Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Πέτρου Στρατή, Αρ. Αγωγής 5530/2009, 13/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A266 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝː Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5530/2009 ΜΕΤΑΞΥː Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων Και Πέτρου Στρατή, ΑΤ 0678820 Εναγόμενου 13 Ιουνίου, 2014 Εμφανίσειςː Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτησηː κα Μ. Ναθαναήλ, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε Για τον Εναγόμενο - Αιτητήː κ. Χ. Χ''Ευθυβούλου, για Λ. Παπαφιλίππου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση του Εναγομένου - Αιτητή, ημερ. 15.11.2012 για αντεξέταση του κ. Δ. Πολυδώρου Με την υπό κρίση αίτηση, οι Εναγόμενος ζητά από το Δικαστήριο: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου επιτρέπον και διατάττον την αντεξέταση του Πολύδωρου Πολυδώρου από τη Λευκωσία καταθέτη της Ενόρκου Δηλώσεως ημερομηνίας 12/10/2012 στην οποία βασίζεται η Ένσταση της Καθ' ης η αίτηση για τη μη έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος για παραμερισμό της Απόφασης ημερομηνίας 27/4/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπ' αριθμό Αγωγή 5530/2009 που υποβλήθηκε από τον Αιτητή με αίτησή του ημερομηνίας 21/9/
- Β. Οποιαδήποτε θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπουσα. Γ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.». Η αίτηση βασίζεται στην Δ.39 Θ.1, Δ.37, Δ.38, θ.θ.1-3, Δ.48 θ.θ. 1- 9 και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ») ημερ. 15.11.2012 της κας Νικολέττας Νικολάου εκ Λευκωσίας, η οποία κατά το χρόνο που υπέγραφε την εν λόγω Ε/Δ, δήλωνε ότι είναι δικηγόρος στο γραφείο Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. το οποίο κατά τον ίδιο χρόνο ενεργούσε ως δικηγορικό γραφείο του Εναγομένου στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Ειδικότερα, κατά τον χρόνο εκείνο, ο κ. Χρίστος Κληρίδης ήταν ο συγκεκριμένος δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση του Εναγομένου και από εκείνον είναι που η κα Ν. Νικολάου δηλώνει (βλ. παρα. 1 της Ε/Δ της) ότι άντλησε την πληροφόρηση για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Πέραν τούτου όμως, η ίδια ενόρκως δηλούσα δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από μελέτη των σχετικών εγγράφων και της σχετικής αλληλογραφίας. Είναι εξουσιοδοτημένη, εξ' όσων δηλώνει, από τον Εναγόμενο - Αιτητή στην υπό κρίση αίτηση, να προβεί στην Ε/Δ προς υποστήριξη της αίτησης. Προτού αναφερθώ στα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης, όπως αυτά αποτυπώνονται στην Ε/Δ της κας Νικολάου, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι το δικηγορικό γραφείο Φοίβος Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. απεσύρθη εν τέλει από δικηγόροι του Εναγομένου - Αιτητή στις 17.2.2014 και ανέλαβε την υπόθεσή του το Δικηγορικό Γραφείο Λ. Παπαφιλίππου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. μόλις στις 16.5.2014 το οποίο και καταχώρησε αυθημερόν γραπτή αγόρευση αναφορικά με την υπό κρίση αίτηση, οπόταν και επιφυλάχθηκε η παρούσα απόφαση. Στην εν λόγω γραπτή αγόρευση καθίσταται σαφές ότι υιοθετείται το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως, ημερ. 15.11.2012, της κας Ν. Νικολάου. Όπως επεξηγεί στις παρα. 2 και 3 της Ε/Δ της η κα. Νικολέττα Νικολάου, η υπό κρίση αίτηση αφορά στην εξασφάλιση άδειας αντεξέτασης του κ. Πολύδωρου Πολυδώρου επί της ενόρκου δηλώσεώς του, ημερ. 12.10.2012, η οποία συνοδεύει την Ένσταση της Ενάγουσας στην αίτηση παραμερισμού της απόφασης στην αγωγή. Η αντεξέταση του εν λόγω ενόρκως δηλούντα κρίθηκε αναγκαία από τον τότε δικηγόρο του Εναγομένου, κ. Χρίστο Κληρίδη, αφού μελέτησε την ένορκη δήλωση του κ. Πολυδώρου, η οποία του επιδόθηκε στις 22.10.2012, με ορισμένη την ίδια την αίτηση παραμερισμού ορισμένη για 1η εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου στις 2.11.
- Η αίτηση αντεξέτασης ορίστηκε ευθύς μετά την εν λόγω εμφάνιση, στις 15.11.2012, ενόψει του ορισμού της αίτησης παραμερισμού για ακρόαση στις 10.12.
- Η αντεξέταση που ζητείται να γίνει καλύπτει σχεδόν όλο το φάσμα της ενόρκου δηλώσεως του κ. Πολυδώρου. Το ότι είναι τόσο εκτενής προκύπτει αβίαστα από την παρα. 4 της Ε/Δ της κας Νικολάου. Γίνεται εκεί αναφορά για αντεξέταση του κ. Πολυδώρου επί του περιεχομένου των παρα. 5(β)(δ)(ε), 6, 8, 10, 11, 12, 13, 14, 16, 17, 19, 20, 21, 22, 23 και εκτίθενται οι εκεί αναφερόμενοι ισχυρισμοί του κ. Πολυδώρου οι οποίοι αμφισβητούνται από τον Εναγόμενο. Παραθέτω παρακάτω, ενδεικτικά, τους ισχυρισμούς επί των οποίων επιδιώκεται η αντεξέταση του κ. Πολυδώρου: · Τον βάσει της Ένορκης Δήλωσης του Επιδότη Μιχάλη Νεοφύτου ημερομ. 12/10/2009 (Βλ. Τεκμήριο 1 Ένορκης Δήλωσης του) φαίνεται καθαρά και αδιαμφισβήτητα ότι στις 8/10/2009 το Κλητήριο Ένταλμα αναφορικά με την παρούσα αγωγή επιδόθηκε στον Εναγόμενο (Αιτητή) προσωπικά έναντι της υπογραφής του. · Ότι οι Ενάγοντες (Καθ' ων) ορθά προχώρησαν στην καταχώρηση αίτησης για απόφαση εναντίον του Εναγομένου (Αιτητή) ημερομηνίας 14/4/10 λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης. · Ότι σε καμία περίπτωση ο ιδιώτης επιδότης Μιχάλης Νεοφύτου έχει προβεί σε ψευδή δήλωση. · Ότι οποιεσδήποτε επιδόσεις τυχόν έκανε ο Μιχάλης Νεοφύτου σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και/ή μέλος της οικογένειας του Εναγομένου Αιτητή είναι ισχυρισμοί παντελώς ατεκμηρίωτοι, δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση και/ή σίγουρα δεν τείνει να αποδείξει ένα τέτοιο ισχυρισμό ότι ο επιδότης προέβη σε οποιαδήποτε αναληθή δήλωση. · Ότι ο Εναγόμενος (Αιτητής) ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ενήμερος για την διαδικασία που εκκρεμούσε εναντίον του αλλά παρ' όλα αυτά δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για να υπερασπιστεί τα ισχυριζόμενα δικαιώματα του. · Ότι οι ισχυρισμοί του Εναγομένου (Αιτητή) είναι αντιφατικοί καθότι από τη μία παραδέχεται την έκδοση απόφασης εναντίον του στις 27/4/2010 και από την άλλη ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες (Καθ' ης) τον διαβεβαίωσαν ότι δεν θα προχωρούσαν εναντίον του. · Ότι ο Εναγόμενος (Αιτητής) δεν απέδειξε με οποιοδήποτε τρόπο ότι όντως παραπλανήθηκε να μην καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή και/ή ότι αυτοί του οι ισχυρισμοί είναι απαράδεκτοι. · Ότι οι ισχυρισμοί του Εναγομένου Αιτητή σε σχέση με την Αγωγή 5569/09 καμία σχέση έχουν με την παρούσα Αγωγή και/ή δεν χωρούν στο παρόν στάδιο και/ή δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Σεβαστό Δικαστήριο. · Ότι σε καμία περίπτωση οι Ενάγοντες - Καθ'ων προέβησαν σε παράνομες χρεώσεις και/ή σε παράνομο υπολογισμό τόκων ως ισχυρίζεται ο Αιτητής και ότι το Τεκμήριο 9 της Αίτησης ουδόλως αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Είναι η θέσης της κας Ν. Νικολάου στην παρα. 7 της Ε/Δ που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ότι τυχόν απόρριψη του αιτήματος για αντεξέταση του Πολύδωρου Πολυδώρου επί των επιλεγμένων παραγράφων που η πλευρά του Εναγομένου / Αιτητή επιθυμεί να αντεξετάσει, θα αποστερήσει από το Δικαστήριο την ευχέρεια να αποκτήσει μία πλήρη γνώση των πραγματικών γεγονότων αφού οι συγκεκριμένες αναφορές της Καθ' ης δια μέσου της Ένορκης Δήλωσης του Ένορκως Δηλούντα κ Πολυδώρου θα παραμείνουν αναντίλεκτες. Ως εκ τούτου, τυχόν απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή θα αποστερείσει το δικαίωμα και την δυνατότητα που παρέχεται στον Αιτητή από την Δ.39, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το οποίο απορρέει και από το Σύνταγμα στα πλαίσια του δικαιώματος για δίκαιη δίκη. Η Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στο αίτημα αντεξέτασης του κ. Πολυδώρου. Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης καταχωρήθηκε στις 4.3.
- Η ένσταση βασίζεται στη Δ.37, Δ.38 και Δ.39, καθώς και επί του περιεχομένου του φακέλου του Δικαστηρίου, των συμφυών αυτού εξουσιών και της διακριτικής του ευχέρειας. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται στην Ειδοποίηση Ένστασης είναι οι ακόλουθοι: (α) Δεν στοιχειοθετείται καμία εξαιρετική ή ειδική περίσταση για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης, ούτε και υπάρχει επίκληση τέτοιων ειδικών ή εξαιρετικών περιστάσεων. (β) Οι Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση λέγουν ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια κωλυσιεργίας και συνεπακόλουθα κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court) εκ μέρους του αιτητή καθότι έχει αποκλειστικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση τςη αρχικής αιτήσεως του εναγομένου / αιτητή ημερ. 21.9.
- (γ) Οι Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση δηλώνουν ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική, αδικαιολόγητη και εκφοβιστική, αφού όπως ο ίδιος ο αιτητής αναφέρει στην παρα. 6 της ένορκης δήλωσης σκοπό έχει την υπονόμευση της αξιοπιστίας του κ. Πολυδώρου, ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Εναγόντων ημερ. 12.10.2012 για παραμερισμό της απόφασης. (δ) Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει όλο το απαραίτητο υλικό, υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων, που να επιτρέπει στο Σεβαστό Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του Εναγομένου / Αιτητή στις 27.4.2010 οφείλει να παραμεριστεί. (ε) Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η παρούς αίτηση για αντεξέταση αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process of the Court) καθότι οι ενάγοντες δικαιωματικά προέβησαν στην καταχώριση της αιτήσεως τους για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης εκ μέρους του εναγομένου, μετά την επίδοση σε αυτόν του κλητηρίου, αφού η προθεσμία για την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης είχε προ πολλού περάσει. (στ) Οι Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση λέγουν ότι τυχόν έκδοση του υπό αναφορά διατάγματος συνεπάγεται άμεσο περιορισμό των δικαιωμάτων του, κωλυσιεργία και πρόκληση ζημιάς. (ζ) Η παρούσα αίτηση είναι έκδηλα καταχρηστική, ανυπόστατη και άνευ αντικειμένου, αφού αυτό που εξετάζεται και/ή καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσον δικαιωματικά και ορθά οι Ενάγοντες προέβησαν στην καταχώρηση της αιτήσεως για έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου λόγω παρέλευσης του χρόνου στον οποίο όφειλε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. (η) Η παρούσα αίτηση είναι ανυπόστατη και άνευ αντικειμένου, καθότι το ιστορικό φαίνεται ξεκάθαρα και είναι αυταπόδεικτο από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Συνεπώς καμία αντεξέταση του κ. Πολυδώρου δεν είναι απαραίτητη κατά την εισήγηση μας επί της υποκειμενικής απόψεως του ενόρκως δηλούντα κ. Πολυδώρου. (θ) Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική καθ' ότι ο Αιτητής επιθυμεί ουσιαστικά να αντεξετάσει επί ολόκληρου του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του κ. Πολυδώρου ανεξαιρέτως, χωρίς να υποδεικνύει την αναγκαιότητα περί τούτου. (ι) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και πρέπει να απορριφθεί καθότι ουσιαστικά ο αιτητής επιθυμεί μέσω της επίδικης αίτησης να αντεξετάσει επί της ουσίας της αιτήσεως του για παραμερισμό ημερ. 21.9.12 και να εκμαιεύσει περαιτέρω μαρτυρία επί του θέματος, πέραν των ήδη κατατεθειμένων ενόρκων δηλώσεων. Η Ειδοποίηση Ένστασης συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση, ημερ. 4.3.2014, του κ. Νικόλα Κουρσάρη, ο οποίος είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε που εμφανίζεται για την Ενάγουσα/ Καθ' ης η αίτηση. Υιοθετεί ουσιαστικά όλους τους λόγους ένστασης που εκτίθενται στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, και ειδικότερα που άπτονται της καθυστέρησης στην έγερση της αίτησης και στην καταχρηστικότητά της. Κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ, ειδικότερα, στο περιεχόμενο των παρα. 4, 6, 7 και 8 της της Ε/Δ του κ. Κουρσάρη. Αυτό που επισημαίνει ο κ. Κουρσάρης στην παρα. 4 είναι ότι με απόφαση του Δικαστηρίου στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ημερ. 27.4.2010, έχει ήδη διατυπωθεί δικαστική κρίση ότι πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης της εν λόγω απόφασης. Όλο το σχετικό υλικό βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και η αιτούμενη αντεξέταση δεν έχει τίποτα να προσθέσει ή να υποβοηθήσει το Δικαστήριο σχετικά με το νομότυπο της έκδοσης της απόφασης. Περαιτέρω, στην παρα. 4 της Ε/Δ του, ο κ. Κουρσάρης επισημαίνει ότι έχουν παρέλθει από το έτος 2009 που εκδόθηκε η απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, 3 χρόνια (τούτο ίσχυε κατά την ημερ. Ε/Δ του κ. Κουρσάρη) και ο Εναγόμενος / αιτητής ενώ γνώριζε τούτο από το έτος 2009, επέλεξε μετά από 2 και πλέον έτη να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού και την αίτηση αντεξέτασης του κ. Πολυδώρου. Προσθέτει, δε, ο κ. Κουρσάρης στην παρα. 7 της Ε/Δ του, ότι η αίτηση αντεξέτασης καταχωρήθηκε με καθυστέρηση ενός μηνός από την ημερομηνία λήψης της Ε/Δ του κ. Πολυδώρου που συνόδευε την ένσταση της Ενάγουσας. Τέλος, στην παρα. 8 της Ε/Δ του, ο κ. Κουρσάρης επισημαίνει στο Δικαστήριο ότι η αίτηση αφορά σε αντεξέταση επί ολόκληρου του περιεχομένου της Ε/Δ του κ. Κουρσάρη με πολλή λεπτομέρεια ωσάν να δικάζεται προφορικά και εξ υπαρχής η αγωγή Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων (Εναγόντων - Αιτητών και Εναγομένου αρ. 3 - Καθ' ου η αίτηση) εφοδίασαν το Δικαστήριο με γραπτή αγόρευση σε ό,τι αφορά την υπό κρίση αίτηση αντεξέτασης, υιοθετώντας πλήρως όσα αναφέρονταν στα σχετικά με αυτήν δικόγραφα. Έχω λάβει υπόψιν μου τις εκατέρωθεν θέσεις στο βαθμό που χρειάζεται προς αιτιολόγηση της δικαστικής μου κρίσης, την οποία εκθέτω πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Βασικό έρεισμα για την υπό κρίση αίτηση είναι η Διαταγή 39, θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθαː «O.39, r.1ː Upon an application evidence may be given by affidavit, but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross- examination.". Και σε ελληνική μετάφραση: «Κατόπιν αιτήσεως μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο κατάθεση (δήλωση) αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως οιουδήποτε των διαδίκων, να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση.». Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1660, ο Καλλής, Δ.,σημείωσε, με αναφορά στην πιο πάνω Διαταγή 39, θ. 1, ότι το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και πρόσθεσε ότι «Για τα κριτήρια άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμη καθοδήγηση από τα κρατούντα στην Αγγλία.». Στην ίδια απόφαση αναφέρθηκε από τον Καλλή, Δ., ότι άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ενώ η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για του ςοποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Όπως, όμως εύστοχα παρατήρησε αδελφός μου Δικαστής σε πρωτόδικη απόφαση, ημερ. 14.1.2010, στην αγωγή αρ. 7671/09, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. 1. Μιχάλης Ιωαννίδης και 2. Πόλυς Λουκά Χατζιωάννου, η πιο πάνω απόφαση του Δικαστή Καλλή δόθηκε σε διαδικασία αίτησης για έκδοση Habeas Corpus και η νομολογία περί εξαιρετικών περιστάσεων στην οποία αναφέρθηκε εφαρμόζετο σε τέτοιου είδους αιτήσεις για Habeas Corpus. Σημειώνω ότι σε πιο πρόσφατες αποφάσεις (βλ. την απόφαση του Ναθαναήλ, Δ στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 18/2018, Αναφορικά με την αιτηση των λευτερη μηλου και πανικου χατζηλοϊζου
(2008)1Α α.α.δ. 280, και την πρωτόδικη απόφαση του Κληρίδη, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, ημερ. 9.4.2009 στην αγωγή 7123/2008, υιοθετείται η θέση ότι η Δ.39. θ.1 παρέχει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή απορρίψει την αίτηση «ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της» (δέστε Annual Practice 1958 σελ. 865 και Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418 - 419, παρα. 878), χωρίς δηλαδή να απαιτείται να αποδειχθούν εξαιρετικές περιστάσεις. Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση του κατά πόσον δικαιολογείται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπό κρίση αίτησης στην παρούσα αγωγή, η χορήγηση για άδεια αντεξέτασης του κ. Πολύδωρου Πολυδώρου, κρίνω κατάλληλο να αναφερθώ στις νομικές συνέπειες σε περίπτωση που δεν επιτραπεί η αιτούμενη αντεξέτασηː Παρατηρώ κατ' αρχάς ότι δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρχε αντεξέταση (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 491). Ωστόσο, εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1057). Παρόμοιοι κανόνες φαίνεται να ισχύουν και στις ακροάσεις αιτήσεων. Στην υπόθεση Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α Α.Α.Δ. 624, η Ε. Παπαδοπούλου, Δ. παρατήρησε τα εξήςː «Ο ισχυρισμός ότι η άλλη πλευρά δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων ή ότι δεν υπήρχε περί του αντιθέτου μαρτυρία, δεν οδηγεί, άνευ ετέρου σε αποδοχή τους. Στην παρούσα περίπτωση τα γεγονότα τα οποία επικαλούνται οι εφεσείοντες ανατρέπονται από προηγούμενες αναφορές των συνηγόρων τους ενώπιον του Δικαστηρίου.». Πάντως, σε περιπτώσεις παράθεσης αντίθετων ισχυρισμών σε ακροάσεις αιτήσεων, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε εύρημα ποια εκδοχή κάνει αποδεκτή. Όταν οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάζονται, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να υπεισέρχεται σε εύρημα αξιοπιστίας των ενόρκων δηλούντων. Το εύρημα του όμως μπορεί να στηρίζεται σε άλλα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιόν του (βλ. Irena Knitting Ltd κ.α. ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1Β ΑΑΔ 816). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Στο πλαίσιο διαμόρφωσης της δικαστικής μου κρίσης επί της υπό εξέταση αίτησης δεν μπορώ να παραβλέψω τις προϋποθέσεις για τον παραμερισμό μιας απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του Εναγομένου, δυνάμει της Δ.17 θ.10, και το ότι το βάρος της απόδειξης ότι συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της απόφασης βρίσκεται στους ώμους αυτού που αιτείται τον παραμερισμό, εν προκειμένω του Εναγομένου. Σε ό,τι αφορά τις σχετικές προϋποθέσεις παραμερισμού, επισημαίνω ότι αυτές συνοψίσθηκαν πρόσφατα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 15.1.2013, στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμαː «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.». Ως προς το βάρος της απόδειξης σε αίτηση παραμερισμού ερήμην εκδοθείσας απόφασης σε αγωγή, παραπέμπω στην απόφαση Merkis v. Yiannoukas and another
(1994)1 AAA 736 όπου λέχθηκε ότι «από το σκεπτικό της Evans ν. Bartlam συνεπάγεται ότι- i. Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή... ii. ... Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιαδήποτε άλλη έγγραφη μαρτυρία συνημμένη στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.». Στην παρούσα υπόθεση δεν μου διαφεύγει λοιπόν ότι το βάρος να αποδείξει τις ανωτέρω προϋποθέσεις είναι στους ώμους του Εναγομένου, κ. Πέτρου Στρατή. Δεν μου διαφεύγει επίσης το γεγονός ότι, σε συνάρτηση με το λόγο μη καταχώρισης εμφάνισης στην αγωγή, ο Εναγόμενος αρνείται την εκδοχή του κ. Πολυδώρου περί προσωπικής επίδοσης του κλητηρίου στον ίδιο τον Εναγόμενο και επί τούτου επιθυμεί να τον αντεξετάσει. Στην Πολιτική Έφεση 284/2008, Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian, απόφαση ημερ. 10/5/2011, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι, εφόσον η ένορκη δήλωση του επιδότη είναι σαφής (εν προκειμένω ως προς την ιδιότητα του προσώπου στο οποίο αφήνεται το κλητήριο), έτσι ώστε να μπορεί να ασκηθεί δικαστικός έλεγχος σχετικά με το νομότυπο ή μη της επίδοσης, το Δικαστήριο προχωρεί σε έλεγχο του νομότυπου στη βάση ελέγχου της αξιοπιστίας των δύο εκδοχών που τίθενται ενώπιον του, ήτοι, αφενός της εκδοχής του προσώπου που αιτείται τον παραμερισμό υποστηρίζοντας ότι του είναι παντελώς άγνωστο το πρόσωπο στο οποίο αφέθηκε το κλητήριο και, αφετέρου, της εκδοχής ότι εκείνο το πρόσωπο ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης ο υπεύθυνος του τόπου εργασίας του αιτητή. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Νέμιτσας ανωτέρωː «Τα γεγονότα της παρούσας διαφοροποιούνται από εκείνα της υπόθεσης στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd, (πιο πάνω). Εκεί επρόκειτο για επίδοση σε νομικό πρόσωπο και απουσίαζε εντελώς η ιδιότητα του προσώπου στο οποίο αφέθηκε το Κλητήριο ΄Ενταλμα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο το νομότυπο της επίδοσης. Στην περίπτωσή μας, η ιδιότητα του προσώπου στο οποίο επιδόθηκε η αγωγή καταγραφόταν ρητά και ήταν ζήτημα ποια εκδοχή θα γινόταν αποδεχτή - ή εκείνη του επιδότη, λαμβανομένων υπόψη και των υπολοίπων στοιχείων του φακέλου, ή εκείνη του εφεσείοντα.». Αναγνωρίζω, υπό το φως των ανωτέρω, το δικαίωμα του Εναγομένου - Αιτητή να προωθήσει εκείνα τα δικονομικά διαβήματα, περιλαμβανομένης της αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την εκδοχή του έτερου διάδικου, προκειμένου να αμφισβητήσει εκείνην την εκδοχή και να ισχυροποιήσει τη δική του εκδοχή. Ωστόσο, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και ειδικότερα υπό το φως των δικονομικών διαβημάτων που έχει ήδη αξιοποιήσει ο Εναγόμενος, και αναφέρομαι ειδικότερα στην καταχώριση, κατόπιν εξασφάλισης άδειας, δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, αφενός από τον ίδιο, δηλ. τον Εναγόμενο, και αφετέρου από τον αδελφό του, κ. Σάββα Στρατή, ο Εναγόμενος έχει ουσιαστικά ήδη λάβει την ευκαιρία να απαντήσει στους ισχυρισμούς γεγονότων που εξέθεσε ο κ. Πολύδωρος Πολυδώρου στην Ε/Δ του που συνοδεύει την Ειδοποίηση Ένστασης στην αίτηση παραμερισμού, καθιστώντας έτσι αχρείαστη πλέον την αντεξέταση του κ. Πολυδώρου. Δεν υφίσταται δηλαδή περίπτωση να παραμείνουν αναντίλεκτοι οι ισχυρισμοί του κ. Πολύδωρου Πολυδώρου εάν δεν επιτραπεί η αντεξέτασή του από το συνήγορο του Εναγομένου, εφόσον έχουν ήδη απαντηθεί οι εν λόγω ισχυρισμοί με τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Συγκεκριμένα, σε ό,τι αφορά τα ζητήματα που άπτονται του νομότυπου της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής στον Εναγόμενο, ο Εναγόμενος έχει ήδη καλύψει με τη Συμπληρωματική Έ/Δ ημερ. 13.9.2013 τους ισχυρισμούς του κ. Πολυδώρου στους οποίους ήθελε να απαντήσει, και έχει δώσει λεπτομέρειες τόσο για την καταγγελία που αυτός έκανε στην Αστυνομία εναντίον του επιδότη για ψευδή ένορκη δήλωση επίδοσης, όσο και για την πορεία επεξεργασίας της καταγγελίας του. Πέραν τούτου, ο αδερφός του Εναγομένου, κ. Σάββας Στρατής, σε Ε/Δ ημερ. 16.9.2013 που του δόθηκε άδεια να καταχωρήσει, υποστήριξε την εκδοχή ότι εκείνος ήταν το πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκε το κλητήριο, ενισχύοντας έτσι την εκδοχή του Εναγομένου και απαντώντας ή/και αμφισβητώντας την εκδοχή που υποστηρίζει ο κ. Πολυδώρου, ο οποίος με τη σειρά του υιοθετούσε ως ορθή και αληθή την ένορκη δήλωση του επιδότη κ. Μιχάλη Νεοφύτου. Δεδομένου των Απαντητικών ή/και συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν μετά την υποβολή της αίτησης αντεξέτασης, δεν βλέπω πλέον χρησιμότητα στην αντεξέταση του κ. Πολυδώρου, όταν ο ίδιος δεν είναι επιδότης ούτε ισχυρίζεται ότι είναι. Διαφορετική, ενδεχομένως, να ήταν η κρίση μου εάν το πρόσωπο που ζητείτο να αντεξετασθεί ήταν ο ίδιος ο επιδότης δεδομένων και των όσων αναφέρονται στην απόφαση, ημερ. 6.7.2012, στην Πολιτική Έφεση 66/2009, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v Ανδρούλλας Γεωργίου Κωστή. Σε ό,τι δε αφορά την εκδοχή του Εναγομένου που άπτεται της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, υπενθυμίζω ότι εκείνο που το Δικαστήριο έχει να κρίνει στην αίτηση παραμερισμού της απόφασης στην αγωγή είναι το κατά πόσον ο Εναγόμενος έχει δώσει επαρκείς λεπτομέρειες γεγονότων που αποκαλύπτουν καλή βάση υπεράσπισης. Στην παρούσα υπόθεση, η εκδοχή του Εναγομένου είναι ότι με έρευνα που έκανε μέσω λογιστή, διαπίστωσε ότι η Ενάγουσα τον επιβάρυνε αντισυμβατικά με υπερχρεώσεις και/ή παράνομους τόκους, η οποία εκδοχή προωθείται στη βάση του Τεκμηρίου 9 της Ε/Δ του Εναγομένου που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού. Ο κ. Πολυδώρου αρνήθηκε αυτόν τον ισχυρισμό στη δική του Ε/Δ ημερ. 12.10.2012. Δεν ενδιαφέρει, ωστόσο, η υποκειμενική αξιολόγηση των λεπτομερειών γεγονότων εκ μέρους του κ. Πολυδώρου. Είναι ζήτημα κρίσης του Δικαστηρίου το κατά πόσον προκύπτει συζητήσιμη υπόθεση υπεράσπισης στη βάση της Ε/Δ του Εναγομένου, περιλαμβανομένων των τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτήν. Εναπόκειται δε στην πλευρά της Ενάγουσας να προβεί σε διαδικαστικά διαβήματα για να αμφισβητήσει, αν το επιθυμεί, την εκδοχή γεγονότων ως οι λεπομέρειες που δίδει ο Εναγόμενος, περιλαμβανομένων των εγγράφων στα οποία ο ίδιος στηρίζεται. Εάν υπό τις ανωτέρω περιστάσεις της υπόθεσης επιτραπεί η αντεξέταση του κ. Πολυδώρου, διαβλέπω ότι μόνο περαιτέρω και αχρείαστη καθυστέρηση θα προκληθεί στην έναρξη της ακρόασης της αίτησης παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή ερήμην του Εναγομένου στις 27.4.2010. Έχει ήδη σημειωθεί σημαντική καθυστέρηση στην έναρξή της ως αναλύω πιο κάτω. Σε ό,τι αφορά την περίοδο από την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης (15.11.2012) μέχρι και την ημερομηνία ορισμού της για ακρόαση (23.10.2013), προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι η Ειδοποίηση Ένστασης καταχωρήθηκε την 4.3.2013, αλλά λόγω του ότι εκκρεμούσε και άλλη αίτηση του Εναγομένου ίδιας ημερομηνίας, ημερ. 15.11.2012, για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή, στην οποία επίσης καταχωρήθηκε ένσταση στις 9.4.2013, εκείνη εκδικάστηκε πρώτη, με την απόφαση του Δικαστηρίου να δίδεται στις 27.5.2013. Πέραν τούτου, μεσολάβησε η καταχώριση και άλλης αίτησης από τον Εναγόμενο, ημερ. 9.4.2013 για άδεια καταχώρισης Συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων, την οποία οι συνήγοροι αμφότερων των διαδίκων εισηγήθηκαν προς το Δικαστήριο ότι θα ήταν ορθότερο να εκδικαστεί πριν την υπό κρίση αίτηση (βλ. τη σχετική δήλωση ως καταγράφεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 7.6.2013). Η ακρόαση της αίτησης ημερ. 9.4.2013 διεξήχθη στις 8.7.2013 και η απόφαση εκδόθηκε στις 5.9.2013. Η υπό κρίση αίτηση ορίστηκε ακολούθως για προγραμματισμό στις 24.9.2013 και εκείνην τη μέρα ορίστηκε για ακρόαση στις 23.10.2013. Συνεπώς, η όποια καθυστέρηση στην εξέταση της αίτησης μεταξύ 15.11.2012 και 23.10.2013 δεν οφείλετο στην Ενάγουσα ή στο Δικαστήριο, αλλά συνδέετο με την πολλαπλότητα αιτήσεων από μέρους του Εναγομένου, οι οποίες έχρηζαν εξέτασης. Η υπό κρίση αίτηση ορίστηκε πρώτη φορά για ακρόαση στις 23.10.2013 και στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα μέχρι τις 16.5.2014 που διεξήχθη η ακρόαση, η όλη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε οφειλόταν και πάλιν στην πλευρά του Εναγομένου - Αιτητή, χωρίς δηλαδή οποιαδήποτε υπαιτιότητα της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση ή του Δικαστηρίου (σχετικά τα πρακτικά του Δικαστηρίου, ημερ. 23.10.2013, 13.11.2013, 27.11.2013, 13.1.2014). Διευκρινίζω, βεβαίως, ότι η συμπεριφορά του Εναγομένου - Αιτητή και των συνηγόρων του σε αυτό το χρονικό διάστημα δεν κρίνεται καταχρηστική αφού συνδέετο με την υποβολή καταλόγου εξόδων για αριθμό υποθέσεων του Εναγομένου στο Πρωτοκολλητείο και ακολούθως με την ψήφιση των εν λόγω καταλόγων, έξοδα τα οποία έπρεπε να διευθετηθούν από τον Εναγόμενο προκειμένου να επιστραφεί σε αυτόν ο φάκελος της υπόθεσης από τους δικηγόρους του για να μπορεί να αναθέσει την υπόθεση σε νέους δικηγόρους. Στο σύνολο της ωστόσο η ήδη σημειωθείσα καθυστέρηση ήταν μεγάλη και δεν μπορώ να την παραβλέψω, ειδικά εφόσον κρίνω ότι δεν υπάρχουν τέτοιες ιδιαίτερες περιστάσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της αίτησης αντεξέτασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω την αίτηση του Εναγομένου - Αιτητή, με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο