της αναφερόμενης Κ.Δ.Π 104/2013 και περιορίστηκαν μόνο στην διαπίστωση αναφορικά με την αφερεγγυότητα της πρώην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd. Η δε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ σύμφωνα με ανακοίνωση ημερομηνίας 30.07.2013 της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Ευρωσύστημα) (Τεκμήριο 3) έχει εξέλθει από το καθεστώς εξυγίανσης με αποτέλεσμα να καθίσταται φερέγγυα. Όπως δε υποστηρίζει τυχόν διάταγμα παροχής ασφάλειας εξόδων θα αποτελέσει δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα των εναγόντων για πρόσβαση στο Δικαστήριο και εκδίκαση της υπόθεσης τους σύμφωνα με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφού σε αυτή την περίπτωση η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά αδικαιολόγητη και/ή αβάσιμη αφού οι Εναγόμενοι καμία υπεράσπιση έχουν και κανένα Δικαστήριο δεν πρόκειται να αποδεχθεί τα όσα αόριστα προβάλλουν ως υπεράσπιση. Πέραν των πιο πάνω αναφέρει ότι η ενάγουσα έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας στην παρούσα αγωγή, η απαίτηση της είναι γνήσια, καλόπιστη και εξ' όσων φαίνεται και από την εξέλιξη της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, οι αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με μοναδικό γνώμονα και/ή απώτερο σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας και/ή την παρεμπόδιση του έργου της απονομής της δικαιοσύνης. Νομική Πτυχή Η υπό εξέταση αίτηση εδράζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 382 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 ως και στη Δ.60 των Θεσμων Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.60 θ.1 παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία να διατάσσει τον αλλοδαπό ενάγοντα να παράσχει ασφάλεια καθ' όσον αφορά στα έξοδα του αντιδίκου του εάν η αγωγή αποτύχει. Ο λόγος ύπαρξης της πρόνοιας αυτής επεξηγείται με σαφήνεια στην υπόθεση The Continental Insurance Company of Hampshire v. SAC EUGENE O' REGAN
(1998)1 (B) A.A.Δ. 1087, 1092 όπου αναφέρεται ότι η δικαστική αυτή εξουσία «παρέχεται ώστε σε περίπτωση αποτυχίας ενάγοντος ο οποίος δεν βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας, η διαταγή για έξοδα προς όφελος εναγομένου να μην παραμένει χωρίς δυνατότητα εκτέλεσης». Βέβαια είναι προφανές ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα ενάγοντα που διαμένει μόνιμα ή έχει την έδρα του (εφόσον πρόκειται για εταιρεία) εκτός της Δημοκρατίας ή κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως είναι σαφές ότι σχετικό για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης είναι το άρθρο 382 του Περί Εταιρειών Νόμου το οποίο προβλέπει τα εξής: «Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγόμενου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση» Αντίστοιχη πρόνοια απαντάται και στο Αγγλικό Companies Act 1948, γεγονός το οποίο καθιστά σχετική και την αγγλική νομολογία επί του προκειμένου, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί και από τη νομολογία κάτω από τη Διαταγή 60 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, με τις ανάλογες βέβαια προσαρμογές δεδομένου του ότι το άρθρο 382 δεν περιλαμβάνει προϋπόθεση ο καθ' ου η αίτηση να έχει τη συνήθη κατοικία ή έδρα του εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τη σχετική με το θέμα νομολογία, τυχόν οικονομική αδυναμία της εταιρείας δεν δημιουργεί αυτόματα δικαίωμα για εξασφάλιση διατάγματος για παροχή ασφάλειας, εξόδων αφού το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να απορρίψει το αίτημα ακόμη και εάν αποδειχθεί η αδυναμία της ενάγουσας εταιρείας να καταβάλει τα έξοδα του εναγόμενου (βλ. Sir Linday Parkinson and Co Ltd v. Triplan Ltd
(1973)2 ALL ER 273). Tο όλο θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά (βλ. μεταξύ άλλων Sally Line Ltd v. Greenmar Navigation Ltd και άλλων
(1993)1 Α.Α.Δ. 633 Stejaru v. Ιωάννου
(2002),1 (Β) Α.Α.Δ. 909, Genemp Trading Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (2011 1Β Α.Α.Δ 1314). Ως προς τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, από την σχετική νομολογία προκύπτει ότι αυτοί είναι μεταξύ άλλων η οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας εταιρείας, η ισχύς της υπόθεσης της, ο χρόνος υποβολής της αίτησης αλλά και το ύψος του ποσού της ασφάλειας εξόδων που ζητείται. Σε σχέση με την οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας να καταβάλει τα έξοδα ή όχι της διαδικασίας, στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) ΑΑΔ 1377 αναφέρθηκε ότι όπου η αίτηση για ασφάλεια εξόδων βασίζεται στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, η αφερεγγυότητα θα πρέπει να καταδεικνύεται ως θετικό γεγονός. Σε εκείνη την υπόθεση παρά τη διαπίστωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η εικόνα που προέκυψε από την αντεξέταση του διευθυντή της ενάγουσας ήταν ότι η τελευταία «είναι εταιρεία που λόγω της κρίσης στη βιομηχανία κατασκευής ετοίμων ενδυμάτων έχει διακόψει τις εργασίες της και ότι έχει μια περιουσία που συνίσταται από χρεώστες», κατέληξε ότι τα πιο πάνω στοιχεία δεν ήταν ικανοποιητικά για να αποσείσουν το σχετικό βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών που έφερε η αιτήτρια για να εξασφαλίσει διάταγμα για την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα. Όπως με σαφήνεια εξηγείται: «Η εφεσείουσα είχε την υποχρέωση να ικανοποιήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η συνολική αξία των πιο πάνω στοιχείων δεν θα μπορούσε να καλύψει το ποσό που θα εδικαιούτο υπό τύπο εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Η αδυναμία διάθεσης κινητής περιουσίας που οφείλεται σε προσωρινούς εμπορικούς λόγους δεν εκμηδενίζει την αξία της περιουσίας σε βαθμό που ο ιδιοκτήτης της περιουσίας να θεωρείται ανίκανος να ικανοποιήσει υποχρεώσεις που προκύπτουν από την έκδοση μιας διαταγής καταβολής εξόδων σε μια δικαστική διαδικασία. Η αφερεγγυότητα πρέπει να καταφαίνεται ως θετικό γεγονός πράγμα που δεν έχει καταφανεί σ' αυτή την υπόθεση» Περαιτέρω για το ζήτημα της οικονομικής δυνατότητας στην Genemp (ανωτέρω) αναφέρθηκε με αναφορά στο Supreme Court Practice 1970, σελ. 380-381, παρ. 23/1-3/12 και την Northampton Goal, Iron & Waggon Co v. Midland Waggon Co [1878] 7 Ch.D. 500, ότι στην περίπτωση όπου η ενάγουσα είναι εταιρεία, το γεγονός ότι η εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα, εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία. Σε σχέση με το ποσό της ασφάλειας εξόδων σημειώνεται ότι αυτό δεν πρέπει να είναι τέτοιο που στην ουσία να απολήγει σε απαγόρευση προσφυγής στη δικαιοσύνη. (βλ. ΚSS Trading Ltd v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1446 και στις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις). Ως προς την ισχύ της υπόθεσης των διαδίκων, στην υπόθεση Genemp (ανωτέρω) αναφέρεται ότι: «Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία.» Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προβαίνει σε λεπτομερή εξέταση του ως άνω θέματος στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης. (βλ. Porzelack KG v. Porzelack (UK) Ltd
