← Κύπρος

RAMADAN MASAR ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ κ.α., Αριθ. Αγωγής: 1623/12, 29/8/2014

RAMADAN MASAR ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ κ.α., Αριθ. Αγωγής: 1623/12, 29/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A336 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Ι. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 1623/12 RAMADAN MASAR, Ενάγων και

  1. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ,
  2. ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑΣ ΤΩΝ Τ/Κ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ,
  3. HERMES AIRPORTS LIMITED,
  4. ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΠΑΝΤΕΛΗ, Εναγόμενοι -------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 28 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ, 2013, ΓΙΑ ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: Ημερομηνία: 29 Αυγούστου, 2014 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εναγομένους 1 και 2: Δάφνη Νικολάτου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντα: Γιάννης Βιολάρης για Α. Patsalides & Associates LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές, επικαλούμενοι βασικά τις πρόνοιες της Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αιτούνται την απόρριψη της αγωγής εναντίον τους προβάλλοντας, προς τούτο, πολλούς λόγους οι οποίοι, κατά την άποψή τους, συνηγορούν προς την κατεύθυνση αυτήν. Οι λόγοι τους οποίους επικαλούνται οι Αιτητές, αναλύονται πιο κάτω. Η δε νομολογία επιτάσσει όπως, τέτοιου είδους αιτήσεις, εξετάζονται με βάση το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή το οποίο και αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει In re Pelmako Development Ltd

(1991)1 Α.Α.Δ.
  1. Η Έκθεση Απαιτήσεως Με Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (Δ.2, θ.6), ο Ενάγων αιτείται διαφόρων θεραπειών (14 στο σύνολο) οι οποίες σχετίζονται με ένα ακίνητο, δικής του ιδιοκτησίας, το οποίο βρίσκεται στο χωριό Τίμη της επαρχίας Πάφου («το επίδικο Ακίνητο»). Αιτείται, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες θεραπείες: (Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απαλλοτρίωση ημερομηνίας 23.12.1994 του επίδικου Ακινήτου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 27.1.1995 είναι άκυρη, παράνομη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να αναγνωρίζει τον Ενάγοντα ως το νόμιμο ιδιοκτήτη του επίδικου Ακινήτου και με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγομένους και/ή τους υπηρέτες τους από του να επεμβαίνουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο σ΄ αυτό. (Γ) Αποζημιώσεις για παράνομη κατοχή και χρήση του Ακινήτου και για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Ενάγοντος. Οι βασικοί ισχυρισμοί του Ενάγοντος όπως αυτοί προβάλλονται μέσω της Εκθέσεως Απαιτήσεως, είναι οι ακόλουθοι:
  2. Ο Ενάγων είναι από τις 17.10.1968 ο αποκλειστικός νόμιμος ιδιοκτήτης του επίδικου Ακινήτου. Είναι Τουρκοκύπριος, κάτοικος Κύπρου, ο οποίος είχε μετακινηθεί από το χωριό του Τίμη, όπου βρίσκεται το επίδικο Ακίνητο, πριν από τα γεγονότα του 1974 και τώρα μένει στην κατεχόμενη Λευκωσία. Η σημερινή αξία του εκτιμάται στα €15.000.
  3. Η πρόθεση του Ενάγοντος πάντα ήταν να επιστρέψει και να εκμεταλλευθεί και/ή χρησιμοποιήσει την περιουσία του.
  4. Η Εναγομένη 1 από το 1974 μέχρι το 1991 που ψηφίστηκε ο Ν.139/91 ήταν η κάτοχος και/ή διαχειρίστρια του επίδικου Ακινήτου το οποίο κατείχε και εκμεταλλευόταν παράνομα, με αποτέλεσμα ο Ενάγων να απωλέσει ποσό €3.000.000 από την παρεμπόδισή του να το εκμεταλλεύεται.
  5. Ο Εναγόμενος 2 από το 1991, είναι ο Κηδεμόνας/Διαχειριστής, όπως αποκαλείται, των Τουρκοκυπριακών περιουσιών όπως καθορίστηκε από το Ν.139/
  6. Η Εναγομένη 3, είναι ιδιωτική εταιρεία, δεόντως εγγεγραμμένη και έχει τη διαχείριση και τον έλεγχο του Αεροδρομίου Πάφου από το Μάϊο,
  7. Στην εν λόγω Εναγομένη 3 ο Εναγόμενος 2, ως ο Κηδεμόνας του επίδικου Ακινήτου, έχει παραχωρήσει το μεγαλύτερο του μέρος (13.824 τ.μ.) επί του οποίου της επέτρεψε να οικοδομήσει ολόκληρο το Αεροδρόμιο Πάφου, το οποίο εκμεταλλεύεται και χρησιμοποιεί προσποριζόμενη τεράστια κέρδη σε βάρος του Ενάγοντος.
  8. Η Εναγομένη 4 είναι κάτοχος ενός τμήματος της επίδικης περιουσίας, ήτοι 4014 τ.μ., το οποίο παραχωρήθηκε σ΄ αυτήν κατά ή περί τις 23.6.2010 από τον Εναγόμενο 2, ως ο Κηδεμόνας της περιουσίας. Η Εναγομένη 4 εκμεταλλεύεται το εν λόγω τμήμα προσποριζόμενη κέρδη εις βάρος του Ενάγοντος.
  9. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τηρούνται στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, μέρος του επίδικου Ακινήτου, απαλλοτριώθηκε κατά ή περί τις 23.12.1994 για τις ανάγκες του Αεροδρομίου Πάφου και μέρος του για γεωργικούς σκοπούς. Ο Ενάγων δεν ρωτήθηκε κατά πόσο συναινεί προς την απαλλοτρίωση και δεν του δόθηκε το δικαίωμα να προβάλει τυχόν ένσταση στην σκοπούμενη απαλλοτρίωση. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι η απαλλοτρίωση του επίδικου Ακινήτου έγινε χωρίς καμία αιτιολόγηση και παράνομα, ούτε και έχει αποζημιωθεί για την παράνομη αυτή de facto απαλλοτρίωση της περιουσίας του, για την οποία αιτείται ποσό εκ €15.000.000 για την αξία της σε σημερινές τιμές, πλέον τόκους.
  10. Κατά ή περί τις αρχές του 2010, ο Ενάγων πληροφορήθηκε ότι το εν λόγω Ακίνητό του χρησιμοποιήθηκε ως μέρος του Αεροδρομίου Πάφου και επίσης ότι μέρος του παραχωρήθηκε σε πρόσφυγα για σκοπούς γεωργικής χρήσης, χωρίς να του έχει ζητηθεί οποιαδήποτε συγκατάθεσή του ή να του έχει δοθεί οποιαδήποτε αποζημίωση. Ούτε πληροφορήθηκε από τον Εναγόμενο 2 κατά πόσο έχουν κατατεθεί οποιαδήποτε ποσά επ΄ ονόματί του στο Ταμείο Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ως ο Νόμος ρητά ορίζει.
  11. Κατά ή περί τις 19 Απριλίου, 2010 και 7 Ιουλίου, 2010, ο Ενάγων κοινοποίησε επιστολή προς την Εναγομένη 1 διά της οποίας ζητούσε να πληροφορηθεί το καθεστώς κατοχής και χρήσης των περιουσιών του.
  12. Κατά ή περί τις 3 Αυγούστου, 2010, η Εναγομένη 1 απέστειλε επιστολή ότι το περιεχόμενο του αιτήματος του Ενάγοντος εξετάζεται σε συνεργασία με άλλους αρμόδιους και/ή σχετικούς φορείς.
  13. Κατά ή περί τις 25 Οκτωβρίου, 2010, η Εναγομένη 1 απέστειλε επιστολή στον Ενάγοντα με την οποία τον πληροφορούσε ότι, όντως μέρος του Ακινήτου, ήτοι 4.014 τ.μ., παραχωρήθηκε σε πρόσφυγα «δικαιούχο» για γεωργική χρήση και το υπόλοιπο 13.701 τ.μ. χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες του Αεροδρομίου Πάφου.
  14. Στις 13 Δεκεμβρίου, 2010, ο Ενάγων απέστειλε επιστολή με την οποία επεφύλασσε όλα τα δικαιώματά του.
  15. Ο Ενάγων, ισχυριζόμενος ότι οι πιο πάνω πράξεις των Εναγομένων λήφθηκαν κατά παράβαση του Άρθρου 23 του Συντάγματος, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αλλά και του Άρθρου 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταχώρισε την παρούσα αγωγή αιτούμενος διαφόρων θεραπειών που αφορούν στην κατ΄ ισχυρισμόν παράνομη χρήση του επίδικου Ακινήτου, ήτοι αποζημιώσεις για παράνομη κατοχή και χρήση του και για αποστέρηση της περιουσίας του. Ισχυρισμοί Αιτητών Με την Αίτησή τους οι Αιτητές προβάλλουν εννέα λόγους για τους οποίους, σύμφωνα με τη θέση τους, η αγωγή εναντίον τους θα πρέπει να απορριφθεί. Αυτοί συνοψίζονται ως ακολούθως:
  16. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται τοπικής αρμοδιότητας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή.
  17. Σύμφωνα με τον Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο, 139/1991, ο Ενάγων δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής και/ή δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων 1 και
  18. Το Διάταγμα Απαλλοτρίωσης υπ΄ αρ. 1891 που αφορά στο επίδικο Ακίνητο, συνιστά διοικητική πράξη η οποία προσβάλλεται με το ένδικο μέσο της προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Κατά συνέπεια το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή.
  19. Η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη αφού έχει εγερθεί πριν την ακύρωση του πιο πάνω Διατάγματος Απαλλοτρίωσης.
  20. Η αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Ισχυρισμοί Καθ΄ ου η Αίτηση Ο Καθ΄ ου η Αίτηση προβάλλει τους πιο κάτω λόγους ένστασης:
  21. H Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση προβάλλει ανυπόστατους και αντιφατικούς ισχυρισμούς.
  22. Οι Αιτητές αποκρύβουν ουσιώδη γεγονότα, παραπλανώντας τον Καθ΄ ου η Αίτηση.
  23. Οι Αιτητές με τις ενέργειες και/ή τη συγκατάθεση και/ή συνδρομή προς τους Εναγομένους 3 και 4, προκάλεσαν στον Καθ΄ ου η Αίτηση τεράστιες οικονομικές ζημιές.
  24. Οι Αιτητές με την Αίτησή τους, αποπειρούνται να καταχραστούν και να παρελκύσουν τη δικαστική διαδικασία. Δ.27, θ.3: Απόρριψη Αγωγής - Νομική Πτυχή Όπως αναφέρεται πιο πάνω, η βασική διάταξη την οποία επικαλούνται οι Αιτητές είναι η Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η δε θεραπεία την οποία επιδιώκουν είναι η απόρριψη της αγωγής εναντίον τους. Στην Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1336, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τη Δ.27, θ.3: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο θεσμός αυτός δίδει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική (frivolous or vexatious). Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με εξαιρετική φειδώ. (Βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Με την υπό κρίση αίτηση δεν προβάλλονται τέτοιες θέσεις και οι πρόνοιες του θ.3 δεν καλύπτουν την περίπτωση για την οποία επιζητείται η απόρριψη της αγωγής». Η σταθερή βάση της νομολογίας ήταν και είναι μέχρι σήμερα ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου ή μέρους αυτού με βάση τις πιο πάνω δικονομικές διατάξεις πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις. Αυτό τονίστηκε σε κάποιες από τις πρώτες αποφάσεις της Κυπριακής νομολογίας στις οποίες έγινε μάλιστα επίκληση Αγγλικής νομολογίας ακόμη και του 19ου αιώνα δηλαδή πριν καν τη θέσπιση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, στην Μavromoustakis v. Yeroudes (Executor)
(1965)1 C.L.R. 176, 183-184, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω τα οποία επίσης υιοθετήθηκαν και στην Papamichael v. Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305: «Speaking of this jurisdiction to dismiss actions in limine, Lord Herschell in Lawrance v. Norreys (Lord)
(1890)15 App. Cas. 210, said (at page 219): "It is a jurisdiction which ought to be very spaningly exercised, and only in very exceptional cases". In Dyson v. Attorney-General
(1911)1 K.B. 410 at page 418, Fletcher Moulton, L.J. said: «.To my mind it is evident that our judicial system would never permit a plaintiff to be 'driven from the judgment seat' in this way without any court having considered his right to be heard, excepting in cases where the cause of action was obviously and almost incontestably bad". That is, undoubtedly, the test to be applied and the language used there is strong language. If there is a point capable or worthy of being argued it was clearly impossible to strike out an action in limine (per Tucker, L.J. in Law v. Dearley
(1950)1 All E.R. 124, at page 127). According to the notes to the English R.S.C. Order 25, rule 4, in the Annual Practice, it has been held in many cases that it is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule, and that this procedure can only be adopted when it can be clearly seen that a claim is, on the face of it, obviously unsustainable, or that the case is clear beyond doubt. So Long as the statement of claim discloses some cause of action, or raises some question fit to be decided by a court, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out». Οι πιο πάνω αρχές επαναλήφθηκαν και διασαφηνίστηκαν περαιτέρω στην In re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 όπου αναφέρθηκε ότι κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. Η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Τέτοια άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου, δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Βλέπε επίσης Σιακόλας
(1998), πιο πάνω, Cyber Group Ltd
(2004), πιο πάνω, και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 21. Επιπρόσθετα, στην Λοϊζος Λουκά και Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316, τονίστηκε ότι απόρριψη αγωγής θα πρέπει να διατάσσεται μόνο σε περιπτώσεις που το δικόγραφο του Ενάγοντος δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και όπου η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί μετά από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Είναι για αυτό το λόγο που διαφαίνεται μία σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας αυτής ενώ η αγωγή βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα. Συμπεράσματα Ο ίδιος ο Ενάγων επέλεξε, ορθά κατά τη γνώμη μου, να διαχωρίσει τις περιόδους για τις οποίες επιζητεί τις αιτούμενες θεραπείες σε τρεις, τις ακόλουθες: (α) από το 1974 μέχρι και το 1991 ήτοι την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.139/91, (β) από την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.139/91 μέχρι και την απαλλοτρίωση μέρους του Ακινήτου, ήτοι 23.12.1994, (γ) από την απαλλοτρίωση μέχρι και την καταχώριση της αγωγής και/ή την επιδιωκόμενη επιστροφή του Ακινήτου στον Ενάγοντα. Θεραπείες για την Απαλλοτρίωση μέρους του Ακινήτου: Είναι παραδεκτό ότι στις 23.12.1994 απαλλοτριώθηκε μέρος του Ακινήτου το οποίο όμως ο Ενάγων δεν προσδιορίζει επακριβώς. Ισχυρίζεται όμως ότι δόθηκε στους Εναγομένους 3 και 4 τόσο για τις ανάγκες του Αεροδρομίου Πάφου όσο και για γεωργικούς σκοπούς. Ισχυρίζεται, προς τούτο, ότι δεν ζητήθηκε η συναίνεσή του, η δε απαλλοτρίωση έγινε αναιτιολόγητα και παράνομα. Επιζητεί δε αποζημιώσεις ύψους €15.000.000 οι οποίες αντιπροσωπεύουν τη σημερινή αξία του Ακινήτου επιπρόσθετα προς τις αποζημιώσεις για την απώλεια της χρήσης του μέχρι και την επιδιωκόμενη επιστροφή του στον ίδιο. Οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί του περιλαμβάνονται στις Παραγράφους 7 και 8 της Εκθέσεως Απαιτήσεως που εμφαίνεται ότι τουλάχιστον από τις αρχές του 2010, ήταν ενήμερος για την απαλλοτρίωση. Δεν προβάλλονται όμως ισχυρισμοί για καταχώριση προσφυγής για ακύρωση της απαλλοτρίωσης. Είναι νομολογημένο ότι το διάταγμα απαλλοτρίωσης συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία προβάλλεται με το ένδικο μέσο της προσφυγής. Σταυρίδη κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)3 Α.Α.Δ. 303. Ούτε και χρειάζεται η οποιαδήποτε συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ως απαραίτητο στοιχείο της απαλλοτρίωσης, επομένως ούτε αυτή η διαμαρτυρία του Ενάγοντα έχει οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Δημοκρατία ν. Halit κ.α.
(2009)3 Α.Α.Δ. 327. Σχετικά με τις συνέπειες της μη προσβολής ή ακύρωσης μιας διοικητικής πράξης ή απόφασης, αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση ΑΟΜΜ Γαλαξίας Παραγωγές Λίμιτεδ ν. Δήμου Στροβόλου, ECLI:CY:AD:2014:A520, Π.Ε. 348/10, ημερομηνίας 11.7.2014: «Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εφόσον δεν προσβληθεί ή ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό Δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή (Τakis Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων & Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453). Η αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας, τα οποία ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, επαφίεται, λοιπόν, μόνο στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σταθερή είναι η γραμμή της νομολογίας ότι δεν μπορούν να υπάρχουν παράλληλες θεραπείες στο πλαίσιο του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ενόψει των προνοιών του, είναι νομολογημένη αρχή του Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου ότι η εγκυρότητα διοικητικών πράξεων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Με βάση τις ρητές πρόνοιες του Άρθρου 146, παροχή παράλληλης δικαιοδοσίας σε άλλα Δικαστήρια είναι κάθετος και απόλυτος.» Με βάση τα πιο πάνω είναι ξεκάθαρο ότι, αφής στιγμής η απαλλοτρίωση μέρους του Ακινήτου δεν έχει ακυρωθεί, παραμένει σε ισχύ και ο Ενάγων δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία για το θέμα αυτό. Θεραπείες που σχετίζονται με το Ν.139/91: Ο Ν.139/91 τέθηκε σε ισχύ την 1.7.
  1. Ο Ενάγων με την αγωγή του παραδέχεται ότι ο Εναγόμενος 2 από την εφαρμογή του πιο πάνω Νόμου είναι ο Κηδεμόνας/Διαχειριστής του επίδικου ακινήτου αλλά επιδιώκει, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση σ΄ αυτό. Κατά συνέπεια το πρώτο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο το επίδικο Ακίνητο εμπίπτει εντός των προνοιών του Ν.139/91 και του οποίου ανέλαβε τη διαχείριση ο Κηδεμόνας όπως προνοούν τα Άρθρα 5 και
  2. Έχοντας μελετήσει τις αντίστοιχες πρόνοιες του Νόμου, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι το επίδικο Ακίνητο εμπίπτει εντός της εν λόγω κατηγορίας, αφού βρίσκεται στο χωριό Τίμη της Επαρχίας Πάφου, ήτοι στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και ανήκει σε Τουρκοκύπριο ο οποίος δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις εν λόγω περιοχές. Στην Παράγραφο 1 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, το περιεχόμενο της οποίας περιγράφεται πιο πάνω ο Ενάγων περιγράφει τον εαυτό του ως διαμένοντα στην κατεχόμενη Λευκωσία. Επομένως μετά την έναρξη ισχύος του Ν.139/91 είναι ο Κηδεμόνας που διαθέτει όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης. Kίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα των Τ/Κ Περιουσιών
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1077. Ο δε Ν.139/91 έχει κριθεί ότι δεν αντιβαίνει προς τις πρόνοιες του Συντάγματος. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ.
  1. Παρά τα πιο πάνω, υπάρχει πρόνοια στο Ν.139/91 που παρέχει δικαίωμα σε πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρμογής του παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα του το οποίο κατοχυρώνεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή και τα Πρωτόκολλα της που κυρώθηκαν από τη Δημοκρατία να προσφύγει στο δικαστήριο με αγωγή. (Άρθρο 6Α του Νόμου 139/91). Τυχόν προσφυγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο με αγωγή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το παραπονούμενο πρόσωπο θα πρέπει πρώτα να υποβάλει σχετικό αίτημα στον Υπουργό και το αίτημα αυτό να έχει απορριφθεί. Ο Ενάγων, εγείρει μεν θέμα παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του, αλλά δεν φαίνεται να τήρησε την προϋπόθεση που επιτάσσει το Άρθρο 6Α για υποβολή πρώτα αιτήματος στον Υπουργό. Οι επιστολές στις οποίες γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης αφορούν σε άλλα θέματα. Επομένως θεωρώ αβάσιμη και/ή πρόωρη την αντίστοιχη απαίτηση του. Θεραπείες για την περίοδο 1974 μέχρι το 1991 και την ημερομηνία εφαρμογής του Ν.139/91: Στις επιζητούμενες θεραπείες περιλαμβάνεται ποσό €3.000.000 το οποίο απαιτείται ως αποζημιώσεις κατά της Εναγομένης 1 για την «παράνομη κατοχή» του επίδικου Ακινήτου για την εν λόγω περίοδο. Είναι φανερό ότι ο Ενάγων για την περίοδο αυτή θεωρεί ως υπόλογη την Κυπριακή Δημοκρατία αφού ήταν πριν την ψήφιση του Ν.139/
  2. Ο δε Νόμος αυτός δεν περιλαμβάνει ρητή πρόνοια για αναδρομικότητά του. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο Κηδεμόνας, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ανέλαβε ταυτόχρονα την υποχρέωση για παρελθόντα, παρόντα και μελλοντικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Τη στιγμή μάλιστα που στο Άρθρο 5 χρησιμοποιείται το λεκτικό ότι ο Κηδεμόνας «.θα έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης.». Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι απόλυτα σαφές. Τονίζεται ότι στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Bahchecioglou κ.α.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 426, επιδικάστηκαν αποζημιώσεις κατά της Δημοκρατίας για την περίοδο 1974 μέχρι και 1991 για παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία, χωρίς όμως το θέμα να έχει αντιμετωπιστεί ευθέως από το Ανώτατο αφού εκεί τα επίδικα θέματα ήσαν άλλα. Εν κατακλείδι, επειδή το θέμα δεν είναι ξεκάθαρο, δεν θεωρώ ορθό όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και απορρίψω την αγωγή εναντίον της Εναγομένης 1 αφού αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου, όπως επιτάσσει και η νομολογία που αναφέρεται πιο πάνω, πρέπει να ασκείται με εξαιρετική φειδώ. Κατά τόπον αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας: Οι Αιτητές, επικαλούμενοι το Άρθρο 21
(2)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60 ισχυρίζονται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται κατά τόπον αρμοδιότητα όπως εκδικάσει την παρούσα υπόθεση αφού αυτή αφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία που ευρίσκεται στην Τίμη, εντός των ορίων της Επαρχίας Πάφου. Σε περιπτώσεις που το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι στερείται κατά τόπον αρμοδιότητας για εκδίκαση κάποιας υπόθεσης, δεν απορρίπτει την αγωγή αλλά με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 21
(4)του Ν.14/60 την παραπέμπει στο αρμόδιο κατά τόπο Δικαστήριο. Επομένως στην παρούσα περίπτωση δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί το αιτητικό της Αίτησης με το οποίο επιζητείται απόρριψη της αγωγής. Εν πάση περιπτώσει, στην αγωγή υπάρχουν τέσσερις Εναγόμενοι από τους οποίους οι τρεις έχουν εγείρει τέτοιο θέμα, οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την παρούσα και η Εναγομένη 3 με άλλη δική της Αίτηση. Δεν θα ήταν όμως ορθό να εξεταστεί τέτοιο θέμα χωρίς πρώτα να δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί και η πλευρά της Εναγομένης 4 εφόσον μια ανάλογη εξέλιξη θα επηρέαζε και τα δικά της δικαιώματα. Κατάληξη Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές επιδιώκουν απόρριψη της αγωγής εναντίον τους. Δεν επιζητείται οποιαδήποτε διαγραφή μέρους είτε του δικογράφου του Ενάγοντος, είτε των αιτούμενων θεραπειών. Το Δικαστήριο, πιο πάνω, παρέθεσε τη δική του θέση αναφορικά με τις επιζητούμενες θεραπείες. Δεν θα ήταν όμως ορθό από μόνο του να προβεί στο διαχωρισμό των διαφόρων θεραπειών και κάποιες να απορρίψει, κάποιες όμως όχι. Εκείνο που οφείλει να κάμει είναι να εξετάσει κατά πόσο με βάση τα ευρήματά του δικαιολογείται η απόρριψη της αγωγής εναντίον οποιουδήποτε από τους Εναγομένους 1 και 2 στο σύνολό της. Αναφορικά με την Εναγομένη 1 έχει αναφερθεί πιο πάνω ότι κάποιες από τις επιζητούμενες θεραπείες για την περίοδο 1974 μέχρι και 1991, δεν μπορούν να απορριφθούν, κατά συνέπεια δεν μπορεί να απορριφθεί η αγωγή εναντίον της. Αναφορικά με τον Εναγόμενο 2 όμως, είναι φανερό ότι η αγωγή είναι αβάσιμη στο σύνολό της για τους λόγους που επιζητείται πιο πάνω. Καμιά από τις θεραπείες που επιζητούνται εναντίον του δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η αγωγή εναντίον του Εναγομένου 2 απορρίπτεται. Το αντίστοιχο αιτητικό που αφορά στην Εναγομένη 1 αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Δεδομένης της κατά το ήμισυ επιτυχίας της Αίτησης και του γεγονότος ότι οποιαδήποτε διαδικαστικά διαβήματα για τους Εναγομένους 1 και 2 είναι κοινά αφού αμφότερους εκπροσωπεί ο Γενικός Εισαγγελέας, επιδικάζονται τα Έξοδα της διαδικασίας κατά το ½ υπέρ των Αιτητών και σε βάρος του Καθ΄ ου η Αίτηση - Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.