Westacre Investments Inc ν. Αναφορικά με την Αλλοδαπή Εταιρεία Beogradska Banka D.D., Αρ. Αίτησης: 270/00, 25/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A326 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 270/00 Αναφορικά με τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, 1997 (Ν. 66[Ι]/97 και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Αναφορικά με την Αλλοδαπή Εταιρεία Beogradska Banka D.D. που ενεγράφη σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου 347 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 25 Αυγούστου,
- Αίτηση με κλήση από την Westacre Investments Inc., Αιτήτρια ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές: κα Λαδά για ν' ακούσει απόφαση εκ μέρους του κ. Λαδά Για τους καθ' ων η αίτηση: κα Φιλιππίδου για ν' ακούσει απόφαση εκ μέρους του κ. Στ. Παύλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Udruzena Beogradska Banka (της οποίας Beogradska Banka DD είναι διάδοχος) ήταν τράπεζα με έδρα την πρώην Oμόσπονδη Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας. Διατηρούσε από το 1989 υποκατάστημα στην Κύπρο εγγραφείσα ως αλλοδαπή εταιρεία (oversea company) βάσει του άρθρου 347 του περί Εταιρειών Νόμου και λειτουργούσα ως Διεθνής Τραπεζική Μονάδα με άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, βάσει του περί Τραπεζικών Εργασιών (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου Κεφ.
- Στις 3/5/2000 η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ανακάλεσε την εν λόγω άδεια με ισχύ από τις 22/5/2000 και την ίδια μέρα η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κατεχώρισε την αίτηση υπ' αριθμό 270/2000 Ε.Δ. Λευκωσίας για εκκαθάριση της Beogradska ως αφερέγγυας. Στις 7/6/2002 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διέταξε όπως η Beogradska τεθεί υπό εκκαθάριση και διόρισε τους Μιχάλη Λοϊζίδη και Κύπρο Χαραλαμπίδη του ελεγκτικού οίκου ΚPMG ως εκκαθαριστές. Παράλληλα η Beogradska έχει τεθεί υπό εκκαθάριση στη Σερβία. Στο μεταξύ, στις 28/2/1994 το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου ICC στη Γενεύη εξέδωσε απόφαση υπέρ της Westacre Investments Inc (νυν αιτήτριας) εναντίον της Udruzena Beogradska Banka από την τότε Γιουγκοσλαβία για διάφορα σεβαστά ποσά. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Ελβετικό Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο στις 6/11/
- Στις 23/5/2007 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε διάταγμα διά του οποίου αναγνώρισε την εν λόγω απόφαση και έδωσε άδεια για εκτέλεση της στην Κύπρο. Με την παρούσα αίτηση η Westacre ζητά: α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι είναι πιστωτής της Beogradska. β) Διαζευκτικά, δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επαλήθευση χρέους ημερομηνίας 13/1/2009 που παραδόθηκε από την αιτήτρια στους εκκαθαριστές θα έπρεπε να είχε γίνει αποδεκτή και η αιτήτρια να περιληφθεί στον κατάλογο πιστωτών. γ) Διάταγμα που να διατάσσει τους εκκαθαριστές να περιλάβουν την αιτήτρια στον κατάλογο πιστωτών. δ) Διάταγμα που να διατάσσει τους εκκαθαριστές να παραδώσουν στον Επίσημο Παραλήπτη λογαριασμούς των εισπράξεων και πληρωμών της εκκαθάρισης από 7/6/2002 και ε) Διάταγμα που να διατάσσει την παύση των εκκαθαριστών και την αντικατάστασή τους από τους Jeremy Willmont του Οίκου Μoore Stephens LLP Λονδίνου και Χρίστο Χριστοδούλου της εταιρείας Moore Stephens (Limassol) Ltd. Η αίτηση βασίζεται κατ' ουσίαν σε δύο πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Αφενός, στο άρθρο 234
(5)που διέπει τον έλεγχο των αποφάσεων ενός εκκαθαριστή με ένδικο μέσο (έφεση/αίτηση) και αφετέρου, στο άρθρο 330
(1)που παρέχει αρμοδιότητα στο δικαστήριο να παύσει ένα εκκαθαριστή. Οι πρόνοιες του άρθρου 234
(5)έχουν ως ακολούθως: «Αν οποιοδήποτε πρόσωπο είναι δυσαρεστημένο από οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση του εκκαθαριστή, το πρόσωπο εκείνο δύναται να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να επικυρώσει ανατρέψει ή τροποποιήσει την πράξη ή την απόφαση για την οποία υπάρχει παράπονο και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα σε σχέση με τα πιο πάνω όπως θεωρεί δίκαιο.» Οι πρόνοιες αυτές αντιστοιχούν στις πρόνοιες του άρθρου 246
(5)του αγγλικού Companies Act, 1948 για τις οποίες αναφέρονται επεξηγηματικώς τα ακόλουθα στο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 6, παρ. 1423, σελ. 714-715: «In particular, an appeal to the court is allowed from the liquidator's decision, as chairman of a meeting, whether a proof should be admitted for the purposes of voting or rejected, and from his decision as to rejection or admission of a proof for purposes of dividend.» Συνεπώς η έφεση/αίτηση εναντίον απόφασης εκκαθαριστή δεν είναι γενικής χρήσεως αλλά, στρέφεται κατά συγκεκριμένων αποφάσεων ή πράξεων. Εν προκειμένω η αιτήτρια δεν προσβάλλει πράξη ή απόφαση της φύσεως που εξηγείται στο πάραπανω απόσπασμα. Στην πραγματικότητα μάλιστα, δεν προσβάλλει καν ενέργεια του εκκαθαριστή που να έχει την έννοια οποιασδήποτε πράξης ή απόφασης με αίτημα την ανατροπή ή την τροποποίησή της, αλλά επικαλείται παράλειψη ζητώντας διάταγμα ώστε αυτή να αρθεί. Τέτοια όμως θεραπεία δεν εμπίπτει στα πλαίσια που καθορίζονται από το δικαιοδοτικό άρθρο 234
(5). Ούτε οι πρόνοιες αυτές παρέχουν εξουσία για έκδοση δηλωτικής απόφασης του Δικαστηρίου όπως ειδικότερα ζητείται με τα αιτητικά (α) και (β). Τέτοιου είδους παράπονο για παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας θα μπορούσε ενδεχομένως να ενταχθεί στο αιτητικό για παύση των εκκαθαριστών. Όντως ο κ. Λαδάς στην τελική του αγόρευση συμπεριέλαβε την κατ' ισχυρισμόν παράλειψη των εκκαθαριστών στους λόγους για τους οποίους ζητείται η παύση τους με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 230
(1)που έχουν ως ακολούθως: «Εκκαθαριστής που διορίστηκε από το Δικαστήριο δύναται να παραιτηθεί ή όταν δειχθεί αιτία να παυθεί από το Δικαστήριο.» Οι λόγοι αυτοί διατυπώθηκαν στην τελική αγόρευση ως ακολούθως: α) Παράλειψη καταχώρισης Δήλωσης Υποθέσεων (Statement of Affairs) από τον Ιούνιο του 2002. β) Η παράλειψη των διαχειριστών να θέσουν υπό την κατοχή ή τον έλεγχο τους όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και να διερευνήσουν τις υποθέσεις της εταιρείας. γ) Η παράλειψη καταχώρισης κατάστασης λογαριασμών των εισπράξεων και πληρωμών τους ως εκκαθαριστές. δ) Η παράλειψη τους να αποδεχθούν την επαλήθευση χρέους της αιτήτριας. ε) Η υποταγή τους στους Σέρβους εκκαθαριστές και η μεταφορά ή μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Μια γενική αντίδραση της άλλης πλευράς είναι ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει για παύση των εκκαθαριστών στη βάση επί της οποίας είχε γίνει η αίτηση, καθότι έχουν παρέλθει τέσσερα χρόνια από την καταχώριση της αίτησης και έχουν στο μεταξύ αλλάξει κατά πολύ οι συνθήκες και τα γεγονότα που την πλαισιώνουν. Η καθυστέρηση είναι δεδομένη και όντως από τα όσα η ίδια η αιτήτρια θέτει, έχουν επέλθει διαφοροποιήσεις σε σχέση με στοιχεία που η αιτήτρια επικαλέστηκε ως λόγους παύσεως των διαχειριστών, εφόσον στην αγόρευση του κ. Λαδά αναγνωρίζεται ότι οι εκκαθαριστές μετά την καταχώριση της παρούσης αιτήσεως καταχώρισαν Δήλωση Υποθέσεων, όπως και κατάσταση λογαριασμών των εισπράξεων και πληρωμών. Θα μπορούσε αφενός να λεχθεί ότι τα πράγματα θα πρέπει να κριθούν με βάση το χρόνο καταχώρισης της αίτησης και μόνο. Αφετέρου όμως τίθεται το ερώτημα, ποίο είναι το ουσιαστικό ζητούμενο; Ο όρος «on cause shown» στις ανάλογες πρόνοιες του αγγλικού νόμου του 1948[1] που αντιστοιχεί στο δικό μας νόμο και ειδικότερα στον όρο «όταν δειχθεί αιτία», δεν σημαίνει «if the cause shall think fit», όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Buckley, On the company's Αcts 13η έκδ. σελ. 604, αλλά «They point to some unfitness of the person - it may be from personal character or from his connection with other parties or from circumstances in which he is mixed up - some unfitness in a wide sense of the term." But these words are not to be understood as laying down any exhaustive rule. If the Court is satisfied on the evidence that it is desirable in the interests of all those interested in the assets that a particular person shall not manage the assets, the Court has power to remove him, without there being shewn any personal misconduct or unfitness.» Συνεπώς, η παύση διαχειριστή δεν έχει σκοπό να τον τιμωρήσει, μπορεί δε ακόμα να μην αναφέρεται σε κακή διαγωγή ή ανικανότητα, αλλά σκοπό έχει να προστατεύσει τα συμφέροντα όλων όσοι έχουν συμφέρον στην εκκαθάριση. Αυτό το συμφέρον υπό την ευρύτερη του έννοια είναι που έθεσε ο κ. Παύλου στη δική του αγόρευση, λέγοντας ότι μετά από τόση καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης, την οποία αποδίδει στην αιτήτρια, η διαδικασία εκκαθάρισης έχει φθάσει πλέον στο στάδιο όπου οι εκκαθαριστές θα καλέσουν τους πιστωτές να υποβάλουν σχετικές ένορκες δηλώσεις επαλήθευσης χρέους και ακολούθως να εξετάσουν και να αποφασίσουν σχετικά. Ήταν η θέση του ότι μόνο ζημία και περαιτέρω καθυστέρηση μπορεί να προκαλέσει η τυχόν αντικατάστασή τους, εφόσον ενεργούν ως εκκαθαριστές για έντεκα χρόνια, γνωρίζουν πολύ καλά πλέον την κατάσταση και έχουν επιτύχει μια καλή συνεργασία και επικοινωνία με τους Σέρβους εκκαθαριστές με γνώμονα πάντα την προστασία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και κατά συνέπεια το συμφέρον του συνόλου των πιστωτών της. Μια άλλη γενική θέση των εκκαθαριστών είναι ότι η διαδικασία διενεργήθηκε επί ενόρκων δηλώσεων χωρίς η έχουσα το βάρος απόδειξης αιτήτρια να προσφέρει προφορική μαρτυρία. Σ' αυτά τα πλαίσια συζητήθηκε αν η υπό εκδίκαση αίτηση είναι πρωτογενής ή ενδιάμεση. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι ότι τέθηκαν αντικρουόμενες εκδοχές. Στην πραγματικότητα, το τι έχει ενώπιόν του το δικαστήριο είναι αφενός η εκδοχή της αιτήτριας ότι υπήρξαν σοβαρές παραλείψεις (κάποιες εκ των οποίων ήρθησαν) και αφετέρου, η εκδοχή των εκκαθαριστών ότι υπό τις περιστάσεις δεν τελούσαν σε παράλειψη. Πώς μπορεί τώρα να κριθεί ως μη βάσιμη η θέση των εκκαθαριστών ότι υπό τις περιστάσεις δεν τελούσαν σε παράλειψη, εφόσον η όλη επίδικη αντιπαράθεση δεν τέθηκε υπό το φως της ακρόασης μαρτύρων ή υπό τη βάσανο αντεξέτασης; Αυτό το ερώτημα πλανάται ανεξάρτητα από το εάν η υπό εκδίκαση αίτηση είναι πρωτογενής ή ενδιάμεση. Μάλιστα θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αντίληψη που φαίνεται να είχαν σε κάποιο στάδιο οι διάδικοι ήταν ότι θα προχωρούσαν με ακρόαση, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι προέβαιναν σε αποκάλυψη εγγράφων μεταξύ τους, ενέργεια που έχει νόημα μόνο ως προδικαστικό μέτρο της ακρόασης που πρόκειται να ακολουθήσει και με την οποία σχετίζονται τα αποκαλυπτόμενα έγγραφα. Το θέμα δεν είναι απλώς διαδικαστικό ως προς τη φύση της αίτησης αλλά είναι ζήτημα επαρκούς απόδειξης. Εκείνο που εν τέλει προκύπτει είναι ότι το υπόβαθρο αφέθηκε από την έχουσα βάρος αιτήτρια να είναι επισφαλές ώστε να μην μπορεί να ασκηθεί με ασφάλεια η ευχέρεια του δικαστηρίου για ένα τόσο σοβαρό και ζωτικό ζήτημα για τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων. Ως προς το βασικό παράπονο της αιτήτριας περί παράλειψης αποδοχής της απόδειξης χρέους, ήταν η θέση, ως άνω, των εκκαθαριστών ότι έχουν φθάσει πλέον στο στάδιο που θα καλέσουν τους πιστωτές να υποβάλουν σχετικές ένορκες δηλώσεις επαλήθευσης χρέους. Γι' αυτό με δεδομένη την ως άνω κατάληξη δεν θα επεκταθώ επί του ζητήματος αυτού, ενόψει της ενδεχόμενης δυνατότητας της αιτήτριας να επανέλθει με νέα αίτηση σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Σημειώνεται πάντως ότι η εκκαθάριση αλλοδαπής εταιρείας με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 362 του περί Εταιρειών Νόμου (που αντιστοιχούν στο άρθρο 400 του Αγγλικού Νόμου του 1948) προϋποθέτει την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων στην Κύπρο τα οποία μπορούν να τύχουν διαχείρισης προς όφελος του αιτητή ή άλλων προσώπων που έχουν συμφέρον στην εταιρεία. (βλ. Pennington's Company Law 4η έκδοση σελ. 852). Ο σκοπός του εκκαθαριστή σε τέτοια περίπτωση είναι να αποκτήσει πρόσβαση στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας στην ημεδαπή και να καταρτίσει κατάλογο των πιστωτών. (Re Federal Bank of Australia Ltd
(1893)62 LJ Ch 561). Διαφωτιστικό για τον τρόπο λειτουργίας της εκκαθάρισης αλλοδαπής εταιρείας είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Atkin στην υπόθεση Russian & English Bank & Florance Montefiore Guedalla v. Baring Bros. & Co., Ltd [1936] 1 All E.R. 505: «I see nothing incongruous in the legislature saying in effect, we accept the existence of a foreign corporation coming to trade in this country; we shall only impose a condition of registration. But if the corporation does trade here, acquires assets here, and incurs debts here, we shall not accept its dissolution abroad without a stipulation that if desirable it may be wound-up here so that its assets here shall be distributed amongst its creditors. (I do not stay to consider whether its English creditors or creditors generally) and for the purpose of the winding-up it shall be deemed not to have been dissolved:.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Είναι σ' αυτά τα πλαίσια που αναμένεται να ενεργήσουν οι εκκαθαριστές. Τα πάραπανω καθιστούν αχρείαστη την περαιτέρω ενασχόληση με διάφορα άλλα θέματα κυρίως διαδικαστικά που ηγέρθησαν. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας όπως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. [1] Βλ. Άρθρα 242
(1)και 304
(2)cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο