R.G.I. RESIDENTIAL HOLDINGS LIMITED ν. LITONOR FINANCIAL LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2135/13, 25/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A329 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2135/13 Μεταξύ R.G.I. RESIDENTIAL HOLDINGS LIMITED Ενάγουσα Και LITONOR FINANCIAL LIMITED Eναγόμενη 25 Αυγούστου,
- Αίτηση ημερομηνίας 2 Απριλίου, 2013 για συντηρητικό διάταγμα ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές: κ. Λεοντίου με την κα Γεωργιάδου. Για ν' ακούσει απόφαση: κα Γεωργιάδου Για τους καθ' ων η αίτηση: κ. Δράκος. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ρωσική εταιρεία Stolichnoe Podrorye («Stolichnoe») αποκλειστικής ιδιοκτησίας του Stanislav Gromov, σε συμφωνία με την Κυβέρνηση της Μόσχας («Επενδυτική Συμφωνία») ανέλαβε την ανάπτυξη ενός ακινήτου στη Μόσχα, λαμβάνοντας από την κυβέρνηση με σχετικό διάταγμα τα δικαιώματα ανάπτυξης του ακινήτου. Ο Gromov όμως, δεν προχώρησε στην ανάπτυξη, υπό την ομπρέλα της Stolichnoe από μόνος του. Επέλεξε ως συνέταιρό του τον Boris Kuzinez με τον οποίο κατέληξαν στις 23/6/2006 σε συμφωνία συνεταιρισμού. (Τεκμήριο 1 στην αίτηση) Ο μηχανισμός συνεργασίας που προέβλεψαν ήταν ο εξής:
- Στο έργο θα συνέχιζε ως επενδυτής η Stolichnoe η οποία όμως μεταβιβάστηκε από τον Gromov στην κυπριακή εταιρεία Lafar Management Ltd («Lafar») η οποία ανήκε στην εναγόμενη, που ανήκε στον Gromov.
- Παράλληλα διευθέτησαν όπως η Lafar ανήκει πλέον ανά 50% σε συμφέροντα των Gromov - Kuzinez. Έτσι η μέχρι τότε ιδιοκτήτρια της Lafar, η εναγόμενη, μεταβίβασε το 50% της Lafar στην εταιρεία Toucho Investments Ltd («Toucho») την οποία διαδέχθηκε η ενάγουσα.[1]
- Η Toucho/ενάγουσα κατέβαλε ως αντάλλαγμα το ποσό των 24,822,480 $ΗΠΑ. Στα πιο πάνω πλαίσια στις 19.6.2006 υπεγράφησαν μεταξύ Τoucho/ενάγουσας και εναγομένης μία Συμφωνία Πώλησης Μετοχών και μία Συμφωνία Συνεταιρισμού. Ήταν όρος των εν λόγω συμφωνιών ότι η ολοκλήρωση του έργου θα γινόταν «within the reasonable time limits of the investment contract between the Moscow Government and the LLC[2]...» (όρος 3.10 της Συμφωνίας Πώλησης Μετοχών, τεκμ. 5 στην Αίτηση). Είναι τώρα η θέση της ενάγουσας/Toucho ότι, για τους λόγους που φαίνονται στην ένορκη δήλωση του Jonatan Joffe που συνοδεύει την αίτηση, με υπαιτιότητα της εναγόμενης και πάντως όχι δική της, η κατασκευή του έργου είναι αδύνατο να εκπληρωθεί στα συμφωνηθέντα πλαίσια ή οποτεδήποτε. Επί αυτής της εκδοχής απαιτεί επιστροφή του εν λόγω ανταλλάγματος για τις μετοχές και αποζημιώσεις, ήτοι συνολικά άνω των 51,5 εκατ. $ ΗΠΑ. Παράλληλα, στις 4.4.13 έλαβε μονομερώς διάταγμα με το οποίο παγοποιήθηκαν οι μετοχές της εναγομένης στη Lafar. Αφού ακούστηκε η άλλη πλευρά, το δικαστήριο καλείται τώρα ν' αποφασίσει οριστικά για το διάταγμα αυτό. Από δικής της πλευράς η εναγόμενη προβάλλει με την ένορκη δήλωση του Sergey Krasnov που συνοδεύει την ένσταση, τη θέση ότι ο Gromov επειδή δεν είχε προγενέστερη εμπειρία στην κατασκευαστική βιομηχανία συνεργάστηκε με τον Kuzinez ο οποίος ελέγχει όμιλο εταιρειών με τέτοια εμπειρία. Ο Gromov παρέμεινε Γενικός Σύμβουλος της Stolichnoe, όμως διαχειριστής (manager) του έργου ήταν η ενάγουσα και όχι η εναγόμενη. Η εναγόμενη συμφωνεί ότι το έργο δεν εκπληρώθηκε εντός ευλόγου χρόνου, είναι όμως η θέση της ότι γι' αυτό ευθύνεται η ενάγουσα για τους λόγους που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση. Μια άλλη διαφωνία έγκειται στο ότι η εναγόμενη αρνείται τη θέση της ενάγουσας ότι το έργο δεν είναι δυνατόν πλέον να κατασκευαστεί. Αυτά βέβαια δεν είναι του παρόντος. Το έργο του δικαστηρίου σε τέτοιες αιτήσεις είναι περιορισμένο και αφορά το κατά πόσο στοιχειοθετούνται οι εκ του νόμου και της νομολογίας προϋποθέσεις απόδοσης συντηρητικής θεραπείας. Οριστικά ευρήματα επί της ουσίας όχι μόνο εκφεύγουν του σκοπού της διαδικασίας, αλλά κατ' ουσίαν δεν επιτρέπονται. Πέραν τούτου, το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να μην υπεισέλθει στην εξέταση των εν λόγω προϋποθέσεων όταν διαπιστώσει κατάχρηση της διαδικασίας ή παράβαση του καθήκοντος για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Στερείται δε, δικαιοδοσίας να διατηρήσει ένα διάταγμα που δόθηκε χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά, εάν διαπιστώσει ότι δεν συνέτρεχαν οι υπό του άρθρου 9
(1)προϋποθέσεις για κατ' εξαίρεση έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μονομερώς. Η εναγομένη έχει θέσει και τα τρία ως άνω αιτήματα. Η εισήγηση περί κατάχρησης στηρίζεται στο γεγονός ότι από την καταχώριση της αγωγής στις 29/3/13 και την έκδοση του μονομερούς διατάγματος στις 4.4.13 μέχρι την ακρόαση της αίτησης στις 29.4.14 δεν είχε καταχωριστεί έκθεση απαίτησης, η οποία καταχωρίστηκε μόνο στις 25.6.2014, λίγες μέρες πριν επιφυλαχθεί η απόφαση στις 7.7.14. Το πρόβλημα το είχε εγείρει η άλλη πλευρά στις 19.7.2003 όταν προέβαλε ως λόγο ένστασης τη θέση ότι η αιτήτρια «καθυστερεί αδικαιολόγητα να προωθήσει την αγωγή». Η ενάγουσα ζήτησε και έλαβε άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Δεν σχολίασε όμως τη θέση αυτή και δεν έδωσε ποτέ μαρτυρία που να δικαιολογεί την καθυστέρηση. Μόνο στο εντελώς τελικό στάδιο, στις διευκρινίσεις ημερομηνίας 7.7.14 , ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας επεχείρησε να εξηγήσει λέγοντας ότι δεν είχαν όλα τα στοιχεία. Όμως, η οποιαδήποτε εξήγηση θα έπρεπε να δοθεί με τρόπο ώστε να είναι δυνατή η αντίκρουση της και όχι στις αγορεύσεις στις οποίες δεν μπορεί να δίδεται μαρτυρία. Εν προκειμένω δε, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης απάντησε πως δεν γίνεται αποδεκτή η εξήγηση. Εν πάση περιπτώσει το δικαστήριο δεν έχει παραπεμφθεί σε στοιχεία που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης και δεν ήταν προηγουμένως στη διάθεση της ενάγουσας. Ούτε διαφαίνεται τέτοια περίπτωση μέσα από τη σύγκριση των πολύ αναλυτικών και λεπτομερών ενόρκων δηλώσεων Joffe και της Έκθεσης Απαίτησης. Η πολύ μεγάλη καθυστέρηση παραμένει χωρίς εξήγηση. Η δε καταχώριση της έκθεσης απαίτησης 15 μήνες μετά, δεν μπορεί να είναι έγκυρη εφόσον δεν ζητήθηκε παράταση χρόνου, ούτε η συναίνεση της άλλης πλευράς. Απλώς βρέθηκε η έκθεση απαίτησης στο φάκελο. Θεμελιακή επί του θέματος είναι η Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453, 1466: «Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία για τον καθορισμό και διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης.» Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ, 1802, 1808, το ζήτημα διασυνδέθηκε με τον κίνδυνο η εξασφάλιση της ενδιάμεσης θεραπείας να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ενάγοντα ως αυτοσκοπός, με την καθυστέρηση να μιλά συχνά αφ' εαυτής, όπως χαρακτηριστικώς ελέχθη. Η παρούσα υπόθεση ως εκ της απαράδεκτα μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης και της όλης στάσης των εναγόντων, όπως σκιαγραφείται από τα ανωτέρω, αποτελεί κλασική, θεωρώ, περίπτωση όπου ένας ενάγοντας αφού επικαλεστεί το κατεπείγον για να διασφαλίσει τα δικά του συμφέροντα, όταν το πετύχει - υπό συνθήκες που η άλλη πλευρά να μην έχει λόγο ή καν γνώση - στη συνέχεια δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για προώθηση της (δικής του) αγωγής. Από τα γεγονότα στοιχειοθετείται κατάχρηση σε βάρος των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς, αλλά και προς ζημία της διαδικασίας, εφόσον τέτοια στάση κατέστη κοινή πρακτική που έχει εκτρέψει, σε επίπεδο τουλάχιστον μεγάλων αγωγών, την πορεία απονομής της δικαιοσύνης από την εκδίκαση αγωγών στην εκδίκαση αιτήσεων, σε τέτοιους μάλιστα αριθμούς που να προκαλούνται σοβαρές καθυστερήσεις. Οι δε αγωγές απλώς παραπέμπονται, από τους διαδίκους που επιτυγχάνουν μονομερώς παρεμπίπτουσες θεραπείες, στις ελληνικές καλένδες. Ως εκ της διαπιστωθείσας κατάχρησης η αίτηση θα απορριφθεί. Παρά ταύτα θα εξετάσω το ζήτημα του κατεπείγοντος ή μη, εφόσον άπτεται της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Μια βασική θέση της εναγόμενης ήταν ότι από το ίδιο το καταστατικό της Lafar προκύπτει ότι δεν υπήρχε κίνδυνος αποξένωσης των μετοχών, εφόσον για να πωληθούν ή να μεταβιβαστούν οι μετοχές θα έπρεπε να δοθεί ειδοποίηση στην ενάγουσα και να συγκατατεθούν τόσο οι σύμβουλοι της Lafar, όσο και η ενάγουσα, διαφορετικά η μεταβίβαση θα ήταν άκυρη. Ενόψει της απαιτούμενης διαδικασίας δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος, καταλήγει η εισήγηση της εναγομένης. Η ενάγουσα απαντά ότι η κατεπείγουσα απαγόρευση ήταν ευρύτερη εφόσον κάλυπτε και τον κίνδυνο επιβάρυνσης των μετοχών. Ποια όμως ήταν η μαρτυρία που καθιστούσε τον κίνδυνο πώλησης ή επιβάρυνσης τόσο άμεσο ώστε να στοιχειοθετείται η ανάγκη για κατεπείγουσα προστασία ή που κατεδείκνυε άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις ή λόγους που να καθιστούσαν εξ αντικειμένου αδύνατη τη γνωστοποίηση της αίτησης στην εναγόμενη; (βλ. άρθρο 9
(1)και Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 AAΔ 203, 207). Στην ένορκη δήλωση Joffe περιλαμβάνονται γενικόλογες αναφορές. Αναφέρεται σχετικώς στην παρ. 87 ότι εάν εδίδετο ειδοποίηση υπήρχε μεγάλη πιθανότητα διασκορπισμού, αποξένωσης ή επιβάρυνσης των μετοχών. Ο κ. Δράκος εισηγήθηκε με αναφορά στην Resola (Cyprus) Limited v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 ότι οι αόριστοι ισχυρισμοί περί κινδύνου άμεσης αποξένωσης δεν αρκούν. Ο κ. Λεοντίου αντέτεινε ότι δεν είναι αναγκαία η μαρτυρία για πρόθεση αποξένωσης και ότι εκείνο που μετρά είναι ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί στο τέλος τυχόν απόφαση και παρέπεμψε στις υποθέσεις C. Phasarias (Automative Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785 και Τσιολάκκη κ.ά. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ
- Όμως το ζητούμενο τώρα είναι το κατά πόσον στοιχειοθετήθηκε το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις ώστε το δικαστήριο να παρεκκλίνει από τη φυσική δικαιοσύνη. Τέτοια σοβαρή και κατ' εξαίρεση ενέργεια δεν μπορεί να βρει έρεισμα σε γενικόλογες αναφορές όπως εν προκειμένω. Διαφορετικά σε όλες τις περιπτώσεις που υπάρχει πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση της απόφαση, θα μπορούσε να δοθεί μονομερές διάταγμα. Για τους πάραπανω λόγους το διάταγμα, ως εκδοθέν χωρίς δικαιοδοσία, θα πρέπει να ακυρωθεί. Παρεμπιπτόντως, και εφόσον έγινε λόγος για το ζήτημα με τις πρόνοιες του καταστατικού της Lafar αναφορικά με τη διαδικασία μεταβίβασης των μετοχών, σημειώνεται περαιτέρω ότι συναφής με τις πρόνοιες αυτές είναι και μία πτυχή της ευρύτερης εισήγησης περί παράλειψης αποκάλυψης. Ο κ. Δράκος εισηγήθηκε συγκεκριμένα ότι η ενάγουσα είχε καθήκον να αποκαλύψει τις σχετικές περιοριστικές πρόνοιες ώστε το δικαστήριο να τις λάβει υπόψη για το κατά πόσον ήταν αναγκαία η παγοποίηση των μετοχών. Έχοντας υπόψη και τις θέσεις επί του προκειμένου της άλλης πλευράς, θεωρώ ότι, το γεγονός πως η μεταβίβαση των μετοχών των οποίων ζητήθηκε η παγοποίηση και μάλιστα κατεπειγόντως δεν ήταν ελεύθερη, αλλά υποκείμενη σε διαδικασία στην οποία αναγκαίο μέρος ήταν η ενάγουσα, είναι ουσιώδες γεγονός που θα έπρεπε να τεθεί υπόψιν του δικαστηρίου, αν μη τι άλλο σε σχέση με το μονομερές της διαδικασίας. Τότε θα εναπόκειτο στο δικαστήριο και μόνο να εκτιμήσει τα δεδομένα, περιλαμβανομένης της πιθανότητας μεταβίβασης των μετοχών παρά τις πρόνοιες του καταστατικού με εκτίμηση ενδεχομένως της εγκυρότητας τέτοιου διαβήματος. Περιλαμβανομένου, περαιτέρω, του κινδύνου επιβάρυνσης ως η προαναφερθείσα εισήγηση του κ. Λεοντίου. Αντ' αυτού το δικαστήριο αφέθηκε με την εικόνα της δυνατότητας για ελεύθερη και παραχρήμα μεταβίβαση των μετοχών. Το ζήτημα αυτό αφού άπτεται του πυρήνα της αίτησης θα μπορούσε από μόνο του να οδηγήσει σε ακύρωση. Χάριν οικονομίας δεν θα προχωρήσω σε εξέταση όλων των άλλων εισηγήσεων περί παράλειψης αποκάλυψης, ούτε των προϋποθέσεων του άρθρου
- Η αίτηση απορρίπτεται και το διάταγμα παύει να ισχύει με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.) ........... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. [1] Λαμβάνουμε ως δεδομένο την εγκυρότητα της διαδοχής για τις ανάγκες της παρούσας. Είναι υπ' αυτή την έννοια που αναφέρεται στην παρούσα η Toucho ομού με την ενάγουσα. [2] Η LLC είναι η προαναφερθείσα Stolichnoe cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο