← Κύπρος

VTB Bank (Open Joint-Stock Company) ν. Taruta Sergey Alekseyevich, άλλως Sergiy Oleksiyovych Taruta κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 378/14, 27/6/2014

VTB Bank (Open Joint-Stock Company) ν. Taruta Sergey Alekseyevich, άλλως Sergiy Oleksiyovych Taruta κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 378/14, 27/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A295 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 378/14 Αναφορικά με τον περί Κυρωτικό Νόμο της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, Νόμος 172

(1)/
  1. - και - Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο 121(Ι)/
  2. Μεταξύ: VTB Bank (Open Joint-Stock Company) από τη Ρωσία Αιτήτρια και
  3. Taruta Sergey Alekseyevich, άλλως Sergiy Oleksiyovych Taruta
  4. Katunin Aleksandr Yakovlevich Καθ' ων η Αίτηση 27 Ιουνίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την αιτήτρια: κ. Χρυσόστομος Νικολάου με κα Χριστοφή Για τον καθ' ου η αίτηση 1: κ. Σωτήρης Φλουρέντζος Για την εταιρεία Arrowcrest Ltd: κ. Νίκος Γεωργιάδης ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 28.2.2014, Δικαστήριο της Μόσχας εξέδωσε απόφαση προς όφελος της VTB Bank από τη Ρωσία (νυν αιτήτρια) και εναντίον των Taruta Sergey Alekseyevich, (νυν καθ' ου η αίτηση) και ενός άλλου προσώπου. Στις 16.5.2014 η αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση της εν λόγω ρωσικής απόφασης στην Κύπρο. Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας η αιτήτρια εξασφάλισε ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα εναντίον του καθ' ου η αίτηση, αλλά και εναντίον τρίτου, της εταιρείας Arrowcrest, η οποία και παρενέβη στη διαδικασία προβάλλοντας μαζί με τον καθ' ου η αίτηση ένσταση. Ο καθ' ου η αίτηση και η Arrowcrest έθεσαν εξ αρχής ζήτημα δικαιοδοσίας το οποίο το δικαστήριο έκρινε ορθό να εξετάσει πριν από οτιδήποτε άλλο, εφόσον άλλωστε η θεώρηση του ζητήματος αυτού συσχετίζεται και με το εάν το δικαστήριο είναι σε θέση να διατηρήσει τα διατάγματα σε ισχύ μέχρι να εκδικασθούν ως επιστρεπτέα. Θέτοντας το ζήτημα ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Arrowcrest είπε τα εξής, με τα οποία ο ευπαίδευτος δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση συμφώνησε. «κ. Γεωργιάδης: Όπως το Δικαστήριο θα δει με μια απλή ανάγνωση της ένστασης η υπόθεση αυτή αφορά κατά κύριο λόγο νομικά θέματα. Η έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων και η καταχώρηση της γενικής αίτησης είναι εξόφθαλμα εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, κάτι το οποίο μπορεί το δικαστήριο να διαπιστώσει και αυτή τη στιγμή βλέποντας τον τίτλο και μόνο της Ρωσίας και Κύπρου όπως λέει στον τίτλο, αναφορικά με τη Συνθήκη Ρωσίας και Κύπρου και αναφορικά με το Νόμο 121(Ι)/
  5. Αιτήτρια είναι μια ρωσική εταιρεία. Οι καθ' ων η αίτηση είναι ο μεν πρώτος κάτοικος Ουκρανίας και ο μεν δεύτερος κάτοικος Ρωσίας. Μόνο διαβάζοντας από τον τίτλο με βάση τη διεθνή σύμβαση η οποία με βάση το άρθρο 169 του Συντάγματος υπερέχει οποιουδήποτε νόμου η αίτηση πάσχει. Δεν υπάρχει locus standi και δεν έχει δικαιοδοσία το Δικαστήριο να επιληφθεί ούτε της γενικής αίτησης ούτε να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα. Αυτό λέει ξεκάθαρα το άρθρο 27 της σύμβασης.[1] «Η αίτηση για την εκτέλεση δικαστικής απόφαση ...(διαβάζει το άρθρο 27) .» Ακολούθως το Δικαστήριο όρισε το ζήτημα για αγορεύσεις σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 27 οι οποίες έχουν ως ακολούθως. «
  6. Η αίτηση για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης θα υποβάλλεται σε δικαστική αρχή του τόπου της έκδοσής της. Η αρχή αυτή θα διαβιβάζει την αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους.
  7. Αν το πρόσωπο που υποβάλλει την αίτηση για εκτέλεση διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους όπου επιδιώκεται να εκτελεσθεί η δικαστική απόφαση, η αίτηση μπορεί επίσης να υποβάλλεται απ' ευθείας στο αρμόδιο δικαστήριο του Συμβαλλόμενου τούτου Μέρους.» Οι δικηγόροι ασχολήθηκαν παράλληλα και με τις πρόνοιες του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου, Νόμος 121(Ι)/2000 και ειδικότερα με την πρόνοια του άρθρου 2 σε σχέση με τον όρο «δικαστήριο» σύμφωνα με το οποίο: «δικαστήριο» σημαίνει το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου ο καθ' ου η αίτηση διαμένει και προκειμένου για διαφορές σε οικογενειακές σχέσεις, το Οικογενειακό Δικαστήριο της Επαρχίας όπου διαμένει ο καθ' ου η αίτηση. Σε περίπτωση διαμονής του καθ' ου η αίτηση στο εξωτερικό ή σε περίπτωση όπου στη διαδικασία κατά την οποία έχει εκδοθεί η απόφαση δεν υπήρχε αντίδικος, «δικαστήριο» σημαίνει το Επαρχιακό Δικαστήριο ή το Οικογενειακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου διαμένει ο αιτητής» Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση παρέπεμψε στην απόφαση του Λ. Παρπαρίνου ΠΕΔ (ως ήτο τότε) Οao Βaltiyskiy Bank v. Artur Vladimirovich Kirilenco, Αίτηση Αρ. 1339/2009 Ε.Δ. Λευκωσίας στην οποία κρίθηκε ότι εφόσον η αίτηση είχε υποβληθεί απευθείας από αιτητή που δεν είχε νόμιμη ή προσωρινή διαμονή στην επαρχία Λευκωσίας δεν ήταν δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 27
(2). Περαιτέρω, εξέτασε το θέμα και σε συνάρτηση με την εν λόγω πρόνοια του Νόμου 121(I)/2000 και έκρινε ότι, δεδομένου ότι τόσο ο αιτητής όσο και ο καθ' ου η αίτηση είχαν τη διαμονή τους στο εξωτερικό, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν είχε δικαιοδοσία. Παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση Hepp III Luxembourg Master S.A.R.L. και Central Europe Finance (Holding) S.A. Aρ. Αίτησης 20/2012 Ε.Δ. Λεμεσού στην οποία η Τ.Ψαρά-Μιλτιάδου, ΠΕΔ έκρινε ότι με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 121
(1)/2000 το Ε.Δ. Λεμεσού εστερείτο δικαιοδοσίας εφόσον και τα δύο διάδικα μέρη είχαν την κατοικία τους στο Λουξεμβούργο και όχι στην Επαρχία Λεμεσού. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση εισηγήθηκε ότι εν προκειμένω δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι οι αιτητές διατηρούν έστω προσωρινή διαμονή στην Κύπρο. Κατέληξε δε εισηγούμενος τα εξής: «Οι αιτητές δεν έχουν διαμονή, μόνιμη ή προσωρινή στην Κύπρο, δεν προσκόμισαν καμία απολύτως μαρτυρία προς τούτο κατά τη μονομερή ακρόαση των ενδιαμέσων αιτήσεων.. Αντίθετα, η όλη μαρτυρία τους είναι ότι αυτοί είναι ρωσική τράπεζα και οι καθ' ων η αίτηση αλλοδαποί είναι χωρίς διαμονή στην Κύπρο... Με βάση το μαρτυρικό υλικό που οι ίδιοι οι αιτητές παρουσίασαν στο Δικαστήριο, μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα... πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται εξουσίας και/ή αρμοδιότητας και/ή δικαιοδοσίας όπως επιληφθεί της πιο πάνω Γενικής Αίτησης και συνεπώς και των Αιτήσεων ημερομηνιών 16/5/2014 και 23/5/2014 και να εκδώσει τα πιο πάνω ενδιάμεσα διατάγματα, γιατί δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία που ορίζει η Συνθήκη και δη το άρθρο 27 αυτής.» Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Arrowcrest αγόρευσε στα ίδια πλαίσια. Εισηγήθηκε ότι το υπόβαθρο το οποίο η ίδια η αιτήτρια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία. Παρά ταύτα το Δικαστήριο ανέλαβε δικαιοδοσία και εξέδωσε κατόπιν μονομερών αιτήσεων παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα. Δεν είναι επιτρεπτό πλέον, εισηγήθηκε ο κ. Γεωργιάδης, να γίνει προσπάθεια διαφοροποίησης των πραγματικών γεγονότων που οι ίδιοι οι αιτητές παρουσίασαν με σκοπό την επίτευξη έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών εισηγήθηκε ότι για να εκδικασθεί προκαταρκτικά ένα νομικό σημείο θα πρέπει το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλα τα σχετικά γεγονότα στη βάση παραδεκτού πραγματικού υποβάθρου, πράγμα που εν προκειμένω, όπως εισηγήθηκε δεν συμβαίνει. Διαφώνησε με την εισήγηση της άλλης πλευράς ότι το ζήτημα μπορεί να κριθεί από τον τίτλο και μόνο της αίτησης. Αναφέρθηκε στη νομική αρχή του κοινοδικαίου ότι μπορεί μια αλλοδαπή εταιρεία να θεωρείται, για σκοπούς δικαιοδοσίας, ως ασκούσα επιχείρηση στην ημεδαπή και ότι ένα πρόσωπο δυνατόν να έχει πέραν του ενός τόπου διαμονής. Παρέπεμψε σχετικά στο σύγγραμμα Dicey and Morris, The Conflict of Laws, 12η έκδοση σελ. 305-306. Εν προκειμένω, είπε, η αιτήτρια είναι πράγματι ρωσική τράπεζα, κάτι που αναφέρεται και στον τίτλο της Γενικής Αίτησης. Αυτό όμως δεν την εμποδίζει να έχει και άλλους τόπους διαμονής ή προσωρινής διαμονής. Στην πραγματικότητα, συνέχισε, η αιτήτρια διατηρεί υποκαταστήματα και έχει επιχειρηματικές και τραπεζικές δραστηριότητες και παρουσία, κατευθείαν και μέσω θυγατρικών εταιρειών και/ή παραρτημάτων σε πολλές χώρες, περιλαμβανομένης της Κύπρου. Ο τίτλος της Γενικής Αίτησης δεν θα μπορούσε να τεθεί διαφορετικά και καθόλου δεν προσδιορίζει αφ' εαυτού το ζήτημα. Ανεγνώρισε ο κ. Νικολάου ότι για αυτά τα θέματα δεν θα μπορούσε να δοθεί μαρτυρία κατά την αγόρευση, αλλά εισηγήθηκε ότι αρκεί να υποδειχθεί πως τέτοια μαρτυρία είναι διαθέσιμη και πως το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν μπορεί να κρίνει το όλο θέμα μονοδιάστατα με μόνη αναφορά στην έδρα του νομικού προσώπου, χωρίς να λάβει υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες. Συνέχισε λέγοντας πως δεν θα ήταν δίκαιο να εξεταστεί, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης ή παρεμπιπτόντως, το κατά πόσο δικαιούνται οι αιτητές να προσκομίσουν σχετική συμπληρωματική μαρτυρία για το δικαιοδοτικό θέμα, υποδεικνύοντας ότι είναι η άλλη πλευρά που επέλεξε να θέσει το θέμα προφορικά και να ζητήσει να εκδικασθεί προδικαστικά χωρίς να καταχωρίσει σχετική αίτηση και χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στους αιτητές να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία. Επικαλέσθηκε ο κ. Νικολάου την υπόθεση Esmerian v. The Ottoman Bank
(1928)13 CLR 93, στην οποία ελέχθη ότι το βάρος της απόδειξης ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το υλικό που επαρκεί ώστε να κριθεί θέμα δικαιοδοσίας βρίσκεται στους ώμους του διαδίκου που εγείρει το ζήτημα, δηλαδή του εναγόμενου. Εισηγήθηκε δε, ότι το βέβαιο είναι πως ούτε οι καθ' ων η αίτηση μπορούν να εισηγηθούν ότι το Δικαστήριο έχει σ' αυτό το στάδιο ενώπιον του όλα τα γεγονότα από τα οποία να προκύπτει ότι η οποιαδήποτε παρουσία/δραστηριότητα των αιτητών στην Κύπρο δεν στοιχειοθετεί τουλάχιστον «προσωρινή διαμονή» στα πλαίσια του εν λόγω νόμου. Το βάρος που είχαν οι αιτητές να αποδείξουν τουλάχιστον προσωρινή διαμονή είναι άλλο θέμα, συνέχισε, που συναρτάται με την ερμηνεία του άρθρου 27 της Σύμβασης. Η εκ των προτέρων αναφορά σε παρουσία των αιτητών στην Κύπρο όπως και πολλά άλλα στοιχεία που θα πρέπει το Δικαστήριο να σταθμίσει, δεν ήταν αναγκαία ή σχετική. Επί τούτου παρέπεμψε σε απόσπασμα από την υπόθεση Theophanous v. Georghiou
(1969)1 CLR 203 υπογραμμίζοντας τα εξής: «Had the question of jurisdiction been raised in the defence, then the plaintiff (respondent) would have had the opportunity of pleading facts showing that the cause of action had arisen either wholly or in part within the limits of the Nicosia district;» Είναι προφανές, συνέχισε, ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του επαρκή στοιχεία για να κρίνει το ζήτημα της δικαιοδοσίας, εφόσον το ζήτημα δεν είναι αμιγώς νομικό και δεν υπάρχει επαρκές παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο. Είναι μεν δεδομένο ότι οι αιτητές έχουν την έδρα τους στη Ρωσία, δεν είναι όμως γεγονός ότι δεν έχουν παρουσία ή προσωρινή διαμονή στην Κύπρο. Περαιτέρω, επειδή από την άλλη πλευρά έγινε και αναφορά σε έλλειψη locus standi, ο κ. Νικολάου σχολίασε και αυτό το ζήτημα εισηγούμενος ότι οι αιτητές και μόνο, ως οι δικαιούχοι της απόφασης, έχουν έννομο συμφέρον και νομιμοποιούνται να ζητήσουν την εγγραφή της. Στην πραγματικότητα το ζήτημα που εγέρθηκε ήταν η μη τήρηση των προνοιών του άρθρου 27 της Σύμβασης, ζήτημα για το οποίο διενεργήθηκε η παρούσα διαδικασία. Παράλληλα όλες οι πλευρές προχώρησαν και σε θεώρηση του θέματος της δικαιοδοσίας και υπό το φως του Ν.121
(1)/2000. Αναφορικά με τη Συνθήκη ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών εισηγήθηκε ότι η Συνθήκη ορίζει περιοριστικά τις περιπτώσεις που τα κυπριακά δικαστήρια μπορούν να αρνηθούν την εγγραφή μιας ρώσικης απόφασης. (Άρθρα 24 και 25). Το άρθρο 28 της Συνθήκης ορίζει τις προϋποθέσεις υποβολής της αίτησης. Το άρθρο 26
(2)ορίζει ότι «Κατά τη χορήγηση της άδειας εκτέλεσης το Δικαστήριο θα περιορίζεται στο να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των Άρθρων 24 και 25 καθώς και οι απαιτήσεις του Άρθρου 28». Ως εκ των άνω, συνέχισε, δεν μπορεί να ερμηνευθεί το Άρθρο 27 με τέτοιο τρόπο ώστε να περιορίζεται η αρμοδιότητα των Επαρχιακών Δικαστηρίων της Κύπρου να εγγράψουν μια απόφαση Ρωσικού Δικαστηρίου. Το Άρθρο 27 δεν μπορεί να σημαίνει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται εξουσίας έγκρισης τέτοιου αιτήματος εάν δεν τηρηθούν οι πρόνοιες του. Τέτοια ερμηνεία αντιστρατεύεται τις υπόλοιπες πρόνοιες της Συνθήκης η οποία θα πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και όχι αποσπασματικά. Οι πρόνοιες του Άρθρου 27 αν διαβαστούν σε συνάρτηση με τις άλλες πρόνοιες της Συνθήκης δεν αποτελούν πρόνοιες περιορισμού της δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων, αλλ' απλώς προβλέπουν μια υποβοηθητική για τον εκάστοτε αιτητή διαδικασία ώστε, εάν διαμένει έστω και προσωρινά στην Κύπρο, να δικαιούται να αποταθεί κατευθείαν στα κυπριακά δικαστήρια. Είναι πρόνοιες διαδικαστικού χαρακτήρα που συμπληρώθηκαν από τον Ν.121/
  1. Τα κυπριακά δικαστήρια, συνέχισε ο κ. Νικολάου, δεν μπορούν να απορρίψουν τέτοια αίτηση παρά μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο Άρθρο
  2. Στους λόγους αυτούς δεν περιλαμβάνεται η «μη τήρηση» των προνοιών του Άρθρου 27, επειδή ακριβώς αυτές δεν είναι δικαιοδοτικού/υποχρεωτικού χαρακτήρα. Το κατά πόσο ένας αιτητής επιλέγει να χρησιμοποιήσει την οδό των δικαστικών αρχών της χώρας του ή να καταχωρίσει ο ίδιος την αίτηση στην Κύπρο, δεν είναι θέμα που εξετάζει το κυπριακό δικαστήριο για να απορρίψει την αίτηση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Μπορεί στο Άρθρο 27 να χρησιμοποιείται η λέξη «θα» (στο αγγλικό κείμενο: shall) όμως, αυτό δεν οδηγεί αναπόφευκτα στο ότι η διαδικασία είναι υποχρεωτική. Προς τούτο ο κ. Νικολάου παρέπεμψε σε ένα νομικό άρθρο του Bryan Garner, νομικού συγγραφέα και εκδότη του Black's Law Dictionary με τίτλο "Ax these terms from your legal writing"[2] στο οποίο αναφέρονται σχετικώς με τη λέξη shall τα εξής: «Judge Frank Easterbrook, one of the most celebrated jurists in the country, once wrote in an opinion: "Shall is notoriously slippery word that careful drafters avoid." He's exactly right. Courts have held that shall can mean has a duty to, should, is, will, and even may. The word is like a chameleon: It changes its hue sentence to sentence. Abjur it. Forswear it. You shan't regret it." Σε ό,τι αφορά τις πρόνοιες του Ν.121/2000 ο κ. Νικολάου εισηγήθηκε ότι επίσης είναι διαδικαστικού και όχι δικαιοδοτικού χαρακτήρα και ότι ειδικά οι πρόνοιες του Άρθρου 2 θα πρέπει να ερμηνευθούν με τέτοιο τρόπο ώστε ένας αιτητής υπήκοος Ρωσίας που διαμένει εκτός Κύπρου να μην στερείται του δικαιώματος του να εγγράψει ρωσική δικαστική απόφαση στην Κύπρο. Έτσι η ορθή ερμηνεία του Άρθρου 2 πρέπει να είναι ότι: Εάν ο καθ' ου η αίτηση διαμένει στην Κύπρο, τότε η αίτηση καταχωρείται στην επαρχία διαμονής του καθ' ού η αίτηση. Εάν μόνο ο αιτητής διαμένει στην Κύπρο τότε η αίτηση καταχωρείται στην επαρχία διαμονής του αιτητή. Εάν κανένας εκ των δύο δεν διαμένει στην Κύπρο τότε η αίτηση είναι δυνατόν να καταχωρισθεί σε άλλο Επαρχιακό Δικαστήριο. Σε σχέση με την πρόνοια αυτή του Ν.121/2000 οι άλλοι δικηγόροι εισηγήθηκαν πως εξ αυτής προκύπτει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία δεδομένου ότι όλοι οι διάδικοι διαμένουν στο εξωτερικό. Δεν αμφισβητείται η αρχή ότι ένα νομικό πρόσωπο μπορεί να έχει «διαμονή» (residence) σε διάφορους τόπους. Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, Vol. I, 1982, σελ. 102, παρα.8-11, αναφέρονται τα εξής: «The residence of a company is not as easily established as its nationality or its domicile. The test of residence is mainly used if questions pertaining to taxation, the character of the company as an overseas trading corporation, service of process on the company and attribution of enemy character to the company arise. In these cases, the residence of the company is not determined by the application of a uniform test but a different meaning is given to those words in each of them. Moreover, a company - like an individual - may have several residences at the same time, whereas it can have one domicile and one nationality only." Στο σύγγραμμα Dicey and Morris (ανωτέρω), αναφέρονται τα ακόλουθα, σελ. 305 - 307: «At common law a foreign corporation could be treated as being present for the purposes of jurisdiction if it carried on business... ..It is not necessary that the activity within the jurisdiction should constitute a substantial part of, or be incidental to, the main objects of the foreign company.. ...The business must be that of the corporation. The normal case will be a branch of a foreign corporation, where there will be no doubt that