AGV KLIMACONTROL LTD ν. Δ. ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής 1065/13, 20/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A282 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ Αρ. Αγωγής 1065/13 ΜΕΤΑΞΥ: AGV KLIMACONTROL LTD Ενάγουσας και
- Δ. ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΛΤΔ
- ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΙΧΑΗΛ Εναγομένων Ημερομηνία: 20 Ιουνίου 2014 Εμφανίσεις: Για τους ενάγουσα/αιτήτρια: κα Χριστοδουλίδου Α., δια Χριστοφή και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κ. Λ. Κούσιος δια Κούσιος & Κορφιώτης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για συνοπτική απόφαση) Με την αίτηση της ημερομηνίας 3/10/2013 η ενάγουσα/αιτήτρια (στο εξής «η αιτήτρια») αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση 1 και 2 (στο εξής «οι καθ' ων η αίτηση») πλέον έξοδα. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.18 Θ.1, Δ.48 Θ.1-4,
- Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της αιτήτριας Άγγελου Πετρίδη, ο οποίος σε αυτήν αναφέρει ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και περαιτέρω αναφέρει ότι όλα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση προκύπτουν από την προσωπική του γνώση εκτός όπου αναφέρει διαφορετικά. Αναφέρει επίσης ότι έχει αναγνώσει το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και συμφωνεί πλήρως με αυτό και το επαναλαμβάνει ενόρκως. Περαιτέρω και αφού κάνει αναφορά στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, αναφέρει ότι επιβεβαιώνει ότι οι καθ' ων η αίτηση οφείλουν στην αιτήτρια το ποσό των €12,041.97 πλέον νόμιμο τόκο, πλέον Φ.Π.Α. ως η παράγραφος 12, 12.1., 12.
- και 12.3 της έκθεσης απαίτησης. Όπως περαιτέρω εξηγεί η πιο πάνω οφειλή αντιστοιχεί στην οφειλή τιμολογίων και χρεωστικού λογαριασμού, για προϊόντα τα οποία αγόραζε η καθ' ης η αίτηση 1 από την αιτήτρια κατά διάφορες περιόδους και τα οποία παραμένουν οφειλόμενα. Επισυνάπτει δε ως Τεκμήριο 1, κατάσταση λογαριασμού, για την περίοδο από 1/12/10-10/09/12, στην οποία φαίνεται το υπόλοιπο λογαριασμού της καθ' ης η αίτηση 1, το οποίο παραμένει οφειλόμενο μέχρι σήμερα. Περαιτέρω επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2, δέσμη τιμολογίων, υπογραμμένα, από τα οποία, ως αναφέρει, προκύπτει το ποσό της απαίτησης στην παρούσα αγωγή και τα οποία συμποσούνται σε €23,218.
- Όπως περαιτέρω επεξηγεί, το ανωτέρω ποσό είναι μεγαλύτερο από το ποσό της απαίτησης, διότι κατά διαστήματα η καθ' ης 1 εξοφλούσε κάποια τιμολόγια και στην πορεία αγόραζε νέα προϊόντα από τους ενάγοντες με αποτέλεσμα να δημιουργούνται νέα οφειλόμενα τιμολόγια. Σε κάθε περίπτωση αναφέρει ότι το οφειλόμενο ποσό της καθ' ης η αίτηση 1 σήμερα, είναι το ποσό το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 12.
- της έκθεσης απαίτησης, δηλαδή το ποσό των €12,041.
- Ως αναφέρει οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 έχουν προχωρήσει με την καταχώρηση υπεράσπισης, πλην όμως καμία ουσιαστική υπεράσπιση δεν εκτίθεται σε αυτή, πλην της γενικής και στείρας άρνησης των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης, με αποκλειστικό στόχο την καθυστέρηση της παρούσας διαδικασίας σε βαθμό που η συμπεριφορά τους να συνιστά, σύμφωνα πάντα με τον ομνύσαντα, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Υποστηρίζει δε ότι η υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκε καλόπιστα και ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο αυτή καταχωρήθηκε, είναι η πρόκληση καθυστέρησης στη διαδικασία και η δημιουργία άσκοπων εξόδων και ταλαιπωρίας για τους διαδίκους και συνακόλουθα αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η έκθεση απαίτησης. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση με την οποία προβάλλουν τους εξής λόγους ένστασης: «
- Η Ενάγουσα δεν έχει προβεί σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και/ή γεγονότων που σχετίζονται με την αίτηση και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καλή πίστη, ούτε με καθαρά χέρια και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο και/ή απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη και/ή ουσιαστικά στοιχεία και/ή γεγονότα σχετικά με την υπόθεση.
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 επαναλαμβάνουν την υπεράσπιση τους και δηλώνουν ότι ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε αγόρασε ο ίδιος προσωπικά οποιαδήποτε προϊόντα από την Ενάγουσα, δεν σύνηψε οιανδήποτε συμφωνία με την Ενάγουσα και ούτε και εγγυήθηκε τις οιεσδήποτε υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 έναντι της Ενάγουσας.
- Η αξίωση της Ενάγουσας έχει διευθετηθεί από την Εναγόμενη 1 πριν την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή η Εναγόμενη ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα. 4, Οι Εναγόμενοι έχουν καλή και/ή εύλογη και/ή βάσιμη υπεράσπιση την οποία δικαιούνται να προβάλουν κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της αγωγής.
- Σε περίπτωση που πετύχει η Αίτηση και/ή δεν επιτραπεί στους Εναγομένους να καταχωρήσουν υπεράσπιση θα παραβιάζεται το δικαίωμα τους για Δίκαιη Δίκη όπως αυτό κατοχυρώνεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος Κυπριακής Δημοκρατίας και στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων( ΕΣΔΑ).
- Η Ενάγουσα κωλύεται λόγω συμπεριφοράς να επικαλείται και/ή να δικαιούται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.
- Η Ενάγουσα ασκεί την παρούσα διαδικασία καταχρηστικά και/ή κακόπιστα και/ή με αλλότρια κίνητρα και/ή με μόνο σκοπό να αποστερήσει από τους Εναγόμενους το δικαίωμα τους να υπερασπιστούν την υπόθεση τους σε κανονική δίκη και να ακουστεί από το Δικαστήριο ώστε το τελευταίο να έχει υπόψη του όλα τα γεγονότα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση.
- Η Ενάγουσα δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και/ή δεν έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες στην αγωγή.
- Το ποσό που απαιτεί η Ενάγουσα δεν περιγράφεται επαρκώς και/ή δεν εξακριβώνεται από τα όσα αναφέρονται στην αίτηση και Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 2.10.2013 εφόσον η Ενάγουσα παρουσιάζει κατάσταση λογαριασμού που αφορά και άλλες ημερομηνίες εκτός της περιόδου 1.12.2010 μέχρι 10.9.
- Η ένορκη δήλωση του κ. Αγγέλου Πετρίδη που συνοδεύει την αίτηση χαρακτηρίζεται από ψεύδη, ανακρίβειες και αστήρικτους, αυθαίρετους και γενικούς ισχυρισμούς και/ή ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει επαρκώς τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και/ή αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης και/ή δεν αποκαλύπτει το σύνολο των γεγονότων.
- Η Ενάγουσα επέδειξε σε κάθε περίπτωση καθυστέρηση στις ενέργειες της και/ή στην λήψη των σχετικών δικονομικών διαβημάτων διότι έχει ήδη καταχωρηθεί και η υπεράσπιση εκ μέρους των Εναγομένων καθώς και η απάντηση στην υπεράσπιση εκ μέρους της Ενάγουσας.
- Δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως έχουν καθοριστεί από τη σχετική νομολογία.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της καθ' ης η αίτηση 1, ήτοι του καθ' ου η αίτηση 2, Δημήτρη Μιχαήλ, ο οποίος σε αυτήν αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την καθ' ης η αίτηση 1 να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης της. Ως δε διευκρινίζει για όσα θέματα δεν έχει προσωπική γνώση, αναφέρει την πηγή πληροφόρησης του. Ο ομνύσας με την ένορκη δήλωση του υιοθετεί και επαναλαμβάνει, τους λόγους ένστασης καθώς και το περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης των καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω αναφέρει ότι έχει αναγνώσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και διαφωνεί με αυτή, ενώ όπως υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών, καταχρηστικά προβαίνει σ' αυτή και δεν λέει την αλήθεια ή όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Όπως ο ίδιος αναφέρει η καθ' ης η αίτηση 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομότυπα εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Λευκωσία και ασχολείται μεταξύ άλλων με κατασκευαστικές εργασίες. Όπως περαιτέρω αναφέρει η καθ' ης η αίτηση 1 αγόραζε και προμηθευόταν διάφορα προϊόντα από την αιτήτρια, επί πιστώσει και έναντι λογαριασμού, η δε αιτήτρια εξέδιδε τιμολόγια και διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση
- Είναι η θέση του ότι η καθ' ης η αίτηση 1 έχει εξοφλήσει πλήρως το οποιοδήποτε υπόλοιπο λογαριασμού προς την αιτήτρια για τα προϊόντα ή υπηρεσίες που λάμβανε και μέχρι και σήμερα ουδέν ποσό οφείλει στην αιτήτρια. Περαιτέρω ως αναφέρει ουδέποτε ο ίδιος προσωπικά συνήψε οποιαδήποτε συμφωνία με την αιτήτρια ή εγγυήθηκε τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της καθ' ης η αίτηση 1 έναντι της αιτήτριας. Παραδέχεται ότι είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της καθ' ης η αίτηση 1, πράγμα το οποίο όμως όπως υποστηρίζει δεν τον καθιστά προσωπικά υπεύθυνο για δοσοληψίες της καθ' ης η αίτηση
- Διευκρινίζει δε ότι οι σχέσεις και η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων ήταν πολύ καλές μέχρι και την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Επιπλέον, και σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που έχει λάβει, υποστηρίζει ότι η αιτήτρια κωλύεται στην προώθηση της παρούσας αίτησης διότι έχει ήδη προηγηθεί της καταχώρησης της, η καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγομένων και η απάντηση στην υπεράσπιση εκ μέρους της ενάγουσας/αιτήτριας. Είναι εν τέλει η θέση του ότι από τα πιο πάνω είναι προφανές ότι η αιτήτρια εκδικητικά, με προφανή κακοπιστία και με μεγάλη καθυστέρηση καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση προκειμένου να ασκήσει προς την πλευρά των καθ' ων η αίτηση αδικαιολόγητη πίεση. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι η αιτήτρια δεν παρουσιάζει ακριβή στοιχεία σε σχέση με το ποσό που απαιτεί εφόσον το Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του κ. Αγγέλου Πετρίδη παρουσιάζει υπόλοιπο εκ μεταφοράς το οποίο δεν προκύπτει κατά την περίοδο 1.12.2010 μέχρι 10.9.2012 και χωρίς αυτό να δικαιολογείται ή να τεκμηριώνεται με οποιοδήποτε τρόπο. Ο ίδιος δε υποστηρίζει πως το υπόλοιπο εκ μεταφοράς δεν ισχύει και σε κάθε περίπτωση η καθ' ης η αίτηση 1 έχει εξοφλήσει, σε διάφορες ημερομηνίες, οποιοδήποτε ποσό οφειλόταν στην αιτήτρια. Υπό το φως των πιο πάνω είναι η θέση του ότι η αιτήτρια όχι μόνο δεν έχει καλή βάση αγωγής εναντίον των καθ' ων η αίτηση στην πιο πάνω αγωγή, αλλά από τα πιο πάνω αναφερόμενα είναι έκδηλο ότι η αιτήτρια ουδέν δικαίωμα έχει να διεκδικεί από τους καθ' ων η αίτηση το ποσό που διεκδικεί, ενώ εν πάση περιπτώσει δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της αίτησης. Υποστηρίζει δε ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν καλή υπεράσπιση την οποία δικαιούνται να προβάλουν κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της αγωγής και ότι όλα τα θέματα που εγείρονται ανωτέρω θα πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο της μαρτυρίας που θα ακουστεί κατά την ακροαματική διαδικασία και ότι εν πάσει περιπτώσει η παρούσα υπόθεση δεν είναι από τις περιπτώσεις που μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Η διαδικασία Οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, αναφορά δε σε αυτές θα γίνει κατωτέρω στα πλαίσια ανάπτυξης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η Δ.18 Κ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση έχει ως εξής: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Με βάση την πιο πάνω διάταξη οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου με βάση τη εν λόγω διάταξη είναι οι εξής:
- Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Κ.
- Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή.
- Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σε περιπτώσεις δε όπως την παρούσα που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο, μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για όλα τα πιο πάνω (βλ. Annual Practice 1955, σελ. 174 και Stavrinides ν. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 και Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782). Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι ενώ σε ενδιάμεσες αιτήσεις, δυνάμει της Δ.39 Θ2, θεωρούνται επαρκείς δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά, στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση ο ενόρκως δηλών θα πρέπει να έχει δυνάμει της Δ.18 Θ1(α), προσωπική γνώση των γεγονότων και να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά. (βλ. Stavrinides (ανωτέρω)). Απλή δήλωση του ενόρκως δηλούντα ότι μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα δεν αρκεί. Πρέπει να δείξει κάτω από ποιες περιστάσεις απέκτησε γνώση των γεγονότων της υπόθεσης εφόσον είναι ξένος προς την αγωγή (βλ. Goodwin Barsby Ltd v. Premixco Asphalting Co Ltd
(1985)2 J.S.C 596). Γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς τη συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική, βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18 (βλ. Δημητρίου ανωτέρω και The Chain Gulf Traders Ltd v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1168). Βέβαια καθ' όσον αφορά την αναγκαιότητα επισύναψης εγγράφων ως τεκμηρίων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Δ.18 δεν απαιτεί όπως η ένορκος δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης συνοδεύεται από έγγραφα, εκτός εάν επιλέξει ο ίδιος ο αιτητής να αναφερθεί σε αυτά, οπόταν και πρέπει να επισυνάπτονται. Σχετικά είναι τα νομολογηθέντα στην Κυριάκου v. Αναστασίου Πολ. Εφ. 230/09 ημερομηνίας 22/1/2013, όπου αναφέρεται ότι η «.αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ. 1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων. Αν όμως ο ίδιος ο ενάγων-αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται.» Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, στερείται δικαιοδοσίας εξέτασης της ουσίας της αίτησης (βλ. Δημητρίου και Stavrinides (ανωτέρω)). Όταν όμως και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Βέβαια θα πρέπει να επισημανθεί πως στα πλαίσια αυτά δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς. Στην πρόσφατη απόφαση Κυριάκου v. Αναστασίου (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής: «Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.»» Με άλλα λόγια θα πρέπει ο εναγόμενος, να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο τις υπεράσπισης του ή και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλ. και Πολ. Εφεση 27/10 Sensus Gymnasium Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 4/9/2013). Εξυπακούεται βέβαια ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτά δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, αλλά αναζητεί την ύπαρξη συζητήσιμου θέματος προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι, όπως τονίστηκε και στην Δημητρίου (ανωτέρω), η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, δεδομένου του ότι ο καθορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων γίνεται χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και ως εκ τούτου θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ένορκη του Δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co- Operative Co Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στα ίδια πλαίσια στην Sensus Gymnasium Ltd (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα εξής: «...Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει πλήρως και με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος το οποίο προβλέπει ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Σχετική είναι η απόφαση Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd Πολ. Έφεση 11628/23.12.2003 όπου αναφέρονται τα εξής: «Έχουμε τη γνώμη πως θα έπρεπε να δοθεί η ευκαιρία στον εφεσείοντα να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τη θέση του. Δεν πρόκειται για περίπτωση απλού υπόλοιπου λογαριασμού, για τον οποίο δεν μπορούσε να προβληθεί οποιαδήποτε υπεράσπιση. Να υποδείξουμε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές, και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει, ως προς τα δικαιώματα δηλαδή που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 Κ.1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή.» Υπό το φως δε όλων των πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει με την ένορκη του δήλωση τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ1(α), πρέπει να εξετάζεται αυστηρά. Άλλωστε τούτο υποδεικνύεται ξεκάθαρα και στην Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ και άλλοι v. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1Γ AAΔ 1354 όπου αναφέρονται τα εξής: «Η διαδικασία για τη λήψη συνοπτικής απόφασης, ιδιαίτερα όσον αφορά την ένορκη δήλωση, είναι πολύ αυστηρή. Αυτό επιβάλλει ο δραστικός χαρακτήρας της. Σε άρθρο στο Solicitors Journal Vol. 139
(1995)στη σελ. 1125 και 1128 με τον τίτλο "Don't forget the affidavit" αναφέρεται: "Regardless of the merits of an application for summary judgment under RSC Ord. 14, it will undoubtedly fail if the procedural requirements are not met. This has been revisited in a recent case, Barclays Bank plc v. Piper, The Times, 31 May 1995 and emphasises the need for care in preparing an Ord 14 application... . ." . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Why are these requirements so important in an Ord 14 application? Order 14 is a summary process and should only be used when appropriate, where the defendant has no defence to the claim and not for tactical purposes. The essence of the application means that if the plaintiff succeeds the defendant is deprived of an opportunity to defend the case on the merits and is denied access to justice. As a summary procedure there is no room for error."» Ερχόμενη τώρα στην προκειμένη περίπτωση, σημειώνω ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις πληρούνται αφού το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικώς οπισθωγραφημένο και οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει εμφάνιση. Εξετάζοντας την τρίτη προϋπόθεση σημειώνω ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από διευθυντή της αιτήτριας ο οποίος προβαίνει σε ρητή δήλωση ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Όμως κατά τα λοιπά θεωρώ ότι η τρίτη προϋπόθεση δεν πληρούται, αφού από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν προκύπτει ότι ο ίδιος ο ενόρκως δηλών μπορεί να ορκιστεί θετικά σε σχέση με όλα τα γεγονότα που αναφέρει και σίγουρα με τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που επισυνάπτει δεν μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα της αιτήτριας ή και το ποσό που απαιτείται. Και εξηγώ. Στην προκειμένη περίπτωση ο ομνύσας για την αιτήτρια διατείνεται ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Αναφορικά δε με το υπόλοιπο βασίζεται για να το αποδείξει, σε έγγραφα και συγκεκριμένα σε κατάσταση λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο 1) την οποία επισυνάπτει, σε σχέση με την οποία όμως δεν αναφέρει αν ο ίδιος είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην κατάρτιση ή τήρηση της. Περαιτέρω κάνει αναφορά σε υπογραμμένα τιμολόγια (βλ. Τεκμήριο 2) τα οποία και επισυνάπτει, χωρίς να αναφέρει ποιος τα υπογράφει ή και αν ο ίδιος είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην έκδοση τους. Όπως δε έχει ήδη αναφερθεί γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς τη συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική, βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18 (βλ. Δημητρίου ανωτέρω και The Chain Gulf Traders Ltd v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1168). Υπό αυτές τις περιστάσεις και έχοντας υπόψη την αυστηρότητα με την οποία σύμφωνα και με την νομολογία που πιο πάνω παρατίθεται θα πρέπει να αποδεικνύονται οι προϋποθέσεις της Δ.18, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι ο ομνύσας για την αιτήτρια έχει καταδείξει ενώπιον μου ότι έχει θετική γνώση των όσων αναφέρει, με δεδομένα τα κενά που παρουσιάζει η ένορκος του δήλωση, αναφορικά με τα πιο πάνω ουσιώδη κατά την κρίση μου ζητήματα. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω ακόμα και αν δεχόμουν ότι ο ομνύσας για την αιτήτρια έχει θετική γνώση των όσων αναφέρει, με την μαρτυρία που προυσιάζει δεν θεωρώ ότι μπορεί, για τους σκοπούς της παρουσας αιτησης, να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα της αιτητριας εναντίον τουλάχιστον του εναγόμενου 2 και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να επαληθεύσει το ποσό που απαιτείται. Και εξηγώ πιο κάτω τους λόγους. Η αξίωση της ενάγουσας/αιτήτριας ως αναφέρεται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης «είναι για ποσό €12,041.97 σεντ που αντιπροσωπευει οφειλές και/ή υπόλοιπο λογαριασμού δυνάμει κατάστασης λογαριασμού και/ή τιμολογίου και/ή εύλογη αμοιβή προερχόμενο εκ της αξίας διαφόρων προϊόντων και/ή υπηρεσιών πωληθέντων και/ή παραδοθέντων από την Ενάγουσα προς τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 στη Λευκωσία και/ή άλλως πως, ως η κατάσταση λογαριασμού της Εναγουσας στις λεπτομέρειες των οποίων η Ενάγουσα επιφυλάσσεται να αναφερθεί κατά τη δικάσιμο.» Εν σχέσει δε με τον εναγόμενο 2 η ενάγουσα ισχυρίζεται επιπλέον και/ή διαζευκτικά με τα πιο πάνω ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε προς την ενάγουσα προφορικά ότι θα κάλυπτε προσωπικά όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς την ενάγουσα σε περίπτωση που η εναγόμενη 1 για οποιοδήποτε λόγο δεν θα ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και ότι θα ήταν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα υπεύθυνος με αυτήν. Περαιτέρω σε σχέση με τον εναγόμενο 2 η ενάγουσα ισχυρίζεται στην έκθεση απαίτησης της ότι υπό τις περιστάσεις είναι κατάλληλη η άρση του εταιρικού πέπλου και η απόδοση προσωπικής ευθύνης προς τον εναγόμενο 2 αφού, «η εναγόμενη 1 λειτουργεί στην ουσία ως μονοπρόσωπη εταιρεία και/ή οιονεί συνεταιρισμός και η ξεχωριστή νομική προσωπικότητα της χρησιμοποιείται καταχρηστικά και/ή παράνομα από τον Εναγόμενο 2». Από την άλλη η εναγόμενη 1 αποδέχεται ότι είχε αγοράσει σε διάφορες ημερομηνίες προϊόντα από την ενάγουσα, πλην όμως ισχυρίζεται ότι εξόφλησε όλες τις οφειλές της. Ο εναγόμενος 2 δε αρνείται ότι ο ίδιος προσωπικά αγόρασε οποιαδήποτε προϊόντα από την ενάγουασ ή ότι συνήψε οποιαδήποτε συμφωνία με αυτήν, ενώ αρνείται ότι εγγυήθηκε τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της εναγομένης 1 έναντι της ενάγουσας. Και οι δύο εναγόμενοι αρνούνται το υπόλοιπο και ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη 1 εξόφλησε τις οποιεσδήποτε οφειλές της. Προς απόδειξη της απαίτησης της αιτήτριας παρουσιάζεται από τον ομνύοντα για την αιτήτρια, κατασταση λογαριασμού ήτοι το Τεκμήριο 1, ως και τιμολόγια (βλ. Τεκμήριο 2) εκδομένα στο όνομα της καθ' ης η αίτηση 1 μόνο. Των πιο πάνω δεδομένων δεν θεωρώ ότι ο ομνύων για την αιτήτρια μπορεί για τους σκοπούς της παρούσας να θεωρηθεί ότι μπορεί επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα της αιτήτριας εναντίον του εναγόμενου 2 στη βάση συμφωνίας για αγορά προϊόντων μεταξύ της αιτήτριας και εναγόμενου 2 προσωπικά, ιδιαίτερα με δεδομένη την άρνηση του τελευταίου ότι συμβλήθηκε προσωπικά με την αιτήτρια και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που πιο πάνω αναφέρονται. Περαιτέρω δεν μου διαφεύγει ότι ομνύσας για την αιτήτρια στην ένορκη του δήλωση στην παράγραφο 5 αναφέρεται σε προϊόντα που αγόρασε η εναγόμενη 1 από την ενάγουσα, θέση που από μόνη της εμποδίζει την κατάληξη ότι επαληθεύεται η αξίωση της ενάγουσας εναντίον του εναγόμενου 2 στην πιο πάνω αναφερθείσα βάση. Καθ' όσον δε αφορά τη θέση του ομνύοντα για την αιτήτρια περί κατάλληλης περίπτωσης για άρση του εταιρικού πέπλου, σημειώνω ότι δεν παρατίθενται στο στάδιο αυτό οποιαδήποτε επαρκή γεγονότα ή λεπτομέρειες πέραν των γενικών ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης οι οποίοι υιοθετούνται, που να δικαιολογούν την κατάληξη ότι επαληθεύεται τέτοια βάση αξίωσης εναντίον του εναγόμενου 2. (βλ. Exalco S.A v. Αλουμινεξ Λτδ κ.α
(2007)1 Α.Α.Δ 991). Σε κάθε περίπτωση όμως σημειώνω ότι με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν μπορεί να επαληθευθεί το υπόλοιπο που ισχυρίζεται η αιτήτρια. Συγκεκριμένα προς απόδειξη του υπολοίπου παρουσιάζεται από τον ομνύοντα για την αιτήτρια, κατασταση λογαριασμού ήτοι το Τεκμήριο 1, το οποίο αρχίζει με συγκεκριμένο υπόλοιπο «εκ μεταφοράς» ύψους €22,031.30 χωρίς να μπορεί να διακριβωθεί πως προέκυψε αυτό το υπόλοιπο στο οποίο βασίζεται εμμέσως πλην σαφώς η τελική απαίτηση της αιτήτριας και το οποίο ρητώς αμφισβητείται με την ένσταση, αφού συγκεκριμένα αναφέρεται σε αυτήν, ότι τούτο δεν ισχύει. Παρά δε την πιο πάνω ρητή αμφισβήτηση του εν λόγω υπολοίπου εκ μεταφοράς καμία απαντητική ένορκος δήλωση καταχωρήθηκε για να επεξηγήσει ή και να διαφωτίσει ως προς τις χρεωπιστώσεις οι οποίες οδήγησαν στο εν λόγω υπόλοιπο εκ μεταφοράς. Το ερώτημα δε του γιατί ο ομνύων επιλέγει να παρουσιάσει κατάσταση λογαριασμού που αρχίζει με υπόλοιπο εκ μεταφοράς και μάλιστα ύψους €22,031.30, παραμένει αναπάντητο και σίγουρα δεν επιτρέπει την κατάληξη, ιδιαίτερα στα πλαίσια αιτήσεως της φύσεως που εξετάζεται, ότι με αυτό επαληθεύεται το κατ' ισχυρισμόν του οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού των καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω η κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάζεται ως Τεκμήριο 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επαληθεύει το ποσό που αξιώνεται για τους σκοπούς πάντα της παρούσας διαδικασίας και για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτή δεν συνάδει με τη θέση του ομνύοντα για την αιτήτρια ότι το υπόλοιπο προκύπτει από τα τιμολόγια που αναφέρονται στον πίνακα της παραγράφου 6 της ένορκης δήλωσης (αφαιρουμένων των ποσών που πληρώνονταν). Και τούτο διότι ενώ όλα εκ των τιμολογίων του εν λόγω πίνακα (βλ. και Τεκμήριο 2) χρονολογικά εμπίπτουν στην περίοδο που η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1 αφορά (ήτοι περίοδο 1/12/2010 - 10/9/2012) και συνακόλουθα θα αναμένετο λογικά να συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν, κάποια εξ αυτών δεν εντοπίζονται πουθενά σε αυτήν, για λόγους οι οποίοι παραμένουν άγνωστοι στο Δικαστήριο. Τέτοια είναι τα τιμολόγια 1) 8216 ημερ. 3/1/2011 για ποσό €5,260.42, 2) 50135 ημερ. 4/5/2011 για ποσό €340.26 3) 50156 ημερ.5/5/2011 για ποσό €211.58, 4) 50269 ημερ. 11/5/2011 για ποσό €433.25, 5) 51149 ημερ. 21/7/2011 για ποσό €129.93, 6) 52402 ημερ.6/10/2011 για ποσό €289.68, 7) 54028 ημερ.3/1/2012 για ποσό €623.53, 8) 24029 ημερ.3/1/2012 για ποσό €487,
- Περαιτέρω και κατ' αντίθεση πάλι προς τη θέση του ομνύοντα για την αιτήτρια στην παράγραφο 6 της ένορκης του δήλωσης, ότι το υπόλοιπο προκύπτει από τα τιμολόγια που αναφέρονται στην παράγραφο 6, στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1 περιέχονται χρεώσεις οι οποίες δεν αντιστοιχούν στα τιμολόγια που περιέχονται στον πίνακα της παραγράφου 6 της ενόρκου δήλωσης εκ μέρους της αιτήτριας ή στο Τεκμήριο 2, έτσι που παραμένει άγνωστο τι αφορούν οι χρεώσεις οι οποίες περιέχονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1 για τις οποίες δεν παρουσιάζονται τιμολόγια, όπως άγνωστο παραμένει και το γιατί εάν πράγματι οι εν λόγω χρεώσεις αφορούσαν τους καθ' ων η αίτηση, δεν περιλαμβάνονται τα σχετικά τιμολόγια στην παράγραφο 6 ή στο Τεκμήριο
- Τέτοιες χρεώσεις είναι η χρέωση για €86.54 ημερ. 15/12/2010, ως και οι χρεώσεις στην σελίδα 3 και 4 του Τεκμηρίου
- Περαιτέρω εάν τώρα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσον μπορεί να επαληθευθεί η απαίτηση της αιτήτριας ανεξάρτητα από το υπόλοιπο εκ μεταφοράς που αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού, στη βάση δηλαδή των τιμολογίων (Τεκμήριο 2) που επικαλείται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του ο ομνύσας για την αιτήτρια, και τα οποία συμποσούνται στο ποσό των €23,218.67, η κατάληξη δεν διαφέρει, αφού ούτε και αυτή η οδός μπορεί να βοηθήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την αιτήτρια για τους σκοπούς πάντα της παρούσας διαδικασίας. Και τούτο διότι με δεδομένη την παραδοχή της αιτήτριας ότι στο διάστημα που τα τιμολόγια αυτά (Τεκμήριο 2) εκδόθηκαν η εναγόμενη 1 κατέβαλε συγκεκριμένα ποσά (βλ. Τεκμήριο 1 - άθροισμα πίστωσης), εγείρεται τουλάχιστον σοβαρή αμφιβολία ως προς εάν οι καθ' ων η αίτηση έχουν πράγματι οποιαδήποτε εκκρεμούσα οφειλή προς την αιτήτρια. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι ως έχει αναφερθεί πιο πάνω με αναφορά στην Κυριάκου v. Αναστασίου (ανωτέρω), ο αιτητής στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν έχει υποχρέωση να αναφέρεται σε έγγραφα, αλλά όταν το πράττει (και στην προκειμένη περίπτωση το έπραξε) θα πρέπει να τα παρουσιάζει και σίγουρα η παρουσίαση αναμένεται να είναι ολοκληρωμένη και όχι αποσπασματική. Είναι αυτονόητο δε ότι αυτά που παρουσιάζονται αναμένεται να συνάδουν τόσο μεταξύ τους όσο και με το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και την απαίτηση του, πράγμα που στην προκειμένη περίπτωση και υπό το φως των όσων έχουν πιο πάνω αναφερθεί δεν συμβαίνει και συνακόλουθα δεν επιτρέπει την κατάληξη ότι ο ενόρκως δηλών στην προκειμένη περίπτωση και για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας μπορεί να επαληθεύσει το αξιούμενο ποσό. Από τα πιο πάνω είναι σαφές ότι η τρίτη προϋπόθεση δεν πληρούται για κανένα εκ των εναγομένων και συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία σύμφωνα και με την ανωτέρω αναφερθείσα νομολογία (βλ. Δημητρίου και Stavrinides (ανωτέρω)) να εξετάσει την ουσία της αίτησης, γεγονός που προδιαγράφει και την τύχη της αίτησης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα εξετάσω κατά πόσο οι καθ' ων η αίτηση απέδειξαν ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή αποκάλυψαν τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθούν στην αγωγή υπό το φως πάντα της σχετικής νομολογίας όπως αυτή πιο πάνω έχει παρατεθεί. Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό σημειώνω τα εξής. Με δεδομένο ότι κατ' ουσίαν οι καθ' ων η αίτηση αμφισβητούν το υπόλοιπο, ενώ ο εναγόμενος 2 αμφισβητεί και το ότι ο ίδιος υπέχει προσωπική ευθύνη έναντι της αιτήτριας και με δεδομένα τα όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί για τα ζητήματα αυτά θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει η πλευρά των εναγομένων υπό το φως του συνόλου των δεδομένων όπως τέθηκαν ενώπιον μου εκφράζουν μια καλόπιστη και ολοκληρωμένη υπεράσπιση η οποία θα πρέπει να ακουστεί και σε κάθε περίπτωση καταδεικνύουν την ύπαρξη γεγονότων που είναι επαρκή για να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Συνακόλουθα και με δεδομένο ότι εντοπίζονται επίδικα ζητήματα προς εκδίκαση, θεωρώ ότι δεν θα ήταν εν πάση περιπτώσει ορθό και δίκαιο να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Ως έχει προαναφερθεί το Δικαστήριο στα πλαίσια αιτήσεων της φύσεως που εξετάζεται θα πρέπει να εντοπίζει την ύπαρξη επίδικων ζητημάτων και όχι να αποφασίζει εάν τελικά η υπεράσπιση που προβάλλεται έχει πιθανότητα επιτυχίας. Σχετική με το πιο πάνω θέμα είναι επίσης η απόφαση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε Πολ. Έφεση 10458 ημερ. 30.3.2001, όπου στην σελίδα 6 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν την διεξαγωγή κανονικής Δίκης. Εφ' όσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο Εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και σχετικής επι του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο Δίκης στην Αγωγή.» Ως εκ των ανωτέρω προδήλως διαφαίνεται ότι η παρούσα ήταν η πλέον ακατάλληλη περίπτωση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση - εναγομένων 1 και 2 και εναντιον της αιτήτριας/ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Με δεδομένο ότι η υπεράσπιση των εναγομένων έχει ήδη καταχωρηθεί, δίδονται οδηγίες όπως έαν θα καταχωρηθεί απάντηση στην υπεράσπιση αυτή να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Και κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί. (Υπ.) ............ Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο