← Κύπρος

LMAX LIMITED ν. LEVERATE FINANCIAL SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 5457/12, 25/8/2014

LMAX LIMITED ν. LEVERATE FINANCIAL SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 5457/12, 25/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A327 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5457/12 Μεταξύ LMAX LIMITED, εκ Λονδίνου Ενάγουσα Και 1. LEVERATE FINANCIAL SERVICES LIMITED, εκ Λεμεσού 2. LEVERATE (CY) LIMITED, εκ Λεμεσού Εναγόμενες 25 Αυγούστου, 2014. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Χρ. Χριστοφόρου. Για ν' ακούσει απόφαση: κα Α. Κυπρίδημου Για τιε Εναγόμενες: κ. Μ. Χαραλάμπους. Για ν' ακούσει απόφαση: κα Ε. Παυλίδη ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η H ενάγουσα είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι εναγόμενες είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η ενάγουσα δραστηριοποιείται στον χρηματοοικονομικό τομέα, στον τομέα αγοράς συναλλάγματος (foreign exchange market, εν συντομία Forex ή FX) υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 36 και 41 της Ταξινόμησης της Νίκαιας. Τέτοιες υπηρεσίες, όπως είναι η θέση της ενάγουσας, απευθύνονται σε συγκεκριμένο κοινό, ήτοι σε επενδυτές, χρηματιστές, οικονομολόγους και επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται στις ως άνω υπηρεσίες σ' όλη την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια των ακολούθων σημάτων τα οποία έχουν εγγραφεί στο Μητρώο Του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά ως Κοινοτικά Εμπορικά Σήματα στις εν λόγω κλάσεις 36 και 41: · Χ με σχέδιο, με αριθμό εγγραφής 009804261 Τεκμ. 1 · Χ με σχέδιο, με αριθμό εγγραφής 009804212 Τεκμ. 2 · Χ με σχέδιο, με αριθμό εγγραφής 009804196 Τεκμ. 3 · LMAX EXCHANGE, με αριθμό εγγραφής 010478436 Τεκμ. 4 · LMAX με σχέδιο, με αριθμό εγγραφής 009804386 Τεκμ. 5 · LMAX με σχέδιο, με αριθμό εγγραφής 009804361 Τεκμ. 6 · LMAX με σχέδιο, με αριθμό εγγραφής 009804295 Τεκμ. 7 · LMAX MTF με σχέδιο, με αριθμό εγγραφής 09804188 Τεκμ. 8 · LMAX MTF με σχέδιο, με αριθμό εγγραφής 09804121 Τεκμ. 9 · LMAX MTF με σχέδιο, με αριθμό εγγραφής 09804063 Τεκμ. 10 · LMAX με σχέδιο, με αριθμό εγγραφής 008781189 Τεκμ. 11 Είναι η εκδοχή της ενάγουσας ότι οι εναγόμενες εταιρείες διεξάγουν, απευθυνόμενες στο ίδιο καταναλωτικό κοινό, εργασίες και παρέχουν υπηρεσίες σε διάφορες χώρες περιλαμβανομένης της Κύπρου καθώς και μέσω διαδικτύου στην ιστοσελίδα www.leverate.com και λαμβάνουν μέρος σε επιχειρηματικά και χρηματοοικονομικά σεμινάρια ή φόρουμ στην Κυπριακή Δημοκρατία, χρησιμοποιώντας ή απομιμούμενες ταυτόσημα ή παρόμοια στοιχεία ή μέρη των πάραπανω εμπορικών σημάτων. Ειδικότερα η ενάγουσα παραπονείται για τον τρόπο με τον οποίο οι εναγόμενες χρησιμοποιούν στο διαδίκτυο και στην αγορά εν γένει το γράμμα «Χ», είτε μόνο του, είτε ως μέρος λέξεων[1], με τρόπο δηλαδή ώστε πάντοτε να τονίζονται τα συγκεκριμένα γραφικά χαρακτηριστικά του γράμματος «X» και να καταδεικνύεται πρόθεση απομίμησης. Το αποτέλεσμα είναι να προκαλείται σύγχυση και παραπλάνηση στο καταναλωτικό κοινό και οι υπηρεσίες των εναγομένων να εκλαμβάνονται ως υπηρεσίες της ενάγουσας με περαιτέρω συνέπεια να προκαλείται ζημία στην εμπορική της εύνοια. Επί τη βάσει των ανωτέρω η ενάγουσα ζητά διάταγμα που να εμποδίζει τις εναγόμενες να παραβιάζουν τα εν λόγω εγγεγραμμένα κοινοτικά εμπορικά σήματα, διάταγμα που να τις εμποδίζει να απομιμούνται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και τα ανωτέρω σήματα και διάφορες συναφείς θεραπείες ως και αποζημιώσεις. Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη 1 παρέχει υπηρεσίες χρηματιστηριακού γραφείου και προσφέρει στους πελάτες της ρευστότητα μέσω των τεχνολογικών λύσεων που διανέμονται από την εναγόμενη 2 η οποία ασχολείται με την παροχή και διανομή λογισμικού υλικού χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Πρόκειται για υπηρεσίες διαφορετικού τύπου από τις υπηρεσίες που προσφέρει η ενάγουσα, οι οποίες απευθύνονται σε διαφορετικό είδος πελατών. Κατά τις εναγόμενες, εάν θα επρόκειτο να εγγραφούν τα προϊόντα και οι υπηρεσίες τους, θα μπορούσαν να υπαχθούν στην κλάση 42 που αφορούν υπηρεσίες και προϊόντα λογισμικού χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Κατά τις εναγόμενες η ενάγουσα, αν και αποκαλεί τον εαυτό της ως «exchange», παρέχει Μultilateral Τrading Facility (MTF), ήτοι ταυτίζει τις εντολές των πελατών της (matches orders of its clients). Αντίθετα, η εναγόμενη 1 αναζητά τις καλύτερες τιμές και προσφορές για τους πελάτες της από διάφορες πηγές ρευστότητας (π.χ. τράπεζες) κάτι που αποτελεί διαφορετικό τύπο υπηρεσίας. Συνεπώς δεν είναι ανταγωνιστικές εταιρείες και απευθύνονται ως άνω σε διαφορετικό καταναλωτικό κοινό. Το μόνο προϊόν και/ή υπηρεσία που χρησιμοποιεί η εναγόμενη 1 και ανήκει στην κλάση 36 είναι η υπηρεσία με το λογότυπο LXCAPITAL το οποίο αφορά χρηματοοικονομική υπηρεσία που προσφέρουν οι εναγόμενες. Τα άλλα λογότυπα που χρησιμοποιούν οι εναγόμενες αφορούν λογισμικά προγράμματα. Ειδικότερα ως προς τη χρήση του γράμματος «Χ», είναι η δικογραφική θέση των εναγομένων ότι αυτό αποτελεί μέρος των λογοτύπων τους και ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να ισχυρίζεται ότι έχει το αποκλειστικό νομικό δικαίωμα να χρησιμοποιεί το γράμμα «Χ». Ακόμα και στις περιπτώσεις που το γράμμα «Χ» σε διάφορα διαφημιστικά των εναγομένων χρησιμοποιείται μόνο του, αυτό διακρίνεται σε μεγάλο βαθμό από το εμπορικό σήμα της ενάγουσας. Τέλος οι εναγόμενες αρνούνται τον ισχυρισμό ότι οι εργασίες της ενάγουσας είναι πολύ γνωστές στο επιχειρηματικό κοινό της Κύπρου. Από πλευράς της ενάγουσας μαρτυρία έδωσε η κα Varvara Pozdorovkina διευθύντρια του Τμήματος Εταιρικής Ανάπτυξης και ο κ. Αντρέας Χριστοφόρου, αντιπρόσωπος και σύμβουλος της ενάγουσας ο οποίος παρέχει γνωματεύσεις και συμβουλές με ειδίκευση στα θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Από πλευράς εναγομένων μαρτυρία έδωσε ο κ. Doron Cohen διευθύνων σύμβουλος της εναγόμενης 1 και εκτελεστικός διευθυντής της Leverate Technological Trading Ltd η οποία είναι η μητρική εταιρεία των εναγομένων και ο κ. Νικόλας Κουνούπιας δικηγόρος στην Αγγλία συνέταιρος στην DMH Stallard LLP Solicitors ειδικευόμενος σε όλους τους τομείς της πνευματικής ιδιοκτησίας περιλαμβανομένων και των νόμων περί εμπορικών σημάτων και αθέμιτου ανταγωνισμού. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι κάλεσαν το δικαστήριο να αξιολογήσει τη μαρτυρία του κ. Χριστοφόρου και του κ. Κουνούπια ως μαρτυρία εμπειρογνωμόνων επί του σχετικού δικαίου. Όπως προσπάθησα να υποδείξω και κατά την ακρόαση δεν τίθεται θέμα εμπειρογνωμοσύνης σε σχέση με τον ημεδαπό νόμο, εφόσον ο εντοπισμός των νομικών αρχών και η εφαρμογή τους στα περιστατικά της υπόθεσης αποτελούν ακριβώς τη δικαστική λειτουργία. Παρά αυτή την υπόδειξη, για πρακτικούς λόγους πλην, ως αποδεικνύεται και στην πράξη, κακώς επέτρεψα μαρτυρία επί του τι προβλέπει ο νόμος και περί του τρόπου εφαρμογής του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να συνεχίσει η εκτροπή και στο τελικό αυτό στάδιο. Με αυτό το σκεπτικό δεν θα ασχοληθώ με τη μαρτυρία Χριστοφόρου και Κουνούπια η οποία αποκλειστικά έχει την πάραπανω μορφή. Οι διάδικοι ουδόλως επηρεάζονται, εφόσον οι ευπαίδευτοι δικηγόροι τους, όπως εύκολα διαπιστώνεται, έχουν μεταφέρει τις αντίστοιχες θέσεις Χριστοφόρου και Κουνούπια στις τελικές τους αγορεύσεις όπως ήταν και η υπόδειξη του δικαστηρίου κατά την ακρόαση. Το παρόν δικαστήριο ως δικαστήριο κοινοτικών σημάτων οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις του σχετικού Ευρωπαϊκού Κανονισμού, ήτοι του Κανονισμού 2007/2009. Κατά τον εν λόγω Κανονισμό το κοινοτικό σήμα παρέχει στο δικαιούχο του αποκλειστικό δικαίωμα με αποτέλεσμα αυτός να δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να το χρησιμοποιεί στις συναλλαγές χωρίς τη συγκατάθεσή του. Αυτά καθορίζονται στο άρθρο 9 το οποίο ρυθμίζει και τις διάφορες περιπτώσεις, έχοντας ως κριτήρια την ταύτιση ή την ομοιότητα του εγγεγραμμένου εμπορικού σήματος και του σημείου του τρίτου αφενός και την ταύτιση ή την ομοιότητα των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από το κοινοτικό σήμα και το σημείο, αφετέρου. Έτσι όταν διαπιστώνεται ταύτιση τόσο του σήματος με το σημείο, όσο και των υπηρεσιών που προσφέρει ο δικαιούχος και ο τρίτος, τότε ο δικαιούχος χωρίς άλλο μπορεί να ζητήσει όπως απαγορευθεί η χρήση του σημείου από τον τρίτο. Όταν όμως δεν υπάρχει ταύτιση και στους δύο παράγοντες θα πρέπει ν' αποδειχθεί σύγχυση. Ειδικότερα όταν υπάρχει ταυτοσημία ή ομοιότητα μεταξύ των προϊόντων και των υπηρεσιών, αλλά μόνο ομοιότητα μεταξύ του σήματος και του σημείου, τότε για να θεμελιωθεί η απαγόρευση θα πρέπει να αποδειχθεί σύγχυση από μέρους του κοινού, ο δε κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης μεταξύ σημείου και σήματος. Κατά κοινό τόπο, αυτή είναι η επίδικη περίπτωση για αυτό και δεν χρειάζεται να προχωρήσω σε άλλους συνδυασμούς που μπορούν να λάβουν οι πρόνοιες του άρθρου 9. Σημειώνεται απλώς ότι αντίστοιχη είναι η ρύθμιση του άρθρου 14 του περί Εμπορικών Σημάτων Νόμου, Κεφ. 268. Συνεπώς, θα πρέπει κατ' ουσίαν να εξεταστούν δύο παράγοντες. Αφενός ο συσχετισμός μεταξύ των υπηρεσιών και αφετέρου η ομοιότητα ή μη των σημάτων. Ως προς το πρώτο ζήτημα, η θέση του ευπαιδεύτου δικηγόρου της ενάγουσας ήταν ότι οι εναγόμενες παρέχουν υπηρεσίες στον τομέα της χρηματοοικονομικής (FOREX/FX) που είναι πανομοιότυπες και/ή ανταγωνιστικές με τις υπηρεσίες της ενάγουσας. Από την άλλη, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων επανέλαβε τις προαναφερθείσες δικογραφικές τους θέσεις για να εισηγηθεί ότι οι εναγόμενες δεν είναι ανταγωνιστικές με την ενάγουσα και ότι οι υπηρεσίες και τα προϊόντα που προσφέρουν απευθύνονται σε διαφορετικό καταναλωτικό κοινό. Ειδικότερα, οι υπηρεσίες που προσφέρονται με τα λογότυπα LXFEED, LXRISK και SIRIX αφορούν λογισμικά προγράμματα και συνεπώς θα μπορούσαν να ενταχθούν στην κλάση 42 και ουδεμία σχέση έχουν με τις αναφερόμενες κλάσεις 36 και 41. Κατά τον κ. Χαραλάμπους η ΜΕ1 παραδέχθηκε, αντεξεταζόμενη, ότι οι υπηρεσίες αυτές δεν προσφέρονται από την ενάγουσα. Ο κ. Χαραλάμπους δέχθηκε παραταύτα ότι η υπηρεσία που οι εναγόμενες παρέχουν με το λογότυπο LXCapital είναι χρηματοοικονομική υπηρεσία. Αλλά συμπλήρωσε ότι το LMAX είναι, ως άνω, multilateral trading facility (MTF) που είναι ξεχωριστό και διαφορετικό προϊόν από τον προϊόν της εναγόμενης 1. Επομένως, ούτε και αυτά τα προϊόντα παρόλο που ανήκουν στην ίδια κλάση έχουν οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους. Προσφέρουν κατ' ουσίαν διαφορετικές υπηρεσίες και απευθύνονται σε διαφορετικό καταναλωτικό κοινό. Ο κ. Χριστοφόρου απάντησε ότι ανεξαρτήτως των ισχυρισμών των εναγομένων είναι πασιφανές πως οι υπηρεσίες και τα προϊόντα τους απευθύνονται σε επαγγελματίες καταναλωτές με συγκεκριμένες γνώσεις στην χρηματοοικονομική. Οι υπηρεσίες που συνολικά παρέχονται υπό την «ομπρέλα» των σημάτων των εναγομένων είναι οι υπηρεσίες FOREX/FX ή άλλες συναφείς υπηρεσίες χρηματοοικονομικής. Υπέδειξε δε ότι ο κ. Cohen ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι χρησιμοποιούν το γράμμα Χ επειδή συνδέεται με την έννοια forex. Θεωρώ ότι είναι σημαντικό να παρατεθεί το σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση του κ. Cohen: "E. Γιατί χρησιμοποιείτε το γράμμα Χ στο λογότυπό σας και όχι οποιοδήποτε άλλο γράμμα; Α. Επειδή το γράμμα Χ συσχετίζεται με Forex, με Exchange Finance και είναι πολύ κοινό στη συγκεκριμένη ομάδα.» Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων με αναφορά σε νομολογία[2], παρέπεμψε στην έννοια των συμπληρωματικών προϊόντων (complementary), προϊόντων δηλαδή που το ένα χρειάζεται το άλλο για να χρησιμοποιηθούν από κοινού. Έδωσε ως παράδειγμα τον συσχετισμό συμπληρωματικότητας μεταξύ του κρασιού και του ποτηριού του κρασιού ως επίσης και μεταξύ των υπηρεσιών ενός αρχιτέκτονα για τον σχεδιασμό ενός κτηρίου και της κατασκευής του κτηρίου. Κατέληξε υποδεικνύοντας ότι κατά την εν λόγω νομολογία συμπληρωματικότητα υπάρχει, έστω και αν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες εμπίπτουν σε διαφορετικές κλάσεις, όταν υπάρχει στενή σύνδεση μεταξύ τους υπό την έννοια ότι το ένα είναι ζωτικής φύσεως για το άλλο ή σημαντικό για τη χρήση του άλλου. Αναφέρθηκε επίσης στην έννοια των προϊόντων/υπηρεσιών που είναι εναλλάξιμες (interchangeable). Κατέληξε εισηγούμενος ότι όλες οι υπηρεσίες των εναγομένων διαφημίζονται κάτω από την ίδια ομπρέλα διαφημιστικών εντύπων ή/και υπηρεσιών παραπέμποντας σε ένα ολοκληρωμένο πακέτο υπηρεσιών. Δηλαδή από τη μια το λογότυπο LXCAPITAL έχει σχέση, όπως είναι παραδεκτό, με χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και από την άλλη οι υπόλοιπες υπηρεσίες που προσφέρουν οι εναγόμενοι αφορούν προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών που είναι ζωτικής σημασίας για τη διενέργεια και παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Πράγματι, η ρεαλιστική θεώρηση του πράγματος ενόψει των διισταμένων εκδοχών ως προς τη φύση των υπηρεσιών, επιβάλλει τη συνολική εκτίμηση περιλαμβανομένων των ενεργειών των ιδίων των εναγομένων σε σχέση με την προώθηση των υπηρεσιών τους. Δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι στο τεκμήριο 15(Α) που τιτλοφορείται INSTITUTIONAL FX SERVICES - THE BROKERS HANDBOOK 2013/2014" και ειδικότερα στο κεφάλαιο με τίτλο Institutional FX Services Directory καταγράφονται μαζί με πολλούς άλλους οίκους τόσο η Leverate όσο και η LMAX Exchange (σελίδες 104 και 105). Πέραν τούτου, αμφότερες έχουν καταχωρίσει στο ίδιο αυτό έντυπο διαφημίσεις (σελίδες 5 και πίσω εξώφυλλο). Επίσης στην έκθεση ΙFXEXPO που έλαβε χώρα τον Μάιο 2012 που κατά τον κ. Cohen είναι η μεγαλύτερη έκθεση παροχών FX/FOREX σε χρηματιστές, έλαβε μέρος η LEVERATE ως ένας από τους μεγαλύτερους συμμετέχοντες, όπως είπε ο κ. Cohen. Όπως επιμαρτυρεί το σχετικό περιοδικό (τεκμήριο 14), η LEVERATE έλαβε μέρος παρουσιαζόμενη ως «a Forex technology power house», αλλά στο ίδιο περιοδικό καταχώρισε διαφήμιση για την υπηρεσία LXCAPITAL. Υπό όλες τις περιστάσεις και παρά τις περί αντιθέτου εισηγήσεις των εναγομένων αποδέχομαι τη θέση της ενάγουσας ότι από τα επίδικα λογότυπα το LXCAPITAL έχει άμεση σχέση με χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και παρουσιάζει, έτσι, ταυτότητα με τις υπηρεσίες που παρέχονται από τους ενάγοντες, τα δε υπόλοιπα λογότυπα αφορούν συμπληρωματικές υπηρεσίες που έχουν στενή σύνδεση με τις υπηρεσίες που ενάγουσα παρέχει. Η παρουσίαση και η διαφήμιση των υπηρεσιών αυτών από τους ίδιους τους εναγόμενους παραπέμπει όντως σ' ένα ολοκληρωμένο πακέτο υπηρεσιών στην αγορά FOREX/FX, απευθυνόμενες προς ένα ενιαίο κοινό, όπως ήταν η εισήγηση του κ. Χριστοφόρου. Το επόμενο ερώτημα αφορά την κατ' ισχυρισμό ομοιότητα των εγγεγραμμένων σημάτων της ενάγουσας με τα λογότυπα των εναγομένων. Ως άνω, δεν τέθηκε θέμα ταύτισης. Θεμελιακή θεωρείται η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση C-251/95 Sabel BV v. Puma AG, Rudolf Dassler Sport [1997] ECR I-6191 στην οποία το Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει τη φράση «ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης μεταξύ σημείου και σήματος», φράση που ως άνω υπάρχει στο άρθρο 9 και προϋπήρχε στην αντίστοιχη Οδηγία. Με βάση την απόφαση αυτή και σειρά νομολογίας που ακολούθησε το Δικαστήριο έδωσε κατευθυντήριες γραμμές που ακολουθούνται και από τα εθνικά δικαστήρια οι οποίες βρίσκονται κωδικοποιημένες ως ακολούθως στα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, 2007 reissue,τόμος 48, παρ. 74, σελ. 66. «The European Court of Justice has given guidance on the correct approach to the assessment of likelihood of confusion: (α) the likelihood of confusion must be appreciated globally, taking account of all relevant factors. (
  2. b)the matter must be judged through the eyes of the average consumer of the goods or services in question who is deemed to be reasonably well informed and reasonably circumspect and observant but who rarely has the chance to make direct comparisons between marks and must instead rely upon the imperfect picture of them he has kept in his mind, and whose attention varies according to the category of goods or services in question; (
  3. c)the average consumer normally perceives a mark as a whole and does not proceed to analyse its various details. (
  4. d)the appreciation of the visual, aural and conceptual similarities of the marks must therefore be based on the overall impressions created by the marks bearing in mind their distinctive and dominant components; (
  5. e)there is a greater likelihood of confusion where the earlier mark has a highly distinctive character, either per se or because of the use that has been made of it; (
  6. f)there is an interdependence between the various relevant factors, so that a lesser degree of similarity between the goods or services may be offset by a greater degree of similarity between the marks, and vice versa; (
  7. g)mere association, in the strict sense that the later mark brings the earlier mark to mind, is not sufficient; (
  8. h)the reputation of a mark does not give grounds for presuming a likelihood of confusion simply because of a likelihood of association in the strict sense; (
  9. i)the risk that the public might wrongly believe that the respective goods or services come from the same or economically linked undertakings constitutes a likelihood of confusion.» Περιπλέον, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας έκανε ειδική μνεία στη σημαντική υπόθεση Canon C-39/97 ημερ. 29/9/98 στην οποία το Δικαστήριο απεφάσισε ότι όταν εξετάζεται η ομοιότητα προϊόντων/υπηρεσιών θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν μεταξύ άλλων η φύση του προϊόντος/υπηρεσίας, σε ποιους καταναλωτές απευθύνεται, ο τρόπος χρήσης και κατά πόσο οι ενδιαφερόμενοι βρίσκονται σε ανταγωνισμό. Στην ίδια υπόθεση διευκρινίστηκε ότι σύγχυση στο κοινό δύναται να υπάρξει όταν κάποιος βλέποντας τα λογότυπα ευλόγως μπορεί να θεωρήσει ότι τα προϊόντα/υπηρεσίες προέρχονται από τον ίδιο οργανισμό ή από οικονομικά συνδεόμενες εταιρείες (economically linked undertakings). Αναφέρθηκε περαιτέρω στους τρόπους με τους οποίους συγκρίνονται σήματα, ήτοι οπτικά (visually), ηχητικά (aurally) και εννοιολογικά (conceptually). Όταν τα σήματα είναι απεικονίσεις, όπως εν προκειμένω και όχι λεκτικά, τότε θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως εικόνες και μόνο. Ομοιότητα, είπε, μπορεί να στοιχειοθετηθεί από οπτικής άποψης έστω και όταν τα γράμματα εμφανίζονται με διαφορετική γραμματοσειρά ή ακόμα και με άλλο χρώμα[3]. Κατέληξε λέγοντας ότι όταν πρόκειται για δύο σήματα απεικόνισης, εάν οποιοδήποτε από τα χαρακτηριστικά τους ταιριάζει, τότε υπάρχει ομοιότητα. Παρέπεμψε σχετικά στον Οδηγό του Γραφείου Εναρμόνισης των Κοινοτικών Εμπορικών Σημάτων (Office for Harmonization in the Internal Market). Ως προς την οπτική ομοιότητα, θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί πως οι εναγόμενοι χρησιμοποιούν το γράμμα Χ ως μέρος λέξεων (βλ. τεκμήριο 17 σελ. 1)[4] αλλά και από μόνο του (βλ. cartoon στη σελίδα 2 του τεκμηρίου 17 και τεκμήριο 13). Θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι υπάρχει διαφορά στους χρωματισμούς που χρησιμοποιήθηκαν. Ως προς το ζήτημα αυτό ο κ. Χριστοφόρου ανέφερε ότι η ενάγουσα δεν διεκδίκησε προστασία στο χρώμα per se και ότι πρόκειται απλώς και μόνο για σήματα απεικόνισης. Συνεπώς, δεν μπορεί να λεχθεί ότι λόγω της διαφοράς χρωμάτων προκύπτει ανομοιότητα. Ο κ. Χριστοφόρου εισηγήθηκε περαιτέρω ότι τόσο στην απεικόνιση της ενάγουσας όσο και στην απεικόνιση των εναγομένων το δεσπόζον σημείο (visually outstanding) είναι ο τρόπος απεικόνισης του γράμματος Χ. Το υπόλοιπο των σημάτων δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν. Το κοινό δεν θα δώσει σημασία στα αδύνατα στοιχεία του λογοτύπου, που είναι τα υπόλοιπα γράμματα πλην του Χ τα οποία δεν έχουν εννοιολογικό περιεχόμενο, αλλά στο δεσπόζον μέρος που είναι το γραφικό του γράμματος Χ για το οποίο το καταναλωτικό κοινό αντιλαμβάνεται ότι παραπέμπει σε χρηματοπιστωτικές και/ή χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Ως προς τον τρόπο που προσλαμβάνει το κοινό ένα σήμα, ο κ. Χριστοφόρου αναφέρθηκε αφενός στην αρχή της «ατελούς ανάμνησης» (imperfect recollection)[5] που αναγνωρίζει ότι ο μέσος καταναλωτής δεν έχει φωτογραφική μνήμη ώστε να αναλύει με λεπτομέρειες τα εμπορικά σήματα, αλλά αφετέρου παρέπεμψε σε αποφάσεις που καταδεικνύουν ότι θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν ο τρόπος που αναμένεται να εκλαμβάνουν το σήμα επαγγελματίες ή εξειδικευμένοι καταναλωτές που ανήκουν στην ομάδα του κοινού προς την οποία το σήμα απευθύνεται[6]. Ως προς την ηχητική ομοιότητα των δύο σημάτων ο κ. Χριστοφόρου υπέδειξε ότι το γράμμα Χ στην αγγλική διαβάζεται και ακούγεται με τον ίδιο τρόπο. Παρέπεμψε σχετικώς στην υπόθεση AVEX T-115/02 ημερομηνίας 13/7/2004 που αφορούσε τη χρήση του γράμματος "a". Ως προς την εννοιολογική ομοιότητα ο κ. Χριστοφόρου εισηγήθηκε ότι το γράμμα Χ παραπέμπει σε επιχειρήσεις που ασχολούνται με συναλλαγές και ανήκουν στην χρηματοοικονομική αγορά (foreign exchange market) που για χάριν συντομογραφίας προφέρεται ως FOREX ή FX ή Χ. Αναμφιβόλως το επαγγελματικό κοινό, συνέχισε, θα συνδέσει εννοιολογικά το γράμμα με τις συνολικότερες υπηρεσίες που παρέχει αυτή η έννοια. Περιπλέον, παρέπεμψε στην υπόθεση Aire Limpio, C-488/06 ημερ. 17/7/2008 για να εισηγηθεί ότι όταν δυο σήματα απεικόνισης παραπέμπουν σε μια κοινή ιδέα ή και υπηρεσία τότε θα κριθούν ως εννοιολογικά όμοια. Ο κ. Χριστοφόρου διευκρίνισε ότι η ενάγουσα δεν απαιτεί αποκλειστικά δικαιώματα του γράμματος Χ, αλλά του τρόπου απεικόνισής του, ο οποίος και αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό σημείο του συνολικού εμπορικού σήματος της ενάγουσας. Σκοπός των εναγόντων είναι να παρεμποδίσουν τρίτους από του να χρησιμοποιούν το γράμμα Χ με τον ίδιο ή παραπλήσιο τρόπο απεικόνισης ή και με χρήση των χαρακτηριστικών στοιχείων (figurative elements) του τρόπου παρουσίασης των εγγεγραμμένων εμπορικών τους σημάτων. Έφερε ως παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων την χαρακτηριστική απεικόνιση του γράμματος Μ σε σχήμα αψίδας στο εμπορικό σήμα των ταχυφαγείων McDonalds, τη χαρακτηριστική απεικόνιση του γράμματος Ω στο σήμα της εταιρείας ρολογιών χεριού Omega, το χαρακτηριστικό Η στο σήμα της εταιρεία κατασκευής αυτοκινήτων Honda και στο σήμα της εταιρείας ξενοδοχείων Hilton, το χαρακτηριστικό Χ της εταιρείας φωτοτυπικών μηχανημάτων XEROX και την χαρακτηριστική απεικόνιση του γράμματος F της γνωστής εταιρείας σελίδας κοινωνικής δικτύωσης Facebook. Σ' αυτά τα πλαίσια επανέφερε και το ζήτημα του διαφορετικού χρωματισμού, συγκρίνοντας το χαρακτηριστικό Μ (σε σχήμα διπλής αψίδας) των McDonalds σε απεικονίσεις διαφορετικού χρώματος για να εισηγηθεί ότι όποιο χρώμα και αν χρησιμοποιηθεί, δεν προκαλείται διαφορά σε σχέση με τα χαρακτηριστικά στοιχεία του σήματος και συνεπώς ο παράγοντας χρώμα δεν θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα. Μάλιστα, παρέπεμψε στην κοινή πρακτική που ακολουθούν οι εξεταστές εμπορικών σημάτων διαφόρων χωρών να συγκρίνουν εμπορικά σήματα σε διάφορους τόνους του μαύρου/γκρίζου/άσπρου ούτως ώστε να διαφαίνεται με καθαρότητα η ομοιότητα στον τρόπο απεικόνισης και στα χαρακτηριστικά σημεία του λογοτύπου με άλλα εγγεγραμμένα εμπορικά σήματα. Αυτή η μέθοδος θα υποδήλωνε ακόμα πιο μεγάλη ομοιότητα μεταξύ των συγκρινόμενων εν προκειμένω συμβόλων Χ. Υπό το φως όλων των ανωτέρω ο κ. Χριστοφόρου κατέληξε ότι με βάση τη συνολική εν τέλει εντύπωση υφίσταται μεγάλος κίνδυνος σύγχυσης του κοινού εφόσον στοιχειοθετείται εξόφθαλμη ομοιότητα. Ο κ. Χαραλάμπους παρέπεμψε στις ίδιες νομικές αρχές και αποφάσεις καταλήγοντας όμως σε διαφορετική εισήγηση. Ως προς την οπτική ομοιότητα, δέχθηκε ότι υπάρχει κάποια ομοιότητα του γράμματος Χ όπως φαίνεται στα σήματα των εναγομένων και της ενάγουσας, αλλά υπάρχουν και σημαντικές διαφορές όπως για παράδειγμα οι επιλογές χρωμάτων, τα διαφορετικά υπόβαθρα (backround), η θέση που τοποθετείται το γράμμα Χ και το γεγονός ότι στα σήματα της ενάγουσας εμφανίζεται στο τέλος της λέξης. Υπέδειξε ότι προστατεύονται περισσότερο τα γράμματα που φαίνονται μόνα τους ή λέξεις όταν εμφαίνονται στην αρχή μιας πρότασης/λέξης και όχι στο τέλος. Ήταν η θέση του κ. Χαραλάμπους ότι η σημαντικότητα των εγγραφών της ενάγουσας εντοπίζεται στα τέσσερα γράμματα L, M, A, X τα οποία συνθέτουν την επωνυμία της εταιρείας LMAX. Συνεπώς τα κυρίαρχα στοιχεία είναι τα τέσσερα αυτά γράμματα εκ των οποίων το γράμμα Χ είναι στυλιζαρισμένο. Αυτό όμως, δεν παρέχει στην ενάγουσα αποκλειστικό μονοπώλιο προς αποκλεισμό της χρήσης παρομοίου σήματος όταν υπάρχει διαφορά μεταξύ των χρωμάτων αλλά και διαφορά στη χρήση πλαισίων. Σημειώνεται ότι το γράμμα Χ στις εγγραφές και τα σήματα της ενάγουσας τοποθετείται σ' ένα ή ακόμα και σε δύο πλαίσια, κάτι που δεν ισχύει για τα σημεία των εναγομένων. Εισηγήθηκε περαιτέρω ο κ. Χαραλάμπους ότι το γράμμα Χ της ενάγουσας δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα τόξο με δύο άκρα μέσα σ' ένα ή και δύο πλαίσια σε διαφορετικά χρώματα. Το γράμμα Χ των εναγομένων αποτελεί μέρος των λογοτύπων τους, έχει διαφορετικά χρώματα, έχει διαφορετικό backround, διαφέρει δε και στο σχήμα, εφόσον η ενάγουσα κόβει το γράμμα το δεξιό του σημείο σε αντίθεση με το Χ των εναγομένων το οποίο δεν έχει κανένα κόψιμο. Με αυτά ο κ. Χαραλάμπους κατέληξε ως προς την οπτική σύγκριση στην εισήγηση ότι το μόνο σημείο οπτικής ομοιότητας έγκειται στη χρήση του γράμματος Χ με παρόμοιο αλλά όχι ίδιο στυλ, το οποίο είναι τοποθετημένο σε εντελώς διαφορετικά σημεία, με διαφορετικά χρώματα, χωρίς πλαίσια, καθώς επίσης και δίπλα από εξ ολοκλήρου διαφορετικά γράμματα. Αυτά τα στοιχεία, κατέληξε, είναι σαφώς ανεπαρκή για να στοιχειοθετήσουν οπτική ομοιότητα ή εν πάση περιπτώσει η ομοιότητα είναι ελάχιστη. Σε σχέση με το ζήτημα της ακουστικής ομοιότητας ο κ. Χαραλάμπους εισηγήθηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο στη λέξη LMAX είναι το γράμμα L, ενώ δεν δίδεται καμία σημασία από ακουστικής πλευράς στο γράμμα Χ στα σήματα της ενάγουσας. Όπως αυτό είναι διατεταγμένο στα λογότυπα των εναγομένων υπάρχει ελάχιστη ηχητική ομοιότητα. Σε ό,τι αφορά την εννοιολογική ομοιότητα ο κ. Χαραλάμπους εισηγήθηκε ότι παρά το γεγονός πως οι δύο εναγόμενες εταιρείες έχουν μεγάλη εμπλοκή στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, η μια είναι εταιρεία ηλεκτρονικών προγραμμάτων, ενώ η άλλη παρέχει υπηρεσίες εμπορίας συναλλάγματος. Αυτό, για τον μέσο καταναλωτή, μπορεί να είναι το ίδιο πράγμα, αλλά για τους επιχειρηματίες και το συγκεκριμένο κοινό είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό, εφόσον οι διαφορετικές υπηρεσίες στον ίδιο τομέα πρέπει να διαχωρίζονται. Υπέδειξε περαιτέρω στα ίδια πλαίσια ότι το γράμμα Χ χρησιμοποιείται από την ενάγουσα στη λέξη "MAX" που παραπέμπει στη λέξη maximum. Αυτό είναι διαφορετικό από την έννοια στα σήματα των εναγομένων στα οποία το γράμμα Χ χρησιμοποιείται με μια άλλη λέξη με διαφορετικό νόημα, λ.χ. capital, fee, risk. Συνεπώς υπάρχει χαμηλή εννοιολογική ομοιότητα. Κατέληξε ο κ. Χαραλάμπους λέγοντας ότι δεδομένου πως η οπτική, ακουστική και εννοιολογική ομοιότητα είναι χαμηλή τα σήματα δεν ομοιάζουν και είναι διαφορετικά. Συνεπώς δεν μπορεί να υπάρχει παραβίαση σήματος ή πιθανότητα σύγχυσης. Έχοντας υπόψιν τις εκατέρωθεν θέσεις προχωρώ σε εξέταση του προβλήματος ως ακολούθως: Από οπτικής πλευράς υπάρχει, όπως έγινε παραδεκτό, κάποια ομοιότητα μεταξύ του γράμματος Χ στα σήματα των εναγομένων και στα σήματα της ενάγουσας, όμως υπάρχουν και οι διαφορές. Η ομοιότητα έγκειται στο σχήμα του γράμματος Χ. Δεν θεωρώ ότι έχει σημασία, όπως ο κ. Χαραλάμπους εισηγήθηκε, το ότι η ενάγουσα κόβει το γράμμα στο δεξιό του σημείο σε αντίθεση με το Χ των εναγομένων το οποίο δεν έχει κανένα κόψιμο. Αυτή, δεν είναι διαφορά τέτοια που θα μπορούσε να συγκρατηθεί στη μνήμη ως ειδοποιός διαφορά. Μια πιο σαφής διαφορά, αφορά τα χρώματα. Εν προκειμένω, η εισήγηση του κ. Χριστοφόρου ότι οι ενάγοντες δεν διεκδίκησαν προστασία στο χρώμα per se και ότι θα μπορούσε συνεπώς η σύγκριση να γίνει μεταξύ δυο γραμμάτων με χρωματισμούς στην κλίμακα μαύρου/γκρίζου/άσπρου με αποτέλεσμα τα χρώματα να μην έχουν σημασία, δεν θεωρώ ότι βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα. Στις σχετικές εγγραφές (τεκμήρια 1, 2, 3, 5, 6, 7, 8, 9, 10) ο χρωματισμός περιλαμβάνεται στο στυλ του γράμματος Χ και καταγράφεται. Δεν παραβλέπω την εισήγηση ότι μπορεί δυο σήματα να κριθούν ως οπτικώς όμοια ακόμη και όταν δεν έχουν τους ίδιους χρωματισμούς, όπως το παράδειγμα που έδωσε ο κ. Χριστοφόρου από την υπόθεση Agatha Ruiz de la Prada το οποίο όμως αφορούσε ένα χαρακτηριστικό σημείο, ήτοι ένα λουλούδι με πέντε πέταλα τοποθετημένα γύρω από ένα κύκλο. Εν προκειμένω, όσο και αν το γράμμα Χ έλαβε κάποιο στυλ, δεν απέκτησε διακριτικότητα τέτοια ώστε να μπορούσε μάλιστα η σύγκριση να γίνει σε κλίμακα μαύρου/γκρίζου/άσπρου. Οι δε ενάγοντες δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι τα χρώματα δεν έχουν σημασία από τη στιγμή που, ως άνω, οι ίδιοι περιέλαβαν τους χρωματισμούς στα σήματα που ενέγραψαν για προστασία. Ούτε το στυλ που έλαβε το γράμμα Χ στα σήματα της ενάγουσας απέκτησε την χαρακτηριστικότητα της διπλής αψίδας των McDonalds ή του γράμματος Η της Honda και του Hilton κ.ο.κ. Αντίθετα, εν προκειμένω θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι το ενδιαφερόμενο κοινό γενικώς δεν εκλαμβάνει ένα περιγραφικό στοιχείο, που αποτελεί τμήμα σύνθετου σήματος, ως το διακριτικό και προέχον στοιχείο της συνολικής εντύπωσης που προκαλεί το σήμα αυτό (υπόθεση CM Capital Markets Holding SA, T-563/08, ημερομηνίας 22/6/2010). Εν προκειμένω είναι φανερό ότι το γράμμα Χ είναι περιγραφικό της αγοράς στην οποία οι διάδικοι ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και παραπέμπει απευθείας στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες FOREX/FX/X. Είναι χαρακτηριστικό ότι το γράμμα Χ εμφανίζεται ως μέρος των λογοτύπων διαφόρων επιχειρήσεων που έλαβαν μέρος ως εκθέτες στην προαναφερθείσα έκθεση iFXEXPO με τρόπο καθαρά περιγραφικό (βλ. τεκμήριο 14). Προκύπτει έτσι ότι το γράμμα Χ είναι ένα κοινό (generic) γράμμα που χρησιμοποιείται στην συγκεκριμένη αγορά με την παραπάνω έννοια. Εν πάση περιπτώσει, η απεικόνιση του Χ στα σήματα των εναγόντων δεν είναι από μόνη της τέτοια ούτε έχει προσφερθεί μαρτυρία που να υποδηλώνει υψηλό διακριτικό χαρακτήρα. Ακουστική ομοιότητα στο βαθμό που το γράμμα Χ χρησιμοποιείται ως μέρος λέξεων στα σήματα των εναγομένων δεν υπάρχει, εφόσον το Χ σ' αυτή την περίπτωση τίθεται εν μέσω ή στο τέλος λέξεων με τέτοιο τρόπο ώστε να μην παραπέμπει ακουστικά στο σήμα της ενάγουσας. Στο βαθμό βεβαίως που το γράμμα Χ χρησιμοποιείται μόνο του (βλ. τεκμήριο 13 και cartoon στη σελίδα 2 του τεκμηρίου 17) υπάρχει ακουστική ταύτιση. Ως προς την εννοιολογική ομοιότητα, με το δέοντα σεβασμό δεν αποδέχομαι την εισήγηση ότι η κυρίαρχη έννοια είναι η έννοια maximum και ότι το Χ παραπέμπει εκεί. Το Χ παραπέμπει, ως άνω, κατά τρόπο περιγραφικό στις σχετικές υπηρεσίες. Συνεπώς υπάρχει εννοιολογική ομοιότητα. Το ερώτημα βέβαια θα πρέπει να απαντηθεί συνολικά, αφού αξιολογηθούν όλοι οι σχετικοί παράγοντες. Τέτοια δε αξιολόγηση θα πρέπει να γίνει λαμβανομένης αφενός υπόψιν της «ατελούς μνήμης» που χαρακτηρίζει γενικά τους καταναλωτές, αλλά αφετέρου και του γεγονότος πως οι συγκεκριμένες υπηρεσίες απευθύνονται σε συγκεκριμένο κοινό και όχι στο ευρύ καταναλωτικό κοινό. Είναι η θέση των ίδιων των εναγόντων ότι αυτοί και οι εναγόμενες απευθύνονται στο ίδιο κοινό ήτοι σε επενδυτές, χρηματιστές, οικονομολόγους και επαγγελματίες του κλάδου. Προκύπτει ότι αυτοί είναι πιο ενημερωμένοι και πιο προσεκτικοί απ' ότι θα ήταν οι καταναλωτές με την ευρεία έννοια του όρου στα πλαίσια καθημερινών καταναλωτικών συναλλαγών. Έτσι το τελικό, συνολικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο αντικρίζοντας τα συγκεκριμένα εκατέρωθεν σήματα οι συγκεκριμένοι καταναλωτές στα όρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσαν να εκλάβουν ότι τα προϊόντα/υπηρεσίες που προσφέρουν και/ή διαφημίζουν οι εναγόμενες και η ενάγουσα προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή άλλη επιχείρηση που είναι οικονομικά συνδεδεμένη με την πρώτη. Οι παράγοντες αλληλοσυνδέονται. Έτσι, όσο μεγαλύτερη είναι η ομοιότητα των προσφερομένων υπηρεσιών/προϊόντων, τόσο μειώνεται η ανάγκη στοιχειοθέτησης μεγάλης ομοιότητας των σημάτων. Η απλή όμως ομοιότητα των σημάτων δεν επαρκεί, εφόσον απαιτείται να στοιχειοθετηθεί κίνδυνος σύγχυσης ως ανωτέρω. Η πιθανότητα σύγχυσης είναι ζήτημα του δικαστηρίου και όχι των μαρτύρων. Στο σύγγραμμα KERLY'S LAW OF TRADE MARKS, 9η Έκδοση, παρ. 864, υπό τον τίτλο Evidence as to probability of deception, παρατίθεται σχετικώς το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Electrolux Ltd v. Electrics Ltd

(1954)71 R.P.C. 23: "The question of infringement, the question whether one mark is likely to cause confusion with another is a matter upon which the judge must make up his mind and which he and he alone must decide. He cannot abdicate the decision in that matter to witnesses before him. On the other hand, it is equally true that he must be guided in all these matters by the evidence before him and where the evidence is that there has been no confusion that is a matter material which the judge must take into account". Μαρτυρία για πραγματική εξαπάτηση (deception) δεν απαιτείται, αν και τέτοια μαρτυρία θα μπορούσε να αποτελέσει πολύ ισχυρή μαρτυρία περί της ομοιότητας μεταξύ των σημάτων. Η βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης. Ακόμα όμως κι αν το συμπέρασμα που θα μπορούσε να εξαχθεί από την έλλειψη τέτοιας μαρτυρίας θα ήταν πως δεν υπήρξε σύγχυση, ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός από μόνος του[7]. Έχοντας όλα τα παραπάνω κατά νου θεωρώ ότι παρά την ομοιότητα ή και ταύτιση στις υπηρεσίες, το ζήτημα της σύγχυσης με αναφορά στην ομοιότητα των σημάτων θα πρέπει τελικά να κριθεί αφού δοθεί η δέουσα σημασία στο χαρακτηριστικό της υπόθεσης αυτής, ότι δηλαδή οι υπηρεσίες απευθύνονται σ' ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό και ότι το γράμμα Χ γι' αυτό το κοινό είναι αμέσως περιγραφικό των υπηρεσιών που προσφέρονται. Η καθοριστική σημασία που μπορεί να αποκτήσει το εξειδικευμένο κοινό διαπιστώθηκε ήδη στην υπόθεση Re Pianotist Co's Appln
(1906)23 RPC που αφορούσε τα σήματα Neola και Pianola αναφορικά με μουσικά όργανα. Κρίθηκε ότι δεν υπήρχε πιθανότητα σύγχυσης λαμβανομένου υπόψιν και του είδους των καταναλωτών. Η προσέγγιση αυτή χαρακτηρίζει και την πολύ πιο πρόσφατη προαναφερθείσα υπόθεση CM Capital Markets η οποία αφορούσε χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Κρίθηκε πως το ενδιαφερόμενο κοινό απαρτίζεται από καταναλωτές ιδιαίτερα συνετούς, καλώς ενημερωμένους και γνώστες της βασικής αγγλικής χρηματοοικονομικής ορολογίας έτσι ώστε να μην μπορούσαν να συγχυστούν υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης. Σχετική είναι επίσης η προαναφερθείσα υπόθεση F@ir Credit, R-719/2010-1, ημερομηνίας 03/02/2011 όπου ελήφθη υπόψιν ότι προκειμένου περί εξειδικευμένων υπηρεσιών που έχουν σημαντικές οικονομικές συνέπειες για τους χρήστες τους, το επίπεδο προσοχής των καταναλωτών αναμένεται να είναι ψηλό. Η παραπάνω αρχή ότι κριτής του κινδύνου εξαπάτησης είναι το δικαστήριο, ότι κατά κανόνα δεν είναι ζήτημα μαρτυρίας και ότι τέτοια άμεση μαρτυρία είναι πολύ περιορισμένης αξίας, εναρμονίζεται περισσότερο με τις κλασσικές εκείνες περιπτώσεις του καθημερινού καταναλωτή. Χωρίς η αρχή να αναιρείται, είναι δυνατόν στις περιπτώσεις εξειδικευμένου καταναλωτή να έχει ρόλο η μαρτυρία που είτε εξουδετερώνει την πιθανότητα σύγχυσης, είτε αντίθετα καταδεικνύει σύγχυση στους συγκεκριμένους καταναλωτές. Παράδειγμα της πρώτης περίπτωσης δίδει η υπόθεση Ash (Claudius) Son & Co Ltd v. Invicta Manufacturing Co Ltd
(1912)29 RPC 456 στην οποία προσφέρθηκε μαρτυρία από μέλη του συγκεκριμένου και περιορισμένου κοινού (οδοντίατροι και βοηθοί τους) ότι ουδείς εξαπατήθηκε. Ενώ για τη δεύτερη περίπτωση παραπέμπω στην εν λόγω υπόθεση CM Capital Markets στην οποία ελήφθη υπόψιν πως η προσφεύγουσα δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα ή στοιχείο προκειμένου να αποδείξει ότι οι χρήστες των σχετικών υπηρεσιών δεν ήταν ιδιαίτερα συνετοί και καλώς ενημερωμένοι λαμβανομένης υπόψιν της φύσεως των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών τις οποίες αφορούσαν τα επίμαχα σήματα. Εν προκειμένω, δεν θεωρώ ότι θα ήταν αναμενόμενο από το συγκεκριμένο ενδιαφερόμενο κοινό, παρά την ομοιότητα στο σχήμα του γράμματος Χ, να εξαπατηθεί και να αντιληφθεί ότι η χρήση του γράμματος Χ από τις εναγόμενες, ακόμα και στην περίπτωση που αυτό χρησιμοποιείται από μόνο του, δεν παραπέμπει στη φύση των υπηρεσιών, αλλά ότι δημιουργεί την εικόνα πως το προϊόν προέρχεται από την ενάγουσα ή από οικονομικώς συνδεδεμένη με αυτή εταιρεία. Ενόψει αυτής της διαπίστωσης θα ήταν χρήσιμη η μαρτυρία από τον κύκλο των συγκεκριμένων καταναλωτών για το ζήτημα της σύγχυσης, όχι υπό την έννοια ότι ανατρέπεται ο εν λόγω κανόνας, αλλά υπό την έννοια ότι επί του υφιστάμενου μαρτυρικού υλικού το δικαστήριο δεν αισθάνεται την απαιτούμενη ασφάλεια για να προβεί σε διαπίστωση περί πιθανότητας σύγχυσης μιας τόσο εξειδικευμένης ομάδας επαγγελματιών των οποίων οι αποφάσεις είναι τόσο σημαντικές ώστε να αναμένεται πολύ υψηλό επίπεδο προσοχής εκ μέρους τους. Δεν παραβλέπω τη διαφορά σε περίπτωση που το σήμα χρησιμοποιείται από μόνο του από τις περιπτώσεις που χρησιμοποιείται ως μέρος των διαφόρων λέξεων. Όμως στο τεκμήριο 13 απεικονίζεται παράλληλα και ως μέρος της λέξης SIRIX, ενώ το cartoon στο τεκμήριο 17 είναι μέρος της ιστοσελίδας της LEVERATE χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία ότι συσχετίζεται με την LEVERATE και τα προϊόντα της και χωρίς λογικά περιθώρια για άμεσο ή έμμεσο συσχετισμό με την ενάγουσα και τα σήματα της. Είναι υπ' αυτές τις περιστάσεις που δεν διαφοροποιώ την περίπτωση της χρησιμοποίησης του Χ από μόνο του από τη βασική και καθοριστική κατάληξη ότι δεν αισθάνομαι ασφάλεια ότι το συγκεκριμένο κοινό μπορεί υπό τις περιστάσεις να συγχυστεί και να εξαπατηθεί. Ενόψει τέτοιας διαπίστωσης καταρρίπτονται και οι δύο βάσεις αγωγής, ήτοι και η παραβίαση εμπορικού σήματος και ο αθέμιτος ανταγωνισμός και η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο./κ.π. [1] SIRIX, LX RISK, LX CRM, LX CAPITAL, LX FEED, LX SUITE. [2] Waterford Stellenbosch C-398/07 P, ημερ. 7/5/09, υπόθεση Flaco T-74/10 ημερ. 11/5/11 και υπόθεση Loopia T-150/2010, ημερ. 29/9/11. [3] Υποθέσεις LiBRO, T-418/07, ημερομηνίας 18/06/2009, ALPINE PRO SPORTSWEAR AND EQUIPEMENT, Τ-4234/10, ημερομηνίας 15/11/2011 και Agatha Ruiz de la Prada, Τ-523/08, ημερομηνίας 13/9/2011. [4] SIRIX, LXSUITΕ, LXRISK, LXCAPITAL, LXFEED, LXCRM (στο τεκμήριο 17 υπάρχουν και άλλα λογότυπα τα οποία όμως δεν αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης). [5] De Cordova and others v. Vick Chemical Co
(1951)68 RPC 106, Lloyd Schuhfabrik Meyer & Co. GmbH v. Klijsen Handel BV
(1999)ETMR 690 και Re Sandow
(1914)31 RPC
  1. [6] ACTIVY media Gateway, T-434/2005 ημερομηνίας 27/11/2007, QUARTZ, T-328/205 ημερομηνίας 01/7/2008, F@ir Credit, R-719/2010-1, ημερομηνίας 03/02/2011 και CARBON CAPITAL MARKETS, T-563/08, ημερομηνίας 22/06/
  2. [7] KERLY'S LAW OF TRADE MARKS, 9η Έκδοση, σελ. 474-
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.