← Κύπρος

Στέλιου Θεοφίλου ν. Alhenawi Abdulrazak, Αρ. Αγωγής: 2553/07, 12/6/2014

Στέλιου Θεοφίλου ν. Alhenawi Abdulrazak, Αρ. Αγωγής: 2553/07, 12/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A264 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2553/07 Μεταξύ: Στέλιου Θεοφίλου Ενάγοντος και Alhenawi Abdulrazak Εναγόμενου ----- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12 Ιουνίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κα Χρ. Ερωτοκρίτου για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία ΔΕΠΕ Για τον εναγόμενο: κ. Κ. Δημητριάδης για Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ και κ. Α. Σοφοκλέους για Ανδρέας Θ. Σοφοκλέους ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση του ενάγοντος εναντίον του εναγόμενου πηγάζει από δυστύχημα που επεσυνέβη στις 19.2.2006 κατά μήκος της Λεωφ. Μαχαιρά με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Έχει καταστεί παραδεκτό γεγονός μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ότι οι γενικές αποζημιώσεις και οι ειδικές ζημιές του ενάγοντος, ανέρχονται στο ποσό των €70.000, περιλαμβανομένων των τόκων μέχρι την έκδοση της απόφασης, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, επί πλήρους ευθύνης. Περαιτέρω, έχει δηλωθεί εκ συμφώνου ότι τα δικηγορικά έξοδα, τα οποία ο ενάγων δικαιούται σε περίπτωση επιτυχίας της αξίωσής του, ανέρχονται στο ποσό των €15.000, πλέον ΦΠΑ, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Απέμεινε συνεπώς προς εκδίκαση μόνο το θέμα της απόδοσης ευθύνης στον εναγόμενο. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, ο ενάγων, σε ηλικία 17 ετών, ήταν επιβάτης στο όχημα με αρ. εγγραφής VJ 324, το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγείτο από τον εναγόμενο. Κατά τις 19.2.2006, ενόσω ο εναγόμενος οδηγούσε το εν λόγω όχημα κατά μήκος της Λεωφ. Μαχαιρά με κατεύθυνση τη Λευκωσία εξετράπη εκτός του δρόμου και/ή αναποδογυρίστηκε με αποτέλεσμα να προκληθούν σοβαρές σωματικές βλάβες και άλλες συναφείς ζημιές στον ενάγοντα, λόγω αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του εναγόμενου, οι λεπτομέρειες των οποίων εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης με τον ισχυρισμό, επίσης, ότι στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζεται το δόγμα "res ipsa loquitur". Παρατίθενται, επίσης, στην έκθεση απαίτησης οι λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών του ενάγοντος, για τις οποίες απαιτεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, το ύψος των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, κατέστη παραδεκτό γεγονός. Στην τροποποιημένη υπεράσπιση του, ο εναγόμενος αποδέχεται ότι ήταν ο οδηγός του οχήματος που προαναφέρθηκε και ότι ο ενάγων ήταν επιβάτης σ' αυτό, αλλά αρνείται τους λοιπούς ισχυρισμούς και τις αξιώσεις του ενάγοντος. Ως προς το επίδικο δυστύχημα, το οποίο δέχεται ότι επεσυνέβη, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο οδηγούσε το υπό αναφορά όχημα με κατεύθυνση τη Λευκωσία κρατώντας την αριστερή πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία του, με συνοδηγό τον ενάγοντα και με επιβάτη τον Πέτρο Λαζάρου. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, άγνωστος οδηγός που οδηγούσε άγνωστο αυτοκίνητο κατά μήκος του ίδιου δρόμου με αντίθετη προς τον εναγόμενο κατεύθυνση, όπου υπήρχε στροφή προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του άγνωστου αυτοκινήτου, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και/ή στην πλευρά του εναγόμενου και/ή παρεμβλήθηκε και/ή ανέκοψε την πορεία του εναγόμενου. Ο εναγόμενος, προς αποφυγή της σύγκρουσης με το εν λόγω άγνωστο αυτοκίνητο, κινήθηκε δεξιότερα σε σχέση με την πορεία του και/ή προέβη σε ενέργεια αποφυγής του δυστυχήματος, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο δεξί παγκέτο και/ή λόγω της ολισθηρότητας του δρόμου και/ή του παγκέτου από τη βροχή να χάσει τον έλεγχο του οχήματός του και/ή να βγει εκτός δρόμου και/ή να ανατραπεί σε παρακείμενο χωράφι, ενόσω ο άγνωστος οδηγός εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος. Υποστηρίζοντας ότι το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο και/ή ότι αποκλειστική ευθύνη για αυτό φέρει ο άγνωστος οδηγός, ο εναγόμενος ζητά την απόρριψη της αγωγής. Στην απάντησή του στην υπεράσπιση, ο ενάγων αρνείται τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, εκτός της θέσης του ότι έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και βγαίνοντας εκτός δρόμου ανετράπη, απορρίπτοντας επίσης τον ισχυρισμό του εναγόμενου περί εμπλοκής στο δυστύχημα άγνωστου οχήματος και εμμένοντας στις αξιώσεις του. Η προσφερθείσα μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα, προς υποστήριξη της θέσης του ενάγοντος προέρχεται από τον ίδιο (ΜΕ2) και από τη μαρτυρία της Γ/Αστ. 3454, Ιωάννας Ανδρέου (ΜΕ1) καθώς και του Πέτρου Λαζάρου (ΜΕ3), ενώ εκ μέρους του εναγόμενου κατέθεσε μόνο ο ίδιος (ΜΥ), με τη βοήθεια διερμηνέως στην αραβική γλώσσα. Η ΜΕ1 διερεύνησε το επίδικο δυστύχημα, αφού επισκέφθηκε τη σκηνή και κατέθεσε στο Δικαστήριο το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής που ετοίμασε η ίδια ως Τεκμήριο 1, με το οποίο ο εναγόμενος συμφώνησε καθώς και το τελικό σχέδιο ως Τεκμήριο 2, έχοντας λάβει στις 25.2.2006 ανακριτική κατάθεση του Σύριου οδηγού-ιδιοκτήτη του οχήματος-εναγόμενου με τη βοήθεια διερμηνέως (που κατά την αντεξέταση της κατέθεσε ως Τεκμήρια 5Α και 5Β για τον περιορισμένο σκοπό ότι λήφθηκε από τον εναγόμενο), καθώς και καταθέσεις των επιβατών του επίδικου οχήματος, χωρίς να εντοπίσει άλλους μάρτυρες αυτόπτες ή ανεξάρτητους. Το δυστύχημα διερευνήθηκε κατόπιν πληροφορίας που λήφθηκε στις 04.30 της 19.2.2006 από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου είχαν μεταβεί οι τραυματίες και αμέσως μετά, περιπολώντας το δρόμο Δευτεράς προς Ψημολόφου, η ΜΕ1 εντόπισε σε χωράφι το επίδικο όχημα, στο οποίο δεν υπήρχαν οποιαδήποτε πρόσωπα. Το ανευρεθέν όχημα είχε ζημιές σε όλες τις πλευρές, που υποδηλούσαν ότι προτού ακινητοποιηθεί είχε κτυπηθεί, υπήρχαν κομμάτια από γυαλιά στη σκηνή και λάσπη από το σημείο που έφυγε το όχημα μέχρι το σημείο που ακινητοποιήθηκε και δεν ανευρέθησαν οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης ή πλαγιολίσθησης οποιουδήποτε οχήματος στη σκηνή. Ο δρόμος όπου έγινε το δυστύχημα ήταν βρεγμένος, είναι δε διπλής κατεύθυνσης και ευθύς για μισό χιλιόμετρο με καθαρή ορατότητα. Κατηγόρησε γραπτώς τον εναγόμενο στις 30.3.2006 με τη βοήθεια διερμηνέως (βλ. Τεκμήρια 3Α και 3Β), ο οποίος απάντησε «παραδέχομαι και απολογούμαι». Στην ποινική υπόθεση που έγινε εναντίον του εναγόμενου, ο τελευταίος παρεδέχθη και του επεβλήθη πρόστιμο €300 και 3 βαθμοί ποινής. Πρέπει να αναφερθεί ότι η ΜΕ1 κατέθεσε και το Τεκμήριο 4, που σχετίζεται με την εισαγωγή του ενάγοντος για περίθαλψη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, αλλά λόγω της μεταγενέστερης δήλωσης του παραδεκτού ποσού των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων το Τεκμήριο αυτό δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο. Όπως η ΜΕ1 διευκρίνισε κατά την αντεξέταση της, την πορεία Β, ως την πορεία του άγνωστου οχήματος που εγκατέλειψε τη σκηνή, την τοποθέτησε στο σχέδιο λόγω της επιθυμίας του εναγόμενου όταν του έλαβε κατάθεση, χωρίς να έχει οποιαδήποτε άλλη σχετική μαρτυρία. Ο ενάγων - ΜΕ2, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, ανέφερε ότι ήταν επιβάτης στο επίδικο όχημα που οδηγείτο από τον εναγόμενο κατά μήκος του δρόμου Μαχαιρά - Λευκωσίας, με κατεύθυνση τη Λευκωσία και κατά τη διαδρομή κοιμήθηκε. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και ενόσω ο ίδιος κοιμόταν, όπως πληροφορήθηκε αργότερα συνέβη το ατύχημα. Συνεπεία του ατυχήματος έχασε τις αισθήσεις του, τις οποίες επανηύρε στο Νοσοκομείο, όπου τον μετέφεραν, έχοντας τραυματισθεί σοβαρά. Ήταν παρών στις 19.11.2008 στο Δικαστήριο Λευκωσίας, όπου κλήθηκε για να καταθέσει ως μάρτυρας εναντίον του εναγόμενου και ο εναγόμενος παρεδέχθη ενοχή για αμελή οδήγηση στην ποινική υπόθεση με αρ. 11044/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Τα Τεκμήρια 6-13, τα οποία κατέθεσε ο ενάγων και σχετίζονται με τους τραυματισμούς του συνεπεία του ατυχήματος, δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο λόγω του παραδεκτού ποσού των αποζημιώσεων, όπως προελέχθη. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι κατά την ακροαματική διαδικασία κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι ο φάκελος της προαναφερθείσας ποινικής υπόθεσης δεν ανευρίσκεται στις αποθήκες του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ο ΜΕ3, υιοθέτησε την κατάθεση του στην Αστυνομία (Έγγραφο Β), όπου είχε αναφέρει ότι στις 18.2.2006 και περί ώρα 21.00 μετέβη με τον εξάδελφο του - ενάγοντα σε εστιατόριο, στο χωριό Πέρα Ορεινής για να επισκεφθούν κάποιο συγγενή του, βοηθώντας τον στη διάθεση αναψυκτικών στους πελάτες. Περί τις 02.00 της 19.2.2006 ανεχώρησαν από το εστιατόριο με τον εναγόμενο, τον οποίο δεν είχε ξαναδεί, ούτε γνώριζε το όνομά του, αλλά από την προφορά του κατά την ομιλία του στα ελληνικά κατάλαβε ότι είναι αλλοδαπός και ξεκίνησαν με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Δίπλα από τον οδηγό κάθισε ο ενάγων και ο ΜΕ3 κάθισε στο πίσω κάθισμα. Αφού προχώρησαν περί τα πέντε λεπτά μετά την αναχώρησή τους και ενόσω ο ίδιος προσπαθούσε να κοιμηθεί, ξαφνικά ένιωσε ένα δυνατό τράνταγμα και το αυτοκίνητο να αναποδογυρίζεται μέσα σε χωράφι στα δεξιά ως η πορεία τους, ακινητοποιήθηκε δε μέσα στο χωράφι αυτό. Τότε είδε ότι ο εξάδελφός του - ενάγων δεν ήταν στο αυτοκίνητο και βγαίνοντας έξω, από το πίσω παράθυρο, τον εντόπισε πεσμένο στο έδαφος να αιμορραγεί στο κεφάλι. Ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν τραυματίστηκε και παρέμεινε στο μέρος. Αμέσως ο ΜΕ3 ειδοποίησε ένα εκ των διευθυντών του εστιατορίου και τον συγγενή του, οι οποίοι έφθασαν εκεί και μετέφεραν και τους τρεις στο Νοσοκομείο. Ο εναγόμενος - ΜΥ, όπως ανέφερε στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Γ), κατάγεται από τη Συρία και διαμένει στην Κύπρο. Στις 19.2.2006 και περί ώρα 02.00 όταν έφευγε από το προαναφερθέν εστιατόριο, του ζητήθηκε από τον αδελφό του ιδιοκτήτη να πάρει μαζί του τον ενάγοντα - ΜΕ2 και τον ΜΕ3 για να τους μεταφέρει στο Τσέρι, επειδή δεν είχαν δικό τους μεταφορικό μέσο. Ξεκίνησε από το εστιατόριο με το υπό αναφορά αυτοκίνητό του και τους προαναφερθέντες συνεπιβάτες με κατεύθυνση προς Λευκωσία, έχοντας τα φώτα πορείας αναμμένα στη χαμηλή στάση. Σε μικρή απόσταση από το σημείο αναχώρησής τους και ενώ οδηγούσε το όχημά του κανονικά στην αριστερή πλευρά του δρόμου, πρόσεξε ένα αυτοκίνητο να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση με τα φώτα του στην ψηλή στάση. Το αυτοκίνητο αυτό εκινείτο στη λωρίδα κυκλοφορίας του εναγόμενου και συνέχισε να έρχεται κατά πάνω του. Προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση έστριψε το τιμόνι του αυτοκινήτου του δεξιά, με αποτέλεσμα να βγει εκτός δρόμου και επειδή το παγκέτο ήταν βρεγμένο λόγω βροχής, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο στη συνέχεια αναποδογυρίστηκε μέσα στο χωράφι δεξιά, όπου και ακινητοποιήθηκε. Από το δυστύχημα ο ίδιος δεν τραυματίστηκε αλλά τραυματίστηκε ο ενάγων, που πήγε στο Νοσοκομείο. Όπως υποστήριξε ο εναγόμενος, όλα έγιναν ξαφνικά και επειδή το αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι δεν σταμάτησε, δεν μπόρεσε ο ίδιος να δει ούτε τη μάρκα ή το χρώμα του αλλά ούτε και τους αρ. εγγραφής του. Αργότερα έδωσε κατάθεση στην αστυνομία και έδειξε σε σχεδιάγραμμα πώς έγινε το δυστύχημα, συμφωνεί δε με το σχεδιάγραμμα της αστυνομίας που κατατέθηκε ως Τεκμήριο στο Δικαστήριο. Δεν έχει καμία ευθύνη για το δυστύχημα και έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφύγει τη σύγκρουση, αρνείται δε τη θέση του ενάγοντος ότι οδηγούσε αμελώς, υποστηρίζοντας ότι για το δυστύχημα έχει την πλήρη ευθύνη ο οδηγός του άγνωστου οχήματος. Βλέποντας την ανακριτική κατάθεση που είχε δώσει, με τη βοήθεια διερμηνέως, στην αστυνομία στις 25.2.2006 (Τεκμήρια 5Α και 5Β), την ανεγνώρισε, συμφωνώντας με το περιεχόμενό της. Οι συνήγοροι με τις γραπτές τους αγορεύσεις υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ

(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Πριν προβώ σε αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας, είναι σκόπιμο να επισημανθούν στοιχεία που είναι κοινώς παραδεκτά ή δεν αμφισβητήθηκαν. Δεν έχει τεθεί σε αμφισβήτηση αρχικά η ιδιοκτησία του επίδικου οχήματος του εναγόμενου. Ούτε η μαρτυρία της αστυνομικού εξεταστή αμφισβητήθηκε. Πιο συγκεκριμένα, σχετικά με όσα αναφέρθηκαν από την ΜΕ1, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά η μαρτυρία της και τα στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας, τα οποία παρέθεσε, παρέμειναν αναμφισβήτητα εκ μέρους του εναγόμενου ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί η πραγματική μαρτυρία, που είναι η μαρτυρία που προβάλλει από τα ίδια τα πράγματα και μόνο, αποτελεί αντικειμενικό εύρημα με αποδεικτική δυναμική, όταν κατά την αντιπαραβολή προς αυτό των αντικρουόμενων εκδοχών είναι εγγενώς αποκαλυπτικό της εξέλιξης των πραγμάτων (Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 45). Η πραγματική μαρτυρία αποτελεί γνώμονα τόσο για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας, συνιστά δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα (Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1388, Ιωαννίδου κ.ά. ν. Singh κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1805). Δεν έχω αμφιβολία ότι η ΜΕ1 παρέθεσε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο τα ευρήματα της για το δυστύχημα, το οποίο εξέτασε αντικειμενικά και αποδέχομαι τις μετρήσεις της στη σκηνή και τα λοιπά πραγματικά ευρήματα στα οποία αναφέρθηκε, που αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Είναι αναντίλεκτο συνεπώς ότι το όχημα με αρ. εγγραφής VJ 324, που οδηγούσε ο εναγόμενος, με πορεία Α όπως φαίνεται επί του Τεκμηρίου 2, από Ψημολόφου προς Δευτερά, συγκρούστηκε σε ανάχωμα στο σημείο Χ του Τεκμηρίου 2. Δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης ή πλαγιολίσθησης και η τελική θέση του οχήματος φαίνεται στο σημείο Α1 του Τεκμηρίου 2, σε απόσταση 65 μέτρων από το σημείο Χ. Η άσφαλτος ήταν βρεγμένη και υπήρχαν λάσπες από το σημείο που το όχημα βγήκε εκτός δρόμου μέχρι την τελική του θέση. Ο δρόμος είναι διπλής κατευθύνσεως, ευθύς για περίπου μισό χιλιόμετρο και στις δυο κατευθύνσεις από Ψημολόφου προς Δευτερά, διαχωρίζεται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή για τις δυο κατευθύνσεις με πλάτος 2,80 μέτρα σε κάθε κατεύθυνση και με καθαρή ορατότητα. Στα δεξιά και αριστερά του δρόμου, στο ίδιο επίπεδο, υπάρχει χωμάτινο παγκέτο πλάτους ενός μέτρου σε κάθε πλευρά. Ως προς τις ζημιές του οχήματος του εναγόμενου, είναι αποδεκτό ότι αυτό υπέστη ζημιές σε όλες τις πλευρές, στην καμπίνα και την οροφή της καμπίνας. Αξιολογώντας περαιτέρω την προσφερθείσα μαρτυρία με βάση τις προαναφερθείσες αρχές κρίνεται ότι η μαρτυρία του ενάγοντος - ΜΕ2, δεν είναι διαφωτιστική ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, εφόσον ο ίδιος είχε αποκοιμηθεί και δεν αντιλήφθηκε πώς έγινε το δυστύχημα. Ο υπαινιγμός του κ. Σοφοκλέους στη γραπτή του αγόρευση για το ότι ο ενάγων πρόλαβε να κοιμηθεί στα 300 μέτρα μετά την αναχώρηση από το εστιατόριο δεν θα ληφθεί υπόψη, δεδομένου ότι ο εναγόμενος κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι το ατύχημα δεν έγινε στα 300 μέτρα, ως είχε αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση, αλλά σε απόσταση πέραν των δυο χιλιομέτρων από το εστιατόριο, όπως διεπίστωσε αργότερα. Ούτε και η μαρτυρία του ΜΕ3, ο οποίος σημειωτέον ότι δεν αντεξετάστηκε, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική για τα αίτια του ατυχήματος, εφόσον καθόταν στο πίσω κάθισμα και προσπαθούσε να κοιμηθεί, όπως ανέφερε. Από τη μαρτυρία του ωστόσο προβάλλει το αναντίλεκτο γεγονός ότι το υπό αναφορά όχημα, μετά από κτύπημα, το οποίο ο ΜΕ3 ένιωσε ως τράνταγμα, ανετράπη επανειλημμένα μέσα σε χωράφι στα δεξιά ως η πορεία του, όπου βρέθηκε από την ΜΕ1 ακινητοποιημένο μερικές ώρες αργότερα. Η μόνη προφορική μαρτυρία που σχετίζεται με τις συνθήκες του ατυχήματος είναι αυτή του εναγόμενου - ΜΥ, ο οποίος ωστόσο δημιούργησε στο Δικαστήριο πολύ φτωχή εντύπωση ως μάρτυρας. Κατά την αντεξέταση του εναγόμενου διεφάνη η ενσυνείδητη προσπάθεια του να αποφύγει την ευθύνη του για το ατύχημα και τις δυσμενείς επιπτώσεις που είχε αυτό και συναρτώνται με τον τραυματισμό του ενάγοντος. Οι ανακολουθίες και υπεκφυγές είναι διάσπαρτες στη μαρτυρία του και παρατηρήθηκαν ακόμη και σε επουσιώδη θέματα, που όμως, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν μπορούν να αγνοηθούν, εφόσον καταδεικνύουν ανειλικρίνεια και ευκολία στη διαμόρφωση διάφορων θέσεων, σε βαθμό που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του για την ύπαρξη άγνωστου οχήματος αποτελεί εφεύρημα του ιδίου και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Υπό το πλέγμα των δεδομένων της υπόθεσης, η ασυνέπεια των δηλώσεων του εναγόμενου είναι ενδεικτική της προσπάθειας του να αλλοιώσει την πραγματικότητα για να αποποιηθεί της ευθύνης του για το επίδικο ατύχημα. Ενδεικτικά αναφέρεται η εναλλαγή της θέσης του ως προς τι έπραξε μετά το ατύχημα όπου ενώ αρχικά ανέφερε ότι μετέβη στο σπίτι του με ένα φίλο του που τον παρέλαβε από το σημείο του ατυχήματος και την επομένη μετέβη στο Νοσοκομείο για να εξετασθεί, στη συνέχεια διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι μετέβη στο Νοσοκομείο αμέσως μετά το ατύχημα για να δει τους συνεπιβάτες του. Διάσταση παρατηρείται και στο λόγο για τον οποίο βρισκόταν στο προαναφερθέν εστιατόριο εφόσον στην ανακριτική του κατάθεση είχε αναφέρει ότι επισκέφθηκε το εστιατόριο στις 10 το βράδυ της 18.2.2006, ενώ κατά την αντεξέταση του υποστήριξε ότι εργαζόταν ως σερβιτόρος, εκτελώντας και χρέη οδηγού, στο εστιατόριο αυτό, έχοντας μεταβεί εκεί από τις 7 το απόγευμα, χωρίς να έχει εξηγηθεί ο λόγος που δεν είχε αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση αυτή του την ιδιότητα, αποδίδοντας την παράλειψη του στο ότι ήταν φοβισμένος και αναστατωμένος από το ατύχημα, κάτι που όμως δεν δικαιολογείται εφόσον η ανακριτική κατάθεση του ελήφθη 6 ημέρες μετά το ατύχημα. Περαιτέρω, ως προς την κατηγορία που του είχε προσαφθεί από την αστυνομία αμφιταλαντεύθηκε μεταξύ του ότι δεν κατηγορήθηκε από την αστυνομία, στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο κατηγορήθηκε και κατέληξε, αφού ζήτησε να δει το σχετικό Τεκμήριο 3Α-3Β, ότι τον κατηγόρησε η αστυνομία, υποστηρίζοντας την παράδοξη θέση ότι παραδέχθηκε ότι οδηγούσε το υπό αναφορά όχημα και όχι την ευθύνη του για το ατύχημα. Δεν παραβλέπεται ότι ο εναγόμενος είχε αναφερθεί στην παρουσία άγνωστου οχήματος στην ανακριτική του κατάθεση στην αστυνομία (Τεκμήρια 5Α-5Β), την οποία έδωσε 6 ημέρες μετά το ατύχημα, ενόσω στη γραπτή κατηγορία (Τεκμήρια 3Α-3Β) δεν έκαμε καμία τέτοια αναφορά. Η μαρτυρία, επίσης, κατέδειξε ότι δεν έγινε οποιαδήποτε τέτοια αναφορά ούτε στην ποινική υπόθεση με αρ. 11044/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην οποία, ως παρέμεινε αναντίλεκτο, ο εναγόμενος παρεδέχθη ενοχή για αμελή οδήγηση και του επεβλήθη ποινή. Επισημαίνεται ότι η αναφορά στην πορεία της ποινικής υπόθεσης, στο παρόν στάδιο, δεν γίνεται για να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην παραδοχή του εναγόμενου στην ποινική υπόθεση, κατά τα λεχθέντα στην υπόθεση Πουρίκκος ν. Βασιλείου
(1993)1 Α.Α.Δ. 256, βάσει της οποίας η παραδοχή αυτή θα διαδραμάτιζε το δικό της ρόλο στην παρούσα αγωγή αν ετίθεντο ενώπιον του Δικαστηρίου τα αναγκαία στοιχεία, που όμως δεν υπάρχουν εφόσον, ως κατέστη παραδεκτό γεγονός, ο φάκελος της ποινικής υπόθεσης δεν ανευρέθη. Αποτελεί όμως ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει την ανειλικρίνεια του εναγόμενου, ο οποίος υποστήριξε ότι δεν θυμόταν τί έγινε στην ποινική υπόθεση λόγω της παρόδου μακρού χρόνου, έχοντας μάλιστα υποστηρίξει, όπως ήδη επισημάνθηκε, ότι δεν παραδέχθηκε την γραπτή κατηγορία στην αστυνομία για αμελή οδήγηση αλλά ότι η παραδοχή του αφορούσε μόνο το γεγονός ότι ήταν ο οδηγός του οχήματος. Ως προς το ουσιωδέστερο σημείο της μαρτυρίας του, που αφορά τις αντιδράσεις του στη θέα του κατά τον ισχυρισμό του άγνωστου οχήματος κατά το χρόνο του ατυχήματος, ο εναγόμενος περιέπεσε σε τέτοιες αντιφάσεις και ανακολουθίες που οδηγούν στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι η ύπαρξη άγνωστου οχήματος αποτελεί εφεύρημα και σκέψη εκ των υστέρων προς αποφυγή της ευθύνης του για τον αμελή τρόπο με τον οποίο οδηγούσε το όχημα του κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο. Ειδικότερα, αν και υποστήριξε ότι από τα δυνατά φώτα του άγνωστου αυτοκινήτου που έβλεπε από μακριά δεν μπορούσε να δει αν ήταν στη δική του πορεία, υπολόγισε, όπως ανέφερε, ότι ήταν στην πορεία του και προέβη σε γρήγορη αντίδραση για να το αποφύγει αλλά λόγω του βρεγμένου δρόμου έχασε τον έλεγχο του οχήματος του. Πρόσθεσε μάλιστα ότι το άγνωστο αυτοκίνητο έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα και ο οδηγός του ήταν μεθυσμένος, θέσεις που προέβαλε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του και ούτε τις είχε περιλάβει στην ανακριτική του κατάθεση. Υποστήριξε ακόμη ότι όταν προσπάθησε να αποφύγει το εξ αντιθέτου άγνωστο όχημα, το δικό του όχημα άρχισε να πηγαίνει δεξιά-αριστερά, θέση επίσης καινοφανή που δεν συνάδει με την αναντίλεκτη μαρτυρία του επιβάτη-ΜΕ3, ο οποίος ουδόλως αναφέρθηκε σε τέτοια πορεία του οχήματος του εναγόμενου πριν το τράνταγμα που ένιωσε και την ανατροπή του οχήματος στο χωράφι. Από όσα ο εναγόμενος ανέφερε είναι πρόδηλο ότι ακόμη και αν εκινείτο κατά τον χρόνο εκείνο οποιοδήποτε όχημα στην αντίθετη κατεύθυνση, που όμως δεν γίνεται αποδεκτό, αυτό ουδέποτε δημιούργησε απειλή ή κίνδυνο για το όχημα του εναγόμενου και η απώλεια του ελέγχου του οχήματος του προήλθε από δικούς του λανθασμένους υπολογισμούς και χειρισμούς, ανεξάρτητους από αντικειμενικούς εξωγενείς παράγοντες. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, ανακεφαλαιώνοντας τα ευρήματά μου βάσει και των παραδεκτών στοιχείων της υπόθεσης, βρίσκω ότι στις 19.2.2006 και περί ώρα 02.10, ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής VJ 324, με συνοδηγό τον ενάγοντα-ΜΕ2 και επιβάτη στο πίσω κάθισμα τον ΜΕ3, επί του κύριου δρόμου Δευτεράς-Ψημολόφου με κατεύθυνση τη Δευτερά και διακινείτο στη λωρίδα της κατεύθυνσης του με άγνωστη ταχύτητα. Σε σημείο του δρόμου ο εναγόμενος για άγνωστους λόγους έχασε τον έλεγχο του οχήματος του και παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά. Το όχημα αφού κτύπησε στο ανάχωμα στην άκρη του δεξιού παγκέτου, σύμφωνα με την πορεία του, αναποδογυρίστηκε μερικές φορές μέσα σε παρακείμενο χωράφι ώσπου ακινητοποιήθηκε σ' αυτό, με αποτέλεσμα ο ενάγων να τραυματιστεί. Ο ΜΕ3 που βρισκόταν στο αυτοκίνητο εξήλθε από το πίσω παράθυρο και ανηύρε τον ενάγοντα τραυματισμένο μέσα στο χωράφι. Η ΜΕ1 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος μετά τις 4.30 της ίδιας ημέρας και ετοίμασε τα Τεκμήρια 1 και 2, τα δε ευρήματα της καθώς και οι συνθήκες καιρού, ορατότητας και τα λοιπά στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας, όπως ήδη παρατέθηκαν, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί η αμέλεια κρίνεται καθολικά, απρόσωπα και αντικειμενικά, με γνώμονα τις αντιδράσεις του συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί λογικά το δρόμο, συναισθανόμενος την ευθύνη για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο, κάθε υπόθεση δε τροχαίου ατυχήματος εξετάζεται με βάση τα δικά της γεγονότα και περιστατικά. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού και συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Όπως ορθά υπέδειξε η κα Ερωτοκρίτου, στο δικόγραφο της υπεράσπισης του εναγόμενου εγείρεται το θέμα του αναπόφευκτου ατυχήματος λόγω άγνωστου οχήματος, το οποίο ο εναγόμενος προσπάθησε να αποφύγει, αλλά δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης αυτού του ισχυρισμού του καθότι από τη μαρτυρία του θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος. Επισημαίνεται ωστόσο ότι δεν έγινε οποιαδήποτε σχετική αναφορά από τον κ. Σοφοκλέους στη γραπτή του αγόρευση, ο οποίος εισηγήθηκε ότι ο ενάγων δεν απέσεισε το βάρος να αποδείξει την αμελή συμπεριφορά του εναγόμενου ως αιτία του ατυχήματος, παραθέτοντας νομολογία που διέπει γενικά την απόδειξη της αμέλειας στα τροχαία ατυχήματα. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Τάσου Νεοφύτου κ.α. ν. Αθηνούλλας Τταβά, Πολ. Έφ. Αρ. 25/2009, ημερομηνίας 20.6.2012, στη νομολογία μας υπάρχει μεγάλος αριθμός αποφάσεων για το θέμα της υπεράσπισης του αναπόφευκτου ατυχήματος και παρατέθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Καμέρης ν. Σούλη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 880 από τη σελίδα 884 αυτής: «Η προβολή της υπεράσπισης από εναγόμενο ότι ένα ατύχημα ήταν αναπόφευκτο αποτελεί, στην κρίση μας, μια εξειδικευμένη περίπτωση που όμως εμπίπτει στη νομοθεσία και στις γενικότερες αρχές της νομολογίας που αφορούν στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Στην υπόθεση The Tunnel Portland Cement Co. Ltd., v. The Prince Line Limited and Another
(1963)2 Α.Α.Δ. 181 το Ανώτατο Δικαστήριο κάμνει αναφορά και υιοθετεί τις αρχές πάνω στο ζήτημα, όπως διατυπώθηκαν στις υποθέσεις «The Merchant Prince» και «The Saint Angus» που παρατίθενται στη σελίδα 187 της απόφασης. "The burden rests on the defendants to show inevitable accident. To sustain that, the defendants must do one or other of two things. They must either show what was the cause of the accident, and show that the result of that cause was inevitable; or they must show all the possible causes, one or other of which produced the effect, and must further show with regard to every one of these possible causes that the result could not have been avoided. Unless they do one or other of these two things, it does not appear to me that they have shown inevitable accident." Η ειδική αναφορά σε «αναπόφευκτο δυστύχημα», δεν διαφοροποιεί τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται όταν αιτία της αγωγής είναι η αμέλεια. Υποδεικνύει όμως τα στοιχεία της μαρτυρίας που έχει την ευθύνη να προσκομίσει ο εναγόμενος για να αποδείξει τον ισχυρισμό του για αναπόφευκτο δυστύχημα. Αυτός δε ο ισχυρισμός ουσιαστικά ισοδυναμεί με άρνηση για αμέλεια με την εισήγηση ότι δεν μπορούσε να αποφευχθεί το δυστύχημα με την επίδειξη της δέουσας επιμέλειας και προσοχής από τον μέσο άνθρωπο.» Η νομολογία υποδεικνύει ότι όταν ο ενάγων αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως αμέλεια εκ μέρους του εναγόμενου κατά την οδήγηση του οχήματος του, το βάρος απόδειξης ισχυρισμού για αναπόφευκτο ατύχημα μετατίθεται στο εναγόμενο. Στην υπόθεση Πανταζής κ.α. ν. Θεμιστοκλέους
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 898, λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Ο ενάγων και οι μάρτυρες του αναμφίβολα απέδειξαν εκ πρώτης όψεως αμέλεια εκ μέρους του εφεσείοντα κατά την οδήγηση του οχήματός του. Τούτο συνίσταται στο γεγονός ότι ο εφεσείων οδήγησε τον εκσκαφέα στην δεξιά πλευρά του δρόμου ανακόπτοντας την πορεία που νόμιμα ακολουθούσε το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο εφεσίβλητος. Κατά συνέπεια το βάρος της απόδειξης ισχυρισμού για αναπόφευκτο ατύχημα μετατίθεται στον εφεσείοντα. Στην υπόθεση Theodoulou v. Pelopidha
(1981)1 C.L.R. 230 έχει αποφασισθεί ότι η αρχή της μετακίνησης του βάρους της απόδειξης τους ώμους της άλλης πλευράς τυγχάνει εφαρμογής και στις αγωγές για αμέλεια. Στη σελίδα 234 έχουν λεχθεί τα εξής:- "No doubt in an action based on negligence, if the facts proved by the plaintiff raise a prima facie case of negligence against the defendant the burden of proof is then cast upon him to establish facts negativing his liability, and one way in which he can do this is by proving inevitable accident, which is where a person in doing an act which he lawfully may do, causes damage without either negligence or intention on his part." (Βλέπε επίσης, Kasinos Constructions Limited v. Christodoulides
(1987)1 C.L.R. 6, και Παυλή κ.ά. ν. Αβραάμ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 220).» Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.α. ν. Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295, όπου κρίθηκε ότι η εκ πρώτης όψεως αμέλεια του οδηγού, ανεξάρτητα του ότι δεν όδευε με υπερβολική ταχύτητα, συνήγετο από το γεγονός της σύγκρουσης του οχήματος του στην πορεία του εξ αντιθέτου νομίμως οδεύοντος αυτοκινήτου, επιβεβαιούμενη και από την αποδεκτή μαρτυρία δυο μαρτύρων που είχαν αντιληφθεί το πρώτο όχημα να είναι στη μέση του δρόμου και να κατευθύνεται χωρίς οποιαδήποτε ταλάντευση προς το δεύτερο αυτοκίνητο, σε χρόνο που δεν παρείχοντο περιθώρια αντίδρασης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με τα πιο πάνω δεδομένα εναπόκειτο στους εφεσείοντες να αποδείξουν τον προβληθέντα θετικό ισχυρισμό τους, ως ανωτέρω, ότι ο αποβιώσας είχε ήδη υποστεί το έμφραγμα ώστε να μην ήταν σε θέση να ελέγξει το όχημα πριν από το δυστύχημα. Για να αποδειχθεί τέτοιος ισχυρισμός, σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές, θα έπρεπε να είχαν τεθεί τέτοια δεδομένα από πλευράς του αποβιώσαντος, ώστε να τα ενέτασσαν στον ισχυρισμό του αναπόφευκτου ατυχήματος. Στο σύγγραμμα του Charlesworth & Percy on Negligence 7η έκδ., αναφέρονται τα εξής στη σελ. 198, παρ. 3-86, σε σχέση με το βάρος απόδειξης που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος που επικαλείται το αναπόφευκτο ατύχημα: "The burden of proof of inevitable accident is upon the person setting it up, namely the defendant. The burden rests on the defendants to show inevitable accident. To sustain that the defendants must do one or other of two things. They must either show what was the cause of the accident, and show that the result of that cause was inevitable; οr they must show all the possible causes, one or other of which produced the effect, and must further show with regard to every one of these possible causes that the result could not have been avoided. Unless they do one or other of these two things, it does not appear to me that they have shown inevitable accident." (η έμφαση προστέθηκε). Η πιο πάνω θέση έχει γίνει δεκτή και ακολουθηθεί στην Κύπρο, σε σειρά υποθέσεων όπως τις Theodoulou ν. Pelopidha
(1981)1 C.L.R. 230. Καμέρης ν. Σουλή
(1990)1 Α.Α.Δ. 880, Socratous v. Loizou and another
(1988)1 C.L.R. 299 και The Tunnel Portland Cement Co. Ltd v. The Prince Line Limited and another
(1963)2 C.L.R. 181 κ.ά.». Είναι αξιοσημείωτο να αναφερθεί ότι, όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Σολέας ν. Σολέα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 904, η υπεράσπιση του αναπόφευκτου ατυχήματος (inevitable accident) σπάνια πετυχαίνει, παραμένοντας σε κάθε περίπτωση θέμα πραγματικό. Στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αμέλειας της έκθεσης απαίτησης, αποδίδεται στον εναγόμενο ότι οδηγούσε με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, παρέλειψε να έχει κανονικό έλεγχο του οχήματος του καθώς και να ελαττώσει ταχύτητα ή να πεδήσει εγκαίρως ή καθόλου, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, εξετράπη εκτός του δρόμου και ακολούθως ανετράπη, παρέλειψε να έχει την ενδεδειγμένη εποπτεία του δρόμου και να οδηγεί ως συνετός και σώφρων οδηγός και γενικά οδηγούσε αμελώς. Με βάση την αποδεκτή και ουσιαστικά αναμφισβήτητη μαρτυρία, συνάγεται ότι ο ενάγων απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε να καταδείξει ότι το επίδικο ατύχημα οφείλετο σε αμέλεια του εναγόμενου, εφόσον απέδειξε ότι το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος, με συνοδηγό τον ενάγοντα, παρεξέκλινε της ευθείας πορείας του και εισερχόμενο στην λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης του δρόμου κτύπησε σε ανάχωμα στην άκρη του παγκέτου και μετά από αναποδογυρίσματα του στο παρακείμενο χωράφι ακινητοποιήθηκε σ' αυτό, στοιχεία που συνηγορούν στο ότι ο εναγόμενος επέδειξε αμέλεια και ενήργησε με έλλειψη της δέουσας προσοχής, παρατηρητικότητας και πρόβλεψης. Η απόδειξη εκ πρώτης όψεως αμέλειας του εναγόμενου, μετέφερε το βάρος απόδειξης στον εναγόμενο να εξηγήσει γιατί το όχημα κινήθηκε μ' αυτό τον τρόπο. Η απόρριψη της εξήγησης του εναγόμενου ως κατασκευασμένης όπως επεξηγήθηκε πιο πάνω, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος δεν απέσεισε την υποχρέωση του να αποδείξει ότι το ατύχημα προκλήθηκε χωρίς δική του υπαιτιότητα. Κατ' επέκταση κρίνεται ότι ο εναγόμενος παρέβη το καθήκον επιμέλειας που είχε οδηγώντας το όχημα του έναντι του ενάγοντος, που ήταν δίπλα του συνεπιβάτης, επιδεικνύοντας συμπεριφορά που αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι ο ενάγων έχει αποδείξει την απαίτηση του εναντίον του εναγόμενου, στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις, έχοντας αποδείξει ότι ο εναγόμενος ευθύνεται πλήρως για το ατύχημα και τις συνέπειες που είχε αυτό σε σχέση με τους τραυματισμούς και τις ζημιές που υπέστη ο ενάγων και που, όπως είναι παραδεκτό, ανέρχονται στο συνολικό ύψος των €70.000. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €70.000, με νόμιμο τόκο από σήμερα. Τα συμφωνηθέντα έξοδα ύψους €15.000, πλέον ΦΠΑ, με νόμιμο τόκο από σήμερα, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγόμενου. ............. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.