ESCALADE PRIORITY DEVELOPMENTS LTD ν. FLECHA CONTRACTING LTD, Αρ. Αιτ.: 1660/2012, 1/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A321 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αιτ.: 1660/2012 Μεταξύ: ESCALADE PRIORITY DEVELOPMENTS LTD Αιτήτριας -και- FLECHA CONTRACTING LTD Καθ' ης η αίτηση .......... Ημερομηνία: 1 Αυγούστου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την αιτήτρια: κ. Χρ. Χριστάκη Για την καθ' ης η αίτηση: κ. Λ. Διομήδους για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, που καταχωρήθηκε στις 14.9.2012, η αιτήτρια επιδιώκει τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 24.1.2012, που εκδόθηκε εναντίον της και υπέρ της καθ' ης η αίτηση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους, ως συνοψίζονται: · παράτυπη διεξαγωγή διαιτησίας και/ή παράτυπη έκδοση διαιτητικής απόφασης και/ή ακυρότητα της όλης διαδικασίας επειδή η καθ' ης η αίτηση είχε άδεια για οικοδομικά έργα Δ Τάξης, δηλαδή για οικιστική μονάδα μέχρι 1.000 τ.μ. ενώ το επίδικο έργο υπερέβαινε τα 1.000 τ.μ. · η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των άρθρων 25-27, 30, 32 και 33 του Νόμου 29(I)/01 και του άρθρου 23 του Κεφ. 149 καθόσον η καθ' ης η αίτηση δεν κατείχε την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια εργολήπτη οικοδομικών έργων για την κατηγορία του επίδικου έργου και συνεπώς δεν νομιμοποιείτο στην απαίτησή της και/ή επειδή η συμφωνία ημερομηνίας 14.11.2006 με την οποία της ανατέθηκε η εκτέλεση του έργου είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντίθετη στη δημόσια τάξη · κακός χειρισμός της υπόθεσης από τους διαιτητές επειδή στην παράγραφο 8.2.26.5 (σελ. 42) της διαιτητικής απόφασης αποφάσισαν την εξ ημισείας κατανομή των εξόδων, ενώ αντιφατικά και μη νόμιμα στην παράγραφο 10.2.1 (σελ. 45) αποφάσισαν όπως η αμοιβή των διαιτητών καταβληθεί εξ ολοκλήρου από τους καθ' ων η απαίτηση-δηλαδή από την αιτήτρια · η διαιτητική απόφαση πάσχει επειδή (
- i)οι διαιτητές ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η διαιτητική συμφωνία και/ή ο Νόμος και (
- ii)οι διαιτητές δίκασαν για αντικείμενο που δεν έχει υποβληθεί σ' αυτούς με την διαιτητική συμφωνία · υπάρχουν καταφανή σφάλματα στην κρίση της διαιτητικής απόφασης και ειδικότερα (
- i)το επιδικασθέν ποσό των €341,67 για χρηματοδοτικά έξοδα λόγω καθυστερημένης επιστροφής των ποσών κράτησης καθώς και το επιδικασθέν ποσό των €14.027,02 για χρηματοδοτικά έξοδα αλλά και το επιδικασθέν ποσό των €5.096,50 επίσης για χρηματοδοτικά έξοδα, υπολογίστηκαν εσφαλμένα και/ή αναιτιολόγητα με το δικαστικό επιτόκιο του 6% αντί με 5,5%, χωρίς να δοθεί εξήγηση ή αιτιολογία για τη μη εφαρμογή του άρθρου 22 του Κεφ. 4, σύμφωνα με το οποίο επί ποσού διαιτητικής απόφασης επιβάλλεται τόκος με το επιτόκιο που φέρει χρέος από δικαστική απόφαση (
- ii)ενώ στη σελ. 30 (παράγρ. 8.2.7.4) οι διαιτητές αναφέρουν ότι για τον υπολογισμό της αποζημίωσης των απαιτητών για χρηματοδοτικά έξοδα θα επιβάλουν το δικαστικό επιτόκιο του 6%, παράνομα επέβαλαν επιτόκιο 7% για την περίοδο 1.1.2012 - 31.1.2012 (iii) στη σελ. 43 της απόφασης επιδικάστηκαν προς όφελος των απαιτητών τα ποσά των €14.027 και των €5.096,50 για «χρηματοδοτικά έξοδα για όλα τα πιο πάνω ποσά για τη δικαιολογημένη παράταση χρόνου» χωρίς να δίδεται καμία αιτιολογία για τη διπλή επιδίκαση ποσού για την ίδια αιτία (
- iv)στη σελ. 32 της απόφασης το επιδικασθέν ποσό των €5.096,50 υπολογίστηκε με βάση το ότι η συμβατική ημερομηνία συμπλήρωσης του έργου είναι η 10.11.2006 ενώ η ορθή ημερομηνία ήταν η 11.11.2007 και (
- v)η διαιτητική απόφαση προήλθε από κακό χειρισμό των διαιτητών εφόσον δεν εξέτασαν ορθά και πλήρως το υποβληθέν ζήτημα της ευθύνης για την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου και/ή δεν προέβησαν στον επιμερισμό της αρχικής περιόδου καθυστέρησης που υπήρχε κατά τη λήξη του συμβατικού χρόνου παράδοσης του έργου και είχε λάβει χώρα εντός αυτού και/ή προέβησαν σε επιμερισμό ευθύνης των σταδιακών παρατάσεων λόγω της καθυστέρησης απόλυτα εσφαλμένα και/ή επιλεκτικά και/ή μεροληπτικά, αποφασίζοντας επί του ζητήματος της καθυστέρησης κατά τρόπο άνισο και ευνοϊκό προς όφελος της καθ' ης η αίτηση και επιδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό ανάρμοστη συμπεριφορά · οι διαιτητές επεδίκασαν προς όφελός τους αδικαιολόγητη αμοιβή, αυθαίρετα και άδικα για την αιτήτρια και ευνοϊκά για την καθ' ης η αίτηση, επιδεικνύοντας ανάρμοστη συμπεριφορά · οι διαιτητές παρέλειψαν να εξετάσουν τις εκδοχές της αιτήτριας · οι διαιτητές επεδίκασαν προς όφελος της καθ' ης η αίτηση το ποσό των €7.760,25 με βάση βεβαίωση των λογιστών της καθ' ης η αίτηση χωρίς να δοθεί μαρτυρία από τους λογιστές, κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και της δίκαιης δίκης · οι διαιτητές αποδέχθηκαν αυθαίρετα και μεροληπτικά προς όφελος της καθ' ης η αίτηση την ανάλυσή της σε ό,τι αφορά τα χρονικά εξαρτώμενα έξοδα εργοταξίου, επιδικάζοντας αποζημίωση προς όφελός της ύψους €6.032,05 · οι διαιτητές αυθαίρετα και μεροληπτικά έκριναν ότι ο λογαριασμός θα έπρεπε να ολοκληρωθεί σε τρεις μήνες από τις 20.9.2008 και η καταβολή του ποσού στην καθ' ης η αίτηση θα έπρεπε να γίνει μέχρι τις 30.1.2009, με αποτέλεσμα η καθ' ης η αίτηση να δικαιούται τόκους για μεγαλύτερη περίοδο από ό,τι θα ήταν λογικό · οι διαιτητές λανθασμένα αποδέχθηκαν μαρτυρία για το ερώτημα που παραπέμφθηκε σ' αυτούς προβαίνοντας σε κακό χειρισμό · οι διαιτητές παρέλειψαν να προβούν σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και χειρίστηκαν κακώς την υπόθεση καθότι παρέλειψαν να καλέσουν άλλους κατάλληλους μάρτυρες όπως τον επιμετρητή του έργου, τους υπεργολάβους και ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα για να δώσει μαρτυρία αναφορικά με το ποσοστό για τα γενικά έξοδα και το κέρδος της καθ' ης η αίτηση · οι διαιτητές άσκησαν την διακριτική τους ευχέρεια λανθασμένα επιδεικνύοντας ανάρμοστη συμπεριφορά · οι διαιτητές ενήργησαν πλημμελώς και με υπέρβαση εξουσίας καθότι εκδίκασαν την επίδικη διαφορά χωρίς να εξετάσουν κατά πόσο η καθ' ης η αίτηση κατείχε την άδεια ώστε να νομιμοποιείται να εκτελέσει το συγκεκριμένο έργο και · οι διαιτητές επέδειξαν κακή συμπεριφορά και/ή χειρίσθηκαν κακώς την υπόθεση καθότι από τα διατακτικά που πληρώθηκαν και από τη μαρτυρία της αιτήτριας προέκυπτε αβίαστα ότι το επιδικασθέν προς όφελος της καθ' ης η αίτηση ποσό υπερβαίνει αυτό που αποδεδειγμένα η τελευταία δικαιούτο για την εκτελεσθείσα εργασία. Νομική βάση της υπό κρίση αίτησης αποτελούν τα άρθρα 2, 3, 20
(2), 21, 25-27, 30, 32 και 33 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, το άρθρο 23 του Κεφ. 149, τα άρθρα 25-27, 30, 32, 33 και 35 του Ν.29(I)/01, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.40 και Δ.48 θ.θ.1-3 και 4-9 καθώς και οι γενικές εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Ανδρέα Πέτσα, ο οποίος όντας διευθυντής της αιτήτριας και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση, αναφέρεται στα γεγονότα που εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση, καθώς και από νομική συμβουλή που έχει λάβει. Με αναφορά στη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων κατά την εκτέλεση έργου δυνάμει μεταξύ τους συμφωνίας ημερομηνίας 14.11.2006 (Τεκμήριο 1) και συγκεκριμένα σχετικά με την κατασκευή της πολυκατοικίας ιδιοκτησίας της αιτήτριας τεσσάρων οροφοδιαμερισμάτων στη Λευκωσία για το ποσό των £500.000, που οδηγήθηκε σε διαιτησία δυνάμει των προνοιών του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, όπως ορίζετο στο άρθρο 36 του εργολαβικού συμφωνητικού, καθώς και στη διεξαγωγή διαιτησίας δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 2.10.2008 (Τεκμήριο 2), ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην έκδοση απόφασης των διαιτητών περί τις 24.1.2012 (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με την επίδικη διαιτητική απόφαση, η καθ' ης η αίτηση έπρεπε να καταβάλει στην αιτήτρια το ποσό των €154.650,69 πλέον ΦΠΑ και για την αμοιβή των διαιτητών τα ποσά των €8.424,90 περιλαμβανομένου ΦΠΑ και €6.739,92 περιλαμβανομένου ΦΠΑ για τους διαιτητές Α. Σφήκα και Νίκο Κοννίδη αντίστοιχα, οποιαδήποτε δε καθυστέρηση στην πληρωμή των πιο πάνω ποσών θα επιβάρυνε την οφειλή με τόκο προς 6% ετησίως. Επαναλαμβάνοντας τους λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όπως πιο πάνω παρατέθηκαν, ο ενόρκως δηλών προσθέτει ότι ως προκύπτει από την επιστολή του Συμβουλίου Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών ημερομηνίας 5.9.2012 (Τεκμήριο 4) η καθ' ης η αίτηση κατά το έτος 2006 κατείχε ετήσια άδεια Δ Τάξης οικοδομικών έργων, ενόσω σύμφωνα με τη βεβαίωση ημερομηνίας 12.9.2012 (Τεκμήριο 5) του εγγεγραμμένου στο ΕΤΕΚ Φίλιππου Μυλωνά το επίδικο έργο είναι 1.212,80 τ.μ. και στην άδεια οικοδομής του έργου (Τεκμήριο 6) φαίνεται ότι το έργο έχει εμβαδόν 1.205 τ.μ., πιστεύει δε ότι είναι δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση, που καταχωρήθηκε στις 7.12.2012 και έχει ως νομική βάση τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40 και Δ.48 θ.θ.1-4 και 8, τα άρθρα 2, 25, 27 και 35(1-5) του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου του 2001 (Ν. 29(I)/01), τα άρθρα 2, 3, 20
(2), 21, 22, 25-27, 30, 32 και 33 καθώς και τα παραρτήματα του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης καθώς και τις συμφυείς εξουσίες, την πρακτική και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, ως συνοψίζονται: η υπό κρίση αίτηση έγινε με μόνο σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας στην Αίτηση αρ. 673/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που εκκρεμεί εναντίον της αιτήτριας η υπό κρίση αίτηση δεν αποκαλύπτει καμία αιτία που να υποστηρίζει το αιτητικό της και θα προκαλέσει υψηλά και άσκοπα έξοδα και ταλαιπωρία στην καθ' ης η αίτηση, αποτελεί δε προϊόν δεύτερης σκέψης και κλασσική περίπτωση κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών η αιτήτρια απέκρυψε και/ή δεν απεκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα που αφορούν την αίτηση με παραπλανητικό για το Δικαστήριο τρόπο και υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων της καθ' ης η αίτηση η αιτήτρια εμποδίζεται από τις αρχές του κωλύματος λόγω δεδικασμένου και/ή του κωλύματος λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα και/ή του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς της να ζητά τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης και η υπό κρίση αίτηση αποτελεί προσπάθεια αποστέρησης της καθ' ης η αίτηση από του να εκτελέσει την απόφαση που εκδόθηκε υπέρ της και να εισπράξει το λαβείν της. Επισημαίνεται ότι δεν παρατίθεται ο λόγος ένστασης ως προς τη μη εφαρμογή του Νόμου 29(Ι)/2009 στην παρούσα υπόθεση εφόσον, μετά την εκ συμφώνου διόρθωση του διαπιστωθέντος λάθους αναφοράς του Νόμου αυτού στην αίτηση, ο λόγος αυτός δεν προωθήθηκε. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, ο Βάσος Ζαντής, ένας εκ των διευθυντών της καθ' ης η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκή του δήλωση, αναφέρει αρχικά ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, αποκαλύπτοντας την πηγή των γνώσεών του σε αντίθετη περίπτωση, ενώ για τα νομικά θέματα έλαβε τη συμβουλή των δικηγόρων του. Ο ενόρκως δηλών παραδέχεται όσα αφορούν το ιστορικό έκδοσης της επίδικης διαιτητικής απόφασης, με αναφορά στα Τεκμήρια 1 και 2 της αίτησης. Μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης περί τις 24.1.2012, οι διαιτητές με επιστολή τους ημερομηνίας 25.1.2012 ειδοποίησαν τα δύο μέρη ότι η απόφαση τους διετίθετο για παραλαβή μετά τις 30.1.2012, αφού προηγουμένως τους κατεβάλλετο το ποσό της αμοιβής τους (αντίγραφο της επιστολής των διαιτητών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1). Στις 15.2.2012 η καθ' ης η αίτηση κατέβαλε μέρος του ποσού της αμοιβής των διαιτητών, δηλαδή το ποσό των €3.369,96, που της αναλογούσε (αντίγραφο της απόδειξης πληρωμής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2) και ανέμενε να παραλάβει την απόφαση όταν η αιτήτρια θα κατέβαλλε το ποσό που της αναλογούσε. Επειδή η αιτήτρια δεν προέβαινε στην πληρωμή της αμοιβής των διαιτητών που της αναλογούσε, η καθ' ης η αίτηση στις 26.3.2012 προέβη στην πληρωμή του υπόλοιπου ποσού των €11.853,47 (αντίγραφα των αποδείξεων πληρωμής επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 3) και παρέλαβε την διαιτητική απόφαση. Σύμφωνα με την διαιτητική απόφαση (βλ. Τεκμήριο 3 της αίτησης), η αιτήτρια έπρεπε να καταβάλει στην καθ' ης η αίτηση το ποσό των €154.650,69 πλέον ΦΠΑ και για την αμοιβή των διαιτητών τα ποσά των €8.424,90 περιλαμβανομένου ΦΠΑ και των €6.739,92 περιλαμβανομένου ΦΠΑ για τους διαιτητές Α. Σφήκα και Νίκο Κοννίδη αντίστοιχα, οποιαδήποτε δε καθυστέρηση στην πληρωμή των πιο πάνω ποσών θα επιβάρυνε την οφειλή με τόκο προς 6% ετησίως. Με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 29.3.2012, που επιδόθηκε στην αιτήτρια στις 30.3.2012 (βλ. Τεκμήριο 4), η καθ' ης η αίτηση γνωστοποίησε στην αιτήτρια την απόφαση των διαιτητών καλώντας την να καταβάλει το εναντίον της επιδικασθέν ποσό καθώς και τα έξοδα των διαιτητών. Με επιστολή τους ημερομηνίας 3.4.2012 (βλ. Τεκμήριο 5) οι διαιτητές πληροφόρησαν την καθ' ης η αίτηση ότι ο διευθυντής της αιτήτριας κατέβαλε το ήμισυ της αμοιβής τους που αναλογούσε στην αιτήτρια για την παραλαβή της απόφασης των διαιτητών, οι οποίοι θα επέστρεφαν στην καθ' ης η αίτηση το ήμισυ του ποσού που τους είχε καταβάλει για την παραλαβή της απόφασης. Με επιστολή τους ημερομηνίας 5.4.2012 (βλ. Τεκμήριο 6) οι διαιτητές πληροφόρησαν την καθ' ης η αίτηση ότι ο διευθυντής της αιτήτριας προχώρησε σε ανάκληση πληρωμής της επιταγής που τους είχε εκδώσει για την παραλαβή της απόφασης με τη δικαιολογία ότι η αμοιβή τους έχει ήδη πληρωθεί από την καθ' ης η αίτηση και η δική του πληρωμή θα αποτελούσε διπλή πληρωμή. Περί τις 27.4.2012 η καθ' ης η αίτηση κατεχώρησε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας την Αίτηση αρ. 673/12 (βλ. Τεκμήριο 7) για την έκδοση διατάγματος καταχώρησης και εγγραφής προς εκτέλεση της επίδικης διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 24.1.
- Μετά την καταχώρηση της Αίτησης αρ. 673/12, ο τότε δικηγόρος της αιτήτριας ζήτησε αναβολή με σκοπό να εξευρεθεί λύση με εξώδικη διευθέτηση και παρά τις συναντήσεις μεταξύ των δικηγόρων των μερών δεν βρέθηκε τέτοια λύση λόγω της οικονομικής αδυναμίας της αιτήτριας να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό ή τουλάχιστον να υποβάλει ικανοποιητική συμβιβαστική πρόταση. Η αιτήτρια στις 14.9.2012 κατεχώρησε την παρούσα αίτηση ζητώντας τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της επίδικης διαιτητικής απόφασης και στις 5.10.2012 κατεχώρησε ένσταση στην Αίτηση της αιτήτριας με αρ. 673/12 (αντίγραφο της ένστασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8). Έχοντας διαβάσει την υπό κρίση αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και, εκτός όπου ρητά προβαίνει σε παραδοχή, ο ενόρκως δηλών αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας. Ισχυρίζεται ότι η καθ' ης η αίτηση κατά πάντα ουσιώδη χρόνο κατείχε Ετήσια Άδεια Εργολήπτη Πείρας Γ και Ετήσια Άδεια Δ (Τεκμήριο 9) και σύμφωνα με το σχετικό Νόμο η καθ' ης η αίτηση μπορούσε να προσφοροδοτήσει για το συγκεκριμένο έργο, όπως και έπραξε, επελέγη δε εκ μέρους της αιτήτριας ως ο επιτυχών προσφοροδότης. Ως προνοείται στο άρθρο 35 του Ν. 29(I)/2001, η καθ' ης η αίτηση προς το σκοπό ανάληψης της εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου συνήψε Έγγραφο Σύστασης Συνεταιρισμού με την εταιρεία ERGO CONSTRUCTION LTD, κάτοχο Ετήσιας Άδειας Τάξης Γ (αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου ημερομηνίας 9.11.2006 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 10 και αντίγραφο της Ετήσιας Άδειας Εργολήπτη της πιο πάνω εταιρείας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 11) και προχώρησε στην εκτέλεση του έργου στα πλαίσια του συνεταιρισμού, γεγονός που ήταν γνωστό στον διευθυντή της αιτήτριας, στον οποίο είχε παραδοθεί το υπό αναφορά Έγγραφο Σύστασης Συνεταιρισμού, ουδέποτε δε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης ηγέρθη θέμα ως προς την μη νομιμοποίηση της ανάθεσης και εκτέλεσης του έργου από την καθ' ης η αίτηση. Με τη θέση ότι σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία η καθ' ης η αίτηση νομιμοποιείτο να αναλάβει και να εκτελέσει το συγκεκριμένο έργο υπό τις περιστάσεις που έχουν εκτεθεί πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια εμποδίζεται λόγω των αρχών του κωλύματος (estoppel by conduct, estoppel by record και estoppel by deed) να ισχυρίζεται ότι η καθ' ης η αίτηση δεν νομιμοποιείτο να εκτελέσει το έργο εφόσον γνώριζε τη σύσταση του Συνεταιρισμού και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου προέβαινε αδιαμαρτύρητα σε πληρωμές, το έργο ολοκληρώθηκε προς πλήρη ικανοποίηση της, ουδέποτε ηγέρθηκε θέμα μη κατοχής άδειας κατά τη διαδικασία εκτέλεσης του έργου και της διαιτησίας, μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, που σύμφωνα με το Συμφωνητικό Έγγραφο Διμελούς Διαιτησίας είναι οριστική και τελεσίδικη για τα μέρη, σε συναντήσεις των διαδίκων ουδέποτε έγινε αναφορά σε έλλειψη άδειας και ο εν λόγω ισχυρισμός προβάλλεται κακόπιστα και καταχρηστικά σε μια ύστατη προσπάθεια να καθυστερήσει, λόγω της οικονομικής αδυναμίας της αιτήτριας να εξοφλήσει τα εναντίον της επιδικασθέντα ποσά, η διαδικασία εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, η οποία δημιουργεί δεδικασμένο στις μεταξύ των διαδίκων διαφορές. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών ότι η απόφαση των διαιτητών περιλαμβάνεται στις σελίδες 44 και 45 της διαιτητικής απόφασης όπου ξεκάθαρα διατάσσεται όπως η αμοιβή των διαιτητών καταβληθεί εξ ολοκλήρου από την αιτήτρια και αν οποιοδήποτε μέρος της αμοιβής κατεβάλλετο από την καθ' ης η αίτηση, τότε το μέρος αυτό θα αποτελούσε χρέος της αιτήτριας προς την καθ' ης η αίτηση. Παρά το ότι το άρθρο 22 του Κεφ. 4 δεν περιλαμβάνεται στην νομική βάση της υπό κρίση αίτησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οι διαιτητές έχουν τη δυνατότητα και την εξουσία να καθορίσουν τον τόκο, όπως και το έπραξαν και οι αντίθετοι ισχυρισμοί της αιτήτριας είναι παραπλανητικοί. Η αιτήτρια παραπλανεί, επίσης, το Δικαστήριο εφόσον δεν παραπέμπει στις σελίδες 29 και 30 της διαιτητικής απόφασης, όπου γίνεται λεπτομερής ανάλυση του τρόπου υπολογισμού κάθε ποσού και ειδικότερα του ποσού των €14.027, που αφορά χρηματοδοτικά έξοδα που δικαιούται η καθ' ης η αίτηση για την δικαιολογημένη παράταση χρόνου. Όσον αφορά το ποσό των €5.096,50 δεν αποτελεί διπλή χρέωση ως χρηματοδοτικά έξοδα αλλά όπως προκύπτει από τη σελίδα 31 της διαιτητικής απόφασης, το ποσό αυτό αφορά αποζημίωση και τόκους ως χρηματοδοτικά έξοδα για αποκοπές από τα ενδιάμεσα πιστοποιητικά πληρωμής και καθυστέρηση πληρωμών. Άλλωστε, η ημερομηνία συμπλήρωσης του έργου δεν ήταν η 10.11.2006, η οποία αποτελεί την ημερομηνία κατοχής, δηλαδή την έναρξη εργασιών. Με βάση τη διαιτητική απόφαση υπήρξε δικαιολογημένη παράταση συμπλήρωσης του έργου μέχρι τις 20.9.2008 και οι διαιτητές αφού έλαβαν υπόψη τα πιο πάνω, στις σελίδες 31-33 κατέληξαν στο ποσό των €5.096,
- Με την εισήγηση ότι οι διαιτητές ενήργησαν νομότυπα και έλαβαν υπόψη τους όλα τα ενώπιον τους στοιχεία, ενόσω η αιτήτρια εμποδίζεται να προβαίνει στους ισχυρισμούς που προβάλλει στην παρούσα αίτηση εφόσον σύμφωνα με το Συμφωνητικό Έγγραφο Διμελούς Διαιτησίας η απόφαση των διαιτητών θα είναι οριστική, τελεσίδικη και δεσμευτική, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζοντας ότι η υπό κρίση αίτηση έχει αποκλειστικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας εγγραφής της διαιτητικής απόφασης και των συνεπειών της με τη λήψη μέτρων εκτέλεσης, αποτελώντας ως εκ τούτου κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, ζητά την απόρριψη της αίτησης. Κατά την ακρόαση της αίτησης, που διεξήχθη στη βάση των γεγονότων των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και της ένστασης, αντεξετάστηκε μόνο ο ενόρκως δηλών της καθ' ης η αίτηση και οι συνήγοροι με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης προβάλλοντας εισηγήσεις και επί της νομικής πτυχής, στις οποίες θα γίνει αναφορά στη συνέχεια όπου χρειάζεται, υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα. Αναφέρεται ωστόσο σ' αυτό το στάδιο ότι οι συνήγοροι επέσυραν την προσοχή του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, στις σχετικές με τα θέματα της υπό κρίση αίτησης αποφάσεις, Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.α.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 717, Τσιμεντ. Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 23, A.N.Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2006, Stafo Furniture Ltd κ.α. ν. Στυλιανού κ.α.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1265, Οικοδ. Επιχειρ. Στ. Α. Σταύρου Λτδ ν. Τυλλή κ.α.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. Λτδ ν. L. Georgiou Constr. Ltd
(2010)1(A) A.A.Δ. 223, Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1(A) A.A.Δ. 687 και P.N.P. Constructions Limited v. Μακάριου Χαραλαμπίδη κ.α. Πολ. Εφ. Αρ. 34/2009, ημερομηνίας 26.6.2012. Ως προς τη νομική πτυχή, η ακύρωση της επίδικης διαιτητικής απόφασης επιδιώκεται δυνάμει του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4. Στην πιο πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση P.N.P. Constructions Limited v. Μακάριου Χαραλαμπίδη κ.α. Πολ. Εφ. Αρ. 34/2009, ημερομηνίας 26.6.2012, αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου αυτού λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Το άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4, προνοεί ότι όπου ο διαιτητής επέδειξε απρεπή συμπεριφορά («κακή συμπεριφορά» στην ελληνική μετάφραση του Κεφ. 4) ή αν η διαδικασία διαιτησίας διεξήχθη αντικανονικά, το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει την απόφασή του. Προέχει, βέβαια, η ερμηνεία του όρου. Οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι η έννοια της «απρεπούς συμπεριφοράς» δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο σε θέματα αντικειμενικότητας ή τρόπου διαπροσωπικής λειτουργίας του διαιτητή εν σχέσει με τους διάδικους, αλλά επεκτείνεται και στον τρόπο που προσεγγίζει τα θέματα που τίθενται ενώπιόν του και τις διαδικασίες που ακολουθεί για την αντιμετώπιση και επίλυση των θεμάτων. Ο όρος «ανάρμοστη συμπεριφορά» έχει ερμηνευτεί επανειλημμένα και περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του διαιτητή ή στον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας (Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd, Π.Ε. 193/2008, ημερ. 19.5.2010). Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας της «απρεπούς συμπεριφοράς» αναφέρεται στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιόν του διαφορά. Επεκτείνεται όμως ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς. Ελέγχονται δηλαδή και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. Λτδ ν. Lakis Georghiou Constructions Ltd, Π.Ε. 240/2007, ημερ. 19.2.2010). Όπως όμως επισημαίνεται στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd, ανωτέρω, ουδέποτε η μέχρι τούδε νομική θεώρηση των προνοιών του άρθρου 20
(2)δεν έχει συμπεριλάβει και την ενδεχομένως λανθασμένη νομική ερμηνεία εγγράφου. Τα δικαστήρια ήταν πάντοτε απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου η νομοθεσία ειδικά παρείχε τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικά δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά πασιφανή τρόπο εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης (Russell on Arbitration, 2007, σελ. 375, παρ. 7-056). ............................. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο στη νομολογία μας, αλλά και σε άλλες συγγενείς δικαιοδοσίες, οι περιστάσεις που θα θεωρούνταν απρεπής συμπεριφορά, τείνουν να περιοριστούν αντί να επεκταθούν. Στην υπόθεση Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ της Τσιμεντοποιΐας Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 23, επισημαίνεται η ανάγκη για φειδώ με την οποία τα δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν παρόμοια θέματα. Στην πιο πάνω απόφαση τονίστηκε ότι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης και έτσι το Κεφ. 4 επιτρέπει την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης μόνο για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρο 20
(2)". Παρατίθεται στη συνέχεια μακροσκελές απόσπασμα από την απόφαση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1(A) A.A.Δ. 687, όπου στη σελ. 696 επ. λέχθηκαν τα ακόλουθα σημαντικά: «Εγείρεται προς απάντηση θεμελιακό ερώτημα ως προς τη νομική εμβέλεια του Άρθρου 20 και ιδιαίτερα της φράσης «ανάρμοστη συμπεριφορά» («misconduct»). Το Άρθρο 20 έχει ως εξής: «
- Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επιδεικνύει κακή συμπεριφορά ή χειρίζεται κακώς την υπόθεση, το δικαστήριο δύναται να τον απομακρύνει.
- Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Ενδιαφέρει εδώ το εδάφιο
(2), εφόσον είχε επιδιωχθεί πρωτοδίκως η ακύρωση ή παραμερισμός της διαιτητικής απόφασης. Στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο, ο όρος που χρησιμοποιείται στο Άρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 απ' όπου λήφθηκε το Κεφ. 4, είναι «misconduct», και έχει πλειστάκις ερμηνευτεί να περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του ιδίου του διαιτητή ή τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας («.... has misconducted himself or the proceedings ....». Στον Russell on Arbitration 16η έκδ. σελ. 307, θεωρείται λανθασμένη συμπεριφορά η εκ μέρους του διαιτητή ακρόαση μαρτύρων ή εξέταση εγγράφων στην απουσία των διαδίκων, η απόδοση στον εαυτόν του ενός συνολικού ποσού για τα έξοδα του, ώστε να αποκλείει τους διαδίκους από του να ενστούν στις χρεώσεις του, (δέστε την απόφαση K/S Norjarl A/S v. Hyundai Heavy Industries Co. Ltd [1991] 3 W.L.R. 1025, για κατεύθυνση ως προς τον τρόπο χρέωσης αμοιβής από ένα διαιτητή), η εκ μέρους του παράλειψη να εξασκήσει όλες τις εξουσίες του ή η λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Στη δε σελ. 309, αναφέρεται σε σχέση με τη διεξαγωγή της διαιτησίας, ότι οι κύριοι άξονες επί των οποίων μπορεί να υποβληθεί επιτυχώς αίτηση για παραμερισμό, είναι η εκ μέρους του διαιτητή διεξαγωγή της διαιτησίας ex parte χωρίς ουσιώδη λόγο, ο αποκλεισμός ατόμων που έχουν δικαίωμα να είναι παρόντα, η λανθασμένη απόρριψη ή αποδοχή μαρτυρίας και η λανθασμένη μετακύλιση καθηκόντων. Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας του «misconduct», έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως και σε θέματα πέραν αυτών, ώστε ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ελέγχονται και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου, (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ. 23, τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις, καθώς και την πρόσφατη απόφαση στη ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ v. Lakis Georghiou Constructions Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 223, ή, η έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας (David Taylor & Son v. Barnett [1953] 1 W.L.R. 562). Όπως έχει αποφασιστεί και στην A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2006), (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής), «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού του πορίσματος» ενώ «.... παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα .... κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας» (εκεί ο διαιτητής είχε λανθασμένα υιοθετήσει, έξω από τους όρους εντολής του, τη μαρτυρία που είχε προηγηθεί στο Δικαστήριο). Πουθενά, όμως, η μέχρι τούδε νομική θεώρηση των προνοιών του Άρθρου 20
(2), δεν έχει συμπεριλάβει, (στην απουσία βεβαίως παραβιάσεων των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης), και, την ενδεχομένως λανθασμένη νομική ερμηνεία ενός εγγράφου. Η παραδοσιακή αντίληψη περί του σκοπού της παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία, είναι ακριβώς η ταχεία και τελεσίδικη επίλυσή της. Όπως εξηγείται στο Russell - πιο πάνω - σελ. 289, υπήρχε στο κοινοδίκαιο σύμφυτη εξουσία παραμερισμού απόφασης, η δε νομοθετική χρήση της λέξης «misconduct» γενικά, που ήταν νέα στο Arbitration Act 1889 και η μετέπειτα χρήση του «misconduct of the proceedings» στο μεταγενέστερο Arbitration Act 1934, που διατηρήθηκε και στο Arbitration Act 1950, είχε στην ουσία χαρακτήρα δηλωτικό της προηγούμενης νομολογίας. Όπως δε εξηγείται και στη μεταγενέστερη 23η έκδοση του Russell on Arbitration
(2007), σελ. 375 παρ. 7-056, τα Δικαστήρια ήταν πάντοτε απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου η νομοθεσία παρείχε ειδικά τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικώς δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το Δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο πασιφανή εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Παρά την προσπάθεια του συνηγόρου του εφεσείοντος να πείσει ότι η ερμηνεία σε επίμαχο συμβόλαιο που δίνει ένας διαιτητής, όπως και εδώ, εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου υπάρχει «misconduct», η θέση του δεν έχει έρεισμα στη νομολογία. Η υπόθεση Modern Engineering (Bristol) Ltd v. C. Miskin & Son Ltd [1981] 1 Lloyd's Rep. 135, δεν αποφάσισε οτιδήποτε το διαφορετικό, ούτε αποτελεί αυθεντία για τον ισχυρισμό του συνηγόρου. Η υπόθεση αφορούσε μια κλασσική στην ουσία περίπτωση, όπου ο διαιτητής, ενώ γνώριζε, ότι οι δικηγόροι της Miskin ενημέρωσαν το διαιτητή ότι ήθελαν να εγείρουν νομικό ζήτημα ως προς τη σημασία ενός πιστοποιητικού που είχε εκδώσει ο αρχιτέκτονας, με πιθανότητα να το επανανοίξουν ως προς την αποτελεσματικότητά του, θα έπρεπε δε να ακουστούν εκατέρωθεν επιχειρήματα επ' αυτού, εντούτοις προχώρησε να εκδώσει «interim award» όπου αποφάσισε ότι η Miskin μπορούσε να επανανοίξει το πιστοποιητικό, χωρίς να ακούσει τους δικηγόρους της Modern Engineering. Κρίθηκε ότι η ενέργεια του διαιτητή ισοδυναμούσε με καθαρή παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, εφόσον αποφάσισε υπέρ ενός των διαδίκων, χωρίς να ακούσει τον άλλο. Σύμφωνα με τον Russell - πιο πάνω - σελ. 285, η έννοια του «misconduct» περιλαμβάνει στην ευρεία της σημασία «..... even including mistake (in law or fact) admitted by the arbitrator», στη δε σελ. 306, εξηγείται, ως προς το λάθος περί το νόμο, ότι αυτό πρέπει να είναι παραδεκτό από το διαιτητή. Ακόμη όμως και όπου ο διαιτητής λανθασμένα αναφέρθηκε στο νόμο, αυτό δεν ισοδυναμεί με υπέρβαση της δικαιοδοσίας του. (Re London Dock Co and Shadwell [1862] 32 LJ QB 30). Ακόμη και στην εξέλιξη της νομοθεσίας στην Αγγλία με την εισαγωγή του Arbitration Act 1996, όπου με το s. 68 εισήχθηκε ο γενικότερος όρος του «serious irregularity», ως προϋπόθεση για τον παραμερισμό διαιτητικής απόφασης, έχει αποσαφηνιστεί ότι πρέπει η περίπτωση να εμπίπτει σε μια από τις έννοιες που αποδίδει στον όρο το εδάφιο
(2)(a)-(i). Έχει δε ερμηνευτεί στην Petroships Pte Ltd v. Petec Trading and Investment Corp. (The "Petro Ranger") [2001] 2 Lloyd's Rep. 348, ότι οι καθορισθείσες παρατυπίες στο εδάφιο
(2), δεν μπορούν να επεκταθούν από το Δικαστήριο, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να οδηγούν και σε «substantial injustice», που να δικαιολογούν την επέμβαση του Δικαστηρίου. Όπως περαιτέρω εξηγήθηκε στην Losotho Highlands Development Authority v. Impregilo SpA [2005] 3 All E.R. 789, η επέμβαση του Δικαστηρίου καθίσταται αναγκαία μόνο στην περίπτωση όπου ο διαιτητής έχει υπερβεί τις εξουσίες του κάτω από τη συμφωνία διαιτησίας. Όπως λέχθηκε στις σκέψεις 29 και 31: «But nowhere in section 68 is there any hint that a failure by the tribunal to arrive at the 'correct decision' could afford a ground for challenge under section 68 ...... Section 68
(2)(b) does not permit a challenge on the ground that the tribunal arrived at a wrong conclusion as a matter of law or fact. It is not apt to cover a mere error of law. The view is reinforced if one takes into account that a mistake in interpreting the contract is the paradigm of a 'question of law' which may in the circumstances specified in section 69 be appealed unless the parties have excluded that right by agreement.» Σε μετάφραση: «Πουθενά στο Άρθρο 68 δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι η αποτυχία του διαιτητή να καταλήξει στην 'ορθή απόφαση' θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο προς ακύρωση κάτω από το Άρθρο 68 ..... Το Άρθρο 68
(2)(b) δεν επιτρέπει αμφισβήτηση για το λόγο ότι ο διαιτητής λανθασμένα κατέληξε ως προς τα γεγονότα ή το νόμο. Δεν επαρκεί για να καλύψει ένα απλό λάθος περί το νόμο. Η άποψη αυτή ενισχύεται αν κάποιος αναλογιστεί ότι μια λανθασμένη ερμηνεία συμβολαίου είναι το κατ' εξοχήν παράδειγμα ενός 'νομικού ερωτήματος' το οποίο μπορεί στις συνθήκες που καθορίζει το Άρθρο 69 να εφεσιβληθεί εκτός αν οι διάδικοι έχουν εξαιρέσει αυτό το δικαίωμα με συμφωνία.» Είναι επομένως πρόδηλο, ότι η νομολογία έχει σταδιακά (με οδηγό βέβαια τη νέα νομοθεσία στην Αγγλία), περιορίσει, αντί να επεκτείνει, τις περιστάσεις που θα αποτελούσαν «misconduct». (Δέστε Russell on Arbitration 23η έκδ. σελ. 375, παρ. 7-056). Όπως δε αναφέρεται στο Civil Procedure Vol. 2: The White Book Service 2006, στη σελ. 470 στην παρ. 2Ε-78: «The Act further specifies the grounds on which an award may be set aside or remitted or an arbitration removed thus removing the general discretion available under 'the old law'.» Σε μετάφραση: «Ο Νόμος καθορίζει περαιτέρω τους λόγους για τους οποίους μια διαιτητική απόφαση δύναται να παραμεριστεί ή αποσταλεί πίσω ή ο διαιτητής να απομακρυνθεί, αφαιρώντας έτσι τη γενική διακριτική ευχέρεια που υπήρχε κάτω από τον 'προηγούμενο νόμο'.» Στην υπό κρίση υπόθεση, ως ορθά εισηγείται ο κ. Διομήδους, τα αναντίλεκτα γεγονότα είναι ότι, δυνάμει συμβολαίου εργολαβίας ημερομηνίας 14.11.2006 (Τεκμήριο 1 της αίτησης), η καθ' ης η αίτηση ανέλαβε την κατασκευή πολυκατοικίας ιδιοκτησίας της αιτήτριας και, επειδή προέκυψαν διαφορές, οι διάδικοι σύμφωνα με το άρθρο 36 του υπό αναφορά συμβολαίου προέβησαν σε συμφωνία δυνάμει Συμφωνητικού Εγγράφου Διμελούς Διαιτησίας ημερομηνίας 2.10.2008 (Τεκμήριο 2 της αίτησης) για παραπομπή σε διαιτησία, δυνάμει του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, της επίλυσης των διαφορών τους που, σύμφωνα με το Παράρτημα Α του Τεκμηρίου 2 της αίτησης, αφορούν τη ρύθμιση του προσωρινού τελικού λογαριασμού, την επέκταση του κατασκευαστικού χρόνου του συμβολαίου και τις εκατέρωθεν σχετικές οικονομικές απαιτήσεις. Η αιτήτρια επέλεξε ως διαιτητή τον Άντη Σφήκα και η καθ' ης η αίτηση τον Νίκο Κοννίδη. Σύμφωνα με τον όρο 2 του προαναφερθέντος Συμφωνητικού Εγγράφου, η απόφαση των διαιτητών θα είναι οριστική και τελεσίδικη για τα μέρη και αν οι διαιτητές δεν συμφωνήσουν μεταξύ τους η διαφωνία θα παραπεμφθεί στον επιδιαιτητή, τον οποίο σημειωτέον ότι επέλεξαν πριν από την έναρξη της διαδικασίας διαιτησίας, η απόφαση του οποίου θα είναι επίσης οριστική και τελεσίδικη για τα μέρη (βλ. και όρο 10). Μετά τη διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας εξεδόθη η επίδικη διαιτητική απόφαση στις 24.1.2012 (Τεκμήριο 3 της αίτησης). Αποτελεί την αρχική εισήγηση του κ. Χριστάκη ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί ως παράτυπη, εκδοθείσα μετά από παράτυπα διεξαχθείσα και άκυρη διαιτητική διαδικασία, μέσα στα πλαίσια του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, επειδή το συμβόλαιο εργολαβίας ημερομηνίας 14.11.2006 αποτελεί παράνομη συμφωνία, λόγω του ότι η καθ' ης η αίτηση δεν κατείχε την προβλεπόμενη άδεια για εκτέλεση του επίδικου έργου σύμφωνα με τον περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμο του 2001 (Ν. 29(I)/01), καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάθεσης του έργου η καθ' ης η αίτηση κατείχε άδεια για οικοδομικά έργα Δ Τάξης, δηλαδή για οικιστική μονάδα μέχρι 1.000 τ.μ., ενόσω το επίδικο έργο υπερέβαινε τα 1.000 τ.μ. και ως εκ τούτου απαιτείτο άδεια Γ Τάξης, επισημαίνοντας ότι είναι παραδεκτό εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση ότι δεν κατείχε την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για να αναλάβει το επίδικο έργο. Η εισήγηση έχει ως βάση ότι, στο άρθρο 30 του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου του 2001, Ν.29(I)/01 όπως τροποποιήθηκε, προνοείται ότι «κάθε συμφωνία, γραπτή ή προφορική, η οποία αφορά σε ανάθεση της εκτέλεσης οικοδομικού ή τεχνικού έργου σε μη εγγεγραμμένο εργολήπτη ή εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ισχύουσας ετήσιας άδειας ή εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ετήσιας άδειας αντίστοιχης της τάξης του τεχνικού ή οικοδομικού, ανάλογα με την περίπτωση, έργου είναι άκυρη». Σύμφωνα με το άρθρο 25 του ίδιου Νόμου, απαγορεύεται η ανάθεση της εκτέλεσης οποιουδήποτε οικοδομικού ή τεχνικού έργου σε πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης ή και δεν κατέχει κατά τον ουσιώδη χρόνο ετήσια άδεια της τάξης και κατηγορίας στην οποία ανήκει το έργο. Η παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης με οποιαδήποτε απαγόρευση, καθήκον ή υποχρέωση που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω Νόμου, αποτελεί σύμφωνα με το άρθρο 44 του Νόμου ποινικό αδίκημα. Σύμφωνα με τη νομολογία, η ρητή απαγόρευση της συμφωνίας στις πιο πάνω περιπτώσεις υποδηλώνει την παρανομία της σύναψής της με αποτέλεσμα τέτοια συμφωνία να είναι άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Ως συνάγεται από τις πιο πάνω πρόνοιες, ο Νόμος ρητά απαγορεύει την ανάληψη εκτέλεσης οικοδομικού ή τεχνικού έργου από μη εγγεγραμμένο εργολήπτη ή από εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ετήσιας άδειας αντίστοιχης της τάξης του τεχνικού ή οικοδομικού, ανάλογα με την περίπτωση, έργου, με εμφανή σκοπό του νομοθέτη την εξασφάλιση και κατοχύρωση του επαγγέλματος του εργολήπτη, εφόσον αν ένας μη εγγεγραμμένος εργολήπτης παράνομα συμβάλλεται για εργοληπτική εργασία, την οποία δεν είχε δικαίωμα να αναλάβει, αποστερεί την εργασία αυτή από άλλο νόμιμο εργολήπτη (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Οικοσυνθέσεις Λτδ
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1932). Παράλληλα επιβάλλεται καθήκον και υποχρέωση στον εργοδότη να λάβει όλα τα αναγκαία και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει την ανάθεση της εκτέλεσης του έργου σε εγγεγραμμένο και αδειούχο εργολήπτη, επιλέγοντας ανάλογα προσοντούχο πρόσωπο για το συγκεκριμένο έργο. Σχετική είναι η υπόθεση Chr. Mavrikios Constr. Ltd ν. Χατζηκωνσταντά
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1093, η οποία αφορούσε εμπλοκή των διαδίκων σε παράνομη σύμβαση ανέγερσης κατοικίας κατά παράβαση του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ορθώς κατά την άποψή μας ο πρωτόδικος δικαστής αντίκρυσε το θέμα της παρανομίας. Η εκτέλεση έργου από εργολήπτη χωρίς άδεια δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει αγώγιμο δικαίωμα είσπραξης της αμοιβής του. (βλ. Tsouloftas Constructions Ltd κ.ά. ν. Mylonas κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1514 και Σκουτέλας ν. Αγαπίου
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 338. ........... «Είναι δοσμένη αρχή ότι χρήματα που καταβλήθηκαν βάσει μιας παράνομης σύμβασης δεν μπορούν ν' ανακτηθούν (βλ. Alam v. Τουμαζίδη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 968. Θεωρούμε ως λογική επέκταση της πιο πάνω αρχής, ότι δεν νοείται ο προσπορισμός οφέλους από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων σε μια παράνομη συναλλαγή, όπως αναλύθηκε στην υπόθεση A.C. Antoniou Resort Ltd v. Eleonora Hotel Apartm. Ltd
(2002)1(B) Α.Α.Δ. 1321. Περαιτέρω σε περίπτωση μιας παράνομης συμφωνίας τα μέρη δεν νομιμοποιούνται στη διεκδίκηση εκατέρωθεν απαιτήσεων βασιζομένων στη συμφωνία αυτή (βλ. Flecha Contracting Ltd v. M.C. Michael Dev. Ltd
(2003)1(A) Α.Α.Δ. 263. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές επανερχόμαστε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η συμφωνία που έχει συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, ημερομηνίας 02/03/2001, κηρύχθηκε εξ υπαρχής άκυρη. Συνεπώς όλες οι εκατέρωθεν διεκδικήσεις θα πρέπει να εξεταστούν κάτω από αυτό το πρίσμα». Σύμφωνα με τη νομολογία, η παρανομία σύμβασης πρέπει να εγείρεται ειδικά στην υπεράσπιση και να στοιχειοθετείται με αναφορά στα γεγονότα που καθιστούν τη σύμβαση παράνομη. Έκδηλη παρανομία ωστόσο εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο ανεξάρτητα από τη δικογραφία (βλ. Δημητρίου ν. Συμεωνίδη
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1018), ενόσω είναι δυνατή η έγερση του θέματος της παρανομίας στην έφεση εφόσον τα σχετιζόμενα με την παρανομία γεγονότα ήταν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου (βλ. Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Ent. Ltd
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 300). Στην υπόθεση Αθηνοδώρου κ.α. ν. Κωνσταντίνου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 615 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Αναμφισβήτητο είναι ότι ισχυρισμοί για το παράνομο συμφωνίας πρέπει να εγείρονται ειδικά στην υπεράσπιση και να στοιχειοθετούνται με αναφορά στα γεγονότα τα οποία την καθιστούν παράνομη είτε εν τη γενέσει της είτε κατά την εκτέλεσή της. (Βλ. Bullivant v. Att.-Gen. for Victoria [1901] A.C. 196.) Παρανομία κατά τη σύναψη ή την εκτέλεση συμφωνίας μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη δικογραφία, εφόσον προκύπτει από τη μαρτυρία ότι η απαίτηση στοιχειοθετείται με αναφορά σ' αυτή. Με άλλα λόγια όταν η παρανομία αποτελεί αναπόσπαστο στήριγμα των διεκδικήσεων του ενάγοντα. (Βλ. Scott v. Brown [1892] 2 Q.B. 724. Bigos v. Bousted [1951] 1 All E.R. 92. North Western Salt Company Limited v. Electrolytic Alkali Company Limited [1914] A.C. 461· σχετικά με το παράνομο των συμβάσεων γενικά και πότε στοιχειοθετείται παρανομία, παραπομπή μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Platritis & Co. v. Computer Patent
(1988)1 C.L.R. 135. Χαραλάμπους ν. Daccache
(1989)1 A.A.Δ.(Ε) 269.)» Στην υπόθεση Ιωάννου κ.α. ν. Μουσκαλλή κ.α.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1595, όπου τονίστηκε το καθήκον του Δικαστηρίου, όταν διαπιστώνει παρανομία, αυτεπάγγελτα να αρνηθεί να δώσει θεραπεία, λέχθηκαν τα ακόλουθα σημαντικά: «Το θέμα της παρανομίας της συμφωνίας δεν ηγέρθη στο πρωτόδικο Δικαστήριο, ούτε και αποτέλεσε αντικείμενο των λόγων στην ειδοποίηση έφεσης. Το προτείναμε προς συζήτηση εμείς στην αρχή της ακρόασης της έφεσης. Η δικηγόρος των εφεσειόντων μας πληροφόρησε, μόλις έγινε νύξη του θέματος, πως είχε πρόθεση να το εγείρει η ίδια και πως ήταν έτοιμη να το αναπτύξει με αναφορά στη νομολογία, κάτι που όντως έκαμε στην προφορική της αγόρευση. Είναι η γνώμη μας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καθήκον, αφού διαπίστωσε το γεγονός της παρανομίας, αυτεπάγγελτα να αρνηθεί να δώσει θεραπεία σ' αυτόν που τη ζητούσε, εφόσον ήταν μέτοχος στην παράνομη συναλλαγή. Και οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες ήσαν συμμέτοχοι σ' αυτή την παρανομία, στην οποία ουσιαστικά και μόνο στηριζόταν η αξίωσή τους. Η αυτεπάγγελτη εξέταση από το Δικαστήριο παρανομίας που παρουσιάζεται ενώπιον του αποτελεί δικαστικό καθήκον, το οποίο απορρέει από την εγγενή φύση της λειτουργίας του ως φύλακας της εφαρμογής του νόμου, που είναι ο πυρήνας της δικαστικής λειτουργίας. Με την πιο πάνω αρχή, που συνοπτικά έχουμε παραθέσει, καταπιάνεται αναλυτικά το Αγγλικό Εφετείο (Willmer, Danckwerts and Diplock, L.JJ.) στην πασίγνωστη υπόθεση Snell v. Unity Finance Ltd [1963] 3 All E.R. p.50. Στην υπόθεση αυτή γίνεται ευρύτατη αναφορά στη νομολογία και υιοθετείται ο γενικός κανόνας ότι το Δικαστήριο όταν, και σε οποιοδήποτε στάδιο, διαπιστώσει παράνομη σύμβαση αρνείται θεραπεία. ................................ Πρέπει να επισημάνουμε πως αυτή είναι η γενική αρχή που υιοθετείται και εφαρμόζεται και στη δική μας νομολογία. Ενδεικτικά αναφέρουμε την Glamour Development v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444.». Η αντίθετη εισήγηση του κ. Διομήδους είναι ότι το παρόν Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξετάσει αυτόν το λόγο ακύρωσης, εφόσον τέτοιο θέμα ουδέποτε εγέρθηκε εκ μέρους της αιτήτριας πριν από την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, ούτε τέθηκε ενώπιον των διαιτητών ως ισχυρισμός ούτε και προέκυψε τέτοια μαρτυρία κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, αλλά ούτε και προηγουμένως προβλήθηκε κατά την εκτέλεση του έργου και ως εκ τούτου η αιτήτρια εμποδίζεται από τις αρχές του κωλύματος να το εγείρει στο παρόν στάδιο, παραπέμποντας σχετικά στην απόφαση Ανδρέας Αλεξάνδρου ν. Πολύδωρου Πικροδάφνη κ.α, Πολ. Εφ. αρ. 144/2009, ημερομηνίας 17.5.2012, καθώς και στο σύγγραμμα Russell on Arbitration, 18th edition, σελ. 403-405, προσθέτοντας ακόμη ότι με βάση τη νομολογία, στην οποία αναφέρθηκε και αφορά την εξέταση του θέματος παρανομίας συμφωνίας σε αγωγές, δεν είναι επιτρεπτό για το παρόν Δικαστήριο να το εξετάσει. Διαφωτιστικά περί του θέματος αντιμετώπισης της παρανομίας συμφωνίας σε διαιτητική διαδικασία είναι όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Russell on Arbitration, 19th edition, σελ. 420 επ. στο κεφάλαιο «Challenging the award». Ειδικότερα, στο μέρος με τίτλο "Specific types of misconduct", αναφορικά με παράνομη συμφωνία στη σελ. 475 αναφέρεται ότι σύμφωνα με την απόφαση Taylor & Son v. Barnett Trading Co. Ltd [1953] 1 W.L.R. 562, η ύπαρξη παρανομίας σύμβασης μπορεί να θεωρηθεί ως ανάρμοστη συμπεριφορά και να οδηγήσει σε παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης στην περίπτωση που ο διαιτητής γνωρίζει ή αντιλαμβάνεται ότι η συμφωνία είναι παράνομη και παρά τούτο προχωρά στην έκδοση διαιτητικής απόφασης σε διαφορά που πηγάζει από την εν λόγω συμφωνία. Αναφέρεται δε ότι, όπως λέχθηκε από τον Denning L.J. στην πιο πάνω απόφαση, όταν ο διαιτητής, που δεν είναι δικηγόρος, δεν αντιλαμβάνεται ότι η συμφωνία είναι παράνομη, δεν μπορεί να του αποδοθεί ανάρμοστη συμπεριφορά ή κακός χειρισμός. Ωστόσο, βάσει μεταγενέστερης νομολογίας (Prodexport v. E. D. and F. Man Ltd [1972] 2 Lloyd's Rep. 375 at pp. 381, 382) το κατά πόσον η παρανομία συμφωνίας μπορεί να αποτελέσει λόγο παραμερισμού για ανάρμοστη συμπεριφορά εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης. Ως συνάγεται δε από την ανάλυση που γίνεται στις σελ. 422 επ., η αίτηση παραμερισμού δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα όταν πρόκειται για έλλειψη δικαιοδοσίας του διαιτητή και για ακυρότητα της όλης διαδικασίας, που δεν είχε προβληθεί κατά τη διαδικασία. Επιχειρηματολογώντας ο κ. Χριστάκη, έχει εισηγηθεί ότι από τη νομολογία που αφορά την ακύρωση διαιτητικής απόφασης προβάλλει ότι η έννοια της «ανάρμοστης συμπεριφοράς (misconduct)» επεκτείνεται σε βαθμό που να περιλαμβάνει την έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας (βλ. Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd (πιο πάνω)), σύμφωνα δε με τα κριθέντα στην υπόθεση Taylor & Son v. Barnett Trading Co. Ltd (πιο πάνω) το Δικαστήριο έχει υποχρέωση, εφαρμόζοντας το Νόμο, να μην επιτρέψει την εκτέλεση της επίδικης διαιτητικής απόφασης, η οποία εκδόθηκε επί παρανόμου συμφωνίας και να την παραμερίσει, ανεξάρτητα του ότι το θέμα αυτό δεν εγέρθηκε κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας και πριν από την έκδοση της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Στην απόφαση Taylor & Son v. Barnett Trading Co. Ltd (πιο πάνω), όπου το θέμα της παρανομίας είχε τεθεί ενώπιον του Επιδιαιτητή, ο οποίος το αγνόησε προχωρώντας στην έκδοση της διαιτητικής απόφασης με βάση την παράνομη συμφωνία, αναφέρθηκε χαρακτηριστικά από τον Lord Denning ότι: "There is not one law for arbitrators and another for the court. There is one law for all. If a contract is illegal, then arbitrators must decline to award upon it just as the court would do". Στην παρούσα όμως υπόθεση, η διαιτητική διαδικασία διεξήχθη για τα συγκεκριμένα θέματα που παραπέμφθηκαν στους διαιτητές ως αναφέρονται στο Παράρτημα Α του Τεκμηρίου 2 της αίτησης και ουδέποτε τέθηκε θέμα παράνομης σύμβασης ενώπιον των διαιτητών. Συνεπώς, προβάλλει ορθή η εισήγηση του κ. Διομήδους ότι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξετάσει θέμα που δεν τέθηκε ενώπιον των διαιτητών κατά την διαιτητική διαδικασία και το οποίο δεν είχαν τη δυνατότητα ή την ευκαιρία να εξετάσουν, ώστε να ελεγχθεί από το Δικαστήριο η επ' αυτού κρίση τους και να τους αποδοθεί τυχόν ανάρμοστη συμπεριφορά ή κακός χειρισμός και υπέρβαση εξουσίας, για παραμερισμό της επίδικης διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου. Παρά ταύτα, θεωρώ ορθό να εξετάσω στο παρόν στάδιο τον εν λόγω ισχυρισμό, λόγω ακριβώς της φύσεως του θέματος και σύμφωνα με τη νομολογία, που παρατέθηκε πιο πάνω, από την οποία υποδεικνύεται ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου, όταν από τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του εγείρεται θέμα παρανομίας, να το εξετάζει. Εξετάζοντας, με βάση όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, τον κατά τα άλλα όψιμο ισχυρισμό της αιτήτριας ότι το συμβόλαιο εργολαβίας αποτελεί παράνομη συμφωνία, θεωρώ ότι υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο των γεγονότων για απόρριψη του. Σύμφωνα με το άρθρο 35 του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου του 2001, Ν.29(I)/01 όπως τροποποιήθηκε, δεν εμποδίζεται οποιοσδήποτε εγγεγραμμένος εργολήπτης και κάτοχος ισχύουσας ετήσιας άδειας να αναλαμβάνει και εκτελεί οικοδομικό ή τεχνικό έργο ως μέλος και για λογαριασμό οποιουδήποτε συνεταιρισμού, η δε σχετική σύμβαση για την εκτέλεση του έργου θα πρέπει να συνομολογείται ως περιγράφεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 35, ενόσω σύμφωνα με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, η παράλειψη τήρησης οποιασδήποτε από τις διατυπώσεις της παραγράφου 2 δεν επιφέρει αφ' εαυτής ακυρότητα της συνομολογούμενης σύμβασης. Επί του προκειμένου, η μαρτυρία του ενόρκως δηλούντος της καθ' ης η αίτηση καταδεικνύει ότι η καθ' ης η αίτηση προς το σκοπό ανάληψης της εκτέλεσης του επίδικου έργου συνήψε Έγγραφο Σύστασης Συνεταιρισμού με την εταιρεία ERGO CONSTRUCTION LTD, κάτοχο Ετήσιας Άδειας Τάξης Γ (βλ. Τεκμήρια 10 και 11 της ένστασης) και προχώρησε στην εκτέλεση του έργου στα πλαίσια του συνεταιρισμού, γεγονός που ήταν γνωστό στον διευθυντή της αιτήτριας, στον οποίο είχε παραδοθεί το υπό αναφορά Έγγραφο Σύστασης Συνεταιρισμού. Ως προς το θέμα της σύναψης συνεταιρισμού της καθ' ης η αίτηση με την εταιρεία ERGO CONSTRUCTION LTD, προβάλλει αναγκαία η αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενόρκως δηλούντος εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση, ο οποίος κατά την αντεξέταση του δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, τονίζοντας ότι λόγω προγενέστερης δικαστικής απόφασης που αφορούσε την καθ' ης η αίτηση ήταν γνώστης των συνεπειών της ανάληψης εκτέλεσης έργου χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια. Από την σταθερή και σαφή μαρτυρία του διευθυντή της καθ' ης η αίτηση προκύπτει αναμφίβολα ότι, πριν από τη σύναψη του συμβολαίου εργολαβίας μεταξύ των διαδίκων, έγινε η σύσταση του προαναφερθέντος συνεταιρισμού στις 9.11.2006 με το Τεκμήριο 10 της ένστασης, στον όρο 5 του οποίου προβλέπεται ότι: «Η διεύθυνση και οικονομική διαχείριση του Συνεταιρισμού όπως επίσης και κάθε θέμα που αφορά τις εργασίες του Συνεταιρισμού θα εξασκείται από τον πρώτο Συμβαλλόμενο (δηλαδή από την καθ' ης η αίτηση) όπως και το δικαίωμα υπογραφής και δέσμευσης του Συνεταιρισμού». Αποδέχομαι περαιτέρω ότι η σύσταση του εν λόγω συνεταιρισμού ήταν σε γνώση της αιτήτριας και έγινε ακριβώς λόγω της αδυναμίας της καθ' ης η αίτηση να αναλάβει την εκτέλεση του επίδικου έργου εφόσον δεν κατείχε την αναγκαία από τον προαναφερθέντα Νόμο άδεια για την εκτέλεσή του. Η υπογραφή του συμβολαίου εργολαβίας, που ακολούθησε τη σύσταση του συνεταιρισμού, από την καθ' ης η αίτηση ήταν επιτρεπτή ως προβλέπετο στον όρο 5 του Τεκμηρίου
- Λαμβανομένου υπόψη και ότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ακόμη και αν δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που προνοούνται στο προαναφερθέν άρθρο 35 του Νόμου δεν επέρχεται ακυρότητα στο συνομολογηθέν συμβόλαιο εργολαβίας, υπό τις δεδομένες περιστάσεις, δεν θα μπορούσε να κριθεί ότι το εν λόγω συμβόλαιο αποτελεί παράνομη και κατ' επέκταση άκυρη συμφωνία, ώστε να κριθεί ότι η επακολουθήσασα διαιτητική διαδικασία είναι παράτυπη και άκυρη, η δε επ' αυτής απόφαση πάσχει. Ως προς τους λοιπούς λόγους ακύρωσης της επίδικης διαιτητικής απόφασης και ειδικότερα ως προς την εισήγηση ότι η εν λόγω απόφαση πάσχει λόγω αναιτιολόγητης αντιφατικότητας σχετικά με την πληρωμή των εξόδων της διαιτησίας από την αιτήτρια, που καταδεικνύει ανάρμοστη συμπεριφορά και κακό χειρισμό της υπόθεσης από τους διαιτητές, παρατηρείται ότι στις σελίδες 41-42 της διαιτητικής απόφασης επισημαίνεται από τους διαιτητές η δυσκολία της φαινομενικά απλής προσέγγισης για κατανομή των εξόδων της διαιτησίας βάσει της έκβασης της υπόθεσης κατ' αναλογία, όπως προέβλεπε το Συμφωνητικό Έγγραφο (Τεκμήριο 2 της αίτησης), με την κατάληξη, στην παράγραφο 8.2.26.5, ότι δίκαιη κατανομή των εξόδων της διαιτησίας αποτελεί η εξ ημισείας κατανομή αυτών. Βέβαια, η πιο πάνω αναφορά αποτελεί θεωρητική προσέγγιση του θέματος, ενόσω η απόφαση των διαιτητών για την πληρωμή της αμοιβής τους εξ ολοκλήρου από την αιτήτρια περιλαμβάνεται στην παράγραφο 10.2.1 στη σελίδα 45, και η απόφαση τους είναι ότι η επιδικασθείσα αμοιβή τους θα καταβληθεί εξ ολοκλήρου από την αιτήτρια. Πέραν τούτου, οι επί του θέματος ισχυρισμοί της αιτήτριας που σχετίζονται με το ύψος της επιδικασθείσας αμοιβής των διαιτητών, αποδίδοντας σ' αυτούς ανάρμοστη συμπεριφορά, κρίνονται γενικοί και αόριστοι, εφόσον δεν υποδεικνύεται με συγκεκριμένα στοιχεία κατά πόσον η εν λόγω αμοιβή υπολογίστηκε κατά παράβαση του Συμφωνητικού Εγγράφου (Τεκμήριο 2 της αίτησης). Άλλωστε, το θέμα παραμένει ακαδημαϊκό εφόσον η αμοιβή των διαιτητών έχει ήδη καταβληθεί εξ ολοκλήρου από την καθ' ης η αίτηση, η οποία, σύμφωνα με σχετική δήλωση του συνηγόρου της, δεν θα απαιτήσει την πληρωμή της από την αιτήτρια, παρά ό,τι αντίθετο προνοείται στην επίδικη διαιτητική απόφαση. Ακολούθως, ως προς τον ισχυρισμό της αιτήτριας για αυθαίρετη και αναιτιολόγητη επιβολή του επιδικασθέντος από τους διαιτητές επιτοκίου 6% ετησίως αντί 5,5%, το οποίο είναι το νόμιμο επιτόκιο της δικαστικής απόφασης κατά το χρόνο έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και θα έπρεπε να είχε επιδικασθεί σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, είναι ορθή η εισήγηση του κ. Διομήδους ότι το άρθρο αυτό δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης. Παρά ταύτα, παρατηρείται ότι σύμφωνα με το άρθρο 22, το ποσό που διατάσσεται με τη διαιτητική απόφαση να πληρωθεί επιβαρύνεται με τόκο από τη ημερομηνία της απόφασης με το ίδιο επιτόκιο που φέρει το χρέος από δικαστική απόφαση «εκτός αν η διαιτητική απόφαση διατάσσει διαφορετικά». Αν και δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην επίδικη διαιτητική απόφαση αναφορικά με τον τρόπο καθορισμού του ύψους του επιτοκίου, το οποίο στους υπολογισμούς των ποσών που γίνονται στην παράγραφο 8 της απόφασης (δηλ. του ποσού €341,67 στην παράγρ. 8.2.6.3, του ποσού €14.027,02 στην παράγρ. 8.2.7.4 και του ποσού €5.096,50 στην παράγρ. 8.2.9.7) περιγράφεται ως «δικαστικό», η εισήγηση ότι σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 22 θα έπρεπε να επιδικασθεί επιτόκιο προς 5,5% ετησίως από την ημερομηνία της απόφασης, δεν με βρίσκει σύμφωνη δεδομένου ότι στη διαιτητική απόφαση διατάσσεται διαφορετικά, ως είναι επιτρεπτό και προβλέπεται στο άρθρο αυτό. Ενόψει των πιο πάνω λεχθέντων και παρά το ότι θα μπορούσε να διαχωριστεί το θέμα του ύψους του επιτοκίου από τα λοιπά θέματα κατά τα λεχθέντα στην υπόθεση ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. Λτδ ν. L. Georgiou Constr. Ltd (πιο πάνω), χωρίς να είναι αναγκαίο να παραμεριστεί ολόκληρη η απόφαση λόγω εσφαλμένης προσέγγισης στο εν λόγω θέμα, δεν θεωρώ ότι υπάρχει σφάλμα, υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ώστε να παραμεριστεί το μέρος αυτό της επίδικης απόφασης. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή την επίδικη διαιτητική απόφαση, έχοντας κατά νου τους λοιπούς λόγους που προβάλλονται για την ακύρωση της αλλά και τους όρους που έχουν συμφωνηθεί από τους διαδίκους ως περιέχονται στο Συμφωνητικό Έγγραφο Διμελούς Διαιτησίας για την παραπομπή των διαφορών τους σε διαιτησία, υπό το φως των νομολογιακών αρχών που διέπουν το θέμα. Αναφορικά με την εισήγηση του κ. Χριστάκη περί του λανθασμένου δικονομικού τρόπου διεξαγωγής της διαιτησίας, επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τους όρους 3 και 5-8 του εν λόγω Συμφωνητικού Εγγράφου (Τεκμήριο 2 της αίτησης) αλλά και με βάση όσα παρατίθενται στην επίδικη διαιτητική απόφαση (Τεκμήριο 3 της αίτησης), οι διαιτητές ακολούθησαν τη διαδικασία την οποία είχαν προκαθορίσει, σύμφωνα με το δικαίωμα που τους είχε δοθεί εκ συμφώνου από τους διαδίκους και συνεπώς η σχετική εισήγηση δεν μπορεί να ευσταθήσει. Είναι ουσιώδες ότι και τα δυο μέρη «αντιπροσώπευαν τους εαυτούς τους» (βλ παράγραφο 6.
- του Τεκμηρίου 3 της αίτησης) κατά την ακρόαση της διαιτησίας, υπέβαλαν τις εισηγήσεις τους, που καταγράφονται στη διαιτητική απόφαση και οι θέσεις τους σε συνάρτηση με τα κατατεθέντα έγγραφα αξιολογήθηκαν από τους διαιτητές, ως καταγράφεται στις παραγράφους 7 και 8 της απόφασης με την αιτιολόγηση της αποδοχής ή απόρριψης των προβληθεισών θέσεων, για να καταλήξουν στα τελικά τους συμπεράσματα στην παράγραφο 9 αυτής. Τόσο από τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 (βλ. άρθρο 16 και παράγραφο 5 του Πρώτου Παραρτήματος), όσο και από το Συμφωνητικό Έγγραφο (Τεκμήριο 2 της αίτησης) προβάλλει ότι δεν υποχρεούντο οι διαιτητές να λάβουν ένορκες καταθέσεις, αν δεν το έκριναν σκόπιμο. Κατά τη διεξαγωγή δε της διαδικασίας τα μέρη δεν διαμαρτυρήθηκαν για οτιδήποτε που είχε σχέση με τη διεξαγωγή της διαδικασίας (βλ. Οικοδ. Επιχειρ. Στ. Α. Σταύρου Λτδ ν. Τυλλή κ.α. (πιο πάνω)). Και τα δυο μέρη επέλεξαν να μην εκπροσωπηθούν από δικηγόρο κατά τη διαιτητική διαδικασία, οι δε διαιτητές καθόρισαν τη διαδικασία με τις οδηγίες που είχαν δώσει, ως είχαν δικαίωμα κατόπιν των εντολών των μερών, και κατέληξαν στην επιδίκαση ποσών βάσει των εγγράφων και στοιχείων που τέθηκαν από τα δυο μέρη ενώπιον τους, εξηγώντας τα συμπεράσματα τους και τους λόγους αποδοχής των διευκρινίσεων του αρχιτέκτονα, ώστε να μην τίθεται θέμα παράβασης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης ή παράτυπης διεξαγωγής της διαδικασίας ή κακού χειρισμού ή ανάρμοστης συμπεριφοράς εκ μέρους των διαιτητών. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς εκ μέρους της αιτήτριας για διπλή επιδίκαση ποσών, θεωρώ ότι δεν ευσταθούν εφόσον όπως ορθά υπεδείχθη εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση, πλήρης ανάλυση των επιδικασθέντων ποσών γίνεται στις σελίδες 29-33 της επίδικης διαιτητικής απόφασης, όπου αναλύεται με σαφήνεια πώς υπολογίζονται τα ποσά των €14.027,02 και των €5.096,50 για χρηματοδοτικά έξοδα για διαφορετικές αιτίες. Δεν μπορεί, επίσης, να γίνει δεκτό ότι η λανθασμένη αναφορά της ημερομηνίας 10.11.2006 στη σελίδα 32, ως της συμβατικής ημερομηνίας συμπλήρωσης του έργου, επηρέασε τον υπολογισμό του επιδικασθέντος ποσού δεδομένου του ορθού σχετικού ευρήματος που καταγράφεται στη σελίδα 14, ούτε και η αναφορά στην παράγρ. 8.1.9 της ημερομηνίας 30.3.12 αντί της ορθής 30.3.08, εφόσον από το σύνολο της απόφασης προκύπτει ότι πρόκειται προφανώς περί δακτυλογραφικού λάθους. Ως προς δε το θέμα της ευθύνης για την καθυστέρηση στο έργο, ενόψει των καταγραφέντων από τους διαιτητές στις παραγράφους 8.1 και 8.2 της επίδικης διαιτητικής απόφασης, θεωρώ ότι οι εισηγήσεις του κ. Χριστάκη δεν μπορούν να ευσταθήσουν. Εφόσον τα μέρη επέλεξαν τους διαιτητές τους, ως κριτές των διαφορών τους λόγω των ειδικών γνώσεων και των εμπειριών τους στο συγκεκριμένο επάγγελμα, δεν επιτρέπεται αμφισβήτηση λόγω λανθασμένης κατάληξης ως προς τα γεγονότα ή το νόμο, ενόσω ακόμη και η εξαγωγή ευρήματος χωρίς επαρκή μαρτυρία δεν αποτελεί άνευ ετέρου ανάρμοστη συμπεριφορά (βλ. σύγγραμμα Russell on Arbitration, 19th edition, σελ. 447 και 473). Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ μέρους της αιτήτριας οποιοσδήποτε λόγος που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι διαιτητές επέδειξαν ανάρμοστη συμπεριφορά ή χειρίστηκαν κακώς την υπόθεση υπερβαίνοντας την εξουσία τους ή ότι η διαιτησία διεξήχθη παράτυπα, ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. (Υπ.)........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο