HANDY SNACKS LTD ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 7962/2013, 1/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A302 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7962/2013 Μεταξύ: HANDY SNACKS LTD Ενάγουσας και
- ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ υπό την ιδιότητά του ως Παραλήπτη και/ή Διαχειριστή της ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΒΡΑΑΜ υπό την ιδιότητά του ως Παραλήπτη και/ή Διαχειριστή της ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων --------------------- Αίτηση της εναγομένης 1 ημερ. 14.2.2014 για αναστολή της διαδικασίας Ημερομηνία: 1 Ιουλίου, 2014 Για εναγομένη 1 - αιτήτρια: κα Ε. Καδή Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κ. Μ. Θεοδοσίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €25.016 ως οφειλόμενο υπόλοιπο αξίας εμπορευμάτων πωληθέντων και παραδοθέντων στην εναγομένη 1 βάσει σχετικής συμφωνίας συνεργασίας. Στις 18.12.2013 οι εναγόμενοι 1 και 3 καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης και στις 14.2.2014 η εναγομένη 1 καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση. Η αγωγή δεν φαίνεται να έχει επιδοθεί στον εναγόμενο
- Με την υπό εξέταση αίτηση, η εναγομένη 1 επιζητεί την αναστολή της διαδικασίας (stay of proceedings) της παρούσας αγωγής σε σχέση με την εναγομένη 1 μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης Εκκαθάρισης με αρ. 168/2012 του Ε.Δ. Λάρνακας, για να μην υπάρξει αρνητικός επηρεασμός των δικαιωμάτων ορισμένων πιστωτών. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά επιζητεί διάταγμα που να παρεμποδίζει την ενάγουσα να λάβει οποιαδήποτε δικονομικά μέτρα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, καθώς και διάταγμα με το οποίο να αναστέλλονται οποιεσδήποτε εκκρεμούσες ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίες σε σχέση με την παρούσα αγωγή μέχρι την εκδίκαση της αίτησης. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 3, ο οποίος είναι ένας εκ των δύο Διαχειριστών/Παραληπτών της εναγομένης 1, από κοινού με τον εναγόμενο
- Ο εναγόμενος 3 δηλώνει ότι η ενάγουσα προέβη σε έγερση της αγωγής παράτυπα και/ή αντινομικά και/ή κατά παράβαση βασικών νομικών αρχών και/ή παρέλειψε να συμμορφωθεί με τους δικονομικούς κανόνες, με αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των εναγομένων, καθότι δεν ακολουθήθηκε η σωστή και/ή νόμιμη διαδικασία σύμφωνα και/ή σε συμμόρφωση με τους δικονομικούς θεσμούς και/ή κανονισμούς. Περί τα τέλη του 2012 πιστωτής των εναγομένων καταχώρισε στο Ε.Δ. Λάρνακας αίτηση εκκαθάρισης με αριθμό 168/12 η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί (Τεκμήριο Α). Έκτοτε η λειτουργία των υπεραγορών της εναγομένης 1 υπέστη σοβαρές ζημιές και στις 31.1.13 η Λαϊκή Τράπεζα διόρισε τους εναγομένους 2 και 3 Διαχειριστές/Εκκαθαριστές βάσει κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Στη συνέχεια ο εναγόμενος 3 στην ουσία αναφέρει τις πρόνοιες του άρθρου 215 του Κεφ. 113 και προσθέτει ότι η καταχώριση της παρούσας αίτησης αποσκοπεί κυρίως στην προστασία των δικαιωμάτων των πιστωτών αλλά και στην προστασία της περιουσίας της εναγομένης 1 εταιρείας. Θεωρεί ότι μετά την έναρξη εκκαθάρισης μιας εταιρείας, η οποία σηματοδοτείται με την καταχώριση αίτησης εκκαθάρισης, τα πράγματα πρέπει να παραμείνουν ως έχουν, παρέχοντας με αυτόν τον τρόπο προστασία και ίση μεταχείριση προς τους πιστωτές και αποτρέποντας την προώθηση διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων. Θεωρεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να διασφαλίσει ότι κανένας πιστωτής δεν θα τύχει προτεραιότητας σε περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και ότι σε περίπτωση υποβολής αίτησης για αναστολή, θα πρέπει να συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις για να δικαιολογείται η μη έγκριση της αίτησης. Προβάλλει ότι αν δεν ανασταλεί η διαδικασία, τότε ορισμένοι εκ των πιστωτών θα αποζημιωθούν στο ακέραιο, ενώ αν η διαδικασία ανασταλεί θα βρίσκονται στην ίδια σειρά με άλλους πιστωτές της τάξης τους. Προσθέτει ότι το δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων χειρίζεται περίπου 80 αγωγές και 200 ποινικές υποθέσεις που αφορούν τους εναγομένους και έχουν ήδη εκδοθεί διατάγματα αναστολής σε ορισμένες υποθέσεις, είτε μέσω δικαστικής διαδικασίας, είτε κατόπιν αποδοχής της αίτησης για αναστολή από τους αντιδίκους (Τεκμήριο Β ενδιάμεση απόφαση Ε.Δ. Λεμεσού, στην αγωγή με αριθμό 839/13). Η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στις 27.3.2014 προβάλλοντας τους εξής λόγους:
- Η αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
- Ο ενόρκως δηλών δεν έχει την εξουσία και/ή δεν έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί για να προβεί στην υπό κρίση ένορκη δήλωση της αίτησης.
- Η νομική βάση της αίτησης είναι παράτυπη, ανυπόστατη και λανθασμένη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Νομοθεσίας και/ή τις Αρχές της Νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Οι Αιτητές αιτούνται αξιώσεων αντινομικών και παράλογων, οι οποίες έχουν αποκλειστικό σκοπό να καθυστερήσουν τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης της Ενάγουσας με σκοπό να αποξενώσουν την περιουσία της και έτσι να στερήσουν στην Ενάγουσα να εισπράξει το λαβείν της και/ή να προκαλέσουν σε αυτήν περαιτέρω ζημιά.
- Οι Αιτητές πλανώνται σε ότι αφορά την ιδιότητα επί της οποίας οι Εναγόμενοι 2 και 3 ενάγονται στην παρούσα υπόθεση. Ο Εναγόμενος 3 ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως Διαχειριστή και/ή Παραλήπτη της Εναγομένης
- Τα όσα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν αποτελούν καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή της διαδικασίας αφού αυτή είναι γενική και αόριστη.
- Η ένορκη δήλωση της υπό κρίση αίτησης δεν επεξηγεί με ποιο τρόπο θα επηρεαστούν δυσμενώς οι πιστωτές της Εναγομένης Εταιρείας.
- Το Δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του υπέρ της αίτησης αλλά να την απορρίψει με έξοδα εναντίον των Αιτητών. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Ιακώβου, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία η οποία χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους της ενάγουσας. Αναφέρει ότι η ενάγουσα είναι δημόσια εταιρεία και μέρος του ομίλου εταιρειών «Frou - Frou» και ασχολείται μεταξύ άλλων με την εμπορία τροφίμων. Δηλώνει ότι αρνείται τους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Στις 31.1.13 η πρώην Λαϊκή Τράπεζα διόρισε τους εναγομένους 2 και 3 ως Διαχειριστές/Παραλήπτες βάσει ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Τονίζει ότι δεν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εναγομένης 1 εταιρείας, παρά μόνο διορίστηκαν Διαχειριστές/Παραλήπτες στη βάση ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης, και ότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 226 - 228 του Κεφ. 113, η έννοια του προσωρινού Εκκαθαριστή δεν περιλαμβάνει Διαχειριστή/Παραλήπτη στη βάση ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Συνεπώς θεωρεί ότι στην παρούσα αγωγή δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 220 και λήψης άδειας για την έγερση της αγωγής. Η ενάγουσα καταχώρισε την αγωγή εναντίον της εναγομένης 1 εταιρείας, και των εναγομένων 2 και 3 όχι υπό την προσωπική τους ιδιότητα, αλλά υπό τη διαδικαστική τους ιδιότητα ως Παραλήπτες/Διαχειριστές, την οποία απέκτησαν μετά τον διορισμό τους από την Τράπεζα. Αναφέρει ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ουσιαστικός λόγος που να συνηγορεί υπέρ της αναστολής της διαδικασίας και δεν επεξηγείται με ποιο τρόπο θα επηρεαστούν δυσμενώς οι πιστωτές της εναγομένης 1 εταιρείας. Ούτε και παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με τα γεγονότα και τις αξιούμενες θεραπείες που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα επιδιώκει να αποκτήσει προτεραιότητα έναντι άλλων πιστωτών της εναγομένης
- Προβάλλει επιπλέον ότι είναι αντιφατικό και αντινομικό ο Παραλήπτης/Διαχειριστής, ο οποίος διορίστηκε από εξασφαλισμένο πιστωτή με βάση την κυμαινόμενη επιβάρυνση για να εισπράξει από την εναγομένη 1 οποιοδήποτε χρέος, να ισχυρίζεται ότι πρέπει να ανασταλεί η παρούσα αγωγή για να μπορούν να εισπράξουν δίκαια και με ίσους όρους οι άλλοι διάφοροι πιστωτές της εναγομένης 1, ιδιαίτερα γνωρίζοντας ότι υπάρχει σειρά η οποία τηρείται από τον Εκκαθαριστή αναφορικά με τους Πιστωτές οποιαδήποτε εταιρείας σύμφωνα με τα άρθρα 298 - 300 του Κεφ. 113, έτσι ώστε κανένας από τους Πιστωτές να μην αδικηθεί. Προσθέτει ότι η εναγομένη 1 ζητά να παγιοποιηθεί το κεκτημένο δικαίωμα της ενάγουσας να εισπράξει τα λεφτά της και να της επιστραφούν τα αγαθά της. Επισημαίνει επιπλέον ότι δεν υπάρχει στο παρόν στάδιο τρόπος για να γίνει η επαλήθευση του χρέους των εναγομένων προς την ενάγουσα, εφόσον δεν έχει διοριστεί εκκαθαριστής και επειδή η εναγομένη 1 δεν αποδέχεται το χρέος της. Θεωρεί ότι η αίτηση θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση και θα επηρεαστούν δυσμενώς τα συνταγματικά δικαιώματα της ενάγουσας για την εκδίκαση της αγωγής σε εύλογο χρόνο. Επιπλέον θα επηρεαστεί δυσμενώς η θέση και η υπόθεση της ενάγουσας η οποία θα τεθεί σε μειονεκτικότερη θέση. Θεωρεί δε ότι η αγωγή 839/13 αφορούσε διαφορετικά γεγονότα. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Το άρθρο 215 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της αίτησης και επί του οποίου εδράζεται το ουσιαστικό αιτητικό για αναστολή της αγωγής, προνοεί τα εξής: «Οποτεδήποτε μετά την υποβολή αίτησης για εκκαθάριση, και πριν από την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, η εταιρεία ή οποιοσδήποτε πιστωτής ή συνεισφορέας δύναται- (α) όταν οποιαδήποτε αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστήριο ή στο Ανώτατο Δικαστήριο, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή ή διαδικασία για αναστολή διαδικασίας σε αυτή· και (β) . . και το Δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται αίτηση δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να αναστείλει ή περιορίσει τη διαδικασία με τέτοιους όρους που ήθελε θεωρήσει σωστό». Όπως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 215, παρέχεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια αναστολής αγωγής η οποία εκκρεμεί ενώπιόν του, σε περίπτωση υποβολής σχετικής αίτησης από εταιρεία σε σχέση με την οποία εκκρεμεί αίτηση για εκκαθάρισή της, νοουμένου ότι δεν έχει ακόμη εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης. Στη Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λίμιτεδ (αρ. 1)
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1806 λέχθηκε, με αναφορά στις Αγγλικές αποφάσεις Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd
(1923)1 K.B. 160 και In re Dynamics Corpn. (Ch.D.) [1973] 1 W.L.R. 63, ότι σκοπός των προνοιών αυτών για αναστολή είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας, με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων. Τα ίδια επαναλήφθηκαν στη Μιχάλη Σάββα Νικολάου κ.α. ν. A & G Property Wise Development Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 302/2008, ημερ. 5.4.2013. Στην Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd, πιο πάνω, αναφέρονται τα εξής στη σελίδα 163 αναφορικά με τις πρόνοιες της αγγλικής νομοθεσίας που αντιστοιχούν στο δικό μας άρθρο 215, τα οποία προσφέρουν καθοδήγηση για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας που παρέχεται στο Δικαστήριο από το συγκεκριμένο άρθρο: «The general policy of the Court in exercising this jurisdiction, when a petition has been presented which may result in a winding-up order or a scheme, is to secure that no creditor shall thenceforward gain priority over others of his class, and when an application is made to stay proceedings under s.140 very exceptional circumstances must exist to justify the Court in refusing to accede to the application, because if the plaintiff's action is not stayed he will get payment in full while if his action is stayed he will take his place properly among other creditors of his class. I cannot see any exceptional circumstances in this case. To allow the plaintiff to proceed would be in effect, during the interval between the presentation of a petition and the working out of a scheme of arrangement, to allow certain creditors to help themselves out of the assets of the company in priority to some others in a less fortunate position. No doubt the Court has a discretion whether it will stay a plaintiff's action, but it is against the policy of the Court to exercise that discretion by allowing the plaintiff to proceed except in very special circumstances. » (οι υπογραμμίσεις δικές μου) Παρόμοια προσέγγιση αναφέρεται στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 24η έκδοση, τόμος 1, σελίδα 1448, παραγρ. 88-69 με τίτλο «Staying Proceedings» όπου, με αναφορά στην Re Oak Pitts Colliery Co.
(1882)21 Ch. D. 322, επεξηγείται ότι σκοπός των προνοιών του Νόμου είναι να τεθούν όλοι οι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές σε ίση βάση και να πληρωθούν επί ίσοις όροις (pari passu). Αναφέρεται επιπλέον ότι για να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός είναι απαραίτητο (indispensable) όπως οι διαδικασίες εναντίον της εταιρείας, υπό μορφή αγωγής, εκτέλεσης ή άλλης, ανασταλούν. Σε αντίθετη περίπτωση η εκκαθάριση θα οδηγούσε σε μία διαμάχη για την περιουσία της εταιρείας (a scramble for the assets). Τα πιο πάνω θεωρώ ότι απαντούν και στο σκέλος της ένστασης της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση με την οποία προωθείται η θέση ότι δεν εξειδικεύεται/επεξηγείται ο τρόπος με τον οποίο θα επηρεαστούν δυσμενώς οι υπόλοιποι πιστωτές της εναγομένης. Στην υπό κρίση περίπτωση, το γεγονός της καταχώρισης της αίτησης εκκαθάρισης αρ. 168/2012 Ε.Δ. Λάρνακας εναντίον της εναγομένης 1 δεν αμφισβητείται. Άλλωστε, αυτό αποτελεί και τον λόγο καταχώρισης της παρούσας αίτησης και του αιτήματος για αναστολή της διαδικασίας. Έχοντας υπόψη τον σκοπό του άρθρου 215 του Κεφ. 113, που είναι τόσο η προστασία της περιουσίας της εταιρείας όσο και η ίση μεταχείριση των πιστωτών αυτής σε περίπτωση εκκαθάρισής της, θεωρώ ότι αυτό το δεδομένο από μόνο του αποτελεί καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της παρούσας αγωγής εκκρεμούσης της Αίτησης Εκκαθάρισης. Από τη στιγμή που δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις που να συνηγορούν προς αντίθετη προσέγγιση, το Δικαστήριο οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία. Όσον αφορά τη θέση της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, και ότι αποκλειστικός σκοπός της αίτησης είναι η καθυστέρηση της δίκαιης εκδίκασης της υπόθεσης με σκοπό να αποξενώσουν την περιουσία της εναγομένης 1 εταιρείας για να μη δυνηθεί η ενάγουσα να εισπράξει το λαβείν της, σημειώνω ότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε απτό και συγκεκριμένο στοιχείο που να καταδεικνύει την ύπαρξη κακοπιστίας και κατάχρησης. Είναι προφανές ότι σε περίπτωση που επιτραπεί η συνέχιση της διαδικασίας της παρούσας αγωγής εναντίον της εναγομένης 1, προτού εκδικαστεί η αίτηση εκκαθάρισης, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής και λήψης μέτρων εκτέλεσης, η ενάγουσα να τεθεί σε πλεονεκτική θέση έναντι των υπόλοιπων πιστωτών της εταιρείας. Ο σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η διατήρηση μιας ισορροπίας στον τρόπο αντιμετώπισης των πιστωτών της εταιρείας έτσι ώστε να υπάρχει δυνατότητα ικανοποίησης των πιστωτών σε ίση βάση, χωρίς να δίδεται προτεραιότητα σε κάποιο πιστωτή εις βάρος άλλου της ίδιας τάξης. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του παραλήπτη/διαχειριστή της εναγομένης 1 εταιρείας, ο οποίος διορίστηκε βάσει ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης προς όφελος συγκεκριμένου εξασφαλισμένου πιστωτή-τράπεζας. Εν τούτοις, η θέση της πλευράς της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση ότι είναι αντιφατικό και αντινομικό να ισχυρίζεται το εν λόγω πρόσωπο ότι πρέπει να ανασταλεί η αγωγή για να προστατευθούν όλοι οι πιστωτές, ιδιαίτερα εν όψει των προνοιών των άρθρων 298-300 του Κεφ. 113, στερείται νομικού και πραγματικού ερείσματος και είναι αβάσιμη. Οι εν λόγω πρόνοιες του Κεφ. 113 αφορούν ακριβώς τη σειρά προτεραιότητας που πρέπει να τηρείται σε σχέση με την καταβολή χρεών της εταιρείας, μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Ενόσω εκκρεμεί αίτηση για εκκαθάριση, και μέχρι την έκδοση τέτοιου διατάγματος ή την απόρριψή της αίτησης για εκκαθάριση, δύνανται να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 215, έτσι ώστε να μη βρεθεί σε πλεονεκτική θέση κάποιος πιστωτής έναντι άλλου της ίδιας τάξης. Ένας διαχειριστής/παραλήπτης που διορίζεται δυνάμει ομολόγου επιβάρυνσης έχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις με βάση τον Νόμο και όλοι οι πιστωτές της εταιρείας έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν τυχόν απαιτήσεις τους εναντίον της εταιρείας, έτσι ώστε να δύναται να τηρηθεί η σειρά που προνοείται από τον Νόμο. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης με τον οποίο προβάλλεται η θέση ότι ο ενόρκως δηλών δεν έχει την εξουσία να προβεί στην ένορκη δήλωση προς στήριξη της αίτησης, σημειώνω ότι αυτή η θέση δεν έχει υποστηριχθεί καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο. Άλλωστε, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι ένας εκ των δύο διαχειριστών/παραληπτών της εναγομένης 1 και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση, ότι καταθέτει για γεγονότα για τα οποία έχει προσωπική γνώση, ενώ παράλληλα αποκαλύπτει τις πηγές της πληροφόρησής του για όσα γεγονότα δεν προέρχονται από προσωπική γνώση. Συνεπώς, είναι σαφές ότι οι σχετικές πρόνοιες της Διαταγής 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που αφορά ένορκες δηλώσεις, πληρούνται. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στους Θεσμούς ότι μια αίτηση πρέπει να στηρίζεται σε ένορκη δήλωση του ίδιου του διαδίκου ή, σε περίπτωση που ο διάδικος είναι νομικό πρόσωπο, του φυσικού προσώπου που δίδει τις οδηγίες για καταχώριση της αίτησης. Ο ενόρκως δηλών είναι απλώς ένας μάρτυρας ο οποίος παραθέτει τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται μια αίτηση. Ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε «πλάνη» σε ότι αφορά την ιδιότητα υπό την οποία ενάγονται οι εναγόμενοι 2 και 3, η οποία εν πάση περιπτώσει είναι εμφανής από τον τίτλο της αγωγής. Η δε αίτηση υποβάλλεται από την εναγομένη 1 εταιρεία, για αναστολή της αγωγής σε σχέση με αυτήν. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης ότι η αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος, ότι η νομική βάση είναι παράτυπη, ανυπόστατη και λανθασμένη και ότι οι αξιώσεις της αιτήτριας είναι αντινομικές και παράλογες, θεωρώ ότι τα όσα έχουν σημειωθεί πιο πάνω σε σχέση με το άρθρο 215 του Κεφ. 113, το οποίο αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της αίτησης, καταδεικνύουν ότι οι εν λόγω αιτιάσεις δεν ευσταθούν. Καταληκτικά όλων των πιο πάνω, έχω ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της διαδικασίας αναφορικά με την εναγομένη 1. Συνεπώς, το αιτητικό υπό σημείο Α της αίτησης θα πρέπει να εγκριθεί. Όσον αφορά το αιτητικό υπό σημείο Β, επισημαίνω ότι το άρθρο 215 του Κεφ. 113 εφαρμόζεται και περιορίζεται όσον αφορά την εταιρεία και όχι οποιοδήποτε άλλο διάδικο μέρος της αγωγής, και επομένως δεν μπορεί να απαγορευθεί στην ενάγουσα να λάβει οποιαδήποτε μέτρα στην αγωγή γενικά, παρά μόνο όσον αφορά την εταιρεία. Όσον αφορά το αιτητικό Γ, με το οποίο επιζητείται η αναστολή οποιωνδήποτε εκκρεμουσών διαδικασιών στην αγωγή μέχρι την εκδίκαση της παρούσας διαδικασίας, θεωρώ ότι έχει καταστεί άνευ αντικειμένου εφόσον έχει εκδικαστεί η παρούσα αίτηση και θα εκδοθεί το αιτούμενο υπό σημείο Α διάταγμα αναστολής. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της παρούσας αγωγής, σε σχέση και αναφορικά με την εναγομένη 1 εταιρεία, μέχρι την εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της Αίτησης Εκκαθάρισης με αρ. 168/2012 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Παρά την επιτυχία της αίτησης, θεωρώ ότι θα ήταν άδικο όπως επωμισθεί τα έξοδα η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση, η οποία θα είναι τώρα υποχρεωμένη να αναμένει το αποτέλεσμα της πιο πάνω αναφερόμενης αίτησης εκκαθάρισης. Συνεπώς, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της όσον αφορά την εκδίκαση της παρούσας αίτησης. (Υπ.) ............... Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο