Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. GEOPET ALUMINIUM LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 5039/06, 28/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A331 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5039/06 Μεταξύ Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων Και
- GEOPET ALUMINIUM LTD
- Γεώργιος Πέτρου
- Ελένη Πέτρου
- Ανδρέας Πέτρου Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28/8/14 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Γ. Λοίζου, Για τους Εναγόμενους: κ. Χατζηιωάννου (ο κ. Παυλήμπεης για ν' ακούσει απόφαση) Παρών ο κ. Α. Πέτρου, εναγόμενος 4 ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η A. ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΚΑΙ Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ
- Η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης 1 («η Εταιρεία») είναι για τρία διαφορετικά ποσά από τρεις διαφορετικές αιτίες: Αξιώνουν: (α) Δυνάμει συμφωνίας πίστωσης ημερ. 14.11.2000, (τεκ. 1 και τεκ. 11) Η αρχική πίστωση ήταν για ΛΚ80.000 (Συμφωνία ημερ. 14.11.2000, τεκ. 1). Αργότερα, στις 11.1.2002, το όριο αυξήθηκε σε ΛΚ150.
- Σχετική είναι επιστολή/πρόταση της ενάγουσας ημερομηνίας 11.1.2002 που αποδέχθηκε η εταιρεία (τεκ. 11). Στην πραγματικότητα, όπως επιμαρτυρείται από τις καταστάσεις λογαριασμού (τεκ. 15), από το Φεβρουάριο 2002 σημειώνονται κατά σταθερό ρυθμό χρεωστικά υπόλοιπα όχι μόνο άνω των ΛΚ150.000 αλλά και άνω των ΛΚ200.
- (β) Δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ. 14.11.2000 (τεκ. 3) Επρόκειτο για δάνειο ύψους ΛΚ145.
- Η συμφωνία έχει κατατεθεί ως τεκ. 3 και οι καταστάσεις λογαριασμού ως τεκ.
- (γ) Δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ. 11.1.2002 (βλ. Τεκμ. 11) Αυτό το δάνειο προβλέφθηκε στην εν λόγω επιστολή της ενάγουσας τεκ.
- Αφορούσε το ποσό των ΛΚ39.
- Οι σχετικές καταστάσεις λογαριασμού έχουν κατατεθεί ως τεκ.
- Η απαίτηση εναντίον των εναγομένων 2-4 είναι δυνάμει εγγυήσεων (τεκμήρια 2, 4 και 10).
- Εκτός από τις εν λόγω εγγυήσεις, οι υποχρεώσεις της εταιρείας διασφαλίστηκαν με υποθήκες επί περιουσίας της (Τεκμήρια 5 και 12) και με πάγια επιβάρυνση επί μηχανημάτων της (Τεκ. 13).
- Περαιτέρω διασφαλίστηκαν με εκχωρήσεις από την εταιρεία και τους εναγόμενους 2 και 3 δεσμευμένων καταθέσεων τους σε λογαριασμούς εγγύησης (τεκμήρια 8 και 6 αντίστοιχα).
- Με επιστολή ημερ. 26.7.2005 προς τους εναγόμενους η ενάγουσα αναφέρθηκε σε εκκρεμότητες που παρουσίαζαν οι λογαριασμοί και κάλεσαν την εταιρεία να επαναφέρει το υπόλοιπο του τρεχούμενου εντός ορίου και να εξοφλήσει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις του δανείου μέχρι 30.9.
- Διαφορετικά προειδοποίησαν για λήψη νομικών μέτρων (τεκ. 14, τρίτη σελίδα).
- Με επιστολή που φέρει ημερομηνία 19.7.2005, αλλά που ταχυδρομήθηκε στις 12.10.2005 (τεκ. 14, σελ. 1 και 2) η ενάγουσα ανακάλεσε τις χορηγήσεις και έκλεισε τους αντίστοιχους λογαριασμούς απαιτώντας το υπόλοιπο, όπως κατ' ισχυρισμό προέκυπτε μετά από συμψηφισμό με τις εν λόγω δεσμευμένες καταθέσεις.
- Εκτός από τα ποσά που αντλήθηκαν διά του εν λόγω συμψηφισμού, οι εναγόμενοι δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό, οπότε τα υπόλοιπα έχουν, κατά την εκδοχή των εναγόντων και με αναφορά την 31.12.12, ως εξής: α) Τρεχούμενος Λογαριασμός: €514.105,34 β) Λογαριασμός δανείου ημερ. 14.11.2000: €241.416,94 γ) Λογαριασμός δανείων ημερ. 11.1.2002: €86.521,
- Με βάση τα πάραπανω, η ενάγουσα αξιώνει τα υπόλοιπα κατά την 1/7/2006 των τριών λογαριασμών με τόκο προς 11.5% από 1/7/2006, διάταγμα εκποίησης των υποθηκών και διάταγμα για εκποίηση ή εκτέλεση της πάγιας επιβάρυνσης. Η απαίτηση αναφέρεται στα ποσά των λογαριασμών όπως ήταν την 1/7/2006 δεδομένου ότι η αγωγή καταχωρίστηκε στις 28/7/
- Το τυπικώς ορθό θα ήταν η συζήτηση να γίνεται με βάση τα υπόλοιπα κατά το χρόνο που έκλεισαν οι λογαριασμοί. Μπορεί όμως να δοθεί απόφαση για το ποσό που θα βρεθεί ότι οφειλόταν στις 31.12.12, ημερομηνία που ως άνω χρησιμοποίησαν οι ενάγοντες, με τόκο έκτοτε. Β. Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ/ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ
- Οι εναγόμενοι δεν αρνούνται, αντίθετα ρητά παραδέχθηκαν, τις πάραπανω κύριες συμφωνίες. Δεν αρνούνται ούτε τις εγγυήσεις, υποθήκες συμφωνίες εκχώρησης και επιβάρυνσης. Άλλη είναι η υπερασπιστική γραμμή.
- Η μια πτυχή της υπεράσπισης έγκειται στη θέση ότι επιπρόσθετα με τις εν λόγω γραπτές συμφωνίες έγιναν «παράλληλες προφορικές συμφωνίες». Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι κατά τις διαπραγματεύσεις αναφέρθηκε ότι η εταιρεία ήταν υπεργολάβος για το κτήριο των Κεντρικών Γραφείων της ΑΗΚ, με κυρίως εργολάβο την εταιρεία Γενικών Κατασκευών η οποία επίσης ήταν πελάτης της ενάγουσας. Τούτου δοθέντος: (α) Υπήρξε συναντίληψη ότι για το έργο αυτό θα εχορηγείτο πρόσθετη διευκόλυνση όταν εχρειάζετο δεδομένου του μεγέθους του και του γεγονότος ότι οι πληρωμές προς την εταιρεία ως υπεργολάβο με τις οποίες η εταιρεία θα εξοφλούσε θα γινόταν από τον κυρίως εργολάβο που ήταν γνωστός στην ενάγουσα. (β) Περαιτέρω, διευκρινίστηκε ότι η εταιρεία χρειαζόταν τις διευκολύνσεις λόγω του προβλήματος ρευστότητας που επροκαλείτο από το γεγονός ότι στις κατασκευές η πληρωμή γίνεται συνήθως 90 ημέρες και πλέον από την παράδοση. (γ) Με αυτά, συμφωνήθηκε ότι θα υπήρχε ανοχή από την ενάγουσα και ότι δεν θα διέκοπτε αυθαίρετα τη συνεργασία χωρίς ικανή προειδοποίηση (παρ. 3 της Υπεράσπισης) και εύλογο χρόνο (παρ. 11(α) της Υπεράσπισης). Συμφωνήθηκε επίσης ότι η ενάγουσα θα επέτρεπε στην εταιρεία να υπερβαίνει το όριο του τρεχουμένου (παρ. 6 της Υπεράσπισης). (δ) Μάλιστα, η ενάγουσα είχε υποχρέωση πριν απαιτήσει πληρωμή να αναμένει την πληρωμή (προς την εταιρεία) από την ΑΗΚ και να μην απαιτήσει πληρωμή πριν ολοκληρωθεί το έργο (παρ. 11(γ) της Υπεράσπισης).
- Πάντα κατά την εκδοχή των εναγομένων, είναι με βάση την πάραπανω συναντίληψη και συμφωνία που έγινε η «τυπική αίτηση» για διευκολύνσεις και η υπογραφή της πρώτης συμφωνίας και εγγυήσεων ημερομηνίας 14.11.
- Οπότε, κατά τους εναγόμενους, το κλείσιμο των λογαριασμών από την ενάγουσα έγινε κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, εφόσον ενώ είχαν συμφωνήσει ότι θα χρηματοδοτούσε το έργο της ΑΗΚ και ότι θα εξοφλείτο από αυτό, τερμάτισε χωρίς να δώσει εύλογο χρόνο τη λειτουργία των λογαριασμών πριν την είσπραξη των οφειλομένων προς την εταιρεία, η οποία καθυστέρησε λόγω καθυστέρησης, χωρίς ευθύνη της εταιρείας, στην αποπεράτωση του έργου.
- Λόγω της συμπεριφοράς αυτής και των υποσχέσεων της, η ενάγουσα εμποδίζεται, κατά την υπεράσπιση, να απαιτεί ως η απαίτηση και/ή αποποιήθηκε του δικαιώματος της εάν υπήρχε «που δεν υπάρχει», καθ' όσον οι εναγόμενοι αρνούνται την εγκυρότητα ή νομιμότητα των όρων τερματισμού με τους οποίους ουδέποτε συμφώνησαν.
- Περιπλέον, οι συμφωνίες εγγύησης και οι εξασφαλίσεις έχουν καταστεί άκυρες ή ακυρώσιμες διότι η ενάγουσα με τη συμπεριφορά της κατέστησε αδύνατη την αποπληρωμή των οφειλών από την πρωτοφειλέτιδα.
- Περαιτέρω ή διαζευκτικά, όπως τίθεται, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι «οι γραπτές συμφωνίες και οι όροι αυτών αντιβαίνουν προς την κείμενη νομοθεσία» και ότι οι συμφωνίες μετά το 2000 τους επιβλήθηκαν και ως εκ τούτου είναι «άκυρες ή ακυρώσιμες», εφόσον έχοντας ήδη εκτεθεί δεν μπορούσαν να τις αρνηθούν.
- Άλλη πτυχή της υπεράσπισης έγκειται στη θέση ότι «το ύψος της απαίτησης είναι απαράδεκτα ψηλό και ότι αυτό περιέχει μη συμφωνηθείσες χρεώσεις τόκων, προμηθειών και άλλων παρομοίων αυθαιρέτων χρεώσεων των εναγόντων και τεχνητών χρεώσεων με ημερομηνίες αξίας». Επιπρόσθετα αναφέρεται στην υπεράσπιση ότι οι εναγόμενοι «δεν αποδέχονται την εγκυρότητα ή νομιμότητα ως προς το ύψος των επιτοκίων και ουδέποτε συμφώνησαν σε αυτά».
- Αρνούμενοι την απαίτηση, ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ως εκ της συμπεριφοράς της ενάγουσας, δεδομένου ότι αυτή κατείχε σε εξασφαλίσεις όλη σχεδόν την περιουσία των εναγομένων εμποδίζοντας τους να εξασφαλίσουν χρηματοδοτήσεις από άλλη πηγή, εξαναγκάστηκαν να μειώσουν τον κύκλο εργασιών τους και να υποστούν ζημιές ύψους ΛΚ50.000 ετησίως και μόλις στο τέλος του 2007 ανέμεναν αρχές ανάκαμψης στα προηγούμενα επίπεδα.
- Ισχυρίζονται ακόμα ότι με την επιστροφή επιταγών τους χωρίς να πληρωθούν με αναγραφή αναλόγων σχολίων σ' αυτές έχει πληγεί η αξιοπιστία τους.
- Με βάση όλα τα πάραπανω ανταπαιτούν δήλωση και διάταγμα για ακύρωση των συμφωνιών, ΛΚ100.000 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή υποσχέσεων και/ή αμέλειας και ΛΚ100.000 ως αποζημιώσεις για δυσφήμιση. Γ. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
- Στη μαρτυρία δεν θα επεκταθώ παρά στο βαθμό που είναι αναγκαίο. Η βασική διάσταση αφορά τους όρους της συμφωνίας ενόψει της εκδοχής των εναγομένων για παράλληλη προφορική συμφωνία όπως ήταν η μαρτυρία του εναγομένου 2 που είναι ο διευθυντής της εταιρείας (ΜΥ1). Αυτός ανέφερε ότι προηγουμένως συνεργάζονταν κυρίως με την Τράπεζα Κύπρου. Μετά από κάποιο πρόβλημα με την εν λόγω τράπεζα, μέσω κάποιου Κώστα Καλογήρου δέχθηκαν πρόταση για μεταφορά των λογαριασμών της εταιρείας στην ενάγουσα, η οποία θα εξοφλούσε την Τράπεζα Κύπρου, με την υπόσχεση ότι θα τους υποστήριζαν και δεν θα αντιμετώπιζαν συμπεριφορά όπως αυτή της Τράπεζας Κύπρου. Αποδέχθηκαν την πρόταση, ετοιμάστηκαν οι αιτήσεις και τα σχετικά έγγραφα και έγινε συνάντηση μεταξύ του εναγόμενου 2 και του Γεώργιου Ανατολίτη (ΜΕ3) ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής του κεντρικού καταστήματος της ενάγουσας που ήταν το κατάστημα με το οποίο συνεργάζετο η εταιρεία. Στην συνάντηση εκείνη, έγινε λόγος, μεταξύ άλλων έργων, για το κτήριο της ΑΗΚ στο οποίο ήταν υπεργολάβοι της Εταιρείας Γενικών Κατασκευών. Ο εναγόμενος 2 ανέφερε στον Γ. Ανατολίτη ότι ήταν ένα μεγάλο έργο και πιθανότητα να χρειάζονταν τη στήριξη της ενάγουσας και πρόσθετες διευκολύνσεις ή ανοχή σε καθυστερήσεις. Ο κ. Ανατολίτης τότε του είπε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και ότι θα τους στήριζαν. Μάλιστα ανέφερε ότι γνώριζε την Εταιρεία Γενικών Κατασκευών που ήταν πελάτες τους. Επειδή δε ο εναγόμενος 2 ανησυχούσε ρώτησε αν υπήρχε πιθανότητα να τους κλείσουν τους λογαριασμούς ξαφνικά και ο κ. Ανατολίτης τον διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε τέτοια πιθανότητα. Έτσι, υπέγραψαν τις συμφωνίες και άρχισε η συνεργασία με την ενάγουσα.
- Από δικής του πλευράς ο κ. Ανατολίτης αρνήθηκε ότι υπήρξαν προφορικές συμφωνίες ή διαβεβαιώσεις, ισχυριζόμενος ότι δεν μπορούσε άλλωστε να δώσει υποσχέσεις καθ' όσον οποιαδήποτε αλλαγή των υφιστάμενων ορίων απαιτούσε την έγκριση ανωτέρου οργάνου της Τράπεζας.
- Ο κ. Λοΐζου εισηγήθηκε ότι η σχετική μαρτυρία του εναγόμενου 2 δεν είναι επιτρεπτή ως εξωγενής, παραπέμποντας στην υπόθεση Γρηγοριάδης ν. Κούλλης Μαραθοβουνιώτης
(2000)1 ΑΑΔ, 779. Όντως ο κανόνας (parol evidence rule) είναι ότι, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών, σε περίπτωση που μια συμφωνία γίνεται εγγράφως, θεωρείται ότι το έγγραφο περιλαμβάνει όλη τη συμφωνία και συνεπώς δεν είναι επιτρεπτή εξωγενής μαρτυρία (extrinsic evidence), ήτοι προφορική μαρτυρία με σκοπό την προσθήκη ή την διαφοροποίηση ή την αντίκρουση των γραπτών όρων (Henderson v. Arthur [1907] 1 KB 10, Georgiades v. Georgiades
(1988)1 CLR 428). 23. Αναγνωρίζονται όμως εξαιρέσεις ώστε να μην προκαλείται αδικία, ιδιαίτερα όταν το έγγραφο δεν είναι λεπτομερές, με αποτέλεσμα να μην φανερώνει πλήρως και με σαφήνεια την πρόθεση των μερών (Marketventures Ltd v. Ουράνιου Δικωμίτη
(2009)1 ΑΑΔ 383). Μια τέτοια εξαίρεση αποτελεί η μαρτυρία για την ύπαρξη μιας προφορικής υπόσχεσης που δόθηκε παράλληλα με τη γραπτή συμφωνία (collateral contract). Τέτοια «παράλληλη συμφωνία», έχουσα ως αντάλλαγμα (consideration) τη σύναψη της κύριας (γραπτής) συμφωνίας, θεωρείται αυτοτελής συμφωνία και ως τέτοια εκφεύγει του κανόνα. Εξηγούνται σχετικώς τα ακόλουθα στην εν λόγω υπόθεση Marketventures: (σελ. 402) "Ο μηχανισμός της παράλληλης συμφωνίας, χρησιμοποιείται συχνά από τα δικαστήρια, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στις πολλές υποθέσεις που υπάρχουν επί του θέματος στο κοινοδίκαιο, απ' όπου και αντλείται η αρχή. Περιοριζόμαστε να σημειώσουμε την υπόθεση J. Evans & Son (Portsmouth) Ltd. v. Andrea Merzario Ltd, ανωτέρω, στην οποία οι εναγόμενοι διαβεβαίωσαν τους ενάγοντες ότι τα εμπορευματοκιβώτιά τους τα οποία περιείχαν μηχανήματα, θα μεταφέρονταν μέσα στο αμπάρι του πλοίου. Με βάση την παράσταση αυτή, οι ενάγοντες υπέγραψαν συμφωνία μεταφοράς των εμπορευμάτων. Όμως, εκ παραδρομής, τα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν πάνω στο κατάστρωμα του πλοίου, με αποτέλεσμα να πέσουν στη θάλασσα κατά τη διάρκεια θαλασσοταραχής. Συνήθης όρος που ήταν διατυπωμένος στη σύμβαση μεταφοράς, απάλλασσε τους εναγομένους από οποιαδήποτε ευθύνη. Οι ενάγοντες αξίωσαν αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν δέχτηκε την εισήγηση για ύπαρξη παράλληλης συμφωνίας και απέρριψε την αγωγή τους. Στην έφεση που καταχώρησαν οι ενάγοντες, το Αγγλικό Εφετείο θεώρησε ότι η προφορική διαβεβαίωση των εναγομένων ότι τα εμπορεύματα θα μεταφέρονταν στο αμπάρι του πλοίου, ισοδυναμούσε με συμβατική υπόσχεση η οποία μπορούσε να εφαρμοστεί ως παράλληλη συμφωνία, εφόσον δόθηκε με πρόθεση να πειστούν οι ενάγοντες να μεταφέρουν τα εμπορεύματα τους με το πλοίο των εναγομένων. Το δικαστήριο βρήκε επίσης ότι οι εναγόμενοι δεν δικαιούνταν να επικαλεστούν τον όρο της γραπτής συμφωνίας, με βάση τον οποίο απαλλάσσονταν από οποιαδήποτε ευθύνη, εφόσον κρίθηκε ότι ο όρος ήταν αντίθετος με την προφορική διαβεβαίωση που έδωσαν οι εναγόμενοι και εάν εφαρμοζόταν θα καθιστούσε μάταιη τη συμφωνία. Ως αποτέλεσμα, η προφορική διαβεβαίωση θεωρήθηκε ότι υπερείχε των όρων της γραπτής σύμβασης. Εξηγώντας το σκεπτικό του δικαστηρίου, ο δικαστής Geoffrey Lane L.J. στη σελίδα 936, αναφέρει τα εξής:- «The effect of their agreement was to remove from the new term the restrictions or exemptions contained in those trading conditions. Any other conclusion would be to destroy the business efficacy of the new agreement from the day it started.» Σε δική μας ελεύθερη μετάφραση:- «Το αποτέλεσμα της συμφωνίας τους ήταν η απάλειψη από τον νέο όρο των περιορισμών ή εξαιρέσεων που περιλαμβάνονταν σε αυτούς τους όρους των συναλλαγών. Οποιαδήποτε άλλη κατάληξη θα κατέστρεφε την εμπορική αποτελεσματικότητα της [*403]νέας συμφωνίας από την ημέρα έναρξης της.» Μια περαιτέρω διάσταση της απόφασης J. Evans & Sons είναι ότι μπορεί ν' επιτραπεί η προσκόμιση μαρτυρίας περί της ύπαρξης παράλληλης προφορικής συμφωνίας ακόμα και όταν η κατ' ισχυρισμόν προφορική συμφωνία βρίσκεται σε αντίθεση με όρους της γραπτής συμφωνίας. Αυτή η δυνατότητα έχει αναγνωρισθεί καθ' ημάς στην Γερμανού ν. Κόκκαλου
(1994)1 ΑΑΔ 788 όπου υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση City & Westminster Properties
(1934)Ltd v. Mudd [1959] Ch.
- «Extrinsic evidence may also be admitted to show a collateral agreement or warranty and it is sometimes said that these, too, must not contradict the express terms of the written contract. But it is sometimes possible to prove an overriding oral warranty or even a promise not to enforce an express term of the written agreement.» Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο στην περίπτωση της J. Evans & Son, όσο και της City and Westminster Properties, η προφορική υπόσχεση είχε την έννοια της παράστασης και διαβεβαίωσης που οδήγησε την άλλη πλευρά να προχωρήσει στην κύρια, γραπτή, συμφωνία στην οποία δεν θα προχωρούσε εάν δεν εδίδετο τέτοια παράλληλη υπόσχεση.
- Εν προκειμένω, ενώ έγινε επίκληση από πλευράς ενάγουσας του κανόνα, δεν προβλήθηκε περαιτέρω η θέση ότι δεν είναι περίπτωση όπου δεν θα μπορούσε να βρει εφαρμογή η εξαίρεση.
- Από την άλλη, με έχει προβληματίσει το εξής: Η Υπεράσπιση αναφέρεται σε συγκεκριμένους προφορικούς όρους, όπως ότι η ενάγουσα θα ανέμενε να πληρωθεί η εταιρεία από την ΑΗΚ πριν απαιτήσει πληρωμή, ότι θα επέτρεπε υπέρβαση του ορίου και ότι δεν θα τερμάτιζε χωρίς εύλογη προειδοποίηση. Η μαρτυρία του εναγόμενου 2 όμως, αφορούσε τη δήλωση αφενός του ιδίου ότι πιθανότατα να χρειάζονταν τη στήριξη των εναγόντων και πρόσθετες διευκολύνσεις ή ανοχή και την απάντηση σ' αυτά του κ. Ανατολίτη ότι δεν υπήρχε πρόβλημα και θα τους υποστήριζαν. Διερωτώμαι κατά πόσον τέτοιες γενικές αναφορές μπορούν να θεωρηθούν ως συμβατικοί όροι τέτοιας μάλιστα φύσεως ώστε να αποτελέσουν «παράλληλη συμφωνία» που θα πρέπει ν' ακουστεί από το δικαστήριο για να τεθεί κατά τρόπο δίκαιο, πλήρως και με σαφήνεια η πρόθεση των μερών, όπως είναι κυρίως ο σκοπός της εξαίρεσης. Αντιθέτως εν προκειμένω σαφές και λεπτομερές είναι το γραπτό κείμενο των συμφωνηθέντων. Όμως δεν έχει τεθεί αυτό το ζήτημα από την πλευρά της ενάγουσας, πέραν της επίκλησης ως άνω του γενικού κανόνα, με αποτέλεσμα να μην συζητηθεί. Περιπλέον στη μαρτυρία του εναγόμενου 2 περιλαμβάνεται και ο πιο συγκεκριμένος ισχυρισμός ότι ο κ. Ανατολίτης τον διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να κλείσουν τους λογαριασμούς ξαφνικά, παρά τον γραπτό όρο για κλείσιμο του λογαριασμού οποτεδήποτε κατά την απόλυτη κρίση της τράπεζας, ως επίσης και ο ισχυρισμός ότι αν δεν είχε τις διαβεβαιώσεις που τον έπεισαν να δείξει εμπιστοσύνη δεν θα υπέγραφε. Λαμβάνοντας υπόψη τα δύο πάραπανω στοιχεία θεωρώ ότι η σχετική μαρτυρία είναι επιτρεπτή ως ενιαίο τελικά σύνολο και θα προχωρήσω σε αξιολόγηση της σε συνάρτηση με την αντίστοιχη μαρτυρία της άλλης πλευράς.
- Ο κ. Λοΐζου κάλεσε το δικαστήριο να απορρίψει ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του εναγομένου 2 για τους λόγους που λεπτομερώς ανέπτυξε στις σελ. 8-13 της αγόρευσης του.
- Ο κ. X"Iωάννου ισχυρίστηκε ότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία που να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 2 και ότι ούτε κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκε ουσιαστικά.
- Μαρτυρία όμως προσφέρθηκε. Αυτή του κ. Ανατολίτη. Ο δε κ. Λοΐζου αντεξέτασε εκτεταμένα τον εναγόμενο 2, θέτοντας του σαφώς τη θέση ότι ουδέποτε του αναφέρθηκαν από τον κ. Ανατολίτη τα όσα ισχυρίστηκε.
- Ρωτήθηκε αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος 2 γιατί δεν επέμεινε να διατυπωθούν γραπτώς τα όσα ισχυρίζεται ότι ελέχθησαν προφορικά και απάντησε ότι ζήτησε να του δοθούν γραπτώς αυτά τα οποία είχαν συζητήσει, αλλά ο κ. Ανατολίτης του είπε ότι δεν χρειάζεται διότι θα τους στήριζαν σε ό,τι θα χρειάζονταν. Είναι συνεπώς η θέση του ότι παρά το ότι ζήτησε ρητώς να περιληφθούν στο κείμενο τα προφορικώς συμφωνηθέντα και παρά το ότι αυτό δεν έγινε, υπέγραψε. Ήταν ζήτημα εμπιστοσύνης, είπε. Αν δεν υπήρχε εμπιστοσύνη, πρόσθεσε, μπορούσε να μην υπογράψει και να συνεχίσει με άλλη τράπεζα. Τόση ήταν η εμπιστοσύνη του ώστε να υπογράψει τη συμφωνία χωρίς να τη διαβάσει. Δεν εξήγησε όμως γιατί είχε τέτοια τυφλή εμπιστοσύνη στον μέχρι τότε άγνωστο του κ. Ανατολίτη. Με δεδομένη μάλιστα την προηγούμενη κακή του εμπειρία, κατά την εκδοχή του, με τους τραπεζίτες. Έτσι παραμένει αιωρούμενο το εύλογο ερώτημα γιατί να έχει τόση εμπιστοσύνη ώστε να υπογράψει και μάλιστα στα τυφλά, μετά που δεν έγινε δεκτή η απαίτηση του για συμπερίληψη των συμφωνηθέντων και με δεδομένη, κατά τον ίδιο, τη δυνατότητα να αποταθεί με άλλη τράπεζα.
- Ως άνω, στις 26/7/2005 η ενάγουσα απέστειλε επιστολή (τεκ. 14, σελ. 1-2) στους εναγόμενους ζητώντας την επαναφορά των λογαριασμών στα εγκεκριμένα όρια μέχρι τις 30/9/2005, διαφορετικά οι λογαριασμοί θα τερματίζονταν και θα λαμβάνονταν νομικά μέτρα. Στις 12/10/2005 τερμάτισαν τους λογαριασμούς και ζήτησαν εξόφληση (τεκ. 14, τρίτη σελίδα) Οι εναγόμενοι όμως δεν αντέδρασαν και δεν επικαλέστηκαν τα κατ΄ ισχυρισμόν προφορικώς συμφωνηθέντα, όπως θα ήταν το ευλόγως αναμενόμενο ιδιαίτερα εάν η «ανοχή» στην οποία αναφέρθηκε ο εναγόμενος 2 θα είχε την έννοια της ανάληψης υποχρέωσης από την ενάγουσα να μην απαιτήσει προηγουμένως πληρωμή ως η δικογραφική, ως άνω, θέση. Η εξήγηση που επεχείρησε να δώσει ο εναγόμενος 2 ήταν ότι λόγω της συμπεριφοράς των εναγόντων που τους «έφκαλαν στο δρόμο» θεώρησε ότι θα έλθει στο δικαστήριο και να ζητήσει δικαιοσύνη. Όμως αυτά δεν αναιρούν το δεδομένο ότι η εκδοχή περί παράλληλης συμφωνίας προβλήθηκε για πρώτη φορά με την Υπεράσπιση.
- Αυτό οφείλεται, κρίνοντας συνολικά τα πράγματα, στο ότι πρόκειται για μια όψιμη εκδοχή που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως την παρέθεσε πειστικά και με απλότητα ο κ. Ανατολίτης.
- Η πραγματική διάσταση με το ζήτημα της είσπραξης από το έργο της ΑΗΚ διαφαίνεται μέσα και από μαρτυρία που προσέφεραν οι εναγόμενοι. Συγκεκριμένα ο ΜΥ2, εναγόμενος 4, υιός των εναγομένων 2 και 3, αναφέρει στην παρα. 17 της γραπτής δήλωσης του/κυρίως εξέτασης ότι όταν έλαβαν την επιστολή ημερ. 26.7.2005 (τρίτη σελίδα τεκ. 14) με την οποία η τράπεζα τους καλούσε να ρίξουν το όριο του τρεχουμένου και να εξοφλήσουν τις ληξιπρόθεσμες δόσεις των δανείων, δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο λόγω των εισπράξεων και πληρωμών που είχαν από τις εργασίες που βρίσκονταν σε εξέλιξη, εκτός αν πληρώνονταν από το έργο της ΑΗΚ. Παρατηρούμε ότι δεν επικαλέστηκε την πληρωμή από την ΑΗΚ ως όρο για να πληρώσουν, αλλά ως παράγοντα που θα τους επέτρεπε στην πράξη και με βάση τη ρευστότητα τους να πληρώσουν.
- Άλλοι όροι ή διαβεβαιώσεις δεν υπήρξαν. Τα συμφωνηθέντα καταγράφηκαν. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, η ενάγουσα και ανοχή επέδειξε στις υπερβάσεις και τις καθυστερήσεις όπως φαίνεται από τα τεκμήρια 15-17 και προειδοποίηση έδωσε πριν το κλείσιμο των λογαριασμών, παρά την ευχέρεια που είχε για τερματισμό καθ' οιονδήποτε χρόνο κατά την απόλυτη κρίση της.
- Δεν διαπιστώνεται αντισυμβατική ή άλλη συμπεριφορά της ενάγουσας που να την εμποδίζει να απαιτήσει τα οφειλόμενα ως είναι η Υπεράσπιση ή που να δίδει έρεισμα στην ανταπαίτηση η οποία είναι στο σύνολο της προδήλως αβάσιμη. Ό,τι είναι πραγματικά συζητήσιμο είναι το ύψος της απαίτησης. Δ. ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Δ.
- Οι τέσσερεις αμφισβητήσεις
- Οι αμφισβητήσεις των εναγομένων σε σχέση με το ύψος της απαίτησης συνοψίστηκαν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο τους κατά την τελική αγόρευση στα ακόλουθα σημεία: «α) Στην πίστωση ή χρέωση του λογαριασμού με τα διάφορα ποσά που κατατίθοντο ή που εσύροντο επί του λογαριασμού σε ημερομηνία αξίας άλλη από την ημερομηνία της πράξης (κατάθεσης ή απόσυρσης) ή επιστροφής. β) Στη χρέωση του λογαριασμού με διάφορες χρεώσεις όπως penalties, επιβαρύνσεις, τραπεζικά δικαιώματα και παρόμοια. γ) Στη χρέωση του λογαριασμού με ποσά που περιγράφονται ως προμήθειες χωρίς λόγο. δ) Στη χρέωση του λογαριασμού μετά το κλείσιμο με τόκο με επιτόκιο 11.50%». Δ.
- Κώλυμα(estoppel) και αρχή «επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας»
- Θα πρέπει όμως να εξεταστεί πρώτα η εισήγηση του κ. Λοΐζου κατά την τελική του αγόρευση ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί στους εναγόμενους να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους για αντισυμβατικές χρεώσεις και τόκους, κατ' εφαρμογή της αρχής του κωλύματος (estoppel) και της αρχής της «επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας» («approbating and reprobating".) Επικαλέστηκε το ότι η ενάγουσα απέστελλε ανελλιπώς στους εναγόμενους σχετικές καταστάσεις λογαριασμών, χωρίς οι τελευταίοι ν' αμφισβητήσουν ποτέ προηγουμένως οποιαδήποτε χρέωση.
- Ειδικότερα σε σχέση με την «αρχή της επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας», ο κ. Λοΐζου υπέδειξε ότι η εναγόμενη εταιρεία στις οικονομικές της καταστάσεις που υπέβαλλε στο Φόρο Εισοδήματος συμπεριελάμβανε ανεπιφύλακτα τις εν λόγω τραπεζικές οφειλές και τους προκύπτοντες τόκους με αποτέλεσμα να φορολογείται επί μικρότερου ποσού, όπως εισηγήθηκε. Συνεπώς, κατέληξε, δεν μπορεί τώρα να της επιτραπεί να αμφισβητεί εκ των υστέρων την ύπαρξη των εν λόγω οφειλών.
- Αν και η άλλη πλευρά δεν απάντησε στις εισηγήσεις αυτές, για τους λόγους που παρατίθενται στη συνέχεια δεν θεωρώ ότι μπορούν να βρουν εφαρμογή.
- Κατ' αρχάς δεν δικογραφήθηκαν. Το «κώλυμα» βέβαια εν προκειμένω δεν έχει την έννοια της υπεράσπισης έναντι απαίτησης, οπότε δικογραφείται στην Υπεράσπιση, αλλά την έννοια ότι ο εναγόμενος κωλύεται να προβάλει ένα ισχυρισμό. Ακόμα όμως και σ' αυτή την περίπτωση απαιτείται να δικογραφηθούν (στην έκθεση απαίτησης ή στην απάντηση) με πλήρη λεπτομέρεια τα γεγονότα, τα ζητήματα και οι περιστάσεις που υποστηρίζουν τη θέση ότι η άλλη πλευρά «is estopped from saying» ή «ought not to be admitted to say» (Βλ. Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 13η Έκδοση, σελ. 1148-1149 με αναφορά στην υπόθεση General Steam Navigation Co v. Guillon
(1843)11 M & W 877, 894).
- Η ίδια υποχρέωση θεωρώ ότι υφίσταται προκειμένου και για την ορθή έγερση του ζητήματος της «επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας» εφόσον η ανάγκη για δίκαιη προειδοποίηση παραμένει η ίδια. Θα πρέπει, όπως και στο «κώλυμα», να προδιαγραφούν τα γεγονότα που συνθέτουν την επικαλούμενη νομική κατάσταση, ώστε, όχι μόνο να μην καταληφθεί εξ απήνης η άλλη πλευρά, αλλά και για να υπάρχει η δυνατότητα εξέτασης των γεγονότων αυτών ως επιδίκων στην πορεία της ακρόασης, περιλαμβανομένης της παροχής ευκαιρίας στο διάδικο που του αποδίδεται η μομφή τής ανεπίτρεπτα αντιφατικής συμπεριφοράς να δώσει τις εξηγήσεις του. Η επίκληση στο τελικό στάδιο και μόνο της νομικής κατάστασης ως δεδομένης, δεν θεωρώ ότι επαρκεί.
- Πέραν της παράλειψης δικογράφησης η εφαρμογή του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς (estoppel by contact/ estoppel in pais), κατά τη νομολογία στην οποία ο κ. Λοΐζου παρέπεμψε, προϋποθέτει κατ' αρχάς μια παράσταση, υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον αντισυμβαλλόμενο που αποσκοπεί στο να τον ωθήσει σε διαφοροποίηση, προς βλάβη του, μιας θέσης του αναφορικά με τις νομικές τους σχέσεις. Κατά δεύτερον, προϋποθέτει ότι ο αντισυμβαλλόμενος έχει όντως διαφοροποιήσει τη θέση του στηριζόμενος σε τέτοια υπόσχεση ή διαβεβαίωση. Λ.χ. στην υπόθεση Βογαζιανός κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 1)
(2011)1 ΑΑΔ 253, ο εφεσείων, λογιστής και πρώην υπάλληλος της εφεσίβλητης τράπεζας, γνωρίζοντας πολύ καλά ο,τιδήποτε αφορούσε τις καταστάσεις λογαριασμών που του αποστέλλονταν, εισηγήθηκε ο ίδιος τρόπο διευθέτησης των υποχρεώσεων του σε σχέση με το επίδικο δάνειο. Ελεύθερα δε, προχώρησε στη σύναψη της επίδικης σύμβασης, στα πλαίσια της οποίας οι εφεσίβλητοι, στηριζόμενοι στη συμπεριφορά του και τις δηλώσεις του ότι αποδέχεται τη σύναψη του δανείου με βάση το ποσό που υπολόγισαν, χωρίς αμφισβήτηση, ως οφειλόμενο, προχώρησαν στην παραχώρησή του. Υπ' αυτές τις συνθήκες είναι που κρίθηκε ότι ο εφεσείων εκωλύετο πλέον να θέσει θέμα υποχρεώσεων. Επικαλέστηκε επίσης ο κ. Λοΐζου την υπόθεση Αναστάσης Μουλαζίμης Λτδ ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση 92/2009 ημερ. 23.1.2013, όπου όμως και πάλιν υπήρχαν περαιτέρω συγκεκριμένα γεγονότα. Όπως υπέδειξε το Ανώτατο Δικαστήριο, είναι, ακριβώς, ζήτημα γεγονότων της κάθε περίπτωσης, τα οποία διέπουν τη συμπεριφορά/αντίδραση του πελάτη, το κατά πόσο θα πρέπει να του στερηθεί η κατ' αρχήν δυνατότητα του να αμφισβητήσει τις χρεώσεις της Τράπεζας. Στην υπόθεση εκείνη δεν ετίθετο προς εξέταση απλώς το κατά πόσον από την όλη στάση της εφεσείουσας μπορούσε κατά τρόπο εξυπακουόμενο να εκληφθεί αποδοχή και συγκατάθεση των χρεώσεων, αλλά ήταν περίπτωση που ο πελάτης είχε εξοφλήσει το λογαριασμό, που περιελάμβανε και τα εκ των υστέρων αμφισβητούμενα ποσά, μετά από διευθέτηση της όλης συμβατικής σχέσης μεταξύ των μερών.
- Εν προκειμένω, υπενθυμίζω[1] ότι τα γεγονότα τα οποία επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας προς θεμελίωση του κωλύματος, ήταν απλώς η λήψη των καταστάσεων λογαριασμού χωρίς αμφισβήτηση. Τα γεγονότα όμως αυτά δεν επαρκούν ώστε να εμποδισθούν τώρα οι εναγόμενοι να αμφισβητήσουν τις χρεώσεις υπό την έννοια του κωλύματος (estoppel).
- H αρχή δε της «επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας» προϋποθέτει την άσκηση μιας επιλογής από το διάδικο από την οποία να έχει όφελος, ώστε να μην είναι πλέον δίκαιο να του επιτραπεί να προβεί σε μια άλλη επιλογή που αμφισβητεί την πρώτη εκ της οποίας έλαβε και διατηρεί το όφελος.
- Κλασικό παράδειγμα τέτοιας συμπεριφοράς, που στην υπόθεση Banque De Moscou v. Kinderley [1950] 2 All E.R., 549, 552 (C.A) αποδόθηκε με τον όρο «blowing hot and cold», αποτελεί η περίπτωση της υπόθεσης Public Trustee v. Pearlberg [1940] 2 All E.R. 270, στην οποία ο πωλητής είχε καταχωρίσει αγωγή ζητώντας ειδική εκτέλεση. Ακολούθως, εκκρεμούσης της αγωγής έδωσε ειδοποίηση προς τον αγοραστή διά της οποίας ο χρόνος καθίστατο ουσιώδης όρος ώστε, σε περίπτωση παράλειψης, να ακυρώσει τη συμφωνία της οποίας κατά τ' άλλα ζητούσε ειδική εκτέλεση. Είναι υπ' αυτές τις συγκεκριμένες περιστάσεις που κρίθηκε ότι επρόκειτο για ανεπίτρεπτη αντιφατική συμπεριφορά.
- Η αρχή συναρτάται με τα εκάστοτε γεγονότα και δεν είναι γενικού περιεχομένου. Όπως ελέχθη από τον Sir Evershed M.R. στην προαναφερθείσα υπόθεση Banque de Mosqou και υιοθετήθηκε στην Stella v. Sayias
(1983)1 CLR 186, 208: "The phrases «approbating and reprobating" or "blowing hot and cold" are expressive and useful, but if they are used to signify a valid answer to a claim or allegation would be liable to be rejected on the mere ground that the conduct of the party making it was regarded by the court as umeritorious».
- Δεν θεωρώ ότι εν προκειμένω η παρουσίαση των λογαριασμών στο φόρο όπως στέλλονταν από την τράπεζα συνιστούσε επιλογή και μάλιστα τέτοιας φύσεως ώστε να μην επιτραπεί μεταγενέστερη αμφισβήτηση τους ως προς επιμέρους πτυχές τους.
- Έχω υπόψη μου την υπόθεση Ορφανίδη ν. Ορφανίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1889 όπου τέθηκε η αρχή ότι πρόσωπο το οποίο, με σκοπό να αποκομίσει ίδιον όφελος, υποβάλλει ψευδή φορολογική δήλωση προς καταδολίευση των δημοσίων προσόδων, δεν μπορεί σε μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία να προβάλει ισχυρισμούς αντίθετους με τη φορολογική του δήλωση με σκοπό και πάλιν την αποκόμιση οφέλους.
- Τα γεγονότα όμως εν προκειμένω είναι διαφορετικά. Η εταιρεία δεν άσκησε κάποια επιλογή, ούτε και υπέβαλε ψευδή φορολογική δήλωση. Υπέβαλλε τις φορολογικές της δηλώσεις στην κανονική πορεία των πραγμάτων χωρίς να ήταν ευλόγως αναμενόμενο τότε να εγείρει ζήτημα προς το φόρο ότι ενδεχομένως οι καταστάσεις λογαριασμού να μην ήταν ορθές.
- Αφ' ης στιγμής η μεταγενέστερη συμπεριφορά των εναγομένων δεν τους δημιουργεί κώλυμα, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν. Η μεταγενέστερη της συμφωνίας συμπεριφορά των μερών δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με σκοπό την επίλυση αοριστίας ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο προς ερμηνεία της συμφωνίας (Wickman Machine Tools Sales Ltd v. L. Schuler A.G. [1972] 2 All E.R. 39 (H.L.), Kyriakides v. Kyriakides
(1976)1 C.L.R. 76, Πουγιούκα ν. Θρασυβούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 2014). Δ.
- Η «ημερομηνία αξίας»
- Έχοντας διευκρινίσει τα ανωτέρω, επανέρχομαι στους λόγους αμφισβήτησης των λογαριασμών όπως τελικώς προσδιορίστηκαν αρχίζοντας με το ζήτημα της «ημερομηνίας αξίας», ήτοι της τοκοφόρου ημερομηνίας σε σχέση με επιταγές που παρουσιάζονταν από την εταιρεία.
- Ο κ. Λαμπής, υποδιευθυντής στη Διεύθυνση Οργάνωσης των εναγόντων (ΜΕ2) εξήγησε την πρακτική που ακολουθείτο τότε, με χειρονακτικό σύστημα, λέγοντας ότι παρόμοια πρακτική εφαρμοζόταν και από τις άλλες τράπεζες. Στην ίδια πρακτική αναφέρθηκε και ο κ. Γιάννης Ι. Αγάθος, Γενικός Διευθυντής Λειτουργιών & Chief Credit Officer της ενάγουσας (ΜΕ5). Η όλη διαδικασία διακίνησης των αγοραζομένων από το τραπεζικό σύστημα επιταγών γίνεται μέσω του Κυπριακού Γραφείου Συμψηφισμού το οποίο λειτουργεί υπό την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας στα πλαίσια του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.
- Οι εν λόγω μάρτυρες εξήγησαν τη διαδικασία που ακολουθείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο για το χειροκίνητο, τότε[2], συμψηφισμό επιταγών και τους λόγους για τους οποίους η «ημερομηνία αξίας» ήταν διαφορετική από την ημερομηνία κατάθεσης στο λογαριασμό του πελάτη, με το χρόνο να κυμαίνεται αναλόγως της περίπτωσης.
- Ως μάρτυρας κλήθηκε από τους ενάγοντες και ο κ. Μάριος Νεοπτολέμου του Κυπριακού Γραφείου Συμψηφισμού (ΜΕ6) ο οποίος κατέθεσε μεν τους Κανονισμούς Λειτουργίας του Γραφείου (τεκ. 27Α και 27Β) διευκρινίζοντας όμως, όταν ρωτήθηκε κατά πόσο η πρακτική που ακολουθούσε η ενάγουσα ήταν παράνομη, ότι οι κανονισμοί δεν περιλαμβάνουν κάποιο όρο αναφορικά με την τοκοφόρο ημερομηνία.
- Η άλλη πλευρά δεν αμφισβήτησε την εν λόγω μαρτυρία. Η εισήγηση της ήταν ότι με την ακολουθητέα πρακτική η ενάγουσα κρατούσε τα χρήματα αλλά δεν τα πίστωνε στο λογαριασμό με αποτέλεσμα να κερδίζει τόκους.
- Ο κ. Λοΐζου απάντησε ότι θα πρέπει να απορριφθεί η επιχειρηματολογία των εναγομένων που έγινε γενικά και αόριστα και χωρίς οποιαδήποτε μαρτυρία που να την υποστηρίζει.
- Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να υπεισέλθω περαιτέρω στην εκτεταμένη μαρτυρία που προσέφεραν σχετικώς οι ενάγοντες. Κατ' αρχάς, το θέμα δεν δικογραφήθηκε με σαφήνεια. Στην παρ. 13 της Υπεράσπισης καταγράφεται απλώς μαζί με τους παράγοντες για τους οποίους «το ύψος της απαίτησης είναι απαράδεκτα ψηλό» η φράση: «και τεχνητών χρεώσεων με ημερομηνίες αξίας». Πέραν τούτου, δεν προσδιορίζεται εάν αυτές οι χρεώσεις είναι αντισυμβατικές ή παράνομες, ούτε δικογραφείται άλλη αιτία για την οποία αυτές πρέπει να αφαιρεθούν. Ούτε δόθηκε μαρτυρία, αλλ' ούτε στην τελική αγόρευση προσδιορίστηκε η νομική βάση του σχετικού παραπόνου.
- Εκείνο που ελέχθη από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγομένων σε σχέση με την επίκληση της πρακτικής από την άλλη πλευρά, ήταν ότι η προσπάθεια αυτή κατέρρευσε ενόψει της μαρτυρίας του ΜΕ
- Τα επικαλούμενα όμως ως μαρτυρία του ΜΕ6 δεν φαίνονται στα πρακτικά.
- Εν πάση περιπτώσει η όλη κατάσταση αποκρυσταλλώνεται ως εξής: Είναι δεδομένο ότι οι επιταγές εκκαθαρίζονταν με βάση το χειρονακτικό σύστημα εκκαθάρισης επιταγών. Η συμφωνία των μερών δεν προέβλεπε οτιδήποτε για την τοκοφόρο ημερομηνία. Ούτε οι σχετικοί κανονισμοί. Η τράπεζα ακολούθησε την καθιερωμένη γενική πρακτική. Εάν οι εναγόμενοι ήθελαν άλλη ρύθμιση, θα έπρεπε να τη συμφωνήσουν τότε. Εφόσον το ζήτημα δεν ρυθμίστηκε, δεν μπορούν να επικαλούνται σήμερα παράβαση ενός όρου που δεν συμφωνήθηκε, εφόσον μάλιστα και εν πάση περιπτώσει, δεν έχει δικογραφηθεί παράβαση όρου της συμφωνίας ή άλλη αιτία που να καθιστούσε τις σχετικές πράξεις ακυρώσιμες. Δ.
- Η χρέωση με τόκο 11.50% από τον τερματισμό
- Το «συνολικό επιτόκιο» επί του οποίου χρέωναν οι ενάγοντες τόκους μέχρι την ημέρα του τερματισμού, περιελάμβανε το «βασικό επιτόκιο» όπως καθορίζετο εκάστοτε από την ενάγουσα μετά την 1.1.2001[3], «επιπρόσθετο επιτόκιο» και «επιτόκιο υπερημερίας». (βλ. παρ. 34 Γραπτής Δήλωσης ΜΕ1 σε συνδυασμό με τις παρ. 30-33).
- Ο κ. Χ"Ιωάννου δεν αμφισβήτησε το δικαίωμα της τράπεζας για μεταβολή του τόκου. Εκείνο που αμφισβήτησε ήταν ο «τόκος υπερημερίας» μετά τον τερματισμό υπό τις εξής δύο έννοιες: (α) Ενώ η τράπεζα διατήρησε το δικαίωμα μεταβολής τόκου, δεν διατήρησε το ίδιο δικαίωμα σε σχέση με τον «τόκο υπερημερίας» που στο τεκ. 11 καθορίστηκε ως επιβάρυνση προς 1.75% επί του ποσού της υπέρβασης ή του ληξιπρόθεσμου ποσού. Συνεπώς, η τράπεζα θα μπορούσε να επιβάλει μέγιστο τόκο σύμφωνα με το «βασικό επιτόκιο» και «το επιπρόσθετο επιτόκιο», όπως προβλέπονται στο τεκ. 11 (δηλαδή 7.50%[4]) πλέον 1.75% «τόκο υπερημερίας» όπως και πάλιν προβλέπεται από το τεκ. 11: Σύνολο 9.25% και όχι 11.50%. (β) Εν πάση περιπτώσει, η τράπεζα δεν μπορεί να απαιτεί «τόκο υπερημερίας» γιατί συνιστά ποινική ρήτρα εν τη εννοία του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 146, οπότε θα μπορούσε να αποτελέσει μόνο το όριο τυχόν αποζημιώσεων που οι ενάγοντες όμως δεν απέδειξαν.
- Πριν εξετάσω τις εισηγήσεις αυτές που στηρίζονται στο τεκ. 11, σημειώνω ότι τα μέρη δεν συζήτησαν τη νομική φύση του τεκμηρίου αυτού, δεδομένου μάλιστα ότι την ίδια ημέρα τα μέρη υπέγραψαν συμφωνία με τους όρους και τις πρόνοιες στις οποίες θα υπόκειτο η λειτουργία των λογαριασμών, περιλαμβανομένων προνοιών για χρέωση επιβάρυνσης καθυστέρησης και επιβάρυνσης υπέρβασης «κατά την κρίση της Τράπεζας».
- Παράλληλα όμως, η επιστολή συνίσταται σε πρόταση και αποδοχή και περιλαμβάνει μνεία ότι δεν θα δημιουργούσε από μόνη της οποιαδήποτε νομική υποχρέωση για την Τράπεζα εάν δεν υπεγράφετο από την άλλη πλευρά, όπως και υπεγράφη.
- Στην δε έκθεση απαίτησης, όπου περιγράφεται ως «δεσμευτική» κατά την παράθεση των συμφωνηθέντων, γίνεται πλήρης αναφορά των προβλεπόμενων εκεί όρων.
- Τέλος, στις τελικές αγορεύσεις ο κ. Χ"Ιωάννου την απεκάλεσε ρητά ως «συμφωνία» και ο κ. Λοΐζου την επικαλέστηκε ως μία από τις βάσεις χρέωσης του τελικού επιτοκίου.
- Ως εκ των άνω, το περιεχόμενο του τεκ. 11 προκύπτει κατά κοινό τόπο ως μέρος των συμφωνηθέντων.
- Η θέση που ρητά και συγκεκριμένα προώθησαν οι εναγόμενοι με την τελική αγόρευση ήταν ότι αμφισβήτησαν την «χρέωση των λογαριασμών με επιτόκιο 11.5% από τον τερματισμό τους» καταλήγοντας με την εισήγηση περί του ποιο θα μπορούσε να είναι το μέγιστο συνολικό επιτόκιο «μετά τον τερματισμό.» Δεν ήγειραν οποιοδήποτε ζήτημα για τον «τόκο υπερημερίας» πριν τον τερματισμό.
- Είναι επί αυτής της θέσης που απάντησε ο κ. Λοΐζου αναφερόμενος ρητά στο «κατά πόσον οι ενάγοντες είχαν ή όχι δικαίωμα να καθορίσουν το επιτόκιο με το οποίο θα επιβαρύνονταν οι επίδικοι λογαριασμοί των εναγομένων στο 11.50% ως αποτέλεσμα της μεταφοράς τους στις οριστικές καθυστερήσεις». Συνεπώς δεν θα ήταν δίκαιο να εξετάσω ευρύτερα ζητήματα τα οποία δεν τέθηκαν και για τα οποία δεν τοποθετήθηκαν οι δικηγόροι.
- Ως προς τη δυνατότητα αύξησης του επιτοκίου μετά τον τερματισμό ο κ. Λοΐζου παρέπεμψε στις υποθέσεις Αντώνης Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1 AAΔ, 194 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ, 479, στις οποίες, όπως και εν προκειμένω, η τράπεζα είχε το δικαίωμα να τροποποιήσει το επιτόκιο με γραπτή ειδοποίηση.
- Η ενάγουσα με την επιστολή τερματισμού (τεκμ. 14) γνωστοποίησε στους εναγόμενους την τροποποίηση του επιτοκίου (υπό τη μορφή επιβάρυνσης των καθυστερημένων οφειλών) με αυξημένο επιτόκιο προς 11.50%, όπως είχε επιφυλάξει το δικαίωμά της και χωρίς τους περιορισμούς που έθετε κάποτε ο περί Τόκου Νόμος. Υπ' αυτές τις προϋποθέσεις μπορούσε να το πράξει.
- Ως προς την εισήγηση ότι ο «τόκος υπερημερίας» συνιστούσε ποινική ρήτρα, σημειώνεται κατ' αρχάς ότι αυτή τέθηκε χωρίς έρεισμα στα δικόγραφα. Η Υπεράσπιση αναφέρεται σε «μη συμφωνηθείσες χρεώσεις» και όχι σε χρεώσεις που ναι μεν συμφωνήθηκαν, πλην όμως έχουν χαρακτήρα ποινικής ρήτρας. Εφόσον πρόκειται για εισήγηση έξω από τα πλαίσια της Υπεράσπισης, δεν μπορεί να εξεταστεί ως επίδικη (Ηρακλέους ν. Χήρα κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 1373, 1376). 71. Εν πάση περιπτώσει ο καθορισμός του νέου επιτοκίου έγινε χωρίς αναφορά σε οποιοδήποτε ποσοστό «τόκου υπερημερίας» στη βάση συμφωνηθείσας δυνατότητας και όχι στη βάση πρόνοιας για ποινική ρήτρα. Ο «τόκος υπερημερίας» δεν έχει καμιά σχέση με το 11.50%. Ο «τόκος υπερημερίας» σταμάτησε να εμφανίζεται στους λογαριασμούς με τη χρέωση του 11.50% (βλ. μαρτυρία ΜΕ4). 72. Σημειώνεται επίσης ότι οι σχετικές πρόνοιες, στο τεκ. 11 και στο τεκ. 9, αναφέρονται σε επιβάρυνση λόγω υπερβάσεων των παραχωρηθέντων ορίων ή καθυστέρησης πληρωμής. Δ.5. Οι διάφορες χρεώσεις 73. Η φύση τέτοιων χρεώσεων από τις τράπεζες εξετάστηκε στην υπόθεση The Office of Fair Trading v. Abbey National & Others [2009] UKSC, 6. 74. To ερώτημα ήταν κατά πόσον τέτοιες χρεώσεις[5] μπορούσαν να προσβληθούν κατά τον προβλεπόμενο διά του νόμου[6] τρόπο από το Office of Fair Trading ως δυσανάλογα ψηλές σε σχέση με τις παρεχόμενες προς τους πελάτες υπηρεσίες. 75. Στον πρώτο βαθμό[7] κρίθηκε κατ' αρχάς ότι τέτοιες χρεώσεις δεν αποτελούν ποινικές ρήτρες επειδή κατά το κοινό δίκαιο μια ποινική ρήτρα αφορά ποσό που συμφωνήθηκε να είναι πληρωτέο σε περίπτωση παράβασης συμφωνίας και η παράλειψη του πελάτη που οδηγεί στην χρέωση δεν θεωρείται παράβαση συμφωνίας. 76. Η διαπίστωση αυτή δεν εφεσιβλήθηκε και, περιπλέον, σχολιάστηκε από τον Lord Mance, στο Supreme Court, ως συνάδουσα με την ορθή αντίληψη ότι «the relevant contractual arrangement is an overall package contract made between a bank and each customer». 77. Συνεπώς, τέτοιες χρεώσεις, ενώ δεν είναι τιμωρητικές, δεν είναι ούτε και στενά ανταποδοτικές. Δεν αποτελούν επί τούτου αντάλλαγμα για τη συγκεκριμένη υπηρεσία στην οποία αφορούν. Όπως το έθεσε ο τότε Πρόεδρος Lord Philips: «..are not given in exchange for individual services but are part of a package of different ways of charging for a package of varied services» (αλλά αποτελούν) «charges that they (the Banks) require their customers to agree to pay as part of the price or remuneration for the package of services that they agree to supply in exchange». 78. Στην ίδια απόφαση εξηγήθηκε ότι το όλο σύστημα χρεώσεων από τις τράπεζες στην Αγγλία, που παρόμοιο ισχύει στην Κύπρο όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, είναι ένα σύστημα που χαρακτηρίζεται ως «"fee if in credit" banking». Περιγράφτηκε δε ως εξής από τον Lord Phillips, στην παράγραφο 54: "54. The customer rewards his Bank for the provision of these services in different ways, in accordance with standard terms agreed between the customer and the Bank. The majority of customers, who always keep their accounts in credit, reward the Bank by allowing it to use the funds standing to their credit without paying interest at the market rate. Somewhat misleadingly, the services provided by Banks to such customers are said to be "free of charge". The position is very different in the case of a customer who permits his current account to go into debit without having obtained, in advance, authority from his Bank to overdraw. When this occurs, the customer becomes liable to pay charges. In some instances the charge will be triggered by the performance of an individual identifiable service, such as honouring a cheque. In other instances a sum becomes payable if, during a specified period, an account is overdrawn. Για το ίδιο ζήτημα ο Lord Mance ανέφερε τα ακόλουθα στην παρ. 114: «114. A customer making such a contract accepts that the free-if-in-credit system involves substantial charges if instructions are given or transactions entered into which involve putting the account into debit. While the incurring of Relevant Charges is no doubt something that customers would like to avoid, it is a clearly explained and, objectively viewed, very important feature of the overall package. The OFT's case that such charges are not "readily visible" or "recognisable" as the price is in my view untenable. In so far as it relies on the consideration that the charges are out of proportion to the actual cost of rendering any services in respect of an instruction or transaction which would involve an (or an increase in
- an)unauthorised overdraft, it also presents the paradox, that the higher the Relevant Charges, the less visible or recognisable they are said to be as the price of the overall package.» Το εάν το σύστημα αυτό είναι δίκαιο ή όχι, προβλημάτισε την Lady Hale η οποία συμφωνώντας με την πάραπανω θεώρηση, κατέληξε στην παρ. 93 ως εξής: 93. I would only add that, should this or any other Parliament be minded to take up the invitation given in the last paragraph of Lord Walker's judgment, it may not be easy to find a satisfactory solution. The banks may not be the most popular institutions in the country at present, but that does not mean that their methods of charging for retail banking services are necessarily unfair when viewed as a whole. As a very general proposition, consumer law in this country aims to give the consumer an informed choice rather than to protect the consumer from making an unwise choice. We buy all sorts of products which a sensible person might not buy and some of which are not good value for the money. We do so with our eyes open because we want the product in question more than we want the money. Should financial services be treated differently from other goods and services? Or is the real problem that we do not have a real choice because the suppliers all offer much the same product and do not compete on some of their terms? This is the situation here. But it is not clear to me whether the proper solution is to find some way of forcing the suppliers to compete with one another in the terms they offer or whether the solution is to condemn one particular model of charging for those services. Fortunately, however, that is for Parliament and not for this Court. 79. Τα παραπάνω απαντούν γενικότερα το ζήτημα που τέθηκε κατά την αντεξέταση της Τ. Θεμιστοκλέους της Διεύθυνσης Διαχείρισης Απαιτήσεων των εναγόντων (ΜΕ4) και του ΜΕ5 κατά πόσον τα «έξοδα» που χρεώνονταν ήταν πραγματικά ή εάν ήταν ένα ποσό το οποίο υπολογίζει η τράπεζα ως τιμωρητικό. 80. Σημειώνεται ότι οι απαντήσεις της ΜΕ4, που παρέπεμψε στην τιμολογιακή πολιτική της τράπεζας και του ΜΕ5 που μίλησε για «γενικό επιμερισμό κόστους» συνάδουν με την προαναφερθείσα νομολογία αλλά εκείνο που έχει σημασία είναι, ακριβώς, η νομική διάσταση του θέματος: Τέτοιες χρεώσεις έχουν την έννοια της ευρύτερης ανταπόδοσης, θεωρούμενης της όλης συναλλακτικής σχέσης κατά τρόπο σφαιρικό. Υπ' αυτή την έννοια οι χρεώσεις αυτές είναι θεμιτές εάν βεβαίως αποτελούν αντικείμενο της συμφωνίας. 81. Εν προκειμένω, η δικογραφική γενική θέση για «μη συμφωνηθείσες χρεώσεις» επεξηγήθηκε στην τελική αγόρευση με αναφορά στην πρόνοια του τεκ. 11 ότι «Σε περίπτωση τυχόν επιβάρυνσης με άλλα έξοδα/δικαιώματα θα υπάρξει σχετική ενημέρωση σας από την Τράπεζα.» 82. Συνεπώς, δεν αμφισβητήθηκε η δυνατότητα χρέωσης των διαφόρων ποσών, ούτε ότι οι χρεώσεις γίνονταν με βάση προδιαγεγραμμένη τιμολογιακή πολιτική της τράπεζας, αλλά η εισήγηση ήταν πως δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο οποιαδήποτε ειδοποίηση που να ειδοποιεί τους εναγόμενους ότι ο λογαριασμός τους θα επιβαρύνετο με οποιοδήποτε ποσό πέραν των προνοούμενων στην παρ. Δ(β) και Δ(γ) του τεκ. 11 (προμήθεια 1% και επιβάρυνση για υπέρβαση/καθυστερήσεις 1.75%) 83. Η απάντηση της άλλης πλευράς, ήδη μέσα από τη μαρτυρία, ήταν ότι οι εναγόμενοι ελάμβαναν, σχετική ειδοποίηση με τις καταστάσεις λογαριασμών που είναι παραδεκτό ότι ελάμβαναν. 84. Στην πραγματικότητα ο προαναφερθείς όρος δεν διαλαμβάνει ότι απαιτείτο προηγούμενη ειδοποίηση προς τους εναγόμενους ώστε να ήσαν έγκυρη η χρέωση. Η δυνατότητα αυτή παρείχετο από τις συμφωνίες οι όροι των οποίων, όπως αναγράφεται στο τεκ. 11, συνέχιζαν να διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των μερών. 85. Η τράπεζα με τον όρο Δ(δ) του τεκ. 11 δεν εγκατέλειψε τη δυνατότητα επιβάρυνσης του οφειλέτη με «οιαδήποτε έξοδα γενόμενα ή γενησόμενα υπό της Τραπέζης οπωσδήποτε συνεπεία και εις εκτέλεσιν της παρούσης Συμβάσεως» (όρος11 του τεκ. 1) ή με «Τραπεζικά δικαιώματα» με «οποιαδήποτε άλλα έξοδα, δικαιώματα, φόρους και επιβαρύνσεις» (όρος 2 (
- iv)του τεκ. 9) ή με «επιβάρυνση καθυστέρησης» (όρος 9(
- i)του τεκ. 9) ή με «επιβάρυνση υπέρβασης» (όρος 9(
- ii)του τεκ. 9). 86. Με τον επίμαχο όρο του τεκ. 11 ανέλαβε την υποχρέωση να ενημερώνει τον πελάτη «σε περίπτωση τυχόν επιβάρυνσης με άλλα έξοδα/δικαιώματα», πλην των προβλεπόμενων στις παρ. Δ(β) και (γ), ως ζήτημα ενημέρωσης και όχι, ως άνω, υπό την έννοια της προηγούμενης προϋπόθεσης για την εγκυρότητα της χρέωσης. 87. Η αναληφθείσα αυτή υποχρέωση ετηρείτο με την ανελλιπή, όπως χαρακτηρίστηκε, ενημέρωση διά των καταστάσεων λογαριασμού. 88. Η προηγούμενη κοινοποίηση του καταλόγου χρεώσεων προς τον πελάτη και η αποδοχή του, δεν ήταν συστατικό της συμφωνίας αλλά ήταν ζήτημα ορθής πρακτικής η οποία μάλιστα στην Αγγλία εφαρμόζεται από τις τράπεζες από κοινού, οικειοθελώς. Όπως σημειώνεται στην εν λόγω απόφαση Abbey National, το επιτόκιο και οι χρεώσεις περιλαμβάνονται συνήθως σε φυλλάδιο χρεώσεων που, κατά την πρακτική των τραπεζών, διατίθεται στον πελάτη ως μέρος της διαδικασίας ανοίγματος του λογαριασμού και για οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή στην τιμολόγηση δίδεται προηγούμενη γνωστοποίηση σύμφωνα με τους όρους του Banking Code το οποίο οι τράπεζες συνομολόγησαν οικειοθελώς. 89. Άλλο όμως είναι το ποία θα ήταν η ορθή πρακτική και άλλο το κατά πόσον οι χρεώσεις εν προκειμένω βρίσκουν έρεισμα στα συμφωνηθέντα και η απάντηση για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω είναι καταφατική. Δ.6. Οι χρεώσεις για προμήθειες 90. Ο κ. Χ"Ιωάννου παρέπεμψε σχετικώς και πάλιν στο τεκ. 11 και ειδικότερα στην πρόνοια περί «προμήθειας 1% το χρόνο υπολογιζόμενη επί του Μέσου Όρου των Δανείων και/ή Τραπεζικών διευκολύνσεων κατά τη σχετική περίοδο» 91. Εισηγήθηκε, ως εκ των άνω, ότι η προμήθεια που δικαιούται η τράπεζα, περιλαμβανομένης της έκδοσης εγγυητικών επιστολών, έπρεπε να υπολογίζεται ως ετήσια χρέωση με 1% και όχι να γίνονται πολλές χρεώσεις ανά έτος για διάφορους λόγους. Χρεώσεις, συνέχισε, που δεν δικαιολογήθηκαν κατά τρόπο συγκεκριμένο, παρά με αναφορά στη γενικότητα του δικαιώματος για χρεώσεις με βάση τον τιμοκατάλογο. 92. Όμως, ως προς το τελευταίο επιχείρημα, η ΜΕ4 παρουσίασε αναλυτικά τις χρεώσεις για προμήθειες εγγυητικών επιστολών (τεκ. 22.7) χωρίς να της τεθεί ή να προσφερθεί μαρτυρία ότι η τράπεζα δεν έδωσε τις εν λόγω εγγυητικές επιστολές. 93. Ούτε και η εισήγηση περί χρέωσης προμηθειών κατά τρόπο διαφορετικό από το τεκ. 11 τέθηκε στους μάρτυρες της άλλης πλευράς που επέμεναν στη θέση ότι γενικά οι χρεώσεις ήταν με βάση τα συμφωνηθέντα. Κυρίως δε, δεν προσφέρθηκε μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι οι πολλές χρεώσεις για προμήθειες υπερέβαιναν το 1% ετησίως. 94. Η μαρτυρία για τους λογαριασμούς από πλευράς εναγομένων προήλθε βασικά από τον κ. Μ. Κωνσταντούρα εγκεκριμένο λογιστή (ΜΥ3) ο οποίος προέβη σε ανακατασκευές των επιδίκων λογαριασμών με βάση διάφορα σενάρια με διαφοροποιήσεις στην «ημερομηνία αξίας». 95. Σε δύο από τα σενάρια αυτά ο ΜΥ3 πέραν των διαφοροποιήσεων στην ημερομηνία αξίας αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις, περιλαμβανομένων των χρεώσεων που περιγράφονται ως προμήθεια. Όμως δεν αφαίρεσε τις προμήθειες που κατά τον τελικό ισχυρισμό υπερέβαιναν το συμφωνηθέν 1% ούτε προέβαλε, έστω, τη θέση ότι οι χρεώσεις προμήθειας όπως φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμών υπερέβαιναν το συμφωνηθέν 1%. 96. Το δικαστήριο δεν είναι σε θέση χωρίς μαρτυρία που να αναλύει και να εξηγεί τη σχετική εισήγηση να προβεί από μόνο του σε ανάλυση των λογαριασμών, επειδή απλώς είναι ενώπιον του. Αυτό είναι έργο ειδικού. Δ.7. Γενικότερη θεώρηση του ζητήματος των χρεώσεων 97. Πέραν τούτου η όποια παρέμβαση του ΜΥ3 στους λογαριασμούς, είχε φανερά την έννοια της εκτέλεσης σεναρίων που του δόθηκαν από τους εναγομένους και όχι της μαρτυρία που να εξηγεί πειστικά με επιστημονικά κριτήρια το κατά πόσον κάποιες χρεώσεις έγιναν αυθαίρετα. 98. Γενικά η αμφισβήτηση των λογαριασμών έγινε σ' ένα πλαίσιο ασάφειας. Η αντεξέταση έγινε με βάση αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών (τεκ. 20) που παρουσίασαν οι εναγόμενοι κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 οι οποίες ετοιμάστηκαν από πρόσωπο που δεν προσήλθε ως μάρτυρας. Είχε τότε υποβληθεί η θέση ότι εκείνες ήσαν οι ορθές καταστάσεις. 99. Ακολούθως όμως οι εναγόμενοι κάλεσαν ως μάρτυρα τον ΜΥ3 του οποίου οι λογαριασμοί παρουσιάζουν διαφορές από το τεκ. 20. Η μαρτυρία του δε, εκλαμβάνει ως δεδομένες τις θέσεις των εναγομένων, λ.χ. συνέχιση χρέωσης του ιδίου επιτοκίου ή «ημερομηνία αξίας» την ίδια ημέρα ή την επόμενη της κατάθεσης, χωρίς ο ίδιος να επιχειρεί να εξηγήσει ως εμπειρογνώμονας, τις θέσεις αυτές. 100. Όχι μόνο δεν άσκησε το ρόλο ενός εμπειρογνώμονα, που ήταν να θέσει τα επιστημονικά δεδομένα και κριτήρια, αλλά υπεραίβει το ρόλο που δεν άσκησε διατυπώνοντας γνώμη, δίκην κριτή, περί του ότι η συμπεριφορά της τράπεζας να κλείσει τους λογαριασμούς της εταιρείας ήταν παράδοξη και αδικαιολόγητη. 101. Βέβαια το βάρος να πείσουν για τα οφειλόμενα το είχαν οι ενάγοντες οι οποίοι έχουν παρουσιάσει με το τεκμήριο 22 λεπτομερή ανάλυση των χρεώσεων. Βρίσκω ότι έχουν αποδείξει, με μια εξαίρεση, ότι οι χρεώσεις δεν ήσαν αυθαίρετες αλλά είχαν έρεισμα στα συμφωνηθέντα. Η ορθότητα, κατά τ' άλλα, από πλευράς αριθμητικής ακρίβειας, δεν έχει αμφισβητηθεί, ούτε εν πάση περιπτώσει έχει αντικρουσθεί με οποιαδήποτε πειστική ανάλυση. Δ.8. Έξοδα μελέτης 102. Οι χρεώσεις που δεν βρίσκουν έρεισμα στα συμφωνηθέντα αφορούν τα «έξοδα μελέτης (study fees) και ετήσιας συνδρομής επαγγελματικής κάρτας» που χρεώθηκαν από 8.1.2001 μέχρι 31.12.2012 με τόκους. Στο τεκ. 11 η σχετική πρόνοια όχι μόνο αναφέρεται σε εφάπαξ χρέωση, όπως είναι το λογικό, αλλά εν πάση περιπτώσει η πρόνοια αυτή δεν συμπληρώθηκε με οποιοδήποτε ποσό. Δηλαδή ενώ δεν συμφωνήθηκε η χρέωση τέτοιας δαπάνης ούτε για ένα εφ' άπαξ ποσό, στη συνέχεια ακολούθησαν πολλές τέτοιες χρεώσεις ακόμα και μετά τον τερματισμό. Αν είναι ορθή η αντίληψη αυτή περί αυθαίρετης σειράς χρεώσεων, θα έπρεπε η ενάγουσα ως ζήτημα αρχής να μην επιμένει από μόνη της στο σχετικό κονδύλι. 103. Το κονδύλι ανέρχεται, με σημείο αναφοράς την 31.12.12 σε €20.200,94 (βλ. τεκ. 22.8) και αφαιρουμένου, όπως πρέπει, του ποσού αυτού, η αξίωση της ενάγουσας επί του τρεχουμένου (στις 31.12.12) περιορίζεται από €514.105, 34 σε €493.904,40 (βλ. τεκ. 22.9) Ε. ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ 104. Δεν έχουν αμφισβητηθεί οι υποθήκες (τεκ. 5 και 12) ή η πάγια επιβάρυνση (τεκ. 13) ως εγγυήσεις για τα επίδικα χρέη, ούτε στοιχειοθετείται λόγος να μην δοθούν διατάγματα πώλησης του κτήματος και των μηχανημάτων υπό τον όρο επιστροφής τυχόν πλεονάσματος στην εταιρεία. ΣΤ. ΟΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ 105. (α) Η εγγύηση τεκ. 2 βαραίνει τους εναγομένους 2 και 3 μέχρι ποσού ΛΚ80.000 πλέον τόκους και έξοδα. (β) Η εγγύηση τεκ. 4 βαραίνει τους εναγομένους 2 και 3 μέχρι ποσού ΛΚ145.000 πλέον τόκους και έξοδα. (γ) Η εγγύηση τεκ. 10 βαραίνει τους εναγομένους 2, 3 και 4 μέχρι ποσού ΛΚ685.000 πλέον τόκους και έξοδα. 106. Δεν αμφισβητήθηκε ότι πρόκειται για εγγυήσεις που καλύπτουν τις επίδικες οφειλές. Η ένσταση είναι, ως άνω (παρ. 14) ότι κατέστησαν άκυρες διότι η ενάγουσα με τη συμπεριφορά της κατέστησε αδύνατη την αποπληρωμή από την πρωτοφειλέτιδα. 107. Ενόψει όμως των ευρημάτων που αφορούν τη συμφωνηθείσα δυνατότητα της ενάγουσας για τερματισμό του τρεχούμενου και κλείσιμο των λογαριασμών, η ένσταση αυτή μένει μετέωρη. Οι εγγυήσεις παραμένουν ισχυρές και ιδιαίτερα η τελευταία καλύπτει τα αξιούμενα ποσά στο σύνολό τους. Ζ. Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των άνω: Α. Δίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3 και 4 αλληλέγγυως και/ή κεχωρισμένως για τα ακόλουθα ποσά: (α) €493.904,40. (β) €241.416,94 (γ) €86.521,90 με τόκο προς 11.5% ετησίως από 1.1.2013 κεφαλαιοποιουμένου την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι την πλήρη εξόφληση και έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Β. Δίδεται διάταγμα εναντίον της εναγομένης 1 με το οποίο διατάσσεται η πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ακινήτου «Χωράφι με αριθμό εγγραφής 29245 ημερ. 22/4/1996, Φ/Σχ. 21/57, τεμάχιο 1057, μερίδιον το όλον, Παλιομέτοχο, Καυκάλλα, Λευκωσία» δυνάμει των υποθηκών Υ8364/2000 (Α΄ σειράς Υποθήκη) κα Υ166/2002 (Β΄ σειράς Υποθήκη) και η διάθεση του προϊόντος της πώλησης έναντι ή προς ικανοποίηση των ως άνω οφειλών και η επιστροφή τυχόν πλεονάσματος στην εναγόμενη 1. Γ. Δίδεται διάταγμα εναντίον της εναγομένης 1 για εκποίηση της πάγιας επιβάρυνσης ημερ. 17.6.2002 (τεκ. 13) και διάταγμα που διατάσσει (
- i)την παράδοση στου ενάγοντες εντός επτά ημερών από της επίδοσης του παρόντος διατάγματος του μηχανήματος L650074 COMBI 5 ASSI STAR 4m όπως περιγράφεται στο τιμολόγιο PR/010 ημερομηνίας 13/11/2001 της εταιρείας Anthoulli's Michaelides Enterprises Ltd και (
- ii)την πώληση του με δημόσιο πλειστηριασμό και τη διάθεση του προϊόντος πώλησης του έναντι και/ή προς ικανοποίηση των πιο πάνω οφειλών των εναγομένων πλέον τόκους και έξοδα και την επιστροφή οποιουδήποτε περισσεύματος στον εναγόμενο 1. H ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα. (Υπ.) Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. INDEX Α. ΒΑΣΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΚΑΙ Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ Β. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ/ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Γ. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ Δ. ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Δ.1. Οι τέσσερεις αμφισβητήσεις Δ.2. Κώλυμα/αρχή «επιδοκιμασία και αποδοκιμασία». Δ.3. Η «ημερομηνία αξίας» Δ.4. Η χρέωση με 11.50% από τον τερματισμό Δ.5. Οι χρεώσεις με διάφορες χρεώσεις Δ.6. Οι χρεώσεις για προμήθειες Δ.7. Γενικότερη θεώρηση του ζητήματος των χρεώσεων Δ.8. Έξοδα μελέτης Ε. ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΣΤ. ΟΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ Ζ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ [1] Βλ. παρ. 36 ανωτέρω [2] Από το Νοέμβριο 2010 λειτουργεί ηλεκτρονικός συμψηφισμός [3] Ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο περί Φιλελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος, Ν. 160(Ι)/1999 [4] Εκ παραδρομής προφανώς ο κ. Χ"Ιωάννου έκαμε λόγο για 6.75% αντί για 7.5% [5] Unpaid item charges, paid item charges, overdraft excess charge, guaranteed paid item charges. [6] Enterprise Act 2002. [7] [2008]EWHC 875. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο