← Κύπρος

A & F ELECTROQUIP LTD ν. D.O.M.S. CARS LTD, Αρ. Αγωγής: 8342/2006, 25/8/2014

A & F ELECTROQUIP LTD ν. D.O.M.S. CARS LTD, Αρ. Αγωγής: 8342/2006, 25/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A328 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8342/2006 Μεταξύ A & F ELECTROQUIP LTD, από την Πάφο Ενάγουσα και D.O.M.S. CARS LTD, από τη Λευκωσία Εναγόμενη 25 Αυγούστου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Τσιαπαλής. Για ν' ακούσει απόφαση: κα Ε. Κούσιου Για την Εναγόμενη: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους. Για ν' ακούσει απόφαση: κ. Α. Αναστασίου. Παρών ο κ. Φ. Στυλιανού διευθυντής της ενάγουσας ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εκδοχή της ενάγουσας Η εναγόμενη εταιρεία ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος και/ή εισαγωγέας των αυτοκινήτων και εξαρτημάτων Renault στην Κύπρο. Από το 1992 είχε ορίσει ως αποκλειστικό αντιπρόσωπό της στην Πάφο για τα εν λόγω προϊόντα την ενάγουσα. Η τελευταία σχετική μεταξύ τους συμφωνία υπεγράφη στις 15/10/2002 με ισχύ μέχρι 30/9/
  2. Όμως η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 9/10/2003 (Τεκμήριο 5) επικαλούμενη, ότι από 1/5/2004, (ημερομηνία προσχώρησης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση) θα έπαυε να αντιπροσωπεύει αποκλειστικά τα εν λόγω προϊόντα στην Κύπρο, τερμάτισε τη συμφωνία με ισχύ από 30/4/
  3. Η ενάγουσα χαρακτηρίζει τον τερματισμό ως παράνομο, καταχρηστικό και κακόπιστο ισχυριζόμενη ότι ο σκοπός ήταν όπως η εναγόμενη επανακτήσει την επαρχία Πάφου για σκοπούς πώλησης των προϊόντων παραβιάζοντας τον υγιή ανταγωνισμό και εκμεταλλευόμενη καταχρηστικά τη σχέση οικονομικής εξάρτησης που υπήρχε μεταξύ της και της ενάγουσας. Αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης ότι δεν αποδέχθηκε τη θέση αυτή της εναγόμενης και απαίτησε την παραχώρηση καθεστώτος επ' αόριστον εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου, με βάση σχετικό ευρωπαϊκό κανονισμό. Παρά τις παραστάσεις της ενάγουσας η εναγόμενη επέμεινε στη θέση της και τελικά από 31/7/2004 διέκοψε πλήρως κάθε εμπορική σχέση και συνεργασία με την ενάγουσα. Είναι η δικογραφική θέση της ενάγουσας ότι είχε δημιουργήσει σημαντικό κύκλο εργασιών πωλώντας αποκλειστικά τα εν λόγω προϊόντα καθώς και μεταχειρισμένα αυτοκίνητα τα οποία αποδεχόταν ως μέρος του τιμήματος κατά την πώληση των αντιπροσωπευομένων προϊόντων. Τα κέρδη κατ' έτος από το 1997 μέχρι τον Ιούλιο 2004, που ως άνω σταμάτησε η συνεργασία, καθορίζονται στην έκθεση απαίτησης ως ακολούθως: Χρονολογία Πωλήσεις £ Κέρδη £ α. 1997 403.200,00 29.991,00 β. 1998 439.399,00 24.524,00 γ. 1999 455.763,00 66.940,00 δ. 2000 693.814,00 95.435,00 ε. 2001 1.820.332,00 231.922,00 στ. 2002 1.543.860,00 146.831,00 ζ. 2003 1.035.637,00 66.222,00 η. 2004 (Ιανουάριος-Ιούλιος) 691.171,00 82.593,00 Ήταν η θέση της ενάγουσας ότι από τον Νοέμβριο και/ή Δεκέμβριο 2003 λόγω της αλλαγής του φορολογικού καθεστώτος οι πωλήσεις των καινούργιων αυτοκινήτων αυξήθηκαν ραγδαία και έτσι κατά την περίοδο από 1/1/04 μέχρι τις 30/9/2007 που θα έληγε η συμφωνία θα είχαν υπολογιζόμενο συνολικό κέρδος ύψους £579.043 (€989.353,70). Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι για την περίοδο 2007-2016, σε περίπτωση παραχώρησης καθεστώτος εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου, η ενάγουσα θα είχε συνολικά κέρδη £2.436.915 (€4.163.716,50). Άλλο παράπονο της ενάγουσας είναι ότι μετά την αλλαγή του φορολογικού καθεστώτος είχε πωλήσει 120 αυτοκίνητα Renault για τα οποία όμως η εναγόμενη αυθαίρετα καθόρισε μειωμένο περιθώριο κέρδους και/ή προμήθειας σε σχέση με το μέχρι τότε καθορισμένο, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί ζημιά £13.750 (€23.493). Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη της οφείλει £50.000 (€85.430) για 50 αυτοκίνητα Renault τα οποία η εναγόμενη πώλησε στην επαρχία Πάφου ενώ ήταν αποκλειστική αντιπρόσωπος η ενάγουσα. Τέλος, η ενάγουσα ισχυρίζεται πως η επιχείρησή της κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε αξία £711.416 (€1.215.526) ενώ με την διακοπή των εμπορικών σχέσεων η αξία αυτή εκμηδενίστηκε με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί ισόποση ζημία. Με βάση τα παραπάνω η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί ζημίες και/ή απώλειες. Δίδονται λεπτομέρειες στο σώμα της έκθεσης απαίτησης με συγκεκριμένα ποσά ήτοι €989.353,70 σε σχέση «με το υφιστάμενο καθεστώς συνεργασίας μέχρι 30/9/2007», €4.163.716,50 σε σχέση «με το καθεστώς εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου από 2007-2016», €1.215.526 για απώλεια αξίας επιχείρησης, €23.493 για μειωμένη προμήθεια για τα 120 αυτοκίνητα και €85.430 για τη διάθεση 50 αυτοκινήτων στην Πάφο. Όμως στο παρακλητικό της αγωγής δεν ζητούνται ακριβώς τα παραπάνω ποσά, αλλά το ποσό των €23.493, των €85.430 και του €1.215.
  4. Περιπλέον ζητούνται «αποζημιώσεις γενικές και/ή ειδικές πέραν του €1.000.000 για αθέτηση και/ή παράβαση και/ή παράνομο τερματισμό συμφωνίας». Επιπρόσθετα ζητείται δήλωση ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν άκυρος, παράνομος και αντισυμβατικός. Σημειώνεται ότι σειρά απαιτήσεων απεσύρθη στο στάδιο της τελικής αγόρευσης. Μεταξύ αυτών απεσύρθησαν οι αξιώσεις σε σχέση με το «καθεστώς εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου» και η αξίωση για αποζημιώσεις λόγω παράβασης των αρχών του ανταγωνισμού και/ή για καταχρηστική εκμετάλλευση σχέσης οικονομικής εξάρτησης. Η εκδοχή της εναγόμενης Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ναι μεν η συμφωνία είχε διάρκεια μέχρι 30η Σεπτεμβρίου 2007, όμως περιελάμβανε πρόνοια ότι θα τερματιζόταν αυτόματα και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση και/ή απαίτηση για αποζημιώσεις όταν η εναγόμενη θα έπαυε καθ' οιονδήποτε λόγο να αντιπροσωπεύει αποκλειστικά τα προϊόντα (όρος 10.1). Ισχυρίζεται περαιτέρω συναφώς ότι από 30/4/2004, τελευταία ημέρα πριν την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έπαυσε να είναι αποκλειστικός αντιπρόσωπος της Renault Γαλλίας στην Κύπρο κατά άμεση εφαρμογή του Κανονισμού 1400/2002 με αποτέλεσμα η συμφωνία ημερομηνίας 15/10/2002 να έχει τερματιστεί ή διαζευκτικά η εκπλήρωση της να έχει καταστεί αδύνατη. Η εναγόμενη επικαλείται και μια άλλη βάση για τερματισμό της συμφωνίας ισχυριζόμενη ότι εδικαιούτο να τερματίσει, με γραπτή ειδοποίηση 15 ημερών, εάν οι πωλήσεις της εναγόμενης στην επαρχία Πάφου δεν ήταν τουλάχιστον ίσες με το ποσοστό πωλήσεων της ενάγουσας στην παγκύπρια αγορά αυτοκινήτων. Είναι συναφώς η δικογραφική θέση της εναγόμενης ότι οι πωλήσεις της ενάγουσας στην πόλη και επαρχία Πάφου κατά τα έτη 2002 και 2003 δεν ήταν ίσες με το ποσοστό πωλήσεων της εναγόμενης στην παγκύπρια αγορά αυτοκινήτων. Για το 2002 τα ποσοστά ήταν 5.9% παγκύπρια και 5.1% στην Πάφο και για το 2003 ήταν αντιστοίχως 11.6% και 5.9%. Για τους παραπάνω λόγους η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός ήταν νομότυπος. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ότι δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση να καταστήσει την ενάγουσα επ' αόριστον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό της. Εκείνο που θα μπορούσε να κάμει η ενάγουσα ήταν να απευθυνθεί είτε προς την κατασκευάστρια εταιρεία είτε σε άλλο διανομέα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την απευθείας εισαγωγή αυτοκινήτων μάρκας Renault. Ως προς τους ισχυρισμούς περί ζημιών και απωλειών η εναγόμενη προβάλλει σχετικές αρνήσεις και περιπλέον τη θέση ότι η ενάγουσα είχε ως κύρια ασχολία της την εμπορία ηλεκτρικών συσκευών και άλλων συναφών ειδών. Εν πάση περιπτώσει, είναι η θέση της ότι από τις αρχές του 2005 η ενάγουσα κατέστη, χρησιμοποιώντας τους ίδιους εκθεσιακούς χώρους, μεταπωλητής και κατά τόπον αντιπρόσωπος των οχημάτων Ford που κατά τα έτη 2005-2008 είχε μερίδιο στην αγορά παγκυπρίως και στην Πάφο κατά πολύ μεγαλύτερο του μεριδίου των οχημάτων Renault με αποτέλεσμα να είχε μεγαλύτερα κέρδη παρά εάν θα συνεχιζόταν η επίμαχη συμφωνία. Ως προς τους λοιπούς ισχυρισμούς της ενάγουσας, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ουδέποτε καθόρισε μειωμένο κέρδος ή προμήθεια αυθαίρετα και ότι στην περίπτωση που υπήρξε οποιαδήποτε διαφοροποίηση στην τιμή πώλησης αυτή έγινε κατόπιν συνεννόησης με την ενάγουσα και με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν πώλησε 50 οχήματα στην επαρχία Πάφου. Η συμφωνία ημερομηνίας 15/10/2002 και το ιστορικό όπως φαίνεται σε διάφορα τεκμήρια Με τη συμφωνία ημερομηνίας 15/10/2002 η εναγόμενη διόρισε την ενάγουσα ως αποκλειστικό αντιπρόσωπο των προϊόντων της DOMS (ενάγουσας) στην πόλη και επαρχία της Πάφου. Ως «προϊόντα της DOMS» ορίστηκαν αυτοκίνητα και εξαρτήματα της αυτοκινητοβιομηχανίας RENAULT. Η διάρκεια της συμφωνίας ορίστηκε στα πέντε έτη αρχής γενομένης από 1/10/2002, ήτοι μέχρι την 31/9/2007 εκτός εάν ήθελε τερματισθεί ενωρίτερα με βάση την παράγραφο 10 της συμφωνίας η οποία ρύθμιζε τα περί τερματισμού της συμφωνίας. Σχετικές με την παρούσα διαδικασία είναι οι παράγραφοι 10.1 και 10.2 οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «10.1 Η παρούσα συμφωνία θα τερματίζεται αυτόματα και χωρίς οιαδήποτε προειδοποίηση και/ή απαίτηση για αποζημιώσεις όταν η DOMS παύσει καθ' οιονδήποτε λόγο ν' αντιπροσωπεύει αποκλειστικά τα Προϊόντα. 10.2 Η DOMS δικαιούται να τερματίσει την παρούσα συμφωνία εάν ο Αντιπρόσωπος δεν τηρεί τις υποχρεώσεις και/ή παραβαίνει τις πρόνοιες των άρθρων 5, 7, 9 της συμφωνίας και αφού του δοθεί γραπτή προειδοποίηση 15 ημερών να συμμορφωθεί και δεν πράξει τούτο.» Ως προς την παράγραφο 5, σχετική είναι η πρόνοια 5.4 που έχει ως ακολούθως: «5.4 Θα αγοράζει από την DOMS για μεταπώληση/λιανική πώληση στην περιοχή Πάφου όγκο προϊόντων που να αντιστοιχεί στο παγκύπριο ποσοστό συμμετοχής της DOMS στην αγορά καινούργιων αυτοκινήτων. Πιο συγκεκριμένα, οι στόχοι πωλήσεων της Αντιπροσώπου στην περιοχή της κάθε χρόνο, θα είναι τουλάχιστον ίσοι με το ποσοστό πωλήσεων της DOMS στην παγκύπρια αγορά αυτοκινήτων». Στις 9/10/2003 οι εναγόμενοι μέσω του διευθυντή τους κ. Κυριάκου Ζηντίλη (ΜΥ2) ειδοποίησε τους ενάγοντες με επιστολή (τεκμήριο 5) ως ακολούθως: «Όπως πιθανόν να γνωρίζετε, από την 1.5.04 η εταιρεία μας θα παύσει να αντιπροσωπεύει αποκλειστικά τα προϊόντα της αυτοκινητοβιομηχανίας RENAULT ήτοι αυτοκίνητα και εξαρτήματα και τούτο σύμφωνα με οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εν όψει της εξέλιξης αυτής αναφερόμεθα στη μεταξύ μας γραπτή συμφωνία ημερ. 15.10.02 και με βάση τον όρο 10.1 αυτής, σας πληροφορούμε ότι η μεταξύ μας συμφωνία τερματίζεται στις 30.4.
  5. Η εταιρεία μας μέχρι την 30.4.04 θα συνεχίσει να τηρεί τις υποχρεώσεις της που πηγάζουν από την εν λόγω συμφωνία. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω η εταιρεία μας είναι πρόθυμη να συζητήσει και διαβουλευθεί μαζί σας μια νέα συμφωνία για πιθανή νέα συνεργασία μετά την 30.4.
  6. Εάν επιτευχθεί τέτοια συμφωνία θα αρχίζει να ισχύει από την 1.5.
  7. Ειλικρινά λυπούμαστε για την πιο πάνω εξέλιξη αλλά αυτή κατέστη αναγκαία λόγω της εφαρμογής οδηγιών της Ε.Ε.» Ακολούθησε αλληλογραφία στην οποία οι διάδικοι επέμεναν στις θέσεις τους (τεκμήρια 6-35). Περιπλέον στην αλληλογραφία αυτή επιμαρτυρείται προσπάθεια επίτευξης νέας συμφωνίας η οποία απέτυχε. Σ' αυτά τα πλαίσια η συνεργασία των μερών συνεχίστηκε για κάποια περίοδο, παρά τη δεδηλωμένη θέση των εναγομένων ότι η συμφωνία είχε τερματιστεί. Η μαρτυρία αναφορικά με τον πρώτο λόγο τερματισμού Σε σχέση με το βασικό κορμό της επίδικης ιστορίας δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές. Η ύπαρξη της συμφωνίας και ο τερματισμός της εκ μέρους των εναγομένων αποτέλεσαν κοινό τόπο. Ο κ. Ανδρέας Μαυροβούνης (ΜΕ3), ένας εκ των διευθυντών της ενάγουσας, εκείνο που αναφέρει σχετικά είναι ότι η πλευρά της ενάγουσας δεν έκανε αποδεκτή την προβληθείσα από τους εναγόμενους δικαιολογία για τερματισμό. Αναφέρει επίσης ότι γίνονταν διαπραγματεύσεις και ότι τελικά η εναγόμενη επιμένουσα στις θέσεις της, από τις 31/7/2004 διέκοψε κάθε εμπορική σχέση με την ενάγουσα και σταμάτησε να δέχεται παραγγελίες και να την προμηθεύει με αυτοκίνητα, καινούρια και μεταχειρισμένα. Ήταν ο ισχυρισμός του κ. Μαυροβούνη σε γραπτή του δήλωση που κατατέθηκε ως μέρος της κύριας εξέτασής του πως ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι από 1/5/2004 έπαυσε να αντιπροσωπεύει τη RENAULT στην Κύπρο, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η δική του θέση είναι πως η εναγόμενη συνέχισε να είναι ο μοναδικός εισαγωγέας και αντιπρόσωπος των RENAULT στην Κύπρο μέχρι τη στιγμή που πώλησε τη σχετική επιχείρηση στην εταιρεία FAIRWAYS. Προέβαλε τον ειδικότερο ισχυρισμό ότι μετά τη διακοπή της συνεργασίας της με την εναγομένη, επικοινώνησαν με τη RENAULT Γαλλίας για να τους προμηθεύσει με τα προϊόντα της αλλά η RENAULT αρνήθηκε υποδεικνύοντας τους ότι υπάρχει αντιπρόσωπος/εισαγωγέας στην Κύπρο, δηλαδή την DOMS, στην οποία τους παρέπεμψε. Ίδια απάντηση έλαβαν και όταν αποτάθηκαν στους αντιπροσώπους της RENAULT στη Μάλτα όπου τα αυτοκίνητα είναι επίσης δεξιοτίμονα. Αναφέρθηκε επίσης σε διαφημίσεις και σε δημοσιεύματα της εναγομένης στα οποία συνέχισε και παρουσιάζεται ως αντιπρόσωπος της RENAULT. Από δικής του πλευράς ο ΜΥ2, Κυριάκος Ζηντίλης που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος και διευθύνων σύμβουλος των εναγομένων, ανέφερε ότι όταν επρόκειτο να ενταχθεί η Κύπρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είχαν ακυρωθεί όλα τα συμβόλαια αντιπροσωπείας τα οποία αντικαταστάθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο από «συμβόλαια της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Αυτός ήταν κατά πρώτο ο λόγος τερματισμού και δεύτερο διότι η ενάγουσα εταιρεία δεν εκπλήρωνε τους στόχους πωλήσεων. Παρέπεμψε σχετικά σε επιστολή από τη διεύθυνση Direction des Opérations Internationales προς τους εναγόμενους που φέρει ημερομηνία 21/7/2002 (τεκμήριο 43) στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "The signature of the Treaty on Accession to the European Union in Athens last April 16th will lead to the direct application of EC law in Cyprus as of May 1st,
  8. As regards distribution of motor vehicles, this means the implementation of the new Block Exemption Regulation (EC) N°1400/2002 of July 31st,
  9. This new Regulation which results from the thorough reform initiated by the European Commission, will as of May 1st, 2004 lead to major changes in the current legal framework, having a direct impact on the current distribution system. Indeed, as of May 1st, 2004, the distribution agreements currently in force do not benefit from the exemption granted by the new Regulation. Accordingly, RENAULT and its distributors must commercially and legally reorganize their motor vehicle distribution in order to adapt it to the new legal framework. Consequently, we inform you that we must terminate your agreement, in accordance with its Article 18, the contractual notice period for termination expiring on April 30th,
  10. You will agree that the reorganization of motor vehicle distribution is not due to RENAULT's wishes, but to the implementation of the new Regulation. For this reason and independently of this legal obligation, RENAULT intends to continue working with you in developing the distribution of its products and services. As the Accession Treaty will come into force on May 1st, 2004, we will provide you as soon as possible and at the latest on April 30th, 2004, with the Agreement, along with the main appendices on selection criteria, and the steps to follow in concluding the new agreement. The conclusion of the new agreement will be subject to the performance of current contractual obligations during the transition period and your compliance with the selection criteria as provided for in the new agreement.(ο τονισμός στο κείμενο) This new agreement will be drafted according to the rules governing quantitative and qualitative selective distribution as stated in the new Regulation on sales of new vehicles. As regards after-sale and ancillary services, this agreement will comply in particular with the rules on qualitative selective distribution. In addition, we stress that the new Regulation also applies, as far as specific provisions are concerned, to agreements entered into with your network. Therefore, we believe that you should check the consequences of its impact on the said agreements in order to be able to begin with the required reorganization of your network. RENAULT is of course at your disposal to bring you any and all necessary assistance with regard to any issue that this reorganization might raise. We thank you in the name of RENAULT for your comprehension and cooperation in implementing this transition in the best and most efficient conditions possible". Ο κ. Ζηντίλης ανέφερε ότι δεν γνώριζαν ποια μορφή θα είχαν τα νέα συμβόλαια. Αργότερα, υπέγραψαν νέα συμφωνία αντιπροσώπευσης της μάρκας RENAULT στην Κύπρο και συνέχισαν μεν έκτοτε να εμπορεύονται αυτοκίνητα RENAULT μέχρι το 2009, όχι όμως ως αποκλειστικοί αντιπρόσωποι αλλά υπό το φως του νέου Κανονισμού. Ρωτήθηκε ο κ. Ζηντίλης αντεξεταζόμενος γιατί να υπογράψουν την επίδικη συμφωνία στις 15/10/2002 με ισχύ μέχρι τις 30/9/2007, εφόσον είχαν ήδη υπόψη τους το τεκμήριο 43, που φέρει ημερομηνία 21/7/
  11. Απάντησε ότι το έκαναν για να «νιώθουν καλύτερα οι συνεργάτες τους» προσθέτοντας ότι έθεσαν όρους που θα κάλυπταν την περίπτωση απώλειας της αποκλειστικής αντιπροσωπείας στην Κύπρο. Αρνήθηκε δε, ότι ο λόγος που είχαν τερματίσει τη συμφωνία ήταν γιατί δεν ήθελαν να αποκτήσουν οι ενάγοντες την ιδιότητα εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου, δηλαδή ανεξάρτητου εμπορευόμενου για το δικό τους όφελος, επιδιώκοντας αντίθετα να παραμείνουν συνεργάτες και υπηρέτες των συμφερόντων τους. Η νομική πτυχή σε σχέση με τον πρώτο λόγο τερματισμού Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων επικαλέσθηκε το δόγμα της επιγενόμενης αδυναμίας εκτέλεσης/ματαίωσης της σύμβασης (frustration). Δεν είναι όμως αυτή η περίπτωση, εφόσον η ματαίωση της συμφωνίας ως παράγοντας που απαλλάσσει από την υποχρέωση εκπλήρωσης της έχει νόημα εάν το επιγενόμενο καταλυτικό για τη σύμβαση γεγονός επέρχεται κατά τρόπο που τα μέρη δεν είχαν προβλέψει. Όπως υπέδειξε με αναφορά σε παλαιότερη νομολογία ο Lord Radcliffe στην υπόθεση Davis Contractors Ltd v. Fareham Urban District Council

(1956)AC 696 (H.L.): ". the decision must be given "irrespective of the individuals concerned, their temperaments and failings, their interest and circumstances" (Hirji Mulji v. Cheong Yue Steamship Co. Ltd
(1926)AC 497). The legal effect of frustration "does not depend on their intention on their opinions, or even knowledge, as to the event." On the contrary, it seems that when the event occurs "the meaning of the contract must be taken to be, not what the parties did intend (for they had neither thought nor intention regarding it) but what which the parties, as fair, and reasonable men, would presumably have agreed upon if, having such possibility in view, they had made express provision as to their several rights and liabilities in the event of its occurrence" (Dahl v. Nelson
(1881)6 App Cas 38 per Lard Watson)". Εν προκειμένω, κατά την υπογραφή της συμφωνίας, όχι απλώς προβλέφθηκε ως ενδεχόμενο η παύση της αποκλειστικής αντιπροσώπευσης από την DOMS, αλλά ρητά τέθηκε ως λόγος αυτόματου τερματισμού της συμφωνίας με τον όρο 10.1. Συνεπώς, η συζήτηση κατά πόσο η ενέργεια των εναγομένων ήταν συμβατική ή όχι θα πρέπει να συναρτηθεί με την ερμηνεία του όρου 10.1 και τα σχετικά γεγονότα και όχι να εξεταστεί υπό το φως του δόγματος της ματαίωσης όπως έγινε στην περίπτωση της υπόθεσης Fereos Ltd v. Weitnauer Services Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1021 στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων. Η ερμηνεία του όρου 10.1 δεν είναι έργο δύσκολο. Ρητά προβλέπεται ο τερματισμός «όταν η DOMS παύσει καθ' οιονδήποτε λόγο να αντιπροσωπεύει αποκλειστικά τα Προϊόντα». Προβλέπεται μάλιστα ότι ο τερματισμός θα είναι αυτόματος, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση και/ή απαίτηση για αποζημιώσεις. Το γεγονός δε, που είναι σχετικό είναι το τεκμήριο
  1. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας εισηγήθηκε ότι με το τεκμήριο 43 τερματίστηκε η συμφωνία μεταξύ RENAULT και DOMS με σκοπό την αναδιοργάνωση του δικτύου διανομής και όχι η μεταξύ τους συνεργασία. Το ότι ουδέποτε σταμάτησε η συνεργασία RENAULT-DOMS και ότι υπήρξε μεταξύ τους νέα συμφωνία, έγινε παραδεκτό από τον ΜΥ2, είπε ο κ. Τσιαπαλής ο οποίος παρέπεμψε και σε σειρά δημοσιευμάτων που επιβεβαιώνουν ότι η εναγόμενη συνέχισε να εισάγει και να διανέμει τα αυτοκίνητα RENAULT στην Κύπρο. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων αναφέρθηκε στο γεγονός ότι κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας (15/10/2002) οι εναγόμενοι ήδη γνώριζαν από το Τεκμήριο 43 (21/7/2002) ότι από 1/5/2004 θα έπαυαν να αντιπροσωπεύουν τα RENAULT και ότι, παρά ταύτα, προχώρησαν σε συμφωνία διάρκειας μέχρι το
  2. Αυτό καταδεικνύει, είπε, ότι οι εναγόμενοι προχώρησαν στην υπογραφή της συμφωνίας γιατί ουδέποτε τέθηκε θέμα τερματισμού της ιδιότητας τους ως αποκλειστικοί αντιπρόσωποι της RENAULT στην Κύπρο. Αυτά, είπε, είναι μεταγενέστερες επινοήσεις και στην πραγματικότητα δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 10.1 της επίδικης συμφωνίας. Ο κ. Παπαχαραλάμπους εισηγήθηκε ότι όχι απλώς συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του όρου 10.1, αλλά και ότι ο λόγος που επικαλέστηκε η κατασκευάστρια εταιρεία είναι, ούτως ή άλλως, αδιάφορος, εφόσον εκείνο που είχε σημασία κατά τον όρο 10.1 ήταν να παύσει η DOMS για οποιοδήποτε λόγο να αντιπροσωπεύει αποκλειστικά τα προϊόντα, όπως έγινε με την επιστολή τεκμήριο
  3. Πράγματι η επιστολή, τεκμήριο 43, αναφέρεται σαφώς και έχει το νόημα του τερματισμού της συμφωνίας μεταξύ RENAULT-DOMS από 30/4/
  4. Είναι όντως αδιάφορος ο λόγος που επικαλέστηκαν οι RENAULT, αν και δεν έχει αμφισβητηθεί. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι με βάση το τεκμήριο 43, από 30/4/2004 η DOMS έπαυσε να αντιπροσωπεύει αποκλειστικά τα προϊόντα. Τα δημοσιεύματα που στοιχειοθετούν μεταγενέστερη συνεργασία δεν αλλάζουν το γεγονός ότι η επίδικη συμφωνία είχε αυτόματα τερματισθεί ανεξάρτητα από το εάν υπήρξε μεταγενέστερη συνεργασία ή και συμφωνία επί άλλης βάσης. Δεν έχει σημασία ούτε το επιχείρημα των εναγόντων αναφορικά με τη στάση των εναγομένων να υπογράψουν τη συμφωνία στις 15/10/2002, εάν είχαν την επιστολή τεκμήριο 43 από τον Ιούλιο του
  5. Εκείνο που έχει σημασία είναι το λεκτικό των συμφωνηθέντων στα οποία ρητώς περιελήφθη πρόνοια για αυτόματο τερματισμό όποτε και αν επερχόταν η παύση της αποκλειστικής αντιπροσώπευσης. Άλλωστε, παρά την απάντηση του κ. Ζηντίλη ότι προχώρησαν ως άνω για να «νιώθουν καλύτερα οι συνεργάτες τους», η πραγματική διάσταση προκύπτει μέσα από την εξήγηση που έδωσε αγορεύοντας ο κ. Παπαχαραλάμπους ως προς τον χρόνο της επιστολής εκείνης. Εισηγήθηκε ότι η ημερομηνία 21/7/2002 είναι λανθασμένη, εφόσον, μεταξύ άλλων, στην πρώτη παράγραφο γίνεται μνεία για την υπογραφείσα Συνθήκη προσχώρησης της Κύπρου κατά τον προηγούμενο Απρίλιο, δηλαδή το
  6. Αν και δεν έχω παραπεμφθεί σε μαρτυρία, αν και ο κ. Ζηντίλης έδωσε ως άνω άλλη εξήγηση, αυτό το τελευταίο επιχείρημα βρίσκει έρεισμα σε γεγονός για το οποίο το δικαστήριο μπορεί να λάβει δικαστική γνώση, ήτοι την υπογραφή της Συνθήκης που όντως έλαβε χώρα στις 16/4/
  7. Συνεπώς, η επιστολή που αναφέρεται σε μεταγενέστερο της αναφερόμενης ημερομηνίας γεγονός δεν μπορεί παρά να είναι μεταγενέστερη. Επαναλαμβάνω όμως ότι εν πάση περιπτώσει εκείνο που κρίνεται δεν είναι η στάση των εναγομένων, αλλά ότι οι ενάγοντες είχαν αποδεχθεί και είχαν ρητώς συμφωνήσει ότι η παύση της αποκλειστικής αντιπροσωπείας RENAULT-DOMS θα επέφερε αυτομάτως τον τερματισμό της δικής τους συμφωνίας με την εναγόμενη εταιρεία. Ο δεύτερος λόγος τερματισμού Σχετική είναι η επιστολή του δικηγόρου των εναγομένων ημερ. 30/3/2004 στην οποία προβάλλεται ως περαιτέρω λόγος τερματισμού ο ακόλουθος ισχυρισμός: «Από την τελική μελέτη των στατιστικών στοιχείων έχετε παραβεί τον όρο 5.4 του Συμβολαίου δηλαδή οι δηλώσεις σας το έτος 2003 στην περιοχή σας δεν ήσαν ίσοι [sic] με το ποσοστό πωλήσεων των πελατών στην παγκύπρια αγορά». Ο δικηγόρος της ενάγουσας εισηγήθηκε ότι με την εν λόγω επιστολή δεν δόθηκε η προνοούμενη προθεσμία των 15 ημερών (όρος 10.2). Είναι γεγονός ότι στην ίδια την επιστολή δεν περιλαμβάνεται προθεσμία, όμως η επιστολή αυτή ήταν σε συνέχεια της επιστολής ημερ. 9/10/2003 (Τεκ. 5) την οποία και συμπλήρωνε με ένα επιπρόσθετο λόγο τερματισμού. Συνεπώς θα πρέπει να νοηθεί ως επιστολή για τερματισμό στις 30/4/04, ήτοι με προθεσμία πέραν των 15 μερών. Το πρόβλημα δεν έγκειται στην παράλειψη να δοθεί προθεσμία, αλλά στο ότι το όλο εγχείρημα των εναγομένων εξ αρχής και στην ακρόαση συσχετίστηκε με τη θέση τους ότι οι ενάγοντες δεν είχαν επιτύχει πωλήσεις στην Πάφο ανάλογες με το παγκύπριο ποσοστό συμμετοχής της DOMS στην αγορά». Δεν είναι όμως αυτή την υποχρέωση που ανέλαβαν οι ενάγοντες με τον όρο 5.
  8. Δεν ανέλαβαν ότι θα πωλούσαν τόσα αυτοκίνητα όσα η παγκύπρια αναλογία, αλλά ότι «θα αγόραζαν από την DOMS . όγκο προϊόντων που θα αντιστοιχούσαν στο παγκύπριο ποσοστό συμμετοχής της DOMS στην αγορά». Βέβαια ο όρος 5.4 συνεχίζει, ως άνω, αναφερόμενος «πιο συγκεκριμένα» σε «στόχους πωλήσεων». Είναι όμως δύσκολο μια αναφορά σε «στόχους πωλήσεων» να ερμηνευθεί, χωρίς ρητή πρόνοια, ως ουσιώδης όρος της σύμβασης, τη στιγμή μάλιστα που η ρητή υποχρέωση της ενάγουσας προσδιορίστηκε με αναφορά στα αυτοκίνητα που η ίδια θα αγόραζε και όχι στα αυτοκίνητα που θα πωλούσε. Περί αυτής δε της διαφοράς, εάν υπάρχει, δεν δόθηκε μαρτυρία. Ούτε είναι θεμιτό έστω και επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων να εικάσω ότι τα δύο μεγέθη ταυτίζονται. Έχω λ.χ. υπόψιν μου μια αναφορά κατά την αντεξέταση του κ. Ζηντίλη (ΜΥ2) στην οποία διέκρινε τον αριθμό αυτοκινήτων RENAULT που πωλήθηκαν το 2003 από τον αριθμό αυτοκινήτων που ενεγράφησαν. Προχώρησε δε εξηγώντας ότι οι εγγραφές αφορούσαν τα αυτοκίνητα που είναι εγγεγραμμένα στην επικράτεια της Δημοκρατίας. Από την άλλη, δεν παραβλέπω μια αναφορά του κ. Τσιαπαλή ο οποίος, αντεξετάζοντας το ΜΥ2, τού έθεσε ότι οι εναγόμενοι «τα προηγούμενα χρόνια (πριν το 2003) έπιαναν τους στόχους τους». Αυτή η αναφορά εξυπακούει ότι το 2003 δεν κάλυψαν τους στόχους τους. Όμως για τους λόγους που προσπάθησα ανωτέρω να εξηγήσω, δεν θεωρώ ότι με τέτοια έμμεση αναφορά, στοιχειοθετείται παράβαση ουσιώδους όρου και δικαίωμα τερματισμού. Το έγκυρο του τερματισμού Ο κ. Τσιαπαλής ανέφερε περαιτέρω ότι ο τερματισμός έγινε κατά παράβαση της Ε.Κ. 1475/95 και 1400/2002 και ότι σε περίπτωση πρόωρου τερματισμού συμφωνίας αντιπροσωπείας θα πρέπει να δίδεται προειδοποίηση δύο ή ενός έτους αναλόγως. Όμως αυτά δεν δικογραφούνται, ούτε κατά τον χρόνο τερματισμού φαίνεται να ήσαν σε ισχύ σε σχέση με την Κύπρο. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η θέση του δικαστηρίου είναι πως η συμφωνία εγκύρως τερματίστηκε από 30/4/2004 επί του όρου 10.1 με την επιστολή ημερομηνίας 9/10/
  9. Η συνέχιση της συνεργασίας των μερών μέχρι 31/7/2004 έγινε στα πλαίσια της προσπάθειας να επιτευχθεί νέα συμφωνία και δεν διαφοροποιεί την παραπάνω διαπίστωση. Ούτε τέθηκε τέτοιο ζήτημα. Δεν διαφοροποιεί τα πράγματα ούτε η μεταγενέστερη συνεργασία DOMS-RENAULT Γαλλίας επί άλλης βάσης. Έτσι, όσο κι αν ο τερματισμός κατ' επίκληση του όρου 10.2 σε συνδυασμό με τον όρο 5.4 δεν παρήγαγε αποτελέσματα, το αποτέλεσμα είναι ότι η συμφωνία εγκύρως τερματίστηκε με βάση τον όρο 10.1 και το τεκμήριο 43, «χωρίς απαίτηση για αποζημιώσεις». Αποζημιώσεις Παρά την πιο πάνω κατάληξη θα εξετάσω την απαίτηση για αποζημιώσεις συνεπεία αντισυμβατικού τερματισμού πρώτον, για το ενδεχόμενο η κατάληξη αυτή να κριθεί κατ' έφεσιν εσφαλμένη. Δεύτερον, διότι, όπως θα φανεί κατωτέρω, ακόμα και αν θα είχε στοιχειοθετηθεί παράβαση της σύμβασης, δεν αποδεικνύεται ζημία, οπότε οι ενάγοντες δεν θα δικαιούνταν ουσιαστικές αποζημιώσεις επί αυτής της βάσης. Οι αποζημιώσεις λόγω του τερματισμού Ως άνω στο παρακλητικό της αγωγής ζητούνται αποζημιώσεις πέραν του €1.000.000 για παράνομο τερματισμό και αποζημιώσεις €1.215.526 για απώλεια αξίας επιχείρησης. Σχετική μαρτυρία έδωσαν οι ελεγκτές Γιάννης Χατζηττοφής (ΜΕ1) και Θεοδότης (Σώτος) Χατζηττοφής (ΜΕ2), αμφότεροι του Λογιστικού Γραφείου Σώτος Χατζηττοφής. Ο ΜΕ1 κατέθεσε το τεκμήριο 44 που περιλαμβάνει «Προβλεπόμενο Λογαριασμό Αποτελεσμάτων για την περίοδο από 1/8/2004 μέχρι 30/9/2007» (Παράρτημα Α), «Προβλεπόμενα μεικτά κέρδη ετών 2007-2016» (Παράρτημα Β) και «Πιθανή Αξία Τμήματος κατά την 31/7/2004» (Παράρτημα Γ). Το Παράρτημα Β αφορά αποσυρθείσα, ως άνω αξίωση. Το Παράρτημα Γ αναφέρεται στο Τμήμα Αυτοκινήτων, εφόσον η εναγόμενη εταιρεία λειτουργούσε και τμήμα ηλεκτρικών ειδών. Στο Παράρτημα Α περιλαμβάνονται τα εξής μεγέθη για έκαστο έτος από 1999 έως Σεπτέμβριο 2007: ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΜΕΙΚΤΟ ΚΕΡΟΣ (ΛΚ) 1999 66.940 2000 95.435 2001 231.922 2002 146.831 2003 66.222 1/04-7/04 82.593 8/04-7/05 148.857 8/05-7/06 156.237 8/06-9/07 191.356 Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι για να υπολογίσει τα αποτελέσματα της εναγόμενης εταιρείας για την περίοδο 1/8/2004-30/9/2007 χρησιμοποίησε ως βάση υπολογισμού τα στοιχεία των ετών 1999-2002 και προχώρησε με την υπόθεση ότι η εταιρεία θα είχε ετήσια αύξηση στον κύκλο εργασιών της 5% (πρώτο σενάριο) και 10% (δεύτερο σενάριο). Τα ποσοστά αυτά, είπε, είναι τα συνηθισμένα σε τέτοιας φύσεως εταιρείες λιανικού εμπορίου. Ανέφερε ότι τα στοιχεία για τα έτη 1999-2002 τα έλαβε από τον τότε ελεγκτή της εταιρείας, καθότι όταν ετοιμάστηκε η έκθεση του (21/3/2006) δεν είχαν ετοιμαστεί ακόμα εξελεγμένοι λογαριασμοί. (Τα στοιχεία αυτά ενσωματώθηκαν στην τελευταία σελίδα του Τεκ. 44). Ανέφερε επίσης ότι επέλεξε ως βάση τα έτη 1999-2002 και όχι πιο πρόσφατη περίοδο επειδή τα έτη εκείνα ήσαν πιο αντιπροσωπευτικά της πραγματικής πορείας της εταιρείας. Το αποτέλεσμα του υπολογισμού του με βάση το πρώτο σενάριο (5%) είναι ότι η εναγόμενη εταιρεία θα είχε συνολική απώλεια μεικτού κέρδους για την περίοδο από 1/8/04-30/9/07 Λ.Κ.579.043 (€989.353,70) που αντιστοιχεί στην αναφερόμενη απώλεια στις παραγράφους 11 και 20(α) της Έκθεσης Απαίτησης. Υπενθυμίζω ότι στο Παρακλητικό της αγωγής δεν ζητείται το ποσό αυτό, αλλά «αποζημιώσεις γενικές και/ή ειδικές πέραν του €1.000.000 για αθέτηση και/ή παράβαση και/ή παράνομο τερματισμό συμφωνίας», όμως μπορούμε να δεχθούμε ότι εννοείται το κονδύλι των €989.353,
  10. Ο όλος συλλογισμός του ΜΕ1 στηρίχθηκε, ως άνω, σε υπολογιζόμενα κέρδη (τεκ. 44). Όταν πλέον έδιδε μαρτυρία, υπήρχαν οι ελεγμένοι λογαριασμοί της εταιρείας οι οποίοι μάλιστα είχαν ετοιμαστεί από το γραφείο του και στους οποίους όμως δεν αναφέρθηκε, παρά μόνο όταν το τέθηκαν από την άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση του (τεκ. 45-49). Οι λογαριασμοί αυτοί ήσαν σημαντικοί διότι καταδεικνύουν ότι κατά την περίοδο 2004-2007 που οι ενάγοντες και ο ΜΕ1 επικαλέστηκαν, σε επίπεδο μικτού κέρδους, απώλεια Λ.Κ.579.043 στην πραγματικότητα είχαν μικτό κέρδος Λ.Κ.584.546, εφόσον συνέχισαν από αρχάς 2005 συνεργαζόμενοι με την FORD. Μάλιστα, ο ΜΕ1 δέχθηκε αντεξεταζόμενος, με αναφορά στους πραγματικούς πλέον λογαριασμούς ότι ο πραγματικός μέσος όρος του μικτού κέρδους των ετών 1999-2002 που χρησιμοποίησε ως βάση ήσαν πασιφανώς μικρότερος. Επιπλέον, δέχθηκε ότι το σενάριο του 5% δεν επαληθεύτηκε. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν χρησιμοποίησε τα πραγματικά πλέον στοιχεία απάντησε ότι κλήθηκε για το τεκμήριο 44 και ότι εργάστηκε με βάση τις οδηγίες των πελατών του. Γνώριζε όμως πολύ καλά ο ΜΕ1 τον σκοπό της μαρτυρία του και ρητώς αναφέρθηκε σε απώλεια μικτών κερδών. Δεν είναι υπεύθυνη στάση οποιουδήποτε μάρτυρα να μη δίδει ολόκληρη την εικόνα, ισχυριζόμενος ότι κλήθηκε για ένα περιορισμένο πλαίσιο. Δεν είναι, επίσης, υπεύθυνη στάση για ένα εμπειρογνώμονα να μην παραθέτει τα αναγκαία στοιχεία που κατέχει προς υποβοήθηση του δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι παρουσίασε αυτά που του ζήτησαν οι πελάτες του. Το πρόβλημα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 φαίνεται ότι έγινε αντιληπτό, οπότε οι ενάγοντες ανέκρουσαν πρύμναν. Κάλεσαν ως δεύτερο μάρτυρα τον κ. Θεοδότη (Σώτο) Χατζηττοφή προς αντίκρουση κατ' ουσίαν του ΜΕ1 την μαρτυρία του οποίου αποκήρυξαν και διά του δικηγόρου τους στην τελική αγόρευση. Ο Θεοδότης Χατζηττοφής επέκρινε τη μαρτυρία του Γιαννάκη Χατζηττοφή. Είπε ότι διαφυγόντα κέρδη «δεν είναι σύμφωνα με μικτό κέρδος αλλά είναι σύμφωνα με τα καθαρά κέρδη» και ότι η μέθοδος του ΜΕ1 - ο οποίος είχε υπογράψει το τεκμήριο 44 για λογαριασμό του ΜΕ2 - ήταν «σαν να είμαστε στη μέση του δρόμου και ψάχνουμε να βρούμε το τέλος του δρόμου». Η ορθή μέθοδος, εισηγήθηκε, ήταν να χρησιμοποιηθούν ως βάση τα καθαρά κέρδη και με αυτή τη μέθοδο κατέληξε ότι η αξία της επιχείρησης κατά την 31/7/2004 ήταν Λ.Κ.215.397 και τα διαφυγόντα κέρδη για την περίοδο 1/8/2004-30/9/2007 ήταν Λ.Κ.161.
  11. Όμως, δεν πρόκειται απλώς για μείωση της απαίτησης δια της μαρτυρίας. Η μαρτυρία του ΜΕ2 εισήγαγε, όπως ορθά εισηγήθηκε ο κ. Παπαχαραλάμπους, μια νέα απαίτηση βασισμένη σε στοιχεία που δεν περιλαμβάνονται στην Έκθεση απαίτησης η οποία αναφέρεται σαφώς και είναι δομημένη αποκλειστικά επί της απώλειας μικτών κερδών. Η εκτροπή από τα δικόγραφα, που έλαβε μάλιστα στην πράξη τη μορφή αλλαγής πλεύσης, καθιστά τη μαρτυρία του ΜΕ2, έστω κι αν δόθηκε χωρίς ένσταση, ανεπίτρεπτη. Εν πάση περιπτώσει, παρά τα στοιχεία που παρουσίασε ο ΜΕ2, στην αντεξέταση φάνηκε ότι δεν είχε λάβει υπόψιν του τις πραγματικότητες της αγοράς αυτοκινήτων και ειδικότερα τα στοιχεία σε σχέση με τις πωλήσεις αυτοκινήτων RENAULT και FORD κατά την επίμαχη περίοδο στην Πάφο. Δέχθηκε αντεξεταζόμενος ότι δεν έλαβε υπ' όψιν τις πωλήσεις της RENAULT στην Πάφο κατά την περίοδο 2004-2008 και ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο είχε ανοδική ή καθοδική πορεία. Ο κ. Παπαχαραλάμπους του έθεσε με συγκεκριμένους αριθμούς ότι κατά την περίοδο αυτή πωλήθηκαν στην Πάφο πολύ περισσότερα αυτοκίνητα FORD παρά RENAULT η οποία τόσο στην Πάφο όσο και παγκύπρια είχε τότε πτωτική τάση. Απάντησε ότι δεν είχε γνώση και ότι εν πάση περιπτώσει η υπόθεση του ότι η εταιρεία θα συνέχιζε με τους ίδιους ρυθμούς ως αντιπρόσωπος της RENAULT δεν θα άλλαζε. Προσπάθησε να εξηγήσει τη θέση του αυτή αναφέροντας ότι οι πελάτες του ήταν σωστοί αντιπρόσωποι με σωστές μεθόδους και ότι είναι θέμα αντιπροσώπου και διαφήμισης και μεθόδων πώλησης. Διαπιστώνεται έτσι ότι ο ΜΕ2 όταν του τέθηκε ότι δεν έλαβε υπόψιν την πραγματική εικόνα στην πολύ συγκεκριμένη αγορά, επέμενε στην υπόθεση του όχι επί δεδομένων ως εμπειρογνώμονας, αλλά αποδίδοντας με την υποκειμενική του αντίληψη την πτώση στο ότι έπαυσαν ως αντιπρόσωποι οι πελάτες του. Αυτή δεν είναι ούτε εμπεριστατωμένη ούτε αντικειμενική μαρτυρία όπως απαιτείται προκειμένου για εμπειρογνώμονα. Αντίθετα πλήρως στοιχειοθετημένη και επεξηγηματική ήταν η μαρτυρία του Μαρίνου Καρταπάνη εγκεκριμένου ελεγκτή (ΜΥ1). Η αναλυτική έκθεση του έχει κατατεθεί ως τεκμήριο
  12. Εξήγησε αναλυτικά και πειστικά γιατί θα έπρεπε στη συγκεκριμένη περίπτωση να ληφθεί ως βάση το μικτό κέρδος που εν πάση περιπτώσει αποτελεί τη βάση της αγωγής όπως την έθεσαν οι ενάγοντες. Έλαβε υπόψιν τα πραγματικά δεδομένα για να καταλήξει ότι εάν η ενάγουσα συνέχιζε να πωλεί οχήματα RENAULT μέχρι τη λήξη του συμβολαίου θα σημείωνε μεικτά κέρδη Λ.Κ.336.193 και ότι ως αντιπρόσωπος της FORD σημείωσε μικτά κέρδη Λ.Κ.405.
  13. Είχε δηλαδή επιπρόσθετο μικτό κέρδος Λ.Κ.69.
  14. Η κατάληξη είναι ότι στήριξαν την απαίτηση τους σε σχέση με τον τερματισμό σε μια αυθαίρετη και υπερβολική υπόθεση. Όταν τέθηκαν αντιμέτωποι με τα πραγματικά δεδομένα επιχείρησαν διόρθωση, πλην όμως χωρίς συνάρτηση και πάλιν με την πραγματικότητα της συγκεκριμένης αγοράς. Στα πλαίσια δε της υπερβολής που χαρακτηρίζει αυτή την απαίτηση τους, απαίτησαν τόσο απώλεια εισοδημάτων όσο και την αξία της επιχείρησης. Η απαίτηση για μείωση του περιθωρίου κέρδους Στη συμφωνία καθορίστηκαν οι τιμές που θα αγόραζαν οι εναγόμενοι οχήματα από την DOMS (Παράρτημα Α) και οι τιμές που στη συνέχεια θα πωλούσαν στους πελάτες (Παράρτημα Β). Λ.χ. το όχημα LAGUNA 1.6 AU16V θα το αγόραζαν οι εναγόμενοι προς Λ.Κ.13.150 και θα το πωλούσαν προς Λ.Κ.14.950, με περιθώριο, συνεπώς κέρδους Λ.Κ.1.
  15. Φαίνεται ότι αυτά τηρήθηκαν μέχρι την 19/11/2003 όταν κατά κοινό τόπο μειώθηκαν οι δασμοί. Η διαφοροποίηση αυτή κατέστησε αναπόφευκτη την αλλαγή της τιμολόγησης, όπως ορθά ανέφερε ο κ. Παπαχαραλάμπους. Έτσι, για να μείνουμε στο παράδειγμα του LAGUNA 1.6, η τιμή πώλησης προς τους πελάτες καθορίστηκε από την DOMS σε Λ.Κ.12.750 (από Λ.Κ.14.950). Ας σημειωθεί ότι η DOMS είχε ρητώς δικαίωμα με βάση τον όρο 8.1 της συμφωνίας να καθορίζει τις τιμές πώλησης και να τις διαφοροποιεί, σύμφωνα με τον όρο 8.2, λαμβανομένων υπόψιν, μεταξύ άλλων, των δασμών. Παράλληλα, φαίνεται ότι διαφοροποίησαν προς τα κάτω και τις τιμές που αγόραζαν οι εναγόμενοι. Έτσι για το LAGUNA 1.6 η τιμή αγοράς από την DOMS μειώθηκε από Λ.Κ.13.150 (Παράρτημα Α) σε Λ.Κ.11.
  16. Αυτή η μείωση, όπως και για 52 άλλες περιπτώσεις, φαίνεται σε ένα κατάλογο που κατέθεσε ο ΜΕ3 ως τεκμήριο
  17. Πρόκειται για κατάλογο με 53 πωλήσεις που έγιναν μετά την 19/11/2003 στον οποίο φαίνονται μειωμένες οι δύο τιμές. Όμως η μείωση δεν τήρησε την αναλογία που υπήρχε μεταξύ Παραρτήματος Α και Παραρτήματος Β με αποτέλεσμα να μειωθεί το περιθώριο κέρδους που είχαν οι εναγόμενοι. Έτσι, μένοντας στο ίδιο παράδειγμα, για το LAGUNA 1.6, το περιθώριο κέρδους έγινε Λ.Κ.1.500, ενώ η αρχική διαφορά ήταν Λ.Κ.1.
  18. Διαφορά/μείωση καταγράφεται στο τεκμήριο 57 και για τις υπόλοιπες 52 περιπτώσεις με αποτέλεσμα να προκύπτει συνολική διαφορά/μείωση ύψους Λ.Κ.14.
  19. Η άλλη πλευρά δεν αρνήθηκε αυτό το γεγονός. Απλώς επικαλέστηκε το δικαίωμα που είχε για διαφοροποίηση των τιμών και η τελική της θέση ήταν ότι οποιαδήποτε μείωση στην τιμή πώλησης δεν ήσαν αυθαίρετη, αλλά έγινε με βάση τη συμφωνία. Δεν είναι όμως αυτό το παράπονο της ενάγουσας, αλλά το ότι δεν τηρήθηκε η αρχική αντιστοιχία. Ορθά οι εναγόμενοι μείωσαν τις τιμές πώλησης εφόσον μειώθηκαν οι δασμοί, όπως είχαν δικαίωμα. Όμως, σύμφωνα με τον όρο 7.1 οι τιμές του Παραρτήματος Α θα αναπροσαρμόζονταν ανάλογα με τις αλλαγές τιμών του Παραρτήματος Β[1]. Συνεπώς οι εναγόμενοι είχαν ρητή υποχρέωση διαφοροποιώντας τις τιμές πώλησης προς τους καταναλωτές, όπως είχαν ρητό δικαίωμα, να αναπροσαρμόσουν ανάλογα τις τιμές που χρέωναν τους εναγόμενους. Μάλιστα, ακόμα κι αν δεν υπήρχε ο ρητός όρος 7.1 θα μπορούσε να εξεταστεί κατά πόσο τέτοια υποχρέωση ήταν ευλόγως εξυπακουόμενη, υπό το φως της αρχής που θεωρώ ότι προκύπτει από την υπόθεση Alpha Trading Ltd v. Dunnshaw - Patten Ltd [1981] 1 Lloyd's Rep. 122, ότι ο αντιπροσωπευόμενος δεν μπορεί να ενεργήσει με τέτοιο τρόπο με τον αγοραστή ώστε ο αντιπρόσωπος να χάσει την προμήθεια του. Οι εναγόμενοι παρέβησαν εν προκειμένω την υποχρέωση τους αυτή. Εκείνο που μπορεί περαιτέρω να λεχθεί για το ζήτημα είναι ότι κατά την αντεξέταση του ΜΥ2 κατατέθηκε μια επιστολή των εναγόντων προς τους εναγόμενους ημερ. 27/11/2003 στην οποία αναφέρεται ότι διερευνήθηκε το θέμα σχετικά με τις τιμές τους και ότι από παράλειψη τους δόθηκε λανθασμένος κατάλογος τιμών, όπου και επισυνάφθηκε ορθός κατάλογος με ισχύ από 22/11/13 (τεκ. 71). Ο ΜΥ2 διαφώνησε με την υποβολή ότι ο κατάλογος αυτός έδειχνε τις τιμές με τις οποίες η εναγόμενη χρέωνε την ενάγουσα και γενικά με την ερμηνεία που έδιδε στους καταλόγους ο κ. Τσιαπαλής. Εκείνο όμως που έχει τελικά σημασία είναι ότι δεν αμφισβητήθηκε με μαρτυρία ή έστω με αντεξέταση το ότι δεν τηρήθηκε η αρχική αντιστοιχία και το ότι εξ αυτού προέκυψε η διαφορά των Λ.Κ.14.600 σε βάρος των εναγόντων οι οποίοι δικαιούνται το ποσό αυτό μέχρι του ύψους της δικογραφηθείσας απαίτησης (Λ.Κ.13.750/€23.493). Η απαίτηση για την πώληση 50 αυτοκινήτων στην Πάφο Ο κ. Μαυροβούνης ισχυρίστηκε ότι μεταξύ 1/10/2002 και 31/7/2004 «σύμφωνα με πληροφορίες που τους δόθηκαν από το λογιστήριο της εναγόμενης και κάποια στοιχεία που μπόρεσαν να συλλέξουν» η εναγόμενη διέθεσε στην πόλη και επαρχία Πάφου 50 αυτοκίνητα για τα οποία θα έπρεπε να αποζημιώσει την ενάγουσα «σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους» με το ποσό των Λ.Κ.50.
  20. Eνώ αναφερόταν σε 50 αυτοκίνητα, ψάχνοντας βρήκαν, είπε, στοιχεία για δέκα αυτοκίνητα. Παρουσίασε σχετικώς ένα κατάλογο με 10 περιπτώσεις στον οποίο καταγράφονται λεπτομέρειες των οχημάτων και των αγοραστών, αντιστοίχως (τεκ. 58) και αντεξεταζόμενος ένα κατάλογο με ακόμα μια πώληση και στοιχεία για όλες τις περιπτώσεις, για τις τιμές αγοράς και πώλησης και τη διαφορά τους, δηλαδή το κέρδος που θα είχαν οι ενάγοντες που συνολικά ανέρχεται σε Λ.Κ.12.150 (τεκ. 59). Αντεξεταζόμενος για το ζήτημα αυτό ο κ. Μαυροβούνης προχώρησε και είπε ότι και στις 11 εν λόγω περιπτώσεις οι πελάτες αποτάθηκαν πρώτα κοντά τους, τους έκαναν προσφορά και ακολούθως πήγαν και αγόρασαν από άλλες πόλεις γιατί τους πρόσφερε η DOMS πιο χαμηλές τιμές. Ο κ. Παπαχαραλάμπους δεν αμφισβήτησε αυτό τον ισχυρισμό, αλλά τον ρώτησε κατά πόσον οι 11 περιπτώσεις σε δύο ή ένα χρόνο επηρέασαν τόσο πολύ τον κύκλο εργασίας των εναγόντων. Όταν ζητήθηκε από τον κ. Ζηντίλη κατά την κύρια εξέταση του να σχολιάσει τον ισχυρισμό Μαυροβούνη ότι γίνονταν πωλήσεις από την DOMS σε αγοραστές από την Πάφο, απάντησε καταφατικά. Ήταν 4-5 υποθέσεις το χρόνο, είπε, που όταν τους τις έφερναν αποζημίωνε τους ενάγοντες για την προμήθεια που έχαναν. Είπε ακόμα ότι το ίδιο έκαμναν όλοι με αποτέλεσμα οι περιπτώσεις αυτές στο σύνολο τους και ισοφαρίζουν η μια την άλλη. Δεν θα ήταν όμως βέβαια ζήτημα συμψηφισμού, αλλά είναι ζήτημα εκατέρωθεν απαιτήσεων. Αντεξεταζόμενος βρέθηκε αντιμέτωπος με μια από τις 11 περιπτώσεις, κάποιου Δημήτρη Μιχαηλίδη. Σχετικά είναι τα τεκμήρια 72, 73 και 74, που του επιδείχθηκαν. Το τεκμήριο 72 είναι παραγγελία ημερ. 4/5/074 από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους ενός RENAULT SCENIC για τον Δημήτρη Μιχαηλίδη, με διεύθυνση στην Πάφο. Το τεκμήριο 73 είναι τιμολόγιο ημερ. 8/6/04 των εναγομένων για ένα RENAULT SCENIC προς το Δημήτρη Μιχαηλίδη με διεύθυνση στο Παραλίμνι. Το τεκμήριο 74 είναι τίτλος ιδιοκτησίας ενός RENAULT SCENIC επ' ονόματι του Δημήτρη Μιχαηλίδη, με διεύθυνση στο Παραλίμνι. Στην αρχή ο ΜΥ2 αρνήθηκε ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο επικαλούμενος την διαφορά στη διεύθυνση και το ότι στο τεκμήριο 72 αναφέρεται σε αυτόματο SCENIC, ενώ το τεκμήριο 73 σε manual. Όταν όμως του υποδείχθηκε ότι και στα τρία έγγραφα ο αριθμός ταυτότητας είναι ο ίδιος, δέχθηκε ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Προχώρησε όμως να πει ότι αυτό δεν σημαίνει ότι η DOMS πώλησε το αυτοκίνητο απ' ευθείας στον πελάτη διότι ανεξάρτητα από το ότι η παραγγελία έγινε από την ενάγουσα, το τιμολόγιο εκδιδόταν στον πελάτη «για να μπει μέσα στις εγγυήσεις του εργοστασίου». Τότε ο κ. Τσιαπαλής του έθεσε πως η πρακτική ήταν τα τιμολόγια της DOMS να εκδίδονται στο όνομα της ενάγουσας και ο ΜΥ2 απάντησε τελικά πως δεν θυμόταν. Αυτά καταδεικνύουν μια μη θετική στάση του ΜΥ2 για το ζήτημα αυτό μέχρι του σημείου εκείνου. Στη συνέχεια όμως επανέλαβε την παραδοχή, κατ' ουσίαν, ότι υπήρχαν περιπτώσεις όπως του Δ. Μιχαηλίδη που πωλούνταν αυτοκίνητα εκτός Πάφου. Στο τέλος δε, δέχθηκε κατηγορηματικά ότι για πωλήσεις που γίνονταν σε Παφίτες, αλλά δηλωνόταν διεύθυνση εκτός Πάφου, αυτές δεν πιστώνονταν ως πωλήσεις της ενάγουσας. Εκείνο με το οποίο διαφώνησε είναι ο ισχυρισμός ότι επρόκειτο για 50 περιπτώσεις λέγοντας ότι ήταν 8-10 περιπτώσεις για τις οποίες περισσότερες των οποίων όταν του το έθεταν υπόψιν του οι ενάγοντες, του αποζημίωνε. Δεν ήταν όμως αυτή η δικογραφική θέση της εναγομένης, αλλά ότι δεν έγιναν οι κατ' ισχυρισμόν πωλήσεις. Πέραν τούτου η αναφορά αυτή του ΜΥ2 δεν ήταν θετική και εμπεριστατωμένη παρά το ότι οι ενάγοντες παρουσίασαν συγκεκριμένα στοιχεία για κάθε περίπτωση με την γραμμή της αντεξέτασης αρχικά να εγείρει θέμα ποινικών ευθυνών για τη συγκέντρωση στοιχείων από τους ενάγοντες. Στο τέλος δε, δεν υπήρξε αντίκρουση, αλλά υπήρξαν σ' ένα βαθμό παραδοχές. Υπό το φως όλων των ανωτέρω βρίσκω ότι οι ενάγοντες απέδειξαν ότι οι εναγόμενοι πώλησαν στις 11 αναφερόμενες περιπτώσεις αυτοκίνητα σε κατοίκους Πάφου. Σύμφωνα με τον όρο 9.3 σε περίπτωση που η DOMS πωλούσε στην πόλη και επαρχία Πάφου, τότε η DOMS είχε υποχρέωση, όπως προκύπτει ανεξαρτήτως κακής γνώσης, να αποζημιώσει την ενάγουσα με τη διαφορά της τιμής πώλησης που εν προκειμένω, όπως δεν αμφισβητήθηκε, ήταν Λ.Κ.12.
  21. Δικαιούνται σχετικής αποζημίωσης μέχρι του ποσού αυτού που απέδειξαν, ήτοι €20.
  22. Ως εκ των άνω δίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για €44.253 (€23.493 και €20.760) με νόμιμο τόκο επί αμφοτέρων των ποσών και έξοδα στην αντίστοιχη της απόφασης κλίμακα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο./κ.π. [1] «7.1 Η τιμή αγοράς των Προϊόντων από τον Αντιπρόσωπο είναι ως εμφαίνεται στο Παράρτημα "Α", το οποίο θα αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις αλλαγές τιμών πώλησης των αυτοκινήτων όπως φαίνεται στο Παράρτημα "Β". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.