← Κύπρος

CYPRA LIMITED ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5141/13, 6/6/2014

CYPRA LIMITED ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5141/13, 6/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A250 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5141/13 Μεταξύ CYPRA LIMITED Ενάγουσας Και

  1. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
  2. Συμβούλιο Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου Εναγομένων 6 Ιουνίου,
  3. Αίτηση ημερομηνίας 31-7-13 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Θ. Ανδρέου με κ. Χ. Καραπατάκη Για τους Εναγόμενους 2: κα Μ. Κατσελλή για κ. K. Μιχαηλίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ To Κεντρικό Σφαγείο Κοφίνου (ΚΣΚ) ιδρύθηκε το 1981 ως κρατική επιχείρηση κοινής ωφελείας με στόχο την εξυπηρέτηση των αναγκών ορισμένων δήμων. Το ΚΣΚ είναι μια εξ ολοκλήρου κρατική επιχείρηση και όλα τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου διορίζονται από τις συμμετέχουσες αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης. Mε βάση πληροφόρηση από τις κυπριακές αρχές προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις 31 Ιουλίου 2010 οι οφειλές του ΚΣΚ υπερέβαιναν τα 30 εκατ. ευρώ. Το χρέος αυτό δημιουργήθηκε από τη συσσώρευση ζημιών κατά τα προηγούμενη έτη. Οι κυπριακές αρχές ανέφεραν ως τον κύριο λόγο της οικονομικής κατάστασης το γεγονός πως, σε αντίθεση με τους ανταγωνιστές του, το ΚΣΚ είναι μια κρατική επιχείρηση κοινής ωφελείας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη ευελιξίας, το υψηλό κόστος προσωπικού και την έλλειψη επιχειρηματικού πνεύματος. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με τη φιλελευθεροποίηση της αγοράς και την είσοδο σ' αυτή ιδιωτικών σφαγείων. Οι ενάγοντες είναι ιδιωτική εταιρεία που κατέχει, από 20/8/2012 άδεια λειτουργίας σφαγείου παραγωγικών οπληφόρων (βοοειδή, αιγοπρόβατα, χοίροι). To παράπονό τους είναι ότι η Δημοκρατία έχει κατά καιρούς χορηγήσει παράνομες κρατικές ενισχύσεις στο ΚΣΚ, κυρίως με τη μορφή συνεχούς ανοχής και παράλειψης να εισπραχθούν οι οφειλές του ΚΣΚ προς το κράτος, με αποτέλεσμα οι ίδιοι, ως ανταγωνιστές, να υφίστανται ζημίες. Ενόψει τούτου, ζητούν διάφορες θεραπείες ως κατωτέρω, επικαλούμενοι το ευρωπαϊκό κεκτημένο και ειδικότερα τις πρόνοιες της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) που διέπουν το ζήτημα των κρατικών ενισχύσεων (Τμήμα 2 της ΣΛΕΕ υπό τον τίτλο «Κρατικές Ενισχύσεις», άρθρα 107-109). Οι κανόνες που διέπουν την χορήγηση κρατικών ενισχύσεων και οι συνέπειες της παράβασής τους Η βασική αρχή σε σχέση με τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων έγκειται στην διακηρυγμένη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (εν τοις εφεξής «η Επιτροπή») για «λιγότερες και καλύτερα στοχευμένες κρατικές ενισχύσεις». Σ' αυτά τα πλαίσια η Επιτροπή επιβεβαίωσε την προσήλωσή της στην υιοθέτηση μιας αυστηρής προσέγγισης απέναντι στις παράνομες και ασυμβίβαστες ενισχύσεις (βλ. Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων από τα εθνικά δικαστήρια (2009/C 85/01), Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ημερ. 9/4/2009, που εν τοις εφεξής θα αναφέρεται ως «η Ανακοίνωση»). Αυτό είναι το πνεύμα που διέπει τις εν λόγω σχετικές πρόνοιες της ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 107.1, της ΣΛΕΕ, ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής, είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός εάν οι Συνθήκες ορίζουν άλλως. Τα άρθρα 107.2 και 107.3 προβλέπουν, αντιστοίχως, περιπτώσεις ενισχύσεων που συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά ή που δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά. Αρμόδιο όργανο να κρίνει τη συμβατότητα των σκοπουμένων μέτρων ενίσχυσης είναι αποκλειστικά η Επιτροπή. Γενικά η Επιτροπή έχει πρωτεύοντα ρόλο στην όλη προσπάθεια για καλύτερα στοχευμένη εφαρμογή και παρακολούθηση των κρατικών ενισχύσεων, έχουσα αρμοδιότητα, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, να εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη και να τους προτείνει τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (άρθρο 108.1 ΣΛΕΕ). Μάλιστα, σύμφωνα με το άρθρο 108.3, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εφαρμόσουν μέτρα κρατικών ενισχύσεων χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής. Πρόκειται για τη λεγόμενη «υποχρέωση αναστολής» (βλ. παρ. 14 της Ανακοίνωσης). Ειδικότερα οι πρόνοιες του άρθρου 108.3 έχουν ως ακολούθως: «Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει ότι σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά, κατά το άρθρο 107, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση». Σε περίπτωση που η Επιτροπή κρίνει ότι ένα σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά αποφασίζει ότι το κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός ταχθείσης προθεσμίας (βλ. άρθρο 108.2). Ο παράλληλος ρόλος των εθνικών δικαστηρίων Παράλληλα με το ρόλο της Επιτροπής αναγνωρίζεται σημαντικός ρόλος και στα εθνικά δικαστήρια. Στην Ανακοίνωση επισημαίνεται ότι «η προσφυγή ιδιωτών ενώπιον εθνικών δικαστηρίων θα μπορούσε να συμβάλει στην επίτευξη του στόχου αυτού, εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη πειθαρχία στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων» (βλ. παρ. 1 Ανακοίνωσης). Όπως καταγράφεται στην Ανακοίνωση (παρ. 19) το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει κατ' επανάληψη επιβεβαιώσει ότι τόσο τα εθνικά δικαστήρια όσο και η Επιτροπή διαδραματίζουν σημαντικούς, πλην όμως διακριτούς ρόλους όσον αφορά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων.[1] Ο κύριος ρόλος της Επιτροπής είναι, ως άνω, ο κατ' αποκλειστικότητα έλεγχος του συμβιβάσιμου με την κοινή αγορά των σκοπουμένων μέτρων ενίσχυσης με βάση τα κριτήρια του άρθρου 107.2 και 3, ενώ κατά πάγια νομολογία του ΔΕΚ τα εθνικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να αποφανθούν για το συμβιβάσιμο. Αυτά κωδικοποιούνται στην παράγραφο 20 της Ανακοίνωσης η οποία παραπέμπει σε σχετική νομολογία[2]. Ο ρόλος των εθνικών δικαστηρίων ανακύπτει κυρίως σε περιπτώσεις όπου το κράτος μέλος χορηγεί ενίσχυση κατά παράβαση της υποχρέωσης αναστολής του άρθρου 108.3, είτε γιατί δεν έχει κοινοποιήσει την σκοπούμενη ενίσχυση για να λάβει έγκριση, είτε γιατί χορηγεί την ενίσχυση πριν λάβει την έγκριση της Επιτροπής. Όπως παρατηρείται στην παρ. 21(α) της Ανακοίνωσης, ο ρόλος των εθνικών δικαστηρίων σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να προστατεύσουν τα δικαιώματα των θιγομένων από την παράνομη εφαρμογή της ενίσχυσης .[3] Θιγόμενα πρόσωπα μπορεί να είναι π.χ. οι ανταγωνιστές του δικαιούχου. Τα πρόσωπα αυτά έχουν εκ του άρθρου 108.3 δικαίωμα άμεσης άσκησης δι' αγωγής των ατομικών τους δικαιωμάτων κατά του χορηγούντος κράτους μέλους (παρ. 24 της Ανακοίνωσης). Η ένδικη προστασία που μπορεί να ζητηθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων περιλαμβάνει, κατά την παρ. 26 της Ανακοίνωσης, τα ακόλουθα μέτρα: (α) Παρεμπόδιση καταβολής της παράνομης ενίσχυσης. (β) Ανάκτηση της παράνομης ενίσχυσης (ασχέτως συμβιβάσιμου). (γ) Ανάκτηση τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας. (δ) Επιδίκαση αποζημίωσης σε ανταγωνιστές και σε τρίτους. (ε) Προσωρινά μέτρα κατά της παράνομης ενίσχυσης. Σε περίπτωση που χορηγήθηκε παρανόμως ενίσχυση, το εθνικό δικαστήριο καταρχήν οφείλει να διατάξει την ολοσχερή επιστροφή της παράνομης κρατικής ενίσχυσης από τον αποδέκτη (βλ. παρ. 30 της Ανακοίνωσης που παραπέμπει σε σχετική νομολογία[4]. Σημειώνεται δε, ότι η υποχρέωση επιστροφής δεν εξαρτάται από το συμβιβάσιμο του μέτρου ενίσχυσης βάσει του άρθρου 107.2 και 3 το οποίο, ως άνω, δεν μπορεί να αποτελέσει επίδικο θέμα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το έργο των οποίων περιορίζεται στα εξής δύο ζητήματα: α) Στον καθορισμό του κατά πόσο το συγκεκριμένο μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση και β) στο κατά πόσο το μέτρο ενίσχυσης εφαρμόστηκε κατά παράβαση της υποχρέωσης αναστολής (βλ. παρ. 31 της Ανακοίνωσης). Η παράλληλη αρμοδιότητα της Επιτροπής δεν αποτελεί κώλυμα για το εθνικό δικαστήριο. Η υποχρέωση του να προστατεύσει τα δικαιώματα των πολιτών σύμφωνα με το άρθρο 108.3 εξακολουθεί να υφίσταται στις περιπτώσεις στις οποίες δεν έχει ακόμα ληφθεί απόφαση της Επιτροπής. Η σημασία που μπορεί να έχει η απόφανση της Επιτροπής ότι η ενίσχυση που δόθηκε κατά παράβαση της υποχρέωσης αναστολής ήταν, παρά ταύτα, συμβατή με την κοινή αγορά, έγκειται στο ότι σε τέτοια περίπτωση το εθνικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να διατάξει την ολοσχερή ανάκτηση της παράνομης κρατικής ενίσχυσης (βλ. παρ. 34 της Ανακοίνωσης η οποία παραπέμπει στην απόφαση C-199/06 CELF και Ministre de la Culture et de la Communication). Το ζήτημα των αποζημιώσεων που μπορεί να προκύψουν συνεπεία παραβίασης του άρθρου 108.3 εξηγείται στην Ανακοίνωση στις παρ. 43-52 όπου τονίζεται ότι η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων αποτελεί ιδιαίτερο καθήκον των εθνικών δικαστηρίων. Οι αγωγές για αποζημίωση στρέφονται κατά κανόνα κατά της αρχής που χορηγεί την κρατική ενίσχυση και ο ενάγων συνήθως ισχυρίζεται ότι η ενίσχυση υπήρξε άμεση αιτία διαφυγόντος κέρδους. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που ο ενάγοντας ασκεί αγωγή για αποζημιώσεις απευθείας κατά του αποδέκτη. Όπως εξηγείται στην Ανακοίνωση (παρ. 54) με αναφορά στην υπόθεση C-39/94 SFEI το Δικαστήριο ασχολήθηκε ρητά με το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να ασκηθεί αγωγή αποζημίωσης, βάσει του κοινοτικού δικαίου, απευθείας εναντίον του αποδέκτη της ενίσχυσης. Η απάντηση ήταν αρνητική. Κρίθηκε ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν παρέχει επαρκή βάση για αγωγή του είδους αυτού, διότι το άρθρο 108.3 δεν επιβάλλει καμία άμεση υποχρέωση στον αποδέκτη. Παράλληλα όμως, αφέθη ανοικτή η δυνατότητα άσκησης αγωγής για αποζημιώσεις κατά του αποδέκτη, βάσει του εθνικού ουσιαστικού δικαίου με ειδική μνεία στη δυνατότητα να βρει έρεισμα τέτοια αγωγή στους κανόνες του εθνικού δικαίου περί εξωσυμβατικής ευθύνης. Τα παραπάνω θέματα εξηγούνται με λεπτομέρεια και στο σύγγραμμα Wyatt & Dashwood's European Union Law 5th Edition σελ. 1145 επ., Κεφάλαιο 27 υπό τον τίτλο STATE AID. Ειδικότερη αναφορά για το ρόλο των εθνικών δικαστηρίων γίνεται στην παρ. 27-36 σελ. 1187 επ. Τα γεγονότα όπως τα έθεσαν οι αιτητές Από τα στοιχεία που έθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου οι ενάγοντες, τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, προκύπτει το ακόλουθο ιστορικό:
  4. Στις 16/11/2006 ο Έφορος Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων δέχθηκε γραπτή καταγγελία από τους ενάγοντες για παραβίαση των περί Ελέγχου των Κρατικών Ενισχύσεων Νόμων του 2001 όπως τροποποιήθηκε. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 15 του εν λόγω νόμου το οποίο ίσχυε τότε[5], ο Έφορος Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων προέβη σε αυτεπάγγελτο έλεγχο και εξέδωσε στις 9/7/2007 «εμπεριστατωμένη γνώμη» (Τεκμήριο Ε) στην οποία κατέληξε ως ακολούθως: «Το Υπουργείο Οικονομικών ενεργεί αντίθετα με τις διατάξεις του Νόμου καθότι η ανοχή που επέδειξε και συνεχίζει να επιδεικνύει ως προς την εξόφληση των χρεών του Σφαγείου Κοφίνου είναι συμπεριφορά που εμπεριέχει στοιχεία κρατικής ενίσχυσης καθώς δεν προσομοιάζει με αυτήν ενός ιδιωτικού πιστωτικού ιδρύματος που επιδιώκει να ανακτήσει τα οφειλόμενα σε αυτό ποσά. Κατά συνέπεια το Υπουργείο Οικονομικών με την παράλειψή του να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Εφόρου για την είσπραξη των εν λόγω οφειλών προς το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων και τους Δανειστικούς Επιτρόπους το συντομότερο δυνατό χορηγεί κρατική ενίσχυση για την οποία δεν έχει λάβει έγκριση από τον Έφορο σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου. Ως εκ τούτου ο Έφορος εκδίδει την παρούσα εμπεριστατωμένη γνώμη δυνάμει του άρθρου 15 του Νόμου και καθορίζει ότι η πιο πάνω παράλειψη/καθυστέρηση του Υπουργείου Οικονομικών να επιληφθεί άμεσα του θέματος συνιστά παράβαση του Νόμου η οποία πρέπει η να αρθεί με την άμεση έναρξη των κατάλληλων νομικών διαδικασιών ή την ανάληψη άλλων πρωτοβουλιών οι οποίες θα έχουν ως αποτέλεσμα τον τερματισμό της στασιμότητας στην εξέλιξη της υπόθεσης. Ο Έφορος καθορίζει ότι τα αναγκαία αυτά μέτρα θα πρέπει να ληφθούν εντός δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της παρούσας. Η παρούσα εμπεριστατωμένη γνώμη απευθύνεται στο Υπουργείο Οικονομικών».
  5. Στις 6/5/2010 η Επιτροπή ενέκρινε ενίσχυση διάσωσης για το ΚΣΚ με τη μορφή κρατικής εγγύησης για δάνειο ύψους 1.6 εκατομ. ευρώ.
  6. Στις 3/11/2010 η Κύπρος κοινοποίησε σύμφωνα με το άρθρο 108.3 της ΣΛΕΕ σχέδιο αναδιάρθρωσης για το ΚΣΚ. Στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης ζητήθηκε η έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κρατικής Ενίσχυσης ύψους 15 εκατομ. ευρώ.
  7. Στα πλαίσια της διαδικασίας εκείνης, στις 20/1/11 η Επιτροπή έλαβε καταγγελία από τους ενάγοντες, ανταγωνιστές του ΚΣΚ, στη βάση των όσων είχαν προηγουμένως καταγγείλει, ως άνω, στον Έφορο.
  8. Κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης της υπόθεσης, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι είναι πιθανόν να έχουν χορηγηθεί περαιτέρω ενισχύσεις στο ΚΣΚ υπό τη μορφή: (α) παράλειψης του κράτους για την ανάκτηση χρεών (β) χορήγησης δανείου ύψους 512.000 ευρώ από την Ένωση Δήμων (γ) απορρόφησης σημαντικού αριθμού υπαλλήλων καθώς και (δ) ανάληψης σχετικών συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων από τους Δήμους και (ε) εγκατάλειψης απαιτήσεων έναντι του ΚΣΚ από το Κυπριακό Κράτος, οι οποίες προκλήθηκαν συνεπεία κατάπτωσης της εγγύησης του κράτους για χρεόγραφα που είχε εκδώσει το ΚΣΚ με κρατική εγγύηση. Η Επιτροπή υπέδειξε ότι ενόψει τούτου ενδέχεται να έχει παραβιαστεί η αρχή, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές, ότι ενίσχυση αναδιάρθρωσης μπορεί να χορηγείται μία μόνο φορά (αρχή της «εφάπαξ ενίσχυση»). Έτσι, τέθηκε το ερώτημα κατά πόσο τα υπόλοιπα μέτρα ενίσχυσης αποτελούσαν μέρος της ενίσχυσης αναδιάρθρωσης ή εάν ήταν ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν την περίοδο αναδιάρθρωσης. Η Επιτροπή, ως εκ τούτου, κατέληξε στα εξής: «... η Επιτροπή θα εξετάσει τη συμβατότητα της κοινοποιηθείσας ενίσχυσης αναδιάρθρωσης στη βάση του σωρευτικού αποτελέσματος κάθε ενίσχυσης που πιθανώς χορηγήθηκε από το κυπριακό κράτος στο ΚΣΚ. Στην προκειμένη υπόθεση, η Επιτροπή θα λάβει υπόψη και κάθε παρελθούσα ενίσχυση για να διαπιστώσει κατά πόσο η αρχή της «εφάπαξ ενίσχυσης» . παραβιάστηκε ή όχι».
  9. Ως εκ των άνω η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 108.2[6] σε σχέση, σφαιρικά, με την ενίσχυση αναδιάρθρωσης υπέρ του ΚΣΚ, την κρατική παράλειψη για την ανάκτηση των χρεών του ΚΣΚ, τη χορήγηση δανείου ύψους 512.000 ευρώ από του Δήμους, τη μεταφορά προσωπικού στους Δήμους και την εγκατάλειψη απαιτήσεων ως αποτέλεσμα της κατάπτωσης της εγγύησης για χρεόγραφα με κρατική εγγύηση.
  10. Συνεπακόλουθα η Επιτροπή κάλεσε την Κύπρο και κάθε ενδιαφερόμενο να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους και να διαβιβάσουν όλες τις πληροφορίες που θα συνέβαλλαν στην αξιολόγηση του μέτρου ενίσχυσης εντός 1 μηνός από τη λήψη της επιστολής.
  11. Παράλληλα η Επιτροπή υπενθύμισε ρητά στην Κύπρο ότι το άρθρο 108.3 της ΣΛΕΕ έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Επιπρόσθετα η Επιτροπή επέστησε την προσοχή της Κύπρου στη διάταξη του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, στην οποία προβλέπεται ότι είναι δυνατό να ανακτώνται από τον αποδέκτη τους όλες οι ενισχύσεις που έχουν χορηγηθεί παράνομα.
  12. Δεν έχει τεθεί κατά πόσο η διαδικασία του άρθρου 108.2 συνεχίζει να εκκρεμεί και θεωρώ ότι εξ αυτού προκύπτει πως η Επιτροπή δεν έχει ακόμα αποφασίσει. Οι ζητούμενες θεραπείες στην αγωγή Με την αγωγή ζητούνται δηλώσεις, διατάγματα και αποζημιώσεις. Ειδικότερα με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ζητούνται: (α) Δήλωση ότι η συνεχής ανοχή και/ή παράλειψη της Κυπριακής Δημοκρατίας να προβεί στην ανάκτηση ληξηπροθέσμων οφειλών των εναγομένων 2 στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, Έφορο Φ.Π.Α., Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Δανειστικούς Επιτρόπους κ.ά., αποτελεί ασυμβίβαστη και/ή παράνομη κρατική ενίσχυση. (β) Δήλωση ότι η αγορά από την Κυπριακή Δημοκρατία ενός κτήματος από τους εναγόμενους 2 με καταβολή αντιτίμου αντί να κρατηθεί και/ή συμψηφιστεί όλο το ποσό έναντι των υποχρεώσεων και οφειλών των εναγομένων 2 προς την Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί ασυμβίβαστη και/ή παράνομη κρατική ενίσχυση. (γ) Δήλωση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία παραβίασε και/ή παρέλειψε να συμμορφωθεί με την Εμπεριστατωμένη Γνώμη του Εφόρου Κρατικής Ενίσχυσης με αρ. 4487 που δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 20/7/
  13. (δ) Διάταγμα αποκάλυψης με το οποίο να υποχρεούται η Κυπριακή Δημοκρατία να αποκαλύψει όλες τις ληξηπρόθεσμες οφειλές των εναγομένων 2 προς τη Δημοκρατία ή οποιαδήποτε αρμόδια αρχή, μαζί με αποκάλυψη όλων των σχετικών λογαριασμών, εγγράφων και αποδεικτικών στοιχείων. (ε) Δήλωση ότι οι παραπάνω κρατικές ενισχύσεις προκαλούν στρέβλωση του ανταγωνισμού στην σχετική αγορά όπου δραστηριοποιούνται ενάγοντες και εναγόμενοι 2 επηρεάζει δυσμενώς την επιχείρηση και/ή τα δικαιώματα των εναγόντων. (στ) Δήλωση ότι οι εναγόμενοι 2 αποτελούν αφερέγγυο αποδέκτη των παραπάνω κρατικών ενισχύσεων και ότι η συνέχιση της δραστηριότητάς τους διαιωνίζει περαιτέρω τη στρέβλωση του ανταγωνισμού. (ζ) Δήλωση ότι οι εναγόμενοι 2 αποτελούν αφερέγγυο αποδέκτη των παραπάνω κρατικών ενισχύσεων και ότι η οποιαδήποτε μεταβίβαση των περιουσιακών τους στοιχείων σε τρίτο πρόσωπο χωρίς την προηγούμενη πλήρη ανάκτηση της ενίσχυσης δημιουργεί αδικαιολόγητο πλεονέκτημα το τρίτο πρόσωπο. (η) Δήλωση ότι ο μόνος τρόπος για να τεθεί τέρμα στη στρέβλωση του ανταγωνισμού είναι η άμεση ανάκτηση ολοκλήρου του ποσού των κρατικών ενισχύσεων. (θ) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Κυπριακή Δημοκρατία όπως προβεί σε πλήρη ανάκληση των ενισχύσεων. (ι) Ειδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις για ζημίες και/ή έξοδα και/ή συνεπακόλουθες ζημίες και/ή διαφυγόντα κέρδη τα οποία υπέστηκαν οι ενάγοντες συνεπεία των εν λόγω παράνομων και ασυμβίβαστων κρατικών ενισχύσεων. Τα ζητούμενα ενδιάμεσα διατάγματα Με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση οι ενάγοντες ζητούν θεραπείες ως ακολούθως: (Α) Παρεμπίπτον διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους 2 όπως αποκαλύψουν ενόρκως όλα τα πραγματικά ποσά και/ή υπόλοιπα που αφορούν ληξιπρόθεσμες οφειλές και/ή υποχρεώσεις τους προς την Κυπριακή Δημοκρατία και προς οποιαδήποτε αρμόδια αρχή. (Β) Παρεμπίπτον διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους 2 « όπως καταβάλλουν και εξοφλούν πλήρως και έγκαιρα όλες τις ληξιπρόθεσμες οφειλές και/ή υποχρεώσεις προς την Κυπριακή Δημοκρατία και προς πάσα αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α., φόρου εισοδήματος, εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων, τελών σφαγής και τελών συλλογής και καταστροφής υλικών ειδικού κινδύνου και νεκρών ζώων. (Γ) Παρεμπίπτον διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους 2 «προσωπικά και/ή σε όλα τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου και/ή στους υπηρέτες και/ή στους υπαλλήλους του και/ή στους αντιπροσώπους του» από του να εκποιήσουν και/ή πωλήσουν και γενικά όπως αποξενώσουν ή επιβαρύνουν την περιουσία τους χωρίς την προηγούμενη ανάκτηση στο ακέραιο των ληξηπροθέσμων οφειλών και υποχρεώσεών τους προς την Κυπριακή Δημοκρατία όπως αυτές θα αποκαλυφθούν με το διάταγμα αποκάλυψης υπό (Α) ανωτέρω και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω ζητείται όπως το διάταγμα αυτό εμποδίσει και την ενοικίαση και/ή μεταβίβαση της διαχείρισης της επιχείρησης του σφαγείου. Η ένσταση Η ένσταση καταχωρίστηκε μόνο εκ μέρους του εναγόμενου 2 στον οποίο απευθύνονται τα παρακλητικά της αίτησης. Προβλήθηκαν 21 λόγοι ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: 1) Δεν πληρούται κανένα από τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. 2) Δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 2 είτε με βάση το ευρωπαϊκό δίκαιο είτε με βάση τον κυπριακό νόμο. 3) Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας και/ή του Εφόρου Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων δεν στοιχειοθετούν κρατική ενίσχυση εν τη εννοία της ΣΛΕΕ ή εν τη εννοία του Νόμου περί Ελέγχου των Κρατικών Ενισχύσεων. 4) Σειρά λόγων προσβάλουν ή έχουν εν πάση περιπτώσει σχέση με τη διαδικασία που διενήργησε ο έφορος και απέληξε στην «εμπεριστατωμένη γνώμη». 5) Η ενάγουσα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 2 παραβιάζουν τη νομοθεσία του ανταγωνισμού αφού δεν ελήφθη εναντίον τους οποιοδήποτε μέτρο από την Επιτροπή Ανταγωνισμού. 6) Με τη μη λήψη μέτρων για την είσπραξη φόρου εισοδήματος, που δεν μπορεί να γίνει αναγκαστικά ενόψει του άρθρου 18 του περί Σφαγείων Νόμου, δεν επηρεάζονται οι μεταξύ κρατών συναλλαγές κάτι που αποτελεί κριτήριο για να θεωρηθεί μια περίπτωση ως κρατική ενίσχυση. 7) Το ισοζύγιο είναι υπέρ των εναγομένων
  14. 8) Τα αιτούμενα διατάγματα υπό α και β είναι διατακτικής μορφής και η ενάγουσα δεν απέδειξε ότι υπάρχει πολύ δυνατή πιθανότητα να προκληθεί σ' αυτήν σοβαρή ζημία ώστε να μην μπορεί να ικανοποιηθεί με αποζημιώσεις. 9) Ως προς το διάταγμα γ αναφέρεται ειδικότερα ότι ουδέν συγκεκριμένο ποσό απαιτείται από τους εναγόμενους 2 εκ νομίμου αιτίας ώστε να ζητείται εξασφάλιση. 10) Τα προσωρινά διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal είναι άγνωστα στην Κύπρο και το δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να τα εκδώσει και εν πάση περιπτώσει το ratio dedicendi της σχετικής απόφασης δεν βρίσκει εν προκειμένω εφαρμογή λόγω διαφορετικών γεγονότων. Οι θέσεις του Δικαστηρίου: Το πρώτο ερώτημα είναι κατά πόσο υφίσταται γενικώς αγώγιμο δικαίωμα. Ως άνω, ο θιγόμενος ιδιώτης μπορεί σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης αναμονής να αιτηθεί από τα εθνικά δικαστήρια θεραπείας. Η θέση του ευπαιδεύτου δικηγόρου του εναγόμενου 2 ότι η θεραπεία δεν μπορεί να ζητηθεί εναντίον του αποδέκτη, είναι εν μέρει μόνο ορθή. Ως άνω, ενώ δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του αποδέκτη με βάση το ευρωπαϊκό δίκαιο, τέτοιο δικαίωμα μπορεί να θεμελιωθεί επί των αρχών του εθνικού δικαίου περί αδικοπραξίων. Έτσι, είναι δυνατόν, στο βαθμό που θα στοιχειοθετηθεί εμπλοκή του αποδέκτη με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι δίκαιο να του αποδοθεί εν τέλει, κατά το εθνικό δίκαιο, ευθύνη για τη ζημία ή την απώλεια που θα αποδειχθεί ότι προκάλεσε η παράνομη πράξη, να υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Το κυπριακό δίκαιο παρέχει τέτοια δυνατότητα. Άλλωστε πάντοτε μπορεί να διευρυνθεί η έννοια του αστικού αδικήματος ώστε να καλύψει νέες μορφές, όπως επιβάλλουν οι ανάγκες της εκάστοτε εποχής. Ιδιαίτερα, ενόψει της υποχρέωσης εκ του ευρωπαϊκού δικαίου για αποτελεσματική προστασία των πολιτών που επηρεάζονται δυσμενώς από στρεβλώσεις της αγοράς. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η γενική οπισθογράφηση σε μεγάλο βαθμό εκφεύγει των πλαισίων της σχετικής αιτίας αγωγής, εφόσον ζητούνται δηλώσεις περί ασυμβιβάστου και/ή παρανόμου των κρατικών ενισχύσεων. Αυτά δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου. Στο σύνολο τους δε οι δηλώσεις που ζητούνται φαίνονται αχρείαστες. Επειδή τέθηκε ζήτημα από την άλλη πλευρά, σημειώνεται ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα η διάγνωση μιας κατάστασης δεν έχει νόημα ν' αναγνωρισθεί με αυτοτελή δήλωση/θεραπεία εφόσον η συνδρομή της αποτελεί προϋπόθεση στο να δοθεί διάταγμα ή αποζημίωση. Εκείνο συνεπώς που έχει σημασία είναι ότι ζητείται διάταγμα για πλήρη ανάκληση των ενισχύσεων και αποζημιώσεις. Αυτές είναι οι θεραπείες που προκύπτουν από την αιτία αγωγής που θα μπορούσε να αποκληθεί «χορήγηση κρατικής ενίσχυσης κατά παράβαση της υποχρέωσης αναμονής». Όλα τα άλλα είναι, ως άνω, εκτός πλαισίων ή φαίνονται, κατά το μάλλον ή ήττον, αχρείαστα. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων 2 έθεσε και σειρά άλλων λόγων για τους οποίους δεν στοιχειοθετείται αγώγιμο δικαίωμα. Είπε ότι ο νόμος περί Ελέγχου των Κρατικών Ενισχύσεων όπως ίσχυε κατά τους χρόνους των κατ' ισχυρισμών ενισχύσεων για τις οποίες ο Έφορος Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων εξέδωσε την εμπεριστατωμένη γνώμη εξαιρούσε τον τομέα της γεωργίας, στον οποίο ο ίδιος ο Έφορος είχε κατατάξει το ΚΣΚ. Πέραν τούτου, οι κατ' ισχυρισμόν ενισχύσεις έλαβαν χώρα σύμφωνα με την εμπεριστατωμένη γνώμη του Εφόρου από το 1997 μέχρι το 2003, πριν δηλαδή από την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πριν από τη θέσπιση του Νόμου περί Ελέγχου των Κρατικών Ενισχύσεων το
  15. Εισηγήθηκε επίσης ότι, δικαιοδοσία για έκδοση αποφάσεων σχετικά με κρατικές ενισχύσεις έχει ο Έφορος Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων δυνάμει του άρθρου 18 του Ν.30/2001 και η Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού δυνάμει του Ν.207/
  16. Έχω υπόψη μου το σύνολο των σχετικών εισηγήσεων. Το δικαστήριο όμως σ' αυτό το στάδιο αποφεύγει τη διατύπωση όχι μόνο οριστικών ευρημάτων για γεγονότα, αλλά και οριστικών νομικών θέσεων. Εκείνο που έχει σημασία είναι κατά πρώτον να διαπιστωθεί κατά πόσο το δικόγραφο ή, ελλείψει τούτου, η γενική οπισθογράφηση, αποκαλύπτουν κάποια γνωστή αιτία αγωγής. Εν προκειμένω η απάντηση είναι καταφατική. Οπότε το δικαστήριο θα κληθεί στο τέλος να αποφασίσει κατά πόσο οι κατ' ισχυρισμό ενέργειες του κράτους συνιστούν κρατικές ενισχύσεις και αν ναι, κατά πόσο δόθηκαν κατά παράβαση της υποχρέωσης αναμονής. Δεν μπορεί τώρα σ' αυτό το προκαταρκτικό στάδιο να εξεταστούν και να αποφασιστούν αυτά τα ζητήματα και κατ' επέκταση η εισήγηση που έθεσε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων 2 ότι δεν πρόκειται για κρατικές ενισχύσεις που εμπίπτουν στα πλαίσια της ΣΛΕΕ για τον ένα ή τον άλλο λόγο. Στο στάδιο αυτό εκείνο που μπορεί και πρέπει να γίνει, είναι να διαπιστωθεί περαιτέρω κατά πόσο υφίσταται ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, ή με άλλα λόγια κατά πόσο αυτές οι ενέργειες είναι πιθανόν να αποδειχθούν ότι συνιστούν κρατικές ενισχύσεις που δόθηκαν κατά παράβαση της υποχρέωσης αναμονής. Ως προς αυτό το ζήτημα σημειώνεται ότι η Επιτροπή κατά την εν λόγω προκαταρκτική εξέταση έκρινε (εκ πρώτης όψεως) ότι λόγω της όλης ανοχής και των παραλείψεων του κυπριακού κράτους για ανάκτηση ληξιπροθέσμων χρεών κ.ο.κ., η υποχρέωση αναμονής ενδεχομένως να παραβιάστηκε. Αυτή είναι όντως μια εκ πρώτης όψεως διαπίστωση που ευλόγως μπορεί να δημιουργηθεί μέσα από το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Πέραν τούτου, η παράλληλη δικαιοδοσία άλλων οργάνων, περιλαμβανομένης της Επιτροπής, δεν αποκλείει το συγκεκριμένο ρόλο των εθνικών δικαστηρίων. Η επιτροπή λ.χ. αν και έχει τον κύριο ρόλο δεν μπορεί να διατάξει την ανάκτηση της ενίσχυσης, απλώς και μόνο γιατί η ενίσχυση δεν κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 108.
  17. Συνεπώς, όπως εξηγείται στην παρ. 25 της Ανακοίνωσης, η Επιτροπή οφείλει να διεξαγάγει πλήρη και ενδεχομένως χρονοβόρο έλεγχο του συμβιβάσιμου, ανεξαρτήτως αν τηρήθηκε ή όχι η υποχρέωση αναστολής. Είναι γι' αυτό το λόγο, εξηγείται περαιτέρω, που οι αγωγές ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προσφέρουν σημαντική ένδικη προστασία σε ανταγωνιστές και τρίτους που θίγονται από την παράνομη κρατική ενίσχυση. Ο Έφορος Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων έχει εξουσία με βάση τα άρθρα 18Α και 18Β του Ν.30/2001 να διατάξει την αναστολή εφαρμογής του μέτρου κρατικής ενίσχυσης, τον τερματισμό της παρανομίας και την ανάκτηση οποιουδήποτε ποσού έχει ληφθεί κατά παράβαση του παρόντος νόμου και άλλες εξουσίες. Στο άρθρο 18Α

(4)ορίζεται ότι σε περίπτωση που ένας αποδέκτης δεν συμμορφώνεται με τη διαταγή ανάκτησης που τον αφορά, τότε ο υπεύθυνος φορέας οφείλει να επιδιώξει με κάθε νόμιμο μέσο, περιλαμβανομένης της λήψης δικαστικών μέτρων την άμεση εφαρμογή της διαταγής ανάκτησης. Αυτά δεν θεωρώ ότι αποκλείουν την παράλληλη δικαιοδοσία του δικαστηρίου το οποίο και μόνο, όπως φαίνεται, διατηρεί εξουσία να διατάξει προσωρινά μέτρα. Όπως εξηγείται στην ανακοίνωση, παρ. 56: «Το καθήκον των εθνικών δικαστηρίων να επιβάλλουν όλες τις δέουσες έννομες συνέπειες των παραβάσεων της υποχρέωσης ανατολής δεν περιορίζεται στην έκδοση οριστικών αποφάσεων. Στο πλαίσιο του ρόλου τους δυνάμει του άρθρου 88 παρ. 3 της Συνθήκης (108.3) τα εθνικά δικαστήρια απαιτείται να διατάσσουν και τη λήψη προσωρινών μέτρων, εφόσον συντρέχει λόγος διασφάλισης των δικαιωμάτων των πολιτών και της αποτελεσματικότητας του άρθρου 88 παρ. 3 της Συνθήκης (108.3)». Εξηγείται περαιτέρω (παρ. 59-62 της Ανακοίνωσης) ότι στην περίπτωση που έχει ήδη καταβληθεί η παράνομη ενίσχυση τα εθνικά δικαστήρια συνήθως διατάσσουν την ολοσχερή ανάκτηση της συμπεριλαμβανομένων τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας. Σε περιπτώσεις που η υποχρέωση αυτή ενδέχεται να καθυστερήσει, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να χρησιμοποιεί όλα τα προσωρινά μέτρα που διαθέτει ώστε να παύσουν τουλάχιστον προσωρινά οι στρεβλωτικές συνέπειες της ενίσχυσης στον ανταγωνισμό («προσωρινή ανάκτηση»). Εάν το δικαστήριο σχηματίσει εκ πρώτης όψεως εύλογη πεποίθηση ότι το επίμαχο μέτρο εμπεριέχει παράνομη κρατική ενίσχυση, το πλέον πρόσφορο μέτρο, κατά την άποψη της Επιτροπής, είναι να διαταχθεί η κατάθεση της παράνομης ενίσχυσης και των τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας σε δεσμευμένο λογαριασμό μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης. Εν προκειμένω από τα όσα έχουν θέσει ενώπιον του δικαστηρίου οι αιτητές και αυτό άλλωστε ήταν βασική τους θέση, το ΚΣΚ είναι τελείως αφερέγγυο. Ο υπουργός Εσωτερικών στις 18/7/2013 ερωτηθείς αν θα κλείσει το σφαγείο Κοφίνου είπε ότι έφθασε σε τέτοιο σημείο οικονομικής εξαθλίωσης που ούτε το ρεύμα δεν μπορούν να πληρώσουν. Είναι φανερό ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε ποσά που θα μπορούσαν να δεσμευτούν προσωρινά. Η οικονομική ενίσχυση από το κράτος είτε πρόκειται για κρατική ενίσχυση εν τη εννοία της ΣΛΕΕ είτε όχι, φαίνεται να έχει εξανεμισθεί. Από την άλλη όμως, την ίδια ημέρα ο υπουργός Εσωτερικών είχε δηλώσει ότι η περιουσία του σφαγείου είναι μερικά εκατομμύρια. Εξ αυτού προκύπτει ότι ενώ το διάταγμα δέσμευσης ποσού θα ήταν χωρίς αντικείμενο και χωρίς νόημα, το διάταγμα δέσμευσης ακίνητης περιουσίας, όπως ζητείται, φαίνεται να παρέχει ενός είδους ενδιάμεση θεραπεία, έτσι ώστε σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής η απόφαση να μην είναι κενή περιεχομένου ενόψει της δεδηλωμένης αφερεγγυότητας, κατά τα άλλα, των εναγομένων
  1. Δεν θα ήταν όμως ορθό να δεσμευθεί κινητή ιδιοκτησία, όπως επίσης ζητείται, τη στιγμή που αυτή δεν προσδιορίζεται. Ένα τέτοιο γενικό διάταγμα, αφενός δεν θα μπορούσε να τύχει εποπτείας από το δικαστήριο και αφετέρου θα δημιουργούσε το κίνδυνο για διαδικασίες παρακοής χωρίς να έχουν τεθεί προηγουμένως σαφή και ασφαλή πλαίσια. Ως προς τη θέση περί ισοζυγίου ευχέρειας, είναι φανερό ότι στην απαιτούμενη εξισορρόπηση συμφερόντων και συνεπειών ή κινδύνων θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι δεν συγκρούονται απλώς ιδιωτικά συμφέροντα, αλλά τίθεται θέμα προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού και των δικαιωμάτων ενός πολίτη, έναντι, κατ' ουσίαν, του κράτους και ενός άλλου πολίτη που κατ' ισχυρισμόν δέχεται ευνοϊκή μεταχείριση από το κράτος. Αυτά βέβαια θα κριθούν στο τέλος. Δεν παύει όμως το διακύβευμα να τίθεται με αυτούς τους όρους και η πλάστιγγα ασφαλώς γέρνει υπέρ του πολίτη που έχοντας απέναντι του το κράτος επικαλείται στρέβλωση της ελεύθερης αγοράς. Ειδικότερα, εν προκειμένω, δεν έχει προβληθεί κάποιος ουσιώδης λόγος γιατί να μην δεσμευθεί η περιουσία του σφαγείου του οποίου η λειτουργία φαίνεται να έχει ανασταλεί. Οι περιστάσεις καθιστούν δίκαιη και εύλογη τέτοια προσωρινή θεραπεία με το ισοζύγιο της ευχέρειας να είναι υπέρ των εναγόντων. Έτσι, θα δοθεί διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους 2 να εκποιήσουν κλπ την ακίνητη περιουσία τους μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή άλλη διαταγή του δικαστηρίου. Η ισχύς του διατάγματος δεν μπορεί να συναρτηθεί με την προηγούμενη ανάκτηση, εφόσον η κανονική διάρκεια ζωής ενός ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι μέχρι το πέρας της αγωγής. Περιπλέον, δεν μπορεί το διάταγμα να δοθεί εναντίον άλλων προσώπων, όπως ζητείται, που δεν είναι διάδικοι. Η ευθύνη τρίτων σε περίπτωση παρακοής διατάγματος δεν είναι άμεση, αλλά μπορεί να βρει έρεισμα στην έννοια της συνέργειας ή της υποβοήθησης. Η απαγόρευση ενοικίασης ή μεταβίβασης της διαχείρισης της επιχείρησης του σφαγείου, όπως περαιτέρω ζητείται, ενέχει το στοιχείο της παρέμβασης σ' αυτή τούτη τη λειτουργία μιας επιχείρησης. Δεν έχω παραπεμφθεί σε νομική διάταξη ή νομολογία προς αυτή την πλέον δραστική κατεύθυνση και γι' αυτό δεν θεωρώ ότι έχει τεθεί ασφαλές και επαρκές υπόβαθρο για τέτοια θεραπεία. Το αιτητικό Β δεν μπορεί να δοθεί εφόσον αναφέρεται στην τελική θεραπεία. Το αιτητικό Α φαίνεται να είναι αχρείαστο εφόσον οι ενάγοντες με την καταγγελία τους αλλά και με την όλη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής προκύπτει ότι έχουν γνώση των μέτρων και των ποσών που κατά τους ισχυρισμούς τους αποτελούν παράνομες κρατικές ενισχύσεις. Στην έκθεση της Επιτροπής (τεκμήριο ΣΤ) αναγράφεται ότι οι «ενισχύσεις με τη μορφή της συνεχούς ανοχής ή και παράλειψης του δημοσίου για είσπραξη οφειλών όπως φορολογικές υποχρεώσεις και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, δάνεια από Δανειστικούς Επιτρόπους, σχετικοί τόκοι καθώς και ποσά που αντιστοιχούν στα τέλη σφαγής» ανέρχονται, σύμφωνα με την καταγγελία των νυν εναγόντων, περίπου σε 29 εκατ. ευρώ. Περαιτέρω προσδιορίζονται και άλλα ποσά, ως η χορήγηση δανείου από την Ένωση Δήμων και η ενίσχυση διάθεσης που εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το Μάιο του
  2. Τέλος αναφέρεται και το ποσό που κατέβαλε το κράτος για τα χρεόγραφα τα οποία εγγυήθηκε. Με όλα αυτά, η ανάγκη περαιτέρω πληροφόρησης των εναγόντων φαίνεται μικρότερη από τον κίνδυνο ένα τέτοιο διάταγμα να οδηγήσει σε διαδικασίες οιονεί ποινικής φύσεως. Ως εκ των άνω δίδεται διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους 2 από του να εκποιήσουν και/ή πωλήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν με οποιοδήποτε τρόπο την ακίνητη περιουσία τους μέχρι εκδίκασης της αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του δικαστηρίου. Έξοδα (κατ' αποκοπήν) €2.500 πλέον ΦΠΑ υπέρ των εναγόντων και εναντίον των ενγομένων
  3. (υπ.) .......... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π./Α.Λ.Ο. [1] Σχετικές είναι οι αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει η Σημ. 35 της Ανακοίνωσης: Υπόθεση C-368/04 Transalpine Olleitung in Osterreich, ό.π. υποσημείωση 8, σκέψη 37, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-261/01 και C-262/01 Van Calster και Cleeren, Συλλογή 2003, σ. Ι-12249, σκέψη 74 και υπόθεση C-39/94 SFEI και λοιποί, ο.π. υποσημείωση 8, σκέψη
  4. [2] Σχετικές είναι οι αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει η Σημ. 36 της Ανακοίνωσης: Υπόθεση C-199/06 CELF και Ministre de la Culture et de la Communication, Συλλογή 2008, σ. Ι-469, σκέψη 38, υπόθεση C-17/91 Lornoy και λοιποί κατά Βελγικού δημοσίου, Συλλογή 1992, σ. Ι-6523, σκέψη 30, καθώς και υπόθεση C-354/90 Federation Nationale du Commerce Exterieur des Produits Alimentaires και λοιποί κατά Γαλλίας, βλ. παραπάνω υποσημείωση 8, σκέψη 14 [3] Σχετικές είναι οι αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει η Σημ. 38 της Ανακοίνωσης: Υπόθεση C-368/04 Transalpine Olleitung in Osterreich, ό.π. υποσημείωση 8, σκέψεις 38 και 44, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-261/01 και C-262/01 Van Calster and Cleeren, ό.π. υποσημείωση 35, σκέψη 75, καθώς και υπόθεση C-295/97 Piaggio, ό.π. υποσημείωση 9, σκέψη
  5. [4] Σχετικές είναι οι αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει η Σημ. 49 της Ανακοίνωσης: Υπόθεση C-71/04 Xunta de Galicia, Συλλογή 2005, σ. Ι-7419, σκέψη 49, υπόθεση C-39/94 SFEI και λοιποί, ό.π. υποσημείωση 8, σκέψεις 40 και 68, καθώς και υπόθεση C-354/90 Federation Nationale du Commerce Exterieur des Produits Alimentaires και λοιποί κατά Γαλλίας, ό.π. υποσημείωση 8, σκέψη
  6. [5] Καταργήθηκε με το Νόμο 108(Ι)/
  7. [6] Άρθρο 108.2: «Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, ότι ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος ή με κρατικούς πόρους δεν συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά κατά το άρθρο 107, ότι η ενίσχυση αυτή εφαρμόζεται καταχρηστικώς, αποφασίζει ότι το εν λόγω κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.