(1987)1 All ER 1074). Στην Genemp (ανωτέρω) γίνεται επίσης αναφορά στο χρόνο υποβολής της αίτησης όπου αναφέρονται τα εξής: «Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος. (Δέστε Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd κ.ά. (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1170).» Ερχόμενη τώρα να εξετάσω την αίτηση υπό το φως των πιο πάνω σημειώνω ότι πυρήνας του αιτήματος των αιτητών/ εναγομένων αποτελεί η θέση τους ότι «...από Μαρτίου του 2013 αποκαλύφθηκε η αφερεγγυότητα και η οικονομική στενότης των κυπριακών τραπεζών, και δη της ενάγουσας, η οποία μετονομάστηκε σε CYPRUS POPULAR BANK CO LTD, σε βαθμό ώστε να τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης και/ή εκκαθάρισης» και ότι συνακόλοθα αποτελεί «πασίδηλο γεγονός ότι η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση εταιρεία δεν είναι φερέγγυα και ως εκ τούτου θα είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα των εναγομένων εάν αυτοί επιτύχουν στην υπεράσπιση τους» Το ίδιο ζήτημα απασχόλησε την αδελφή μου Δικαστή Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου στην αγωγή 7900/2010 του Ε.Δ. Λευκωσίας στα πλαίσια αιτήσεως ίδιας φύσεως και ίδιας ημερομηνίας με την παρούσα, η οποία καταχωρήθηκε από το ίδιο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές στην παρούσα αίτηση, όπου στην απόφαση της ημερ. 5/5/2014 αναφέρει τα εξής με τα οποία συμφωνώ και τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Η οικονομική κρίση η οποία μαστίζει τη χώρα μας αλλά και η κατάσταση στην οποία περιήλθαν οι δύο μεγαλύτερες τράπεζες και το ίδιο το κράτος, αποτελεί δικαστική γνώση. Σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α., Υποθέσεις 551/13 κ.α., ημερ. 7.6.2013, όπου περιγράφεται η δεινή κατάσταση στην οποία περιήλθε η χώρα μας και το τραπεζικό της σύστημα. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, στις 16.3.2013 η Κυβέρνηση κατέληξε σε πολιτική συμφωνία με το Eurogroup στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής. Στις 19.3.2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων απέρριψε σχετικό νομοσχέδιο που είχε παρουσιάσει η Κυβέρνηση προς υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε τότε την 21.3.2013 να διατηρήσει την έκτακτη παροχή ρευστότητας μέσω του ELA μόνο μέχρι τις 25.3.2013, εκτός αν ετίθετο σε ισχύ πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που θα διασφάλιζε τη φερεγγυότητα της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου. Στις 22.3.2013 η Βουλή ψήφισε νόμους που αφορούσαν προσπάθεια διάσωσης της οικονομίας και περιλάμβαναν τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013)και στις 25.3.2013 επετεύχθη νέα πολιτική συμφωνία της Κυβέρνησης με το Eurogroup. Στη συνέχεια, η Κεντρική Τράπεζα, ως «Αρχή Εξυγίανσης» δυνάμει του Νόμου 17(Ι)/2013, εξέδωσε σειρά διαταγμάτων για την καλύτερη επίτευξη των στόχων του άρθρου 3 του Νόμου εφόσον συνέτρεχαν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Ένα από αυτά τα διατάγματα, είναι το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 Κ.Δ.Π. 104/2013, ημερ. 29.3.2013, που αφορά την ενάγουσα της παρούσας υπόθεσης (όπως μετονομάσθηκε, γνωστή και ως «Λαϊκή Τράπεζα»). Όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 του Ν. 17(Ι)/2013, τα μέτρα εξυγίανσης που θα αποφασίζει η Κεντρική Τράπεζα ως «Αρχή Εξυγίανσης» θα έχουν γνώμονα την καλύτερη επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο, ήτοι τη συνέχιση προσφοράς κρίσιμων τραπεζικών υπηρεσιών, την πρόληψη δημιουργίας ή εξάπλωσης κινδύνων που πιθανόν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος εντός ή και εκτός της Δημοκρατίας, τη διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού στο χρηματοοικονομικό σύστημα, την προστασία των δημόσιων πόρων, την προστασία των εγγυημένων καταθετών, την ελαχιστοποίηση του κόστους εξυγίανσης για τους φορολογούμενους και την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος. Το Διάταγμα που εκδόθηκε με την Κ.Δ.Π. 104/2013 προνοεί για την πώληση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Κύπρο προς την Τράπεζα Κύπρου, με σκοπό την καλύτερη επίτευξη των προαναφερόμενων στόχων του άρθρου 3 του Νόμου εφόσον συνέτρεχαν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος Όπως καθίσταται σαφές από το περιεχόμενο του Διατάγματος που εκδόθηκε με την Κ.Δ.Π. 104/2013 σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του Ν. 17(Ι)/2013, το εν λόγω Διάταγμα δεν έθεσε την ενάγουσα υπό εκκαθάριση, ως η θέση των εναγομένων-αιτητών. Ο εργασίες της ενάγουσας συνεχίζονται, εφόσον έχουν αναληφθεί από την Τράπεζα Κύπρου. Ειδικότερα, με το εν λόγω Διάταγμα μεταβιβάστηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου όλα τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας (εκτός από αυτά που καθορίζονται στα Παραρτήματα). Προνοείται δε ρητά ότι από την ημερομηνία μεταβίβασης, η μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων θεωρείται έγκυρη και παράγει τα δι' αυτής σκοπούμενα έννομα αποτελέσματα και ισχύει έναντι τρίτων και ότι η Τράπεζα Κύπρου, ως το αποκτών πρόσωπο, αντιμετωπίζεται ως να είναι το ίδιο πρόσωπο με τη Λαϊκή Τράπεζα. Προνοείται επιπλέον ότι το αποκτών πρόσωπο υποκαθιστά τη Λαϊκή Τράπεζα αναφορικά με οποιαδήποτε νομική διαδικασία η οποία σχετίζεται με δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται, ενώ συμφωνίες που είχαν συναφθεί από τη Λαϊκή λογίζονται ως να έχουν συναφθεί με το αποκτών πρόσωπο. Περαιτέρω, προνοείται ότι η υπαγωγή της Λαϊκής στο μέτρο εξυγίανσης όπως διαλαμβάνεται στο Διάταγμα δεν ενεργοποιεί συμβατική ρήτρα που τυχόν ενεργοποιείται σε περίπτωση εκκαθάρισης ή αφερεγγυότητας ή άλλο γεγονός ισοδύναμο αφερεγγυότητας. Περαιτέρω, δεν πρέπει να παραγνωριστεί η ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερ. 30.7.2013 (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση), σύμφωνα με την οποία η Τράπεζα Κύπρου, η οποία, επαναλαμβάνω, έχει υποκαταστήσει την ενάγουσα για σκοπούς της παρούσας αγωγής, έχει εξέλθει από το καθεστώς εξυγίανσης από την εν λόγω ημερομηνία. Συνεπώς, η θέση των αιτητών, σε μια αίτηση που καταχωρίστηκε στις 4.12.2013, ότι η ενάγουσα δεν είναι φερέγγυα λόγω του ότι τέθηκε υπό καθεστώς εξυγίανσης και/ή εκκαθάρισης από τον Μάρτιο του 2013, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επισημαίνω επιπλέον ότι η θέση της καθ' ης η αίτηση στην Ένσταση ότι είναι δημόσια εταιρεία με πάγιο ενεργητικό που ξεπερνά το ποσό των €3.800 προς κάλυψη τυχόν εξόδων δεν έχει αντικρουστεί καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι αιτητές δεν απέδειξαν με ικανοποιητικά στοιχεία ότι η καθ' ης η αίτηση - ενάγουσα εταιρεία δεν είναι φερέγγυα και δεν θα είναι ικανή να πληρώσει τα έξοδά τους σε περίπτωση που επιτύχουν στην υπεράσπισή τους και/ή η καθ' ης η αίτηση - ενάγουσα αποτύχει στην απαίτησή της. Με βάση τη σχετική νομολογία όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, η αφερεγγυότητα πρέπει να καταφαίνεται ως θετικό γεγονός, κάτι που δεν συντρέχει στην υπό κρίση περίπτωση.» Τα πιο πάνω θεωρώ ότι εφαρμόζονται απόλυτα και στην προκειμένη περίπτωση όπου για τους ίδιους λόγους σε καμία περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει καταδειχθεί ενώπιον μου η αφερεγγυότητα της καθ' ης η αίτηση ως θετικό γεγονός. Ερχόμενη τώρα να εξετάσω το ζήτημα της ισχύς της υπόθεσης των διαδίκων υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση ισχυρισμών που προβάλλονται ή σε κατάληξη σε ευρήματα επί ζητημάτων που εγείρονται, αφού αυτά είναι αντικείμενο της δίκης που θα διεξαχθεί, σημειώνω τα εξής. Η ενάγουσα με την αγωγή της αξιώνει από την εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτη ποσό €12,064.21 πλέον τόκους δυνάμει δανείου και/ή πιστώσεων και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων, ενώ η αξίωση της από τους εναγόμενους 2,3,και 4 είναι δυνάμει συμφωνίας εγγύησης για ποσό €5,125.80 καθώς και διάταγμα πώλησης ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας του εναγόμενου 2 και δηλώσεις του Δικαστηρίου ως οι παράγραφοι 23 Δ, Ε και Ζ της Εκθεσης Απαίτησης πλέον έξοδα. Βασίζει δε την αξίωση της σε αντίστοιχες γραπτές συμφωνίες τις οποίες επικαλείται. Εξετάζοντας τα πιο πάνω υπό το φως της υπεράσπισης δεν μπορώ να θεωρήσω ότι η απαίτηση της ενάγουσας μπορεί να θεωρηθεί αδύνατη ή η υπεράσπιση ισχυρή. Ερχόμενη τώρα στο ζήτημα της καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, ζήτημα το οποίο εγείρει εν πάση περιπτώσει και η καθ' ης η αίτηση με την ένσταση της, σημειώνω τα εξής. Ενώ όπως με σαφήνεια προκύπτει από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τα γεγονότα επί της οποίας βασίζουν το αίτημα τους οι αιτητές, τοποθετούνται περί τον Μάρτιο του 2013 (βλ. παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση), οι ίδιοι προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας περί τους 9 μήνες μετά. Η ομνύσασα για τους αιτητές, στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει το προφανώς μεγάλο διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, αναφέρει ότι: «Η παρούσα αίτηση περαιτέρω καταχωρείται εγκαίρως και χωρίς καμία καθυστέρηση καθότι τα γεγονότα τα οποία καθιστούν την καθ' ης η αίτηση αφερέγγυα, έλαβαν χώρα το Μάρτιο του 2013 και οριστικοποιήθηκαν και έλαβαν την τελική τους μορφή μόλις προ μερικών εβδομάδων». Η πιο πάνω γενική και χωρίς επεξήγηση τοποθέτηση της ότι τα σχετικά γεγονότα οριστικοποιήθηκαν και έλαβαν τη τελική τους μορφή μόλις προ μερικών εβδομάδων, παρά τον ισχυρισμό που προβλήθηκε με την ένσταση περί καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, δεν συγκεκριμενοποιήθηκε με οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, και παρέμεινε συναφώς μετέωρη και χωρίς έρεισμα και κατ' επέκταση ανίκανη να δικαιολογήσει το διαρρεύσαν διάστημα μέχρι την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης και την πρόδηλη, και υπό τις περιστάσεις αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Όπως δε έχει ήδη αναφέρθεί πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο στην Genemp (ανωτέρω) επεσήμανε ότι ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται, η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος. Επίσης δεν μου διαφεύγει ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε 4/12/2013 ημερομηνία κατά την οποία η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες, χωρίς όμως το γεγονός της καταχώρησης της αίτησης ή της πρόθεσης καταχώρησης της να αναφερθεί στο Δικαστήριο, το οποίο δεν είχε γνώση για την καταχώρηση τέτοιας αίτησης, αφού αυτή είτε δεν είχε καταχωρηθεί είτε δεν είχε τοποθετηθεί στο φάκελο, κατά το χρόνο που αυτό επιλήθφηκε της υπόθεσης στις 4/12/2013. Το αξιοσημείωτο όμως είναι το γεγονός ότι ο συνήγορος των αιτητών/εναγομένων κατά την πιο πάνω ημερομηνία δήλωσε στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων ότι υπάρχει πιθανότητα απόσυρσης του από δικηγόρος των αιτητών/εναγομένων λόγω του ότι δεν έχει επικοινωνία μαζί τους. Τα πιο πάνω προδήλως εγείρουν σοβαρότατες αμφιβολίες ως προς το εάν πράγματι η ομνύσασα για τους αιτητές/εναγομένους, η οποία υπενθυμίζω ότι είναι υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές, είχε πράγματι οποιαδήποτε εξουσιοδότηση για να προβεί σε ένορκο δήλωση εκ μέρους τους προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης, ως αναφέρει στην παράγραφο 1 της ένορκης της δήλωσης, δεδομένου του ότι ο ίδιος ο συνήγορος τους τη μέρα της καταχώρησης της αίτησης (και υπογραφής της ενόρκου δήλωσης), δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν έχει επικοινωνία μαζί τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπερ της καθ' ης αίτησης/ενάγουσας και εναντίον των αιτητών/εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ...................................................... Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.