Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) ν. ΦΘΑΡΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΙΤΤΗΣ ΛΤΔ (Α.Ε.178634) κ.α., Αρ. Αγωγής 5366/2011, 5/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A246 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝː Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5366/2011 ΜΕΤΑΞΥ: Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD), από τη Λευκωσία Εναγόντων και 1. ΦΘΑΡΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΙΤΤΗΣ ΛΤΔ (Α.Ε.178634) 2. ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΙΤΤΗΣ (Α.Δ.Τ. 704616) 3. ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Α.Δ.Τ.536017) 4. ΑΝΤΡΗ ΖΙΤΤΗ (Α.Δ.Τ.730444) Εναγομένων Ημερομηνίαː 5 Ιουνίου, 2014 Εμφανίσειςː Για τους Ενάγοντες[1] / καθ' ων η αίτησηː κα Ιφιγένεια Σ. Γεωργιάδη, για Σάββας Δ. Γεωργιάδης Για τον Εναγόμενο αρ. 3 / Αιτητήː κ. Κων/νος Πόλεως για Δημήτρης Α. Παυλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 22.11.2012 ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΑΡ. 3 / ΑΙΤΗΤΗ ΓΙΑ ΑΚΥΡΩΣΗ ΚΑΙ/Ή ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΡΗΜΗΝ ΤΟΥ ΕΚΔΟΘΕΙΣΑΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την ως άνω αίτηση, ο Εναγόμενος αρ. 3 / Αιτητής εξαιτείταιː «Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται (SET ASIDE) και/ή ακυρώνεται η απόφαση η οποία εκδόθηκε στην ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ερήμην του Εναγομένου- Αιτητή, με τέτοιους όρους όπως το Δικαστήριο θεωρεί εύλογους και/ή δίκαιους υπό τις περιστάσεις. Β. Οποιαδήποτε παραπέρα θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Γ. Τα έξοδα της Αίτησης αυτής πλέον 17% Φ.Π.Α.». ΙΙ ΤΑ ΔΙΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ Η αίτηση παραμερισμού βασίζεται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.10, Δ.48 Θ1,2,9(η), Δ.33 και πάνω στις Συμφυείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Τα πραγματικά γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η Αίτηση αυτή εμφαίνονται στην επισυνημμένη σε αυτήν Ένορκη Δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ») του Κώστα Κωνσταντίνου από τη Λευκωσία ημερομηνίας 21.11.2012. Σε αυτήν εγείρεται ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρξε καθόλου επίδοση στον ίδιο του κλητηρίου εντάλματος, καθώς και ότι θα πρέπει να του δοθεί δικαίωμα να καταχωρήσει Έκθεση Υπεράσπισης για το λόγο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Κρίνω κατάλληλο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της Ε/Δ του κ. Κωνσταντίνουː (α) Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί μη επίδοσης 1. «Είμαι ο Εναγόμενος αρ.3 - Αιτητής στην παρούσα Αίτηση και προβαίνω στην παρούσα Ένορκη Δήλωση. 2. Κατά ή περί την 4.8.2011, οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν (Αγωγή) Κλητήριο Ένταλμα εναντίον μου το οποίο ούτε καν έλαβα γνώση για την εν λόγω Αγωγή. 3. Σε άγνωστη προς εμένα ημερομηνία εκδόθηκε στην πιο πάνω Αγωγή Απόφαση εναντίον μου για την οποία πληροφορήθηκα στις 16.11.2012 από την Λαϊκή Τράπεζα. 4. Στην πιο πάνω Αγωγή δεν καταχώρησα ουδέποτε Σημείωμα Εμφάνισης ούτε και Υπεράσπιση για τον λόγο ότι δεν μου είχε επιδοθεί το Κλητήριο Ένταλμα.». (β) Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης 5. «Το χρέος μου προς την Martin Laiki Bank Co Ltd είχε εξοφληθεί προτού καν καταχωρηθεί η εν λόγω αγωγή και προς τούτο έχω κι εξοφλητική απόδειξη. 6. Το ποσό αυτό έχει εξοφληθεί και αυτό αποδεικνύεται και από την μεταβίβαση των ακόλουθων επίδικων αυτοκινήτων: α) Αυτοκίνητο με αρ.Εγγραφής KSM 612 τύπου Aud: Sport Convertible το οποίο μεταβιβάσθηκε στις 17.7.2008. β) Αυτοκίνητο με αρ.Εγγραφής KPL 295 τύπου Mercedes CLS 350 το οποίο μεταβιβάσθηκε στις 8.9.2010. γ) Αυτοκίνητο με αρ.Εγγραφής ΗΧΖ 921 τύπου Volvo Lorry το οποίο μεταβιβάσθηκε στις 11.4.2008. δ) Αυτοκίνητο με αρ.Εγγραφής KNQ 296 τύπου Volvo Lorry Refrigerator το οποίο μεταβιβάσθηκε στις 11.4.2008. . 7. Συνεπώς οι Ενάγοντες δεν έθεσαν ενώπιον του Σεβαστού δικαστηρίου τα πραγματικά γεγονότα αφού ψευδώς παρέστησαν ότι μου είχε επιδοθεί το κλητήριο Ένταλμα και ότι συνέχιζα να οφείλω το υποτιθέμενο οφειλόμενο ποσό. 8. Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι ου και τυγχάνω Νομικής Συμβουλής οι Ενάγοντες δεν απεκάλυψαν στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα Υπόθεση και συνεπώς δεν ήλθαν με καθαρά χέρια (with clean Hands) στο Δικαστήριο. 9. [.][2] 10. Έχω πολύ καλή βάση Υπεράσπισης και/ή πολύ καλή και συζητήσιμη Υπόθεση που έχω συνίσταται στο ότι δεν οφείλω κανένα ποσό προς τον Ενάγοντα από οποιαδήποτε κατ ισχυρισμό από τον ίδιο αιτία Αγωγής, ούτε και του χρωστώ το ποσό των €65.989,47 από οποιαδήποτε αιτία Αγωγής, ούτε και οφείλω οποιοδήποτε ποσό δυνάμει Ενοικιαγοράς. 11. Περαιτέρω αρνούμαι πλήρως ότι οφείλω το ποσό των € 65.989,47 και είναι η θέση μου ότι δεν οφείλω τέτοιο ποσό και/ή κανένα ποσό προς τους Ενάγοντες. 12. Περαιτέρω και/η διαζευκτικά με τα ανωτέρω ειλικρινά πιστεύω και όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου έχω πολύ καλή υπεράσπιση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και πολύ καλή συζητήσιμη υπόθεση, η οποία πρέπει να ακουσθεί από το Δικαστήριο για να απονεμηθεί πλήρης Δικαιοσύνης. 13. Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και τυγχάνω Νομικής συμβουλής οι Ενάγοντες χωρίς Νόμιμη αιτία και χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση αποδέσμευσαν την εμπράγματη εξασφάλιση της σύμβασης ενοικιαγοράς για την οποία ήμουν εγγυητής της Πρωτοφειλέτιδας Εναγόμενης αρ.1 της με τov πιο πάνω τίτλο και αριθμό Αγωγή με αποτέλεσμα σήμερα να υπάρχει μη εξασφαλισμένη απαίτηση των Εναγόντων εξ'υπαιτιότητας των ιδίων και να απαιτούν χρήματα από εμένα ως Εγγυητή. 14. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δίκαιης απονομής της Δικαιοσύνης όπως η εξασφαλισθείσα από τους Ενάγοντες απόφαση εναντίον μου παραμερισθεί και/η ακυρωθεί, για να μπορέσω να προβάλω τους ισχυρισμούς μου και να υπερασπισθώ τον εαυτό μου. 15. Όλα τα πιο πάνω ορκίζομαι και λέγω ότι είναι αληθινά και σωστά.». (γ) Σχετικά με τη συμπεριφορά του Εναγομένου αρ. 3 / Αιτητή στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από την έκδοση της επίδικης απόφασης Ως προς το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την έκδοση της επίδικης απόφασης μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης παραμερισμού της, ο κ. Κωνσταντίνου δεν αναφέρει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς γεγονότων πέραν του ότι αναφέρει στην παρα. 3 της Ενόρκου δηλώσεώς του, τον ισχυρισμό ότι αυτός έμαθε για πρώτη φορά για την έκδοση της απόφασης την 16.11.2012. Σημειωτέον ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε την 22.11.2012. ΙΙΙ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Ειδοποίηση Ένστασης στην αίτηση παραμερισμού στις 6/6/2013. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.17 Θ. 3 και 10, Δ.26 Θ. 14, Δ.33 Θ.3 και 5, Δ.40 0.7(b), Δ.39 Θ.2, Δ.40 Θ.7 και 11, Δ.48 Θ. 1-4, και 0.9(
- h)(π), Δ.57 Θ. 2, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης που προβάλλονται είναι οι ακόλουθοι:
(1)«Στην αίτηση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε σοβαρός, εύλογος και δικαιολογημένος λόγος για τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της απόφασης ημερομηνίας 16/11/2011.
(2)Ο Αιτητής δεν έχει αιτιολογήσει και/ή δεν έχει παράσχει επαρκείς εξηγήσεις για τη μη καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης στη διαδικασία και για την καθυστέρηση του στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης.
(3)Η αδιαφορία που επέδειξε ο Αιτητής στην παρούσα αγωγή και η αργοπορία και καθυστέρηση του σχετικά με την υποβολή της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση.
(4)Οι ισχυρισμοί του Αιτητή είναι παραπλανητικοί, εκ δευτέρας σκέψης γενόμενοι, άσχετοι, αβάσιμοι, αναληθείς, εκδικητικοί, ενοχλητικοί και σκανδαλώδεις και προβλήθηκαν με μοναδικό σκοπό τη παρακώλυση της διαδικασίας και όπως επηρεάσουν δυσμενώς, δυσκολέψουν και καθυστερήσουν τη δίκαιη έκβαση της υπόθεσης και/ή άλλως πως δεν αποτελούν καλόπιστη, λογική ή σχετική υπεράσπιση.
(5)Ο Αιτητής δεν έχει προβάλει στοιχεία καλής και/ή καθόλου υπεράσπισης.
(6)Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των Διαταγμάτων και θεραπειών που αξιώνει ο Αιτητής με την αίτηση.
(7)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των Διαταγμάτων και θεραπειών που αξιώνει ο Αιτητής ή/και δεν δόθηκε οποιαδήποτε ή/και επαρκής ή/και βάσιμη δικαιολογία ή/και επεξήγηση για την υπερβολική καθυστέρηση εκ μέρους του Αιτητή να αναζητήσει θεραπεία.
(8)Η ένορκη δήλωση που καταχωρίθηκε προς υποστήριξη της αίτησης είναι παράτυπη και/ή λανθασμένη και/ή αντικανονική και/ή δεν συνιστά αποδεκτό τεκμήριο και/ή συμπεριλαμβάνει μη αποδεκτή μαρτυρία η οποία δεν μπορεί ούτε πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου που να στοιχειοθετεί επαρκώς και/ή καθόλου τους ισχυρισμούς του Αιτητή.
(9)Ο Αιτητής παραπλανεί το Δικαστήριο και/ή αποκρύπτει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή έγγραφα.
(10)Ο Αιτητής δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
(11)Τυχόν παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα είναι αντίθετος με την ανάγκη ταχείας απονομής της δικαιοσύνης και διασφάλισης τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάριν του δημοσίου συμφέροντος.». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση του κ. Χρίστου Πηγασίου, ημερομηνίας 6 Ιουνίου
- Σε ό,τι αφορά την πηγή γνώσης του για τα γεγονότα της υπόθεσης και για την εξουσιοδότησή του να προβεί στην ένορκη δήλωση, σχετικά είναι όσα αυτός δηλώνει στις παρα. 1 έως 5 της ενόρκου δηλώσεως:
- «Εγω ο Χρίστος Πηγασίου μέχρι την 28ην Μαρτίου 2013 βρισκόμουν στην υπηρεσία της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd και από την 29ην Μαρτίου 2013 βρίσκομαι στην υπηρεσία της Καθ' ης η Αίτηση Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ όπου μεταφέρθηκα δυνάμει των προνοιών του Διατάγματος ΚΔΠ 104/2013 το οποίο εκδόθηκε την 29ην Μαρτίου 2013 από το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και με αυτή μου την ιδιότητα ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Γνωρίζω καλά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. Έχω δε λάβει νομική συμβουλή από το δικηγόρο της Καθ' ής η Αίτηση, κ. Σάββα Δ. Γεωργιάδη.
- Προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης εκ μέρους της Καθ' ής η Αίτηση κατά της αίτησης ημερομηνίας 22/11/2012 που καταχωρίθηκε εκ μέρους του Αιτητή για διάταγμα παραμερισμού και/ή ακύρωσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16/11/2011 που εκδόθηκε εναντίον του.
- Εκτός όπου δηλώνω διαφορετικά, έχω προσωπική γνώση όλων των γεγονότων στα οποία αναφέρομαι στην παρούσα ένορκη δήλωση, από προσωπική επαφή, από φακέλους και έγγραφα τα οποία έχω στην κατοχή μου και λόγω της θέσης μου. Όπου δεν έχω προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρομαι, προβαίνω σε τέτοιες δηλώσεις στη βάση πληροφοριών και πίστης και αποκαλύπτω την πηγή των πληροφοριών μου.
- Έχω διαβάσει την αίτηση και την επισυνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερομηνίας 22/11/2012, και εκτός όπου ρητά αναφέρω διαφορετικά, αρνούμαι και απορρίπτω κάθε ισχυρισμό που περιέχεται στην ένορκη, δήλωση του Αιτητή. Περαιτέρω, επιφυλάσσω πλήρως το δικαίωμα της Καθ' ής η Αίτηση να εισηγηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη και/ή δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία. Επιφυλάσσω επίσης, το δικαίωμα της Καθ' ής η Αίτηση να προσφέρει στο Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περαιτέρω και/ή άλλη μαρτυρία. Επίσης, το γεγονός ότι μπορεί να παραλείπω να αναφερθώ σε συγκεκριμένο λόγο ένστασης δεν σημαίνει ότι ο λόγος ένστασης αυτός εγκαταλείπεται ή δεν προωθείται. Ενδεχομένως ο λόγος ένστασης στον οποίο να μη γίνεται σαφής αναφορά στην παρούσα ένορκη δήλωση να είναι επαρκώς ανεπτυγμένος στο σώμα της ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης ή να καλύπτεται από ένα ή περισσότερα μέρη της παρούσας ένορκης δήλωσης.» Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς του Εναγομένου αρ. 3 περί μη επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σε αυτόν, ο κ. Πηγασίου απαντά στις παρα. 6(α) έως (δ) της Ενόρκου Δηλώσεως του:
- «Προς αντίκρουση των ισχυρισμών του Αιτητή, όπως αυτοί εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, δηλώνω τα ακόλουθα: (α) Η Καθ' ης η Αίτηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι ουδέποτε έλαβε γνώση για την εν λόγω αγωγή και ότι ουδέποτε του είχε επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα. (β) Όπως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, η παρούσα αγωγή καταχωρίθηκε την 4/08/2011 και το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Αιτητή την 27/08/2011, σύμφωνα με τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (γ) Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Ιδιώτη Επιδότη Γιάννου Ιωάννου ημερομηνίας 29/08/2011, η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο της υπόθεσης, την 27/08/2011 ο εν λόγω Επιδότης, επέδωσε το κλητήριο ένταλμα προσωπικά στον Αιτητή, ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει. (δ) Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α, πιστό αντίγραφο της ένορκης δήλωσης του Επιδότη ημερομηνίας 29/08/2011 μαζί με το επισυνημμένο σε αυτή κλητήριο ένταλμα.». Σε ό,τι αφορά την πορεία της δίκης μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, ο κ. Πηγασίου επισημαίνει στην παρα. 6(ε) έως (ζ) και (θ), (ι) της ενόρκου δηλώσεως του τα εξής: (ε) «Η έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 16/11/2011 έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο Αιτητής δεν καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης και στις 23/09/2011 η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε αίτηση για απόφαση εναντίον, μεταξύ άλλων, του Αιτητή λόγω παράλειψης καταχώρισης Σημειώματος Εμφάνισης, η οποία ορίστηκε για απόδειξη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 16/11/20.
- Μέχρι την 16/11/2011 δεν καταχωρίθηκε εμφάνιση από τον Αιτητή και το Δικαστήριο εξέδωσε την αιτούμενη απόφαση, πιστό αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β. (στ) Στις 22/11/2012 καταχωρίθηκε από τον Αιτητή η παρούσα αίτηση, ήτοι σχεδόν 1 1/2 χρόνο μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και 1 χρόνο μετά την έκδοση της εναντίον του απόφασης, γεγονότα που δεικνύουν την πλήρη αδιαφορία του. Αιτητή προς τη δικαστική διαδικασία και ασυγχώρητη συμπεριφορά εκ μέρους του. (ζ) Ο Αιτητής ισχυρίζεται στις παραγράφους 2, 4 και 7 της ένορκης δήλωσης του, ότι δεν έλαβε γνώση για την εν λόγω αγωγή και ότι δεν καταχώρισε ουδέποτε Σημείωμα Εμφάνισης και Υπεράσπιση για το λόγο ότι δεν του είχε επιδοθεί το Κλητήριο Ένταλμα και ότι η Καθ' ης η Αίτηση ψευδώς παρέστησε ότι του είχε επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα. Ο πιο πάνω λόγος που προβάλλει ο Αιτητής ως δικαιολογία για την παράλειψη του να εμφανιστεί δεν ευσταθεί, εφόσον όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Α που επισυνάπτω, την 27/08/2011 ο Επιδότης Γιάννος Ιωάννου, επέδωσε το κλητήριο ένταλμα προσωπικά στον Αιτητή, ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει. [.] (θ) Ο Απητής παρέλειψε να εμφανιστεί στην παρούσα αγωγή εντός του καθορισμένου από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας χρόνου και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί βάσιμο λόγο απόρριψης της παρούσας αίτησης. (ι) Η συμπεριφορά του Αιτητή δείχνει παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση. Περαιτέρω η απραξία και αδιαφορία του Αιτητή να εμφανιστεί στην παρούσα αγωγή δεν αιτιολογείται σε βαθμό που να είναι ορθό και δίκαιο να στερηθούν οι Καθ' ων η Αίτηση των ευεργετημάτων που τους παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισαν προς όφελος τους την 16/11/2011.». Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς του Εναγομένου περί ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, ο κ. Πηγασίου απαντά σε αυτούς στις παρα. 6(η) και 7(α)(β): «6(η) Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις παραγράφους 5, 6 και 13 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή είναι παραπλανητικοί και απορρίπτονται. Ο Αιτητής κανένα αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε για την ισχυριζόμενη εξόφληση του χρέους του προς την Καθ' ης η Αίτηση.
- Περαιτέρω, εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση αναφέρω τα εξής: (α) Ο Αιτητής ουδεμία καλόπιστη και επαρκή υπεράσπιση είχε ή έχει στην παρούσα αγωγή ή συζητήσιμο σημείο και απέτυχε να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση για επανάνοιγμα της υπόθεσης, καταχώρισε δε την παρούσα αίτηση απλώς και μόνο για σκοπούς παρέκκλισης και παρακώλυσης της διαδικασίας. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει στις παραγράφους 5, 6, 9, 10, 11 και 12 της ένορκης δήλωσης του είναι γενικοί και αόριστοι που δεν θα μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αφού ο Αιτητής κανένα στοιχείο παρουσίασε προς υποστήριξη των θέσεων του για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. (β) Τυχόν παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα είναι αντίθετος με την ανάγκη ταχείας απονομής της δικαιοσύνης και διασφάλισης τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάριν του δημοσίου συμφέροντος.». Καταλήγει ο κ. Πηγασίου να εισηγείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας / Καθ' ης η αίτηση. Αντεξέταση του κ. Πηγασίου επί της ενόρκου δηλώσεώς του Ο Εναγόμενος αρ. 3 / Αιτητής στην υπό κρίση αίτηση καταχώρισε στις 4.10.2013 αίτηση με την οποία ζητούσε Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία του ενόρκως δηλούντα κ. Χρίστου Πηγασίου εκ Λευκωσίας για να αντεξετασθεί σχετικά με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής του ημερ. 6.6.2013 και ειδικότερα σε ότι αφορά τις παρα. 2, 3, 5, 6(γ), 6(δ), 6(στ), 6(ζ), 6(η), 6(ι), 7(α), 7(β) και
- Οι λόγοι για τους οποίους κρίθηκε αναγκαία από τον Εναγόμενο αρ. 3 η αντεξέταση του κ. Πηγασίου επεξηγούνται στη συνημμένη στην εν λόγω αίτηση ένορκη δήλωση του Εναγομένου αρ. 3, ημερ. 4/10/
- Η συνήγορος των Εναγόντων / Καθ'ων η αίτηση δεν έφερε ένσταση στο αίτημα (βλ. συναφώς το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 2/12/2013) και, συνεπώς, ο κ. Πηγασίου κλήθηκε και έδωσε προφορική μαρτυρία αντεξεταζόμενος ως η αίτηση. Συνοπτικά εκθέτοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κ. Πηγασίου, επισημαίνω τα εξής σημείαː (α) Σχετικά με την πηγή γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης, ο κ. Πηγασίου διευκρίνισε ότι η γνώση του πηγάζει από το φάκελο της υπόθεσης και από ενημέρωση που είχε από την ημέρα που ο ίδιος παρέλαβε την υπόθεση. Παρατήρησε επίσης ότι για την εν λόγω υπόθεση ο ίδιος διατηρούσε επικοινωνία με ένα εκ των Εναγομένων, τον κ. Μιχάλη Ζίττη, ο οποίος κατά καιρούς εξέφραζε ενδιαφέρον για διευθέτηση της υπόθεσης. (β) Αρνήθηκε ο κ. Πηγασίου τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι το χρέος των Εναγομένων προς την Ενάγουσα εξοφλήθηκε ή/και διευθετήθηκε, επισημαίνοντας ότι στο συγκεκριμένο συμβόλαιο εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο πέραν των €80000 και ότι ο κ. Μιχάλης Ζίττης εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να ενδιαφέρεται να διευθετήσει την υπόθεση. Το γεγονός και μόνο ότι ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι παν οφειλόμενο ποσό έχει εξοφληθεί, αποτελεί, κατά την εκτίμηση του κ. Πηγασίου, ότι ο Αιτητής έχει σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο. (γ) Σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε στον Εναγόμενο αρ. 3, ο κ. Πηγασίου διευκρίνισε ότι γνωρίζει για την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο αρ. 3 / Αιτητή από ενημέρωση που έχει λάβει από το δικηγορικό γραφείο της Καθ'ης η Αίτηση και από την ένορκη δήλωση του επιδότη που αυτός έχει στην κατοχή του και έχει επισυνάψει στην ένορκη δήλωση του. (δ) Ερωτηθείς αν αυτός συνάντησε ποτέ τον Εναγόμενο αρ. 3 / Αιτητή, ο κ. Πηγασίου δήλωσε ότι «ήρθε μια φορά στο γραφείο μου, αν δεν κάνω λάθος, συνοδευόμενος από τον κ. Μιχάλη Ζίττη». Χρονικά τοποθέτησε τη συνάντηση αυτή «σίγουρα μετά την καταχώριση της αγωγής», επεξηγώντας τη δήλωσή του στη βάση του ότι ο ίδιος υπηρετεί στο Τμήμα Αγωγών και χειρίζεται τις υποθέσεις από την ώρα που θα σταλούν στο Δικαστήριο για καταχώριση, άρα για να έχει έρθει ο Εναγόμενος αρ. 3 να τον συναντήσει, πρέπει να ήταν μετά την καταχώριση της αγωγής. (ε) Αντεξετασθείς επί του περιεχομένου της παρα. 6(στ) της ένορκης δήλωσής του, ειδικότερα αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης σχεδόν 1 ½ χρόνο μετά την επίδοση του κλητηρίου και 1 χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης, δεικνύει «πλήρη αδιαφορία του Αιτητή προς τη δικαστική διαδικασία και ασυγχώρητη συμπεριφορά εκ μέρους του», ο κ. Πηγασίου εξήγησε ότι κατά τη δική του εκτίμηση και με τα δικά του κριτήρια, κάποιος που είναι εγγυητής σε ένα τόσο μεγάλο ποσό χρηματοδότησης θα πρέπει να είναι σε συχνή επικοινωνία με την Τράπεζα. (στ) Σχετικά με τις ισχυριζόμενες μεταβιβάσεις των αυτοκινήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου αρ. 3 / Αιτητή, ο κ. Πηγασίου παρατήρησε ότι τη συγκεκριμένη υπόθεση ο ίδιος τη χειρίζεται από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής και επομένως ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει θέματα (εν προκειμένω για τις μεταβιβάσεις οχημάτων) που τυχόν να προηγήθηκαν. Απαντώντας στην υποβληθείσα, εκ μέρους του συνηγόρου του Αιτητή, θέση ότι θα μπορούσε να γνώριζε γι' αυτές τις μεταβιβάσεις αν έκανε δέουσα έρευνα, ο κ. Πηγασίου δήλωσε ότι θα μπορούσε να προβεί σε τέτοια έρευνα όταν επέστρεφε στο γραφείο του, αφού δεν τέθηκε τέτοια πληροφόρηση ποτέ μπροστά του μέσα από το φάκελο. Στο στάδιο της επανεξέτασής του, ο κ. Πηγασίου ανέφερε ότι μετά την έγερση της αγωγής ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο στην Τράπεζα προς απόδειξη του ισχυρισμού του σε σχέση με τις μεταβιβάσεις των οχημάτων. (ζ) Αναγνώρισε ο κ. Πηγασίου ότι, εξ όσων γνωρίζει τα οχήματα σε σχέση με τα οποία εκδόθηκε απόφαση παράδοσής τους, ήταν μέρος αυτών που ήταν δεσμευμένα ως εξασφάλιση της οφειλής. Σε σχέση με την υποβληθείσα θέση ότι εκδόθηκε η απόφαση παράδοσης των οχημάτων ενόσω η Τράπεζα είχε ήδη δώσει την έγκρισή της για τη μεταβίβαση των εν λόγω οχημάτων σε τρίτα πρόσωπα, ο κ. Πηγασίου επανέλαβε ότι αυτός δεν γνωρίζει ποια ακριβώς οχήματα έχουν μεταβιβαστεί. Απαντώντας στην περαιτέρω υποβληθείσα θέση εκ μέρους του συνηγόρου του Αιτητή, ότι η Τράπεζα ουδέποτε ενημέρωσε τον Αιτητή για την αποδέσμευση της εμπράγματης εξασφάλισης του χρέους της Εναγομένης αρ. 1, ο κ. Πηγασίου δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Αναφορικά με την υποβληθείσα θέση ότι η μη ενημέρωση του Αιτητή για την αποδέσμευση της εμπράγματης εξασφάλισης αποτελούσε λόγο για ακύρωση της εγγύησης που έδωσε ο Αιτητής στην Τράπεζα για τις οφειλές της Εναγόμενης αρ. 1, ο κ. Πηγασίου απάντησε ότι αυτό θα το αποφασίσει το Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 10096, Κύπρος Γεωργίου ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1999)(Αρ.2) 1Γ ΑΑΔ 1938, ο Ηλιάδης Δ. κατέγραψε τα εξής, τα οποία απηχούν μέχρι σήμερα τη θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίουː «Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης που λήφθηκε λόγω παράλειψης του εναγομένου να εμφανισθεί αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Αγγλικών και Κυπριακών αποφάσεων. (Evans ν. Bartlam [1937] 2 All E.R 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρο)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 28). Στην Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 γίνεται μια εκτενής ανάλυση της σχετικής νομολογίας υιοθετήθηκαν οι αρχές όπως καθορίσθηκαν στην απόφαση Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204,210, που τονίζουν αφενός την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουσθεί και αφετέρου την ανάγκη διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Ταυτόχρονα σημειώθηκε ότι όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση. Όπως εξηγεί ο Πικής, Π., που έδωσε την απόφαση του Εφετείου, "Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης." Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης (πιο πάνω). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Νικήτα στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω),"Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του."». Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μιχάλης Περατικός (5788/2005, απόφαση ημερομηνίας 05/08/2013): «Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. lason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2010, ημερομηνίας 19.02.13).». Υπό το φως των πιο πάνω νομολογηθέντων είναι που θα πρέπει να διαβάζεται η Διαταγή 17, Θ.10, η οποία προβλέπει ότιː «10. Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση, να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.». Οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό μιας απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του Εναγομένου, δυνάμει της Δ.17 θ.10 ανωτέρω, συνοψίσθηκαν πρόσφατα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 15.1.2013, (δοθείσα από τον Ναθαναήλ, Δ.), στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμαː «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae, και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.». Ως προς το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, παραπέμπω στην απόφαση Merkis v. Yiannoukas and another
(1994)1 AAA 736 όπου λέχθηκε ότι «από το σκεπτικό της Evans ν. Bartlam συνεπάγεται ότι- i. Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης ... ii. ... Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιαδήποτε άλλη έγγραφη μαρτυρία συνημμένη στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.». Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης ή συζητήσιμης υπεράσπισης, προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας όπως προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνον αν θα εξυπηρετηθεί ο χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων (βλ. Πατουρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118. 2124 και Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(B) Α.Α.Δ., 1101 σελ. 1106). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των αιτητών. Εκεί όπου η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν φέρει τα αναγκαία χαρακτηριστικά και ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται (Παρασκευά Κωνσταντίνου κ.ά. v. ΥΡ Trade & Service Ltd, 3225/2011, απόφαση ημερ. 12 Ιουνίου 2013). Στην απόφαση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθος Κούρτη
(1997)1B ΑΑΔ 941, επεξηγήθηκε η σημασία της διαγωγής του εναγομένου ως παράγοντα που μπορεί να επενεργήσει κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ανεξάρτητα από τη διαπίστωση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, στη σελ. 945, αναφέρεται: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου [...]. [...] Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του Εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του Εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν με την εξής επισήμανση του Ναθαναήλ, Δ., στην προμνησθείσα απόφαση στην Πολιτική Έφεση 205/2010ː «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. [...] Επομένως, όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά, (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Acqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054).». IV. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Η παρούσα υπόθεση κρίνω ότι δεν αποκαλύπτει, με βάση τα στοιχεία του φακέλου του Δικαστηρίου, περίπτωση μη επίδοσης του κλητηρίου της αγωγής. Ειδικότερα, από την ένορκη δήλωση του Ιδιώτη Επιδότη Γιάννου Ιωάννου ημερομηνίας 29/08/2011, η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι την 27/8/2011 ο εν λόγω επιδότης, επέδωσε το κλητήριο ένταλμα προσωπικά στον Αιτητή, ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει. Η ύπαρξη αυτής της ένορκης δήλωσης επίδοσης στο φάκελο του Δικαστηρίου λήφθηκε υπόψη από τον αδελφό Δικαστή όταν προχώρησε σε έκδοση της απόφασης επί της αγωγής, ημερ. 16/11/2011 (τούτο προκύπτει ευθέως από το πρακτικό της απόφασης). Το ότι, ελλείψει αιτήματος από μέρους του Αιτητή για αντεξέταση του δικαστικού επιδότη στο πλαίσιο της εκδίκασης αίτησης παραμερισμού αποφάσεως, το Δικαστήριο που εκδικάζει την αίτηση παραμερισμού δύναται να βασισθεί επί της ένορκης δήλωσης επίδοσης που υπάρχει στο φάκελο του Δικαστηρίου ως αληθούς, είναι στοιχείο που αποσαφηνίστηκε, μεταξύ άλλων, από τον Χατζηχαμπή, Δ., όπως ήταν τότε στην απόφαση, ημερ. 6.7.2012, στην Πολιτική Έφεση 66/2009, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v Ανδρούλλας Γεωργίου Κωστή. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «[.] Ούτε εζητήθη να προσέλθει ο επιδότης προς αντεξέταση επί της ένορκης δήλωσης του. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν βλέπουμε πώς το δικαστήριο αισθάνθηκε την ανάγκη να είχε ενώπιον του τον επιδότη για να βεβαιώσει την ήδη δηλωθείσα αλήθεια της ένορκης δήλωσης του ότι είχε επιδώσει την αίτηση και μάλιστα προσωπικώς στην ίδια την Εφεσίβλητη. Υπό τις συνθήκες, η ενώπιον του ένορκη δήλωση του επιδότη συνιστούσε επαρκή απόδειξη του ζητουμένου της επίδοσης της αίτησης.». Υπό το φως της ανωτέρω νομολογίας, και ελλείψει αντεξέτασης του επιδότη από το συνήγορο του Εναγομένου αρ. 3/ Αιτητή, κρίνω ότι η ένορκη δήλωση επίδοσης στην οποία στηρίχθηκε ο αδελφός Δικαστής και την οποία είμαι σε θέση να δω στο φάκελο του Δικαστηρίου αποτελεί επαρκή απόδειξη επίδοσης. Διευκρινίζω ότι η αντεξέταση του κ. Πηγασίου από το συνήγορο του Εναγομένου αρ. 3 ουδόλως διαφοροποιεί τα πράγματα. Ορθά ο κ. Πηγασίου υπέδειξε κατά την κρίση μου ότι δεν αναμένεται από τον ίδιο να γνωρίζει λεπτομέρειες επίδοσης σε κάθε υπόθεση και ότι και ο ίδιος αντλεί γνώση για το γεγονός της επίδοσης από την ένορκη δήλωση του επιδότη. Περαιτέρω διευκρινίζω ότι η δήλωση του επιδότη ότι επέδωσε το κλητήριο στον Εναγόμενο αρ. 3 προσωπικά, αφήνοντάς το «στην παρουσία του άνευ της υπογραφής του» ικανοποιεί τις πρόνοιες της Διαταγής 5, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με τις οποίες απαιτείται να αφεθεί στο πρόσωπο του Εναγομένου χωρίς να υπάρχει ρητή πρόνοια για άφεση του κλητηρίου έναντι της υπογραφής του εν λόγω προσώπου. Παραθέτω τη σχετική διάταξηː «2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; [...]». Συνεπώς, καταλήγω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν δικαιολογείται ex debito justitiae ο παραμερισμός της απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή. Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω με βάση την προμνησθείσα απόφαση στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους, κατά πόσον ο Εναγόμενος αρ. 3 / Αιτητή αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωσή του εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τούτο ανάγεται σε «πρώτιστο» θέμα για τον Εναγόμενο αρ. 3 από τον ίδιο τον συνήγορό του στην παρα. 7 της γραπτής του αγόρευσης, αναγνωρίζοντας έμμεσα ότι στην παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάζεται η περίπτωση μη νομότυπης επίδοσης που επιδέχεται παραμερισμό ex debito justitiae χωρίς να χρειάζεται καν το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε εξέταση της ύπαρξης ή μη καλής υπεράσπισης. Δέχεται συγχρόνως ο συνήγορος του Εναγομένου αρ. 3 ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να παραγνωρίσει, ακόμη και στην περίπτωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, την αναγκαιότητα ελέγχου της συμπεριφοράς του Αιτητή κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα. Επί της ουσίας της υπεράσπισης του Εναγομένου αρ. 3, παρατηρώ ότι προωθούνται δύο σκέληː - Αφενός, ο ισχυρισμός περί εξόφλησης του χρέους (βλ. παρα. 5 της Ε/Δ του Εναγομένου), και - αφετέρου, ο ισχυρισμός ότι ο Εγγυητής θα πρέπει να απαλλαγεί κάθε υποχρέωσης ως προς το όποιο υπόλοιπο του χρέους για το λόγο ότι η Ενάγουσα έδρασε «αντισυμβατικά» επιτρέποντας τη μεταβίβαση σε τρίτους μέρος της εμπράγματης εξασφάλισης του χρέους (οχημάτων) εν αγνοία του ή/και δίχως την έγκρισή του (βλ. παρα. 13 της Ε/Δ του Εναγομένου και την γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του). Ως προς το πρώτο σκέλος της υπεράσπισης, οφείλω να σημειώσω ότι δεν έχω ικανοποιηθεί ότι προωθείται με συνοχή ή/και κατά τρόπο επαρκώς λεπτομερή. Από τη μια, δεν εγείρεται ισχυρισμός ότι η κατάσταση λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο Θ της Ε/Δ), η οποία τέθηκε ενώπιον του Αδελφού Δικαστή στο στάδιο απόδειξης της αγωγής και έκδοσης της απόφασης ημερ. 16/11/2011 είναι εσφαλμένη ούτε εγείρεται ισχυρισμός περί μη παραλαβής από τον Εναγόμενο της επιστολής τερματισμού ημερ. 28.2.2011, η οποία επίσης τέθηκε ενώπιον του αδελφού μου Δικαστή (βλ. Τεκμήριο Η της ίδιας Ε/Δ) και στην οποία αναφέρεται το οφειλόμενο ποσό. Από την άλλη, δεν δίδονται λεπτομέρειες για την ημερομηνία εξόφλησης του χρέους ούτε επισυνάπτεται τυχόν εξοφλητική απόδειξη ή επιστολή. Αν και στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης ο Εναγόμενος δεν οφείλει να αποδείξει την υπεράσπισή του παρά μόνο να δείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, θα το θεωρούσα κατάλληλο προς απόδειξη και του καλόπιστου της υπεράσπισής του, εφόσον ο ίδιος επέλεξε να επικαλεστεί την ύπαρξη εξοφλητικής απόδειξης στην κατοχή του, να την είχε επισυνάψει στην Ε/Δ του. Ανάλογη προσέγγιση υποδεικνύει η απόφαση ημερ. 22/1/2013 στην Πολιτική Έφεση 230/2009, Κώστα Κυριάκου ν. Θεράποντα Αναστασίου, όπου αναφέρονται τα εξής σε σχέση με την έκδοση συνοπτικής απόφασηςː «[...] η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ. 1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων. Αν όμως ο ίδιος ο ενάγων-αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται.». Δεν μου διαφεύγει εξάλλου ότι ο κ. Πηγασίου, κατά την αντεξέτασή του ουδόλως αποδέχθηκε τον ισχυρισμό περί εξόφλησης και αντί τούτου επεσήμανε ότι ο Εναγόμενος αρ. 3 τον επισκέφθηκε μαζί με τον Εναγόμενο αρ. 2 στο γραφείο του μετά την καταχώριση της αγωγής στο πλαίσιο των προσπαθειών του Εναγομένου αρ. 2 για διευθέτηση του χρέους. Συνεπώς, η εκδοχή του Εναγομένου αρ.3 περί εξόφλησης του χρέους πριν καν καταχωρηθεί η αγωγή, δεν έχω πεισθεί ότι είναι αληθής. Στη γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος του Εναγόμενου αρ. 3 / Αιτητή έχει αναπτύξει νομικά επιχειρήματα για αντισυμβατική συμπεριφορά από μέρους της Τράπεζας, η οποία επάγεται την ακυρότητα της σύμβασης εγγύησης, τα οποία παραθέτω (βλ. παρα. 7 έως 10 της αγόρευσης)ː 7. «[...] Παραπέμπω στην Έκθεση Απαίτησης και την Ένορκη Δήλωση απόδειξης των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης. Εδώ διαφαίνεται η εξής ιδιομορφία, ενώ η απόφαση ημερ. 16.11.2011 διατάττει παράδοση μεγάλης κινητής περιουσίας προς τους Ενάγοντες για πώληση διά δημοσίου πλειστηριασμού για ικανοποίηση οφειλών των Εναγομένων 1, ο Εναγόμενος 3 ο οποίος λαμβάνει γνώση της εναντίον του απόφασης στις 16.11.2012 κατόπιν ερευνών ανακαλύπτει τα γεγονότα ως αναφέρονται στην παράγραφο 6 στοιχεία α) έως δ) γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας των Εναγόντων κ. Πηγασίου δεν αμφισβήτησε αλλά ούτε μπήκε καν στον κόπο να ερευνήσει. 8. Εάν προσέξετε το περιεχόμενο της παραγράφου 6 στο α) έως δ) διαφαίνεται πως οι Ενάγοντες κατόπιν ιδίας συμπεριφοράς πέτυχαν απόφαση για παράδοση της κινητής περιουσίας στις 16.11.2011, ενώ μέρος της περιουσίας αυτής είχε μεταβιβαστεί σε τρίτα πρόσωπα πριν την έκδοση της απόφασης όχι μόνο πριν την έκδοση της απόφασης αλλά ακόμη και πριν την καταχώριση της αγωγής. Γεγονότα τα οποία οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης. 9. Η ουσία της Υπεράσπισης διαφαίνεται στην παράγραφο 13 της Ένορκης Δήλωσης του Αιτητή. Ο Αιτητής δεν αντεξετάσθει. Στα γεγονότα της παρούσας άμεση εφαρμογή έχει το ΜΕΡΟΣ XI κάλυψη και εγγύηση του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 το οποίο παρουσιάζω αυτούσιο. Έχω επισημάνει με κίτρινο χρώμα τα επίμαχα άρθρα του Νόμου που έχουν άμεση εφαρμογή για τον τρόπο και την συμπεριφορά του Ενάγοντα για αποξένωση εμπράγματης εξασφάλισης του χρέους χωρίς γνώση και/ή συγκατάθεση του Εγγυητή Εναγόμενου 3 - Αιτητή. Ειδικότερα δε στο άρθρο 91 διαφαίνεται πως για να τύχει εφαρμογής θα πρέπει να διαφανεί το ύψος της οφειλής του πρωτοφειλέτη κατά τον χρόνο αποδέσμευσης της εμπράγματης εξασφάλισης ήτοι την πρώτη 11.4.2008 γεγονός που θα πρέπει να διαφανεί κατά την ακρόαση καθότι στα πλαίσια της παρούσας αυτά δεν είναι διαθέσιμα και έξω από τα επίδικα ζητήματα. Αν ισχύσει το Άρθρο 97 ουδέν ποσόν οφείλεται στους Ενάγοντες από τον Εναγόμενο 3. Το οποίο θεωρούμε, εφαρμόζεται καλύτερα στα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης καθότι οι Ενάγοντες με τον τρόπο και την συμπεριφορά τους αποστέρησαν τα δικαιώματα του εγγυητή που πηγάζουν από το Άρθρο 99
(1). 10. Τα γεγονότα εδώ ένα πράγμα απεκάλυψαν την εκ πρώτης όψεως καλόπιστη Υπεράσπιση του Εναγόμενου 3 που δικαιολογούν τον παραμερισμό της απόφασης και την διεξαγωγή Δίκης για καθορισμό των δικαιωμάτων των Διαδίκων.». Καθήκον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης είναι να ελέγξει αν διατυπώνονται ισχυρισμοί γεγονότων που αποκαλύπτουν καλή βάση υπεράσπισης. Περιορίζομαι λοιπόν στο προβώ στις εξής εκ πρώτης όψεως παρατηρήσεις- (
- i)Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου αρ. 3/ Αιτητή είναι ότι οχήματα σε σχέση με τα οποία εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 16.11.2011, η οποία διαλάμβανε Διάταγμα παράδοσης οχημάτων, είχαν ήδη μεταβιβαστεί σε τρίτα πρόσωπα πριν την έγερση της αγωγής, γεγονός που απεκρύβη από το Δικαστήριο. (
- ii)Κατ' αρχάς, σε ό,τι αφορά το Διάταγμα παράδοσης οχημάτων, ημερ. 16.11.2011, που κατά τον ισχυρισμόν του Εναγομένου αρ. 3 αφορά, μεταξύ άλλων, στα οχήματα (α) έως (δ) της παρα. 6 της Ε/Δ του, τα οποία είχαν ήδη μεταβιβασθεί σε τρίτα πρόσωπα / αποξενωθεί, παρατηρώ ότι αυτό αποτελεί Διάταγμα που εκδόθηκε μόνο έναντι της Εναγομένης αρ. 1 (σχετικό το πρακτικό απόφασης ημερ. 16.11.2011). Συνεπώς δεν δύναται να αποτελεί αντικείμενο αίτησης παραμερισμού από μέρους του Εναγομένου αρ. 3, ούτε χρειάζεται να απασχολήσει το παρόν Δικαστήριο οτιδήποτε αφορά το Διάταγμα παράδοσης. Σημειωτέον ότι σε σχέση με εκείνο εκδόθηκε την 13.1.2012 Ένταλμα Παράδοσης (Writ of delivery) εναντίον της Εναγομένης αρ. 1 και εναντίον του οποίου εντάλματος δεν στρέφεται ούτε δύναται να στρέφεται η υπό κρίση αίτηση παραμερισμού. (iii) Σε ό,τι αφορά τον άλλο ισχυρισμό που εγείρει ο Εναγόμενος αρ. 3 ότι η χορήγηση άδειας από την Τράπεζα για τη μεταβίβασή τους συνιστούσε κατ' ισχυρισμό παραβίαση των όρων στης συμφωνίας εγγύησης του Εναγομένου αρ. 3, σημειώνω ότι το ερώτημα που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο δεν είναι αν ευσταθεί ο ισχυρισμός περί μεταβίβασης, αλλά το κατά πόσον το ισχυριζόμενο γεγονός της μεταβίβασης θα ήταν ικανό να αποτελέσει καλή βάση υπεράσπισης. (
- iv)Τα κατ' ισχυρισμόν μεταβιβασθέντα οχήματα είναι- α) Αυτοκίνητο με αρ.Εγγραφής KSM 612 τύπου Audi Sport Convertible β) Αυτοκίνητο με αρ.Εγγραφής KPL 295 τύπου Mercedes CLS 350 γ) Αυτοκίνητο με αρ.Εγγραφής ΗΧΖ 921 τύπου Volvo Lorry δ) Αυτοκίνητο με αρ.Εγγραφής KNQ 296 τύπου Volvo Lorry Refrigerator (
- iv)Για τα πιο πάνω οχήματα (α) και (β) μόνο φαίνεται να υπεγράφη, μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης αρ. 1 μόνο, Έγγραφο Δέσμευσης τους (βλ. τα Τεκμήρια Ε και Δ, αντίστοιχα της Ε/Δ απόδειξης της αγωγής που τέθηκε ενώπιον του αδελφού μου Δικαστή). Ο Εναγόμενος αρ. 3 δεν φαίνεται να αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στο Έγγραφο Δέσμευσης, ούτε διατείνεται στην Ε/Δ του ότι είναι τέτοιο συμβαλλόμενο μέρος. Η εγγύηση που ο Εναγόμενος αρ. 3 φαίνεται να υπόγραψε και να διέπεται από τους όρους που είναι ενσωματωμένοι στη Συμφωνία Ενοικιαγοράς (Τεκμήριο Α στην Ε/Δ απόδειξης της αγωγής), δεν κάνει ρητή αναφορά σε άλλη εξασφάλιση, τύπου δέσμευσης οχημάτων, ούτε φαίνεται να γίνεται σύνδεση της προσωπικής εγγύησης του Εναγομένου αρ. 3 με τυχόν τέτοια άλλη εξασφάλιση. Σε ό,τι αφορά το ίδιο το Έγγραφο Δέσμευσης Οχημάτων, παρατηρώ τον όρο 8 αυτού, βάσει του οποίου η εξασφάλιση του χρέους μέσω της δέσμευσης του οχήματος «αποτελεί πρόσθετη και παραπέρα εξασφάλιση και εγγύηση κάθε υποχρέωσης του πελάτη προς την Τράπεζα [...] και είναι εξασφάλιση επιπρόσθετη προς οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις που η Τράπεζα έχει σήμερα ή δυνατόν να έχει στο μέλλον από τον πελάτη ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα σχετικά προς τις υποχρεώσεις του πελάτη.». Όπου ο όρος «πελάτης» ορίζεται ως η Φθαρτεμπορική Μιχάλης Ζίττης Λτδ (Εναγόμενη αρ. 1 στο πλαίσιο της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς). Συνεπώς, η εγγύηση του Εναγομένου αρ. 3 φαίνεται να είναι ανεξάρτητη της όποιας άλλης εγγύησης ή εξασφάλισης. Κατ' επέκταση, εκ πρώτης όψεως δεν προκύπτει καλή υπεράσπιση μέσα από τον ισχυρισμό γεγονότος που αφορά στη μεταβίβαση των οχημάτων (α) και (β), ανωτέρω. (
- v)Συγχρόνως, παρατηρώ τον όρο 7 του ιδίου Εγγράφου Δέσμευσης Οχήματος όπου ρητά αφήνεται ανοικτή η δυνατότητα του πελάτη να αποξενώσει ή διαθέσει το όχημα κατά τη διάρκεια της ισχύος της συμφωνίας προτού πληρωθούν όλα τα οφειλέμενα προς την Τράπεζα ποσά στο ακέραιο, νοουμένου ότι έχει εξασφαλίσει προηγουμένως γραπτή συγκατάθεση της Τράπεζας. Εδώ ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 3 δέχεται ότι η Τράπεζα έδωσε τη συγκατάθεση της πριν την μεταβίβαση ή/και ότι η ίδια αποδέσμευσε τα οχήματα (βλ. παρα. 13 Ε/Δ Εναγομένου αρ. 3). Σημειωτέον ότι κατά τη χρονική περίοδο που ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έγιναν οι μεταβιβάσεις (βλ. παρα. 6 της Ε/Δ του, ήτοι μεταξύ 11.4.2008 και 8.9.2010), ο πελάτης φαίνεται να πλήρωνε κανονικά τα οφειλόμενα ενοίκια (βλ. παρα. 9 της Ε/Δ απόδειξης της αγωγής). (
- v)Για τα οχήματα (γ) και (δ) ανωτέρω, παρατηρώ ότι αν και συμπεριλαμβάνονταν στο αντικείμενο της συμφωνίας ενοικιαγοράς, εντούτοις δεν φαίνεται να αποτελούσαν μέρος οποιασδήποτε συμφωνίας δέσμευσης (δεν υπάρχει σχετική συμφωνία δέσμευσης ως Τεκμήριο στην Ε/Δ απόδειξης της αγωγής). Συμφωνία δέσμευσης παρουσιάστηκε από την Ενάγουσα ότι υπήρχε αναφορικά με δύο άλλα οχήματα πέραν των (α) και (β) ανωτέρω, ήτοι του KTQ186 (Τεκμήριο Στ στην Ε/Δ απόδειξης της αγωγής) και του KXA540 (Τεκμήριο Ζ στην Ε/Δ απόδειξης της αγωγής). Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν έχω πεισθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση υπεράσπισης ώστε να δοθεί άδεια καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης. Για χάριν όμως πληρότητας, θα εξετάσω και τον παράγοντα χρόνου. Κατ' αρχάς παρατηρώ ότι η ημερομηνία που κατ' ισχυρισμόν ο Εναγόμενος αρ. 3 έλαβε για πρώτη φορά γνώση για την ύπαρξη της αγωγής και της απόφασης (16.11.2012) τίθεται κατά τρόπο αόριστο. Δεν επεξηγείται πώς τότε περιήλθε σε γνώση του, στο πλαίσιο ποιού συμβάντος. Εν πάση περιπτώσει, έχω ήδη καταλήξει ανωτέρω να δέχομαι ότι υπήρξε καλή επίδοση στον Εναγόμενο αρ. 3 προσωπικά, συνεπώς δεν θα μπορούσα να δεχθώ τον ισχυρισμό περί έναρξης της γνώσης του για την ύπαρξη της αγωγής σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία παρά την ημερομηνία που ο επιδότης του άφησε το κλητήριο. Αφ' ης στιγμής του επιδόθηκε το κλητήριο αρχίζει να τρέχει ο ουσιώδης χρόνος για τη διαπίστωση της καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας στην αγωγή. Ακόμη και αν αξιολογήσω τη δικαιολογία που δόθηκε από το συνήγορο του Εναγομένου αρ. 3 για την απραξία του Εναγομένου κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα του ενός έτους από την ημερομηνία που εκδόθηκε η απόφαση στην αγωγή (16.11.2011) μέχρι την ημερομηνία που καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση (16.11.2012) ως συνδεόμενη με το γεγονός ότι οι Ενάγοντες επέλεξαν να μην πάρουν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του Εναγομένου αρ. 3 (βλ. παρα. 12 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του) και πάλιν τούτος δεν θα ήταν ικανοποιητικός λόγος. Αν ο Εναγόμενος αρ. 3 ήθελε να προωθήσει υπεράσπιση, όφειλε να το πράξει το ταχύτερο δυνατό, ανεξαρτήτως της μη λήψης μέτρων εκτέλεσης εναντίον του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω την αίτηση, ημερ. 22/11/2012, με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Εναγομένου αρ. 3 - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.) ......................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. Σχετική ειδοποίηση η οποία καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 30/5/2013, αναφορικά με το γεγονός ότι δυνάμει του Ν.17(Ι)/2013 και του Διατάγματος ΚΔΠ 104/2013 δίδεται ειδοποίηση ότι η Ενάγουσα Marfin Popular Bank Public Co. Ltd υποκαθίσταται και/ή αντικαθίσταται από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. [2] Προφανώς από λάθος ή/ και εκ παραδομής περιλήφθηκε ως παρα. 9 η εξής που δεν συνάδει με το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης παραμερισμού: «9. Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και τυγχάνω Νομικής συμβουλής έχω πολύ καλή βάση Υπεράσπισης και πολύ καλή και συζητήσιμη Υπόθεση και θα είναι ορθό δίκαιο και πρέπον και προς το συμφέρον της πλήρους απονομής της Δικαιοσύνης όπως δοθεί το σχετικό διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της σχετικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης μου για παραμερισμό (SET-ASITE) και την Ακύρωση της.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο