← Κύπρος

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ (ΕΥΗΣ) ΚΑΡΑΣΙΑΛΗ ν. ΙΩΑΚΕΙΜ ΛΟΙΖΟΥ, Αρ. Αγ.: 521/2014, 11/6/2014

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ (ΕΥΗΣ) ΚΑΡΑΣΙΑΛΗ ν. ΙΩΑΚΕΙΜ ΛΟΙΖΟΥ, Αρ. Αγ.: 521/2014, 11/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A260 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ Αρ. Αγ.: 521/2014 ΜΕΤΑΞΥ: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ (ΕΥΗΣ) ΚΑΡΑΣΙΑΛΗ Ενάγουσας και ΙΩΑΚΕΙΜ ΛΟΙΖΟΥ Εναγόμενου Ημερομηνία: 11 Ιουνίου 2014 Εμφανίσεις: Για τις ενάγουσα/αιτήτρια: κα Μαυρονικόλα δια Δημητρίου & Μαυρονικόλα ΔΕΠΕ. Για την εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση: κ. Γ. Κωνσταντινίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ.29/1/2014 για προσωρινό διάταγμα) Με την υπό εξέταση αίτηση η ενάγουσα αιτήτρια αιτείται ως ακολούθως: "Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον Καθ' ου η Αίτηση είτε προσωπικά είτε μέσω υπαλλήλων ή αντιπροσώπων του ή άλλως μέχρι της πλήρους και τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου από του να προβαίνει σε όλες ή οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις δηλαδή από του να παρενοχλεί, απειλεί, ακολουθεί, παρακολουθεί ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει στο άτομο της Αιτήτριας είτε με το να τηλεφωνά στο τηλέφωνο της ή στο τηλέφωνο της εργασίας της ή της οικίας της, είτε με το να επικοινωνεί μαζί της είτε προφορικά είτε γραπτώς είτε τηλεφωνικώς είτε άλλως πως με εξαίρεση τη γραπτή επικοινωνία μέσω των δικηγόρων των διαδίκων, είτε με το να αφήνει μηνύματα στο φωνοκιβώτιο του κινητού της τηλεφώνου, είτε με το να την επισκέπτεται σε οποιοδήποτε χώρο είτε ιδιωτικό είτε δημόσιο ή με το να την ακολούθα είτε με το αυτοκίνητο είτε με τα πόδια είτε άλλως πως σε οποιοδήποτε χώρο είτε ιδιωτικό είτε δημόσιο. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον Καθ' ου η Αίτηση από του να εισέρχεται σε οποιοδήποτε μέρος του υπαίθριου ή εσωτερικού χώρου της πολυκατοικίας όπου διαμένει η Αιτήτρια επί της οδού Παρθενώνος 5, Διαμ. 102, 2020, Στρόβολος. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον Καθ' ου η Αίτηση από του να εισέρχεται σε οποιοδήποτε μέρος του εσωτερικού χώρου της εργασίας της Αιτήτριας, κατάστημα Harley Davidson στη Λευκωσία, επί της οδού Μεγάρων 15, Βιομηχανική Περιοχή Στροβόλου, 2032, Λευκωσία με σκοπό να παρενοχλεί, απειλεί, ακολουθεί, παρακολουθεί ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει στο άτομο της Αιτήτριας. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο θα κρίνει δίκαιη και/ή ορθή υπό τις περιστάσεις. Ε. Έξοδα της αίτησης, έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ." Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 7, 11, 15, 16, 35 του Συντάγματος, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρο 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1 - 4 και στις Γενικές Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της ενάγουσας/αιτήτριας στην οποία η ομνύσασα αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της. Ως αναφέρει ο καθ' ου η αίτηση είναι ο εν διαστάσει σύζυγος της με τον οποίο δεν απέκτησαν παιδιά και με τον οποίο ευρίσκεται σε διάσταση από τα μέσα περίπου του Φεβρουαρίου 2013, συνεπεία ενός έντονου καβγά που είχαν. Συγκεκριμένα ως αναφέρει ενώ βρίσκονταν στην δική της ιδιόκτητη κατοικία όπου διέμεναν, ο καθ' ου η αίτηση αδικαιολόγητα άρχισε να της φωνάζει, να την βρίζει και να την απειλεί ενώ χάνοντας τη ψυχραιμία του, σήκωσε το χέρι του να την κτυπήσει και αφού δεν τα κατάφερε άρχισε να σπάζει διάφορα πράγματα μέσα στο σπίτι. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο καθ' ου η αίτηση να φύγει από το σπίτι και εκ τότε να ζουν χωριστά. Ως περαιτέρω αναφέρει από το χρόνο της διάστασης και κατά διαστήματα μετέπειτα ο καθ' ου η αίτηση την παρενοχλούσε συστηματικά και επίμονα με συνεχή τηλεφωνήματα, με το να την παρακολουθεί ή να την ακολουθεί με το αυτοκίνητο, ή με το να την ακολουθεί με τα πόδια ή με το να προσπαθεί να την συναντήσει στο δρόμο ή στην οικία της. Συγκεκριμένα, αναφέρεται σε περιστατικό που επεσυνέβη κατά ή περί την 9.11.13 κατά τη διάρκεια μιας δεξίωσης που είχαν διοργανώσει για τους πελάτες της εταιρείας Harley Davidson όπου εργάζεται, στην οποία παρευρέθηκε και ο καθ' ου η αίτηση, ως πελάτης, και ο οποίος μετά το τέλος της δεξίωσης την ακολούθησε στο μέρος που πήγε μαζί με κάποιους εκ των συνεργατών και πελατών για ποτό και εκεί κάθισε στο διπλανό τραπεζάκι, γυρνώντας την καρέκλα του προς το μέρος της και βλέποντας την συνεχώς προσπαθούσε να βρει μία ευκαιρία να την προκαλέσει. Σε κάποια στιγμή απευθύνθηκε προς την ίδια λέγοντας της κάτι το οποίο η ίδια δεν είχε καταλάβει. Τότε η ίδια τον ρώτησε με ήρεμο ύφος, για να μην προκαλέσει οποιαδήποτε σκηνή μπροστά από τους συνεργάτες της και τους πελάτες, «Συγνώμη μήπως μου είπες κάτι;» και πριν προλάβει να τελειώσει την ερώτηση της αυτός σηκώθηκε, πήγε κοντά της και άρχισε να της μιλά με πολύ έντονο και προκλητικό ύφος και την τράβηξε να πάνε έξω για να μιλήσουν. Η ίδια του είπε ότι δεν ήθελε να πάει έξω, καθ' ότι δεν έχουν τίποτα να συζητήσουν, αφού όλες τους οι υποθέσεις βρίσκονται ενώπιον Δικαστηρίου και θα μπορούσαν να μιλήσουν οι δικηγόροι τους. Οι υπόλοιποι που ήταν εκεί, συνεργάτες και πελάτες, τον απομάκρυναν και τον έβγαλαν έξω για να ηρεμήσει. Ο καθ' ου η αίτηση, πάλι στην παρουσία συνεργατών και πελατών της, βγαίνοντας έξω της έφτυσε και την αποκάλεσε «σκουπίδι» μαζί με άλλα προσβλητικά επίθετα για το άτομο της. Επίσης αναφέρεται σε περιστατικό που επεσυνέβη κατά ή περί την 15.11.13, κατά τις 20.30 μ.μ όπου ενώ ως αναφέρει κατευθυνόταν με το αυτοκίνητο της σε σπίτι φίλων της για φαγητό, ο καθ' ου η αίτηση την ακολούθησε με το αυτοκίνητο του. Η ίδια έκανε πως δεν τον είδε και συνέχισε να οδηγεί αναπτύσσοντας ταχύτητα, όπου σε κάποια στιγμή νόμισε πως σταμάτησε να την ακολουθεί. Φτάνοντας στο σπίτι των φίλων της, στάθμευσε το αυτοκίνητο της και ξαφνικά είδε τον καθ' ου η αίτηση να σταματά δίπλα της. Τότε η ίδια τρομοκρατήθηκε και τηλεφώνησε στους φίλους της να βγουν έξω για να μπορέσει να κατεβεί από το αυτοκίνητο της. Κατάφερε να μπει στο σπίτι με τη βοήθεια των φίλων της, ενώ ο καθ' ου η αίτηση έμεινε έξω και άρχισε να φωνάζει πως ήθελε να μιλήσουν. Η ίδια και πάλι δεν έδωσε σημασία και του είπε πως δεν είναι ώρα να μιλήσουν και πως ό, τι έχει να της πει, μπορεί να το αναφέρει στη δικηγόρο της. Επιπλέον αναφέρεται και σε περιστατικό που επεσυνέβη κατά ή περί τις 14.12.13 ενώ βρισκόταν σε κέντρο αναψυχής με φίλους της όπου αντιλήφθηκε τον καθ' ου η αίτηση να βρίσκεται έξω από το κέντρο και να κοιτάζει με πολύ έντονο τρόπο προς τα μέσα με σκοπό να την εντοπίσει. Τότε η ίδια βγήκε έξω και του είπε να φύγει και να σταματήσει να την ακολουθεί. Εκείνος αντέδρασε και την ρώτησε εάν έχει δεσμό με κάποιο από τα άτομα που βρίσκονταν μέσα στο κέντρο. Η ίδια ως αναφέρει του απάντησε αρνητικά και τότε εκείνος εισήλθε στο κέντρο, πλησίασε ένα από τα άτομα και τον ρώτησε εάν έχει δεσμό μαζί της ο οποίος του απάντησε ότι δεν υπάρχει κάτι μεταξύ τους. Μετά απ' αυτό ο καθ' ου η αίτηση βγήκε έξω και άρχισε να της φωνάζει και να την απειλεί πως εάν την δει με άλλο άτομο θα τους «πατήσει και τους δύο με το αυτοκίνητο», μέχρι που ήρθαν άτομα από την παρέα και τον έδιωξαν για να μην ακολουθήσει καβγάς. Περαιτέρω αναφέρεται σε περιστατικό που επεσυνέβη κατά η περί τις 19.1.14 γύρω στις 4.50 π.μ., όπου ενώ η ίδια βρισκόταν στο σπίτι της άκουσε ένα αυτοκίνητο να φρενάρει και να σταματά απότομα. Μετά από λίγο άκουσε ένα θόρυβο σαν κάτι να έσπασε. Αμέσως βγήκε έξω να δει τι έγινε και τότε είδε τον καθ' ου η αίτηση να χτυπά και να σπάζει τα καθρεφτάκια του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KJJ 222, το οποίο αυτοκίνητο ανήκει σε ένα γνωστό της, ο οποίος το άφησε εκεί για να το διορθώσει ο αδερφός της. Εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκε πως ήταν ο καθ' ου η αίτηση μαζί με ένα φίλο του, τον οποίο ρώτησε τι έγινε. Μόλις αντιλήφθηκαν ότι τους είδε έκαναν να μπουν στο αυτοκίνητο για να φύγουν, αλλά την τελευταία στιγμή ο καθ' ου η αίτηση κατέβηκε ξανά από το αυτοκίνητο, και αφού κατευθύνθηκε προς την κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας και έσπασε το γυαλί της κεντρικής πόρτας, και πήγε έξω από το διαμέρισμα της. Η ίδια πανικοβλήθηκε και αμέσως κάλεσε την αστυνομία καθ' ότι την είχε τρομοκρατήσει. Τότε ο φίλος του καθ' ου η αίτηση τον πήρε και έφυγαν. Μετά από λίγο κατέφθασε η Αστυνομία, η οποία και κατέγραψε το συμβάν, πλην όμως η υπόθεση δεν προχώρησε δικαστικώς καθ' ότι ο καθ' ου η αίτηση αποζημίωσε πλήρως τις ζημιές που προκάλεσε στο αυτοκίνητο και στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας. Ως αναφέρει η μόνη φορά που προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του καθ' ου η αίτηση, ήταν αναφορικά με το τελευταίο περιστατικό που επισυνέβη στις 19.1.14, και αυτό λόγω του ότι αφενός δεν ήθελε να δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα στη δουλειά του καθ' ου η αίτηση, αφού και ο ίδιος είναι Αστυνομικός και αφ' ετέρου επειδή πίστευε ότι με το πέρασμα του χρόνου ο καθ' ου η αίτηση θα ηρεμούσε, πράγμα το οποίο όμως δεν έγινε αφού ο καθ' ου η αίτηση σύμφωνα πάντα με την αιτήτρια όχι μόνο δεν ηρέμησε αλλά εχει αποθρασυνθεί και σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε από τρίτα άτομα με τα οποία έχει μιλήσει ο καθ' ου η αίτηση, το γεγονός ότι είναι Αστυνομικός τον κάνει να πιστεύει ότι δεν θα έχει επιπτώσεις ό,τι και να της κάνει. Είναι εν γένει η θέση της ότι μέχρι σήμερα ο καθ' ου η αίτηση συνεχίζει να επεμβαίνει στη ζωή της παρακολουθώντας και απειλώντας την πως θα την σκοτώσει και δε θα την αφήσει να συνεχίσει τη ζωή της. Επιπλέον ως αναφέρει ο καθ' ου η αίτηση μιλά για την ίδια σε τρίτα πρόσωπα με αισχρούς και υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς. Η πιο πάνω συμπεριφορά του Καθ' ου η της προκαλεί όπως υποστηρίζει, τεράστια αναστάτωση, άγχος και ψυχικό πόνο και ταλαιπωρία, ενώ της δημιουργεί και προβλήματα στη δουλειά με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να εργαστεί κανονικά και να ζήσει μια ομαλή ζωή. Μεταξύ άλλων ως αναφέρει φοβάται να κυκλοφορήσει μόνη της και αγχώνεται κάθε φορά που κτυπάει το κουδούνι του διαμερίσματος της. Επίσης υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά του καθ' ου η αίτηση είναι τέτοια ώστε η ίδια φοβάται ότι αν δεν εμποδιστεί από το να συνεχίσει την πιο πάνω αναφερόμενη συμπεριφορά του, ενδεχομένως να καταστεί βίαιος, αφού αρκετές φορές την απείλησε. Συνακόλουθα υποστηρίζει ότι θα πρέπει να εμποδιστεί με διάταγμα του Δικαστηρίου από του να προβαίνει σε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες παρενόχλησης της μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση με την οποία προβάλλει σωρεία λόγων ένστασης με τους οποίους εγείρει τα εξής στην ουσία ζητήματα: 1. Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και δεν υπάρχει κατεπείγον ζήτημα δια την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. 2. Η μαρτυρία που προσφέρει η αιτήτρια είναι ψευδής και με την αίτηση της παραπλανεί και/ή παραπληροφορεί το Δικαστήριο δια να επιτύχει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 3. Η αιτήτρια δεν είναι σε θέση να ορκιστεί αφού «δεν εξασκεί καμία θρησκεία». 4. Έκδοση του αιτούμενου διατάγματος συνιστά παραβίαση της προσωπικής ζωής και ελευθερίας του αιτητή κατά παράβαση του Συντάγματος, του Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και βασικών αρχών φυσικής δικαιοσύνης. 5. Η αίτηση είναι εκδικητική και ενοχλητική 6. Η αιτήτρια δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο αφού ενσυνείδητα αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο. και υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας και «του απαιτούμενου μέτρου υψίστης πίστεως (uberrima fides ) που απαιτείται για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων». 7. Παραχώρηση του αιτούμενου διατάγματος προκαθορίζει την πορεία της αγωγής αφού υπάρχει όμοια αξίωση με την αίτηση στην οπισθογράφηση της αγωγής. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση εναγόμενου, ο οποίος αναφέρει ότι η καθ' ης η αίτηση δεν είναι σε θέση να ορκιστεί αφού «δεν εξασκεί θρησκευτικές συνήθειες ή δεν παρευρίσκεται σε εκκλησία». Ως αναφέρει κατά την έγγαμη συμβίωση τους, παρευρισκόταν σε εκκλησία μόνο κατά το Μεγάλο Σάββατο κατόπιν πιέσεων του και περαιτέρω αφού τονίζει ότι το διάταγμα λύσης του γάμου τους εκδόθηκε κατόπιν δικής του αίτησης, αναφέρεται στα περιστατικά που αναφέρεται και η αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση, αναφέροντας όμως τις δικές του θέσεις σε σχέση με αυτά. Συγκεκριμένα παραδέχεται ότι είχαν τον καβγά στον οποίο αναφέρεται η αιτήτρια και ο οποίος φέρεται να έλαβε χώρα περί τον Φεβρουάριο του 2013 και παραδέχεται ότι φώναξε, όμως ως αναφέρει δεν ήταν αδικαιολόγητα αφού η συμπεριφορά της αιτήτριας είχε γίνει προκλητικότατη, και αφόρητη για τον ίδιο. Δεν παραδέχεται ότι σήκωσε χέρι με σκοπό να την χτυπήσει πράγμα τα οποίο χαρακτηρίζει ψέμα όπως δεν παραδέχεται ούτε και τον ισχυρισμό ότι έσπαγε πράγματα στο σπίτι. Παραδέχεται μόνο ότι τράβηξε τον φούρνο από την θέση του, αφού ο φούρνος ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο ένα από τα θέματα του καυγά και η αιτήτρια είχε ισχυριστεί, ψευδώς, ότι ήταν χαλασμένος. Επίσης μεταξύ άλλων παραδέχεται ότι στα πλαίσια της τότε προσπάθειας του να επανενωθεί με την εν διαστάσει σύζυγο του και να καταλάβει τους λόγους που την οδήγησαν στην εκδίωξη του, της τηλεφώνησε κάποιες φορές, αλλά αρνείται ότι τα τηλεφωνήματα του ήταν επίμονα , συστηματικά ή συνεχή. Αναφορικά με το δεύτερο επεισόδιο που η αιτήτρια τοποθετεί περί τον Νοέμβριο του 2013 ο ίδιος αναφέρει ότι τα γραφόμενα της αποτελούν διαστρέβλωση της πραγματικότητας, και συνιστούν υπερβολές και ψέματα με σκοπό μεταξύ άλλων να μειώσουν την υπόληψη του στα μάτια του Δικαστηρίου. Αναφορικά με το τρίτο συμβάν αναφέρει ότι πρόκειται για μία παραπλανητική ανάμειξη αλήθειας και ψέματος, αφού ενώ παραδέχεται ότι εκείνο το βράδυ κατευθυνόταν στο ίδιο κέντρο αναψυχής με αυτό που βρισκόταν η αιτήτρια, για να συναντήσει μία φιλική παρέα, αντιληφθείς την αιτήτρια να βρίσκεται εντός του κέντρου αναψυχής, την κοίταξε και ξεκίνησε να απομακρύνεται και τότε εκείνη ήρθε έξω για να τον αντιμετωπίσει και να τον προκαλέσει φροντίζοντας καθ' όλην την διάρκεια του καυγά να τραβήξει όση περισσότερη προσοχή μπορούσε πάνω τους. Παραδέχεται επίσης ότι την ρώτησε για δεσμό και προσθέτει ότι η απάντηση της δεν ήταν αρνητική ως η ίδια αναφέρει αλλά του ανέφερε " έννεν με τζείνον που νομίζεις". Παραδέχεται επίσης ότι ρώτησε συγκεκριμένο άτομο αν έχει δεσμό με την αιτήτρια, και συγκεκριμένα το πρόσωπο που περιγράφεται ως ιδιοκτήτης του οχήματος στο οποίο ο ίδιος προκάλεσε υλική ζημιά στις 19/1/2014. Όπως υποστηρίζει ο ίδιος εν τέλει αποχώρησε εκούσια και ήρεμα από το μέρος, αφού ειδοποίησε την παρέα του να μην προσέλθει στο εν λόγω κέντρο. Αναφορικά με το συμβάν ημερομηνίας 19/1/2014 που περιγράφεται από την αιτήτρια, αναφέρει ότι παραδέχεται ότι μετά από μία έξοδο του με ένα φίλο, καθώς οδηγούσε πρόσεξε το αυτοκίνητο του ατόμου που υποψιαζόταν ότι διατηρούσε δεσμό η αιτήτρια κάτω από το διαμέρισμα της αιτήτριας. Παραδέχεται ότι κατέβηκε και έσπασε το γυαλί της πολυκατοικίας και το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου KJJ222, αλλά ως αναφέρει αμέσως αντιλήφθηκε το λάθος του και έφυγε και το πρωί παραδέχτηκε την πράξη του και αποζημίωσε την πολυκατοικία, ενώ ο κάτοχος του KJJ222 επικοινώνησε μαζί του και δεν ζήτησε οποιαδήποτε αποζημίωση. Για το συγκεκριμένο περιστατικό, ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια απευθύνθηκε στην Αστυνομία την επόμενη νύκτα, προβάλλοντας ψεύτικους ισχυρισμούς και ακολουθώντας διαδικασίες μη προβλεπόμενες με σκοπό να πλήξει την καλή του υπόληψη εντός της Αστυνομικής Δύναμης. Κατόπιν εξέτασης από την διοίκηση των συνθηκών διάπραξης του περιστατικού δέχτηκε προφορική επίπληξη, άλλα η υπόθεση δεν προχώρησε σε ποινική διαδικασία. Η διαδικασία Οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις δια των οποίων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και ουδείς εκ των ενόρκων δηλούντων αντεξετάστηκε. Αναφορά στις θέσεις και επιχειρήματα τους γίνεται στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32 του Ν. 14/60. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 στο οποίο βασίζεται η αίτηση, έχουν καθορισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πλειάδα αποφάσεων και είναι πολύ καλά γνωστές (βλ. ενδεικτικά Οδυσσέως v. Πιερής Estates

(1982)1 A.A.Δ. 557, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741 και την πρόσφατη απόφαση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Limited, Πολιτική Έφεση 145/2011, ημερομηνίας 13/06/2013). Οι τρεις απαραίτητες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να καταστεί δυνατή η επιτυχής επίκληση του άρθρου 32, είναι: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας τις πιο πάνω προϋποθέσεις συνοπτικά και στη βάση πάντα της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης (βλ. Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 ΑΑΔ 1513 στη σελίδα 1516[1]). Όπως όμως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti (ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιόν του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Όπως δε εμφαντικά αναφέρεται στην υπόθεση Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 802 από το Δ. Νικολάου: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» (βλ. επίσης και Bacardi and Co Ltd. v. Vimco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788, Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 C.L.R. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση 11156/19.10.2002) Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, αυτή ως έχει νομολογηθεί φέρνει στο προσκήνιο το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης (βλ. Oδυσσέως (πιο πάνω) στη σελίδα 570). Ως ξεκάθαρα σημειώνεται στην Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(A) Α.Α.Δ. 255 στη σελίδα 258, αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Ανδρούλας Παπαπέτρου
(2003)1Β 741, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών, υπό περιστάσεις όπου στην ένορκο δήλωση που υποστήριζε την αίτηση γινόταν αναφορά ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος οι αιτητές θα υποστούν ανυπολόγιστες ζημιές. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Κυρίσαββα v. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι η τρίτη προϋπόθεση πληρούτο στη βάση του ότι μεταξύ άλλων ο χαρακτήρας του επίδικου κτήματος θα είχε αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει (βλ. και Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231.) Το θέμα όμως δεν τελειώνει με την εκπλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, ζήτημα το οποίο κρίνεται πάντα με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152 και Θεωρή (ανωτέρω)). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο. Τούτο προκύπτει από την υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 Α.Α.Δ. 704, όπου υιοθετήθηκαν τα λεχθέντα στην υπόθεση Heli-Air v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234, στη σελ. 237 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής:- "We have come to the conclusion that section 32 is a section of substantive law and does not prescribe any procedure. The procedure to be followed in invoking its provisions has to be sought in the Civil Procedure Law and the rules made thereunder or any other law or rules prescribing procedures covering such instances." Το δε προσωπο που αιτείται την έκδοση του προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων η υποχρέωση απόδειξης τους βαρύνει τον αιτητή. (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1377). Όπως βέβαια έχει ήδη λεχθεί το Δικαστήριο σε αιτήσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σίγουρα κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω), αλλά σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο, θα προβεί στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο σε τελεσίδικη κρίση επί των ζητημάτων αυτών, αλλά απλώς θα περιοριστεί στη διαπίστωση της παρουσίας ή απουσίας οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 ΑΑΔ 209). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης είτε όσον αφορά γεγονότα είτε νομικά σημεία, καταλήγω στα εξής. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, σημειώνω πως, ό,τι απαιτείται στο στάδιο αυτό είναι η κατάδειξη απλά μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα προϋπόθεση η οποία κρίνω ότι πληρούται έχοντας υπόψη μου το γενικώς, οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και τις θεραπείες που ζητούνται από τις οποίες προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς η ενάγουσα βασίζεται στην παραβίαση μεταξύ άλλων των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής και απαραβίαστου της κατοικίας. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την πιθανότητα επιτυχίας, η οποία ως έχει αναφερθεί περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, σημειώνω ότι προβαίνω στην κατάληξη μου με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου, χωρίς να το αξιολογώ και χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης, αλλά με σκοπό να διαπιστώσω την παρουσία ή απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηνε έκδηλα ανικανοποίητα τα κριτήρια που εφαρμόζονται στη δοσμένη περίπτωση. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια στηρίζει στους ισχυρισμούς σε συγκεκριμένα συμβάντα σε σχέση με τα οποία ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει τους δικούς του ισχυρισμούς. Σίγουρα δεν προτίθεμαι να καταλήξω σε εύρημα επί της ουσίας σε σχέση με τα όσα αντιπαραβάλλονται, αλλά για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και μόνο, και προς διαπίστωση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που εφαρμόζονται στη δοσμένη περίπτωση, σημειώνω ότι το σοβαρότερο εκ των περιστατικών που είναι και το πιο πρόσφατο δεν αμφισβητείται από τον καθ' ου η αίτηση, ο οποίος στην ουσία αυτό που προβάλλει σε σχέση με αυτό, είναι κάποιες εξηγήσεις ή δικαιολογίες οι οποίες όμως δεν αναιρούν το γεγονός ότι πράγματι προκάλεσε υλική ζημιά στο τζάμι της πολυκατοικίας που κατοικεί η ενάγουσα/αιτήτρια και σε αυτοκίνητο γνωστού της προσώπου με το οποίο ο ίδιος ως παραδέχεται είχε υποψίες ότι η ενάγουσα διατηρούσε δεσμό. Η εισήγηση του συνηγόρου του ότι ο πελάτης του έσπασε «μόνο τα καθρεφτάκια» και ότι ο ίδιος (ο συνήγορος) σε κατάσταση μέθης πιθανόν να έκανε χειρότερα, πραγματικά ξενίζει και σίγουρα δεν μπορεί να αναιρέσει την πιθανότητα επιτυχίας της ενάγουσας στη βάση των όσων ισχυρίζεται. Σημειώνω επίσης ότι ο ίδιος ο εναγόμενος παραδέχεται και το ότι ο ίδιος τηλεφώνησε στην αιτήτρια καθ' όν χρονο ευρίσκοντο σε διάσταση, υποστηρίζοντας όμως ότι τα τηλεφωνήματα του δεν ήταν συστηματικά ή επίμονα ή συνεχή. Τονίζω βέβαια και επαναλαμβάνω ότι δεν προβαίνω σε οποιοδήποτε τελικό εύρημα επί των αμφισβητουμένων εκδοχών ή γεγονότων, αλλά εξετάζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις κρίνω πως τα όσα αντιπαραβάλλει ο εναγόμενος δεν μπορούν να οδηγήσουν στην κατάληξη ότι με τα όσα η ενάγουσα ισχυρίζεται στο στάδιο αυτό, δεν έχει καταδείξει πιθανότητα επιτυχίας των όσων προβάλλει στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Ως προς τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι τα όσα η αιτήτρια ισχυρίζεται δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη επειδή η αιτήτρια «δεν εξασκεί θρησκεία», αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού τα όσα ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει προς υποστήριξη της θέσης αυτής, ήτοι ότι ενάγουσα/αιτήτρια δεν πήγαινε συχνά στην εκκλησία, δεν δύνανται αντικειμενικά να στοιχειοθετήσουν τον σχετικό ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη του ότι η αιτήτρια ορκίστηκε ενώπιον της Πρωτοκολλητού προς ικανοποίηση της, ως προβλέπεται. Ως προς τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η μαρτυρία που προσφέρει η αιτήτρια είναι ψευδής και με την αίτηση της παραπλανεί και/ή παραπληροφορεί το Δικαστήριο δια να επιτύχει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων έχω ήδη σημειώσει ότι το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για την κατάληξη επί της αξιοπιστίας των δύο εκδοχών και επομένως και με βάση τα όσα έχω πιο πάνω αναφέρει δεν θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχθώ τους σχετικούς λόγους ένστασης. Για τον ίδιο δε λόγο δεν μπορώ να θεωρήσω ότι η αιτήτρια απέκρυψε ισχυρισμούς και παραβίασε το καθήκον της για αποκάλυψη ως ο καθ' ου ισχυρίζεται, αφού ο καθ' ου η αίτηση στηρίζει κατά βάση τη θέση του σε παράλειψη αναφοράς σε γεγονότα τα οποία προφανώς η ίδια η αιτήτρια δεν αποδέχεται ή και αμφισβητεί, αφού αποτελούν μέρος της εκδοχής του εναγόμενου με την οποία ως είναι προφανές η αιτήτρια διαφωνεί. Ως προς την εισήγηση ότι δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής της αιτήτριας διότι η βάση της αγωγής της αποτελεί παραβίαση των Συνταγματικών και άλλων δικαιωμάτων του καθ΄ ου η αίτηση, τούτο ως ένα εκ των επιδίκων θεμάτων θεωρώ ότι δεν μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό αφού το μόνο που ζητείται από το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό είναι αν η αιτήτρια έχει καταδείξει καλή βάση αγωγής με ορατή πιθανότητα επιτυχίας εν τη εννοία που πραναφέρθηκε, πράγμα που για τους λόγους που πιο πάνω επεξήγησα έχει πράγματι καταδειχθεί. Προχωρώντας στην τρίτη προϋπόθεση που απαιτεί το να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα, σημειώνω ότι όπως έχει και πιο πάνω ήδη αναφερθεί και όπως τονίστηκε πρόσφατα στην Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240. Στην προκειμένη περίπτωση δέχομαι ότι και αυτή η προϋπόθεση πληρούται με την έννοια ότι όπως εύλογα ισχυρίζεται η αιτήτρια τυχόν συνέχιση των ενεργειών του εναγόμενου επηρεάζει την ίδια στην ομαλή διαβίωση της αφού της προκαλεί μεταξύ άλλων αισθήματα φόβου άγχους και ανασφάλειας. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο, από το σύνολο των περιστάσεων είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι των διαταγμάτων αντιστοίχως. Το ισοζύγιο της ευχέρειας («balance of convenience») όπως εξηγείται στην Bacardi Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 αναφέρεται στο καθήκον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Ερχόμενη τώρα στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας υπό το φως του συνόλου των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι τούτο αδιαμφισβήτητα κλίνει υπερ της ενάγουσας/αιτήτριας. Και τούτο διότι εάν εκδοθεί απόφαση υπερ της αιτήτριας η οποία στη συνέχεια κριθεί εσφαλμένη, τότε σίγουρα με την έκδοση του διατάγματος δεν προκαλείται οποιαδήποτε σοβαρή δυσχέρεια στον εναγόμενο, αφού στην ουσία αυτό που διατάσσεται είναι να μην παρενοχλεί την αιτήτρια καθ' οιονδήποτε τρόπο πράγμα το οποίο ούτως ή άλλως όπως ο ίδιος αναφέρει δεν έχει πρόθεση να πράξει. Στο βαθμό δε που τα διατάγματα αφορούν δημόσιους χώρους ή και το χώρο εργασίας της ενάγουσας/αιτήτριας στον οποίο ως φαίνεται να είναι παραδεκτό ο καθ' ου η αίτηση έχει ενδιαφέρον ως πελάτης, μπορεί να γίνει ανάλογη ρυθμιση στο διάταγμα για να περιοριστεί τυχόν επηρεασμός των δικαιωμάτων του καθ' ου η αίτηση να διακινείται ελεύθερα στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Αντίθετα όμως εάν το διάταγμα δεν εκδοθεί και η απόφαση του Δικαστηρίου κριθεί λανθασμένη η δυσχέρεια που είναι δυνατόν να προκληθεί στην ενάγουσα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη, δεδομένου του επηρεασμού της προσωπικής και ιδιωτικής της ζωής, όπως αυτός ξεκάθαρα διαφαίνεται μέσα από το περιστατικό της 19/1/2014 το οποίο δεν αμφσιβητείται από τον καθ' ου η αίτηση. Ως προς τη θέση ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητείται η οριστικοποίηση διαταγμάτων τα οποία είναι πανομοιότυπα με τις τελικές θεραπείες που απαιτούνται στην αγωγή και ότι συνεπώς τυχόν έκδοση τους θα καθιστούσε την εκδίκαση της αγωγής πλέον αχρείαστη και/ή θα προδίκαζε το αποτέλεσμα της, σημειώνω ότι κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί αφού όπως έχει πολλάκις επισημανθεί το Δικαστήριο δεν προβαίνει στα πλαίσια αυτά σε οποιοδήποτε εύρημα επί της ουσίας, αλλά εξετάζει κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και εν πάση περιπτώσει ως έχει ξεκάθαρα πλέον νομολογηθεί δεν αποκλείεται η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (βλ Κοσμα v. X''Κυπρή
(2002)1Α Α.Α.Δ. 169) Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ουδείς εκ των λόγων ένστασης ευσταθεί, ενώ πληρούνται οι προϋποθέσεις και συντρέχουν οι λόγοι εκείνοι που δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αιτήτριας, για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων όχι όμως ως η αίτηση αλλά με διαφοροποιήσεις τέτοιες ώστε να περιορίζεται κατά το μέγιστο δυνατόν ο επηρεασμός τυχόν δικαιωμάτων του καθ' ου η αίτηση. Συγκεκριμένα θεωρώ ότι με δεδομένο το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι πελάτης του εργοδότη της αιτήτριας και είναι πιθανόν γνήσια να χρειαστεί να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με το κατάστημα στο οποίο εργάζεται η αιτήτρια, δεν θα πρέπει να τεθεί γενικός περιορρισμός στο δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση να τηλεφωνεί στο τηλέφωνο εργασίας της αιτήτριας. Περαιτέρω και για τον ίδιο λόγο κρίνω ότι δεν θα πρέπει να εμποδιστεί με τρόπο γενικό ο καθ' ου η αίτηση από του να επισκέπτεται το χώρο εργασίας της αιτήτριας με δεδομένο ότι μπορεί να χρειαστεί να το πράξει ως πελάτης και με σκοπό να εξυπηρετηθεί. Επίσης με δεδομένη την έκδοση διατάγματος με το οποίο ο καθ' ου η αίτηση θα εμποδίζεται από του να παρενοχλεί ή και να απειλεί ή και να ακολουθεί ή και να παρακολουθεί την αιτήτρια, κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η έκδοση διατάγματος ως η παρ. Γ της αίτησης ούτε όμως και διάταγμα που να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση να την επισκέπτεται σε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, ως δηλαδή το τελευταίο μέρος της παραγράφου Α της αίτησης. Συνακόλουθα εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον καθ' ου η αίτηση είτε προσωπικά είτε μέσω υπαλλήλων ή αντιπροσώπων του, μέχρι της πλήρους και τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, να προβαίνει σε όλες ή οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις ήτοι, να παρενοχλεί ή και να απειλεί ή και να ακολουθεί ή και να παρακολουθεί την αιτήτρια, ή και να τηλεφωνεί στο τηλέφωνο της εργασίας της αιτήτριας για λόγους άλλους από αυτούς που αφορούν την εργασία της ή και να τηλεφωνεί ή με οποιοδήποτε τρόπο επικοινωνεί στο προσωπικό τηλέφωνο της αιτήτριας ή στο τηλέφωνο της οικίας της για οποιοδήποτε λόγο, ή και να επικοινωνεί μαζί της είτε προφορικά είτε γραπτώς με εξαίρεση την επικοινωνία μέσω των δικηγόρων των διαδίκων. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου συναφούς χρονικής εμβέλειας με το ανωτέρω διάταγμα, με το οποίο απαγορεύεται στον καθ' ου η αίτηση να εισέρχεται σε οποιοδήποτε μέρος του υπαίθριου ή εσωτερικού χώρου της πολυκατοικίας όπου διαμένει η αιτήτρια στην οδό Παρθενώνος 5, 2020, Στρόβολος. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ' ου η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. ................... Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφαση του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας μικρή έστω στο βαθμό που είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.