← Κύπρος

ΣΠΥΡΟΣ ΚΕΤΤΗΡΟΣ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 565/2006, 8/7/2014

ΣΠΥΡΟΣ ΚΕΤΤΗΡΟΣ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 565/2006, 8/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A305 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΚΑΟΥΤΖΑΝΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 565/2006 Μεταξύ: ΣΠΥΡΟΣ ΚΕΤΤΗΡΟΣ Ενάγοντος - και - ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένων ---------------------- HΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Ιουλίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Α. Σ. Αγγελίδης για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης ΔΕΠΕ με κα Γ. Ζαχαρία για Σάββα Α. Αγγελίδη Για τους εναγόμενους: κ. Π. Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων, με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, απαιτεί από τους εναγόμενους γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές και/ή απώλειες που υπέστη από την απόφαση των εναγομένων ημερομηνίας 14.7.2003 για διαθεσιμότητα, η οποία κηρύχθηκε άκυρη με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Προσφυγή Αρ. 667/2003 καθώς και δίκαιη και εύλογη αποζημίωση που δικαιούται, με βάση το άρθρο 146

(4)-
(6)του Συντάγματος και περαιτέρω αποζημιώσεις ως πιο κάτω θα αναφερθούν, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 4.9.2006, ο ενάγων είναι δημοσιογράφος και κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν αρχισυντάκτης στο Τμήμα Ειδήσεων και Επικαίρων του ΡΙΚ, καθώς και υπεύθυνος παρουσιαστής της εβδομαδιαίας τηλεοπτικής Εκπομπής Λόγου με τίτλο «Διάλογοι», λαμβάνοντας βασικό μισθό πλέον τιμαριθμικό επίδομα καθώς και περί τις £650 μηνιαίως, ως επίδομα βάρδιας και άλλες συμβατικές υπερωρίες, αλλά και £65 για κάθε παράταση της εβδομαδιαίας εκπομπής «Διάλογοι». Οι εναγόμενοι είναι ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με διηνεκή διαδοχή και/ή κοινή σφραγίδα και/ή με εξουσίες να αποκτά, έχει και διαθέτει περιουσία και να συμβάλλεται, καθώς και να ενάγει και να ενάγεται με το όνομα του. Περί τις 24.3.2002 κατηγγέλθη από γυναίκα - υπάλληλο των εναγομένων ότι δέχθηκε άσεμνη επίθεση από τον ενάγοντα στο χώρο εργασίας τους, την οποία ο ενάγων αρνήθηκε, αλλά οι εναγόμενοι από τις 26.3.2002 μέχρι και τις 15.5.2002 έλαβαν αυθαίρετα, εκδικητικά και/ή τιμωρητικά μέτρα εναντίον του και/ή έθεσαν τον ενάγοντα σε διαθεσιμότητα χωρίς αντικειμενικά και/ή δίκαια κριτήρια. Μετά τις 15.5.2002 ο ενάγων επέστρεψε στην εργασία του, αλλά οι εναγόμενοι του ανέθεσαν άλλα καθήκοντα, κατώτερα από την προηγούμενη θέση του, και συγκεκριμένα καθήκοντα σε βάρδια για τις ειδήσεις του ραδιοφώνου, απαγορεύοντάς του και να παρουσιάζει την εκπομπή «Διάλογοι». Συνεπεία αυτού ο ενάγων υπέστη εξευτελισμό και/ή καταρράκωση της προσωπικότητας του και/ή υπέστη οικονομική ζημιά, παραθέτει δε ως λεπτομέρειες ειδικών ζημιών το ποσό των £1.200, δηλαδή £650 μηνιαίως περίπου για τη χρονική περίοδο μεταξύ 26.3.2002 και 15.5.2002, που αντιστοιχεί στην απώλεια του επιδόματος βάρδιας και των συμβατικών υπερωριών απογεύματος, Σαββάτου, Κυριακής και αργιών. Κατά ή περί τις 14.7.2003 με την εκδοθείσα πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο ενάγων κρίθηκε ένοχος για τα αδικήματα της άσεμνης επίθεσης και της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη εναντίον της προαναφερθείσας υπαλλήλου των εναγομένων. Παρά το ότι η εν λόγω απόφαση εφεσιβλήθηκε αυθημερόν, οι εναγόμενοι στις 14.7.2003 αυθαίρετα και/ή τιμωρητικά και/ή άδικα έθεσαν τον ενάγοντα σε διαθεσιμότητα. Με την Προσφυγή Αρ. 667/2003 ο ενάγων εφεσίβαλε την απόφαση των εναγομένων ημερομηνίας 14.7.2003 να τον θέσουν σε διαθεσιμότητα και περί τις 16.6.2004 η διαθεσιμότητα αυτή κρίθηκε λανθασμένη και/ή άκυρη από το Ανώτατο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα ο ενάγων να επιστρέψει στα καθήκοντά του ως αρχισυντάκτης στο Δελτίο Ειδήσεων της τηλεόρασης μόνο για τρεις ημέρες, καθότι οι εναγόμενοι αυθαίρετα και/ή εκδικητικά και/ή τιμωρητικά υποβίβασαν τον ενάγοντα σε μία βάρδια των Ειδήσεων ραδιοφώνου μέχρι την ημέρα αφυπηρέτησής του, δηλαδή τις 31.3.
  1. Ο ενάγων εν τέλει πέτυχε κατ' έφεση την ανατροπή της ποινικής καταδίκης και της τιμωρίας που υπέστη, παραθέτει δε ως λεπτομέρειες ειδικών ζημιών το ποσό των £7.150, δηλαδή £650 μηνιαίως για τη χρονική περίοδο μεταξύ 14.7.2003 και 10.6.2004, που αντιστοιχεί στην απώλεια του επιδόματος βάρδιας και των συμβατικών υπερωριών. Λόγω της προαναφερθείσας αυθαίρετης και/ή άδικης και/ή τιμωρητικής και/ή περιφρονητικής συμπεριφοράς των εναγομένων, ο ενάγων αποστερήθηκε και/ή απώλεσε όλα τα προνόμια της θέσης του και/ή ευκαιρίες δυνατότητας προαγωγής και/ή ανέλιξης σε θέσεις όπου, υπό κανονικές συνθήκες, θα ήταν σοβαρός υποψήφιος. Η εν λόγω αποζημίωση είναι γενική αποζημίωση και υπολογίζεται ως η διαφορά του μισθού και λοιπών ωφελημάτων από κλίμακα 12 σε κλίμακα 14 περιλαμβάνοντας και τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα και το εφάπαξ της περιόδου της αφυπηρέτησής του. Επίσης, ο ενάγων απώλεσε την ευκαιρία να εργοδοτηθεί σε τρίτους σε ανάλογη θέση με τα προσόντα και τις ικανότητές του καθότι η όλη του εμπειρία και/ή η συνεισφορά του στη δημοσιογραφία για 42 και πλέον έτη κατέρρευσε λόγω της άδικης και/ή τιμωρητικής και/ή περιφρονητικής συμπεριφοράς των εναγομένων, η απομάκρυνσή του δε από την πρώτη γραμμή της επικαιρότητας και/ή η αποκοπή της επαφής του με το τηλεοπτικό κοινό τερμάτισε την καριέρα του. Συνεπεία της αυθαίρετης και/ή παράνομης και/ή εκδικητικής απόφασης των εναγομένων να εμποδίσουν τον ενάγοντα να παρουσιάζει την εκπομπή «Διάλογοι» δημιουργήθηκε ζημιά στον ενάγοντα για τη χρονική περίοδο μεταξύ 26.3.2002 και 31.3.2005, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες ειδικής ζημιάς που παραθέτει, ύψους £9.880, δηλαδή 152 εβδομάδες Χ £
  2. Η αυθαίρετη και/ή εκδικητική και/ή άδικη συμπεριφορά των εναγομένων έναντι του ενάγοντος διέλυσε και/ή καταρράκωσε και/ή εξευτέλισε την επαγγελματική κατάρτιση και/ή την προσωπικότητα του ενάγοντος, ο οποίος απώλεσε την επιτυχή και/ή αξιόλογη επαγγελματική του σταδιοδρομία απαιτώντας και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ενόψει των πιο πάνω, ο ενάγων αξιώνει εναντίον των εναγομένων, πέραν των ποσών των £1.200, £7.150 και £9.880 ως πιο πάνω παρατέθηκαν, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές και/ή απώλειες που υπέστη από την απόφαση των εναγομένων ημερομηνίας 14.7.2003 για διαθεσιμότητα που κηρύχθηκε άκυρη βάσει του άρθρου 146
(4)του Συντάγματος με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.6.2004 στην Προσφυγή Αρ. 667/2003, δίκαιη και εύλογη αποζημίωση καθότι δεν υπήρξε ικανοποιητική θεραπεία παρά τη συνταγματική επιταγή των άρθρων 146
(4)και
(6)του Συντάγματος, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων και/ή για αδικαιολόγητη υποβάθμιση και/ή τιμωρητική και/ή άνιση μεταχείριση του ενάγοντος από τους εναγόμενους για τις χρονικές περιόδους μεταξύ 26.3.2002 και 15.5.2002 και μεταξύ 19.6.2004 και 31.3.2005, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια ευκαιρίας προαγωγής και/ή ανέλιξης στην υπηρεσία του, αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 172 του Συντάγματος ή βάσει του Κανόνα Επιείκειας, τιμωρητικές αποζημιώσεις για την απόφαση υποβιβασμού του ενάγοντος για τις χρονικές περιόδους μεταξύ 15.5.2002 και 14.7.2003 και μεταξύ 19.6.2004 και 31.3.2005, καθώς και τιμωρητικές ή επαυξημένες αποζημιώσεις λόγω της στάσης των εναγομένων, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Στην υπεράσπιση τους, που καταχωρήθηκε στις 9.1.2008, οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι ο ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος των εναγομένων, καθώς και τη δική τους ιδιότητα, ως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, με την επιφύλαξη να δώσουν πλήρη αναφορά στους όρους εργασίας του ενάγοντος καθώς και στις δικές τους αρμοδιότητες, εξουσίες και ενέργειες κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Με τη θέση ότι θα αναφερθούν στην καταγγελία εναντίον του ενάγοντος και στις αποφάσεις του Διοικητικού τους Συμβουλίου ημερομηνίας 26.3.2002, 14.5.2002 και 14.7.2003 καθώς και στις διάφορες Προσφυγές του ενάγοντος εναντίον των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων κατά την ακρόαση της υπόθεσης, οι εναγόμενοι αρνούνται ότι ενήργησαν αυθαίρετα και/ή εκδικητικά και/ή τιμωρητικά έναντι του ενάγοντος. Αρνούνται, επίσης, ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα και/ή ότι ο ενάγων υπέστη οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη ή απώλεια συνεπεία των πιο πάνω αποφάσεών τους καθώς και ότι επέδειξαν οποιαδήποτε αυθαίρετη και/ή άδικη και/ή τιμωρητική ή περιφρονητική συμπεριφορά προς τον ενάγοντα, αλλά και ότι ο ενάγων αποστερήθηκε και/ή απώλεσε τα προνόμια της θέσης του και/ή ευκαιρίες δυνατότητας προαγωγής και/ή ανέλιξης, ως ο ίδιος ισχυρίζεται. Με περαιτέρω ειδική άρνηση όλων των αναφερομένων ισχυρισμών στην έκθεση απαίτησης του ενάγοντος καθώς και των ειδικών ζημιών αυτού, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο ενάγων δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία ή αποζημίωση με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και τις αρχές της νομολογίας καθότι έχει καταβληθεί σ' αυτόν ολόκληρο το ποσό που αντιστοιχούσε στις περιόδους διαθεσιμότητάς του πλέον τόκους και ουδεμία ζημιά ή απώλεια αυτός υπέστη, ζητούν δε την απόρριψη της αγωγής. Προς υποστήριξη της εκδοχής του ενάγοντος κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσε ο ίδιος (ΜΕ1) καθώς και ο Ανδρέας Αλωνεύτης (ΜΕ2), ο Κυριάκος Θεοδοσίου (ΜΕ3) και ο Γιάννης Καραολής (ΜΕ4) και εκ μέρους των εναγομένων προσφέρθηκε η μαρτυρία της Ανδριάνας Ζαννούπα (ΜΥ). Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν από κοινού ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα ως Τεκμήρια 1-22, τα οποία είναι αποδεκτά ως προς την ύπαρξή τους. Ο ενάγων - ΜΕ1 υποστήριξε τις θέσεις της έκθεσης απαίτησής του και κατέθεσε τα Τεκμήρια 23-34, αναφέροντας, αρχικά, ότι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να προβάλει οποιαδήποτε εξήγηση για τα πραγματικά γεγονότα όταν τέθηκε για διαθεσιμότητα για πρώτη φορά κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ 26.3.2002 και 15.5.2002 και θεωρώντας ότι οι συνέπειες από την πρώτη διαθεσιμότητα ήταν πολυδιάστατες τόσο για την προσωπικότητά του όσο και για την επαγγελματική του καριέρα, συνδέονται δε με την απαίτησή του ύψους £1.200 (€2.050) λόγω απώλειας του επιδόματος βάρδιας και των συμβατικών υπερωριών. Υποστήριξε, επίσης, ότι μετά την άρση της πρώτης διαθεσιμότητάς του και την επιστροφή στην εργασία του στις 15.5.2002, ο εξευτελισμός και η τιμωρία του συνεχίστηκε εφόσον μετακινήθηκε από τη θέση του αρχισυντάκτη στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, εκτελώντας καθήκοντα επικεφαλής μιας από τις τέσσερις βάρδιες. Μετά την έκδοση της πρωτόδικης καταδικαστικής ποινικής απόφασης στις 14.7.2003 τέθηκε για δεύτερη φορά σε διαθεσιμότητα για το χρονικό διάστημα μεταξύ 14.7.2003 και 16.6.2004, η οποία κρίθηκε με την Προσφυγή Αρ. 667/2003 και με την Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 3829 που ακολούθησε, ότι ήταν άκυρη και παράνομη. Η οικονομική ζημιά που υπέστη για την περίοδο αυτή υπολογίζεται σε £7.150 (€12.216,50) για την απώλεια του επιδόματος βάρδιας και των συμβατικών υπερωριών, ενόσω δύο μέρες μετά την επιστροφή του μετακινήθηκε σε μία βάρδια των ειδήσεων του ραδιοφώνου μέχρι και την αφυπηρέτηση του, θεωρώντας ότι και πάλι υποβαθμίστηκε. Για την απαγόρευση να παρουσιάζει την εκπομπή «Διάλογοι» καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τις 26.3.2002 μέχρι και την ημέρα αφυπηρέτησης του, δηλαδή στις 31.3.2005, αξιώνει το ποσό των £9.880 (€16.881) ως ζημία την οποία υπολόγισε με βάση το ποσό των £65 (€111) εβδομαδιαίως. Θεωρεί περαιτέρω ως σημαντική ζημιά που υπέστη το ότι απώλεσε τα προνόμια της θέσης που κατείχε, όντας στην κλίμακα Α12, και την ευκαιρία να είναι υποψήφιος για προαγωγή στην κλίμακα Α14 δεδομένου ότι κατά τον χρόνο που ήταν σε διαθεσιμότητα είχαν προκηρυχθεί θέσεις και είχε προβάδισμα έναντι των άλλων υποψηφίων συναδέλφων του, υπολογίζοντας τη ζημιά του στα ποσά (α) περί £800 (€1.367) μηνιαίως ως διαφορά μισθού για περίοδο περίπου δύο ετών, (β) περί £400 (€684) μηνιαίως ως διαφορά στη σύνταξή του και (γ) περί £20.000 (€34.172) ως εφάπαξ ποσό λόγω αφυπηρέτησης, τα οποία αξιώνει υπό τη μορφή γενικών αποζημιώσεων. Υποστηρίζοντας ότι οι συνέπειες από την καταδίωξή του εκ μέρους των εναγομένων δεν είναι μόνο οικονομικές αλλά και ηθικές και κοινωνικές και θεωρώντας ότι το Διοικητικό Συμβούλιο των εναγομένων δεν θα τον έθετε σε διαθεσιμότητα ούτε και θα τον υποβάθμιζε στα καθήκοντά του αν του έδιδε το δικαίωμα ακρόασης και αν ανέμενε τις τελεσίδικες αποφάσεις των Δικαστηρίων, ο ενάγων υποστήριξε ότι έχει υποστεί και μια άλλη οικονομική ζημιά που συνδέεται με την πώληση της οικίας του έναντι του ποσού των £140.000, ενόσω η σημερινή της αξία είναι υπερδιπλάσια, την οποία αναγκάστηκε να πωλήσει για να ανταπεξέλθει στις τότε οικονομικές του υποχρεώσεις. Ο ΜΕ2, διετέλεσε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων κατά τη χρονική περίοδο Αυγούστου 2003 και Ιουλίου
  1. Όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του, ο ενάγων είχε τεθεί για δεύτερη φορά σε διαθεσιμότητα και μελετώντας τότε την υπόθεση του ενάγοντος διεπίστωσε ότι η διαθεσιμότητα στην οποία τέθηκε ο ενάγων και τις δύο φορές δεν εξυπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον ούτε στηρίζετο σε δικαιοκρατική βάση, ενόσω υπήρχε η νομική συμβουλή του νομικού συμβούλου των εναγομένων, κ. Πολυβίου, ότι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος για να τεθεί κάποιος σε διαθεσιμότητα πρέπει να τεκμηριώνεται. Κατά την αντίληψή του, η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου να θέσει τον ενάγοντα σε διαθεσιμότητα του προκάλεσε σοβαρότατη ζημιά λόγω της δημόσιας διαπόμπευσης και του διασυρμού του, επιφέροντας ανεπανόρθωτο πλήγμα στην επαγγελματική σταδιοδρομία του, δημιουργώντας οικογενειακή αναστάτωση και προκαλώντας κοινωνική απαξίωση. Διερευνώντας τη δυνατότητα τερματισμού της διαθεσιμότητας του ενάγοντος, ο ΜΕ2 αντιμετώπισε σκεπτικισμό και επιφυλάξεις της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου λόγω περίεργων διαρροών σε συγκεκριμένη μερίδα του Τύπου και λόγω δημοσιευμάτων που δυσχέραναν τη λήψη απόφασης. Μετά την ακύρωση της διαθεσιμότητας του ενάγοντος από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο ΜΕ2 έδωσε οδηγίες να διευθετηθεί η επάνοδος του ενάγοντος στα καθήκοντά του ως αρχισυντάκτη ειδήσεων στην τηλεόραση, που όμως κράτησε μόνο για μια δυο μέρες λόγω της απόφασης μετακίνησης του ενάγοντος στο Τμήμα Ραδιοφωνικών Προγραμμάτων, κατόπιν επιμονής των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που τηρούσαν επιφυλακτική στάση έναντι του ενάγοντος. Η εν λόγω μετακίνηση του ενάγοντος ήταν άδικη και τιμωρητική καθώς και μειωτική της θέσης, των δυνατοτήτων και της πείρας του. Κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε την καταγγελία εναντίον του ενάγοντος μέχρι και την αθώωσή του από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο ενάγων στερήθηκε του δικαιώματος να είναι υποψήφιος για ανώτερη θέση παρά το ότι ήταν μεταξύ των πλέον αξιόλογων διεκδικητών αυτής, έχοντας απωλέσει τα επιδόματα βάρδιας και τις συμβατικές υπερωρίες, που οι εναγόμενοι έπρεπε να του καταβάλουν, ενόσω η διαθεσιμότητά του και ο τρόπος που αποφασίστηκε, κατά τη γνώμη του ΜΕ2, έπληξαν πολύ σοβαρά την ηθική, επαγγελματική και κοινωνική υπόσταση του ενάγοντος. Ο ΜΕ3, εργάστηκε ως ηχολήπτης, κινηματογραφιστής και υπεύθυνος τηλεοπτικών θαλάμων στην υπηρεσία των εναγομένων από το 1967 μέχρι το 2006, αφυπηρετώντας από τη θέση του Διευθυντή Στήριξης Παραγωγής. Τον Μάιο του 2002, ενόσω ο ΜΕ3 ήταν Πρόεδρος της Επιτροπής του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Υπαλλήλων ΡΙΚ, τον επισκέφθηκε ο ενάγων ζητώντας του δάνειο £1.000 λόγω σοβαρότατου οικονομικού προβλήματος εφόσον συνεπεία της διαθεσιμότητάς του είχε μειωθεί ο μισθός του και έπρεπε να καταβάλει και δόσεις για τα δάνειά του. Δεδομένου ότι δεν του καταβάλλοντο επίδομα βάρδιας και συμβατικές υπερωρίες, η οικονομική κατάσταση του ενάγοντος χειροτέρεψε και γι' αυτό έγινε δεκτό αίτημά του για αναστολή της καταβολής των δόσεων των δανείων του. Παρά ταύτα, λόγω της αύξησης των δανείων με τους τόκους και τον ανατοκισμό, ο ενάγων αναγκάστηκε να πωλήσει το σπίτι του εφόσον η εκδίκαση της υπόθεσής του μέχρι να δικαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο διήρκησε τριάμισι χρόνια. Ο ΜΕ3 αναφέρθηκε και στο περιστατικό που δημιουργήθηκε όταν τον επισκέφθηκε ο ενάγων στο γραφείο του Ταμιευτηρίου που προκάλεσε διαμαρτυρία ορισμένων προσώπων, με αποτέλεσμα η διεύθυνση του ΡΙΚ να του απαγορεύσει να εισέρχεται σε οποιοδήποτε χώρο στο ΡΙΚ και μάλιστα μετά την έγκριση του δανείου των £1.000 ο ενάγων αναγκάστηκε να παραλάβει την επιταγή από την οικία της υπαλλήλου του Ταμιευτηρίου. Ο ΜΕ4, ήταν υπάλληλος των εναγομένων για 38 έτη στις θέσεις Μοντέρ, Παραγωγού, Σκηνοθέτη και Πρώτου Λειτουργού Στήριξης Παραγωγής έχοντας προαχθεί σε Διευθυντή Στήριξης Παραγωγής τον Φεβρουάριο του 1999, από όπου αφυπηρέτησε τον Δεκέμβριο του
  2. Διετέλεσε για τρεις δεκαετίες Πρόεδρος ή Αντιπρόεδρος ή Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Υπαλλήλων ΡΙΚ (ΕΥΡΙΚ) και υπό αυτή την ιδιότητά του ήταν Μέλος της Επιτροπής Επιλογής κατά τις εξετάσεις προαγωγής υπαλλήλων, η οποία επέβλεπε και διασφάλιζε την ακριβοδίκαιη εξέταση των υποψηφίων για προαγωγή. Υπό αυτή την ιδιότητά του, ο ΜΕ4 υποστήριξε ότι ο ενάγων όταν ήταν υποψήφιος για προαγωγή υπερτερούσε εμφανώς άλλων υποψηφίων και αν δεν απαγορευόταν σ' αυτόν να είναι υποψήφιος για προαγωγή κατά την περίοδο της διαθεσιμότητάς του θα ήταν ένας από τους πλέον αξιόλογους διεκδικητές ανώτερης θέσης. Κατά τον Φεβρουάριο του 2002, που διεξήχθησαν εκλογές για το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΥΡΙΚ, ο ενάγων είχε διεκδικήσει, ως επικεφαλής συνδυασμού, θέση στο νέο Διοικητικό Συμβούλιο, προκαλώντας με τις υποστηριχθείσες θέσεις του την εχθρότητα του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων λόγω του ότι το εν λόγω Συμβούλιο απέφευγε να πληρώσει την κενή θέση του Γενικού Διευθυντή των εναγομένων διορίζοντας «Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή», θέση που ως υποστήριζε ο ενάγων ήταν ανύπαρκτη. Η εχθρότητα εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων κορυφώθηκε όταν έσπευσαν να τον θέσουν σε διαθεσιμότητα χωρίς να τον ακούσουν και χωρίς να προβούν σε στοιχειώδη έρευνα για την εις βάρος του καταγγελία. Μετά την ακύρωση της διαθεσιμότητας του ενάγοντος από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο ΜΕ4 ήταν παρών στο γραφείο του Βοηθού Γενικού Διευθυντή των εναγομένων, όπου ο ενάγων προσήλθε για να επιστρέψει στην εργασία του και κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας του Βοηθού Γενικού Διευθυντή με τον ΜΕ2 αποφασίσθηκε να επιστρέψει ο ενάγων στη θέση του αρχισυντάκτη ειδήσεων στην τηλεόραση, όπου ωστόσο εργάστηκε μόνο για μια βάρδια, εφόσον την επομένη ημέρα το Διοικητικό Συμβούλιο των εναγομένων απεφάσισε την υποχρεωτική μετακίνηση του ενάγοντος στο ραδιόφωνο. Κατά τον ΜΕ4 η μετακίνηση ενός άξιου και ικανού αρχισυντάκτη από την τηλεόραση στο ραδιόφωνο αποτελεί τιμωρητικό και εκδικητικό μέτρο και δεν είχε λόγο το Διοικητικό Συμβούλιο των εναγομένων να μην περιμένει την απόφαση επί της Έφεσης του ενάγοντος που εκκρεμούσε στο Ανώτατο Δικαστήριο, προκειμένου να λάβει τις δικές του αποφάσεις. Ως, επίσης, υποστήριξε ο ΜΕ4 η διαθεσιμότητα του ενάγοντος αναμφίβολα τον ζημίωσε ηθικά, οικογενειακά, επαγγελματικά και οικονομικά χωρίς να του ζητηθεί συγνώμη εκ μέρους των εναγομένων μετά τη δικαίωσή του ούτε και να του καταβληθούν οι συμβατικές υπερωρίες και το επίδομα βάρδιας που είχαν αποκοπεί. Η ΜΥ, υπό την ιδιότητά της ως υπαλλήλου των εναγομένων, κατέχοντας τη θέση της Πρώτης Λειτουργού Οικονομικών Υπηρεσιών από τις 2.5.2001, ανέφερε ότι οι εναγόμενοι αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και λειτουργούν με βάση το σχετικό Νόμο και τους εκάστοτε Κανονισμούς. Οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία γενική νομική υποχρέωση να καταβάλλουν στους υπαλλήλους επίδομα βάρδιας και συμβατικές υπερωρίες, εφόσον αυτά καταβάλλονται μόνο όταν οι ανάγκες της υπηρεσίας επιβάλλουν όπως ο υπάλληλος εργαστεί πέραν των κανονικών ωρών εργασίας και γίνει προς τούτο σχετική ανάθεση από τον αρμόδιο Διευθυντή. Συγκεκριμένα, το επίδομα βάρδιας και οι συμβατικές υπερωρίες καταβάλλονται επιπρόσθετα του μηνιαίου μισθού στο προσωπικό που καλείται να εργαστεί και έχει πράγματι εργαστεί, κατά τις απογευματινές και νυχτερινές ώρες για το επίδομα βάρδιας και κατά τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες για τις συμβατικές υπερωρίες. Όσον αφορά τις συμβατικές υπερωρίες, αυτές οι ώρες εργασίας αποτελούν μέρος του συνολικού αριθμού των κανονικών εργάσιμων ωρών του μήνα. Τόσο τα επιδόματα βάρδιας όσο και οι συμβατικές υπερωρίες καταβάλλονται στο πλαίσιο εκτελεσθείσας εργασίας, όπου επιτρέπεται από τους Κανονισμούς και εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις. Σχετικά με την παρουσίαση της εκπομπής «Διάλογοι», η εν λόγω εκπομπή δεν αποτελούσε μέρος των καθηκόντων του ενάγοντος όπως προβλέποντο στο σχέδιο υπηρεσίας της θέσης που κατείχε και η παρουσίασή της ήταν εβδομαδιαία από το Σεπτέμβριο μέχρι τον Ιούνιο, σε ώρες εκτός των κανονικών ωρών εργασίας, ανετίθετο δε από τον αρμόδιο Διευθυντή στον εκάστοτε παρουσιαστή, ο οποίος επιπρόσθετα του μισθού του αμείβετο για κάθε συγκεκριμένη εκπομπή με το ποσό των £65 (€111). Ο ενάγων δεν παρουσίαζε κατ' αποκλειστικότητα την εν λόγω εκπομπή ούτε υπήρχε οποιοδήποτε συμβατικό δικαίωμα σ' αυτόν για παρουσίαση της κατ' αποκλειστικότητα, αλλά ούτε και υποχρέωση στους εναγόμενους να αναθέτουν την εκπομπή αυτή στον ενάγοντα ή σε οποιονδήποτε άλλο, δεδομένου ότι ο αρμόδιος Διευθυντής ανέθετε και σε άλλους υπαλλήλους την παρουσίασή της, με την υποχρέωση των εναγομένων να πληρώνουν την προαναφερθείσα αμοιβή σε όποιον έχει παρουσιάσει την εκπομπή αυτή. Ως εμφαίνεται στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων ημερομηνίας 26.3.2002 (βλ. Τεκμήριο 1), κατόπιν ενημέρωσης του εν λόγω Συμβουλίου από την Αστυνομία μέσω επιστολής ότι διερευνάται ποινική υπόθεση εναντίον του ενάγοντος για κατ' ισχυρισμό άσεμνη επίθεση και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης γυναίκας δημοσιογράφου και διεξάγεται σχετική αστυνομική έρευνα με λήψη καταθέσεων από τους υπαλλήλους των εναγομένων, το Συμβούλιο λαμβάνοντας υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, έκρινε ότι υπήρχε το ενδεχόμενο επηρεασμού της ομαλής διεξαγωγής της έρευνας από τη συνεχή παρουσία του ενάγοντος στο ΡΙΚ και απεφάσισε ομόφωνα να τον θέσει σε διαθεσιμότητα μέχρι τη συμπλήρωση της αστυνομικής έρευνας και κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητάς του να του καταβάλλονται τα ¾ των απολαβών της θέσης του. Ως εμφαίνεται περαιτέρω στα πρακτικά του ίδιου Συμβουλίου ημερομηνίας 14.5.2002 (βλ. Τεκμήριο 8), το Συμβούλιο μετά από μακρά συζήτηση και προβληματισμό απεφάσισε την άρση της διαθεσιμότητας του ενάγοντος με άμεση ισχύ και τη μετακίνησή του από την Υπηρεσία Τηλεοπτικού Δελτίου Ειδήσεων στην Υπηρεσία Ραδιοφωνικού Δελτίου Ειδήσεων στο Πρώτο Πρόγραμμα του Ραδιοφώνου μέχρι τη συμπλήρωση της εναντίον του ποινικής υπόθεσης, χωρίς καμία μεταβολή στο υπηρεσιακό καθεστώς του εφόσον θα συνέχιζε να εκτελεί τα καθήκοντα της θέσης του σύμφωνα με το σχετικό σχέδιο υπηρεσίας. Με την εν λόγω μετακίνηση του, ο ενάγων εξακολουθούσε να αμείβεται με βάση τους Κανονισμούς και την πρακτική των εναγομένων, συμπεριλαμβανομένου επιδόματος βάρδιας και υπερωριακής εργασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις και η πραγματική εκτέλεση της σχετικής εργασίας. Από τα πρακτικά του ίδιου Συμβουλίου ημερομηνίας 14.7.2003 (βλ. Τεκμήριο 13), προβάλλει ότι το Συμβούλιο ενημερώθηκε για την καταδικαστική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον του ενάγοντος για τα αδικήματα άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης και μετά από μακρά συζήτηση και αφού έλαβε υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, απεφάσισε ομόφωνα να τεθεί σε διαθεσιμότητα ο ενάγων μέχρι την ολοκλήρωση της Έφεσής του εναντίον της καταδικαστικής πρωτόδικης απόφασης, θα του καταβάλλονται δε κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητάς του τα ¾ των απολαβών της θέσης του. Στις 23.1.2004 ο ενάγων απέσυρε την Προσφυγή Αρ. 285/2002 την οποία είχε καταχωρήσει εναντίον της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 26.3.2002 με την οποία τέθηκε σε διαθεσιμότητα (βλ. Τεκμήριο 15). Με την απόφασή του ημερομηνίας 16.6.2004 στην Προσφυγή Αρ. 667/2003, την οποία κατεχώρησε ο ενάγων εναντίον της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 14.7.2003 με την οποία τέθηκε σε διαθεσιμότητα για δεύτερη φορά, το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάσισε την ακύρωση της επίδικης απόφασης λόγω παράβασης του δικαιώματος ακρόασης του ενάγοντος (βλ. Τεκμήριο 16). Μετά την απόφαση αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήρθη η διαθεσιμότητα του ενάγοντος και αυτός επανήλθε στην εργασία του. Με την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.11.2007 (βλ. Τεκμήριο 17), απερρίφθη η Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 3829, την οποία οι εναγόμενοι κατεχώρησαν εναντίον της προαναφερθείσας πρωτόδικης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχοντας αναγνωρισθεί για πρώτη φορά στη νομολογία το δικαίωμα ακρόασης σε περιπτώσεις διαθεσιμότητας. Οι εναγόμενοι συμμορφούμενοι με την πρώτη ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις 19.7.2005 κατέβαλαν στον ενάγοντα το ποσό των £5.780,54, που αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο ¼ των απολαβών που ελάμβανε ο ενάγων, αφαιρουμένου του φόρου εισοδήματος, και είχε κατακρατηθεί κατά τη χρονική περίοδο από 15.7.2003 μέχρι 31.7.2004 όταν είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα, ενόσω στις 29.7.2005 κατέβαλαν στον ενάγοντα το ποσό των £2.485,36, που αναλογεί σε επιστροφή του φόρου εισοδήματος που αφαιρέθηκε, καθώς και διαφορά τόκων. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 37, η τελευταία επιστροφή φόρου εισοδήματος στον ενάγοντα έγινε χαριστικά από τους εναγόμενους και κατά τη γνώμη της ΜΥ ήταν παράτυπη. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι κατέβαλαν στον ενάγοντα το ποσό των £4.318,46, από το οποίο αφαιρέθηκε το ποσό των £1.296,46 ως φόρος εισοδήματος, δηλαδή το ποσό των £3.022, που αντιπροσωπεύει αύξηση της μισθολογικής κλίμακας του ενάγοντος αναδρομικά από 1.1.2003 μέχρι 31.3.2005, λόγω της εναρμόνισης των μισθολογικών κλιμάκων των εναγομένων με το μισθολόγιο της Δημόσιας Υπηρεσίας. Ο ενάγων αφυπηρέτησε την 1.4.2005, με την προαφυπηρετική του άδεια να έχει αρχίσει στις 17.1.2005 και έλαβε όλα τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα που εδικαιούτο σύμφωνα με τον Νόμο και τους Κανονισμούς. Κατά την ΜΥ, το Διοικητικό Συμβούλιο των εναγομένων ενήργησε ορθά και εύλογα και οι αποφάσεις του λαμβάνοντο μετά από έντονο προβληματισμό και μακρά συζήτηση κατόπιν συνεκτίμησης όλων των σχετικών δεδομένων και οι εναγόμενοι έχουν καταβάλει στον ενάγοντα όλα τα ποσά που εδικαιούτο, επιστρέφοντας και χαριστικά σ' αυτόν το φόρο εισοδήματος, οπότε η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι ο ενάγων δεν μπορεί να έχει καμία απαίτηση εναντίον των εναγομένων. Όπως πρόσθεσε η ΜΥ, κατά τον χρόνο που ο ενάγων είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα δεν υπήρχε διαθέσιμη θέση της κλίμακας Α14, στην οποία θα μπορούσε να προαχθεί και συνεπώς δεν υπήρχε πιθανότητα να λάβει τέτοια θέση. Αγορεύοντας οι συνήγοροι υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη σχετική νομολογία. Ο κ. Πολυβίου εισηγήθηκε ότι δεν γεννάται θέμα αποζημίωσης του ενάγοντος σε σχέση με την πρώτη πράξη των εναγομένων να τον θέσουν σε διαθεσιμότητα εφόσον η σχετική προσφυγή απεσύρθη εκ μέρους του ενάγοντος ενώ αναφορικά με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων για τη μετακίνηση του ενάγοντος από την τηλεόραση στο ραδιόφωνο, ο τελευταίος δεν κατεχώρησε προσφυγή με αποτέλεσμα να μην τίθεται θέμα αποζημίωσής του. Ως προς την τρίτη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων, με την οποία ο ενάγων τέθηκε σε διαθεσιμότητα μετά την καταδίκη του και η οποία ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο για λόγους διαδικαστικούς, έχοντας επίσης αθωωθεί από το Εφετείο στην ποινική υπόθεση, τίθεται θέμα αποζημίωσης μόνο αν κριθεί ότι ο ενάγων έχει αποδείξει ότι υπέστη οικονομική ζημιά συνεπεία της ακυρωθείσας απόφασης για διαθεσιμότητα. Ωστόσο, ως εισηγήθηκε ο συνήγορος, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν στον ενάγοντα το κατακρατηθέν ποσοστό 25% του μισθού του, επιστρέφοντάς του και άλλα ποσά όπως κατέδειξε η μαρτυρία, ένα εκ των οποίων κακώς του δόθηκε, ο ενάγων δεν υπέστη οποιαδήποτε άλλη ζημιά συνεπεία της διαθεσιμότητάς του. Ως προς τις επί μέρους απαιτήσεις του ενάγοντος για την καταβολή επιδόματος βάρδιας και συμβατικών υπερωριών αφενός, δεδομένου ότι αυτές οι αμοιβές καταβάλλονται μόνον όταν η σχετική εργασία έχει επιτελεσθεί, δεν δημιουργείται δικαίωμα του ενάγοντος για πληρωμή οποιουδήποτε ποσού αλλά ούτε και για την παρουσίαση της εκπομπής «Διάλογοι» εφόσον ο αρμόδιος Τμηματάρχης είχε δικαίωμα να αναθέσει την παρουσίαση της σε οποιονδήποτε παρουσιαστή. Ως προς την απαίτηση του ενάγοντος για την ταλαιπωρία που υπέστη συνεπεία της κατ' ισχυρισμόν εκδικητικής συμπεριφοράς των εναγομένων δεν απεδείχθη εφόσον η ισχυριζόμενη ηθική βλάβη του ενάγοντος δεν αποζημιώνεται σύμφωνα με τη νομολογία, ούτε η προαγωγή αποτελεί δικαίωμα αλλά προσδοκία, με δεδομένο ότι σε τέτοιες περιπτώσεις επιδικάζονται μόνο συγκεκριμένες αποζημιώσεις με σκοπό την αποκατάσταση της νομιμότητας και όχι αποζημιώσεις γενικής μορφής. Αντίθετα, ο κ. Αγγελίδης υποστήριξε ότι με βάση τη νομολογία και την προσαχθείσα μαρτυρία εκ μέρους του ενάγοντος, έχει αποδειχθεί ότι ο ενάγων υπέστη ζημιές συνεπεία της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και θα πρέπει να του αποδοθούν όσα αξιώνει τόσο ως ειδικές και γενικές αποζημιώσεις αλλά και τιμωρητικές αποζημιώσεις συνεπεία της εκδικητικής και τιμωρητικής στάσης των εναγομένων, για την αποκατάσταση της πραγματικής και της ηθικής ζημιάς την οποία ο ενάγων υπέστη. Ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να αξιολογήσει ως πλήρως αξιόπιστη της μαρτυρία που προσέφερε ο ενάγων σε αντίθεση με αυτή των εναγομένων, επισημαίνοντας ότι οι τελευταίοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία αρμοδίων κατά τον επίδικο χρόνο ούτε και οποιαδήποτε απόφαση για την αποκατάσταση της βλάβης που ο ενάγων υπέστη. Ο κ. Αγγελίδης υπέδειξε ότι η μετακίνηση του ενάγοντος από την τηλεόραση στο ραδιόφωνο έγινε κατά νόσφιση εξουσίας από το Διοικητικό Συμβούλιο των εναγομένων και οι συνέπειες της συνδέονται με την ακυρωθείσα διαθεσιμότητα του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να μπορούν να αποδοθούν όλες οι αξιούμενες ζημιές εξ αιτίας αυτής στον ενάγοντα, οι δε αιτιάσεις των εναγομένων για την μη ικανοποίηση των απαιτήσεων του θα πρέπει να απορριφθούν. Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και τους αμφισβητούμενους ισχυρισμούς, προκύπτει ότι επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής αποτελούν αφενός, κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται αποζημιώσεις συνεπεία της προαναφερθείσας ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αφετέρου, αν η απάντηση είναι καταφατική, σε ποιο ποσό ανέρχονται οι ζημιές που έχει υποστεί και έχει αποδείξει ο ενάγων. Οι αρχές βάσει των οποίων εφαρμόζεται η παράγραφος 6 του άρθρου 146 του Συντάγματος ανακεφαλαιώνονται στην απόφαση Νίκολας ν. Δημοκρατίας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 983. Έχει κριθεί στη νομολογία, που αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση, ότι η ακύρωση διοικητικής απόφασης δεν θεμελιώνει αφ΄ εαυτής δικαίωμα για αποζημίωση από Πολιτικό Δικαστήριο. Τέτοιο δικαίωμα εγείρεται εφόσον η αξίωση του επιτυγχάνοντος την ακύρωση δεν ικανοποιηθεί από το αρμόδιο όργανο, αρχή ή πρόσωπο. Η αποκατάσταση της νομιμότητας αποτελεί ευθύνη του αρμόδιου διοικητικού οργάνου στο πεδίο του δημοσίου δικαίου, παράλειψη του οποίου αποτελεί παράλειψη εκπλήρωσης υποχρέωσης που θέτει το άρθρο 146.5 του Συντάγματος, που επιβάλλει την ενεργό συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση (βλ. επίσης, Vnukovo Airlines (V.A.) κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 969, Ιωάννου ν. Κ.Ο.Α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1047, Καπνίσης ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1515, Γενικός Εισαγγελέας κ.α. ν. Ταλιαδώρου κ.α.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 586). Όπως λέχθηκε στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ 342, όπου υιοθετήθηκε σχετική προσέγγιση Ελληνικού συγγράμματος, η παράλειψη εξάλειψης της ακυρωθείσας πράξης δεν τεκμηριώνει αφ΄ εαυτής ζημιά, καθότι η ζημιά πρέπει να αποδειχθεί και συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη, την οποία ο ενάγων υφίσταται, λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα, το οποίο, όπως παρέχεται από το άρθρο 146.6 του Συντάγματος, είναι ιδιόμορφο (cause sui generis). Η αποζημίωση, όπως έχει καθοριστεί στη νομολογία, είναι δίκαιη και εύλογη αποζημίωση που κρίνεται υπό τις περιστάσεις ορθό να αποδοθεί στον ζημιωθέντα διάδικο, αποτελεί δε ιδιάζον δικαίωμα που δεν σχετίζεται με τις συνήθεις αποζημιώσεις του αστικού δικαίου, διαφέροντας ακόμα και ο τρόπος υπολογισμού της ζημιάς δεδομένου ότι η θεραπεία αυτή ανήκει στο δίκαιο της επιείκειας (βλ. Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R. 462). Στην απόφαση Νίκολας ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) κρίθηκε εν τέλει ότι ζήτημα αποζημίωσης τίθεται μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπειά της. Θεωρήθηκε, από την πλειοψηφία, ότι για να μπορούσε να επιτύχει στην αξίωσή του ο εφεσείων έπρεπε να είχε αποδείξει ότι θα εξασφάλιζε διορισμό αν δεν παρεμβαλλόταν η ακυρωθείσα πράξη. Επειδή δεν προσφέρθηκε τέτοια απόδειξη το βάθρο της απαίτησης του κρίθηκε ότι είχε καταρρεύσει. Θεωρήθηκε δηλαδή ότι δεν προκλήθηκε ζημιά γιατί ο συγκεκριμένος εφεσείων δεν είχε αποδείξει ότι θα ήταν ένας επιτυχών υποψήφιος. Στην παρούσα υπόθεση, κατά την ακροαματική διαδικασία παρέμειναν αναμφισβήτητα γεγονότα όσα αφορούν το ιστορικό της υπόθεσης και ειδικότερα τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μεταξύ της 26.3.2002 και 29.7.2005, όπως προβάλλουν από τα Τεκμήρια 1-22, που κατατέθηκαν από κοινού από τους συνηγόρους, ως αποδεκτά για την ύπαρξη τους. Είναι αναμφισβήτητο, συνεπώς, ότι έλαβαν χώρα οι συνεδρίες του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων στις 26.3.2002 (Τεκμήριο 1), 14.5.2002 (Τεκμήριο 8) και 14.7.2003 (Τεκμήριο 13) καθώς και ότι αντηλλάγησαν μεταξύ των ενδιαφερομένων οι επιστολές που αποτελούν τα Τεκμήρια 2-6, 9-12 και 14, αλλά και ότι κατεβλήθη στον ενάγοντα εκ μέρους των εναγομένων στις 19.7.2005 το ποσό των £5.780,54 (Τεκμήριο 21) και στις 29.7.2005 το ποσό των £2.485,36 (Τεκμήριο 22), ποσά που παρελήφθησαν από τον ενάγοντα με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων του. Η Προσφυγή Αρ. 285/2002, την οποία είχε καταχωρήσει ο ενάγων εναντίον της πρώτης διαθεσιμότητάς του απεσύρθη και απερρίφθη χωρίς έξοδα στις 23.1.2004 (Τεκμήριο 15). Στην ποινική υπόθεση με αρ. 839/2002 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο 7) ο ενάγων πρωτόδικα καταδικάστηκε στις 30.6.2003 (Τεκμήριο 18) και του επεβλήθη ποινή στις 9.7.2003 (Τεκμήριο 19), αθωώθηκε δε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ποινική Έφεση Αρ. 7475, ημερομηνίας 21.6.2005 (Τεκμήριο 20). Η δεύτερη διαθεσιμότητα του ενάγοντος ακυρώθηκε με την πρωτόδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Προσφυγή Αρ. 667/2003 στις 16.6.2004 (Τεκμήριο 16) και η Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 3829 που κατεχωρήθη εκ μέρους των εναγομένων απορρίφθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 30.11.2007 (Τεκμήριο 17). Στην ακυρωτική απόφαση του (βλ. Τεκμήρια 16 και 17) το Ανώτατο Δικαστήριο μετά την παράθεση των γεγονότων έκρινε ότι η απόφαση των εναγομένων να θέσουν τον ενάγοντα σε διαθεσιμότητα στις 14.7.2003 ήταν ακυρωτέα, λόγω παράβασης του δικαιώματος ακρόασης του ενάγοντος. Παρέμεινε, επίσης, αναμφισβήτητο ότι ο ενάγων με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 8.11.2005 (Τεκμήριο 34) ζήτησε από τους εναγόμενους την καταβολή εντός 10 ημερών των αξιουμένων με την παρούσα αγωγή ποσών ύψους £1.200, £7.150 και £9.880, καθώς και του ποσού των £50.000 ως τιμωρητικές αποζημιώσεις για τον υποβιβασμό του, του ποσού των £54.500 ως ζημιά λόγω της πώλησης του σπιτιού του, του ποσού των £20.800 ως διαφορά μισθού από την κλίμακα Α12 στην κλίμακα Α14, του ποσού των £52.000 ως διαφορά στη σύνταξή του και του ποσού των £20.000 ως διαφορά εφάπαξ λόγω αφυπηρέτησης, λόγω δε της μη λήψης οποιασδήποτε απάντησης προχώρησε στην καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής. Συνεπώς, τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί ότι η ακύρωση της προσβληθείσας απόφασης έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος, δηλαδή με την κήρυξη της απόφασης άκυρης και «εστερημένης οποιουδήποτε αποτελέσματος». Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 146 του Συντάγματος, η εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεσμεύει κάθε Δικαστήριο, όργανο ή αρχή της Δημοκρατίας και «τα περί ών όργανα, αρχαί ή πρόσωπα υποχρεούνται εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς ταύτην». Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Μαυρονύχης ν. Αρχής Βιομ. Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612, το κατά πόσον το όργανο ή η αρχή εκπλήρωσε την υποχρέωση της να συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση δεν είναι ζήτημα που συνάπτεται προς την ίδια την ακυρωτική απόφαση. Δεν διαφεύγει ότι στην ίδια υπόθεση με αναφορά στην υπόθεση Frangoulides v. Republic (πιο πάνω), επισημάνθηκε ότι παράλειψη της διοίκησης για άρση κάθε πτυχής της άκυρης απόφασης και λήψη της κατάλληλης ενέργειας προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, αντιμετωπίζεται με νέο αναθεωρητικό έλεγχο. Ωστόσο, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης και δεδομένου ότι ο ενάγων μετά την ακυρωτική απόφαση είχε υποβάλει την απαίτηση του προς τους εναγόμενους χωρίς ανταπόκριση, ικανοποιείται η προϋπόθεση της ύπαρξης αιτήματος προς τους εναγόμενους για ενεργό συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, ως απαιτείται από το άρθρο 146
(6)του Συντάγματος (βλ. Rosary Gardens Ltd ν. Δημοκρατίας
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 230) που του δίδει το δικαίωμα να εγείρει την παρούσα αγωγή. Κατά συνέπεια η αξιολόγηση της λοιπής προσφερθείσας μαρτυρίας συναρτάται με την αμφισβήτηση εκ μέρους των εναγομένων ότι ο ενάγων δικαιούται τις αξιούμενες αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Ζαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) A.A.Δ. 820). Έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας και αξιολογώντας πρωταρχικά τη μαρτυρία του ενάγοντος - ΜΕ1 θεωρώ ότι όσα αυτός υποστήριξε, σε συνάρτηση με τα αναντίλεκτα γεγονότα της υπόθεσης, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αποδοχή των διεκδικήσεων του έναντι των εναγομένων, υπό το φως των νομολογιακών αρχών. Ακόμη και αν παραβλεφθεί ότι ενώ ο ενάγων έχοντας κατ' αρχήν υποστηρίξει ότι δεν έλαβε το κατακρατηθέν, κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας του, ¼ του μισθού του, που έρχεται σε προφανή αντίφαση με το αναμφισβήτητο Τεκμήριο 21, αμέσως μετά διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι πιστεύει ότι αυτό του κατεβλήθη, από τη μαρτυρία του προβάλλει ότι οι απαιτήσεις του είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Ειδικότερα, δεδομένου ότι, ως είναι κοινώς αποδεκτό, η προσφυγή του εναντίον της πρώτης απόφασης των εναγομένων να τον θέσουν σε διαθεσιμότητα απεσύρθη και απερρίφθη χωρίς έξοδα (βλ. Τεκμήριο 15), δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για τις απαιτήσεις του ενάγοντος κατά την χρονική περίοδο μεταξύ 26.3.2002 και 15.5.2002. Ως προς δε την εμμονή του ότι δικαιούται να αποζημιωθεί για το επίδομα βάρδιας και τις συμβατικές υπερωρίες, θεωρώντας ότι θα του καταβάλλοντο τα ποσά που ο ίδιος κατά προσέγγιση υπολόγισε, κρίνεται ότι δεν προσφέρθηκαν ικανά στοιχεία από τα οποία να προβάλλει ότι θα μπορούσε να αποζημιωθεί χωρίς να έχει εργαστεί, όπως απαιτείται από τη συλλογική σύμβαση που προνοεί για το επίδομα βάρδιας και τις συμβατικές υπερωρίες, έχοντας μάλιστα υποστηρίξει ότι ο υπάλληλος ετοιμάζει έκθεση για να πληρωθεί για τις ώρες που εργάστηκε βάσει της «ρότας». Παρόλο που υποστήριξε ότι η ρότα είναι τυπική και καθορισμένη αλλά υπογράφεται από τον Τμηματάρχη, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία για την όποια σειρά θα είχε για να εργαστεί κατά την επίδικη χρονική περίοδο, αναφέροντας μάλιστα ότι όταν ο υπάλληλος είναι σε κανονική άδεια δεν του καταβάλλεται επίδομα βάρδιας ούτε συμβατικές υπερωρίες. Εν πάση περιπτώσει, όπως κατηγορηματικά δήλωσε η ΜΥ και όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια η μαρτυρία της είναι απόλυτα αποδεκτή, το δικαίωμα του υπαλλήλου να πληρωθεί για επίδομα βάρδιας και συμβατικές υπερωρίες δημιουργείται μόνο όταν αυτός έχει εργαστεί, όπως άλλωστε υποστήριξε και ο ΜΕ3, παρά το ότι η μαρτυρία του ως θα αναφερθεί πιο κάτω δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στο σύνολο της. Περαιτέρω, ο ενάγων δέχθηκε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε σύμβαση για την παρουσίαση της εκπομπής «Διάλογοι» και η ανάθεση τέτοιας παρουσίασης σε υπάλληλο εναπόκειτο στον Τμηματάρχη τηλεόρασης. Δεν μπορεί άλλωστε να γίνει δεκτή η θέση του ενάγοντος ότι το σχέδιο υπηρεσίας (Τεκμήριο 35) δεν εφαρμόζετο στην πράξη, που καταδεικνύει ότι οι απαιτήσεις του προέρχονται από εκτός πραγματικότητας υποκειμενικές τοποθετήσεις επί των διαδραματισθέντων. Όπως κατέδειξε η αποδεκτή μαρτυρία, η καταβολή προς τον ενάγοντα εκ μέρους των εναγομένων του ¼ του μισθού, που δεν του είχε καταβληθεί κατά τη διάρκεια της δεύτερης διαθεσιμότητας, αποτελεί την μόνη αποζημίωση που δικαιούτο ο ενάγων, η οποία και του κατεβλήθη εκ μέρους των εναγομένων για την εν λόγω χρονική περίοδο, δεδομένου ότι ο ενάγων δικαιούτο την πληρωμή του μηνιαίου μισθού του σύμφωνα με το σχέδιο υπηρεσίας της θέσης του (Τεκμήριο 35). Όσον αφορά τα Τεκμήρια 27-33 τα οποία ο ενάγων κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προσθέτουν οτιδήποτε στην εκδοχή του σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Αναφορικά με τη μαρτυρία των λοιπών μαρτύρων που ο ενάγων προσέφερε, επισημαίνεται ως γενικό σχόλιο ότι αποτελείται κυρίως από προσωπικές απόψεις και αόριστες εντυπώσεις με μηδαμινή αξία, δόθηκε δε με αποκλειστικό σκοπό να βοηθηθεί ο ενάγων στις διεκδικήσεις του. Ειδικότερα, όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΕ2, ο οποίος υποστήριξε ότι οποιαδήποτε ομοιότητα της μαρτυρίας του με τη μαρτυρία του ενάγοντος είναι συμπτωματική, είναι πρόδηλο ότι δόθηκε για να υποστηριχθούν οι θέσεις του ενάγοντος. Είναι χαρακτηριστικό ότι όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν συνάδουν με τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων κατά τον χρόνο που ο ίδιος διετέλεσε Πρόεδρος (βλ. Τεκμήριο 36) και οι διατυπωθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου απόψεις του περί άδικης μεταχείρισης και θυματοποίησης του ενάγοντος φαίνεται ότι ουδέποτε τέθηκαν στο Διοικητικό Συμβούλιο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η δε δικαιολογία που προέβαλε ότι δεν γνώριζε κατά το χρόνο εκείνο τη διαφορά μεταξύ αρχισυντάκτη τηλεόρασης και επικεφαλής βάρδιας ραδιοφώνου δεν θεωρείται ικανοποιητική εξήγηση για την επιδειχθείσα στάση του. Δεν μπορούσε ακόμη να εξηγήσει σε ποια ανώτερη θέση στην οποία θα μπορούσε να είναι υποψήφιος ο ενάγων αναφερόταν ούτε και αν ο ενάγων ενδιαφέρθηκε να είναι υποψήφιος σε οποιαδήποτε ανώτερη θέση κατά τον χρόνο της διαθεσιμότητας του. Από δε το Τεκμήριο 37, επί του οποίου ο ίδιος είχε υπογράψει, συνάγεται ότι προφανώς γνώριζε ότι η επιστροφή φόρου προς τον ενάγοντα ήταν παράτυπη, αν και ενώπιον του Δικαστηρίου υποστήριξε ότι κακώς επεστράφη ο φόρος αυτός. Ως προς τον ΜΕ3, η μαρτυρία του διακρίνεται από επιλεκτική γνώση των γεγονότων, καταδεικνύοντας την προσπάθειά του να υποστηρίξει την εκδοχή του ενάγοντος, χωρίς να είναι σε θέση να διευκρινίσει κατά την αντεξέταση σημαντικά σημεία της μαρτυρίας του, με περισσότερο παράδοξο να παρουσιάζεται το ότι δεν γνώριζε ποια πρόσωπα διαμαρτύροντο για την παρουσία του ενάγοντος στο κτίριο των εναγομένων, παρόλο ότι χαρακτήρισε τη διαμαρτυρία αυτή μεθοδευμένη. Παρόμοια αντικρίζεται και η μαρτυρία του ΜΕ4, ο οποίος δεν γνώριζε οτιδήποτε άλλο εκτός όσων ανέφερε στην κυρίως εξέτασή του, όπως για τη διαθεσιμότητα του ενάγοντος και για το ενδιαφέρον του για συγκεκριμένη θέση προαγωγής κατά τον χρόνο εκείνο, δημιουργώντας φανερά την εντύπωση ότι κατέθεσε με αποκλειστικό σκοπό να ενισχύσει τις θέσεις του ενάγοντος και με σαφή προδιάθεση εναντίον των εναγομένων εφόσον, όπως του υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση, είχε κινήσει αγωγή εναντίον τους που δεν είχε επιτύχει. Αντίθετα, η ΜΥ κρίνεται αντικειμενική και πειστική μάρτυρας, προβάλλοντας θέσεις που συνάδουν με όσα διαδραματίστηκαν, όπως προκύπτει από τα κατατεθέντα Τεκμήρια στα οποία αναφέρθηκε. Είναι χαρακτηριστικό της αντικειμενικότητας με την οποία αντιμετώπισε, μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της, το θέμα επιστροφής φόρου εισοδήματος στον ενάγοντα, εκφράζοντας τη γνώμη της ότι η επιστροφή αυτή έγινε παράτυπα και ως εκ τούτου χαριστικά (βλ. Τεκμήριο 37). Ήταν σαφής και επέδειξε σταθερότητα σε όλα τα στάδια της μαρτυρίας της, χωρίς να κλονισθεί κατά την αντεξέταση της, δημιουργώντας άριστη εντύπωση στο Δικαστήριο. Ούτε και από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 23-26 που είχε καταθέσει ο ενάγων σχετικά με τις αποδοχές του κατά τα έτη 2002-2005 αλλά ούτε και από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 38-40 που αφορούν τις αποδοχές του ενάγοντος κατά το έτος 2005 και κατετέθησαν κατά την αντεξέταση της ΜΥ, μπορεί να θεωρηθεί ότι η θέση της τελευταίας ότι ο ενάγων έλαβε ό,τι δικαιούτο μετά την ακυρωθείσα διαθεσιμότητα δεν είναι ορθή, ως εισηγήθηκε ο κ. Αγγελίδης. Η μαρτυρία της ΜΥ κρίνεται απόλυτα αποδεκτή και από όσα παρατέθηκαν και στη σύνοψη της μαρτυρίας της πιο πάνω προβάλλει ότι οι απαιτήσεις του ενάγοντος είναι αβάσιμες, ως θα επεξηγηθεί και στη συνέχεια. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, υπό το φως των νομολογιακών αρχών, προκύπτει ότι η απαίτηση του ενάγοντος για το ποσό των £1.200 και για οποιεσδήποτε ζημιές διεκδικεί συνεπεία της πρώτης διαθεσιμότητας, δεν μπορεί να επιτύχει, εφόσον η προσφυγή εναντίον της σχετικής απόφασης των εναγομένων απεσύρθη εκ μέρους του. Ως προς τη διεκδίκηση αποζημιώσεων οποιασδήποτε μορφής για υποβιβασμό ή οποιαδήποτε βλάβη του ενάγοντος συνεπεία της μετακίνησής του στο ραδιόφωνο, όπως ορθά υποστήριξε ο κ. Πολυβίου, ο ενάγων ουδέποτε προσέβαλε την εν λόγω μετακίνησή του ζητώντας την ακύρωσή της από το Ανώτατο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα να μην δημιουργείται δικαίωμα αποζημιώσεων γενικών, ειδικών και τιμωρητικών συνεπεία αυτής. Είναι χαρακτηριστικό και επιβεβαιώνει την θέση του κ. Πολυβίου το ότι ο κ. Αγγελίδης επιχειρηματολόγησε σε σχέση με την εν λόγω μετακίνηση, υποβάλλοντας ότι αυτή έγινε κατά νόσφιση εξουσίας από το Διοικητικό Συμβούλιο των εναγομένων. Με βάση τις εκατέρωθεν θέσεις σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης, η μετακίνηση του ενάγοντος από την τηλεόραση στο ραδιόφωνο, τόσο πριν όσο και μετά από την δεύτερη διαθεσιμότητα δεν συνδέεται άμεσα με την ακυρωθείσα πράξη, εφόσον αποτελεί αυτοτελή απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων, για την οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της νομολογίας ώστε να του αποδοθούν αποζημιώσεις στα πλαίσια της παρούσας αγωγής (βλ. και Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420). Οι οποιεσδήποτε άλλωστε αξιώσεις του ενάγοντος για ηθική βλάβη που συναρτώνται με τον κατά τον ισχυρισμό του υποβιβασμό του καθώς και οι αξιούμενες τιμωρητικές αποζημιώσεις δεν θα μπορούσαν να του αποδοθούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας κ.α. ν. Ταλιαδώρου κ.α. (πιο πάνω), όπου επισημάνθηκε ότι η ηθική βλάβη δεν συνιστά άμεσο αποτέλεσμα ή άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας παράνομης πράξης και δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος. Όσον αφορά τα λοιπά επί μέρους ποσά που διεκδικεί ο ενάγων συνεπεία της ακύρωσης της δεύτερης διαθεσιμότητας του, επισημαίνεται η αναγκαιότητα εξειδίκευσης και αυστηρής απόδειξης, κατά τα λεχθέντα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας κ.α. ν. Ταλιαδώρου κ.α. (πιο πάνω). Ειδικότερα, όσον αφορά την απαίτηση του ποσού των £7.150 κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί δεδομένου ότι ο ενάγων δεν απέδειξε με την αναγκαία αυστηρότητα ότι θα εργαζόταν τις ώρες για τις οποίες διεκδικεί επίδομα βάρδιας και συμβατικές υπερωρίες αλλά και εφόσον δεν εργάστηκε για να δικαιούται να πληρωθεί, που σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την πληρωμή τους. Ως προς δε το ποσό των £9.880 που διεκδικεί για την εκπομπή «Διάλογοι», πέραν του ότι ο ενάγων δεν παρουσίασε την εκπομπή αυτή κατά τον επίδικο χρόνο, κατά το μέρος αφενός που η απαίτηση του σχετίζεται με την πρώτη διαθεσιμότητα δεν μπορεί να του αποδοθεί οποιοδήποτε ποσό λόγω του ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της νομολογίας εφόσον απέσυρε τη σχετική προσφυγή του, κατά δε το υπόλοιπο μέρος δεν μπορεί να διεκδικεί οποιαδήποτε αποζημίωση εφόσον είχε μετακινηθεί από την τηλεόραση στο ραδιόφωνο, χωρίς να έχει προσβάλλει την σχετική απόφαση των εναγομένων αλλά και επειδή δεν είχε συμβατικό ή άλλο δικαίωμα παρουσίασης της εκπομπής αυτής ούτε και υπήρχε υποχρέωση να του ανατεθεί η παρουσίαση της εκ μέρους των εναγομένων, όπως κατέδειξε η αποδεκτή μαρτυρία. Εντελώς αόριστη παρέμεινε, επίσης, η αξίωση του για οικονομική ζημιά συνεπεία της πώλησης της οικίας του, η οποία άλλωστε δεν εξειδικεύεται στην έκθεση απαίτησης του. Περαιτέρω, πέραν του ότι από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΥ προβάλλει ότι δεν υπήρχε κατά το χρόνο της διαθεσιμότητας του ενάγοντος διαθέσιμη -ούτε είχε προκηρυχθεί- ανώτερη θέση, την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει ο ενάγων, η νομολογία υποδεικνύει ότι η απαίτηση του ενάγοντος για αποζημίωση λόγω απώλειας ευκαιρίας προαγωγής και ανέλιξης στην υπηρεσία του δεν μπορεί να επιτύχει, εφόσον ακόμα και αν υπήρχε θέση προαγωγής ο ενάγων θα μπορούσε να έχει μόνο απλή προσδοκία προαγωγής και δεν ήταν σίγουρο ότι αυτός θα προήγετο, έστω και αν ήταν υποψήφιος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας κ.α. ν. Ταλιαδώρου κ.α. (πιο πάνω)). Ενόψει των πιο πάνω, κρίνεται ότι ο ενάγων δεν έχει αποδείξει την απαίτηση του, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις, εφόσον ως προς το σκέλος της απαίτησης του που αφορά την πρώτη διαθεσιμότητα δεν έχει αποδείξει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων, ως απαιτείται από το άρθρο 146
(6)του Συντάγματος, ενώ ως προς την δεύτερη διαθεσιμότητα δεν απέδειξε ότι έχει υποστεί ζημιές συνεπεία της ακυρωθείσας απόφασης αλλά ούτε και το ύψος των διεκδικούμενων ζημιών και απωλειών. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντος και υπέρ των εναγομένων. [Υπ.]........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.