Ayda Karaoglanian ν. Hagop Boyadjian, Αρ. Αγωγής: 3898/11, 19/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A274 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3898/11 Μεταξύ:
- Ayda Karaoglanian
- Mary Fisher
- Levon Boyadjian Ενάγοντες - και - Hagop Boyadjian Εναγομένου 19 Ιουνίου ,
- Προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: Ο κ. Χαραλάμπους Για τον εναγόμενο: Η κα Κουκούνη --------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Varoujan Boyadjian κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν άγαμος και δεν είχε ζώντες πατέρα ή μητέρα ή τέκνα. Κατέλειπε τέσσερα αδέλφια τα οποία σε περίπτωση που ο Varoujan Boyadjian απέθνησκε χωρίς διαθήκη θα κληρονομούσαν όλοι σε ίσες μερίδες (βλ. άρθρο 46 και Πρώτο Παράρτημα του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου Κεφ. 195). Ο αποβιώσας όμως, κατέλειπε, όπως είναι η εκδοχή του εναγομένου, διαθήκη δια της οποίας ο εναγόμενος ορίζεται ως ο μόνος κληροδόχος. Αυτό θα ήταν θεμιτό εφόσον όταν ένας αποβιώσαντας δεν αφήνει ούτε σύζυγο, ούτε τέκνο ούτε κατιόντα τέκνου, ούτε πατέρα ούτε μητέρα, το διαθέσιμο μέρος της κληρονομίας είναι το σύνολο της κληρονομίας (άρθρο 41
(1)(γ) του Κεφ. 195). Με αυτό τον τρόπο φέρεται ο Varoujan να απέκλεισε τα άλλα τρία του αδέλφια. Το αποτέλεσμα ήταν να προκληθεί διαφορά μεταξύ των τριών αφενός και του τέταρτου, του φερόμενου ως κληροδόχου, αφετέρου. Η διαφορά αυτή είχε λάβει αρχικά τη μορφή κληρονομικών αγωγών (probate action). Σχετική είναι η απόφαση Χρίστος Τριανταφυλλίδης ως εκτελεστής της διαθήκης του αποβιώσαντος Varoujan Boyadjian v. Ayda Karaoglanian
(2010)1 AAΔ
- Εκεί αναφέρεται ότι ο εκτελεστής της διαθήκης είχε ζητήσει επικύρωση της και χορήγηση εγγράφων διαχείρισης διά της αίτησης διαχειρίσεων 36/06 Ε.Δ. Λευκωσίας. Η νυν ενάγουσα 1 και ο νυν ενάγοντας 3 είχαν καταχωρίσει caveat και αντιστοίχως τις αγωγές υπ' αριθμό 8998/07 και 3996/
- Η τελευταία απεσύρθη με επιφύλαξη, προφανώς ενόψει του ότι είχε καταχωρισθεί χωρίς να προηγηθεί η αναγκαία ένορκη δήλωση επιβεβαίωσης δυνάμει της Δ.2 κ.