the place of business is that of the corporation." Ακολούθως, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Adams v. Cape Industries plc, [1990] C.H. 433, 523-531 η οποία αφορούσε το ζήτημα της παρουσίας ή διαμονής (presence or residence) εταιρείας σε αλλοδαπή χώρα για σκοπούς εκτέλεσης αλλοδαπής απόφασης. Το αγγλικό Εφετείο εξέτασε εξαντλητικά τη σχετική νομολογία και κατέληξε στο να προσδιορίσει μεγάλο αριθμό παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Υπ' αυτή την άποψη ουδείς αμφισβητεί ότι εάν το θέμα τεθεί κατάλληλα ενδέχεται να είναι ζήτημα γεγονότων που θα αποφασισθεί στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας. Το πρόβλημα εν προκειμένω είναι ότι οι αιτητές δεν έχουν θέσει ενώπιον του δικαστηρίου κανένα ισχυρισμό γεγονότος ούτε καν μια γενική αναφορά πως η ενάγουσα εταιρεία έχει προσωρινή έστω διαμονή στην Κύπρο. Αντίθετα, όπως οι ίδιοι οι αιτητές έχουν παρουσιάσει τα πράγματα, εκείνο που προκύπτει είναι ότι δεν έχουν διαμονή στην Κύπρο. Αυτό δεν είναι υπόθεση ή εικασία, αλλά νομικό συμπέρασμα από τα στοιχεία που οι ίδιοι έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κ. Γεωργιάδης παρέπεμψε στην υπόθεση Παπακόκκινου ν. Landbroke Group
(1999)1 AAΔ.8398 στην οποία, παρά την αρχή ότι η δικαιοδοσία κρίνεται κατά κανόνα επί τη βάσει της έκθεσης απαίτησης, το Δικαστήριο αποφάσισε το θέμα της δικαιοδοσίας επί της γενικής οπισθογράφησης κρίνοντας ότι τα όσα εκεί, αλλά και στον τίτλο της αγωγής αναφέρονταν, επαρκούσαν για να καταλήξει από εκείνο ήδη το στάδιο στην απόφαση περί μη στοιχειοθέτησης τοπικής αρμοδιότητας. Εισηγούνται όμως, ως άνω, οι αιτητές ότι θα πρέπει να τους δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσουν άλλη, την πραγματική όπως ισχυρίζονται, εικόνα. Εισηγούνται επίσης ότι δεν θα πρέπει τώρα να προκριθεί τυχόν αίτημα τους για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Είναι εξ αυτού σαφές ότι οι αιτητές παραδέχονται την ύπαρξη κενού την οποία επιχειρούν να αντιμετωπίσουν σε δύο μέτωπα. Αφενός, με δήλωση πρόθεσης να παρουσιάσουν διά συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης γεγονότα τέτοια που να στοιχειοθετούν διαμονή στην Κύπρο. Αφετέρου, με προσπάθεια να ερμηνευθούν η Σύμβαση και ο Νόμος με τέτοιο τρόπο ώστε να μην απαιτείται το στοιχείο της διαμονής στην Κύπρο. Η αντιφατικότητα στις εισηγήσεις είναι ήδη χαρακτηριστική της αδυναμίας των αιτητών να υποστηρίξουν την υπόθεσή τους. Πέραν τούτου, ως προς την εισήγηση περί πρόθεσης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σημειώνονται τα ακόλουθα σε σχέση ειδικότερα με τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα. Στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 AAΔ 597 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας είχε πει τα εξής: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο επελήφθη της αίτησης για τον παραμερισμό του διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό με αναφορά όχι μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση αλλά και στα γεγονότα που είχαν προσκομιστεί στο πλαίσιο της αίτησης για παραμερισμό. Αυτό συνιστά σφάλμα. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίζεται ότι τα μόνα σχετικά γεγονότα είναι εκείνα που υποστηρίζουν την αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό.» Ο Σ. Νικήτας Δ., στην Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Lipa
(2001)AAΔ.1976 με αναφορά στην υπόθεση Demstar έκρινε ότι τα γεγονότα που θεμελιώνουν μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει να αποκαλύπτονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και ότι δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή πρόσθετης ή απαντητικής μαρτυρίας εκ μέρους του αιτητή. Στο πάραπανω απόσπασμα από την υπόθεση Demstar αναφέρθηκε και ο Π. Καλλής, Δ., στην υπόθεση Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 AAΔ 201, 214 λέγοντας ότι τα όσα λέχθηκαν εκεί εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στην περίπτωση διαδικασίας για οριστικοποίηση διατάγματος που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση. Το να ενεργήσει το Δικαστήριο υπό το φως των πάραπανω αρχών δεν συνιστά άδικη πρόωρη εξέταση τυχόν αίτησης των αιτητών να παρουσιάσουν συμπληρωματική μαρτυρία για το δικαιοδοτικό θέμα, όπως το έθεσε ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους. Το Δικαστήριο, έχει ευχέρεια, αλλά και καθήκον ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ενδιάμεση αίτηση, να εξετάσει κάθε σχετικό παράγοντα. Συνεπώς, δεν μπορεί να παραβλέψει την αρχή πως το ζήτημα θα πρέπει να κριθεί επί του μαρτυρικού υλικού το οποίο οι αιτητές παρουσίασαν. Άλλωστε, οι αιτητές, πέραν της δήλωσης πρόθεσης, δεν έχουν λάβει κανένα μέτρο για να συμπληρώσουν το κενό, ενώ έχουν ήδη εξασφαλίσει μία δραστική, όπως είναι η θέση της άλλης πλευράς, θεραπεία μονομερώς. Δεν μπορούν να κρατούν δεσμευμένη την περιουσία με διάταγμα που έλαβαν χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά, να αναγνωρίζουν το κενό και να καλούν το Δικαστήριο να καταστήσει απόλυτο το διάταγμα ή να συνεχίσει να το διατηρεί σε ισχύ από φορά σε φορά, επί της δήλωσής τους ότι θα είχαν δικαίωμα να ζητήσουν άδεια ώστε να προσκομίσουν συμπληρωματική μαρτυρία. Ενώ, παράλληλα, διατηρούν, ως άνω και τη θέση περί ερμηνείας τέτοιας, ώστε να μην τίθεται καν θέμα δικαιοδοσίας. Η κατάληξη είναι ότι το ζήτημα μπορεί μόνο να κριθεί με βάση τους ισχυρισμούς που παρουσίασαν οι αιτητές με την αίτησή τους. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, τα οποία κατά κανόνα, προκειμένου για αγωγή, περιέχονται στην έκθεση απαίτησης, που αποτελεί και την αποκλειστική πηγή αναζήτησης (Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1 ΑΑΔ 729, Μούρτζινος v. Global Cruises S.A.
(1992)1 AAΔ 1160). Εν προκειμένω, η αίτηση δεν υπέχει απλώς ρόλο έκθεσης απαίτησης, αλλά περιλαμβάνει και τη μαρτυρία, αποτελώντας έτσι, όχι απλώς τις «δικογραφικές θέσεις», αλλά ολόκληρη την υπόθεση του αιτητή. Η υπόθεση των αιτητών όπως την παρουσίασαν, έγκειται αφενός στο στοιχείο του αυτοπροσδιορισμού τους στον τίτλο ως εταιρείας από τη Ρωσία και αφετέρου στη σαφή τους θέση στην ένορκη δήλωση ότι «η αιτήτρια είναι τράπεζα που δραστηριοποιείται στη Ρωσία και παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις και άλλες συναφείς υπηρεσίες». Η απόφαση του δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας, όπως εξήγησε ο Γ. Κωνσταντινίδης Δ. στην Μούρτζινος «δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου». Συνεπώς θα πρέπει το δικαστήριο να αντιπαραβάλει τη θέση περί «τράπεζας από τη Ρωσία που δραστηριοποιείται στη Ρωσία» με τις πρόνοιες του άρθρου 27 της Συνθήκης και, όπως το ζήτημα διευρύνθηκε, με τις πρόνοιες του άρθρου 2 του Ν.121/
  1. Σε ό,τι αφορά τις πρόνοιες της Συνθήκης, με το δέοντα σεβασμό δεν μπορώ να αποδεχθώ τις εισηγήσεις του ευπαιδεύτου δικηγόρου των αιτητών οι οποίες θα απέληγαν στο ανεξέλεγκτο του κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου
  2. Η σαφής αναφορά της Σύμβασης, ενός κειμένου με αυξημένη ισχύ, ότι η αίτηση θα υποβάλλεται σε δικαστική αρχή του τόπου της έκδοσής της, όχι μόνο δεν μπορεί να παραβλεφθεί, αλλά δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως επιβάλλουσα επιτακτική ρύθμιση. Δύο κυρίαρχα κράτη συμφώνησαν και αλληλεγγύως ρύθμισαν ότι η αίτηση για εκτέλεση απόφασής των δικαστηρίων τους θα υποβάλλεται, κατά κανόνα, στη δική τους δικαστική αρχή. Δεν μπορεί με οποιαδήποτε ερμηνεία να παρέμβουμε στην κυρίαρχη βούληση των συμβληθέντων κρατών με το σκεπτικό λ.χ. που εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών ότι το Άρθρο 27 θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του ότι το 1986, όταν οι επισκέψεις Ρώσων πολιτών στην Κύπρο ήταν σπανιότατες, ένας Ρώσος υπήκοος θα ήταν δύσκολο να προτιμούσε την καταχώριση αίτησης σε κυπριακό δικαστήριο. Αυτό φάνταζε τουλάχιστον απομακρυσμένο στο νομοθέτη, είπε. Όμως, εκείνο που έχει σημασία και θα πρέπει να τηρηθεί με αυξημένη μάλιστα υποχρέωση που ενέχει και το στοιχείο της διακρατικής δέσμευσης, είναι το κείμενο της Σύμβασης και η σαφής βούληση των δύο κρατών όπως την κατέγραψαν. Το άρθρο 24 της Σύμβασης θέτει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης και εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων και το άρθρο 25 καθορίζει ότι η Συνθήκη έχει εφαρμογή σε δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος της. Αυτά, είναι θέματα άσχετα με την πρόνοια του άρθρου 27 η οποία αναφέρεται στον τρόπο υποβολής της αίτησης και έναρξης της διαδικασίας. Η αίτηση καταχωρίστηκε κατά παράβαση της Σύμβασης. Η ανάληψη δικαιοδοσίας και η συνέχιση της διαδικασίας στο σύνολό της δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως παραβίαση της Σύμβασης. Είναι υπ' αυτή την έννοια που τίθεται θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας. Η διαπίστωση αυτή καθιστά περιττή την ενασχόληση και με τις πρόνοιες του Ν.121/
  3. Επειδή όμως αμφότερες ως άνω οι πλευρές έχουν τοποθετηθεί, μπορεί να λεχθεί ότι η αίτηση είναι τρωτή και με αναφορά στις πρόνοιες εκείνες οι οποίες καθορίζουν την αρμοδιότητα με κριτήριο τη διαμονή του καθ' ου η αίτηση ή του αιτητή αναλόγως, κριτήρια που εν προκειμένω δεν πληρούνται. Η διαπίστωση περί έλλειψης δικαιοδοσίας υπό την έννοια που εξηγήθηκε ανωτέρω δεν μπορεί να περιοριστεί στα πλαίσια των ενδιαμέσων αιτήσεων, αλλά έχει καθοριστικές συνέπειες για το σύνολο του διαβήματος των αιτητών. Εν όψει τέτοιας διαπίστωσης το δικαστήριο στερείται εξουσίας να διενεργήσει οτιδήποτε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, πέραν του να την απορρίψει στο σύνολό της. Η κυρίως αίτηση απορρίπτεται. Οι ενδιάμεσες αιτήσεις απορρίπτονται. Τα διατάγματα παύουν να ισχύουν. Κατ' αποκοπήν έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση και της Arrowcrest και εναντίον των αιτητών ανά €2000 πλέον ΦΠΑ. (υπ.) ........... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. [1]Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, Νόμος 172/1986 [2] http://www.abajournal.com/magazine/article/ax_these_terms_from_your_writing.... 28/3/2014 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.