A.S.A. FARMAKAS TABLE WATER LIMITED ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΒΡΑΑΜ κ.α., Αρ. Αίτησης: 3395/13, 24/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A290 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαμιχαήλ, A.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 3395/13 Μεταξύ:- A.S.A. FARMAKAS TABLE WATER LIMITED Ενάγοντες - και -
- ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΒΡΑΑΜ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ Υπό την ιδιότητά τους ως Παραλήπτες και Διαχειριστές και/ή ως αντιπρόσωποι της εταιρείας 'ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ' Εναγόμενοι ---------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 29/11/2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24/06/2014 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εναγόμενους 1 και 2: Τορναρίτης & Σία ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση κα Λ. Σιγάρ) και Γιώργος Γιάγκου και Συνεργάτες (για να ακούσει απόφαση κα Ελ. Σαββίδου) Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγοντες: κος Α. Παπαντωνίου (για να ακούσει απόφαση κ. Κ. Γεωργίου) ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτησή τους οι δύο Εναγόμενοι-Παραλήπτες και Διαχειριστές (Receivers & Managers) της εταιρείας Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ επιδιώκουν τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται (set aside) και/ή να ακυρώνεται και/ή να διαγράφεται (strike out) το κλητήριο ένταλμα της πολιτικής αγωγής υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο, η οποία έχει εγερθεί εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, εν όψει του ότι η εν λόγω αγωγή έχει εγερθεί και/ή προωθείται παράτυπα και/ή αντινομικά και/ή κατά παράβαση βασικών νομικών αρχών και/ή λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους δικονομικούς κανόνες και/ή λόγω ακυρότητας και/ή λόγω αντικανονικότητας της όλης διαδικασίας και/ή λόγω μη τήρησης των προβλεπόμενων από τους σχετικούς νόμους, τους διαδικαστικούς κανονισμούς, και λόγω έλλειψης της οποιασδήποτε προσωπικής νομικής ευθύνης των Διαχειριστών/Παραληπτών σε σχέση με την Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ και συγκεκριμένα την απαίτηση των εναγόντων στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό υπόθεση με αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των εναγομένων 1 και
- Β. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται (set aside) και/ή να ακυρώνεται και/ή να διαγράφεται (strike out) η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό αγωγή στον Εναγόμενο 1, Αιτητή. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλονται οποιεσδήποτε εκκρεμούσες ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίες (stay of proceedings) σε σχέση και/ή αναφορικά με την πολιτική αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 μέχρι την εκδίκαση της παρούσης. Δ. Οιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο και εύλογο το Δικαστήριο. Ε. Έξοδα και Φ.Π.Α.». Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή-Εναγόμενου 1 κου Μιχάλη Αβραάμ ο οποίος αναφέρει ότι ο ίδιος και ο Εναγόμενος 2, κος Ανδρέας Ανδρονίκου, διορίστηκαν ως Διαχειριστές-Παραλήπτες της εταιρείας Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ από την πρώην Λαϊκή Τράπεζα (Cyprus Popular Bank Public Company Ltd) βάσει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης (Floating Charge) στις 31/1/
- Ο διορισμός τους γνωστοποιήθηκε την ίδια μέρα στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών δυνάμει του άρθρου 97
(1)του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Ο διορισμός επίσης των δύο Διαχειριστών-Παραληπτών της εταιρείας γνωστοποιήθηκε στους πιστωτές της εταιρείας (περιλαμβανομένων και των εναγόντων οι οποίοι είναι πιστωτές της εταιρείας) με σχετική πληρωμένη δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο την 2/2/13, 3/2/13 και 4/2/13 με σκοπό βεβαίως οι πιστωτές να λάβουν γνώση του διορισμού των δύο Διαχειριστών-Παραληπτών. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν 4 μήνες αργότερα, στις 30/5/2013, την παρούσα αγωγή με την οποία επιδιώκουν εναντίον των δύο Εναγομένων-Αιτητών ως Παραληπτών και Διαχειριστών την είσπραξη ποσού €112.314,72 δυνάμει υπολοίπου λογαριασμού και/ή υπολοίπου τιμολογίων και/ή ως αποζημιώσεις για οφειλές της Εναγομένης εταιρείας προς τους ίδιους πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Στο αίτημα των Εναγομένων-Αιτητών ημερομηνίας 29/11/13 για παραμερισμό και/ή ακύρωση και/ή διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος οι Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση με τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
- Η Αίτηση δεν αποκαλύπτει στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
- Η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή Νομική βάση.
- Η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή Νομική βάση.
- Δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική και γίνεται κακόπιστα (mala fide), κατά παράβαση και καθ΄ υπέρβαση των λόγων για τους οποίους ο Νομοθέτης τάσσει στην παρούσα διαδικασία.
- Οι Εναγόμενοι-Αιτητές υποβάλλουν την παρούσα Αίτηση με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων των Εναγόντων-Καθ΄ ων η Αίτηση.
- Η παρούσα Αίτηση έχει καταχωρηθεί με μεγάλη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση.
- Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ενώ η αίτηση πάσχει από πολλαπλότητα και ασάφεια». Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Νικολέττας Παπαμιχαήλ δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες με το ακόλουθο περιεχόμενο: «
- Είμαι Δικηγόρος στο Γραφείο Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε, το οποίο εκπροσωπεί τους Ενάγοντες, στην υπό τον πάνω αριθμό και τίτλο και αγωγή, γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης από ενδελεχή μελέτη και έρευνα που έχω διενεργήσει καθώς και από τα έγγραφα τα οποία κατέχω και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Ενάγοντες και ικανή να ορκισθώ θετικά και να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
- Έχω αναγνώσει τόσο την επίδικη Αίτηση όσο και την Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει και αρνούμαι και απορρίπτω όλους και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που εμφαίνονται σε αυτή.
- Είναι η θέση μου ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ως το Αιτητικό "Α" της Αίτησης καθ' ότι η Αγωγή είναι καθόλα νομότυπη και έγκυρη, έχει δε εγερθεί λαμβάνοντας υπόψη τους σχετικούς νόμους και διαδικαστικούς κανονισμούς και δεν επηρεάζει δυσμενώς τους Ενάγοντες.
- Επιπλέον, θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ότι η παρούσα Αγωγή έχει εγερθεί εναντίον των Εναγομένων ως προς την ιδιότητα τους ως Παραλήπτες και Διαχειριστές της εταιρείας ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ. Είναι η θέση μου ότι οι Εναγόμενοι από την ημερομηνία διορισμού τους είναι οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και/ή υπεύθυνοι ήτοι τα μόνα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την εταιρεία ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ για να ενεργούν και/ή να αποφασίζουν και/ή να την εκπροσωπούν. 5 Περαιτέρω είναι η θέση μου ότι οι Εναγόμενοι έχουν καθήκον επιμέλειας και φέρουν ευθύνη απέναντι στους Πιστωτές της υπό διαχείριση εταιρείας, το οποίο απορρέει από την ιδιότητα τους ως Παραλήπτες και Διαχειριστές της και είναι υπόλογοι σε αυτούς για κάθε πράξη και/ή παράλειψη τους. Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ενάγονται αποκλειστικά υπό την ιδιότητα τους αυτή και ως συνέπεια της αμέλειας τους να προβούν στις δέουσες ενέργειες και πράξεις ως όφειλαν, προς πλήρη εξόφληση των οφειλών της εταιρείας προς τους Ενάγοντες.
- Περαιτέρω αναφέρω ότι η επίδοση της ως άνω αναφερόμενης Αγωγής θα ήταν λάθος να παραμεριστεί και/ή να ακυρωθεί και/ή να διαγραφεί ως το Αιτητικό "Β" της επίδικης Αίτησης, εφόσον έγινε σωστά και νομότυπα και ακολουθώντας την ορθή και συνηθισμένη διαδικασία. Συγκεκριμένα η επίδοση έγινε στα αρμόδια άτομα τα οποία έχουν αναλάβει στο παρόν στάδιο την ευθύνη και τη διαχείριση και αποπεράτωση όλων των εργασιών και υποχρεώσεων της προαναφερόμενης Εταιρείας, ήτοι τους Εναγόμενους. Επιπλέον η επίδοση της παρούσας Αγωγής έγινε στην νέα διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της υπό διαχείριση Εταιρείας ως δημοσιεύθηκε εκ μέρους των Εναγομένων στον έντυπο τύπο σε συνέχεια της ανάληψης των υποχρεώσεων τους απέναντι στην εταιρεία.
- Παρουσιάζω ως τεκμηριο α αντίγραφο της ως άνω αναφερόμενης δημοσίευσης.
- Αναφορικά με το Αιτητικό Γ, Δ και Ε της παρούσας Αίτησης, θα ήταν άδικο και θα αποτελούσε κατάφορη παραβίαση των δικαιωμάτων των Εναγόντων το να επιτραπεί η έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων εφόσον οι Εναγόμενοι-Αιτητές με την Αίτηση τους δεν δικαιολογούν και δεν παρουσιάζουν στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη των απαραίτητων προϋποθέσεων για την έκδοση τους.
- Συνεπώς θα ήταν άδικο να παραμεριστεί το κλητήριο ένταλμα στο σημείο αυτό της διαδικασία εφόσον είναι φανερά αμφίβολο αν οι Εναγόμενοι δικαιούνται τη θεραπεία αυτή και να απελευθερωθούν από την ευθύνη τους απέναντι στους Ενάγοντες χωρίς οι τελευταίοι να έχουν την ευκαιρία να ακουστούν οι θέσεις τους ενώπιον του δικαστηρίου.
- Περαιτέρω, εξ' όσον γνωρίζω, το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να διαγράψει οποιοδήποτε δικόγραφο για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό Αγώγιμο δικαίωμα με βάση την Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην παρούσα υπόθεση δεν συντρέχει οποιαδήποτε προϋπόθεση της Δ.27 Θ.
- Είναι η θέση μου ότι με βάση την Δ.27 θ.3, που επικαλούνται οι Εναγόμενοι που θέτουν ως νομική τους βάση, μεταξύ άλλων, οι Ενάγοντες θα πρέπει να καταδείξουν στοιχεία ότι η Αγωγή των Εναγόντων δεν περιέχει λογικό Αγώγιμο δικαίωμα ή είναι μηδαμινή ή ενοχλητική. Είναι η θέση μας ότι το περιεχόμενο της αίτησης καθώς επίσης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει δεν αποδεικνύει κάτι τέτοιο και ο παραμερισμός του κλητήριου εντάλματος θα έπληττε ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα των Εναγόντων. Εναπόκειται δε στο Σεβαστό Δικαστήριο ασκώντας τις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες του να αποφασίσει κατά πόσον καταδεικνύεται, λογικό αγώγιμο δικαίωμα από τους Ενάγοντες, στην Έκθεση Απαίτησης τους, ή ότι είναι ενοχλητική ή μηδαμινή. Είναι όμως φανερό από την Έκθεση Απαιτήσεως ότι προκύπτουν ουσιαστικά θέματα προς εκδίκαση τα οποία πρέπει να εκδικασθούν ώστε να επιλυθούν οριστικά οι ουσιαστικές διαφορές των διαδίκων.
- Περαιτέρω και αναφορικά με το πιο πάνω σημείο, είναι η θέση μου ότι, τόσο στο κλητήριο ένταλμα (0.2, Γ.1),όσο και η Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων, καταδεικνύουν λογικό αγώγιμο δικαίωμα και κάθε άλλο παρά μηδαμινή ή ενοχλητική είναι. Διαφωνώ δε με τον ισχυρισμό των Εναγομένων - Αιτητών ότι η εν λόγω αγωγή εγείρεται εναντίον λάθος ατόμων εφόσον οι Παραλήπτες/Διαχειριστές παραλαμβάνοντας την εταιρεία και την περιουσία της παραλαμβάνουν και τον πλήρη έλεγχο αυτής.
- Περαιτέρω, η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική των δικαστικών διαδικασιών (abuse of the process), ενώ υποβάλλεται με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων των Εναγόντων και με μεγάλη καθυστέρηση.
- Συγκεκριμένα είναι ολοφάνερο ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση δηλαδή πέντε μήνες αφού οι Εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Στο μεταξύ οι Ενάγοντες προχώρησαν σε καταχώρηση αίτησης για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης εκ μέρους των Εναγομένων στα πλαίσια της οποίας προηγήθηκαν δύο εμφανίσεις ενώπιων του Δικαστηρίου κατά τις οποίες ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος από τους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι προφανώς αποσκοπούν στην κατασπατάληση του δικαστικού χρόνου και την επιβάρυνση της παρούσας αγωγής με επιπλέον έξοδα. Η συμπεριφορά αυτή των Εναγομένων είχε ως αποτέλεσμα να πλήττονται άμεσα τα νόμιμα και Συνταγματικά δικαιώματα των Εναγόντων ως προκύπτουν από το άρθρο 30 του Συντάγματος και ειδικότερα για εκδίκαση της υπόθεσης τους ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου.
- Είναι η θέση μου ότι αν το Σεβαστό Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα τότε η πλευρά των Εναγόντων θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, ενόψει της αδυναμίας τους να καταχωρήσουν νέα Αγωγή εναντίον των ως άνω Εναγομένων και εφόσον είναι η μόνοι υπεύθυνοι για την Εταιρεία ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ και αυτοί κατέχουν τον απόλυτο έλεγχο των συναλλαγών και της περιουσίας της, θα ήταν ασύμφορο και μη αποτελεσματικό το να στραφούν εναντίον άλλων ατόμων. Σε αντίθετη περίπτωση η πλευρά των Εναγομένων δεν θα υποστεί οποιαδήποτε βλάβη η οποία να μην μπορεί να θεραπευθεί σε περίπτωση κατά την οποία οι Ενάγοντες αποτύχουν να αποδείξουν την υπόθεση τους, με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα.
- Ως εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι σε αντίθετη περίπτωση οι Ενάγοντες δεν θα είχαν τη δυνατότητα δικαστικής διάγνωσης των δικαιωμάτων τους και θα πλήττετο ο πυρήνας της δικαστικής προστασίας τους.
- Περαιτέρω, είναι η θέση μου ότι, η παρούσα Αίτηση είναι αστήρικτη αόριστη και πάσχει από πολλαπλότητα αιτημάτων με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στο τι επιδιώκουν οι Εναγόμενοι, ενώ έχει ως μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει την εκδίκαση της ουσίας της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγής.
- Με βάση τα πιο πάνω ειλικρινά πιστεύω ότι η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής δικαιοδοσίας, κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων των Εναγόντων και καταχωρήθηκε κακόπιστα.
- Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα ειλικρινά πιστεύω ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής δικαιοδοσίας, κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση καθώς και παραβίαση των Συνταγματικών δικαιωμάτων τους που διασφαλίζονται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Σεβαστό Δικαστήριο, θα πρέπει να την απορρίψει με έξοδα εις βάρος των Εναγομένων - Αιτητών.
- Ορκίζομαι ότι τα πιο πάνω είναι αληθή, εξ' όσον κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω». Νομική Πτυχή Η αίτηση έχει ως νομική βάση τις Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών τις οποίες παραθέτω αυτούσιες: «Δ.19 θ.26 Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ΄ οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής». «Δ.27 θ.3 Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαια». Η διαφωνία που προκύπτει μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση δεν είναι αν δικαιούνται οι Ενάγοντες να εγείρουν αγωγή εναντίον των Εναγομένων υπό την ιδιότητά τους ως Διαχειριστών-Παραληπτών αλλά αν έχουν καλή βάση ή αιτία αγωγής εναντίον τους. Ο οποιοσδήποτε δικαιούται να καταχωρεί αγωγή εναντίον οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, το θέμα είναι αν νομιμοποιείται να το πράττει. Μέσα στο πλαίσιο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί για ποιό λόγο έχουν διοριστεί οι δύο Εναγόμενοι ως Παραλήπτες-Διαχειριστές, από ποιον έχουν διοριστεί, αν έχουν αναλάβει όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και ποιό είναι το έργο που έχουν να επιτελέσουν ως Παραλήπτες-Διαχειριστές. Στην προκειμένη περίπτωση οι Παραλήπτες-Διαχειριστές έχουν διοριστεί από εξασφαλισμένο πιστωτή (κυμαινόμενης επιβάρυνσης-floating charge) για όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας (επί των οποίων το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης) και έχουν υποχρέωση να κατανείμουν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας με τον τρόπο που προβλέπεται από τα άρθρα 89 και 300 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 ήτοι να καταβάλουν τα οφειλόμενα προς προνομιούχους πιστωτές ποσά και στη συνέχεια να καταβάλουν τα προς τους εξασφαλισμένους πιστωτές, που τους έχουν διορίσει, ποσά και ακολούθως, εάν απομένουν ποσά, στους ανεξασφάλιστους πιστωτές, περιλαμβανομένων και των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή. Παραθέτω ως προς την ευθύνη των Παραληπτών-Διαχειριστών το ακόλουθο απόσπασμα στο οποίο με παρέπεμψε ο δικηγόρος των Αιτητών από το Annual Practice, Volume 1, 1958, σελίδες 1448-1450, παρ. 88-69: «Receivers Appointed Otherwise than by the Court-Receivers of this class are most commonly appointed by mortgagees or debenture holders. By section 109
(2)of the L. of P. Act. 1925, a receiver appointed by a mortgagee under that Act is to be deemed the agent of the mortgagor. Where, however, the receiver is appointed under an express power, e.g., in a debenture, it is a question of construction whether he is agent for the company or the debenture holder (Cully v. Parsons, [1923] 2 Ch. 512). Receivers, in carrying on a business, are thus usually the agents of the mortgagor, or company; and if they contract as receivers do not incur personal liability. Their position in this respect differs from that of receivers appointed by the Court (Owen & Co v. Cronk, [1895] 1 Q.B. 265). But they may contract personally. If such a receiver contracts personally he is the proper person to sue or be sued on the contract, otherwise not ...... A receiver appointed by a debenture holder, if under the terms of the debenture he is agent for the company, may be personally liable on contracts made by him after commencement of winding up (Thomas v. Todd, [1926] 2 K.B. 511; Re Brown & Co., [1940] Ch. 961). » Τα ανωτέρω σχετικά έχουν επιβεβαιωθεί και μέσα από τη νομολογία. Συγκεκριμένα στην αγγλική υπόθεση Owen & Co v. Cronk [1895] 1 Q.Β. 265, σελ. 271-272, λέχθηκαν τα εξής: «When, however, a man is appointed by the Court receiver and to manage a business he knows that he is appointed, and he accepts the appointment, upon the terms that he is to be personally liable to the creditors of that business, and that he will have to account to the Court, while at the same time he will be entitled to an indemnity out of the business. If a man accepts the appointment on those terms there is no difficulty in holding that he is personally liable to the creditors. In the present case, however, the defendant did not accept the appointment of receiver on any such terms; he accepted it upon the terms contained in the debenture trust deed. The company had borrowed money upon debentures, and they had given power to the trustees for the debenture-holders to take possession of the business, not as the business of the trustees, but as the business of the company, and to carry on the business, until by means of it they had realized the debt due to the debenture-holders. The trustees accordingly took possession of the business, and carried it on for the benefit of the debenture-holders. They had power to carry on the business in any way they pleased, and they were entitled under the terms of the deed to appoint a receiver of the business, and they accordingly appointed the defendant receiver. The Court did not appoint him. Is there anything in the deed to render him personally liable in respect of a business the carrying on of which could never be of any benefit to himself? He would have to account, not to the Court, but to the persons who appointed him. He was called in the deed a receiver; but he was really an agent. What is the position of such an agent? He is a mere servant. He has, no doubt, great powers; he has, for instance, power to appoint other servants. But such a power is not uncommonly given to an agent or servant. A farm-bailiff often has that power. He has power, too, to order goods in the name of his master, but he is not personally liable to pay for them when so ordered. When he receives money for his master it is his duty to pay it over at once to his master, and, if he mixes it with his own money, he does that which is absolutely wrong. Under this trust deed the trustees appointed the defendant to do for them that which they might have done themselves -to carry on the business of the company. In my opinion, the defendant was the mere agent and servant of the trustees. He had power to appoint other servants; but the moment he appointed them they became, not his servants, but the servants of his masters - the trustees». Επίσης, στην αγγλική υπόθεση Thomas v. Todd [1926] 2 K.B. 511, σελ. 511-512, λέχθηκε ότι: «By a deed poll dated February 19, 1923, and executed by the company, being a debenture deed in the common form, it was provided that the company would repay to the creditor therein mentioned certain sums of money, and it was further provided as follows:- "
- The company as beneficial owner hereby charges with such payments all its undertaking and all its property present and future including uncalled capital and the charge hereby created shall be a first charge on all the property hereby charged and a floating security, but so that the company is not to create any other mortgage or charge in priority to or pari passu with this debenture. "
- The creditor may from time to time or at any time after the security hereby created shall have become enforceable as aforesaid appoint any person or persons to be a receiver or receivers of the property hereby charged and may remove any such receiver, and a receiver so appointed shall have power: (1.) To take possession of collect and get in the property charged by this debenture and for that purpose to take any proceedings in the name of the company or otherwise as may seem expedient. (2.) To carry on or concur in carrying on the business of the company. (3.) To sell or concur in selling all or any part of the property charged by this debenture after giving to the company at least seven days' notice of his intention to sell, and to carry any such sale into effect by conveying in the name and on behalf of the company or otherwise. (4.) To make any arrangement or compromise which he or they shall think expedient in the interests ofthe creditor. (5.) To appoint employ and dismiss managers and servants and agents and fix and pay their remuneration. A receiver so appointed shall be deemed to be the agent of the company, and the company shall be solely responsible for his acts or defaults, and for his remuneration"». Στο σύγγραμμα The Laws of England, Third Edition, Volume 32, σελ. 384 γίνεται περαιτέρω αναφορά στο κατά πόσο οι Διαχειριστές/Παραλήπτες είναι νομικά υπεύθυνοι αναφορικά με συμφωνίες και/ή πράξεις επ' ονόματι της εταιρείας. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι: «Α receiver appointed out of court, being an agent only, is not prima facie personally liable in respect of transactions properly entered into by him as receiver. If, however, a receiver gives his personal promise to pay a debt for which his principals may become liable, he is bound thereby; but the question whether the promise is the personal promise of the agent or the promise only of his principals depends in each case upon the intention of the parties, to be gathered from the terms of the document, if any, containing the promise.» Ιδιαίτερα διαφωτιστικό επί του θέματος είναι το αγγλικό σύγγραμμα των Lightman, Moss, etc 'The Law of Administrators and Receivers of Companies' (2011, Sweet & Maxwell), στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 339: «The administrator acts as the company's agent, and is required, upon appointment as such agent, to take custody or control of all of the property to which he thinks the company is entitled, and to manage the company's affairs. It follows that as a person undertaking responsibility to act on behalf of the company and entrusted as such with its management and property, the administrator owes the company fiduciary duties and a duty to act with reasonable care and skill. It follows also that he does not normally incur personal liability on the contracts to which he commits the company, and that he can claim an indemnity from the company's assets for the liabilities that he does incur». Και συνεχίζει στη σελ. 368 ως εξής: «....the administrator acts as the company's agent. The effect of this provision is that he is not personally liable on any contract or other obligation he enters into on the company's behalf and, as an agent, he will also usually be entitled to an indemnity out of the company's assets for obligations that he incurs.» Στη σελ. 370-371, αναφορά γίνεται και στην αστική ευθύνη των Διαχειριστών/Παραληπτών μιας εταιρείας: «As regards personal liability in tort for unlawful interference in the company in administration's contractual relations with its counterparties, it appears that the rule in Said v. Butt- which holds that a servant or agent acting bona fide within the scope of his authority is not liable if he procures or causes the breach of a contract between his principal and a third party-confers immunity on the administrator. However, it is unlikely that the Said v. Butt immunity would extend to encompass unlawful interference by an administrator in a contract to which the company in administration is not party by a majority, the Court of Appeal in Welsh Development Agency v. Export Finance Co Ltd exonerated administrative receivers who had been appointed to manage the affairs of a company from tortious liability for interference with a master agreement to which it was party....» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα του C.A. Sales, 'The Law Relating to Bankruptcy, Liquidations and Receiverships', 4η έκδοση, σελ. 314, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Where he has been appointed by the Court, he is an officer of the Court, and, as such, is personally liable for his acts, with a right of indemnity out of the assets in his charge. Where he has been appointed by the debenture-holders under a fixed charge, he is agent for the Company as mortgagor, for the analogy of agency in this case applies. His position is not so onerous as where the appointment has been made under a floating charge, as it is only in such instances that he is required to carry on and realize a business, and it is in connection with such duties that occasion for extreme caution should be observed. But where he is appointed under a floating charge, he is the agent of the debenture-holders, who are therefore responsible for his acts; although the instrument may provide that he is deemed to be agent for the company». Από την πιο πάνω βιβλιογραφία και νομολογία στην οποία με παρέπεμψε ο δικηγόρος των Εναγομένων-Αιτητών προκύπτει ένας σαφής διαχωρισμός ευθυνών των διορισμένων όχι από το Δικαστήριο Παραληπτών και Διαχειριστών (Receivers and Managers) οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για ενέργειες τους μετά το διορισμό τους και όχι προ του διορισμού τους και Παραληπτών-Εκκαθαριστών (Liquidators) οι οποίοι είναι υπεύθυνοι έναντι όλων των πιστωτών της εταιρείας, εξασφαλισμένων και μη, προς τους οποίους οφείλουν να κατανείμουν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας σύμφωνα με το τι διαλαμβάνεται στα άρθρα 89 και 300 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Στη Μιχάλης Αβραάμ ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της εταιρείας KALIACO PROPERTIES LTD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων Π.Ε. 793/10, ημερ. 31/1/13, την οποία επικαλείται ο δικηγόρος των Καθ΄ ων η Αίτηση, ο Παραλήπτης-Διαχειριστής προσφεύγει στη δικαιοσύνη υπό την ιδιότητά του ως Παραλήπτης-Διαχειριστής για να καταφανεί αν το κράτος είναι προνομιούχος πιστωτής (φορολογίες). Επίσης στη Λάμπρος Ιωαννίδης ν. Μάριου Καλλία ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της INTERCOSMETICS LTD
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1522, που επίσης επικαλείται ο κ. Παπαντωνίου, δεν φαίνεται αν κατά τον ουσιώδη χρόνο έγερσης της αγωγής εναντίον της εταιρείας είχε διοριστεί Παραλήπτης-Διαχειριστής για ποιό μέρος της περιουσίας της και/ή εάν στη συνέχεια αυτή ετέθη υπό εκκαθάριση (όπως συμβαίνει συνήθως με τον Παραλήπτη-Διαχειριστή να ενεργεί σε μεταγενέστερο στάδιο και ως Εκκαθαριστής). Η ερμηνεία που δίδει ο κ. Παπαντωνίου στο ακόλουθο απόσπασμα από την αυθεντία Αναφορικά με την Αίτηση του Νίνου Χατζηρούσου υπό την ιδιόητά του ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της εταιρείας Liasides Developers Ltd
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1703, δεν με βρίσκει σύμφωνο. «...σύμφωνα και με τη γενικότερη αρχή ότι με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας. (Moss Steamship Co. V. Whinney
(1912)AC 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητα της». Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει, ο διορισμός Παραλήπτη-Διαχειριστή δεν επηρεάζει τη νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας η οποία συνεχίζει να τη διατηρεί. Σε περιπτώσεις όμως που το ομόλογο καλύπτει ολόκληρο ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας τότε ουσιαστικά οι διευθυντές της δεν την ελέγχουν. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση που καθιστά τους Παραλήπτες-Διαχειριστές υπεύθυνους για πράξεις που η εταιρεία διενήργησε πριν το διορισμό τους (όπως η θέση των Εναγόντων-Καθ΄ ων η Αίτηση στην παρούσα υπόθεση) θα οδηγήσει στο παράλογο αποτέλεσμα ένας εξασφαλισμένος πιστωτής να διορίζει ένα Παραλήπτη-Διαχειριστή ο οποίος θα αντιμετωπίζει χωρίς λόγο σωρεία αγωγών μη εξασφαλισμένων πιστωτών. Το έργο όμως του Παραλήπτη-Διαχειριστή είναι όπως υπό τον έλεγχό του και τη δική του διαχείριση η εταιρεία να συνεχίσει τις εργασίες της ως νομική οντότητα αντιπροσωπευόμενη από τον ίδιο με σκοπό να ικανοποιήσει πρωταρχικά προνομιούχους πιστωτές και τον εξασφαλισμένο πιστωτή που τον διόρισε. Οι Παραλήπτες-Διαχειριστές διορίστηκαν στις 31/1/2013 εκτός Δικαστηρίου από την τότε Λαϊκή Τράπεζα με βάση Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης (Floating Charge Debenture) και με βάση το Ομόλογο αυτό θεωρούνται ως αντιπρόσωποι της Εταιρείας. Οι δοσοληψίες μεταξύ Εναγόντων και Εταιρείας διήρκησαν μέχρι το 2012 δηλαδή πριν διοριστούν οι Παραλήπτες-Διαχειριστές, εναντίον δε των Παραληπτών-Εκκαθαριστών μπορούν να εγερθούν αγωγές μετά την εκκαθάριση της Εταιρείας και όχι για πράξεις της Εταιρείας που προηγήθηκαν του διορισμού τους. Επομένως, λανθασμένα η αγωγή καταχωρήθηκε εναντίον των Εναγομένων Διαχειριστών-Παραληπτών με αποτέλεσμα να μην υπάρχει καν αγώγιμο δικαίωμα, γεγονός που την καθιστά άνευ αντικειμένου και ως τέτοια θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή διαγραφεί και/ή απορριφθεί. Σχετικές είναι η Δ.19, κ.26 και η Δ.27, κ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που έχουν παρατεθεί ανωτέρω καθώς και οι ακόλουθες αποφάσεις, στις οποίες εξετάστηκε το θέμα της διαγραφής αγωγής εφόσον το δικόγραφο κρίνεται «αναντίλεκτα ανυπόστατο». Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 7883, In Re Pelmako Development Ltd v. In Re the Companies Law Cap. 113, απόφαση ημερ. 28/2/1991, αποφασίστηκε ότι: «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος..... Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου. Επομένως το Εφετείο είναι σε θέση ουσιαστικά, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο, να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με τη δικαιϊκή υπόσταση δικογράφου.» Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν και εφαρμόστηκαν στην Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1 ΑΑΔ 1316, καθώς και στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα ν. Αργύρης Γεωργίου,
(2003)1 ΑΑΔ 704. Ακόμη, στις Πολιτικές Εφέσεις 223/05 και 224/05, Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα και Ανδρέας Στυλιανού ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα,
(2007)1 ΑΑΔ 21, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι θεμελιωμένο ότι διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19, θ.26 και της Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνον εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό». Η θέση του κ. Παπαντωνίου ότι δεν ισχύει στην παρούσα υπόθεση η Δ.27 θ.3 είναι μια γενική, αόριστη και αναιτιολόγητη τοποθέτηση. Η Δ.27 θ.3 ισχύει όταν διαφανεί στο Δικαστήριο ότι το δικόγραφο δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα οπότε σε τέτοια περίπτωση πρέπει να διαγραφεί όπως επίσης και όταν διαφανεί ότι η αγωγή είναι ενοχλητική. Τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω, δείχνουν ότι λανθασμένα έχει εγερθεί αγωγή εναντίον των Διαχειριστών-Παραληπτών της εταιρείας, και για αυτό το λόγο η αγωγή θα πρέπει να διαγραφεί. Δεν τίθεται θέμα παραβίασης του Συνταγματικού δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει, νοουμένου ότι αποκαλύπτεται αιτία αγωγής. Στην παρούσα, η δικογραφία δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του κ. Αβραάμ και του κ. Ανδρόνικου, ως Διαχειριστών-Παραληπτών της εταιρείας, γεγονός που δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Σεβαστού Δικαστηρίου, αλλά θέμα δικαίου. Επομένως, η ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόφευκτα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Η αγωγή ούτε με τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δεν διασώζετε (ως η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου). Μη εξασφαλισμένοι πιστωτές το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να επαληθεύσουν το χρέος τους όταν διοριστεί Εκκαθαριστής προς ικανοποίηση τους εφόσον υπάρχουν διαθέσιμα ποσά τα οποία θα διατεθούν προς αυτούς. Οι Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα είναι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές της 'ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ' και θα πάρουν τη σειρά τους ως τέτοιοι με βάση τα Άρθρα 89 και 300 του Κεφ. 113. Οι Διαχειριστές-Παραλήπτες, Εναγόμενοι στην εν λόγω αγωγή, στα πλαίσια των καθηκόντων τους παραλαμβάνουν και διαχειρίζονται την περιουσία της 'ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ', πάντα εντός του νομοθετικού πλαισίου. Τα όσα παραπλανητικά αναφέρονται περί των καθηκόντων των Διαχειριστών-Παραληπτών να προβούν στις δέουσες ενέργειες προς εξόφληση των Πιστωτών της εταιρείας (περιλαμβανομένων και των μη εξασφαλισμένων), δείχνει ξεκάθαρα ότι οι Ενάγοντες προσπαθούν να αποκτήσουν πλεονέκτημα εις βάρος άλλων μη εξασφαλισμένων πιστωτών και/ή πιστωτών της ίδιας τάξης με απώτερο σκοπό να «εκβιάσουν» την πληρωμή και/ή να βάλουν πίεση προς τους Διαχειριστές-Παραλήπτες, εμποδίζοντας τους από την εκπλήρωση των καθηκόντων τους όπως, επαναλαμβάνω, προβλέπει η νομοθεσία. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι Διαχειριστές-Παραλήπτες έχουν καθήκον να προστατέψουν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και να τηρήσουν μία σειρά προτεραιότητας ως προς τις πληρωμές των πιστωτών της αρχίζοντας πάντα από τους προνομιούχους, στη συνέχεια τους εξασφαλισμένους και προχωρώντας στους μη εξασφαλισμένους, μεταξύ των οποίων και οι Ενάγοντες, προς τους οποίους η μόνη νομικά υπεύθυνη είναι η εταιρεία. Το κύριο καθήκον των Διαχειριστών-Παραληπτών είναι μεταξύ άλλων, η πληρωμή του ομολόγου με βάση το οποίο έχουν διοριστεί. Εάν ο οποιοσδήποτε πιστωτής και ειδικότερα οι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές δικαιούνται να κινηθούν προσωπικά εναντίον των Διαχειριστών-Παραληπτών για την πληρωμή των οφειλών της εταιρείας για πράξεις και/ή παραλείψεις της εταιρείας, που έλαβαν χώρα πριν το διορισμό τους, τότε οι Παραλήπτες στην συγκεκριμένη περίπτωση θα ήταν υπόχρεοι προσωπικά να καταβάλουν τεράστια ποσά που είναι οι οφειλές της εν λόγω εταιρείας. Η αίτηση γίνεται δεκτή. Η αγωγή είναι ενοχλητική και ως τέτοια διαγράφεται. Τα έξοδα είναι εις βάρος των Εναγόντων-Καθ΄ ων η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΠ΄μ/ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο