← Κύπρος

Αναφορικά με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν. Πέτρος Παναγίδης, Αρ. Αίτησης: 538/2013, 31/7/2014

Αναφορικά με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν. Πέτρος Παναγίδης, Αρ. Αίτησης: 538/2013, 31/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A320 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 538/2013 Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β), τους τροποποιητικούς αυτού νόμους και το Κεφ. 4 άρθρο 21 και Αναφορικά με την Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λακατάμιας Αιτήτρια και Πέτρος Παναγίδης, από το Στρόβολο Καθ΄ ου η Αίτηση Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 22/5/2014 Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β),όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 185

(1)/2013, τους τροποποιητικούς αυτού νόμους και το Κεφ. 4, άρθρο 21 και Αναφορικά με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ Αιτήτρια και Πέτρος Παναγίδης, από το Στρόβολο Καθ΄ ου η Αίτηση ­_______________________ HMEΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Ιουλίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κ. Παναγιώτου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Αντωνίου) Για Καθ' ου η Αίτηση: κα Νικολάου (για ν' ακούσει απόφαση κ. Αλ. Κληρίδης) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση οι αιτητές ζητούν την άδεια του Δικαστηρίου όπως η διαιτητική απόφαση ημερ.11/12/12 καταχωρηθεί και εγγραφεί προς εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Χρυσοβαλάντη Κασιωνή ο οποίος ως αναφέρει είναι υπάλληλος των αιτητών, στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών, γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης. Ως αναφέρει κατά την 11/12/2012 εκδόθηκε απόφαση από Διαιτητή διορισθέντα από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση για το ποσό των €52.089,25 με τόκο προς 9% ετησίως από 11/12/2012 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων δύο φορές το χρόνο και συγκεκριμένα την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους μέχρι πλήρους εξοφλήσεως πλέον €140,00 έξοδα (Βλ. Τεκμήριο 1). Η πιο πάνω διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε και γραπτώς στον καθ' ου η αίτηση την 11/12/2012 (βλ. Τεκμήριο 2). Ως αναφέρει η πιο πάνω διαιτητική απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί εντός 21 ημερών από της γνωστοποιήσεως της προς τον καθ' ου η αίτηση και κατέστη τελεσίδικη. Μέχρι σήμερα δε ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό και συνακόλουθα αιτείται εκ μέρους των αιτητών την εγγραφή της εν λόγω διαιτητικής απόφασης για να καταστεί δυνατό να προχωρήσει στην εκτέλεση της. Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση με την οποία προβάλλει τους κάτωθι λόγους ένστασης, τους οποίους θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους:
  1. Ο τίτλος της αίτησης είναι λανθασμένος, γιατί δεν καταχωρείται ο αρχικός και τροποποιημένος τίτλος της Αγωγής.
  2. Καμία απόφαση υπέρ της Αιτήτριας δεν εκδόθηκε. Η επισυνημμένη απόφαση είναι υπέρ της Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λακατάμιας μόνο.
  3. Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη, ελλιπής και/ή οι Νόμοι και οι Θεσμοί επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση δεν νομιμοποιούν την αιτούμενη θεραπεία και/ή δεν προσδίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την παρούσα αίτηση.
  4. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας αίτησης καθότι δεν υπάρχει πρόνοια είτε στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 είτε σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο ή Κανονισμό που να δίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να επιληφθεί της αίτησης και να διατάξει ως η αίτηση, δηλαδή να καταχωρηθεί και εγγραφεί στο Πρωτοκολλητείο.
  5. Στο βαθμό που ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 καθιστά διαιτητική απόφαση ως αν δικαστική, είναι αντίθετος και έρχεται σε σύγκρουση με το Σύνταγμα καθότι η δικαστική εξουσία ασκείται αποκλειστικά από τα Δικαστήρια.
  6. Τα γεγονότα που περιγράφονται στην Ένορκη Δήλωση είναι ανεπαρκή και/ή δεν δικαιολογούν ή στηρίζουν την αιτούμενη θεραπεία.
  7. Ο Διαιτητής διεξήγαγε την διαδικασία διαιτησίας με παράνομο και παράτυπο τρόπο καθόσον ειδοποίησε τον Καθ' ου η Αίτηση να παραστεί στη διαδικασία και ουσιαστικά του ανήγγειλε την απόφαση την ίδια ημέρα χωρίς να διεξαχθεί καμία διαδικασία και χωρίς να έχει το δικαίωμα και ή την ευκαιρία διορισμού Δικηγόρου για υπεράσπιση των συμφερόντων και/ή δικαιωμάτων του.
  8. Η υπαγωγή του καθ' ου η αίτηση στη δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος υπό της Αιτήτριας διαιτητή παραβιάζει και/ή στερεί το δικαίωμα του καθ' ου για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο αφού ο διαιτητής διορίζεται μονομερώς από την Αιτήτρια, χωρίς δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση να ακουστεί επί του θέματος.
  9. Η απόφαση του διαιτητή στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ίδιου του καθ' ου η αίτηση ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης από προσωπική γνώση, ενώ όσον αφορά νομικής φύσεως θέματα, έχει λάβει ως αναφέρει, νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του. Ως υποστηρίζει εν πρώτοις, η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί εκ προοιμίου χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην ουσία της, αφού ο τίτλος της αίτησης όπως τροποποιήθηκε είναι λανθασμένος και επιπρόσθετα η συνημμένη απόφαση δεν είναι προς όφελος των αιτητών και καμία δικαιολογία δίδεται στην αίτηση ή στην ένορκη δήλωση που να επεξηγεί την αλλαγή. Περαιτέρω αναφέρει ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη καθώς αναφέρεται σε θεσμούς που αφορούν σε ενδιάμεσες αιτήσεις και όχι πρωτογενείς όπως είναι η παρούσα. Περαιτέρω, αναφέρει στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε, ότι η Διάταξη 48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας στην οποία στηρίζεται η αίτηση δεν μπορεί να προσδώσει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο για να ασχοληθεί με την ουσία της. Περαιτέρω και στη βάση πάντα νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους του, διατείνεται ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας αίτησης καθότι δεν υπάρχει πρόνοια είτε στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 είτε σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο ή Κανονισμό, που να δίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να επιληφθεί της αίτησης και να διατάξει ως η αίτηση. Ο Νόμος περί Συνεργατικών Εταιρειών του 1985, συνεχίζει η εισήγηση του, ως προς το σημείο το οποίο καθιστά διαιτητική απόφαση ως αν δικαστική έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα. Αυτό συμβαίνει, όπως υποστηρίζει, αφού σύμφωνα με το Σύνταγμα, Άρθρο 152, η δικαστική εξουσία ασκείται από το Ανώτατο Δικαστήριο και τα υπόλοιπα Δικαστήρια και ως εκ τούτου δικαστικές αποφάσεις εκδίδονται μόνο από τα Δικαστήρια. Είναι δε η θέση του ότι η Βουλή δεν δικαιούται να καθιστά αυτόματα χωρίς την έγκριση του Δικαστηρίου διαιτητική απόφαση ως αν δικαστική. Επομένως, η συγκεκριμένη πρόνοια στον εν λόγω Νόμο συνιστά επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στη διάκριση λειτουργιών και έρχεται σε σύγκρουση με το άρθρο 152 και 179 του Συντάγματος. Πέραν των πιο πάνω παραπονείται ότι η όλη διαδικασία από τον διορισμό διαιτητή μέχρι και την έκδοση της διαιτητικής απόφασης πάσχει νομικά γιατί έρχεται σε αντίθεση με θεμελιώδεις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης που προστατεύονται συνταγματικά καθώς και από την Ευρωπαϊκή Συνθήκη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Και τούτο διότι, ως αναφέρει, ο διορισμός του διαιτητή έγινε μονομερώς με πρωτοβουλία των αιτητών και χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί του θέματος, πράγμα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις πρόνοιες του Περί Διαιτησίας Νόμου. Ακόμη, συνεχίζει επηρεάσθηκε το δικαίωμα του για πρόσβαση σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο όπως προνοεί το Σύνταγμα. Επίσης αναφέρει ότι η απόφαση του διαιτητή στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας, καθώς αυτή δεν επεξηγεί τα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είχε ενώπιον του ο Διαιτητής για να καταλήξει ως η απόφαση του και συναφώς και για όλους τους πιο πάνω λόγους αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Η διαδικασία Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά πλέον και στη σχετική νομοθεσία και νομολογία. Τα όσα έχουν αναφέρει έχουν μελετηθεί στο σύνολο τους και λαμβάνονται υπόψη, αναφορά δε σε αυτά θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια ανάπτυξης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η αίτηση στηρίζεται κατ' ουσίαν στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/
  10. Κύρια θέση του καθ' ου η αίτηση είναι ότι δεν υπάρχει πρόνοια στον ως άνω Νόμο είτε στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/1960), είτε σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο ή Κανονισμό που να δίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να επιληφθεί της αίτησης και να διατάξει την καταχώρηση και εγγραφή της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης, στο Πρωτοκολλητείο. Είναι πράγματι γεγονός ότι, όπως ορθά υποδεικνύει η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση, ούτε ο Ν. 22/85ούτε οποιοσδήποτε άλλος Νόμος ή κανονισμός προνοεί ρητά για τον τρόπο εφαρμογής διαιτητικής απόφασης που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 52 του Ν. 22/85, σε αντίθεση με το Άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, (το οποίο βέβαια ως έχει νομολογηθεί δεν τυγχάνει εφαρμογής στα πλαίσια αυτά[1]) και το οποίο αναφέρει ότι διαιτητική απόφαση η οποία εκδίδεται δυνάμει συνυποσχετικού δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής. Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί βέβαια ότι το άρθρο 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 προβλέπει ότι όταν μια διαιτητική απόφαση καταστεί τελική δυνάμει των όσων εκεί προβλέπονται, εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα το εν λόγω άρθρο προβλέπει τα εξής: «Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου». Με δεδομένο επομένως ότι ο Νόμος 22/85 επιτρέπει την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου, θεωρώ αυτονόητο ότι παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο και για την εγγραφή, αφού χωρίς αυτήν δεν θα είναι δυνατή η εκτέλεση της. Η απόδοση στο πιο πάνω άρθρο της ερμηνείας που εισηγείται η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση, ότι δηλαδή διαιτητική απόφαση εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 52 του Ν. 22/85 δεν δύναται να εγγραφεί επειδή τούτο δεν προβλέπεται ρητά σε οιοδήποτε νόμο ή κανονισμό, θα κατέληγε, κατά την κρίση μου, σε παράλογα αποτελέσματα δεδομένου του ότι με την αποδοχή της εν λόγω ερμηνείας, δεν θα παρεχόταν τρόπος για την εφαρμογή διαιτητικής απόφασης, η οποία βάσει του Νόμου δύναται να εκτελεστεί ως αν να ήταν απόφαση Δικαστηρίου. Επί του προκειμένου σχετική θεωρώ την απόφαση Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδης κ.α.,
(2008)1Α Α.Α.Δ. 716, όπου ξεκάθαρα αναφέρεται ότι διαιτητική απόφαση που εκδίδεται δυνάμει του υπό αναφορά νόμου εγγράφεται με σκοπό να προχωρήσει η εκτέλεση της. Αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφασης Δικαστηρίου, είναι κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ό,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Με βάση τα πιο πάνω, η νομική βάση της αίτησης, εφόσον περιλαμβάνει το άρθρο 52 του Νόμου, είναι καθόλα νομότυπη και έπεται πως η περί του αντιθέτου εισήγηση της συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφορικά δε με την εισήγηση ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη καθ' ότι βασίζεται σε θεσμούς (βλ. Δ.48) που αφορούν ενδιάμεσες και όχι πρωτογενείς διαδικασίες όπως είναι η παρούσα, σημειώνω τα εξής. Στην υπόθεση Philippou ν. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689, η οποία αφορούσε αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για διατροφή δυνάμει του άρθρου 40 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), λέχθηκε ότι εφόσον δεν είχαν εκδοθεί ειδικοί θεσμοί που να διέπουν το ζήτημα, ορθά ήταν που, ως θέμα πρακτικής, ακολουθήθηκαν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας με τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό όπως άλλωστε επισημάνθηκε και στην Undruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc.
(1999)1 Α.Α.Δ. 124 (όπου γίνεται αναφορά στην Philippou) ότι παρόλο που η Philippou αφορούσε αίτηση δια κλήσεως, δικονομικά βασισμένη στη Δ.48, εντούτοις η εν λόγω αίτηση θεωρήθηκε εναρκτήρια. Επομένως και με βάση τα πιο πάνω δεν μπορώ να θεωρήσω ότι η αίτηση είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο παράτυπη ή ότι η νομική της βάση είναι λανθασμένη, αλλά αντίθετα λαμβανομένου υπόψη και του ότι με τον τρόπο που υπεβλήθη δόθηκε ειδοποίηση στον καθ' ου η αίτηση για να εμφανιστεί και δεδομένου περαιτέρω του ότι συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία επισυνάπτεται τόσο η διαιτητική απόφαση και η γνωστοποίηση αυτής, θεωρώ ότι η αίτηση είναι καθόλα νομότυπη και επαρκής για τον αιτούμενο σκοπό και συνακόλουθα οι σχετικοί λόγοι ένστασης θα πρέπει να απορριφθούν (βλ. λόγους 3 και 4). Άλλη εισήγηση του καθ' ου η αίτηση ήταν ότι στο βαθμό που ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985, καθιστά τη διαιτητική απόφαση ως δικαστική, είναι αντίθετος και έρχεται σε σύγκρουση με το Σύνταγμα καθότι η δικαστική εξουσία ασκείται αποκλειστικά από τα Δικαστήρια. Παράλληλα εισηγείται ότι υπαγωγή στη δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος υπό των αιτητών διαιτητή παραβιάζει και/ή στερεί το δικαίωμα του καθ' ου για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο, αφού ο διαιτητής διορίζεται μονομερώς από τους αιτητές, χωρίς δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση να ακουστεί επί του θέματος (βλέπε λόγους ένστασης 5 και 8). Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές πως, ό,τι εγείρει κατ' ουσίαν ο καθ' ου η αίτηση, είναι ζήτημα παραβίασης των δυνάμει του άρθρου 30 του Συντάγματος κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του. Στην υπόθεση The Co-operative Grocery of Vasilia v. Haralambos N. Ppirou and others 4 RSCC 12 εξετάστηκε η συνταγματικότητα του άρθρου 53 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Κεφ. 114 (όπως ίσχυε τότε), οι πρόνοιες του οποίου είναι παρόμοιες με τις πρόνοιες του σημερινού άρθρου 52, σε σχέση (μεταξύ άλλων) και με το άρθρο 30 στου Συντάγματος. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε στην πιο πάνω απόφαση ότι το άρθρο 53 του Κεφ. 114 δεν παραβίαζε το άρθρο 30 του Συντάγματος. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα το οποίο ομιλεί αφ' εαυτού: "Coming now to the issue concerning Article 30, such Article safeguards, inter alia, the right of access to the court assigned to any person by or under the Constitution and also lays down that every person shall be entitled in the determination of his civil rights and obligations to a hearing before a court established by law. Article 30 also prohibits the establishment of judicial committees or exceptional courts. Voluntary arbitration does not violate against the above provisions of Article 30, simply because the rights safeguarded therein are such that they may be waived by any person entitled to them in respect of any particular subject or class of subjects and, moreover, such arbitration is, by its very nature, clearly distinguishable from judicial committees or exceptional courts. In the opinion of the Court the form of arbitration provided in section 53, though statutory, is in the nature of voluntary arbitration, for the purpose of Article 30, for the following reasons: Everybody is presumed to know the law and also, everybody is free to form or not to form a co-operative society, to join or not to join, to accept or not to accept office in, or employment with, such a society. Further, section 53 appears to be limited only to disputes concerning the internal administration of co-operative societies, as held in Hussein Shefik v The First Limassol Co-operative Savings Bank Limited, 19 C.L.R. p. 244 and Eleni Zenonos & others v Michael Mylonas & others, 19 C.L.R. p.259, with which decisions this Court sees no reason to disagree. It follows, therefore, that everybody who forms or becomes a member of, or accepts office in, or employment with, a co-operative society, as well as a co-operative society, as such, registered under CAP 114, must be presumed to have entered voluntarily into a legal relationship which includes as one of its terms and characteristics the form of arbitration provided under section 53 in respect of certain disputes. Thus, an agreement that disputes within the ambit of section 53 shall be determined in the manner prescribed therein comes into being and, it follows that the rights safeguarded as above, under Article 30, are deemed to have been waived, to that extent, as in any other case of voluntary arbitration». Τα όσα πιο πάνω αναφέρονται σε σχέση με το άρθρο 53 το οποίο ίσχυε τότε, θεωρώ ότι ισχύουν και για την υφιστάμενη πρόνοια του άρθρου 52 του Ν. 22/85 και επομένως το σχετικό επιχείρημα της συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί όπως και οι σχετικοί λόγοι ένστασης (βλ. λόγους 5 και 8). Στο βαθμό δε που με την πιο πάνω εισήγηση του ο καθ' ου η αίτηση εγείρει ζήτημα της νομιμότητας του διορισμού του διαιτητή, αναφορά γίνεται πιο κάτω στα πλαίσια εξέτασης των λόγων ένστασης 7 και 9. Ερχόμενη τώρα στη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι με την υπό συζήτηση νομοθεσία η Βουλή καθιστά αυτόματα και χωρίς την έγκριση του Δικαστηρίου διαιτητική απόφαση ως δικαστική, αυτή στηρίζεται προφανώς σε παρανόηση, αφού με βάση τη διαδικασία που ακολουθείται και την πολύχρονη επί του θέματος πρακτική των Δικαστηρίων, η διαιτητική απόφαση δεν καθίσταται αυτόματα δικαστική ως διατείνεται ο καθ' ου η αίτηση, αλλά το Δικαστήριο δίδει άδεια για να καταχωρηθεί και εγγραφεί, και τούτο γίνεται μόνο εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι αυτή φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά .στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. (βλ. Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολιτική Έφεση Αρ. 357/2008, ημερ. 11/4/2012). Η δε θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η συγκεκριμένη πρόνοια στον εν λόγω Νόμο συνιστά επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στη διάκριση λειτουργιών και έρχεται σε σύγκρουση με το άρθρο 152 και 179 του Συντάγματος, υπό το φως των πιο πάνω θα πρέπει και αυτή σίγουρα να απορριφθεί. Έρχομαι τώρα στους λόγους ένστασης 7 και 9. Με τον έβδομο λόγο ένστασης ο καθ' ου η αίτηση εισηγείται ότι ο Διαιτητής διεξήγαγε τη διαδικασία διαιτησίας με παράνομο και παράτυπο τρόπο εφόσον ειδοποίησε τον καθ' ου η αίτηση να παραστεί στη διαδικασία και ουσιαστικά του ανήγγειλε την απόφαση την ίδια ημέρα χωρίς να διεξαχθεί καμία διαδικασία και χωρίς να έχει το δικαίωμα διορισμού δικηγόρου για υπεράσπιση των συμφερόντων του. Με τον ένατο λόγο ένστασης ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Διαιτητή στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας, ενώ ως πιο πάνω έχει αναφερθεί ο καθ' ου η αίτηση φαίνεται να εγείρει και ζήτημα νομιμότητας του διαιτητή, ο οποίος ως διατείνεται διορίστηκε από τους αιτητές και χωρίς ο ίδιος να ακουστεί. Εν σχέσει με τα πιο πάνω σημειώνω τα εξής. Το άρθρο 52
(4)του υπό αναφορά Νόμου δίδει το δικαίωμα σε οποιοσδήποτε πρόσωπο θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από απόφαση Διαιτητή, να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης. Εάν δε η απόφαση δεν εφεσιβληθεί κατά τα ανωτέρω καθίσταται τελική σύμφωνα με το άρθρο 52
(5)και μπορεί να εγγραφεί συμφώνως της διαδικασίας που πιο πάνω έχει περιγραφεί. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι στα πλαίσια της διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης, το Δικαστήριο δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης, ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Χαρακτηριστικά είναι τα λεχθέντα στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Άντης Κυριακίδης κ.ά. (πιο πάνω). Στη δε υπόθεση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς Πολ. Έφ. 357/08 ημερ. 11.4.12, αναφέρθηκαν τα εξής: « Ο πρωτόδικος δικαστής δεν είχε εξουσία να εξετάσει εξ ιδίας πρωτοβουλίας θέμα νομιμότητας διορισμού του διαιτητή. Το εν λόγω θέμα ως θέμα ουσίας, ενδεχομένως να μην μπορούσε καν να εξεταστεί πρωτοδίκως ακόμη και σε περίπτωση που αυτό θα εγειρόταν από το διάδικο ως εκφεύγον του δικαιοδοτικού πλαισίου της διαδικασίας. Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κτλ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρηςδιαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έχει αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός των αιτητών ότι η επίδικη απόφαση έχει γνωστοποιηθεί στον καθ' ου η αίτηση στην ημερομηνία που αναφέρεται στο Τεκμήριο 2 ούτε και έχει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί η υπογραφή του επί του εν λόγω τεκμηρίου. Περαιτέρω δεν προβάλλεται κανένας ισχυρισμός ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση εφεσιβλήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Επομένως αυτή κατέστη τελική σύμφωνα με το άρθρο 52
(5)και συναφώς έπεται ότι οι πιο πάνω εισηγήσεις του καθ' ου η αίτηση δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, αφού σχετίζονται με την ουσία της απόφασης και της διαφοράς και ως τέτοιες θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο εάν ο καθ' ου η αίτηση καταχωρούσε έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/85 προθεσμίας, δικαίωμα το οποίο ο καθ' ου η αίτηση για δικούς του λόγους και παρά το ότι δεν αρνείται ότι του γνωστοποιήθηκε η εν λόγω απόφαση, δεν άσκησε με αποτέλεσμα η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση, να καταστεί τελική και δεσμευτική για τον ίδιο δυνάμει του άρθρου 52
(5). Κατά συνέπεια, δεν δύναται να προωθεί, στο πλαίσιο της παρούσας, ισχυρισμούς περί παρατυπίας της διαιτητικής διαδικασίας, ανεπάρκεια στην αιτιολογία της απόφασης, παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης, ως και των συναφών με τα πιο πάνω ισχυρισμών του, εφόσον παρά το ότι είχε κάθε ευκαιρία να εφεσιβάλει την απόφαση και να προβάλει τους ισχυρισμούς αυτούς με τον κατάλληλο τρόπο αμέσως μετά που έλαβε γνώση της απόφασης, παρέλειψε να το πράξει. Με βάση τα πιο πάνω και με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει τη δικαιοδοσία να ελέγξει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης, ούτε και να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς, κρίνω ότι στερείται δικαιοδοσίας να ελέγξει τα ζητήματα που εγείρονται με τους λόγους ένστασης 7 και 9 οι οποίοι θα πρέπει συνακόλουθα να απορριφθούν. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση που προβάλλει αναφορικά με το ζήτημα της νομιμότητας του διορισμού του Διαιτητή αφού και αυτό φαίνεται ότι συνιστά ζήτημα ουσίας με βάση την ανωτέρω νομολογία (βλ. Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου πιο πάνω). Έχοντας δε υπόψη ότι σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία ό,τι εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου στα πλαίσια της εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης, είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται σημειώνω τα εξής. Στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί κατάληξη μου ότι η διαιτητική απόφαση ημερ. 11/12/2012 (Τεκμ. 1) φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Ειδικότερα, φέρει το όνομα και υπογραφή του διαιτητή που την εξέδωσε, φέρει ημερομηνία έκδοσης της, αναφέρεται στους διαδίκους οι οποίοι είχαν ειδοποιηθεί για τη διαδικασία της διαιτησίας, όπου ο καθ' ου η αίτηση ήταν παρών, αναφέρεται ξεκάθαρα στην απαίτηση των αιτητών ως και στο ύψος του χρέους που οφείλεται από τους καθ' ων η αίτηση. Η εν λόγω διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στον καθ' ου η αίτηση (βλ. Τεκμήριο 2) ο οποίος δεν καταχώρησε έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης. Αναφορικά δε με τη θέση ότι ουδέποτε εκδόθηκε απόφαση υπέρ των αιτητών, δηλαδή υπέρ της ΣΠΕ Λακατάμειας-Δευτεράς Λτδ, αλλά μόνο υπέρ της ΣΠΕ Λακατάμειας, και δεν υπάρχουν γεγονότα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τα οποία να δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος εγγραφής υπερ της ΣΠΕ Λακατάμειας-Δευτεράς Λτδ, θεωρώ ότι το ζήτημα αυτό επελύθη στα πλαίσια της αίτησης για τροποποίηση του τίτλου, στην οποία μετά και την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τους αιτητές με την οποία επεξηγούντο λεπτομερώς οι λόγοι για τους οποίους ζητείτο η τροποποίηση, η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση δήλωσε ότι συναινεί στο αίτημα εξ ου και εκ συμφώνου εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα. Με βάση τα ανωτέρω έπεται πως και ο έκτος λόγος ένστασης με τον οποίο η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση είναι ανεπαρκή και/ή δεν δικαιολογούν ή στηρίζουν την αιτούμενη θεραπεία, είναι καταδικασμένος σε αποτυχία. Ως προς τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι στην τροποποιημένη αίτηση δεν αναφέρεται ο παλαιός τίτλος αλλά μόνο ο τροποποιημένος, θεωρώ ότι πρόκειται περί παρατυπίας η οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν δύναται να οδηγήσει στην απόρριψη της παρούσας αίτησης, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη του ότι στην αίτηση αναφέρεται τόσο ο τροποποιημένος τίτλος, όσο και το διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε η τροποποίηση. Για όλους δε τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα για καταχώρηση και εγγραφή στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της αναφερόμενης στην αίτηση απόφασης του Διαιτητή. Επιδικάζονται επίσης τα έξοδα της παρούσας αίτησης υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........................................................... Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. σχετικά Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδης κ.α.,
(2008)1Α Α.Α.Δ. 716 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.