← Κύπρος

ΘΑΣΟΣ ΘΩΜΑ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΛΟΗΣ, Αρ.Αγωγής: 6900/2013, 20/6/2014

ΘΑΣΟΣ ΘΩΜΑ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΛΟΗΣ, Αρ.Αγωγής: 6900/2013, 20/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A283 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 6900/2013 Μεταξύ: ΘΑΣΟΣ ΘΩΜΑ Ενάγοντα και ΜΑΡΙΟΣ ΛΟΗΣ Εναγομένου ------------------------------------------------------------------ Αίτηση ημερ. 21.5.2014 για απόφαση Ημερομηνία: 20 Ιουνίου, 2014 Για ενάγοντα : κα Ν. Κάντα για κα Α. Τίκκου Για εναγόμενο : καμία εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων διεκδικεί από τον εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ. 1.100 ή €1.879,46 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα «δυνάμει επιταγής ή νομίμου αντιπαροχής». Σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ισχυρισμούς, κατά ή περί τις 8.11.2004 και έναντι νομίμου αντιπαροχής ο εναγόμενος οπισθογράφησε και παρέδωσε στον ενάγοντα επιταγή πληρωτέα στο όνομά του, της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, με αριθμό 200040 για το ποσό των Λ.Κ. 1.100, η οποία είχε εκδοθεί εις διαταγή του εναγομένου από κάποια Σ. Σαββίδου. Όταν παρουσιάσθηκε η επιταγή προς πληρωμή, λέχθηκε στον ενάγοντα ότι δεν μπορούσε να τιμηθεί ελλείψει αντικρίσματος ή άλλως πως. Ο εναγόμενος υποσχέθηκε και συμφώνησε όπως εξοφλήσει το ποσό μέχρι τις 31.12.2004 αλλά ουδέν ποσό κατέβαλε, και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντα αρνήθηκε και/ή αμέλησε και/ή παρέλειψε να πληρώσει το χρέος του. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον εναγόμενο (και ειδικότερα σε κάποια κα Μαίρη Σάββα ως υπεύθυνη του χώρου εργασίας του εναγομένου) στις 3.5.

  1. Δεν καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης και συνεπώς στις 21.5.2014 ο ενάγων καταχώρισε αίτηση για απόφαση βάσει της Διαταγής
  2. Προς απόδειξη της απαίτησής του, ο ενάγων καταχώρισε ένορκη δήλωση, με την οποία δηλώνει ότι διάβασε την έκθεση απαίτησης και συμφωνεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενό της. Προσθέτει ότι η αξίωσή του είναι δυνάμει επιταγής ή νομίμου αντιπαροχής και επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α την επίδικη επιταγή. Αναφέρει ότι ο εναγόμενος ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του χρέους του, και συνεπώς εξαιτείται απόφαση για το ποσό των Λ.Κ. 1.100 ή €1.879,46 πλέον νόμιμο τόκο πλέον €292 έξοδα, €11 έξοδα επίδοσης και €44 Φ.Π.Α. Η πιο πάνω ένορκη δήλωση κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 στις 5.6.2014 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για απόδειξη. Κατά την εν λόγω δικάσιμο, το Δικαστήριο επεσήμανε στη συνήγορο του ενάγοντα ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν φαίνεται να συνάδει με την έκθεση απαίτησης και ότι εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να επαρκεί ώστε να αποδείξει την απαίτηση. Κατ' αρχάς, η επιταγή Τεκμήριο Α δεν φαίνεται να είναι της Τράπεζας Κύπρου Λτδ για Λ.Κ. 1.100, αλλά της Bank of Cyprus (London) Ltd για £1.100 (στερλίνες), η οποία ενδεχομένως να μην είναι εγγεγραμμένη και να εδρεύει στην Κύπρο αλλά στην Αγγλία και συνεπώς να μην υπήρχε εν πάση περιπτώσει δυνατότητα εξαργύρωσής της στην Κύπρο. Περαιτέρω, η επιταγή φαίνεται να είναι δίγραμμη με την ένδειξη «account payee only» και συνεπώς ενδεχομένως να μην υπήρχε εξ αρχής δυνατότητα μεταβίβασης με οπισθογράφηση και παράδοση στον ενάγοντα έναντι οποιουδήποτε ανταλλάγματος, γεγονός το οποίο ήταν εμφανές από την όψη της επιταγής. Τέλος, η επιταγή δεν φέρει σφραγίδα της τράπεζας ή οποιαδήποτε άλλη ένδειξη περί κατάθεσής της και επιστροφής από την τράπεζα απλήρωτης για οποιοδήποτε λόγο. Στην έκθεση απαίτησης καταγράφεται ο ισχυρισμός «η επιταγή όταν επαρουσιάσθη προς πληρωμή του ελέχθη ότι δεν μπορούσε να τιμηθή ελλείψει αντικρύσματος ή άλλως πως». Στην ένορκη δήλωση για απόδειξη της απαίτησης, ο ενάγων αναφέρει μόνο ότι η αξίωση είναι «δυνάμει επιταγής ή νομίμου αντιπαροχής» χωρίς καμία αναφορά σε παρουσίαση της επιταγής σε κάποια τράπεζα προς πληρωμή και στην όποια ενημέρωση σε σχέση με τη μη πληρωμή της. Αφού τέθηκαν οι πιο πάνω προβληματισμοί του Δικαστηρίου στη συνήγορο, της δόθηκε η ευκαιρία προσκόμισης περαιτέρω μαρτυρίας προς απόδειξη της απαίτησης με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή και αγόρευσης. Η ευπαίδευτη συνήγορος για τον ενάγοντα επέλεξε όπως μη προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία, εφόσον θεωρεί ότι η ένορκη δήλωση του ενάγοντα επαρκεί προς απόδειξη της απαίτησης. Παρουσίασε δε γραπτή αγόρευση στις 17.6.2014, στην οποία αναφέρει ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από κάποια Σ. Σαββίδου εις διαταγή του εναγομένου, την οποία οπισθογράφησε ο εναγόμενος και την παρέδωσε στον ενάγοντα. Προσθέτει ότι η επίδικη επιταγή ουδέποτε κατατέθηκε στην τράπεζα, αλλά δόθηκε από τον εναγόμενο στον ενάγοντα έναντι νομίμου αντιπαροχής κατόπιν προμήθειας προϊόντων ή εμπορεύματος. Ο εναγόμενος υποσχέθηκε και συμφώνησε να εξοφλήσει το αναγραφόμενο στην επιταγή ποσό μέχρι 31.12.2004 αλλά δεν το έπραξε. Συνεπώς, θεωρεί δίκαιο όπως εκδοθεί απόφαση, καθότι ο εναγόμενος ενήργησε κακόπιστα, δεν παρευρέθηκε σε οποιαδήποτε δικάσιμο παρά τη νομότυπη επίδοση του κλητηρίου, και γνώριζε ότι η επιταγή ήταν άνευ αντικρίσματος και παρά ταύτα ενήργησε δολίως παραδίδοντάς την στον ενάγοντα ο οποίος ήταν καλόπιστος τρίτος. Προβάλλει επιπλέον ότι η επιταγή υπέχει θέση αξιογράφου το οποίο δόθηκε στον ενάγοντα προς πληρωμή ή εξασφάλιση του λαβείν του - δηλαδή έναντι νομίμου αντιπαροχής - ως αναφέρεται διαζευκτικώς στην αξίωση του ενάγοντα. Προσθέτει ότι σύμφωνα με τη Δ.19 θ. 23 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το αντάλλαγμα τεκμαίρεται. Επεσήμανε ότι ο εναγόμενος συμφώνησε όπως πληρώσει μέχρι τις 31.12.2004 και δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου άλλη αντίθετη μαρτυρία. Επαναλαμβάνει ότι η αξίωση βασίζεται επί της επιταγής-συναλλαγματικής ή νομίμου αντιπαροχής και παραπέμπει στην απόφαση Χαριλάου ν. Τινέντη

(2010)1 Α.Α.Δ. 1677. Είναι γεγονός ότι μετά την επίδοση του κλητηρίου ο εναγόμενος δεν καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης και δεν παρουσιάσθηκε στη διαδικασία και συνεπώς η μαρτυρία του ενάγοντα παρέμεινε αναντίλεκτη. Εν τούτοις, κατά την κρίση μου, η μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν επαρκεί προς απόδειξη της απαίτησης. Στο κλητήριο ένταλμα καταγράφονται μεν δύο διαζευκτικές βάσεις αγωγής - «δυνάμει επιταγής ή νομίμου αντιπαροχής» - πλην όμως με την ένορκη δήλωσή του ο ενάγων περιορίζεται στη μία βάση αγωγής, εφόσον αναφέρει μεν λεκτικά τις δύο διαζευκτικές βάσεις, αλλά στη συνέχεια δεν παραθέτει καμία απολύτως μαρτυρία για το θέμα της νόμιμης αντιπαροχής, παρά μόνο επισυνάπτει την επίδικη επιταγή και δηλώνει ότι ο εναγόμενος ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του χρέους του. Η δε ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα με τη γραπτή της αγόρευση επιχείρησε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αναφορικά με τη διαζευκτική βάση αγωγής, αναφέροντας γεγονότα σε σχέση με την προμήθεια προϊόντων ή εμπορεύματος, παράδοση της επιταγής ως εξασφάλιση κ.ο.κ. Εν τούτοις, όλα αυτά δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο καθότι, ως γνωστό, οι δικηγόροι με τις αγορεύσεις τους δεν δύνανται να παραθέτουν γεγονότα. Δόθηκε η ευκαιρία από το Δικαστήριο στην πλευρά του ενάγοντα να παρουσιάσει περαιτέρω μαρτυρία με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αλλά επέλεξε όπως περιοριστεί στην υφιστάμενη ένορκη δήλωση, με την οποία ο ενάγων απλώς επισυνάπτει την επίδικη επιταγή. Αναφορικά με το γεγονός ότι η επίδικη επιταγή Τεκμήριο Α φαίνεται να εκδόθηκε επί της Bank of Cyprus (London) Ltd, με διεύθυνση στην Αγγλία, και για £1.100 (στερλίνες) και όχι επί της Κυπριακής εταιρείας Τράπεζας Κύπρου Λτδ για Λ.Κ. 1.100 ως ο ισχυρισμός στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης, καμία αναφορά δεν γίνεται από την ευπαίδευτη συνήγορο του ενάγοντα, παρά το ότι το Δικαστήριο έθεσε τον συγκεκριμένο προβληματισμό στη συνήγορο και ζήτησε την τοποθέτησή της. Το ποσό των Λ.Κ. 1.100 ή €1.879,46 δεν συνάδει με το ποσό της επιταγής που προσκομίστηκε. Παρομοίως, αναφορικά με το γεγονός ότι η επίδικη επιταγή Τεκμήριο Α είναι διγραμμισμένη και φέρει την ένδειξη «account payee only» (δηλαδή «για λογαριασμό του δικαιούχου μόνο») και συνεπώς δεν ήτο μεταβιβάσιμη και δεν εδύνατο να οπισθογραφηθεί και να παραδοθεί στον ενάγοντα έναντι νόμιμης αντιπαροχής, καμία απολύτως αναφορά δεν γίνεται από την πλευρά του ενάγοντα. Επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο έθεσε τα πιο πάνω ζητήματα υπόψη της συνηγόρου η οποία ζήτησε χρόνο να αγορεύσει, πλην όμως στην αγόρευσή της επέλεξε όπως τηρήσει σιγή για το συγκεκριμένο, και πολύ ουσιαστικό, ζήτημα. Σχετικά είναι τα άρθρα 76 - 82 Ζ του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, όπως έχει τροποποιηθεί, τα οποία αφορούν δίγραμμες επιταγές. Το άρθρο 81 προνοεί τα εξής: «Όταν πρόσωπο λαμβάνει δίγραμμη επιταγή η οποία φέρει επ' αυτής τις λέξεις "μη διαπραγματεύσιμη", δεν έχει και δεν είναι ικανό να παράσχει καλύτερο τίτλο στην επιταγή από αυτό που είχε το πρόσωπο από το οποίο την έλαβε». Το δε άρθρο 82
(1)προνοεί τα εξής, τα οποία είναι απόλυτα σχετικά με την παρούσα υπόθεση: «Όταν επιταγή είναι δίγραμμη και φέρει επ΄ αυτής, σε συσχετισμό με τη διγράμμιση, τις λέξεις "για λογαριασμό του δικαιούχου" με ή χωρίς τη λέξη "μόνο" η επιταγή δεν είναι μεταβιβάσιμη αλλά ισχύει μόνο μεταξύ των μερών». Στην προκειμένη περίπτωση, η επιταγή Τεκμήριο Α είναι δίγραμμη, και παράλληλα φέρει τις λέξεις «για λογαριασμό του δικαιούχου μόνο» στην Αγγλική («account payee only»), γεγονός που την καθιστά, βάσει των προνοιών του Κεφ. 262, μη μεταβιβάσιμη και ισχύουσα μόνο μεταξύ του εναγομένου και της εκδότριας Σ. Σαββίδου. Συνεπώς, η οπισθογράφησή της από τον εναγόμενο και η παράδοσή της προς τον ενάγοντα δεν καθιστά τον ενάγοντα νομιμοποιημένο κομιστή της (βλ. Wellfit Engineering Co Ltd v. Χαπίδη
(2004)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, σημειώνω ότι η επίδικη επιταγή ουδέποτε κατατέθηκε στην τράπεζα για πληρωμή και ουδέποτε επιστράφηκε απλήρωτη με σχετική ένδειξη. Όπως έχει προαναφερθεί, στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται ότι «η άνω επιταγή όταν επαρουσιάσθη προς πληρωμή του ελέχθη ότι δεν μπορούσε να τιμηθή ελλείψει αντικρύσματος ή άλλως πως». Ο δε ενάγων στην ένορκη δήλωσή του προς απόδειξη της απαίτησης, ουδέν απολύτως αναφέρει σε σχέση με την όποια παρουσίαση της επιταγής σε τράπεζα προς πληρωμή και σε σχέση με την όποια πληροφόρηση από την τράπεζα σε σχέση με τον λόγο μη τίμησής της. Εφόσον η πλευρά του ενάγοντα επέλεξε, μέσω της ένορκης δήλωσης που κατέθεσε, να προωθήσει ως βάση αγωγής την ίδια την επιταγή (επαναλαμβάνω καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη διαζευκτική βάση αγωγής), τότε η παρουσίασή της στην τράπεζα και η μη τίμησή της για συγκεκριμένο λόγο είναι απαραίτητο στοιχείο το οποίο θα πρέπει να αποδειχθεί. Δεν νοείται να αξιώνεται συγκεκριμένο ποσό δυνάμει επιταγής, και να μην παρουσιάζεται οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την παρουσίασή της στην τράπεζα και τον λόγο μη τίμησής της. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει σχετική σφραγίδα της τράπεζας επί της ίδιας της επιταγής, τότε δεν τεκμαίρεται ότι παρουσιάσθηκε στην τράπεζα για πληρωμή αλλά δεν τιμήθηκε, και συνεπώς πρέπει να προσκομιστεί σχετική μαρτυρία. Στην έκθεση απαίτησης γίνεται αναφορά σε κάποια προφορική ενημέρωση του ενάγοντα, για την οποία όμως ο ίδιος ο ενάγων με την ένορκη δήλωσή του επέλεξε όπως μη διαφωτίσει το Δικαστήριο. Επαναλαμβάνω ότι το συγκεκριμένο ζήτημα τέθηκε υπόψη της συνηγόρου του ενάγοντα και δόθηκε η ευκαιρία προσκόμισης περαιτέρω μαρτυρίας με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αλλά επέλεξε όπως περιοριστεί στην αρχική ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Ενδεχομένως, δε, η τράπεζα να μην αποδέχθηκε την κατάθεση της επιταγής και την πληρωμή της προς τον ενάγοντα, ακριβώς για τον λόγο ότι ήταν δίγραμμη με την ένδειξη «για λογαριασμό του δικαιούχου μόνο» και συνεπώς δεν εδικαιούτο σε πληρωμή ο ενάγων παρά την οπισθογράφηση. Το Δικαστήριο όμως δεν βασίζεται σε εικασίες αλλά σε μαρτυρία, και στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν επαρκεί προς απόδειξη της απαίτησης για «Λ.Κ. 1100 ή €1879,46 δυνάμει επιταγής ή νομίμου αντιπαροχής», για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω. Αναφορικά με τη Διαταγή 19 θ. 23 στην οποία αναφέρθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα για να επικαλεστεί ότι «το αντάλλαγμα τεκμαίρεται», σημειώνω ότι αυτή προνοεί ότι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος διάδικος χρειάζεται να ισχυριστεί στα δικόγραφά του οιονδήποτε γεγονός το οποίο ο νόμος θέτει υπέρ του (presumes in his favour) ή σε σχέση με το οποίο το βάρος απόδειξης βαρύνει την άλλη πλευρά, εκτός εάν αυτό έχει ειδικά αποκρουσθεί (denied), όπως για παράδειγμα αντάλλαγμα για συναλλαγματική όπου ο ενάγων μηνύει μόνο για τη συναλλαγματική και όχι για το αντάλλαγμα ως ουσιαστική αιτία αγωγής. Κατά την κρίση μου, η επίκληση της εν λόγω πρόνοιας επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η πλευρά του ενάγοντα βασίζει την απαίτησή της στην επιταγή ως αιτία αγωγής και όχι στην όποια αντιπαροχή ως αιτία αγωγής. Εν πάση περιπτώσει, όμως, επισημαίνω ότι η εν λόγω Διαταγή δεν βοηθά τον ενάγοντα στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον ο Νόμος προνοεί ρητά ότι δίγραμμη επιταγή με τις λέξεις «για λογαριασμό του δικαιούχου μόνο», ως αυτή επί της οποίας βασίζει την απαίτησή του, δεν είναι μεταβιβάσιμη αλλά ισχύει μόνο μεταξύ των μερών. Ο ενάγων δεν ήταν μέρος. Αναφορικά με τα όσα αναφέρθηκαν στην αγόρευση της συνηγόρου του ενάγοντα περί δόλου, σημειώνω ότι η αγωγή δεν περιέχει λεπτομέρειες δόλου και ψευδών παραστάσεων. Όσον αφορά τη θέση της συνηγόρου ότι ο εναγόμενος συμφώνησε να πληρώσει το ποσό της επιταγής μέχρι 31.12.2004, σημειώνω ότι δεν προσκομίστηκε τέτοια μαρτυρία. Εν πάση περιπτώσει, όμως, επισημαίνω ότι η συμφωνία αναγνώρισης ή ανάληψης υποχρέωσης πληρωμής δεν αποτελεί ανεξάρτητη και αυτοτελή αιτία αγωγής (βλ. D.G. Products Ltd v. Αναστασίου
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1400). Όσον αφορά την απόφαση Χαριλάου ν. Τινέντη
(2010)1 Α.Α.Δ. 1677 στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο η ευπαίδευτη συνήγορος, σημειώνω ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται ουσιωδώς. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρθηκε στη σελίδα 1680 ότι «εάν το Δικαστήριο αισθάνετο ότι χρειάζοντο περαιτέρω αποδείξεις., θα μπορούσε να είχε ζητήσει αυτές τις αποδείξεις ή να είχε τουλάχιστον καταστήσει σαφές κατά την ακρόαση ότι η απόδειξη στην οποία προέβαινε ο εφεσείων ενδεχομένως να μην ήταν επαρκής όσον αφορά οποιοδήποτε συγκεκριμένο ποσό. Αντί τούτου, το Δικαστήριο άφησε στο στάδιο της απόφασης του να εκφράσει τις οποιεσδήποτε επιφυλάξεις ή αμφιβολίες είχε για κάθε συγκεκριμένο ποσό, αφήνοντας κατά μέρος τα ποσά στα οποία η μαρτυρία του εφεσείοντα ήταν η μόνη μαρτυρία, χωρίς δηλαδή αποδείξεις, και ως προς τα οποία ενδεχομένως να μην αναμένοντο αποδείξεις, δηλαδή τις £1.000 που αφορούσαν χρήση της πιστωτικής του κάρτας». Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο εξέφρασε τις επιφυλάξεις και τους προβληματισμούς του σε σχέση με την επάρκεια της μαρτυρίας που προσκομίστηκε προς απόδειξη της απαίτησης, και τις νομικές αδυναμίες της υπόθεσης εν όψει της παρουσίασης της δίγραμμης επιταγής Τεκμήριο Α, και έδωσε ευκαιρία στην πλευρά του ενάγοντα να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία αλλά και να τοποθετηθεί επί όλων των θεμάτων. Συμπερασματικά όλων των πιο πάνω, η αίτηση ημερ. 21.5.2014 για απόφαση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............... Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.