Μάρκου Παρασκευά ν. Μάρκου Δ. Μάρκαρη, Αρ. Αγωγής 6185/01, 5/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A310 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ.Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6185/01 Μεταξύ: Μάρκου Παρασκευά, Σπιτάλι, Λεμεσός Ενάγοντα - και - Μάρκου Δ. Μάρκαρη, Λεμεσός Εναγόμενου Ημερομηνία: 05 Αυγούστου, 2014 Για Ενάγοντα: κ. Μ. Κυπριανού για ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Για Εναγόμενο: κ. Α. Κυπρίζογλου για ΡΙΚΚΟΣ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ & ΣΙΑ (κα Στ. Ευριπίδου κατά την απόφαση) A Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγικά:- Η αγωγή του Ενάγοντα αφορά αποζημιώσεις για ιατρική αμέλεια την οποία αποδίδει στον Εναγόμενο. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας, κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, ήταν ηλικίας 40 ετών και εργαζόταν ως κηπουρός. Ασχολούνταν δε και με την καλλιέργεια εσπεριδοειδών. Κατά τη θέση του Ενάγοντα, περί τις 25.11.1998 αυτός εισάχθηκε σε κλινική και ο Εναγόμενος, ο οποίος είναι ειδικός χειρούργος ορθοπεδικός-τραυματολόγος τον υπέβαλε σε χειρουργική πλαστική επέμβαση και/ή επέμβαση οπίσθιου χιαστού. Εξ αιτίας αμέλειας του Εναγόμενου, κατά την επέμβαση που έγινε, ο Ενάγοντας υπέστηκε σοβαρές βλάβες, και ως εκ τούτου αντιμετώπιζε προβλήματα μετά την εγχείρηση, επισκεπτόμενος όμως προς τούτο τον Εναγόμενο, ο τελευταίος του απέκρυβε τη βλάβη που του προκάλεσε. Η βλάβη στον Ενάγοντα διαπιστώθηκε, στις 25.11.1999, στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, όπου μετάβηκε λόγω συνεχών προβλημάτων και/ή πόνων. Περαιτέρω, στην Έκθεση Απαίτησης, παρατίθενται λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης θέσμιου καθήκοντος και/ή νομικών καθηκόντων του Εναγόμενου. Διαζευκτικά ο Ενάγοντας επικαλείται την εφαρμογή της αρχής Res Ipsa Loquitur. Παρατίθενται ακόμη, στην Έκθεση Απαίτησης, λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών του Ενάγοντα. Αυτές αφορούν σε βλάβη στο κνημιαίο νεύρο στην περιοχή του δεξιού γόνατου, βλάβη στο αισθητικό νεύρο και παράλυση του μυός. Επίσης παρατίθενται λεπτομέρειες ειδικών ζημιών. Τέλος ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, πόνο, ταλαιπωρία και ψυχική οδύνη που υπέστηκε αλλά και θα συνεχίσει να υφίσταται στο μέλλον. Η αξίωση για αποζημιώσεις περιλαμβάνει έξοδα μελλοντικής ιατρικής περίθαλψης, δαπάνες για εγχειρήσεις, φάρμακα, ειδικό εξοπλισμό για να μπορέσει ο Ενάγοντας να ανταπεξέλθει στις ανάγκες που δημιουργήθηκαν εξ αιτίας της ισχυρισθείσας αμέλειας του Εναγόμενου, ως επίσης, εξ αιτίας ψυχολογικών προβλημάτων και/ή τραυμάτων στην προσωπικότητα του, αλλά και προβλημάτων στη σεξουαλική του ζωή. Στην τροποποιημένη Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αρνείται τις αξιώσεις του Ενάγοντα. Παραδέχεται ωστόσο ότι τέλη του μήνα Νοεμβρίου του 1998 υπέβαλε αυτόν σε χειρουργική επέμβαση οπίσθιου χιαστού συνδέσμου και έσω μηνίσκου, λόγω μεγάλης αστάθειας του γόνατος, πρόβλημα το οποίο δημιουργήθηκε στον Ενάγοντα κατόπιν τροχαίων δυστυχημάτων που είχε το 1979, το 1996, το 1997 και το
- Δίδονται δε λεπτομέρειες των τραυμάτων του Ενάγοντα από τα προηγούμενα δυστυχήματα. Είναι δε ισχυρισμός του Εναγόμενου πως αν αποδειχθεί ότι, ο Ενάγοντας υπέστηκε βλάβη στο κνημιαίο νεύρο, στην περιοχή του δεξιού γόνατος και βλάβη στο αισθητικό νεύρο και παράλυση του μυός, οι βλάβες αυτές προξενήθηκαν λόγω του τραυματισμού και/ή της συμπίεσης και/ή φυσιολογικού και/ή παθολογικού εκφυλισμού των νεύρων, ινών, και γενικώς των μαλακών μορίων που οφείλονταν στο δυστύχημα του 1979 και/ή σε άλλα δυστυχήματα. Ακόμη ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως αν αποδειχθεί ότι υπάρχουν οι προαναφερόμενες βλάβες, αυτές προξενήθηκαν λόγω μεταγενέστερων χειρουργικών επεμβάσεων που υποβλήθηκε ο Ενάγοντας στις 06.09.2000 στο Περιφερειακό Πανεπιστήμιο Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, όπως και στις 10.11.2000 στο Τμήμα Χειρουργικής Χεριού Μικροχειρουργικής του περιφερειακού Νοσοκομείου Αττικής, ΚΑΤ αλλά και στις 20.01.2003 στο Μητροπολιτικό Θεραπευτήριο από το Δρα Δαούτη λόγω χειρουργικών επεμβάσεων για σκοπούς καθαρισμού των συμφύσεων και/ή ινών του ισχυρισθέντος νευρώματος, και λόγω απόπειρας αφαίρεσης και/ή αποκατάστασης του ίδιου νευρώματος και/ή λόγω άλλων χειρουργικών επεμβάσεων, στα δάκτυλα του δεξιού ποδιού, και/ή βλάβης, που προξενήθηκε στο κνημιαίο και στο σαφηνές νεύρο, από πλημμελή και/ή υπερβολική περίσφιξη των ιμάντων, γύρω από το δεξί γόνατο του Ενάγοντα, από τον ίδιο, για μακρύ χρονικό διάστημα μετά την εγχείρηση που τον υπέβαλε ο Εναγόμενος. Περαιτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η μετεγχειρητική πορεία του Ενάγοντα ήταν πολύ καλή, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, και περί τις αρχές Ιανουαρίου 1999 άρχισε να βαδίζει. Παρουσίαζε πλήρη κινητικότητα του γόνατος και του ποδιού και του συστήθηκε φυσιοθεραπεία για ενδυνάμωση των μυών. Ο Ενάγοντας, ωστόσο, επέδειξε αρνητική στάση και επισκεπτόμενος κάποιο φυσιοθεραπευτή, μετά από δυο-τρεις συνεδρίες φυσιοθεραπείας, εγκατάλειπε και πήγαινε αλλού, χωρίς να ακολουθεί πλήρες πρόγραμμα ενδυνάμωσης των μυών, όπως δεν ακολούθησε και τις οδηγίες του ορθοπεδικού ιατρού του Νοσοκομείου Λεμεσού για φυσιοθεραπείες. Διαζευκτικά, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αν ο Ενάγοντας αποδείξει τους ισχυρισμούς του, και όντως η διαπίστωση, του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής στο ηλεκτρομυογράφημα των μυών της γαστροκνημίας και του ποδός, ήταν η ατροφία των μυών και το πρόβλημα στη μετάδοση ηλεκτρικού ερεθισμού από τρία διαφορετικά νεύρα, τα οποία απέχουν το ένα από το άλλο, τότε αυτά δεν ήταν δυνατό να τραυματιστούν ταυτόχρονα. Περαιτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται τα ακόλουθα: (α) Πριν προβεί στη χειρουργική επέμβαση υπέβαλε προκαταρκτικά τον Ενάγοντα σε ακτινογραφίες και αναλύσεις αίματος, σε μαγνητική τομογραφία και γενικά σε όλες τις απαιτούμενες προετοιμασίες. (β) Ενήργησε ορθώς και δεόντως, για τη φροντίδα και περίθαλψη του Ενάγοντα, ως ιατρός και ως ένας επιδέξιος επιστήμονας. Η επέμβαση έγινε μελετημένα, με σύγχρονες μεθόδους, με όλα τα σύγχρονα απαραίτητα και/ή αναγκαία εργαλεία, ως επίσης χορηγήθηκε στον Ενάγοντα, μετεγχειρητικά, η απαιτούμενη θεραπεία και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. (γ) Ο Ενάγοντας τόσο κατά τη χειρουργική επέμβαση όσο και μετά, δεν παρουσίασε συμπτώματα πέραν εκείνων που ήταν αναμενόμενα φυσιολογικά. (δ) Μέχρι και τις 03.03.1999, που ο Ενάγοντας ακολουθούσε τις οδηγίες του Εναγόμενου, δεν παρουσίαζε ιδιαίτερα προβλήματα και σε ηλεκτρομυογράφημα και μαγνητική τομογραφία που υποβλήθηκε, κατόπιν εντολής του Εναγόμενου, για σκοπούς προόδου, τα αποτελέσματα ήταν καλά, όμως ο Ενάγοντας δεν τα αποδέχτηκε. (ε) Έλαβε εξειδικευμένη συμβουλή από ειδικό, σε αντίθεση με ότι ο Ενάγοντας ισχυρίζεται στην παράγραφο 7(θ) της Έκθεσης Απαίτησης, καθώς επίσης εξήγησε στον Ενάγοντα τους κινδύνους της επέμβασης και του πρότεινε να συμβουλευθεί και ειδικό για το θέμα, ως προς το ποσοστό της επιτυχίας ή αποτυχίας της επέμβασης. Ωστόσο, ο Ενάγοντας αρνήθηκε και, επίμονα, χωρίς καθυστέρηση πίεσε τον Εναγόμενο να προβεί στην επέμβαση. (στ) Ο Ενάγοντας προτού προβεί σε χειρουργική επέμβαση υπόγραψε έντυπο με δήλωση όπου ενημερώθηκε για τους πιθανούς κινδύνους της επέμβασης. (ζ) Ως θεράπων ιατρός του Ενάγοντα, επέδειξε τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, ενήργησε δε με κάθε επιμέλεια προς εκτέλεση του καθήκοντος του. Επιπλέον και άνευ βλάβης των θέσεων του, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αν ήθελε αποδειχθεί ότι ο Ενάγοντας υπέστηκε τις ισχυρισθείσες σωματικές βλάβες, αυτές οφείλονται σε δική του υπαιτιότητα και ευθύνη, αλλά και σε υπαιτιότητα των θεραπόντων ιατρών αυτού, δηλαδή ιατρών του Περιφερειακού Πανεπιστημίου Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, όπως και ιατρών του Τμήματος Χειρουργικής Χεριού Μικροχειρουργικής του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αττικής, ΚΑΤ, οι οποίοι, πριν από οποιαδήποτε επέμβαση στο πόδι του Ενάγοντα, δεν τον ενημέρωσαν και/ή δεν τον συμβούλευσαν για τον κίνδυνο που διέτρεχε σε περίπτωση περαιτέρω επέμβασης στο πόδι του. Τέλος και ανεξάρτητα των πιο πάνω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οποιεσδήποτε ειδικές ζημιές υπέστηκε ο Ενάγοντας είναι υπερβολικές και/ή εξωγκομένες και/ή εξωπραγματικές. Στην τροποποιημένη Υπεράσπιση του Εναγόμενου, ο Ενάγοντας καταχώρησε Απάντηση. Αρνείται τη θέση του Εναγόμενου, ότι τα προηγούμενα δυστυχήματα είναι η αιτία της βλάβης του. Περαιτέρω όμως ο Ενάγοντας ισχυρίζεται πως: (α) Αν όντως ο Ενάγοντας παρουσίαζε τη βλάβη που παρουσιάζει τώρα, ο Εναγόμενος όφειλε στις 25.11.1998 να μην τον χειρουργήσει. (β) Ο Εναγόμενος όφειλε να είχε πληροφορήσει τον Ενάγοντα αναφορικά με την ύπαρξη της εν λόγω βλάβης, και για τις περιορισμένες δυνατότητες βελτίωσης της κατάστασης του καθώς, και για τους κινδύνους που περιείχε η επέμβαση στην οποία τον υπέβαλε. Προσαχθείσα μαρτυρία:- Κατά την ακροαματική διαδικασία, η οποία διεξάχθηκε κατόπιν διαταγής, του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για επανεκδίκαση, κατέθεσαν για την απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντα τέσσερις μάρτυρες (στο εξής Μ.Ε.) και δύο μάρτυρες για την Υπεράσπιση του Εναγόμενου (στο εξής Μ.Υ.). Κατατέθηκαν ως τεκμήρια τα ακόλουθα: Τεκμήριο 1: Βιογραφικό Σημείωμα της Μ.Ε.2, ιατρού Ελένης Ζαμπά Παπανικολάου. Τεκμήριο 2: Έκθεση Αποτελεσμάτων ημερομηνίας 25.11.1999, που ετοιμάστηκε από τη Μ.Ε.2 ιατρό Ζαμπά. Τεκμήριο 3: Έκθεση Αποτελεσμάτων ημερομηνίας 14.03.2000, που ετοιμάστηκε από τη Μ.Ε.2 ιατρό Ζαμπά. Τεκμήριο 4: Έκθεση ημερομηνίας 10.05.2000, που ετοιμάστηκε από τη Μ.Ε.3, ιατρό - ακτινολόγο Άγγελα Κατωδρύτου. Τεκμήριο 5: Έκθεση ημερομηνίας 13.11.1998, που ετοιμάστηκε από τη Μ.Ε.3, ιατρό - ακτινολόγο Άγγελα Κατωδρύτου. Τεκμήριο 6: Ιατρική έκθεση ημερομηνίας 26.11.2004 του Μ.Ε.4, Δρα Νίκου Ιωάννου. Τεκμήριο 7: Ιατρική έκθεση ημερομηνίας 18.12.2013 του Μ.Ε.4, Δρα Νίκου Ιωάννου. Τεκμήριο 8: Ιατρική έκθεση του Δρα Κυριάκου Αντρέου ημερομηνίας 25.05.
- Τεκμήριο 9: Φωτοαντίγραφο κάρτας παρακολούθησης ασθενούς (Ενάγοντα). Τεκμήριο 10: Μέρος Πρακτικών της πρώτης δίκης, στην παρούσα αγωγή, από σελίδα 286 -
- Τεκμήριο 11: Ιατρικό άρθρο - (Εκτύπωση από το διαδίκτυο). Τεκμήριο 12(α): Φωτογραφία που απεικονίζει τα αγγεία γόνατος. Τεκμήριο 12(β): Φωτογραφία που απεικονίζει τα αγγεία γόνατος. Τεκμήριο 13: Εγχειρίδιο Arthrex (τεχνικής χειρουργικής). Τεκμήριο 14: Ιατρικό άρθρο (Εκτύπωση από ο διαδίκτυο). Τεκμήριο 15: Κοινό ιατρικό πιστοποιητικό (Joint Medical Report) των ιατρών Κ. Ανδρέου και Η. Γεωργίου ημερομηνίας 17.11.
- Τεκμήριο 16: Ιατρικό πιστοποιητικό Δρα Χ. Κατσιάμη ημερομηνίας 23.08.
- Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Ενάγοντας. Αναφέρθηκε σε τροχαία δυστυχήματα που είχε τα έτη 1979, 1996 και
- Το 1979 υπέστηκε κάταγμα κνήμης δεξιού γόνατος. Κατά τα άλλα δύο ατυχήματα δεν υπέστηκε τραυματισμό στο δεξί του πόδι. Το Φεβρουάριο του 1998 επισκέφθηκε τον Εναγόμενο διότι είχε πόνο στο δεξί γόνατο, το οποίο είχε κουράσει, και δυσκολευόταν να περπατήσει. Την περίοδο εκείνη εργαζόταν σε ξενοδοχείο ως κηπουρός καθώς επίσης ασχολούνταν και με τα κτήματα του. Ο Εναγόμενος αφού τον εξέτασε, του έκανε αναφορά για ρήξη δύο χιαστών συνδέσμων του δεξιού γόνατος, υποψιαζόμενος και από το γεγονός ότι υπήρχε μικρή αστάθεια στο γόνατο. Τον παρέπεμψε για φυσιοθεραπεία την οποία έκανε. Ο Ενάγοντας τον ξαναεπισκέφθηκε το Νοέμβριο του 1998 και ο Εναγόμενος τον παρέπεμψε να κάνει μαγνητική τομογραφία (MRI). Από την εξέταση της μαγνητικής τομογραφίας, που έκανε ο Ενάγοντας, ετοιμάστηκε έκθεση την οποία έδωσε στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος του ανέφερε πως από την έκθεση διαφάνηκε ότι υπήρχαν ρήξη μηνίσκου και δύο κύστες στο γόνατο, και του εισηγήθηκε να τον υποβάλει σε εγχείρηση οπίσθιου χιαστού συνδέσμου. Τότε ο Ενάγοντας του υπενθύμισε ότι, προηγούμενα, του είχε αναφέρει για εγχείρηση πρόσθιου χιαστού διότι η εγχείρηση οπίσθιου χιαστού δυσκολοπετυγχαίνει. Τελικά ο Εναγόμενος τον έπεισε και του έκανε επέμβαση για τον οπίσθιο χιαστό σύνδεσμο. Δεν τον είχε όμως ενημερώσει για επιπλοκές. Αν τον ενημέρωνε δε θα έκανε την επέμβαση. Ο Εναγόμενος του είπε ακόμη ότι έπρεπε να κάνει την επέμβαση διαφορετικά, σε δύο - τρία χρόνια, θα χρειαζόταν πλαστικό γόνατο. Αυτός αποδέχτηκε και ορίστηκε η 25.11.1998 για να γίνει η χειρουργική επέμβαση στο Limassol Clinic. Ο Ενάγοντας, πήγε στην εν λόγω κλινική στις 25.11.1998 η ώρα 8.30 π.μ. και εκεί με γενική νάρκωση έγινε η επέμβαση. Ξύπνησε περί τις 6 μ.μ. και από την αρχή ένοιωθε δυνατό μούδιασμα στο πέλμα του δεξιού του ποδιού και στα δάκτυλα αυτού. Στην κλινική έμεινε περί τις δέκα με δώδεκα μέρες. Όταν για πρώτη φορά πήγε ο Εναγόμενος στο δωμάτιο του, μετά την επέμβαση, του ανέφερε για τα συμπτώματα που είχε και ο Εναγόμενος του είπε τη φράση «καημένε Μάρκο». Από την επέμβαση δημιουργήθηκε κάποια πληγή την οποία του φρόντισαν και δεν έγινε οτιδήποτε άλλο μέχρι που βγήκε από την κλινική. Ο Εναγόμενος του είχε τοποθετήσει νάρθηκα για να κρατά το γόνατο. Κατά την έξοδο του από την κλινική δεν μπορούσε να περπατήσει, τον βοήθησε ο αδελφός του και με αυτοκίνητο τον μετέφερε στο σπίτι. Όταν πήγε στο σπίτι του συνέχισαν τα ίδια συμπτώματα, δηλαδή πόνος, μούδιασμα στο πέλμα και στα δάκτυλα του δεξιού ποδιού. Για ενάμιση μήνα ήταν στο κρεβάτι. Όταν τον μεταφέρανε οι δικοί του στον Εναγόμενο, για σκοπούς εξέτασης της πληγής, αυτός του παραπονιόταν για το πρόβλημα αλλά ο Εναγόμενος δεν του έλεγε κάτι. Όταν περπάτησε για πρώτη φορά, μετά την εγχείρηση, χρησιμοποίησε πατερίτσες μέχρι τους τρεις μήνες. Επειδή συνέχισαν να υπάρχουν η αδυναμία βαδίσματος και το μούδιασμα στο πέλμα και στα δάκτυλα, το Μάιο του 1999 επισκέφθηκε τον ιατρό Λιασίδη, ο οποίος τον εξέτασε και του είπε ότι το τρυπάνι, με το οποίο είχε γίνει η χειρουργική επέμβαση, τρύπησε τον κόνδυλο και βρήκε το οπίσθιο κνημιαίο νεύρο και το κατέστρεψε. Τον παρέπεμψε για ακτινογραφίες και για ηλεκτρομυογράφημα. Στις 25.11.1999 ο Ενάγοντας μετέβηκε στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής όπου εκεί η ιατρός Ζαμπά τον εξέτασε και του είπε ότι υπήρχε βλάβη στο κνημιαίο νεύρο. Το Μάιο του 2000 έκανε μαγνητική τομογραφία αφού προηγουμένως στις 14.03.2000 είχε επαναληφθεί εξέταση από την ιατρό Ζαμπά και δεν υπήρχε βελτίωση του κνημιαίου νεύρου. Αναζητώντας λύση στο πρόβλημα του μετέβηκε στα Ιωάννινα όπου στις 15.6.2000 τον εξέτασε ο ιατρός - καθηγητής Ξενάκης και του έκλεισε ραντεβού για χειρουργική επέμβαση στις 06.09.
- Στα Ιωάννινα, όταν ο ιατρός τον χειρούργησε, στις 06.09.2000, διαπίστωσε ότι υπήρχε νεύρωμα συνεχείας, ως εκ τούτου έκλεισε την εγχείρηση λέγοντας του ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, και πως δεν υπήρχε θεραπεία. Τον Οκτώβριο του 2000 συνάντησε στη Λεμεσό, στο ιατρείο του ιατρού Άλκη Αλκιβιάδη, το μικροχειρούργο, Νικόλαο Δαούτη, ο οποίος εργαζόταν στο ΚΑΤ Αθηνών. Ο ιατρός Αλκιβιάδης ανέφερε στον ιατρό Δαούτη ότι κάποιος ιατρός είχε εγχειρήσει τον Ενάγοντα και του άφησε αναπηρία. Τότε ο ιατρός Δαούτης πρότεινε στον Ενάγοντα, να πάει στην Ελλάδα για διερεύνηση αλλά και για να του κάνει τενοντομεταφορά για να λυγίζουν λίγο τα δάκτυλα που έμειναν παράλυτα μετά από την εγχείρηση. Το Νοέμβριο του 2000 ο Ενάγοντας μετέβηκε στην Αθήνα και 13.11.2000 ο ιατρός Δαούτης τον χειρούργησε. Μετά την επέμβαση ο ιατρός Δαούτης του ανέφερε ότι είχε κάνει νευρόλυση και τενοντομεταφορά. Ακόμη του ανέφερε πως είχε διαπιστώσει νεύρωμα 25 εκατοστών με παράλυση των μυών που νευρώνονται από το κνημιαίο νεύρο. Το 2001 ο Ενάγοντας μετέβηκε στο Λονδίνο, εκεί τον είδε ένας μικροχειρούργος, ο Δρας Bens η γνώμη του οποίου ήταν πως δεν μπορούσε να υπάρξει θεραπεία. Ακόμη τον Αύγουστο του 2005 μετέβηκε στη Χάϊφα όπου τον είδαν δύο γιατροί, ο ένας για τον καυστικό πόνο που είχε και ο άλλος ήταν ορθοπεδικός για τη φτέρνα και το άκρο του ποδιού. Του είπαν για αρθρόδεση, και τον Ιανουάριο του 2006 έγινε επέμβαση αρθρόδεσης των δακτύλων με έξοδα του κράτους. Ξεκαθάρισε ο Ενάγοντας ότι τα προβλήματα και τα συμπτώματα που αντιμετώπιζε μετά την εγχείρηση, που του έκανε ο Εναγόμενος, δεν προϋπήρχαν της εγχείρησης. Εκείνο που είχε πριν την εγχείρηση ήταν πόνος στο δεξί γόνατο λόγω παρατεταμένης κούρασης. Σήμερα η κατάσταση του είναι η ίδια. Τον βοήθησε όμως η αρθρόδεση και περπατά καλύτερα. Κατά την αντεξέταση του ο Ενάγοντας αποδέχθηκε τα τραύματα που αναφέρονται σε ιατρικά πιστοποιητικά, που εκδόθηκαν εξ' αιτίας τροχαίων ατυχημάτων που είχε στο παρελθόν, αναφέροντας όμως ότι ουδέποτε υπέστηκε βλάβη στο νεύρο. Επίσης ανέφερε ότι δεν είχε όλα τα συμπτώματα που αναφέρονται στα ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία εκδόθηκαν για σκοπούς αποζημίωσης από ασφάλεια. Αρνήθηκε υποβολή ότι, εξαιτίας του δυστυχήματος που είχε το 1979, του συστήθηκε να μην οδηγά αυτοκίνητο, καθώς και την υποβολή ότι λόγω δικής του υπαιτιότητας, από το 1979, επέτρεψε, με επανειλημμένη ταλαιπωρία, να ασκείται πίεση στο κνημιαίο νεύρο. Αρνήθηκε ακόμη υποβολή ότι δεν ακολούθησε οδηγίες του Εναγόμενου για φυσιοθεραπεία και αποκατάσταση του ποδιού του μετά την εγχείρηση. Τέλος αρνήθηκε υποβολές ότι, η μετεγχειρητική του πορεία, μετά την επέμβαση που του έκανε ο Εναγόμενος, ήταν ομαλή καθώς και ότι είναι οι επεμβάσεις που έκανε αργότερα στο εξωτερικό που του προκάλεσαν το πρόβλημα που έχει. Ήταν δε κατηγορηματικός, ότι μετά την επέμβαση που έκανε ο Εναγόμενος, το πόδι του ουδέποτε παρουσίασε πλήρη κινητικότητα όπως του υποβλήθηκε. Μ.Ε.2 κατέθεσε η ιατρός Ελένη Ζαμπά, νευρολόγος, ειδική στα ηλεκτρομυογραφήματα. Εργάζεται στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Στις 25.11.1999 εξέτασε τον Ενάγοντα που παραπέμφθηκε σ' αυτήν από το ιατρό Κετώνη, και ακολούθως ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 2). Το συμπέρασμα από την εξέταση της ήταν πως υπήρχε σοβαρή βλάβη στο κνημιαίο νεύρο και στο σαφηνές νεύρο, του δεξιού ποδιού. Κατά τη γνώμη της επρόκειτο για πρόσφατη βλάβη, μεγαλύτερη όμως της περιόδου των τριών εβδομάδων. Χωρίς να είναι σε θέση να καθορίσει πότε ακριβώς έγινε η βλάβη, ανέφερε πως αυτό το στοιχείο το δίνει η κλινική πληροφορία που λέει από πότε άρχισαν τα συμπτώματα. Δεν ήταν όμως ξεκάθαρο από την πρώτη εξέταση αν επρόκειτο για νευραπραξία οπότε θα μπορούσε να επανέλθει το νεύρο σε λειτουργία. Υπήρχαν απονευρωτικά στοιχεία. Ζήτησε, ως εκ τούτου, δεύτερη εξέταση για να είναι ξεκάθαρο ότι θα ξαναεμφανιζόταν νεύρωση και άρα δε θα επρόκειτο για μόνιμη βλάβη. Στις 14.3.2000 επανεξέτασε τον Ενάγοντα και ετοίμασε νέα έκθεση (Τεκμήριο 3). Το συμπέρασμα ήταν ότι υπήρχε σημαντική βελτίωση στο σαφηνές νεύρο, δεν υπήρχαν όμως σημεία βελτίωσης στο κνημιαίο νεύρο. Η ζημιά στο κνημιαίο νεύρο ήταν στην περιοχή του ιγνυακού βόθρου που βρίσκεται στην περιοχή πίσω από το γόνατο. Όπως εξήγησε, το κνημιαίο νεύρο είναι κλάδος του γαστροκνημιαίου μυός, στη γάμπα κάτω χαμηλά. Η κίνηση του διενεργεί κάμψη του πέλματος στη βάδιση. Για τον Ενάγοντα ο κλάδος που πήγαινε στο γαστροκνημιαίο μυ δε διατηρήθηκε γιατί ο γαστροκνημιαίος μυς δεν έδινε απάντηση. Ο επόμενος μυς, είναι ο έσω οπίσθιος που διενεργεί την έσω στροφή του πέλματος, όπως και ο μακρύς υπαγωγός του δακτύλου. Ο Ενάγοντας έχασε την καλή χρήση του πέλματος, μπορούσε να κάνει κάποια κίνηση αλλά δεν μπορούσε να ελέγχει την έσω στροφή του πέλματος ώστε να βαδίσει κανονικά, να χρησιμοποιήσει τα δάχτυλα του για πιο καλή ισορροπία στο δεξί πέλμα. Επίσης είχε αισθητικές ενοχλήσεις στο πέλμα λόγω του ότι δε λειτουργούσε ο αισθητικός κλάδος του πέλματος του αισθητικού νεύρου. Με την πάροδο του χρόνου, και επειδή οι μύες παρέμειναν σε μη χρήση, για μακρύ χρονικό διάστημα, υπήρχε πλέον ατροφία στους μύες η οποία φαινόταν. Όσον αφορά το κατά πόσο η έντονη σύσφιξη - πίεση του νεύρου - θα μπορούσε να προκαλέσει νέκρωση σ΄ αυτό, η γνώμη της ήταν πως το πιεστικό σύνδρομο συνήθως προκαλεί νευροπραξία. Αν πρόκειται για πολύ έντονη περίσφιξη τότε θα κοπεί το νεύρο, οπότε δε θα πρόκειται για πιεστικό σύνδρομο. Για να προκληθεί όμως νέκρωση του νεύρου απαιτείται παρατεταμένη σύσφιξη εξαρτώμενη και από το βαθμό πίεσης. Κατά την εξέταση που διενήργησε τα παράπονα του Ενάγοντα αφορούσαν δυσκολία στο περπάτημα, δεν μπορούσε να πατήσει το πέλμα διότι ένοιωθε ενόχληση. Κατά τη βάδιση προσπαθούσε να πατήσει λιγότερο τη μύτη και να μην πατήσει το πέλμα. Αυτό ήταν το κύριο ενόχλημα και βέβαια το ότι δε βάδιζε όπως προηγουμένως. Υπήρχε αστάθεια στο δεξί πόδι και δυσκολία στο να περπατά. Μ.Ε.3 κατέθεσε η ιατρός Άγγελα Κατωδρύτου, ακτινολόγος, η οποία ασχολείται αποκλειστικά με τις μαγνητικές τομογραφίες (MRI). Η μαγνητική τομογραφία, όπως εξήγησε, είναι απεικονιστική μέθοδος ενώ το ηλεκτρομυογράφημα είναι λειτουργική μέθοδος, δίνει λειτουργία στα νεύρα οδηγώντας στους αντίστοιχους μύες που τροφοδοτούνται από τα νεύρα, οπότε διαπιστώνεται κατά πόσο αυτά λειτουργούν. Εξήγησε πως για διερεύνηση τυχόν βλάβης σε κνημιαίο νεύρο, η πλέον αξιόπιστη μέθοδος εξέτασης είναι το ηλεκτρομυογράφημα. Η μαγνητική τομογραφία γίνεται κυρίως για να γίνει αντιληπτό αν υπάρχουν όγκοι ή παθολογίες όπως ανευρύσματα ή αιμορραγίες που πιέζουν τα νεύρα. Αναφορικά με τον Ενάγοντα, αφού προέβηκε σε μαγνητική τομογραφία, σε δύο ξεχωριστές επισκέψεις, ετοίμασε σχετικές εκθέσεις (Τεκμήρια 4 και 5). Ανέφερε πως μέσα από τις εκθέσεις της, ούτε επιβεβαιώνεται αλλά ούτε αποκλείεται βλάβη στο κνημιαίο νεύρο. Απλά διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει πίεση, από αιμάτωμα ή από όγκο ή κάτι άλλο, προς το νεύρο. Μ.Ε.4 κατέθεσε ο ιατρός Νίκος Ιωάννου, ειδικός ορθοπεδικός. Ασκεί την ορθοπεδική από το 1969, σήμερα συμμετέχει στο Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου. Εξέτασε τον Ενάγοντα δύο φορές, στις 22.11.2004 και στις 17.12.
- Ετοίμασε και για τις δύο εξετάσεις σχετικές εκθέσεις (Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα). Εξηγώντας γενικά πώς γίνεται η επέμβαση οπίσθιου χιαστού ανέφερε ότι οι βλάβες αυτού διακρίνονται σε άμεσες και σε αυτές που προέρχονται από μακρό χρονικό διάστημα. Η αντιμετώπιση διαφέρει. Στην άμεση επέμβαση γίνεται πλάγια διατομή και επαναφέρεται ο οπίσθιος χιαστός στην έκφυση του, όπου με μία βίδα γίνεται αποκατάσταση. Στις περιπτώσεις της μετέπειτα αντιμετώπισης δεν μπορεί να γίνει τελικοτελική συρραφή ή επανατοποθέτηση της έκφυσης πάνω στο οστούν. Για την αντιμετώπιση αυτών των περιπτώσεων έχουν αναπτυχθεί τεχνικές αποκατάστασης με τη χρήση μοσχευμάτων που λαμβάνονται από τον ασθενή. Έχει επικρατήσει η πρακτική λήψης μοσχεύματος, κατά το ένα τρίτο του πλάτους του επιγονατικού συνδέσμου και με ειδική τεχνική αποκαθίσταται ο οπίσθιος χιαστός. Η εν λόγω τεχνική, κατά τους πλείστους ιατρούς, δεν εφαρμόζεται επί μεμονωμένης κάκωσης - ρήξης - του οπίσθιου χιαστού αλλά όταν η βλάβη συνοδεύεται και από άλλες συνδεσμικές κακώσεις. Τόνισε ότι σε περιπτώσεις μεμονωμένης ρήξης η γνώμη αυτού και άλλων συγγραφέων είναι πως τα αποτελέσματα από την επέμβαση είναι φτωχά και δεν ενδείκνυται η αποκατάσταση δια μοσχεύματος. Σκοπός της επέμβασης είναι η αποκατάσταση της οπίσθιας αστάθειας του γόνατος που προκαλείται όταν επέλθει ρήξη οπίσθιου χιαστού. Όσον αφορά στο συσχετισμό κνημιαίου νεύρου με τον οπίσθιο χιαστό, εξήγησε ότι η ιγνυακή αρτηρία - φλέβα και το κνημιαίο νεύρο είναι πολύ κοντά στον αρθρικό θύλακα που περικλείει την άρθρωση του γόνατος. Κατά την τεχνική μεταμοσχεύματος και αποκατάστασης του οπίσθιου χιαστού γίνεται διάνοιξη σήραγγος - οπής -, από το πρόσθιο προς το οπίσθιο τμήμα του γόνατος, με ειδικό τρυπάνι. Είναι γεγονός ότι η έξοδος του τρυπανιού είναι πολύ κοντά στα αγγεία και το νεύρο. Ανέφερε ότι η επέμβαση είναι λεπτεπίλεπτη και απαιτεί αρκετή εμπειρία, προπαίδεια και εξοικείωση. Τα ευρήματα του μάρτυρα από την εξέταση του 2004 συνάδουν απόλυτα με βλάβη του κνημιαίου νεύρου στο ύψος του γόνατος. Οι κλάδοι του κνημιαίου νεύρου στο πέλμα (έσω και έξω πελματιαίο νεύρο), δε διορθώθηκαν, με αποτέλεσμα να υπάρχουν αισθητικές διαταραχές στο πέλμα και οι κινητικές διαταραχές των μυών του πέλματος που εκδηλώνονται με καυστικό πόνο, μούδιασμα και παραμόρφωση των δακτύλων και μεταταρσίων. Οι παραμορφώσεις των δακτύλων, με τις χειρουργικές επεμβάσεις που ο Ενάγοντας υποβλήθηκε στο Ισραήλ, έχουν βελτιωθεί. Επίσης υπάρχει αδυναμία του οπίσθιου κνημιαίου μυός η οποία βελτιώθηκε με την τενοντομετάθεση του μακρού έξω περονιαίου. Η αδυναμία αυτή, μαζί με την αδυναμία του γαστροκνημιαίου μυός, εξηγεί και τη δυσκολία, μέχρι και αδυναμία, του Ενάγοντα να σταθεί στις μύτες των ποδιών του και τη δυσκαμψία στη βάδιση. Η πρόσφατη εξέταση του
(2013)δε διαφέρει ως προς το αποτέλεσμα, πλην του ότι, ο ασθενής υποβλήθηκε σε μια επέμβαση στο Ισραήλ, για διόρθωση των παραλυτικών παραμορφώσεων του άκρου ποδός. Εάν κάποιος υποστεί βλάβη στο κνημιαίο νεύρο τα συμπτώματα θα είναι κινητικά και αισθητικά. Καλύπτουν τη διατομή του νεύρου μέχρι τα δάκτυλα του ποδιού. Αισθητικά θα υπάρχει υπαισθησία, μέχρι και πλήρης αναισθησία, στην οπίσθια έσω επιφάνεια της κνήμης και σε όλο το πέλμα ανάλογα με το βαθμό της βλάβης. Κινητικά θα υπάρχει μερική ή και πλήρης παράλυση όσων μυών νευρώνονται από το κνημιαίο νεύρο. Τέλος ανέφερε ότι η ιατρική δεοντολογία υπαγορεύει πως πρέπει ένας ιατρός, πριν την επέμβαση του οπίσθιου χιαστού, να εξηγεί όλους τους κινδύνους και πιθανά αποτελέσματα στον ασθενή. Κατά την αντεξέταση ο Μ.Ε.4 ξεκαθάρισε ότι έχει γνώσεις βασικής εκπαίδευσης για τη χειρουργική επέμβαση οπίσθιου χιαστού. Ο ίδιος προέβηκε σε τέτοια επέμβαση, όχι όμως δια αντικατάστασης με μόσχευμα όπως ήταν η περίπτωση που έκανε ο Εναγόμενος. Ο λόγος είναι ότι δε συμφωνεί, για τέτοια επέμβαση στο γόνατο, όταν η βλάβη είναι μόνο στον οπίσθιο χιαστό, δηλαδή δεν πιστεύει στο αποτέλεσμα τέτοιας επέμβασης και γι' αυτό δεν τη συνιστά. Αυτή του η θέση υποστηρίζεται από όλα τα συγγράμματα. Προς ενίσχυση της θέσης του επικαλέστηκε το γεγονός ότι η αστάθεια στο δεξί πόδι του Ενάγοντα εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την επέμβαση που έκανε ο Εναγόμενος. Έχει δε διαβάσει και παρακολουθήσει όλες τις τεχνικές για αποκατάσταση οπίσθιου χιαστού. Οι τεχνικές που οι διάφορες εταιρείες προωθούν δε διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Ήταν κατηγορηματικός ότι είναι σε πολύ καλή θέση να κρίνει εκ του αποτελέσματος ότι κάτι πήγε στραβά στην εγχείρηση που έκανε στον Ενάγοντα ο Εναγόμενος, έχοντας υπόψη το ιστορικό του Ενάγοντα και με δεδομένο ότι πριν την εγχείρηση δεν υπήρχε βλάβη στο κνημιαίο νεύρο. Από το ιστορικό του Ενάγοντα και τις εκθέσεις που είχαν ετοιμαστεί, εξαιτίας τροχαίων ατυχημάτων ο Ενάγοντας ουδέποτε είχε ενοχλήματα, τέτοια που να μπορούν να αποδοθούν σε νευρολογική βλάβη. Σημαντικό είναι και το γεγονός ότι ως ο ίδιος ο Ενάγοντας του ανέφερε, μετά την εγχείρηση ένοιωθε καυστικό πόνο σε περιοχές που πηγαίνει το κνημιαίο νεύρο. Από τη δική του εξέταση δεν είχε αμφιβολία ότι επρόκειτο για νευρολογική βλάβη, που εστιαζόταν στο πίσω τμήμα του γόνατος, επί του κνημιαίου νεύρου. Αρνήθηκε υποβολή ότι ως μη ειδικός νευρολόγος δεν μπορούσε να είχε άποψη για το θέμα, λέγοντας ότι όλοι οι ορθοπεδικοί κατέχουν τη γνώση στο να εξετάσουν νευρολογικές βλάβες στα άνω και κάτω άκρα. Οι νευρολόγοι είναι όμως πολύ πιο καταρτισμένοι στην εργαστηριακή διαπίστωση βλάβης του νεύρου. Οι εκθέσεις της ιατρού Ζαμπά επιβεβαίωσαν τη γνώμη του που προερχόταν από τα κλινικά ευρήματα. Επιπρόσθετα επικαλέστηκε τη γνώμη όσων ιατρών επιχείρησαν μετά την εγχείρηση να παράσχουν θεραπεία στον Ενάγοντα και που όλοι διαπίστωναν νεύρωμα στο κνημιαίο νεύρο. Κατά την αντεξέταση τέθηκε ενώπιον του Μ.Ε.4 το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 που αποτελεί έκθεση του ιατρού Κ. Ανδρέου ημερομηνίας 25.05.
- Αποδέχθηκε ότι δεν είχε υπόψη του στο παρελθόν την εν λόγω έκθεση, πλην όμως, η γνώμη του και το περιεχόμενο των δικών του εκθέσεων θα παρέμενε το ίδιο έστω και αν είχε υπόψη του την εν λόγω έκθεση προηγουμένως. Αποδέχθηκε ακόμη ότι ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε στο παρελθόν προβλήματα αστάθειας στο δεξί γόνατο καθώς και άλλα προβλήματα σχετιζόμενα με δυσκολία στη βάδιση, τόνισε όμως πως αυτά τα προβλήματα αναφέρθηκαν στο ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 8) 4 μήνες μετά το δυστύχημα του 1979, όπου δεν ήταν ξεκάθαρα ακόμη τα πράγματα, εν πάση δε περιπτώσει, σε καμία έκθεση αναφέρθηκε οτιδήποτε που να σχετίζεται με τραυματισμό του κνημιαίου νεύρου. Ακόμη, είπε, πως η αναφορά, που γίνεται στην έκθεση του ιατρού Κ. Ανδρέου (Τεκμήριο 8), σε χωλότητα κατά το βάδισμα του Ενάγοντα ήταν συνέπεια του κατάγματος και αφορούσε τον τρόπο βάδισης από πλευράς γόνατος. Δεν έχει όμως οποιαδήποτε σχέση με την παράλυση του άκρου ποδός. Η δε χωλότητα είναι αποτέλεσμα πολλών αιτιών, όπως του γόνατος ή σπονδυλικής στήλης και άλλων αιτιών που δε σχετίζονται με το νεύρο. Επίσης ούτε και η αδυναμία για βαθύ κάθισμα σχετίζεται με κάκωση του κνημιαίου νεύρου. Η κάκωση του κνημιαίου νεύρου προκάλεσε αισθητικές και κινητικές βλάβες περιφερειακά του γόνατος. Ως σχετιζόμενα με τη βλάβη του κνημιαίου νεύρου, θεωρεί τα συμπτώματα που αφορούν το άκρο του ποδιού. Ήταν κατηγορηματικός ότι εξ αιτίας της αστάθειας του γόνατος δε θα μπορούσε να προκληθεί βλάβη στο κνημιαίο νεύρο. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Εναγόμενος. Είναι χειρούργος ορθοπεδικός και από το 1991, αφότου τελείωσε τις σπουδές του και την ειδίκευση του, βρίσκεται στην Κύπρο όπου ιδιωτεύει. Εξασκήθηκε στις αθλητικές κακώσεις που περιλαμβάνουν τη ρήξη χιαστών. Από το 1991, αδιάλειπτα μέχρι σήμερα, προβαίνει σε χειρουργικές επεμβάσεις πρόσθιων και οπίσθιων χιαστών. Λόγω του ότι ανέλαβε ως ιατρός της ομάδας του Απόλλωνα σε κάποια στιγμή εξειδικεύθηκε στη τεχνική της Arthrex. Σχεδόν κάθε εβδομάδα χειρουργεί χιαστούς των γονάτων. Ωστόσο τα περιστατικά οπίσθιων χιαστών είναι περί τα 4-5 το χρόνο και τα υπόλοιπα αφορούν πρόσθιους χιαστούς. Η ρήξη οπίσθιων χιαστών είναι πολύ πιο σπάνια. Εξήγησε, με λεπτομέρεια στο Δικαστήριο, τη διαδικασία επέμβασης για αποκατάσταση οπίσθιου χιαστού, με τη χρήση της τεχνικής της Arthrex. Τόνισε πως η επέμβαση, με τα εργαλεία της Arthrex καθώς και με τη βοήθεια κάμερας-αρθροσκόπησης, γίνεται χωρίς να προκαλείται βλάβη ή κάκωση σε κάποιο όργανο. Σε περίπτωση δε που δεν ακολουθηθούν οι οδηγίες και η τεχνική της Arthrex, τότε η βλάβη στον ασθενή θα είναι πολύ σοβαρή. Εξήγησε ότι πρώτα εισέρχεται εντός του ποδιού μια λεπτή βελόνα η οποία δίνει την κατεύθυνση που πρέπει να ανοιχθεί το κανάλι. Εφόσον ταιριάζει η ακρίβεια της θέσης της βελόνας - οδηγού, τότε χρησιμοποιείται μια φρέζα - τρυπάνι για τα κόκαλα, η οποία συνήθως έχει 10 χιλιοστά πάχος. Η εν λόγω φρέζα έχει τρύπα στη μέση της διότι μπαίνει μέσα στη βελόνα και ακολουθεί την πορεία αυτής ώστε να μην παρεκκλίνει. Απέκλεισε, κατά την επέμβαση που έκανε στον Ενάγοντα, να προκλήθηκε τραυματισμός στο κνημιαίο νεύρο, καθότι, αυτό βρίσκεται σε τέτοιο σημείο που δε θα μπορούσε να τραυματιστεί μόνο του αλλά θα υπήρχαν τραυματισμοί σε αγγεία και άλλα νεύρα που βρίσκονται στο αγγειονευρώδες δεμάτιο. Ουδέποτε στο παρελθόν έτυχε, σε επέμβαση που αυτός έκανε, να τραυματίσει κνημιαίο νεύρο. Μελετώντας περισσότερο το θέμα διαπίστωσε ότι παγκοσμίως δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Ο Ενάγοντας τον επισκέφθηκε ως ασθενής τον Οκτώβριο του 1998 διότι είχε προβλήματα με το δεξί του γόνατο. Παρουσίαζε χωλότητα και χρησιμοποιούσε πατερίτσα. Του ανέφερε ότι είχε πολλαπλούς τραυματισμούς στο γόνατο το
- Είχε δε εμπλακεί και σε άλλα δυστυχήματα καθώς και τον Αύγουστο του 1998, οπότε χειροτέρεψε η κατάσταση του. Κατά την εξέταση που έκανε στον Ενάγοντα το γόνατο του ήταν φουσκωμένο, είχε πόνο στο έκτο διαμέρισμα, το μηνίσκο, πονούσε πολύ κατά τη βάδιση, και παρουσίαζε μεγάλη οπίσθια αστάθεια. Ο μηνίσκος έδειχνε σοβαρά στοιχεία ρήξης και ο Ενάγοντας πονούσε κατά την ψηλάφηση και τη φόρτιση. Αυτός του ανέφερε ότι χρειαζόταν μεγάλη χειρουργική επέμβαση ώστε να μπορεί να βαδίζει. Επειδή ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε και άλλα προβλήματα με τη μέση του, τους καρπούς των χεριών και παραπονιόταν για μούδιασμα στο δεξί πόδι, γι΄αυτό του εξήγησε ότι δεν επρόκειτο να αποκατασταθούν όλα τα προβλήματα του. Η προσπάθεια με την επέμβαση αφορούσε στο να γίνει ικανός να βαδίζει και να εργάζεται. Ειδικότερα του εξήγησε ότι η επέμβαση θα αφορούσε τη διόρθωση του έξω μηνίσκου και αποκατάσταση χιαστού και θα κόστιζε πολλά λεφτά, ΛΚ2.000,00 - ΛΚ3.000,
- Επειδή αντιλήφθηκε ότι ο Ενάγοντας δεν έδινε τέτοιο ποσό, του σύνεστησε να δει τον ιατρό Κετώνη στο Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο Ενάγοντας επανήλθε ένα μήνα περίπου αργότερα, απογοητευμένος, λέγοντας του ότι δεν του έδωσαν σημασία. Εξαιτίας της ψυχοσύνθεσης του Ενάγοντα και των οικονομικών του, ο Εναγόμενος ήταν διστακτικός στο να προχωρήσει σε εγχείρηση, όμως ο Ενάγοντας επέμενε, επειδή στο παρελθόν αυτός είχε χειρουργήσει την αδελφή του Ενάγοντα, στο γόνατο και η εγχείρηση της πήγε καλά, και έτσι ο Ενάγοντας γνώριζε ότι και αυτός θα είχε καλά αποτελέσματα. Ως εκ τούτου, για τον Εναγόμενο πλέον ήταν θέμα δεοντολογίας και αποφάσισε ότι όφειλε να προχωρήσει, οπότε έστειλε τον Ενάγοντα, στη Λευκωσία, για μαγνητική τομογραφία (MRI - Τεκμήριο 5) του δεξιού γόνατος η οποία έδειξε αυτά που και ο ίδιος διέγνωσε κλινικά. Στη συνέχεια ορίστηκε ως ημερομηνία για χειρουργική επέμβαση η 25.11.
- Έγινε αρθροσκόπηση, εντοπίστηκε η ζημιά στον έκτο μηνίσκο και τότε ο Εναγόμενος αφαίρεσε το ½ του σώματος του μηνίσκου το οποίο ήταν θρυμματισμένο. Στη συνέχεια αντικατέστησε τον οπίσθιο χιαστό με μόσχευμα ακολουθώντας τη μέθοδο της Arthrex. Κατά την επέμβαση δεν υπήρχαν ιδιαίτερα προβλήματα. Ο Ενάγοντας παρέμεινε στην κλινική για 5 ημέρες παίρνοντας αντιβίωση και αντιπηκτική αγωγή, καθώς και αντιφλεγμονώδη και αναλγητικά φάρμακα. Εξήλθε με οδηγίες του για ελαφριά φόρτιση, με τη βοήθεια πατερίτσας. Επειδή ήταν ήδη αδύνατο το πόδι του Ενάγοντα, του έδωσε ένα «κηδεμόνα» για να στηρίζει το γόνατο του. Στη συνέχεια, σχεδόν κάθε εβδομάδα για ενάμιση (1½) μήνα, εξέταζε τον Ενάγοντα. Στις 15 μέρες αφαιρέθηκαν οι ραφές και τον παρέπεμψε για φυσιοθεραπεία. Στην τελευταία εξέταση, που έγινε 23.02.1999, παρατήρησε ότι το δεξί πόδι του Ενάγοντα ήταν ακόμη αδύνατο οπότε πήρε τηλέφωνο τον φυσιοθεραπευτή Γ. Ασπρογένους (Μ.Υ.2), ο οποίος του ανέφερε ότι ο Ενάγοντας είχε σταματήσει τις φυσιοθεραπείες. Τότε ο Εναγόμενος επέστησε την προσοχή του Ενάγοντα, εξηγώντας του ότι οι φυσιοθεραπείες ήταν προυπόθεση για την επιτυχία της εγχείρησης και τη σταθεροποίηση του γόνατος. Του είπε ακόμη να αποταθεί στο Νοσοκομείο, αν δεν μπορούσε να πληρώνει ιδιώτη φυσιοθεραπευτή. Ο Ενάγοντας πήγε στο Νοσοκομείο και είδε τον ιατρό Πετρίδη ο οποίος του συνέστησε φυσιοθεραπεία. Στη συνέχεια, δεν είχε άμεση επικοινωνία με τον Ενάγοντα παρά μόνο ένα χρόνο μετά την επέμβαση, το Νοέμβριο του 1999, που ο Ενάγοντας τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του και είχε οικονομικές απαιτήσεις εναντίον του, με τον ισχυρισμό ότι του προκάλεσε ζημιά στο νεύρο του ποδιού. Ο Ενάγοντας του αποκάλυψε ότι ο ιατρός Λιασίδης του ανέφερε ότι κατά τη χειρουργική επέμβαση προκλήθηκε ζημιά στο νεύρο του γόνατος με τη φρέζα. Απέδωσε ο Εναγόμενος την εξήγηση, που έδωσε ο ιατρός Λιασίδης, στο γεγονός ότι ο τελευταίος είχε προβλήματα με τη δικαιοσύνη και ως εκ τούτου διαγράφηκε από την Πολυκλινική Υγεία στην οποία ο Εναγόμενος είναι μέτοχος. Παρόλο που δεν είχε ενεργό δράση στην απόφαση της Πολυκλινικής Υγείας, φαίνεται ότι ο ιατρός Λιασίδης ένοιωθε πικραμένος και ίσως ήθελε να τον εκδικηθεί. Κατά την επίσκεψη αυτή, ο Ενάγοντας του παρουσίασε ένα ηλεκτρομυογράφημα το οποίο μαρτυρούσε ότι υπήρχε βλάβη σε τρία νεύρα του ποδιού. Αυτό το γεγονός τον ανησύχησε οπότε έστειλε τον Ενάγοντα, με δικά του έξοδα, για να κάνει μαγνητική τομογραφία (MRI). Το αποτέλεσμα της εξέτασης (Τεκμήριο 4) ήταν πως δεν υπήρχε ζημιά πίσω από το γόνατο. Εξετάζοντας περαιτέρω το θέμα συνέστησε στον Ενάγοντα να επισκεφθεί τον ιατρό Αλκιβιάδη-μικροχειρούργο για να πει και αυτός τη γνώμη του. Ο τελευταίος δεν πίστεψε το παραμύθι με τη φρέζα και συνέστησε στον Ενάγοντα συντηρητική θεραπεία. Ο Εναγόμενος εξέφρασε τη θέση ότι το νεύρωμα 25 εκατοστών, που ο Ενάγοντας ανέφερε, δε συνηγορεί ότι κόπηκε το νεύρο αλλά ότι αυτό έχει σκληρυνθεί 25 εκατοστά. Δηλαδή αναπτύχθηκε οινώδης ιστός γύρω από το νεύρο και το έφθειρε. Στη βιβλιογραφία, ως κύρια αιτία νευρώματος είναι τα πιεστικά φαινόμενα, όταν δηλαδή κάτι πιέζει το νεύρο. Στη μαγνητική τομογραφία που υποβλήθηκε ο Ενάγοντας, δε διαπιστώθηκε να υπήρχε κάποια αλλοίωση ή όγκος που να πιέζει το νεύρο άρα η πίεση ήταν εξωγενής. Ως τέτοια πίεση θα μπορούσε να προκληθεί από το κάταγμα που ο Ενάγοντας είχε υποστεί στο παρελθόν, το
- Εφόσον η αστάθεια του γόνατος παρέμεινε για μια δεκαετία η κνήμη πίεζε το νεύρο. Ως άλλη πιθανή αιτία, ο Εναγόμενος ανέφερε τον κηδεμόνα - ιμάντα, που ο Ενάγοντας αναγκαζόταν να φορά για να εργάζεται ως κηπουρός και, το περπάτημα σε ανώμαλο έδαφος ή κατά το γονάτισμα, έστω και αν ήταν μετά από την εγχείρηση, επειδή το νεύρο ήταν τραυματισμένο από άλλα ατυχήματα. Απέρριψε ο Εναγόμενος τη θέση να έχουν τραυματιστεί, από τη φρέζα, τρία νεύρα περιμετρικά του γόνατος αφού αυτά δεν είναι γειτονικά νεύρα. Σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι κατά το δεύτερο ηλεκτρομυογράφημα επήλθε βελτίωση του σαφηνούς νεύρου. Ο Εναγόμενος αναφέρθηκε επίσης σε ενδεχόμενο λάθους από τον εξεταστή ή το μηχάνημα ή αν ο ασθενής δεν είναι συνεργάσιμος κατά την εξέταση του ηλεκτρομυογραφήματος. Γι' αυτό, πρόσθεσε, γίνονται οι απεικονιστικές μέθοδοι (M.R.I. και C.T. Scan). Αν και δεν είναι ειδικός νευρολόγος, ψάχνοντας το θέμα, διαπίστωσε ότι τα ιατρικά συγγράμματα λένε, ότι το νεύρωμα σημαίνει σκλήρυνση του νεύρου, ινώδης, του περινευρίου ιστού και κατά πλειοψηφία προέρχεται από πιεστικά φαινόμενα. Ο τραυματισμός νεύρου από τρύπημα δεν προκαλεί νεύρωμα. Εάν η φρέζα τρυπούσε οτιδήποτε στο οπίσθιο διαμέρισμα του γόνατος, θα ήταν οφθαλμοφανές και θα διαπιστωνόταν από τη μαγνητική τομογραφία η οποία έδειξε ότι όλα βρίσκονταν σε πλήρη ανατομία. Από τα ηλεκτρομυογραφήματα διαπιστώνεται ότι ο υποτιθέμενος τραυματισμός έγινε μόλις 3-6 μήνες πριν τη διενέργεια του πρώτου ηλεκτρομυογραφήματος και όχι ένα χρόνο που έγινε η επέμβαση. Κατά την αντεξέταση ο Εναγόμενος αποδέχθηκε ότι το Τεκμήριο 9 (αντίγραφο του οποίου παρουσιάστηκε, και κατατέθηκε με αίτημα της πλευράς του Ενάγοντα), είναι η κάρτα νοσηλείας ασθενούς που διατηρούσε για τον Ενάγοντα, και πως δεν αναφέρεται σ΄ αυτήν ότι ο Ενάγοντας χρησιμοποιούσε πατερίτσες πριν τη χειρουργική επέμβαση. Δε θυμόταν κατά πόσο ζήτησε πληρωμή από τον Ενάγοντα και αν ο Ενάγοντας αρνήθηκε να τον πληρώσει. Ο Ενάγοντας πλήρωσε μόνο την κλινική και τον αναισθησιολόγο. Στις 23.03.1999 ο Ενάγοντας εξακολουθούσε να κουτσαίνει, κατά το βάδισμα, και αυτό ήταν φυσιολογική εξέλιξη της χειρουργικής επέμβασης μέχρι που θα δυνάμωνε ο τετρακέφαλος και η γαστροκνημία, καθότι αδυνάτησαν οι μύες επειδή είχε παραμείνει το γόνατο ακίνητο στον κηδεμόνα. Αποδέχθηκε εν τέλει ότι μέσα από τα ηλεκτρομυογραφήματα καταγράφεται βλάβη στο κνημιαίο νεύρο. Ωστόσο πρόβαλε τη θέση ότι η μαγνητική τομογραφία, που έγινε κατ' εντολή του, μετά την επέμβαση, δείχνει, ότι το κνημιαίο νεύρο και όλη η περιοχή πίσω από το γόνατο, δεν έχει υποστεί ζημιά. Ξεκαθαρίστηκε, κατά τον Εναγόμενο, από τη μαγνητική τομογραφία, ότι η βλάβη του νεύρου δεν ήταν τραυματικής φύσεως, δηλαδή δεν μπήκε αρίδα μέσα στο νεύρο ή κάτι άλλο, και πως δεν πειράχτηκαν παρακείμενοι ιστοί, αγγεία ή τένοντες. Αντεξεταζόμενος επί του ιατρικού άρθρου, το οποίο αυτός παρουσίασε (Τεκμήριο 11), υιοθέτησε τα συμπτώματα που καταγράφονται σε αυτό και τα οποία είναι άμεσα όταν είναι άμεσος και ο τραυματισμός. Τα συμπτώματα, είπε, μετά από πιεστικό σύνδρομο, διαφέρουν. Το ηλεκτρομυογράφημα, κατά τον Εναγόμενο, είναι περιορισμένης ισχύος και δεν μπορεί να δώσει πολλά συμπεράσματα. Δεν μπορεί να προσδιοριστεί που ακριβώς είναι η βλάβη του νεύρου. Επίσης το ηλεκτρομυογράφημα δεν μπορεί να προσδιορίσει αν η βλάβη του νεύρου οφείλεται σε νευροπάθεια ενδογενούς φύσεως ή τραυματισμό ή πιεστικό σύνδρομο. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που γίνεται και η μαγνητική εξέταση για να βοηθηθεί ο ιατρός στη διάγνωση του. Διαφώνησε με υποβολή ότι δεν προειδοποίησε τον Ενάγοντα για πιθανούς κινδύνους που υπήρχαν κατά την εγχείρηση. Με τη χρήση της τεχνικής της Arthrex, που αυτός χρησιμοποίησε, αποκλείεται να προκληθεί κίνδυνος από τα εργαλεία. Τέλος ο Εναγόμενος επαναλαμβάνοντας, απέκλεισε η βλάβη στο κνημιαίο νεύρο, αν όντως υπάρχει, να οφείλεται στη χειρουργική επέμβαση που αυτός έκανε στον Ενάγοντα, καθότι η θέση που βρίσκεται το κνημιαίο νεύρο είναι τέτοια που δεν θα μπορούσε να τραυματιστεί μόνο αυτό. Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Γιώργος Ασπρογένους ο οποίος από το 1984 ασκεί το επάγγελμα του φυσιοθεραπευτή. Σήμερα είναι ο φυσιοθεραπευτής της Εθνικής Ανδρών Κύπρου. Για 18 χρόνια βρισκόταν στον πάγκο του Απόλλωνα, ως φυσιοθεραπευτής, και τώρα είναι φυσιοθεραπευτής στο καλαθοσφαιρικό τμήμα και στην Ακαδημία του Απόλλωνα. Γνωρίζει τον Ενάγοντα. Τον παρέπεμψε κοντά του ο ιατρός Μάρκαρης (Εναγόμενος) για αποκατάσταση του ποδιού του, το οποίο ήταν εγχειρισμένο λόγω ρήξης οπίσθιου χιαστού. Στόχος ήταν να αποκτήσει ο Ενάγοντας κινητικότητα στο πόδι ως ήταν προηγουμένως. Η πρώτη επίσκεψη του Ενάγοντα ήταν μέσα Δεκεμβρίου
- Στην αρχή υπήρχε αδυναμία τετρακέφαλου, γαστροκνήμιας, δικέφαλου οπίσθιου και ποδοκνημικής. Το γόνατο δεν είχε κινητικότητα λόγω της εγχείρησης και επειδή ο Ενάγοντας κυκλοφορούσε με κηδεμόνα. Η περίοδος αποκατάστασης μετά από τέτοιες επεμβάσεις είναι 3 έως 6 μήνες, ωστόσο, ο Ενάγοντας έκανε μόνο 10 συνεδρίες οι οποίες θεωρούνται πολύ μικρός αριθμός. Αυτό οφειλόταν στο ότι ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, οπότε ο μάρτυρας τον παρότρυνε να συνεχίσει φυσιοθεραπεία στο σπίτι του, στη βάση των όσων του είχε δείξει. Εάν συνέχιζε τις φυσιοθεραπείες σίγουρα η αποκατάσταση θα ήταν πολύ πιο καλή. Το γεγονός όμως ότι ο Ενάγοντας παρέμεινε μέχρι τις 10 επισκέψεις δε συνιστούσε κίνδυνο στη βάδιση. Ο μάρτυρας ανέφερε ακόμη ότι δεν έλεγξε οτιδήποτε σχετικά με πάρεση των μυών. Ωστόσο διαπίστωσε ότι τα δάκτυλα του δεξιού ποδιού του Ενάγοντα κινούνταν. Κατά την αντεξέταση ξεκαθάρισε ότι μετά τη διακοπή της φυσιοθεραπείας, δε γνώριζε κατα πόσο ο Ενάγοντας συνέχισε με άλλον φυσιοθεραπευτή. Ούτε και έκανε νευρολογική εξέταση στον Ενάγοντα. Δε θυμόταν κατά πόσο στην προηγούμενη δίκη ανέφερε ότι ο Ενάγοντας διέκοψε τις φυσιοθεραπείες μαζί του, λόγω οικονομικών προβλημάτων. Τέλος ανέφερε ότι δε μίλησε με τον ιατρό Μάρκαρη σχετικά με τη μαρτυρία που θα έδιδε στο Δικαστήριο. Παραδεχτά γεγονότα:- Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν από τους δικηγόρους των διαδίκων, εκ συμφώνου, τα πιο κάτω παραδεχτά γεγονότα.
(1)Σε ότι αφορά το Δρα Α. Πετρίδη, ότι στις 20.01.1999 ο Ενάγοντας μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και επισκέφθηκε τον ορθοπεδικό χειρούργο Α. Πετρίδη ο οποίος στη συνέχεια τον παρέπεμψε για φυσιοθεραπείες.
(2)Για το Δρα Κ. Ανδρέου, το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού, Τεκμήριο 8 γίνεται αποδεχτό για την αλήθεια του περιεχομένου του.
(3)Ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, γίνεται αποδεχτό το ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 15), ημερομηνίας 17.11.1986, το οποίο ετοιμάστηκε από τους Δρα Κ. Ανδρέου και Δρα Ηλία Γεωργίου.
(4)Το ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 16) του Δρα Χρ. Κατσιάμη, ημερομηνίας 20.08.2002, γίνεται αποδεχτό για την αλήθεια του περιεχομένου του.
(5)Οι ειδικές ζημιές του Ενάγοντα ανέρχονται στο ποσό των ΛΚ940,00. Αγορεύσεις:- Μέσα από τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ενδιέτριψαν, εκτενώς, τόσο επί των γεγονότων της υπόθεσης και της αξιοπιστίας των μαρτύρων, όσο και επί των νομικών θεμάτων που εγείρονται μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης, επικαλούμενοι κυπριακή και αγγλική νομολογία. Οι θέσεις τους προβάλλουν σχεδόν σε όλα τα θέματα εκ διαμέτρου αντίθετες. Η πλευρά του Ενάγοντα εισηγείται την αποδοχή, ως αξιόπιστης, της μαρτυρίας που παρουσίασε, ενώ εισηγείται την απόρριψη της μαρτυρίας και των θέσεων που ο Εναγόμενος πρόβαλε, προκειμένου να πείσει το Δικαστήριο ότι το τραύμα του Ενάγοντα, στο κνημιαίο νεύρο, προϋπήρχε της εγχείρησης που αυτός τον υπέβαλε, είτε ότι δημιουργήθηκε αργότερα, ή εν πάση περιπτώσει, δεν προέκυψε κατά την εγχείρηση. Είναι εισήγηση της πλευράς του Ενάγοντα, ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δικαιολογούν την εφαρμογή της αρχής res ipsa loquitur, καθότι ο Ενάγοντας και οι μάρτυρες του δε γνωρίζουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η χειρουργική επέμβαση από τον Εναγόμενο, ο οποίος όφειλε να εξηγήσει στο Δικαστήριο ότι η βλάβη στο νεύρο προερχόταν από αιτία, πράξη ή παράλειψη που δε συνιστά δική του αμέλεια. Ως επιπρόσθετος λόγος, για απόδοση αμέλειας στον Εναγόμενο, κατά η εισήγηση του Ενάγοντα, είναι η παράλειψη του να τον ενημερώσει για τους πιθανούς κινδύνους που υπήρχαν κατά τη χειρουργική επέμβαση. Από την άλλη, η πλευρά του Εναγόμενου εισηγείται ότι εκ μέρους του Ενάγοντα προσάχθηκε μαρτυρία η οποία αποσκοπούσε στην απόδειξη λεπτομερειών αμέλειας εναντίον του. Η μαρτυρία αυτή, αφενός δεν είναι πειστική ή ικανοποιητική για απόδοση αμέλειας στον Εναγόμενο, ο οποίος εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια τις θέσεις του, κυρίως πώς ήταν αδύνατο, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της Arthrex, να επέλθει οποιαδήποτε βλάβη στο κνημιαίο νεύρο, κατά τη χειρουργική επέμβαση που υπέβαλε τον Ενάγοντα. Αφετέρου, η προσκόμιση μαρτυρίας από τον Ενάγοντα προς την κατεύθυνση απόδειξης αμέλειας εκ μέρους του Εναγόμενου, στερεί στον Ενάγοντα την επίκληση για εφαρμογή της αρχής res ipsa loquitur. Αξιολόγηση μαρτυρίας:- Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια τη συμπεριφορά και τη στάση τους στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, σε συνυφασμό με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους αλλά και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί στη δίκη, το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση τους. Ο Μ.Ε.1, Ενάγοντας, άφησε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Εξιστόρησε τα γεγονότα τα οποία ο ίδιος έζησε με λεπτομέρεια και συνοχή. Δε διαπιστώνεται οποιαδήποτε τάση υπερβολής ή τάση υπεκφυγής σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ούτε διαπιστώνεται αντίφαση στα λεγόμενα του ή οποιοδήποτε άλλο κλονιστικό στοιχείο της αξιοπιστίας του. Εντοπίζεται πως, σε ότι αφορά κάποιους τραυματισμούς που αναφέρονται σε ιατρικό πιστοποιητικό του Δρα Κ. Ανδρέου του 1979, τους απέδωσε στο ότι γράφτηκαν για σκοπούς της ασφάλειας και αποζημίωσης. Αυτό το στοιχείο από μόνο του δεν κρίνεται ικανοποιητικό για κλονισμό της αξιοπιστίας του. Προφανώς έτσι το αντιλήφθηκε, ωστόσο οι βλάβες αυτές, τις οποίες αμφισβητεί ότι υπήρξαν το 1979, μετά από τροχαίο δυστύχημα που είχε, δε σχετίζονται με βλάβη στο κνημιαίο νεύρο ούτως ώστε να έχουν τέτοια σημασία στην υπόθεση. Έχουν δε περάσει 35 χρόνια, η παρίσφριση λάθους στη μνήμη του είναι δικαιολογημένη. Το Δικαστήριο κρίνει τον Ενάγοντα αξιόπιστο και αποδέχεται τη μαρτυρία του, εκτός όποια μαρτυρία του προέρχεται από μη προσωπική του γνώση, και ειδικότερα σε ότι του είπαν ιατροί οι οποίοι δεν κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 ήταν η ιατρός Ε. Ζαμπά και η ιατρός Α. Κατωδρύτου, αντίστοιχα. Και οι δύο τους άφησαν εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Διαφάνηκε ότι με ευθύτητα και συνέπεια, και με τρόπο διαφωτιστικό, απάντησαν στις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν από τους δικηγόρους και των δύο πλευρών. Η μαρτυρία τους προκύπτει να είναι το προϊόν της επιστημονικής τους κατάρτισης και των εξειδικευμένων εξετάσεων (ηλεκτρομυογράφημα από τη Μ.Ε.2 και μαγνητική τομογραφία από τη Μ.Ε.3) που υπέβαλαν τον Ενάγοντα, εξηγώντας πλήρως τα ευρήματα τους και το περιεχόμενο των εκθέσεων (Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5) που ετοίμασαν. Η μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει σαφής και κατατοπιστική. Κρίνονται και οι δύο αξιόπιστοι μάρτυρες και χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία τους. Μ.Ε.4 κατέθεσε ο ιατρός-ορθοπεδικός Ν. Ιωάννου. Επίσης έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η μαρτυρία του ήταν προϊόν της επιστημονικής του κατάρτισης, αλλά και της πολύχρονης εμπειρίας του (από το 1969) ως ορθοπεδικός ιατρός μετέχοντας στο Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου. Έχει εξετάσει τον Ενάγοντα στις 22.11.2004 και στις 17.12.2013 ετοιμάζοντας σχετικές εκθέσεις (Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα). Διαφάνηκε πως, έστω και αν ο ίδιος διαφωνεί με τη χειρουργική επέμβαση οπίσθιου χιαστού, κατέχει τις γνώσεις για την εν λόγω χειρουργική επέμβαση. Εξήγησε το λόγο που ο ίδιος δε συστήνει τέτοιες επεμβάσεις και επικαλέστηκε τη βιβλιογραφία. Συνεπώς, το γεγονός ότι ο ίδιος δεν προβαίνει σε χειρουργική επέμβαση, για αποκατάσταση της ρήξης οπίσθιου χιαστού μέσω τεχνικής μεθόδου, δεν οδηγεί αυτόματα στη μη αποδοχή, γενικότερα της μαρτυρίας του. Θα πρέπει να επισημανθεί πως παρά τη μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε, ο μάρτυρας παρέμεινε συνεπής και πάντοτε επεξηγηματικός στις θέσεις του. Έδινε εξηγήσεις με θεωρητικό υπόβαθρο και χωρίς περιστροφές. Διαφάνηκε ακόμη πως κατά τη γνωμάτευση του δεν προσπάθησε να αλλοιώσει ευρήματα συναδέλφων του, αντίθετα τα έλαβε υπόψη με σεβασμό. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι αμερόληπτα και αντικειμενικά κατέθεσε ό,τι γνώριζε ως ορθοπεδικός ιατρός. Ενόψει των προαναφερόμενων, κρίνεται ως ειδικός εμπειρογνώμονας για τα όσα κατέθεσε. Χωρίς ενδοιασμό το Δικαστήριο τον κρίνει αξιόπιστο και αποδέχεται τη μαρτυρία του. Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Εναγόμενος. Το Δικαστήριο έχει διέλθει τη μαρτυρία του με κάθε δυνατή προσοχή. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του, για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια, ο Εναγόμενος άφησε αρνητική εντύπωση και δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι θα ήταν ασφαλές να κριθεί αξιόπιστος και ως εκ τούτου η μαρτυρία και οι θέσεις του δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές.
(1)Μαρτύρησε ότι αρχικά ήταν διστακτικός για να προβεί στη χειρουργική επέμβαση που έκανε στον Ενάγοντα, λόγω της ψυχοσύνθεσης του Ενάγοντα και των οικονομικών του, και πως ο Ενάγοντας επέμενε επειδή είχε χειρουργήσει την αδελφή του στο γόνατο και πίστευε ότι και αυτός θα γινόταν καλά. Διαπιστώνεται ότι δε δόθηκαν εκείνες οι πειστικές εξηγήσεις σε αναφορά με τα δύο στοιχεία που ήταν διστακτικός. Η γενική αναφορά περί της ψυχοσύνθεσης του Ενάγοντα δεν ικανοποιεί. Το ίδιο και η αναφορά στα οικονομικά του Ενάγοντα. Πολύ δε περισσότερο όταν αργότερα ανέφερε ότι αυτός αποφάσισε να χειρουργήσει τον Ενάγοντα χωρίς να ξεκαθαρίσει τι είναι που ειπώθηκε ή συμφωνήθηκε ως προς την πληρωμή του. Σημειώνεται ότι ήταν η μαρτυρία του Εναγόμενου ότι αυτός δεν πληρώθηκε για τη χειρουργική επέμβαση και μόνο η κλινική και ο αναισθησιολόγος έχουν πληρωθεί. Δεν κρίνεται λογικό ένας ιατρός να θεωρεί ως πιέσεις τα στοιχεία που επικαλέστηκε ο Εναγόμενος και να αποφασίζει χειρουργική επέμβαση, για την οποία ήταν από την αρχή διστακτικός. Η μαρτυρία του ότι γι' αυτόν ήταν θέμα δεοντολογίας και όφειλε να προχωρήσει είναι επίσης γενική και αόριστη. Ούτε και είναι κατανοητό πού αποσκοπούσε η θέση του ότι πιέστηκε να χειρουργήσει τον Ενάγοντα.
(2)Διαπιστώνεται αντιφατικότητα στη θέση του Εναγόμενου, ως προς το κατά πόσο τελικά αποδέχεται, αν όντως υπάρχει τραυματισμός στο κνημιαίο νεύρο του δεξιού ποδιού του Ενάγοντα. Σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του παρουσίασε θέσεις, στηριζόμενος στο ότι υπάρχει η βλάβη στο κνημιαίο νεύρο αλλά δεν προκλήθηκε κατά τη δική του χειρουργική επέμβαση. Σε άλλα σημεία, αμφισβητεί ότι υπάρχει τέτοια βλάβη ενώ σε κάποιο άλλο σημείο της μαρτυρίας του κάνει αναφορά για ύπαρξη ήδη τραυματισμένου κνημιαίου νεύρου, πριν την εγχείρηση που υπέβαλε τον Ενάγοντα, αποδίδοντας τη βλάβη σε παλαιότερο κάταγμα του 1979.
(3)Ανέφερε ο Εναγόμενος ότι τα συμπτώματα του Ενάγοντα, μετά τη χειρουργική επέμβαση που τον υπέβαλε, ήταν φυσιολογικά και γι' αυτό δεν αποδέχεται ότι υπήρξε τραυματισμός κατά την επέμβαση. Συνάρτησε το θέμα αυτό και με άλλη μαρτυρία του ότι κατά την εξέταση, πριν την επέμβαση, ο Ενάγοντας του είχε αναφέρει ότι ένιωθε μούδιασμα στα δάχτυλα του ποδιού του. Δε γίνεται όμως πιστευτός. Αν κάτι τέτοιο συνέβαινε (μούδιασμα) αφενός μεν ήταν αναμενόμενο να το είχε σημειώσει στην κάρτα νοσηλείας (Τεκμήριο 9) του Ενάγοντα, αφετέρου δε, λογικά θα τον απασχολούσε αυτό το θέμα πριν υποβάλει τον Ενάγοντα σε χειρουργική επέμβαση. Έστω και αν δεν είναι ειδικός νευρολόγος, ως ορθοπεδικός ιατρός, διαφάνηκε κατά τη δίκη, ότι αντιλαμβάνεται τη λειτουργία του κνημιαίου νεύρου και τα συμπτώματα από τη μη λειτουργία του, που σ΄ αυτά περιλαμβάνεται και το μούδιασμα των δακτύλων του ποδιού.
(4)Κατέθεσε ο Εναγόμενος ότι εξήγησε στον Ενάγοντα τους κινδύνους από τη χειρουργική επέμβαση στην οποία θα τον υπέβαλλε, και πως ο Ενάγοντας υπόγραψε σχετικό έντυπο. Δεν το παρουσίασε όμως ο Εναγόμενος διότι βρισκόταν σε φάκελο που φυλαγόταν στην κλινική, που χειρούργησε τον Ενάγοντα, πλην όμως είχε γίνει κλοπή στην κλινική και κλάπηκε ο φάκελος του Ενάγοντα μαζί με άλλους φακέλους. Το Δικαστήριο διατηρεί σοβαρές επιφυλάξεις γι΄ αυτή τη μαρτυρία. Ο Εναγόμενος διατηρούσε δικό του ιατρείο, ήταν αναμενόμενο να διατηρεί το φάκελο του Ενάγοντα ή αντίγραφο αυτού στο ιατρείο του. Ούτως ή άλλως ο λόγος που αν υπόγραψε τέτοιο έντυπο ο Ενάγοντας, ήταν πολύ σημαντικός για τον Εναγόμενο για να κρατήσει το έντυπο στο ιατρείο του, όπως κράτησε και την κάρτα νοσηλείας. Βέβαια το αρνητικότερο από αυτή τη μαρτυρία είναι πως κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα δεν υποβλήθηκε σ΄ αυτόν, ότι υπέγραψε οποιοδήποτε έντυπο για ενημέρωση σχετικά με πιθανούς ή αναμενόμενους κινδύνους κατά την επέμβαση. Ο Ενάγοντας μαρτύρησε όμως ότι ο Εναγόμενος δεν τον προειδοποίησε για κινδύνους πριν την επέμβαση. Στην υπόθεση Frederikou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1527, αναφέρθηκαν τα εξής: «Εκκινώντας από αυτό το τελευταίο, θα ήταν χρήσιμο ένα σύντομο σχόλιο. Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Από τη δικανική σκοπιά - και όχι την ηθική που στόχος είναι βασικά η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους - πρωταρχικό αντικείμενο της είναι η αποδυνάμωση ή εκμηδένιση των δηλώσεων ενός μάρτυρα κατά την κύρια εξέταση, που στηρίζουν ή βοηθούν την υπόθεση του αντιδίκου. Είναι σχετική η ρήση του Lord Hanworth, M.R., την οποία αναφέρει, επιδοκιμάζοντας την, ο Sankey L.C., στην υπόθεση Mechanical and General Inventions Co. Ltd. and Lehwess v. Austin and the Austin Motor Co.
(1935)A.C. 346 στη σελ. 359: "Cross-examination is a powerful and valuable weapon for the purpose of testing the veracity of a witness and the accuracy and completeness of his story." Yπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα. Σχετική είναι η υπόθεση Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, 384: "Failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity, but in the absence of a proper explanation of the omission, the Court may disregard it, because of the denial of a proper opportunity to the plaintiff to controvert it." Οι εφεσείοντες δεν έθεσαν, ούτε και έθιξαν, την πτυχή αυτή της υπεράσπισης τους κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1. Δε θεωρούμε την εξήγηση της παράλειψης, που καταγράψαμε πριν από λίγο, ικανοποιητική. Όπως εκτέθηκε ήδη παραπάνω, υπήρχε μαρτυρία που το δικαστήριο θεώρησε επαρκή και έδειχνε πως τα πανεπιστήμια ήταν accredited. Δεν είναι επομένως ανατρέψιμο το συμπέρασμα του. Η παραγρ. 11 της γραπτής υπεράσπισης τους αναφέρει απλώς ότι οι συμφωνίες με τα τρία πανεπιστήμια που αυτή μνημονεύει δεν τηρήθηκαν. Το δικόγραφο αναφέρει επί λέξει "......................did not comply with and were not within the terms and conditions of the agreement........" Ο ισχυρισμός δεν τέθηκε στην υπεράσπιση, όπως τώρα εγείρεται. Η παράλειψη αντεξέτασης ήταν καθοριστική και σημαίνει το τέλος του ζητήματος.» Ενόψει των πιο πάνω νομολογηθέντων, η εν λόγω μαρτυρία του Εναγόμενου δε γίνεται αποδεχτή.
(5)Μαρτύρησε ακόμη ο Εναγόμενος ότι το δεξί πόδι του Ενάγοντα, μετεγχειρητικά είχε πλήρη κινητικότητα. Η μαρτυρία αυτή όμως βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Ε.2 από την οποία προκύπτει (ως αποτέλεσμα του ηλεκτρομυογραφήματος) ότι υπήρχε τραυματισμός στο νεύρο με αποτέλεσμα να υπήρχαν μεταξύ άλλων κινητικά προβλήματα στο δεξί πόδι. Βρίσκεται επίσης σε αντίφαση και με τη μαρτυρία του Εναγόμενου ότι το τραύμα στο κνημιαίο νεύρο προϋπήρχε της εγχείρησης, εξαιτίας του κατάγματος που ο Ενάγοντας υπέστηκε το 1979. Πώς είναι δυνατό αν προϋπήρχε το τραύμα στο κνημιαίο νεύρο να υπήρχε πλήρης κινητικότητα του δεξιού ποδιού όταν, και ο Εναγόμενος αναγνωρίζει ότι στα συμπτώματα της βλάβης του κνημιαίου νεύρου ανήκει το μούδιασμα των δακτύλων του ποδιού, ο καυστικός πόνος και η υπαισθησία στο πέλμα;
(6)Επιχείρησε ο Εναγόμενος να αμφισβητήσει τα αποτελέσματα των δύο ηλεκτρομυογραφημάτων, που η Μ.Ε.2 παρουσίασε και, ειδικότερα το ότι υπάρχει τραυματισμός και μόνιμη βλάβη στο κνημιαίο νεύρο του δεξιού ποδιού του Ενάγοντα. Επικαλέστηκε προς τούτο ότι είναι ενδεχόμενο να υπάρχει λάθος σε τέτοιες εξετάσεις, εξαιτίας του μηχανήματος, στο οποίο γίνονται οι εξετάσεις, ή αν ο ασθενής δεν είναι συνεργάσιμος. Η θέση αυτή είναι αφενός γενική και θεωρητική αφού δεν υποστηρίζεται από ανάλογη μαρτυρία για τη συγκεκριμένη εξέταση του Ενάγοντα. Ούτε και υποβλήθηκε στον Ενάγοντα πως δεν ήταν συνεργάσιμος κατά τις δύο εξετάσεις ηλεκτρομυογραφήματος αλλά ούτε και στη Μ.Ε.2 κάτι ανάλογο αλλά, ούτε και πως το μηχάνημα είχε κάποιο πρόβλημα. Τα όσα έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Frederikou (ανωτέρω) ισχύουν και εδώ.
(7)Ερωτηματικά αφήνει η μαρτυρία του Εναγόμενου ότι, ήταν αδύνατο κατά την επέμβαση να τραυματιστούν τρία νεύρα λόγω της ανατομίας αυτών, τα οποία απέχουν το ένα από το άλλο, καθώς και η μαρτυρία του ότι ήταν αδύνατο να τραυματιστεί μόνο το κνημιαίο νεύρο, αφού πριν από αυτό θα τραυματίζονταν άλλα αγγεία ή νεύρα. Παρατηρείται ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους του Ενάγοντα ομιλεί για τραυματισμό δύο νεύρων, ήτοι του κνημιαίου και του σαφηνούς, και όχι για τραυματισμό τριών νεύρων. Το δε σαφηνές νεύρο, σύμφωνα με το δεύτερο ηλεκτρομυογράφημα, παρουσίασε βελτίωση γεγονός που δεικνύει κατά τη Μ.Ε.2 ότι δεν είχε υποστεί μόνιμη βλάβη και προφανώς η βλάβη αυτού που φάνηκε κατά το πρώτο ηλεκτρομυογράφημα αφορούσε νευροαπραξία. Άρα ουσιαστικά η θέση του Ενάγοντα είναι για βλάβη ενός νεύρου και όχι τριών που λέει ο Εναγόμενος. Σε ότι αφορά την αδυναμία τραυματισμού μόνο του κνημιαίου νεύρου κατά την επέμβαση, οι εξηγήσεις που ο Εναγόμενος έδωσε δεν ικανοποιούν το Δικαστήριο. Δεν εξήγησε από ποια σημεία διαπερνά η αρίδα-φρέζα του τρυπανιού το οποίο χρησιμοποιείται για την επέμβαση ούτως ώστε να επιβεβαιωθεί ότι πριν το κνημιαίο νεύρο υπάρχουν άλλα νεύρα ή αγγεία τα οποία αναπόφευκτα θα τραυματίζονταν πριν ή μαζί με το κνημιαίο νεύρο. Η μαρτυρία του Εναγόμενου ότι στην περιοχή του γόνατος, όπου έγινε η επέμβαση, βρίσκονται πολλά νεύρα το ένα μετά το άλλο, δεν αποκλείει τον τραυματισμό μόνο του κνημιαίου νεύρου αφού αυτό δε βρίσκεται ακριβώς πίσω από τα άλλα νεύρα. Πιο συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος είπε ότι πριν το κνημιαίο νεύρο βρίσκεται η ιγνυακή αρτηρία και η ιγνυακή φλέβα. Συνεπώς η αρίδα θα τρυπούσε πρώτα αυτές. Επικαλέστηκε προς τούτο τις φωτογραφίες που παρουσίασε (Τεκμήρια 12(α) και 12(β)). Από τις εν λόγω φωτογραφίες δεν είναι βέβαιο ότι το κνημιαίο νεύρο βρίσκεται ακριβώς πίσω από την ιγνυακή αρτηρία και την ιγνυακή φλέβα. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι πριν την αρίδα γίνεται χρήση βελόνας η οποία λειτουργεί ως οδηγός για την αρίδα. Ήταν όμως και εδώ αναμενόμενο αυτή η θέση να υποβληθεί στο Μ.Ε.4 όταν κατέθετε προβάλλοντας τη θέση ότι κάτι πήγε στραβά κατά την εγχείρηση, για να τοποθετηθεί πιο συγκεκριμένα επί της θέσης αυτής του Εναγόμενου. Εδώ παρατηρείται ότι η εν λόγω μαρτυρία και άλλη συναφής δεν έτυχε αντεξέτασης (βλέπε υπόθεση Frederikou (ανωτέρω)). Επισημαίνεται ακόμη πως πρόκειται για καθοριστικής σημασίας μαρτυρία για την οποία η πλευρά του Ενάγοντα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση, αφού δεν είχε την ευκαιρία, αλλά ούτε και την αιτία για να αντικρούσει, όταν τέτοιος ισχυρισμός δεν είναι δικογραφημένος στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου, και ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Προβάλλει χρήσιμη η παραπομπή σε απόσπασμα από την υπόθεση Αθηνά Βαριάνου ν. Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1541 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην προκειμένη περίπτωση, ανεξάρτητα αν προβλήθηκαν κατά την αντεξέταση διάφορες θέσεις, δεν θα έπρεπε να επιτραπεί στον Εφεσίβλητο στη μαρτυρία του να αναφερθεί σε γεγονότα και θέσεις που δεν είχε προβάλει προηγουμένως στην Έκθεση Υπεράσπισής του. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν διάφορα γεγονότα και θέσεις είχαν τεθεί στη μαρτυρία του, χωρίς ένσταση, το δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε στηριχθεί σ' αυτή τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου, με την οποία προβάλλονται ζητήματα και θέσεις που δεν είχαν προηγουμένως δικογραφηθεί. Σχετικές επί του θέματος είναι οι υποθέσεις Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd. v. Ψάκη κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Παπαγεωργίου v. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 στις οποίες έκανε αναφορά ο δικηγόρος της Εφεσείουσας.»
(8)Αναφέρθηκε στη μαρτυρία του ο Εναγόμενος πως εάν πήγαινε οτιδήποτε λάθος, με την αρίδα του τρυπανιού, τότε θα γινόταν πολύ μεγάλη ζημιά στο πόδι του Ενάγοντα. Το ότι, ανέφερε, υπάρχει νέκρωμα 25 εκατοστών, δε σημαίνει ότι κόπηκε το νεύρο αλλά ότι υπάρχει σκλήρυνση του νεύρου. Ο Εναγόμενος όμως δεν είναι νευρολόγος και ούτε παρουσίασε κάποια ειδική εξέταση που να αποδεικνύει ότι η βλάβη στο νεύρο οφείλεται σε σκλήρυνση, η δε Μ.Ε.2 μίλησε για βλάβη στο νεύρο, όχι για σκλήρυνση. Ενδεχομένως να μην αποκλείεται γενικά η βλάβη στο νεύρο να είναι και από σκλήρυνση, αυτό όμως χρειαζόταν να το πει ενώπιον του Δικαστηρίου κάποιος ειδικός. Η Μ.Ε.2 ως νευρολόγος δε ρωτήθηκε και ούτε της υποβλήθηκε ότι επρόκειτο για σκλήρυνση. Σημειώνεται ακόμη πως η θέση του Ενάγοντα δεν ήταν ότι κόπηκε το κνημιαίο του νεύρο, ως ο Εναγόμενος παρουσίαζε το θέμα, αλλά ότι του προκάλεσε κάποια βλάβη σ' αυτό.
(9)Πρόβαλε επίσης τη θέση ο Εναγόμενος, κατά τη μαρτυρία του, ότι ο τραυματισμός του κνημιαίου νεύρου του Ενάγοντα (και αυτό στην εκδοχή που ο Εναγόμενος αποδεχόταν ότι υπάρχει τραυματισμός) οφειλόταν στα τραύματα που ο Ενάγοντας είχε από δυστύχημα το
- Διαπιστώνεται όμως ότι καμία αναφορά γίνεται στα ιατρικά πιστοποιητικά (Τεκμήρια 8 και 15) των ιατρών Κ. Ανδρέου και Η. Γεωργίου, που να αφορά σε τραυματισμό του κνημιαίου νεύρου. Καμία επίσης αναφορά υπάρχει σ' αυτά ότι οι τραυματισμοί που υπέστηκε, τότε, ο Ενάγοντας, θα είχαν ως επακόλουθο τον τραυματισμό ή τον επηρεασμό του κνημιαίου νεύρου. Ούτε και ως πιθανή, κατά τον Εναγόμενο, αιτία μπορεί να είναι η μακροχρόνια πίεση του νεύρου από την κνήμη εξαιτίας του κατάγματος που ο Ενάγοντας υπέστηκε το
- Η θέση αυτή δεν εξηγήθηκε επαρκώς ως προς το πώς είναι δυνατό το κάταγμα που ο Ενάγοντας υπέστηκε το 1979 να πιέζει το κνημιαίο νεύρο, όταν κάτι τέτοιο δεν γνωματεύουν ή δεν πρόβλεψαν οι ιατροί Ανδρέου και Γεωργίου. Κάτι τέτοιο επίσης αποκλείεται και από τη μαρτυρία της Μ.Ε.3, η οποία προέβηκε σε μαγνητική τομογραφία, και το συμπέρασμα της ήταν πως το κνημιαίο νεύρο δεν πιεζόταν από οποιοδήποτε όγκο ή αιμάτωμα ή από άλλο σώμα, άρα ούτε και από την κνήμη η οποία υπέστηκε όντως κάταγμα το
- Ούτε και εξήγησε ο Εναγόμενος πως συνέπεσε αμέσως μετά τη χειρουργική επέμβαση που έκανε, να εμφανιστούν τα συμπτώματα ως προς την έλλειψη κινητικότητας του άκρου δεξιού ποδιού, ήτοι το μούδιασμα στα δάκτυλα του ποδιού του Ενάγοντα και ο καυστικός πόνος στο πέλμα του ποδιού ή η υπαισθησία. Το ότι υπήρχε θέμα χωλότητας κατά τη βάδιση του Ενάγοντα, εξαιτίας προγενέστερου δυστυχήματος, είναι ένα ανεξάρτητο θέμα από τη βλάβη στο κνημιαίο νεύρο. Αυτό υποστήριξε και εξήγησε ο Μ.Ε.4.
(10)Ως άλλη πιθανή αιτία για τον τραυματισμό του κνημιαίου νεύρου (στην περίπτωση ή στην εκδοχή που αποδεχόταν κατά τη μαρτυρία του ότι υπάρχει τραυματισμός) ο Εναγόμενος πρόβαλε το πιεστικό σύνδρομο, εξαιτίας ιμάντα (ή αλλιώς κηδεμόνα) με τον οποίο περίδεσε το γόνατο του Ενάγοντα, κατά την έξοδο του από την κλινική, μετά την εγχείρηση. Είναι γεγονός ότι η Μ.Ε.2 αποδέχθηκε το πιεστικό σύνδρομο ως αιτία μόνιμης βλάβης ή τραυματισμού του κνημιαίου νεύρου. Εξήγησε όμως ότι αυτό προϋποθέτει παρατεταμένη σύσφιξη και μεγάλη πίεση ούτως ώστε το κνημιαίο νεύρο να υποστεί μόνιμη βλάβη και όχι νευροαπραξία. Παρατηρείται ωστόσο ότι πέραν του γεγονότος ότι όντως το δεξί γόνατο του Ενάγοντα περιδέθηκε με ιμάντα, ο Εναγόμενος δεν πρόβαλε μαρτυρία ως προς το χρονικό διάστημα που περιδέθηκε το γόνατο του Ενάγοντα αλλά ούτε και ως προς το βαθμό πίεσης (σφίξιμο). Πολύ περισσότερο δεν υποβλήθηκε στον Ενάγοντα, για να τοποθετηθεί, κατά την αντεξέταση, ότι το γόνατο του ήταν περιτυλιγμένο με ιμάντα, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, και ποιο ήταν αυτό, και δυνατά σφιγμένο που να του προκάλεσε βλάβη στο νεύρο. Ισχύουν εδώ τα όσα έχουν προαναφερθεί στην υπόθεση Frederikou (ανωτέρω). Επιπλέον κρίνεται πως αν, όντως κάτι τέτοιο συνέβαινε, ήταν λογικό, εφόσον επηρεάστηκε το κνημιαίο νεύρο από πίεση τέτοιας ισχύος, ώστε να προκληθεί μόνιμη βλάβη, να υπήρχε βλάβη ή ενδείξεις του πιεστικού συνδρόμου και σε άλλα σημεία ή όργανα ή αγγεία ή μαλακά έστω μόρια του δέρματος που παρεμβάλλουν πριν το κνημιαίο νεύρο. Προβάλλει εδώ αναγκαίο ν' αναφερθεί ότι ο Εναγόμενος μαρτύρησε ότι μετά που εγχείρησε τον Ενάγοντα, και την έξοδο του από την κλινική, τον έβλεπε κάθε εβδομάδα για περίοδο περίπου τριών μηνών. Εάν ο ιμάντας ήταν περιτυλιγμένος κατά τον τρόπο που πιθανολογεί ο Εναγόμενος, τότε τα συμπτώματα της περίδεσης του ιμάντα και κατ΄ επέκταση του πιεστικού συνδρόμου, θα ήταν, λογικά, αντιληπτά στον ίδιο τον Εναγόμενο ή θα αποτελούσαν αντικείμενο παραπόνου σ' αυτόν από τον Ενάγοντα κατά τις εξετάσεις αυτές. Ο τελευταίος όμως είναι από την αρχή που παραπονέθηκε για μούδιασμα στα δάχτυλα και για καυστικό πόνο, στο κάτω άκρο του δεξιού ποδιού, όταν ξύπνησε μετά την εγχείρηση.
(11)Διαπιστώνεται επίσης ότι ο Εναγόμενος, ενώ στην κύρια εξέταση του ανέφερε πως ανησυχώντας, όταν είδε το ηλεκτρομυογράφημα που του παρουσίασε ο Ενάγοντας, έχοντας οικονομικές απαιτήσεις, ζήτησε από αυτόν όπως υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία προκειμένου να διαπιστωθεί αν όντως υπήρχε βλάβη στο κνημιαίο νεύρο. Στην αντεξέταση ερωτώμενος σχετικά με το πρώτο ηλεκτρομυογράφημα, ανέφερε ότι ίσως να μην το είδε καθόλου, ίσως να μην του το είχε πάρει ο Ενάγοντας, εν πάση όμως περιπτώσει, τον παρέπεμψε και στον γιατρό Αλκιβιάδη ο οποίος ασχολείτο περισσότερο από αυτόν με τα νεύρα και τα αγγεία. Η αντίφαση προβάλλει εμφανής και για το Δικαστήριο είναι στοιχείο κλονισμού της αξιοπιστίας του Εναγόμενου. Δεν είναι κατανοητό γιατί επιχείρησε να προβάλει νέα θέση, και δη ότι δεν του έδειξε ο Ενάγοντας ή αυτός δεν είδε το ηλεκτρομυογράφημα (Τεκμήριο 2).
(12)Μαρτύρησε ακόμη ο Εναγόμενος ότι ένα ηλεκτρομυογράφημα δεν δείχνει ακριβώς πού είναι η βλάβη στο νεύρο, ούτε αν είναι νευροπάθεια ενδογενούς φύσεως ή τραυματισμός ή πιεστικό σύνδρομο. Είναι γι΄ αυτό το λόγο, είπε, που γίνονται σύγχρονες εξετάσεις όπως η μαγνητική τομογραφία (MRI) στην οποία φαίνεται η πορεία του νεύρου. Προφανώς η μαρτυρία αυτή σκοπό έχει να κλονίσει τα ευρήματα των δύο ηλεκτρομυογραφημάτων που παρουσιάστηκαν εκ μέρους του Ενάγοντα και που δείχνουν μόνιμη βλάβη στο κνημιαίο νεύρο. Η θέση όμως του Εναγόμενου δεν υποστηρίζεται επιστημονικά. Τα δύο ιατρικά άρθρα (Τεκμήρια 11 και 14) εκτυπωμένα από το διαδίκτυο, τα οποία ο ίδιος παρουσίασε, αναφέρουν διάφορα τεστς για τη δυσλειτουργία του κνημιαίου νεύρου. Εισηγούνται τρία είδη εξετάσεων. Σε αυτά τοποθετείται πρώτο το ηλεκτρομυογράφημα. Στο άρθρο - Τεκμήριο 14 - αναφέρεται ότι μπορεί να διαταχθεί η διεξαγωγή και άλλων τεστς, περιλαμβανομένης και της μαγνητικής τομογραφίας. Από τον τρόπο που είναι διατυπωμένα τα δύο άρθρα, προκύπτει ξεκάθαρα ότι στο ένα (Τεκμήριο 11) που είναι παλαιότερο, δεν περιλαμβάνεται ως ενδεικνυόμενη εξέταση η μαγνητική τομογραφία. Στο δεύτερο άρθρο (Τεκμήριο 14) ο τρόπος με τον οποίο αυτό είναι διατυπωμένο, κατά το Δικαστήριο, δεν υποστηρίζει τη θέση του Εναγόμενου. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ο συγγραφέας, ιεραρχώντας τις εξετάσεις, περιλαμβανομένης και της μαγνητικής τομογραφίας, έχει θέσει ως πρώτη εξέταση το ηλεκτρομυογράφημα. Όμως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δικαιότερη ερμηνεία θα ήταν πως οι δύο εξετάσεις είναι αναγκαίες αν το κρίνει ο ιατρός που θα αντιμετωπίσει τέτοιο πρόβλημα. Επιπρόσθετα παρεμβάλλει εδώ αναγκαία η επισήμανση ότι η Μ.Ε.3, ειδική στη μαγνητική τομογραφία, κατέθεσε ότι η πιο αξιόπιστη μέθοδος διαπίστωσης βλάβης στο κνημιαίο νεύρο είναι το ηλεκτρομυογράφημα. Τονίζεται ότι για τη μαρτυρία της αυτή ουδεμίας αμφισβήτησης έτυχε κατά την αντεξέτασή της. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί την πιο πάνω θέση του Εναγόμενου, για τον απλούστατο λόγο ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία ομιλεί για βλάβη στο νεύρο είναι το ηλεκτρομυογράφημα και όχι η μαγνητική τομογραφία. Συνακόλουθα προκύπτει το εύλογο ερώτημα, πώς είναι δυνατό η μαγνητική τομογραφία να αποδείξει πού είναι ακριβώς η βλάβη στο κνημιαίο νεύρο ή αν είναι ενδογενούς φύσεως η βλάβη ή τραυματισμός ή πιεστικό σύνδρομο, όπως έθεσε το θέμα ο Εναγόμενος, όταν η μαγνητική τομογραφία δεν έδειξε καθόλου τη βλάβη.
(13)Αρνητική εντύπωση προκαλεί η μαρτυρία του Εναγόμενου ότι μετά που ο Ενάγοντας παραπονέθηκε, και αυτός του ζήτησε να κάνει μαγνητική τομογραφία, τα αποτελέσματα αυτής αλλά και του ηλεκτρομυογραφήματος (είτε του πρώτου εννοεί είτε του δεύτερου), ήταν καλά, όμως ο Ενάγοντας δεν τα αποδέχτηκε. Είναι ξεκάθαρο ότι και το πρώτο και το δεύτερο ηλεκτρομυογράφημα έδειξαν μόνιμη βλάβη στο κνημιαίο νεύρο. Αυτό τελικά το δέχθηκε και ο Εναγόμενος στην αντεξέταση του. Πώς είναι δυνατό να γίνεται λόγος για καλά αποτελέσματα ή ότι ο Εναγόμενος παράλογα δεν τα αποδέχτηκε.
(14)Εντοπίζεται ακόμη ότι, ο Εναγόμενος κατά τη μαρτυρία του, προώθησε τη θέση πως μέσα από τα αποτελέσματα των δύο ηλεκτρομυογραφημάτων (Τεκμήρια 2 και 3) διαπιστώθηκε ότι η βλάβη στο κνημιαίο νεύρο του Ενάγοντα έγινε 3 - 6 μήνες πριν τη διενέργεια (25.11.1999) του πρώτου ηλεκτρομυογραφήματος, ενώ η εγχείρηση ήταν στις 25.11.1998, ένα χρόνο πριν, οπότε ήταν αδύνατο να προκύψει βλάβη από την εγχείρηση. Τέτοια μαρτυρία δεν προκύπτει από τα αποτελέσματα των δύο ηλεκτρομυογραφημάτων. Το περιεχόμενο τους ξεκάθαρα δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε περίοδο πρόκλησης της βλάβης. Ούτε και η Μ.Ε.2 έδωσε κατά τη μαρτυρία της τέτοιο χρονικό προσδιορισμό. Αντίθετα ξεκαθάρισε, η Μ.Ε.2, ότι το χρόνο της βλάβης δίνει η κλινική πληροφορία που αναφέρει πότε άρχισαν τα συμπτώματα της βλάβης.
(15)Ως γενική και αφηρημένη θέση κρίνεται η μαρτυρία του Εναγόμενου ότι η βλάβη στο κνημιαίο νεύρο ενδέχεται να προέρχεται από παθολογικά αίτια ή εκφυλιστικές αλλοιώσεις του νεύρου. Αυτή η θέση δεν υποστηρίζεται από συγκεκριμένη επιστημονική και πειστική μαρτυρία. Τέτοια θέση δεν προκύπτει μέσα από το αποτέλεσμα της μαγνητικής τομογραφίας (Τεκμήριο 4), αλλά ούτε και υποβλήθηκε κάτι τέτοιο στη Μ.Ε.3 που κατέθεσε για τα αποτελέσματα αυτής. Αντίθετα, από τη μαρτυρία της Μ.Ε.3 προκύπτει ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε παθολογική αιτία που να πιέζει το κνημιαίο νεύρο. Σημειώνεται η μη αμφισβήτηση της Μ.Ε.3 κατά την αντεξέταση της.
(16)Τέλος, επισημαίνεται πως, το ότι ο Εναγόμενος περιέγραφε τη διαδικασία της χειρουργικής επέμβασης με τη μέθοδο - τεχνική- της Arthrex, προβάλλοντας τη θέση ότι δεν προκάλεσε βλάβη στο κνημιαίο νεύρο του Ενάγοντα, δεν έχει από μόνη της αποδεικτική αξία. Η εν λόγω μαρτυρία είναι συνυφασμένη με την υπόλοιπη μαρτυρία και τον τρόπο που μαρτύρησε ο Εναγόμενος και έχει ήδη αξιολογηθεί πιο πάνω. Επίσης, ούτε η απόλυτη του θέση, ότι με την τεχνική της Arthrex αποκλείεται να συνέβαινε κάτι λάθος, άφησε θετική εντύπωση, καθότι προσκρούει στον κανόνα της κοινής λογικής, ότι αν δε γίνει σωστός χειρισμός, τότε το λάθος είναι ενδεχόμενο. Είναι γι΄ αυτό άλλωστε που μέσα από το εγχειρίδιο της Arthrex (Τεκμήριο 13 - πρώτη σελίδα) επισημαίνεται ότι απαιτείται όπως η επέμβαση γίνεται από χειρούργους με προηγούμενη εμπειρία. Άρα ο χειριστής είναι δυνατό να διαφοροποιήσει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Μ.Υ.2 ήταν ο φυσιοθεραπευτής Γ. Ασπρογένους. Η εντύπωση που άφησε ήταν πως πρόθεση του ήταν να βοηθήσει τον Εναγόμενο, τον οποίο, ως φαίνεται, γνωρίζει προ πολλού και του αποστέλλει πελάτες για χρόνια. Κατά τη μαρτυρία του, δεν ικανοποίησε ότι ελεύθερα και χωρίς επηρεασμό κατέθεσε για την αλήθεια. Σε απαντήσεις του, που είχαν καθοριστική σημασία, το βλέμμα του, ήταν προς τον Εναγόμενο, ο οποίος καθόταν στην αίθουσα, και τέτοιο, ωσάν να ανέμενε είτε την έγκριση είτε την επιβεβαίωση από αυτόν. Κύρια κατεύθυνση της μαρτυρίας του ήταν ότι κατά τις φυσιοθεραπείες, τα δάκτυλα του ποδιού του Ενάγοντα κινούνταν κανονικά και άρα δεν υπήρχε πρόβλημα σ΄ αυτά μετά την εγχείρηση που υπέβαλε τον Ενάγοντα ο Εναγόμενος. Τέτοια θέση όμως απορρίπτεται από τα αποτελέσματα των δύο ηλεκτρομυογραφημάτων - επιστημονικής μαρτυρίας. Η εν λόγω μαρτυρία του δε γίνεται αποδεκτή. Ως θα διαφανεί στη συνέχεια το θέμα της μη ικανοποιητικής φυσιοθεραπείας δε σχετίστηκε με τη βλάβη στο νεύρο και εγκαταλείφθηκε από τον Εναγόμενο. Συνεπώς, ούτως ή άλλως, η μαρτυρία του δεν έχει σημασία στην υπόθεση. Ευρήματα:- Λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση, έχουν ως θα διατυπωθούν στη συνέχεια. Ο Ενάγοντας, περί το Νοέμβριο του 1998 και επειδή προηγουμένως αντιμετώπιζε πρόβλημα με το δεξί του γόνατο, επισκέφθηκε τον Εναγόμενο ο οποίος είναι χειρούργος ορθοπεδικός ιατρός, στο ιατρείο του, για εξέταση. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο Εναγόμενος διαπίστωσε ότι υπήρχε ρήξη οπίσθιου χιαστού συνδέσμου στο δεξί πόδι του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος ζήτησε από τον Ενάγοντα όπως προβεί και σε μαγνητική τομογραφία η οποία έγινε στις 13.11.1998 (Τεκμήριο 5) που επιβεβαίωσε τη γνώμη του Εναγόμενου, ως προς τη ρήξη οπίσθιου χιαστού. Ορίστηκε ως ημέρα για χειρουργική επέμβαση και αποκατάσταση του οπίσθιου χιαστού, η 25.11.
- Στις 25.11.1998 ο Ενάγοντας μετέβηκε σε κλινική στη Λεμεσό, με την οποία συνεργαζόταν ο Εναγόμενος, και εκεί ο τελευταίος, υπό ολική νάρκωση, με τη χρήση τρυπανιού με την τεχνική της Arthrex, προέβηκε σε χειρουργική επέμβαση επί του δεξιού γόνατος του Ενάγοντα για αποκατάσταση, διά μοσχεύματος, του οπίσθιου χιαστού. Όταν ολοκληρώθηκε η επέμβαση και ο Ενάγοντας περί το απόγευμα ξύπνησε, ένιωθε μούδιασμα στα δάχτυλα του δεξιού του ποδιού και καυστικό πόνο στο πέλμα του δεξιού του ποδιού. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας ανέφερε το γεγονός στον Εναγόμενο, πλην όμως δεν του δόθηκε κάποια εξήγηση γι΄ αυτά τα συμπτώματα. Είναι επίσης εύρημα ότι ο Ενάγοντας δεν είχε στο παρελθόν, πριν τη χειρουργική επέμβαση, τέτοια συμπτώματα. Αποτελεί εύρημα ότι σύμφωνα και με τους Μ.Ε.2, Μ.Ε.4 και τα ιατρικά άρθρα (Τεκμήρια 11 και 14), η βλάβη στο κνημιαίο νεύρο έχει ως συμπτώματα το μούδιασμα των δακτύλων και του πέλματος του άκρου ποδιού καθώς και καυστικό πόνο και υπαισθησία στο πέλμα. Ο Ενάγοντας εξήλθε της κλινικής 10 με 12 μέρες αργότερα, με το γόνατο περιδεμένο με ιμάντα, τον οποίο του χορήγησε ο Εναγόμενος, προκειμένου να συγκρατεί το γόνατο, λόγω της δυσκολίας που είχε εξαιτίας και της αδυναμίας των μυών που επήλθε φυσιολογικά από την προηγούμενη ακινησία. Ο Εναγόμενος, στη συνέχεια, εξέταζε τον Ενάγοντα κάθε βδομάδα για σκοπούς ελέγχου της μετεγχειρητικής του πορείας. Τελευταία επίσκεψη, σύμφωνα με την κάρτα νοσηλείας του Ενάγοντα (Τεκμήριο 9) ήταν η 23.03.
- Ο Ενάγοντας, κατά τις επισκέψεις, έθετε τα παράπονα του, πλην όμως δεν έπαιρνε συγκεκριμένη απάντηση. Ο Εναγόμενος τον καθησύχαζε ότι το πόδι του θα βελτιωνόταν με τον καιρό και τη φυσιοθεραπεία που του συνέστησε να κάνει. Ο Ενάγοντας επισκέφθηκε φυσιοθεραπευτή, το Μ.Υ.2 Γ. Ασπρογένους, για αριθμό συνεδριών και αποτάθηκε στη συνέχεια, στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου ο ιατρός Πετρίδης τον παρέπεμψε σε φυσιοθεραπεία την οποία έκανε. Επειδή τα συμπτώματα του μουδιάσματος των δακτύλων και ο καυστικός πόνος συνεχίστηκαν, ο Ενάγοντας αποτάθηκε σε άλλους ιατρούς. Ο ιατρός Κετώνης του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού τον παρέπεμψε όπως προβεί σε εξέταση ηλεκτρομυογραφήματος στο οποίο και υποβλήθηκε στις 25.11.1999 από την ιατρό Ε. Ζαμπά (Μ.Ε.2) στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Τα αποτελέσματα της εξέτασης αυτής (Τεκμήριο 2) ήταν πως υπήρχε βλάβη στο κνημιαίο και στο σαφηνές νεύρο του δεξιού ποδιού. Στις 14.3.2000, πάλι κατόπιν παραπεμπτικού του ιατρού Κετώνη, ο Ενάγοντας υποβλήθηκε σε δεύτερο ηλεκτρομυογράφημα (Τεκμήριο 3), από την ίδια ιατρό, τα αποτελέσματα του οποίου ήταν ότι υπήρχε μόνιμη σοβαρή βλάβη στο κνημιαίο νεύρο και συνεπώς δεν οφειλόταν σε νευροαπραξία, ενώ η βλάβη στο σαφηνές νεύρο παρουσίαζε βελτίωση, άρα δεν επρόκειτο για μόνιμη βλάβη. Αποτελεί δε εύρημα ότι η εξέταση δια ηλεκτρομυογραφήματος αποτελεί αξιόπιστη μέθοδο διαπίστωσης βλάβης κνημιαίου νεύρου. Ο Ενάγοντας μετέβηκε στο εξωτερικό, στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων το Σεπτέμβριο του 2000 και στο ΚΑΤ Αθηνών το Νοέμβριο του 2000 για αποκατάσταση της βλάβης στο κνημιαίο νεύρο, πλην όμως, κατά τις χειρουργικές επεμβάσεις διαπιστωνότανε ότι η βλάβη ήταν μόνιμη και δεν μπορούσε να θεραπευθεί. Επιπλέον, το 2006 μετέβηκε στο Ισραήλ όπου έγινε νευρόλυση η οποία βοήθησε μερικώς στην αποκατάσταση κινητικών νευρικών ινών προς τους μύες της κνήμης. Οι κλάδοι του κνημιαίου νεύρου στο πέλμα (έσω και έξω πελματιαίο νεύρο), δε διορθώθηκαν, με αποτέλεσμα να υπάρχουν αισθητικές διαταραχές στο πέλμα και οι κινητικές διαταραχές των μυών του πέλματος που εκδηλώνονται με καυστικό πόνο, μούδιασμα και παραμόρφωση των δακτύλων και μεταταρσίων. Οι παραμορφώσεις των δακτύλων, με τις χειρουργικές επεμβάσεις που ο Ενάγοντας υποβλήθηκε στο Ισραήλ, έχουν βελτιωθεί. Επίσης υπάρχει αδυναμία του οπίσθιου κνημιαίου μυός η οποία βελτιώθηκε με την τενοντομετάθεση του μακρού έξω περονιαίου. Η αδυναμία αυτή, μαζί με την αδυναμία του γαστροκνημιαίου μυός, εξηγεί και τη δυσκολία, μέχρι και αδυναμία, του Ενάγοντα να σταθεί στις μύτες των ποδιών του και τη δυσκαμψία στη βάδιση. Ο Ενάγοντας εξετάστηκε επίσης στις 22.11.2004 και 18.12.2013 από το Μ.Ε.4, ο οποίος είναι ορθοπεδικός - εμπειρογνώμονας για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, και ετοιμάστηκαν ιατρικά πιστοποιητικά (Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα). Η βλάβη στο κνημιαίο νεύρο εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα και ο Ενάγοντας να αντιμετωπίζει δυσκολία στη βάδιση, ενώ δεν υπάρχει δυνατότητα διόρθωσης. Έχουν διαπιστωθεί κλινικά συμπτώματα οστεοαρθρίτιδας στο δεξιό γόνατο. Το γεγονός ότι η βλάβη είναι μόνιμη, επιβεβαιώνεται και από το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρα Χρ. Κατσιάμη (Τεκμήριο 16). Αποτελεί εύρημα ότι η βλάβη στο κνημιαίο νεύρο του δεξιού ποδιού του Ενάγοντα είναι μόνιμη και προκλήθηκε κατά τη διάρκεια της επέμβασης που ο Εναγόμενος έκανε, για αποκατάσταση του οπίσθιου χιαστού, στο δεξί πόδι του Ενάγοντα, στις 25.11.
- Τούτο στηρίζεται στα πιο κάτω: (α) Αξιόπιστη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι προ της επέμβασης δεν είχε τα συμπτώματα βλάβης του κνημιαίου νεύρου και τα ένοιωσε αμέσως όταν ξύπνησε από ολική νάρκωση όπου βρισκόταν. (β) Η απόρριψη των θέσεων του Εναγόμενου ότι η βλάβη στο νεύρο οφείλεται σε οποιαδήποτε άλλη αιτία. (γ) Καμία μαρτυρία από αυτήν που παρουσιάστηκε αποκλείει την ύπαρξη βλάβης στο κνημιαίο νεύρο. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος του Εναγόμενου, εισηγείται ότι, ο Μ.Ε.4 στη μαρτυρία του, και σε ερώτηση ποιες είναι οι συνέπειες της προσθοπίσθιας αστάθειας στο κνημιαίο νεύρο όταν συνεχίζει επί μακρόν χωρίς θεραπεία, αποδέχθηκε ότι αυτή μπορεί να οδηγήσει σε τραυματισμό κνημιαίου νεύρου. Το Δικαστήριο δεν εντοπίζει τέτοια μαρτυρία. Επομένως ουδεμία σημασία μπορεί να έχει η εν λόγω εισήγηση. Αποτελεί επίσης εύρημα ότι πριν την επίδικη εγχείρηση ο Εναγόμενος δεν προειδοποίησε τον Ενάγοντα για πιθανούς ή εγγενείς κινδύνους από αυτήν. Ο Ενάγοντας κατέβαλε το ποσό των ΛΚ940,00 ως ειδικές ζημιές, εξαιτίας της βλάβης του κνημιαίου νεύρου στο δεξί του πόδι (παραδεκτό γεγονός). Νομική πτυχή:- Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης, βρίσκεται στον Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του οι οποίοι περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της αποδεκτής μαρτυρίας και όχι το παραδεκτό της μαρτυρίας, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται και τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησης του, πέραν των λεπτομερειών αμέλειας, διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση η αρχή res ipsa loquitur. Το άρθρο 55 του Κεφ. 148 έχει ερμηνευθεί ότι περικλείει την αρχή res ipsa loquitur. Προβλέπονται σε αυτό τα ακόλουθα: «
- Σε αγωγή πoυ εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά τηv oπoία απoδεικvύεται- (α) Ότι o εvάγovτας στερείται γvώσης ή μέσωv γvώσης τωv πραγματικώv περιστατικώv, τα oπoία πρoκάλεσαv τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά, και (β) ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από ιδιoκτησία, επί της oπoίας o εvαγόμεvoς είχε πλήρη έλεγχo, και κρίvεται από τo Δικαστήριo ότι η επέλευση τoυ συμβάvτoς πoυ πρoκάλεσε τη ζημιά συvδέεται περισσότερo με τo γεγovός ότι o εvαγόμεvoς παρέλειψε vα καταβάλει εύλoγη επιμέλεια παρά πρoς τηv καταβoλή τέτoιας επιμέλειας, o εvαγόμεvoς φέρει τo βάρoς της απόδειξης τoυ ότι δεv υφίστατo αμέλεια για τηv oπoία αυτός ευθύvεται σε σχέση με τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά.» Είναι χρήσιμο, ως εκ τούτου, να γίνει αναφορά στους κανόνες και προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω αρχής όπως προσδιορίστηκαν στην υπόθεση Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές που εφαρμόζονται στην Αγγλία αναφορικά με την αρχή res ipsa loquitur είναι οι ίδιες με τις αρχές που εφαρμόζονται στην Κύπρο και είναι οι εξής: α) το συμβάν πρέπει να τελεί υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του εναγομένου και β) να μιλά αφ' εαυτού ως προς τα πιθανά αίτια, συμβατά στην απουσία αντίθετης εξήγησης από τον Εναγόμενο, με την ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους του. Ο ενάγων φέρει το βάρος αποδείξεως των γεγονότων τα οποία προβάλλει, και κατά πόσο αυτά στοιχειοθετούν αμέλεια. Προϋπόθεση για την εφαρμογή του res ipsa loquitur αποτελεί η ουσιώδης σχέση μεταξύ του συμβάντος και της ζημίας η οποία προκαλείται. Το res ipsa loquitur δεν τυγχάνει εφαρμογής όπου ο ενάγων επιχειρεί με την προσαγωγή μαρτυρίας πραγματογνωμόνων να αποδείξει ιατρική αμέλεια.» Στην ίδια υπόθεση (Αθανασίου) αναφέρθηκαν, ως προς τα καθήκοντα των ιατρών, τα εξής: «Το καθήκον ιατρού, όπως και κάθε ειδικευμένου επαγγελματία (πρακτήρα), προς πρόσωπο, το οποίο βασιζόμενο στη δεξιότητά του περιέρχεται υπό τη φροντίδα του, προσδιορίζεται περιεκτικά στην απόφαση Αshcroft v. Mersey Regional Health Authority [1983] 2 All E.R.
- Συνίσταται, στη στράτευση της γνώσης και την επίδειξη της επιμέλειας που αναμένεται από πρόσωπο το οποίο κατέχει και διακηρύττει ότι κατέχει τη συγκεκριμένη δεξιότητα, καθήκον το οποίο, στην περίπτωση του ωτορινολαρυγγολόγου, προσλαμβάνει τη μορφή της δεξιότητας που αναμένεται από ιατρό της ειδικότητάς του. Η προσέγγιση του Δικαστή Kilner Brown, J., στην πιο πάνω υπόθεση, έτυχε της έγκρισης του Αγγλικού Εφετείου (βλ. Note Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority [1985] 2 All E.R. 96.) To επίπεδο δεξιότητας, το οποίο αναμένεται από επαγγελματία ιατρό (medical practitioner), τέθηκε με την ίδια σαφήνεια από τον McNair, J., στην Bolam v. Friern Hospital Management Committee [1957] 1 W.L.R.
- Eίναι εκείνο, της συνήθους δεξιότητας την οποίαν αναμένεται να έχει πρόσωπο το οποίο επαγγέλλεται και ασκεί τη συγκεκριμένη ειδικότητα. Η ορθότητα της προσέγγισης αυτής επιβεβαιώθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, που επίσης επεξηγούν το πρακτικό πεδίο εφαρμογής της. (Βλ. μεταξύ άλλων, Sideway v. Gov. of Bethlem Royal Hospital [1985] A.C. 871, 893-894; Wilsher v. Essex A.H.A. [1987] Q.B. 730.)» Η υπόθεση Bolam v. Friern Hospital Management Committee
(1957)1 W.L.R. 582, αποτέλεσε αντικείμενο εκτενούς ενασχόλησης με το καθήκον των ιατρών. Αναφέρθηκε ότι: (
- i)Ένας γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας εάν ενεργεί σύμφωνα με μια πρακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη. (
- ii)Ένας γιατρός που πιστεύει ότι οι πιθανότητες κινδύνου σε μια συγκεκριμένη θεραπεία είναι μηδαμινές, δεν έχει υποχρέωση να τις αποκαλύψει στον ασθενή και (iii) Για να πετύχει ένας ασθενής σε απαίτηση στη βάση του ότι δεν του δόθηκε προειδοποίηση για τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να προκύψουν, θα πρέπει να αποδείξει ότι έστω και αν του δινόταν η προειδοποίηση, δεν θα έδινε τη συγκατάθεση του για τη συγκεκριμένη θεραπεία. Όπως θα διαπιστωθεί πιο κάτω, το κριτήριο της υπόθεσης Bolam έχει διαφοροποιηθεί από νεότερη αγγλική νομολογία. Ο Ενάγοντας, μεταξύ άλλων, στις λεπτομέρειες αμέλειας της Έκθεσης Απαίτησης του, προβάλλει τη θέση ότι ο Εναγόμενος, πριν τον υποβάλει στην επίδικη εγχείρηση, δεν τον προειδοποίησε για τον κίνδυνο βλάβης στο κνημιαίο νεύρο αλλά και τις προεκτάσεις της βλάβης. Το ζήτημα αυτό, έτυχε εκτενούς ανάλυσης στην υπόθεση Βαριάνου (ανωτέρω) με άντληση καθοδήγησης από αγγλική νομολογία. Στη συνέχεια παρατίθενται σχετικά αποσπάσματα από την εν λόγω υπόθεση: «Στην υπόθεση Bolam v. Friern Hospital Management Committee [1957] 2 All E.R. 118, επίδικο θέμα ήταν κατά πόσο η προειδοποίηση για τους κινδύνους που έδωσε ο ιατρός στον ασθενή ήταν ικανοποιητική. Όπως και στην υπό εκδίκαση υπόθεση, δεν υπήρχε ισχυρισμός για αμέλεια στον τρόπο διεξαγωγής της επέμβασης. Όμως στη συνέχεια το κριτήριο Bolam επεκτάθηκε και στις δύο κατηγορίες υποθέσεων (προειδοποίηση για κινδύνους και στον τρόπο διεξαγωγής της θεραπείας). Σύμφωνα με το «Bolam test», ένας ιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν η πρακτική που ακολούθησε είναι αποδεκτή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρών, ανεξάρτητα αν ένα άλλο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη. Ειδικά σε σχέση με προειδοποίηση για κινδύνους, ο ιατρός δεν είναι αμελής αν παραλείψει να προειδοποιήσει εκεί όπου οι κίνδυνοι είναι μηδαμινοί. Στην υπόθεση Sidaway v. Bethlem Royal Hospital Governors [1985] 1 All E.R. 643 στην οποία αναφέρεται το πρωτόδικο δικαστήριο, εκφράστηκαν και οι πρώτες αμφιβολίες για την εφαρμογή του «Bolam test» στην πρώτη κατηγορία υποθέσεων που αφορούν το επίπεδο πληροφόρησης του ασθενή. Το δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων, όπως ήταν τότε, κατά πλειοψηφία εφάρμοσε το «Bolam test», θεωρώντας ότι ένας ιατρός είναι υπόχρεος να προειδοποιήσει τον ασθενή του για πιθανούς κινδύνους, μόνο αν μια μερίδα συνήθων επαγγελματιών ιατρών που έχουν τη συγκεκριμένη ειδίκευση, εύλογα θα αποκάλυπταν τους κινδύνους αυτούς στον ασθενή. Επειδή στην υπόθεση Sidaway, η μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου ήταν ότι οι πλείστοι νευροχειρούργοι δεν θα πληροφορούσαν την κα Sidaway για τους συγκεκριμένους κινδύνους, η αγωγή απορρίφθηκε επί αυτού του σημείου. Όμως, ο Λόρδος Scarman παρά τη συμφωνία του με το αποτέλεσμα, λόγω της μαρτυρίας που δόθηκε, δεν ήταν διατεθειμένος να υποστηρίξει ότι εφαρμοζόταν το κριτήριο Bolam. Υποστήριξε ότι το ορθό κριτήριο θα έπρεπε να ήταν αυτό του «μέσου λογικού ασθενή» («reasonable prudent patient»), δηλαδή τι θα ήθελε ο μέσος συνετός ασθενής να του αποκαλυφθεί. Το θέμα έχει σχέση με την αρχή της ελεύθερης παροχής συγκατάθεσης μετά από πλήρη ενημέρωση και γνώση των κινδύνων («informed consent»). Παρά το γεγονός ότι τα όσα ανέφερε ο Λόρδος Scarman στην υπόθεση Sidaway ήταν οι απόψεις της μειοψηφίας, εντούτοις αποτέλεσαν τον προπομπό της διαφοροποίησης που θα επερχόταν. Το συγκεκριμένο κριτήριο στην υπόθεση Bolam, τελικά περιορίστηκε μερικώς με την απόφαση του δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Bolitho v. City and Hackney Health Authority [1997] 4 All E.R. 771, στην οποία αποφασίστηκε ότι ένας ιατρός θα μπορούσε να βρεθεί ένοχος για αμέλεια, παρά το ότι μια μερίδα επαγγελματιών ιατρών με τη γνώμη τους επικροτούν τον τρόπο που ενήργησε, αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η άποψή τους δεν ήταν λογική ή υπεύθυνη. Αξιολογώντας τη γνώμη της μερίδας ιατρών που επικροτεί τη θεραπεία, το δικαστήριο οφείλει να αποφασίσει αν αυτή η ιατρική πρακτική θέτει ή όχι τον ασθενή σε περιττό κίνδυνο. Η προσπάθεια διάβρωσης του κριτηρίου Bolam από τις υποθέσεις Sidaway και Bolitho κορυφώθηκε στην υπόθεση Pearce v. United Bristol Healthcare NHS Trust [1999] 48 B.M.L.R. 118. Σε εκείνη την υπόθεση, η κα Pearce πέρασε κατά δύο εβδομάδες την προγραμματισμένη ημερομηνία γέννησης του έβδομου παιδιού της. Παρακάλεσε τον ιατρό της να προκαλέσει τη γέννηση με καισαρική [*1578]τομή. Ο ιατρός της, θεώρησε τη συγκεκριμένη ιατρική επέμβαση ακατάλληλη και συζήτησε τους κινδύνους και τα μειονεκτήματα μιας τέτοιας τομής και συνέστησε αναμονή. Όμως δεν προειδοποίησε την κα Pearce ότι λόγω της καθυστέρησης υπήρχε αυξημένος κίνδυνος θνησιγενούς γέννησης, ο οποίος υπολογίστηκε σε 0.1-0.2%. Η τομή έγινε 5 μέρες μετά και το παιδί γεννήθηκε νεκρό. Η κα Pearce ενήγαγε τον ιατρό ότι παρέλειψε να την προειδοποιήσει για τον κίνδυνο. Δύο ήταν τα νομικά ερωτήματα που καλείτο να απαντήσει το Αγγλικό Εφετείο:- (α) Κατά πόσο ο ιατρός όφειλε να προειδοποιήσει την ασθενή για τον αυξημένο κίνδυνο με την πάροδο του χρόνου να γεννηθεί το παιδί νεκρό και (β) αν έδιδε τέτοια προειδοποίηση, κατά πόσο η ασθενής θα διαφοροποιούσε την απόφαση της. Σύμφωνα με τον λόρδο Woolf:- «In a case where it is being alleged that a plaintiff has been deprived of the opportunity to make a proper decision as to what course he or she should take in relation to treatment, it seems to me to be the law, as indicated in the cases to which I have just referred, that if there is a significant risk which would affect the judgment of a reasonable patient, then in the normal course it is the responsibility of a doctor to inform the patient of that significant risk, if the information in needed so that the patient can determine for him or herself as to what course he or she should adopt. ............................ Obviously the doctor, in determining what to tell a patient, has to take into account all the relevant considerations, which include the ability of the patient to comprehend what he has to say to him or her and the state of the patient at the particular time, both from the physical point of view and an emotional point of view. There can often be situations where a course different from the normal has to be employed. However, where there is what can realistically be called a "significant risk", then, in the ordinary event, as I have already indicated, the patient is entitled to be informed of that risk." Και σε ελεύθερη μετάφραση:- «Σε μια υπόθεση όπου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων έχει στερηθεί της ευκαιρίας να λάβει μια σωστή απόφαση ως προς το τι θεραπεία αυτός ή αυτή θα πρέπει να ακολουθήσει, φαίνεται πως το δίκαιο ορίζει, όπως καταγράφεται στην υπόθεση που έχω μόλις αναφέρει, ότι εάν υπάρχει σημαντικός κίνδυνος που θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση ενός λογικού ασθενούς, τότε κατά τη συνήθη πορεία είναι ευθύνη του ιατρού να ενημερώνει τον ασθενή του για αυτόν τον σημαντικό κίνδυνο, [*1579]εάν η πληροφορία είναι απαραίτητη ούτως ώστε ο ασθενής να μπορέσει να καθορίσει τη θεραπεία την οποία αυτός ή αυτή θα πρέπει να ακολουθήσει. ............................ Προφανώς ο ιατρός όταν καθορίζει το τι θα πει σε ένα ασθενή, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες στους οποίους περιλαμβάνονται η ικανότητα του ασθενούς να κατανοήσει όσα θα του πει καθώς και την κατάσταση του ασθενούς κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τόσο από σωματικής άποψης όσο και από συναισθηματικής άποψης. Υπάρχουν συχνά περιπτώσεις όπου μια πορεία διαφορετική από την συνηθισμένη θα πρέπει να ακολουθηθεί. Όμως, όπου υπάρχει, αυτό που ρεαλιστικά μπορεί να αποκαλεστεί ως «σημαντικός κίνδυνος», τότε, κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων, όπως έχω ήδη επισημάνει, ο ασθενής έχει δικαίωμα να ενημερωθεί για τον κίνδυνο αυτό.» Τελικά, στην πιο πάνω υπόθεση, ο ιατρός δεν κρίθηκε ένοχος αμέλειας, επειδή ο αυξημένος κίνδυνος του 0.1-0.2% δεν θεωρήθηκε σημαντικός. Όμως, η υπόθεση σηματοδότησε διαφοροποίηση του «Bolam test». Φαίνεται ότι το νέο κριτήριο που διαμορφώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο με την απόφαση του Λόρδου Woοlf, είναι ότι σε περίπτωση που υπάρχει σημαντικός κίνδυνος, ένας λογικός ιατρός οφείλει να αποκαλύψει εκείνες τις πληροφορίες που ο μέσος λογικός ασθενής θα ήθελε να γνωρίζει προτού δώσει τη συγκατάθεσή του (Βλ. Medical Negligence, M. A. Jones, 4η Έκδοση
(2008)σελ. 651-662). Στην προκειμένη περίπτωση, το βασικό κριτήριο που θα έπρεπε να εφαρμοστεί, θα έπρεπε να ήταν αυτό στην υπόθεση Pearce, ανωτέρω, η οποία διαμόρφωσε το αρχικό κριτήριο Bolam, στις περιπτώσεις αποκάλυψης των κινδύνων σε ασθενείς. Το νέο κριτήριο κατά την άποψή μας είναι πολύ πιο λογικό, εφόσον κριτής του τι πρέπει να αποκαλυφθεί γίνεται πλέον ο μέσος λογικός ασθενής. Με την εφαρμογή του κριτηρίου της Pearce, κατά την κρίση μας, ο Εφεσίβλητος όφειλε να αποκαλύψει τους κινδύνους που εμπεριείχε η επέμβαση στην περίπτωση της Εφεσείουσας η οποία είχε ψηλή μυωπία και ενδείξεις για ύπαρξη κερατόκωνου. Κατά την άποψή μας, ο μέσος λογικός ασθενής θα ήθελε να γνωρίζει ότι μια μεγάλη μερίδα επαγγελματιών ιατρών, θεωρούσε ότι δεν ενδείκνυτο μια τέτοια επέμβαση στην περίπτωση της Εφεσείουσας με excimer laser και ότι αν προχωρούσε με μια τέτοια επέμβαση, ανεξάρτητα αν ήταν για κοσμητικούς ή ιατρικούς σκοπούς, είχε [*1580]κινδύνους να συμβούν αυτά που συνέβησαν στην Εφεσείουσα που ταυτίζονται με αυτά που περιέγραψαν οι ιατροί Strassman και Παπαμιχαήλ. Δηλαδή να προκληθεί θαμπάδα κερατοειδούς η οποία να προκαλούσε εκ των υστέρων οπτική δυσλειτουργία επειδή αφαιρέθηκε περισσότερο μέρος του κερατοειδούς ιστού, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ανώμαλο σχήμα του κερατοειδούς. Σε τελική ανάλυση, ο κίνδυνος όπως προκύπτει από τη μαρτυρία είναι να μην διορθωθεί η όραση, να παραμείνει η θαμπάδα στον κερατοειδή και να οδηγηθεί συντομότερα ο ασθενής σε μεταμόσχευση του κερατοειδούς.» Συμπεράσματα:- Λαμβανομένων υπόψη των νομικών αρχών και κανόνων που έχουν προαναφερθεί, το Δικαστήριο καλείται πρώτιστα να αποφασίσει εάν αποδεικνύονται οποιεσδήποτε των λεπτομερειών αμέλειας που αποδίδονται στον Εναγόμενο, μέσα από την Έκθεση Απαίτησης. Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των λεπτομερειών αμελείας και την προσαχθείσα μαρτυρία, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί αμέλεια καθότι δεν προσκομίστηκε ανάλογη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων προς απόδειξη τους. Ειδικότερα επισημαίνεται ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος δεν υπέβαλε τον Ενάγοντα στις ορθές ή ενδεδειγμένες προχειρουργικές εξετάσεις ή ότι δεν του παρείχε την αναγκαία ιατρική φροντίδα ή περίθαλψη. Γενικότερα, μέσα από την ακροαματική διαδικασία, διαπιστώνεται ότι ο Ενάγοντας δεν προσκόμισε μαρτυρία εμπειρογνώμονα για να αποδείξει ότι συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη του Εναγόμενου συνιστούσε αμέλεια η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη βλάβη στο κνημιαίο νεύρο. Όπως έχει προαναφερθεί ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησης επικαλείται την αρχή res ipsa loquitur. Λαμβανομένων υπόψη των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την εφαρμογή της εν λόγω αρχής, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα ενώπιον του στοιχεία δικαιολογούν την εφαρμογή της. Τα στοιχεία αυτά είναι τα εξής:
- Το εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας πριν τη χειρουργική επέμβαση ημερομηνίας 25.11.1998, στην οποία τον υπέβαλε ο Εναγόμενος, δεν είχε βλάβη στο κνημιαίο νεύρο αλλά αυτή προκλήθηκε κατά την επέμβαση.
- Κατά την πιο πάνω χειρουργική επέμβαση ο Ενάγοντας βρισκόταν υπό πλήρη νάρκωση, ως εκ τούτου ο Ενάγοντας δε μπορούσε να γνωρίζει τα γεγονότα πού επέφεραν τη βλάβη. Σημειώνεται ότι στην απόφαση του Εφετείου (Μάρκος Μάρκαρη ν. Μάρκου Παρασκευά Πολ. Έφεση αρ. 390/2006 ημερομηνίας 03.07.2012) με την οποία διατάχθηκε η επανεκδίκαση της παρούσας αγωγής, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην παρούσα περίπτωση, ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι η βλάβη την οποία υπέστη ήταν αποτέλεσμα της εγχείρησης, κατά την οποία αυτός τελούσε υπό νάρκωση. Συνεπώς, η εφαρμογή της πιο πάνω αρχής δεν μπορεί να αποκλεισθεί, δεδομένου ότι ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει τα γεγονότα που επέφεραν τη βλάβη. Η ορθότητα, βέβαια, εφαρμογής της από το πρωτόδικο Δικαστήριο προϋποθέτει την ορθότητα της κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και των συνακόλουθων αυτής διαπιστώσεων. Προέχει, συνεπώς, να εξετάσουμε κατά πόσο οι λόγοι έφεσης της δεύτερης ενότητας ευσταθούν.»
- Η χειρουργική επέμβαση έγινε με τη μέθοδο της Arthrex για την οποία έχει γνώσεις μόνο ο Εναγόμενος, ο δε Μ.Ε.4 ξεκαθάρισε ότι δεν έχει γνώση της συγκεκριμένης τεχνικής, έδωσε μόνο θεωρητικά τη γνώμη του ως προς το ενδεχόμενο να επέλθει η βλάβη στο κνημιαίο νεύρο κατά την εγχείρηση. Η μέθοδος Arthrex περιλαμβάνει τη χρήση εργαλείων τα οποία βρίσκονταν, κατά την εγχείρηση, στον αποκλειστικό έλεγχο του Εναγόμενου.
- Η μαρτυρία η οποία προσάχθηκε από πλευράς Ενάγοντα, δεν αποσκοπούσε στην απόδειξη ιατρικής αμέλειας εκ μέρους του Εναγόμενου. Έχει απασχολήσει βέβαια το Δικαστήριο κατά πόσο θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς το αντίθετο. Τούτο επειδή κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες οι Μ.Ε.2, Μ.Ε.3 και Μ.Ε.
- Ωστόσο, αυτό που η Μ.Ε.2 ουσιαστικά κατέθεσε είναι τα ευρήματα της ότι κατά τις δύο εξετάσεις ηλεκτρομυογραφήματος, οι οποίες έγιναν μετά την επίδικη χειρουργική επέμβαση, και στις οποίες υπέβαλε τον Ενάγοντα, διαπιστώθηκε ότι υπήρχε μόνιμη βλάβη στο κνημιαίο νεύρο. Η Μ.Ε.3 κατέθεσε τα ευρήματα της, προερχόμενα από τις δύο μαγνητικές τομογραφίες, στις οποίες υπέβαλε τον Ενάγοντα, μία πριν την επίδικη εγχείρηση και μια μετά από αυτή, τα οποία συνηγορούν στο ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε που να πίεζε το κνημιαίο νεύρο του Ενάγοντα. Υπενθυμίζεται ότι θέση της ήταν πως η πιο αξιόπιστη εξέταση για διαπίστωση βλάβης στο κνημιαίο νεύρο είναι το ηλεκτρομυογράφημα. Υπό αυτές τις επισημάνσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η μαρτυρία τους αποσκοπούσε στην απόδοση αμέλειας του Εναγόμενου, αλλά στην ύπαρξη της βλάβης, της ζημιάς η οποία συνιστούσε και μέρος των γεγονότων που θα έπρεπε να αποδειχθούν ώστε να μετατεθεί το βάρος απόδειξης στον Εναγόμενο. Ως προς τον Μ.Ε.4 προβλημάτισαν το Δικαστήριο οι αναφορές του, επί του ιατρικού πιστοποιητικού (Τεκμήριο 6) ημερομηνίας 26.11.2004 οι οποίες έχουν ως εξής: «Εκ των ιατρικών εκθέσεων και του ιστορικού όπως και από τα ευρήματα μου κατά την κλινική εξέταση κατέληξα στο συμπέρασμα ότι κατά την διάρκεια της εγχείρησης του κνημιαίου νεύρο που διέρχεται αμέσως όπισθεν του κνημιαίου κονδύλου ετραυματίσθη από την αρίδα του τρυπανιού με το οποίο διανοίχτηκε το τούνελ-σύραγγα εντός του κνημιαίου κονδύλου. Η φορά της σήραγγας είναι από την προσθία έσω επιφάνεια του κονδύλου προς τα άνω και οπίσω μέχρι της διάτρησης του φλοιού του έσω κονδύλου προς τα οπίσω. Όταν η αρίδα διατρυπά τον οπίσθιο φλοιό και όπως σπρώχνεται από τον χειρουργό, εισέρχεται απότομα εντός των όπισθεν του φλοιού μαλακών μορίων με κίνδυνο βέβαια τραυματισμού πολύ σοβαρών μεγάλων αγγείων και νεύρων. Ακριβώς για αποφυγή μιας τέτοιας επιπλοκής στις εγχειρήσεις αυτές πρέπει να χρησιμοποιείται ειδικό εργαλείο που προστατεύει από την απότομη έξοδο της αρίδας (π.χ. Hewson drill guide) ή τοποθετείται το δάκτυλο του χειρουργού στο σημείο που αναμένεται να εξέλθει η αρίδα. Δεν γνωρίζω τι εχρησιμοποιήθει και πως προστατεύτηκαν τα αγγεία και νεύρα της ιγνύος. ................................................................ Ο τραυματισμός του κνημιαίου νεύρου οφείλεται είτε στη μη λήψη δια καταλλήλων εργαλείων προστασίας του νεύρου κατά τον τρυπανισμό του έσω κνημιακού κονδύλου είτε σε ανεπαρκή, περιορισμένη πείρα και επιδεξιότητα του ορθοπεδικού χειρουργού για τέτοιου είδους εγχείρηση.» Η πολλαπλή, διαζευκτική διατύπωση ως προκύπτει από την πιο πάνω αναφορά, δεν επιτρέπει διατύπωση ισχυρής άποψης ότι αποσκοπούσε στην απόδοση αμέλειας του Εναγόμενου, αλλά συνιστά στοιχείο που την αποδυναμώνει τέτοια άποψη. Επιπλέον, πρόκειται για γενική αναφορά. Ο Μ.Ε.4 δεν προσδιόρισε συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη η οποία να αποσκοπούσε ή να συνιστούσε αμέλεια εκ μέρους του Εναγόμενου. Περαιτέρω, οι πιο πάνω αναφορές θα πρέπει να ιδωθούν και μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Ε.4 όπως προέκυψε και από την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Δε διαφαίνεται μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του κατεύθυνση που να προσδιορίζει συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη κατά την εγχείρηση που να αποδίδει αμέλεια εκ μέρους του Εναγόμενου. Αντίθετα, ο Μ.Ε.4 κατέθεσε ότι δεν ήταν παρών κατά την εγχείρηση και ούτε γνωρίζει τις λεπτομέρειες δυσκολίας ή ευκολίας που υπήρξαν. Πρόσθεσε ότι είναι σε πολύ καλή θέση να κρίνει, εκ του αποτελέσματος και μόνο, και δεδομένου ότι δεν υπήρχε βλάβη στο κνημιαίο νεύρο πριν την επέμβαση, πως κάτι πήγε στραβά κατά τη διάρκεια της επέμβασης. Εκείνο που προκύπτει, ως αποκρυστάλλωμα μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Ε.4, είναι ότι αυτή αποσκοπούσε στην απόδειξη ότι υπήρξε βλάβη στο κνημιαίο νεύρο κατά την επέμβαση, η οποία ήταν δυνατό να επέλθει κατά την επέμβαση, και όχι προς την κατεύθυνση απόδειξης αμέλειας εκ μέρους του Εναγόμενου. Ενόψει των πιο πάνω αναφερόμενων, κρίνεται ότι έχει μετατεθεί το βάρος απόδειξης στον Εναγόμενο για να αποδείξει ότι η βλάβη που προκλήθηκε στο κνημιαίο νεύρο του δεξιού γόνατος του Ενάγοντα, κατά την επίδικη εγχείρηση, δεν οφείλεται σε δική του αμέλεια. Παρατηρείται ότι, ανεξάρτητα από το γεγονός της απόρριψης της μαρτυρίας και των θέσεων που έχει προβάλει ο Εναγόμενος, η μαρτυρία του αποσκοπούσε στην απόδειξη, ότι η βλάβη στο κνημιαίο νεύρο δε συνέβηκε κατά την εγχείρηση που αυτός υπέβαλε τον Ενάγοντα, και όχι στο ότι, παρά την επίδειξη κάθε επιμέλειας εκ μέρους του, η βλάβη επήλθε. Η βλάβη στο κνημιαίο νεύρο, όπως διαφάνηκε από την αποδεκτή μαρτυρία, προέκυψε χωρίς να ήταν απαραίτητη η οποιαδήποτε επέμβαση στο κνημιαίο νεύρο. Καμία μαρτυρία δόθηκε, ότι η αποκατάσταση της ρήξης οπίσθιου χιαστού, την οποία επιχείρησε να αποκαταστήσει με την επίδικη εγχείρηση ο Εναγόμενος, προϋπόθετε την επαφή με το κνημιαίο νεύρο. Η μετεγχειρητική κατάσταση του Ενάγοντα υποδηλώνει ξεκάθαρα ότι η βλάβη επήλθε κατά την επέμβαση. Όφειλε ο Εναγόμενος να αποδείξει είτε ότι η βλάβη στο κνημιαίο νεύρο οφείλεται σε κάποια αιτία που δε σχετίζεται με την εγχείρηση ή με πράξη ή παράλειψη του, η οποία να συνιστά αμέλεια του, είτε ότι παρά την επίδειξη κάθε δυνατής επιμέλειας, η βλάβη στο κνημιαίο νεύρο επήλθε. Δεν απέσεισε αυτό το βάρος απόδειξης και ως εκ τούτου στη βάση της εφαρμογής της αρχής res ipsa loquitur και στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, δικαιολογείται συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος ήταν αμελής κατά την εγχείρηση που υπέβαλε τον Ενάγοντα. Ο τελευταίος όφειλε να αποδείξει και απέδειξε τα γεγονότα που μετέθεσαν το βάρος απόδειξης στον Εναγόμενο, και όχι να αποδείξει επακριβώς πώς επήλθε η βλάβη στο κνημιαίο νεύρο. Ο Ενάγοντας, όπως έχει ήδη αναφερθεί, στηρίζει τον ισχυρισμό του για αμέλεια και στο ότι ο Εναγόμενος δεν τον προειδοποίησε ή του αποκάλυψε οποιουσδήποτε κινδύνους πριν την επίδικη εγχείρηση. Τα αποδεκτά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου απόδειξαν ότι εκ μέρους του Εναγόμενου ουδεμία προειδοποίηση υπήρξε για πιθανούς κινδύνους από την επίδικη εγχείρηση. Το ερώτημα που προβάλλει είναι αν αυτό το πραγματικό υπόβαθρο δικαιολογεί, με βάση τα όσα έχουν αναλυθεί μέσα από την υπόθεση Βαριάνου (ανωτέρω), συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος είναι υπεύθυνος αμέλειας και γι΄ αυτό τον ανεξάρτητο και πρόσθετο λόγο. Για τους πιο κάτω λόγους το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Ενάγοντας είναι υπεύθυνος αμέλειας και γι΄ αυτό το λόγο, αφού ουσιαστικά δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό προς τον Ενάγοντα πριν την εγχείρηση που να σχετίζεται με πιθανούς κινδύνους:
- Η εγχείρηση την οποία έκαμε ο Εναγόμενος δεν ήταν απολύτως και άμεσα απαραίτητη για την υγεία του Ενάγοντα, υπό την έννοια ότι θα έπρεπε να γίνει, κατά τη χρονική στιγμή που έγινε, αλλιώς θα είχε τεθεί σε κίνδυνο η υγεία του Ενάγοντα.
- Προέκυψε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι μέσα από το εγχειρίδιο της Arthrex (Τεκμήριο 13, σελίδα 9) γίνεται λόγος για κινδύνους σε επεμβάσεις αποκατάστασης οπίσθιου χιαστού, αν δεν ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα με αποτέλεσμα την πρόκληση βλάβης σε παρακείμενα νεύρα. Όφειλε συνεπώς, με βάση τα νομολογηθέντα (υπόθεση Pearce, ανωτέρω), ο Εναγόμενος να αποκαλύψει στον Ενάγοντα τους κινδύνους που εμπεριείχε η επέμβαση του και ως προς το ενδεχόμενο του τραυματισμού παρακείμενων νεύρων, κινδύνους που και το εγχειρίδιο της Arthrex αποκαλύπτει και επισημαίνει. Κρίνεται ότι ο Ενάγοντας, ως μέσος λογικός ασθενής, θα ήθελε να γνωρίζει ότι πλείστοι ιατροί, ορθοπεδικοί, δεν συστήνουν, ως ο Μ.Ε.4 κατέθεσε, την αποκατάσταση της ρήξης οπίσθιων χιαστών, με μόσχευμα με τις τεχνικές διαφόρων εταιρειών, όπως και της Arthrex, κυρίως όταν η ρήξη οπίσθιου χιαστού είναι η μόνη βλάβη και δε συνοδεύεται από άλλες συνδεσμικές κακώσεις, ως ήταν και η περίπτωση του Ενάγοντα. Ακόμα, θα ήθελε να γνωρίζει, ότι πλείστοι ιατροί, δεν πιστεύουν, ως κατέθεσε ο Μ.Ε.4, στο αποτέλεσμα τέτοιας εγχείρησης, κάτι που έχει επιβεβαιωθεί μετά την εγχείρηση αφού, ως ο Μ.Ε.4 κατέθεσε και δεν αμφισβητήθηκε, η οπίσθια αστάθεια στο γόνατο του Ενάγοντα, την οποία επιχείρησε να διορθώσει ο Εναγόμενος, συνεχίζει να υφίσταται μέχρι σήμερα. Προφανώς ο βαθμός επιτυχίας μιας εγχείρησης συνιστά ένα πολύ σημαντικό στοιχείο στην κρίση του ασθενούς. Επίσης κρίνεται πως ο Ενάγοντας θα ήθελε να γνωρίζει ποιες θα ήταν οι συνέπειες από μια τέτοια ενδεχόμενη βλάβη. Ένας ασθενής πριν αποφασίσει για μια εγχείρηση προφανώς λαμβάνει υπόψη του πέραν από τον ιατρό τον οποίο θα εμπιστευθεί, και τον τρόπο που θα γίνει η επέμβαση, και για τα τυχόν μηχανήματα που θα χρησιμοποιηθούν. Στην περίπτωση του Ενάγοντα, όχι μόνο δεν προειδοποιήθηκε για πιθανούς κινδύνους, αλλά για κανένα κίνδυνο, και όμως ο ενδεχόμενος κίνδυνος, όπως διαπιστώθηκε, επήλθε με τη βλάβη στο κνημιαίο νεύρο. Ο κίνδυνος δεν ήταν μηδαμινός ούτως ώστε να θεωρηθεί ότι ο Εναγόμενος δεν είχε υποχρέωση να προειδοποιήσει τον Ενάγοντα. Ούτε και ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος κάτι τέτοιο. Συνακόλουθα είναι ορθή η θέση του συνήγορου του Ενάγοντα πως, ακόμη και με το κριτήριο που τέθηκε στην υπόθεση Bolam, ο Εναγόμενος είναι υπεύθυνος αμέλειας.
- Ο Ενάγοντας ανάφερε ξεκάθαρα πως αν γνώριζε τους πιθανούς κινδύνους δεν θα αποδεχόταν να υποβληθεί στην επίδικη εγχείρηση. Αυτό είναι λογικό, ιδιαίτερα αν γνώριζε ότι τα αποτελέσματα της εγχείρησης δεν είναι θετικά, ή τουλάχιστο οι περισσότεροι ιατροί πιστεύουν ότι δεν είναι θετικά, όπως κατέθεσε ο Μ.Ε.4, και επαληθεύτηκε μετά την επέμβαση όπου εξακολουθεί να υπάρχει το πρόβλημα της οπίσθιας αστάθειας. Προς τι η επιλογή μιας τέτοιας επέμβασης και με κινδύνους, και αν τους γνώριζε, οι οποίοι επαληθεύθηκαν, να πάρει απόφαση να κάνει τέτοια εγχείρηση. Η λογική υπαγορεύει πως ο μέσος συνετός ασθενής δεν θα αποφάσιζε να χειρουργηθεί. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η βλάβη στο κνημιαίο νεύρο διαφάνηκε ότι προέκυψε ως μη αναμενόμενη επιπλοκή ή ως μη επιτυχής έκβαση μέσα από τη συγκεκριμένη επέμβαση. Είναι, ωστόσο, ξεκάθαρο ότι η αμέλεια του Εναγόμενου ήταν η αιτία που προκάλεσε τη βλάβη - ζημιά που υπέστηκε ο Ενάγοντας, συνεπώς το θέμα της αιτιώδους συνάφειας είναι απαντημένο. Η υπόθεση Βαριάνου (ανωτέρω) έχει επίσης ασχοληθεί ενδελεχώς και με το θέμα της αιτιώδους συνάφειας. Παρατίθενται σχετικά αποσπάσματα: «Από το πιο πάνω απόσπασμα εγείρονται δύο ζητήματα σε σχέση με την αιτιώδη συνάφεια. Πρώτον, αφήνεται να νοηθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ζημιά ή βλάβη που υπέστη η Εφεσείουσα είχε σχέση με τους εγγενείς κινδύνους (inherent risks) της επέμβασης με excimer laser σε ασθενή με ψηλή μυωπία και με ενδείξεις κερατόκωνου. Το δεύτερο ζήτημα αφορά στο κατά πόσον το πρωτόδικο δικαστήριο υιοθέτησε τα ορθά κριτήρια και ορθές νομικές αρχές σε σχέση με την αιτιώδη συνάφεια. Σε σχέση με το πρώτο θέμα, θεωρούμε εσφαλμένη την κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η Εφεσείουσα απέτυχε να αποδείξει ότι η ζημιά που υπέστη ήταν ακριβώς το αποτέλεσμα των εγγενών κινδύνων ως αποτέλεσμα της επέμβασης με excimer laser στην ίδια, η οποία είχε ψηλή μυωπία και ενδείξεις κερατόκωνου. Δεν συμμεριζόμαστε καθόλου την άποψη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι τα συμπτώματα της Εφεσείουσας ήταν «τυπικά συμπτώματα μετά από επέμβαση με excimer laser». Κατ' αρχάς, σύμφωνα με τη μαρτυρία των ιατρών Strassman και Παπαμιχαήλ, οι εγγενείς κίνδυνοι από τη διενέργεια επέμβασης με excimer laser σε ασθενή με ψηλή μυωπία και με ενδείξεις κερατόκωνου, ήταν οι ακόλουθοι:- (α) λέπτυνση και επιδείνωση της κατάστασης του κερατοειδούς, (β) θαμπερότητα του κερατοειδούς, (γ) θολή όραση, (δ) οπτική δυσλειτουργία, (ε) χειροτέρευση του κερατόκωνου και της ψηλής μυωπίας, (στ) απώλεια της διαθλαστικής ωφελιμότητας αφού ο ασθενής επιστρέφει πολύ γρήγορα στη μυωπία που υπήρχε πριν να γίνει το λέιζερ, (ζ) επιτάχυνση της μεταμόσχευσης λόγω λέπτυνσης του κερατοειδούς και (η) ανάγκη για μεταμόσχευση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Εφεσείουσας, η ίδια αμέσως μετά την επέμβαση είχε μόλυνση, θολερότητα στον κερατοειδή και δεν έβλεπε. Αυτή η κατάσταση συνέχισε όχι μόνο από τον Μάιο του 1999, που έγινε η επέμβαση, μέχρι τις 10.9.99 που την είδε για τελευταία φορά ο Εφεσίβλητος, αλλά συνέχισε μέχρι τον Μάρτιο του 2000, οπότε και ξεκαθάρισε πλέον ότι θα χρειαζόταν μεταμόσχευση. Η κατάσταση της Εφεσείουσας κατά την άποψή μας, συνιστά επαλήθευση των εγγενών κινδύνων, αφού αν δεν επρόκειτο για επαλήθευση, η Εφεσείουσα σε μερικές βδομάδες θα έπρεπε να βλέπει ικανοποιητικά, χωρίς οποιαδήποτε σοβαρή παρενέργεια. Αυστηρά ομιλούντες, το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε να εγείρει από μόνο του ένα τέτοιο ζήτημα αφού:- ...................................... Κατά την άποψή μας, η Εφεσείουσα με τη μαρτυρία της και με αυτή των μαρτύρων της, απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι η βλάβη που υπέστη είναι το αποτέλεσμα της επαλήθευσης των εγγενών κινδύνων που υπήρχαν. Ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο ζήτημα, κατά πόσον το πρωτόδικο δικαστήριο χρησιμοποίησε τα ορθά κριτήρια και ορθές νομικές αρχές για να αποφανθεί για το θέμα της αιτιώδους συνάφειας. Κατ' αρχάς, το κριτήριο, σύμφωνα με τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Pearce, ανωτέρω, δεν είναι αν η Εφεσείουσα θα έδιδε τη συγκατάθεση της αν προειδοποιείτο, αλλά αν ο μέσος λογικός ασθενής στη θέση της Εφεσείουσας θα συγκατατίθετο ή όχι, αν προειδοποιείτο για τους κινδύνους που ενδεχομένως να προέκυπταν. Φαίνεται ότι σε περιπτώσεις που δεν δίδεται οποιαδήποτε προειδοποίηση στον ασθενή, τα δικαστήρια εφαρμόζουν τις σχετικές αρχές της αιτιώδους συνάφειας με πιο χαλαρό τρόπο. Στη McAllister v. Lewsham [1994] 5 Med L.R. 343 το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η ασθενής δεν θα συγκατατίθετο αν είχε προειδοποιηθεί πλήρως για τους κινδύνους. Το δικαστήριο θεώρησε άσχετο το γεγονός ότι η ενάγουσα σε εκείνη την υπόθεση, όταν ρωτήθηκε, κατάθεσε ότι ήταν αδύνατο για την ίδια να γνωρίζει τι θα έπραττε, αν προειδοποιείτο για τους κινδύνους. Στην υπόθεση Chester v. Affshar [2002] 3 All E.R. 532, το Αγγλικό Εφετείο αποδέχθηκε ότι η απόδειξη αιτιώδους συνάφειας εξαρτάται από το τι θα έπραττε ο μέσος λογικός και συνετός ασθενής στη θέση της Εφεσείουσας. Στην έφεση που ακολούθησε στο Δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων, στην υπόθεση Chester v. Affshar [2004] 4 All E.R. 587, η πλειοψηφία του δικαστηρίου, έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να υπάρξει κάποια παρέκκλιση από τις κλασσικές αρχές που αφορούν στην αιτιώδη συνάφεια προς όφελος του δικαιώματος της αυτονομίας του ασθενούς. Επιβεβαιώνοντας τα όσα αναφέρθηκαν από τον Λόρδο Woolf στην υπόθεση Pearce, ανωτέρω, ο Λόρδος Steyn ανέφερε:- «In modern law medical paternalism no longer rules and a patient has a prima facie right to be informed by a surgeon of a small, but well established, risk of serious injury as a result of surgery.» Και σε ελεύθερη μετάφραση:- «Στο σύγχρονο δίκαιο η πατερναλιστική ιατρική δεν είναι πλέον ο κανόνας και ένας ασθενής έχει εκ πρώτης όψεως δικαίωμα να ενημερωθεί από ένα χειρουργό για ένα μικρό αλλά καλά επιβεβαιωμένο κίνδυνο σοβαρής βλάβης ως αποτέλεσμα χειρουργικής επέμβασης.» Όσον αφορά τη γενικότερη αρχή της αιτιώδους συνάφειας, ο Λόρδος Hope θεώρησε ότι αν η ασθενής προειδοποιείτο, θα είχε τις πιο κάτω τρεις δυνατότητες:- « .... She might have agreed to go ahead with the operation despite the risks. Or she might have decided then and there not to have the operation then or at any time in the future. Or she might have decided not to have the operation then but to think the matter over and take further advice, leaving the possibility of having the operation open for the time being. The choice between these alternatives was for her to take, and for her alone. The function of the law is to protect the patient's right to choose. If it is to fulfil that function it must ensure that the duty to inform is respected by the doctor. It will fail to do this if an appropriate remedy cannot be given if the duty is breached and the very risk that the patient should have been told about occurs and she suffers injury.» Και σε ελεύθερη μετάφραση:- « .... Θα μπορούσε να είχε συμφωνήσει να προχωρήσει στην εγχείριση, παρά τους κινδύνους ή θα μπορούσε να είχε αποφασίσει εκείνη τη στιγμή να μην προβεί στην εγχείριση εκείνη τη χρονική στιγμή ή οποιαδήποτε στιγμή στο μέλλον ή θα μπορούσε να είχε αποφασίσει να μην προχωρήσει με την εγχείριση τότε, αλλά να ξανασκεφθεί το θέμα και να λάβει περαιτέρω συμβουλές, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο να κάνει την εγχείριση. Η επιλογή μεταξύ αυτών των εναλλακτικών λύσεων θα ήταν αποκλειστικά δική της. Ο σκοπός του δικαίου είναι η προστασία του δικαιώματος του ασθενούς να επιλέγει. Για να εκπληρώσει το σκοπό αυτό (το δίκαιο), θα πρέπει να διασφαλίσει ότι το καθήκον για ενημέρωση τυγχάνει σεβασμού από το γιατρό. Θα αποτύχει στην εκπλήρωση [*1586]του σκοπού εάν δεν παρέχεται η κατάλληλη θεραπεία όταν το καθήκον αυτό παραβιάζεται και πραγματοποιείται ο κίνδυνος για τον οποίο η ασθενής θα έπρεπε να είχε ενημερωθεί με αποτέλεσμα να υποστεί βλάβη.» Ο Λόρδος Steyn στη δική του απόφαση, θεώρησε ότι, όπως και στην Αυστραλιανή υπόθεση Chappel v. Hart [1998] 72 ALJR 1344, Aust HC, βασικά εγείρονται δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις. Η πρώτη η οποία ευνοεί μια ευρύτερη έμφαση στις παραδοσιακές (νομικές) τεχνικές αιτιώδους συνάφειας και η δεύτερη η οποία θέτει την έμφαση σε αρχές δημόσιας πολιτικής και διορθωτικής δικαιοσύνης («policy and corrective justice»). Ο Δικαστής Steyn θεώρησε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων για μερική παρέκκλιση από τις κλασσικές αρχές της αιτιώδους συνάφειας, αντανακλά τις εύλογες προσδοκίες του κοινού στη σύγχρονη κοινωνία και ότι το τελικό αποτέλεσμα συνάδει με μια από τις πιο βασικές φιλοδοξίες του δικαίου ήτοι της επανόρθωσης των αδικοπραγιών.* Η πλειοψηφία του δικαστηρίου, χωρίς να παραβλέπει τις τεράστιες νομικές δυσκολίες σ' αυτόν τον τομέα του δικαίου, θεώρησε ότι δεν ήταν αποφασιστικής σημασίας ότι δεν υπήρχε αυστηρή σύνδεση μεταξύ της παράβασης του καθήκοντος και της ζημιάς. Όπως ανάφερε ο Λόρδος Hope στη σελίδα 612 της απόφασης του στη Chester v. Affshar, ανωτέρω:- «To leave the patient who would find the decision difficult without a remedy, as the normal approach to causation would indicate, would render the duty useless in the cases there it may be needed most. This would discriminate against those who cannot honestly say that they would have declined the operation once and for all if they had been warned. I would find that result unacceptable. The function of the law is to enable rights to be vindicated and to provide remedies when duties have been breached. Unless this is done the duty is a hollow one, stripped of all practical force and devoid of all content. It will have lost its ability to protect the patient and thus to fulfil the only purpose which brought it into existence. On policy grounds therefore I would hold that the test of causation is satisfied in this case. The injury was intimately involved with the [*1587]duty to warn. The duty was owed by the doctor who performed the surgery that Miss Chester consented to. It was the product of the very risk that she should have been warned about when she gave her consent. So I would hold that it can be regarded as having been caused, in the legal sense, by the breach of that duty.» Και σε ελεύθερη μετάφραση:- «Το να αφεθεί ο ασθενής ο οποίος βρίσκει την απόφαση δύσκολη, χωρίς θεραπεία, όπως υποδεικνύει η συνήθης προσέγγιση για την αιτιώδη συνάφεια, καθιστά το καθήκον μάταιο στις περιπτώσεις εκείνες που μπορεί να χρειάζεται περισσότερο. Αυτό θα οδηγήσει σε διακρίσεις εις βάρος εκείνων οι οποίοι δεν μπορούν ειλικρινά να πουν ότι δεν θα προέβαιναν ποτέ στην εγχείριση, εάν είχαν προειδοποιηθεί. Θα εύρισκα αυτή την έκβαση απαράδεκτη. Ο σκοπός του νόμου είναι να επιτρέπει τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων και να παρέχει θεραπείες όταν καθήκοντα έχουν παραβιαστεί. Εκτός εάν αυτό γίνει τότε το καθήκον είναι πλαστό, στερημένο από κάθε πρακτική ισχύ και κενό περιεχομένου. Θα έχει χάσει την ικανότητά του να προστατεύσει τον ασθενή και, επομένως, να εκπληρώσει το μοναδικό σκοπό για τον οποίο είχε δημιουργηθεί. Για λόγους πολιτικής ως εκ τούτου θα έκρινα ότι η αιτιώδης συνάφεια ικανοποιείται στην παρούσα υπόθεση. Η ζημία σχετίζετο τελικά με το καθήκον για προειδοποίηση. Το καθήκον οφείλετο από το γιατρό ο οποίος πραγματοποίησε την επέμβαση στην οποία η κυρία Chester είχε συναινέσει. Ήταν για το αποτέλεσμα αυτού ακριβώς του κίνδυνου που θα έπρεπε να είχε προειδοποιηθεί σχετικά, όταν έδιδε τη συγκατάθεσή της. Γι' αυτό κρίνω ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι προκλήθηκε, κατά τη νομική έννοια του όρου, από την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος.» Ο Λόρδος Hope θεώρησε επίσης ότι οποιαδήποτε άλλη απόφαση θα καθιστούσε το καθήκον αχρείαστο, αφού θα δημιουργούσε αρνητική διάκριση εναντίον εκείνων των ασθενών, οι οποίοι έντιμα και ειλικρινά δήλωναν ότι δεν θα απέρριπταν το ενδεχόμενο να υποστούν στο μέλλον μια τέτοια επέμβαση (Βλ. επίσης, Smitt v. Barking, Havering and Brentwood Health Authority
(1988)[1994] 5 Med. L.R. 285 και [2002] All E.R. Annual Review, σελ. 278-8). Κατά την κρίση μας, το αντικειμενικό κριτήριο που τελικά υιοθετήθηκε, είναι ορθότερο από το υποκειμενικό και σήμερα συνάδει με τις αρχές που εμπεριέχονται στον περί της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Αξιοπρέπειας [*1588]του Ανθρώπου Αναφορικά με την Εφαρμογή της Βιολογίας και Ιατρικής (Κυρωτικό) και Άλλες Συναφείς με την Εφαρμογή της Σύμβασης Διατάξεις Νόμο του 2001 (Ν. 31(ΙΙΙ)/01). Σύμφωνα με τον γενικό κανόνα που διατυπώνεται στο Αρθρο 5 της Σύμβασης:- «Άρθρο 5 - Γενικός κανόνας Επέμβαση στο πεδίο της υγείας δύναται να διεξάγεται μόνο μετά την ελεύθερη και ενημερωμένη συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου προσώπου. Κατάλληλες πληροφορίες δίδονται από προηγουμένως στο πρόσωπο αυτό σχετικά με το σκοπό και τη φύση της επέμβασης καθώς επίσης για τις συνέπειες και τους κινδύνους της. Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται κατά οποιοδήποτε χρόνο να αποσύρει ελεύθερα τη συγκατάθεση του.» Επίσης, η μερική παρέκκλιση από τις παραδοσιακές αρχές αιτιώδους συνάφειας είναι η μόνη δ