- Το πρόβλημα που εξετάστηκε στην εν λόγω έφεση αφορούσε την αγωγή 8998/07 η οποία είχε καταχωρισθεί πολύ αργότερα από την προνοούμενη, διά του καν. 24
(5)(β) των περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Κανονισμών, προθεσμία των τριών μηνών. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ένας ενιστάμενος (caveator) οφείλει να εγείρει αγωγή εντός τριών μηνών, διαφορετικά ο πρωτοκολλητής είναι ελεύθερος να χορηγήσει τα έγγραφα διαχείρισης. Στην περίπτωση εκείνη που η εφεσίβλητη δεν χρησιμοποίησε ορθά την τρίμηνη προθεσμία, κρίθηκε ότι η αγωγή θα έπρεπε να διαγραφεί και διαγράφηκε. Με την παρούσα αγωγή, οι ίδιοι ενάγοντες αξιώνουν θεραπείες εναντίον του εναγόμενου, αποκλειστικού κληροδόχου, ο οποίος δεν ήταν διάδικος στις προαναφερθείσες αγωγές. Η εκδοχή των εναγόντων είναι πως η φερόμενη ως διαθήκη είναι «άκυρη και/ή ανύπαρκτη και/ή πάσχει νομικά και/ή δεν πληρούνται οι διαδικασίες που τάσσει ο νόμος για τη νομότυπη κατάρτιση της διαθήκης». Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι «με βάση τα διαβατήρια του αποβιώσαντα δεν προκύπτει το συμπέρασμα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της σύνταξης και κατάρτισης της ισχυριζόμενης διαθήκης ο αποβιώσαντας βρισκόταν στην Κύπρο», όπου κατ' ισχυρισμόν καταρτίστηκε η διαθήκη. Ως εκ τούτου ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο αποβιώσας απεβίωσε άνευ διαθήκης και οι δικαιούμενοι νόμιμοι κληρονόμοι είναι οι τέσσερις νυν διάδικοι ανά ¼ μερίδιο έκαστος. Παράλληλα αποδίδουν στον εναγόμενο ψευδείς παραστάσεις, απάτη, δόλο, συμπαιγνία και αθέμιτη επιρροή λέγοντας πως η φερόμενη ως διαθήκη είναι προϊόν αυτών των καταστάσεων. Με αυτούς τους ισχυρισμούς αξιώνουν εναντίον του εναγομένου γενικές αποζημιώσεις για ψευδείς παραστάσεις, απάτη, συμπαιγνία και/ή αθέμιτη επιρροή, ως επίσης και για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επιπροσθέτως ζητούν διατάγματα διά των οποίων να διατάσσεται ο εναγόμενος να παραχωρήσει στους ενάγοντες κατά ¼ μερίδιο αντιστοίχως κάθε δικαίωμα του επί της περιουσίας του αποβιώσαντος ή να καταβάλει ισόποση αξία. Ο εναγόμενος με την υπεράσπισή του εγείρει προδικαστικές ενστάσεις. Είναι η θέση του πως η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική και στερείται παντελώς νομικής βάσης, εφόσον τα θέματα που εγείρει θα μπορούσαν να προσβληθούν μόνο διά μέσου των προνοιών του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ. 189. (παρ. 1 και 3 της Υπεράσπισης). Περιπλέον, εγείρει προδικαστική ένσταση λέγοντας ότι τα επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή έχουν αποφασισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χρίστος Τριανταφυλλίδης (ανωτ.) με τέτοιο τρόπο ώστε να έχει δημιουργηθεί κώλυμα λόγω δεδικασμένου. Το δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, διέταξε την προδικαστική εξέταση των εν λόγω υπερασπίσεων. Στα πλαίσια της προδικαστικής εξέτασης ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων ήγειρε δια της αγορεύσεως του ζήτημα ότι θα έπρεπε προτού καταχωρίσει εμφάνιση ο εναγόμενος να υποβάλει αίτηση για παραμερισμό της αγωγής ή να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και στη συνέχεια να καταχωρίσει αίτηση για παραμερισμό. Τέτοιο όμως ζήτημα δεν τέθηκε ούτε εν πάση περιπτώσει αποφασίστηκε στο προηγούμενο στάδιο, όταν το δικαστήριο εξέταζε το αίτημα για προδικαστική εξέταση. Τώρα πλέον υπάρχει η δεσμευτική απόφαση του δικαστηρίου δια της οποίας διατάχθηκε η προδίκαση των νομικών σημείων που αναφέρονται στις τρεις πρώτες παραγράφους της υπεράσπισης. Εν πάση δε περιπτώσει, δεν κρίνεται βάσιμη η εισήγηση αυτή. Η ουσία της θέσης του εναγομένου είναι ότι στην πραγματικότητα προσβάλλεται η εγκυρότητα της διαθήκης. Η ευπαίδευτη δικηγόρος του παρέπεμψε σε συγκεκριμένες αναφορές της έκθεσης απαίτησης δια των οποίων προσβάλλεται ρητά ο ισχυρισμός πως η διαθήκη δεν είναι έγκυρη. Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η αγόρευση της περιεστράφη κυρίως σε θέματα που άπτονται του πρώτου σταδίου της διαδικασίας, προφανώς εκ παραδρομής. Παρά ταύτα, τέθηκε σαφώς η βασική, ως άνω, θέση ότι πίσω από την παρούσα αγωγή κρύβεται η αμφισβήτηση της εγκυρότητας της διαθήκης και συνεπώς πρόκειται για κατάχρηση. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων εισηγήθηκε ότι πρόκειται για αγωγή για αποζημιώσεις λόγω ψευδών παραστάσεων και ότι οι ενάγοντες δεν ζητούν οποιοδήποτε διάταγμα που να ακυρώνει τη διαθήκη και δεν προσβάλλουν την εγκυρότητά της. Δεν πρόκειται για κληρονομική αγωγή η οποία υπάρχει όταν προσβάλλεται το κύρος της διαθήκης σε περίπτωση πλαστογραφίας ή ανικανότητας του διαθέτη ή για ανάκληση της επικύρωσης της διαθήκης. Η θέση των εναγόντων συνοψίζεται στην ακόλουθη παράγραφο από την αγόρευση του ευπαιδεύτου δικηγόρου τους: «Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η παρούσα αγωγή δεν συνιστά προσβολή της διαθήκης, όμως συνιστά έγερση αστικών μέτρων εναντίον του αιτητή για απάτη και/ή καταδολίευση εις βάρος των καθ' ων η αίτηση. Συγκεκριμένα, η παρούσα αίτηση [εννοεί αγωγή] δεν στρέφεται εναντίον της τυπικής εγκυρότητας της διαθήκης. Στρέφεται εναντίον του αιτητή του ιδίου.» Ως προς την ένσταση περί δεδικασμένου, είναι η θέση των εναγόντων ότι τα επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή ουδέποτε αποφασίσθηκαν τελεσίδικα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω έφεση, στην οποία η αγωγή διαγράφηκε λόγω εκπρόθεσμης καταχώρισης της, χωρίς να είχε εξετασθεί η ουσία της υπόθεσης και συνεπώς δεν έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο. Επιπρόσθετα, δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων η οποία και συνιστά προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση δεδικασμένου. Ούτε και τα επίδικα θέματα είναι ταυτόσημα. Η άλλη πλευρά, αντιθέτως, εισηγήθηκε ότι εφόσον η αγωγή 9889/07 διά της οποίας προσβλήθηκε η διαθήκη διαγράφηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η εγκυρότητα της διαθήκης έχει αποφασισθεί. Έχοντας υπόψιν τα δικόγραφα και τις εκατέρωθεν θέσεις, εκείνο που προκύπτει είναι ότι κάτω από το μανδύα μιας αγωγής που αναφέρεται σε απάτη κλπ και στρέφεται εναντίον του αποκλειστικού κληροδόχου, στην πραγματικότητα κρύβεται μια αγωγή η οποία, όσο και αν δε το λέει, προσβάλλει την εγκυρότητα της διαθήκης. Δεν είναι μόνο οι ρητές αναφορές στο σώμα της έκθεσης απαίτησης περί μη έγκυρης διαθήκης, αλλά μεγαλύτερη ακόμα σημασία έχει ότι στο παρακλητικό της αγωγής ζητούνται διατάγματα αναδιανομής της περιουσίας του αποβιώσαντος ανά ¼ μερίδιο για κάθε διάδικο. Αυτή η διανομή θα ίσχυε στην περίπτωση που ο αδελφός τους απέθνησκε αδιάθετος (βλ. άρθρο 46 και Πρώτο Παράρτημα του Κεφ. 195). Με αυτό τον τρόπο, χωρίς να ζητείται ρητά η ακύρωση της διαθήκης, ζητείται να διαπλασθούν εκείνες οι συνέπειες που θα συνεπαγόταν η ανυπαρξία ή θα επέφερε η ακύρωση της διαθήκης. Συνεπώς, πρόκειται για προσπάθεια συγκεκαλυμμένης επαναφοράς της αξίωσης την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο διέγραψε. Το ότι ο εναγόμενος είναι διαφορετικός δεν έχει σημασία. Η ουσία παραμένει η ίδια, εφόσον το ζητούμενο και στις δύο αγωγές είναι η αναδιανομή της περιουσίας ως εάν να μην υπήρχε η διαθήκη και με κατ' ουσίαν ενδιαφερόμενο πρόσωπο και στις δύο αγωγές, τον νυν εναγόμενο. Η διαπίστωση περί συγκεκαλυμμένης αξίωσης ενισχύεται και από το γεγονός ότι στην έκθεση απαίτησης γίνεται σχηματική μόνο επίκληση του δόλου και των άλλων αιτιών αγωγής. Ο διάδικος που επικαλείται δόλο οφείλει να δικογραφεί όλα τα σχετικά γεγονότα (βλ. Δ.19 κ.13 και στην αντίστοιχη πρόνοια των παλαιών αγγλικών θεσμών O.19 r.15). Στο Annual Practice 1958 σελ. 468 αναφέρονται τα εξής σε σχέση με τη δικογράφηση ισχυρισμών δόλου: "Any charge of fraud or misrepresentation must be pleaded with the utmost particularity. "It is only fair play between man and man that the plaintiff should know what is charged against him" (per Fry, J., in Redgrave v. Hurd, 20 Ch. D., p. 6)". Για το ίδιο ζήτημα στο Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings 12η Εκδ. Σελ. 452 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Particulars. Full particulars of any misrepresentation relied on must be given in the pleading (R.S.C., Ord. 18, r. 12
(1)(a)). The Statement of Claim must show the nature and extent of each alleged misrepresentation (Newport Dry Dock & Engineering Co. v. Paynter
(1886)34 Ch.D. 88) and it must contain particulars showing by whom and to whom it was made, and whether orally or in writing, and if in writing, identifying the relevant document (Seligmann v. Young [1884] W.N. 93)." Στην υπόθεση Μαρία Ιακώβου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 992, το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε σε δυο θεμελιακές αποφάσεις για να υποδείξει ότι σε κάθε αγωγή που βασίζεται σε δόλο, οι λεπτομέρειες του δόλου πρέπει να δίδονται επακριβώς και οι ισχυρισμοί να αποδεικνύονται με την αυστηρή απόδειξη που απαιτείται από μια τέτοια κατηγορία και για να υποδείξει περαιτέρω πως ένας απλός γενικός ισχυρισμός για δόλο χωρίς λεπτομέρειες δεν είναι αρκετός (βλ. Jonesco v. Beard [1930] A.C. 298, 300 (H.L.) και Birch v. Birch [1894] 86 L.T. 364). Στην υπόθεση Exalco SA v. Aluminex Ltd κ.ά.
(2007)991 επαναλήφθηκε η αρχή ότι ο ισχυρισμός για ύπαρξη δόλου πρέπει να είναι ρητός στα δικόγραφα και να δίδονται λεπτομέρειες. Εν προκειμένω, οι αναφορές στην έκθεση απαίτησης σε δόλο είναι μόνο σχηματικές και στην πραγματικότητα στερούνται περιεχομένου. Οι «Λεπτομέρειες» στον μεγαλύτερο τους βαθμό επαναλαμβάνουν τους ορισμούς για τους οποίους θα έπρεπε να υπάρχουν λεπτομέρειες. Το μόνο που αναφέρεται ως ισχυρισμός γεγονότων είναι ότι «ο εναγόμενος συνέταξε έγγραφο με μορφή διαθήκης που κατ' ισχυρισμό δεικνύει την τελευταία θέληση του αποβιώσαντα, για να διορισθεί ο ίδιος ως ο αποκλειστικός κληροδόχος του» και ότι «ο εναγόμενος γνώριζε ότι η φερόμενη ως διαθήκη δεν συντάχθηκε από τον αποβιώσαντα και/ή δεν αποκρυσταλλώνει την τελευταία βούληση του αποβιώσαντα». Αυτά όμως, όχι μόνο δεν επαρκούν ως εκείνες οι σαφείς λεπτομέρειες που απαιτούνται όταν αποδίδεται δόλος, αλλ' ούτε, στην πραγματικότητα, τείνουν να στοιχειοθετήσουν δόλο υπό την έννοια του σχετικού αστικού αδικήματος. Άλλο στοιχείο στην έκθεση απαίτησης που ενισχύει τη διαπίστωση περί επίπλαστης αξίωσης για αποζημιώσεις δυνάμει δόλου κλπ, είναι και το γεγονός ότι ζητούνται γενικές αποζημιώσεις, χωρίς να προσδιορίζεται οποιαδήποτε πραγματική ζημία που να απορρέει από τον κατ' ισχυρισμό δόλο ή ψευδή παράσταση και που η αποκατάστασή της θα έθετε τους ενάγοντες στην θέση που θα βρίσκονταν εάν δεν ελάμβανε χώρα η ψευδής παράσταση, που είναι και το μέτρο των αποζημιώσεων σε τέτοιες περιπτώσεις (Doyle v. Ollby (Ironmongers) Ltd [1969] 2 QB 158). Οι γενικές αποζημιώσεις δεν έχουν εν προκειμένω νόημα. Αντίθετα, η ουσιαστική θεραπεία που ζητείται είναι η αξίωση για παραχώρηση του ¼ εις έκαστο των εναγόντων ή για καταβολή ισόποσης αξίας, η οποία στην πραγματικότητα έχει την έννοια της ακύρωσης της διαθήκης. Πέραν του δικογράφου, στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων ως στοιχεία εξαπάτησης ανέφερε τα εξής: «α) Κατά τον ουσιώδη χρόνο κατάρτισης της διαθήκης ο αποβιώσαντας δεν βρισκόταν στην Κύπρο αλλά στην Αγγλία και ότι έχουν σχετική μαρτυρία επί τούτου. β) Υπάρχει χρονολογική διαφορά στην ημερομηνία υπογραφής και κατάρτισης της διαθήκης και στην ημερομηνία των χαρτοσήμων που έχουν επικολληθεί σε αυτή. γ) Υπάρχει ο ισχυρισμός από τους καθ' ων η αίτηση ότι ο αποβιώσαντας φέρεται να συνέταξε και δεύτερη διαθήκη που φέρει ημερομηνία 30/9/99 δηλαδή την ίδια ημερομηνία με την διαθήκη και ότι ο ίδιος την απέκρυψε από τους κληρονόμους.» Βέβαια, τα επίδικα θέματα καθορίζονται από τα δικόγραφα και μόνο. Αναφέρομαι όμως στα επικαλούμενα ως στοιχεία εξαπάτησης γιατί είναι φανερό ότι ενώ αυτά χαρακτηρίζονται ως στοιχεία εξαπάτησης, στην πραγματικότητα παραπέμπουν στη δημιουργία μιας πλαστής διαθήκης. Ο ισχυρισμός ότι ο αποβιώσαντας δεν βρισκόταν στην Κύπρο αλλά στην Αγγλία κατά τον επίμαχο χρόνο και ο ισχυρισμός ότι υπήρχε χρονολογική διαφορά με τα χαρτόσημα, δεν μπορεί να έχει κανένα άλλο νόημα παρά ότι η υπογραφή που φέρεται ως η υπογραφή του διαθέτη είναι πλαστογραφημένη και ότι η επιβεβαίωση από τους δύο αναγκαίους μάρτυρες είναι ψευδής. Αυτά αποτελούν κλασσική περίπτωση κληρονομικής αγωγής, όπως ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων ανέφερε στην αγόρευσή του λέγοντας, με παραπομπή σε νομολογία, ότι μια κληρονομική αγωγή ασκείται, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που προσβάλλεται το κύρος μιας διαθήκης σε περίπτωση πλαστογραφίας. Η διαπίστωση περί προσπάθειας επανάληψης της διαγραφείσας αξίωσης υπό άλλο πέπλο θέτει ζήτημα κατάχρησης που είναι ευρύτερο και πιο ουσιαστικής σημασίας από το τεχνικό ζήτημα του δεδικασμένου. Αυτή είναι, θεωρώ, η ορθή διάσταση του πράγματος η οποία βρίσκει έρεισμα στην υπεράσπιση, όσο κι αν αναφέρεται παράλληλα και σε ύπαρξη δεδικασμένου. Το ζητούμενο δεν είναι κατά πόσον στην εν λόγω Έφεση το Ανώτατο Δικαστήριο είχε εξετάσει την ουσία της υπόθεσης ώστε να δημιουργηθεί δεδικασμένο. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι με την εν λόγω απόφαση τέθηκε δια παντός φραγμός σε κληρονομική αγωγή αναφορικά με την συγκεκριμένη διαθήκη. Η αγωγή διαγράφτηκε επειδή είχε καταχωριστεί μετά την τρίμηνη προθεσμία, ως εκ της παρέλευσης της οποίας ο πρωτοκολλητής ήταν από εκείνο το χρονικό σημείο ελεύθερος να χορηγήσει έγγραφα διαχείρισης. Η αμφισβήτηση της διαθήκης με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, δεν μπορούσε πλέον να επανέλθει. Εάν επρόκειτο να επιτραπεί η επαναφορά της ίδιας κατ' ουσίαν αξίωσης υπό άλλο πέπλο και εναντίον του προσώπου που ήταν και ο κατ' ουσίαν ενδιαφερόμενος στην πρώτη αγωγή, τότε θα κατεστρατηγείτο η πρόνοια του νόμου περί τρίμηνης προθεσμίας όπως αυτή ερμηνεύτηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο του οποίου η απόφαση θα παρεκάμπτετο. Η δικονομική συμπεριφορά που συνιστά κατάχρηση μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, κάποτε μοναδικές, όπως ήταν η περίπτωση της υπόθεσης Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another [1981] 3 All E.R. 727 στην οποία ο Lord Diplock στη σελίδα 729 είχε πει τα εξής: "It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power". Ανεξάρτητα όμως από τον τρόπο που κάθε φορά εμφανίζεται η κατάχρηση, όταν διαπιστώνεται ότι επιδιώκεται η χρησιμοποίηση της διαδικασίας και των θεσμών του δικαίου με νομότυπο πλην καταχρηστικό τρόπο, το δικαστήριο έχει πάντοτε σύμφυτη εξουσία και χρέος να ανακόψει την κατάχρηση. Ο Σ. Νικήτας Δ. είχε πει στην υπόθεση Μιχάλης Παπόρης v. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S,
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 1037, ότι: «Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθειά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης.» Υπέδειξε επίσης, με αναφορά στην υπόθεση Hunter ότι η εξουσία αυτή «έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών». Τέτοια είναι εν προκειμένω η περίπτωση. Ανεξάρτητα από το εάν υπάρχει δεδικασμένο ή όχι, ζήτημα που είναι περιττό να αποφασιστεί, το βέβαιο είναι ότι η παρούσα αγωγή είναι για τους παραπάνω λόγους καταχρηστική και οι σχετικές υπερασπίσεις επιτυγχάνουν. Υπό τις περιστάσεις ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης της κατάχρησης είναι η διαγραφή και η απόρριψη της αγωγής. Διάταγμα ως άνω. Έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον των εναγόντων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο./κ.π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο