← Κύπρος

Σωφρόνιου Χαραλάμπους Καπνού Παπαναστασίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd και Marfin Popular Bank P

Σωφρόνιου Χαραλάμπους Καπνού Παπαναστασίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd και Marfin Popular Bank Public Co. Ltd), Αρ. Αγωγής: 10515/07, 21/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A311 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10515/07 Μεταξύ: Σωφρόνιου Χαραλάμπους Καπνού Παπαναστασίου Ενάγοντα -και- Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd και Marfin Popular Bank Public Co. Ltd) Εναγομένων Ημερομηνία: 21.7.2014 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Σ. Δράκος Για τους Εναγομένους: κα Λ. Σιακαλλή Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας αξιώνει τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εκ συμφώνου εναντίον του στα πλαίσια της αγωγής 9748/

  1. Είναι η θέση του ότι ο δικηγόρος που τον εκπροσωπούσε τότε, ο κ. Α. Ιντιάνος, αποδέχθηκε όπως εκδοθεί απόφαση εναντίον του, χωρίς την εξουσιοδότησή του. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης, η πιο πάνω αγωγή αφορούσε τραπεζικές διευκολύνσεις τις οποίες είχαν εξασφαλίσεις οι Κύπρος και Χριστίνα Θεοδώρου από την εναγομένη. Προς εξασφάλιση των πιο πάνω τραπεζικών διευκολύνσεων οι Κύπρος και Χριστίνα Θεοδώρου είχαν υποθηκεύσει παράνομα και εν αγνοία του ενάγοντα τρία τεμάχια, ιδιοκτησία του τελευταίου που βρίσκονται στον Άγ. Ιωάννη Μαλούντας. Η υποθήκευση των πιο πάνω ακινήτων έγινε με τη χρήση ειδικού πληρεξουσίου. Ο ενάγοντας υπέγραψε το πιο πάνω έγγραφο αφού πρώτα ο Κύπρος και η Χριστίνα Θεοδώρου, που ήταν παρόντες κατά την υπογραφή του, εξήγησαν ότι θα υπέγραφε ως μάρτυρας. Η εναγόμενη στην παρούσα αγωγή, καταχώρησε την αγωγή 9748/99 η οποία αφορούσε τις τραπεζικές διευκολύνσεις που είχε παραχωρήσει στην Plan Beton Ltd. Η αγωγή στρεφόταν εναντίον αριθμού προσώπων, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ενάγοντας. Είναι η θέση του τελευταίου ότι «. εκ παραδρομής και ή ασυνεννοησίας και ή εκ σοβαρών λόγων υγείας του ενάγοντα με το δικηγόρο Αντώνη Ιντιάνο καταχωρήθηκε στις 30/5/2000 υπεράσπιση που δεν συνήδε με τα γεγονότα που είχε αναφέρει ο ενάγοντας στο δικηγόρο του». Στη συνέχεια ο ίδιος δικηγόρος εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής και δέχθηκε απόφαση εκ μέρους του χωρίς όμως αυτός να του δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες. Στην έκθεση απαίτησής του αναφέρει ότι κατά την επίδικο περίοδο έπασχε από καρκίνο, πολλές φορές που επικοινωνούσε με το δικηγόρο του βρισκόταν «υπό την επήρεια φαρμάκων» και δεν εμφανιζόταν συχνά στο Δικαστήριο καθότι «πολλές φορές ήταν κλινήρης». Αναφέρει επίσης τα πιο κάτω, τα οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια: «
  2. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι στην επικοινωνία που είχε με το δικηγόρο του, ζήτησε όπως παρευρίσκεται ο ίδιος ο ενάγοντας κατά την ημέρα έκδοσης της απόφασης καθότι είχε αμφιβολίες για την έκδοση της εν λόγω απόφασης επειδή διαφωνούσε με τα γεγονότα και ήθελε να αναφέρει προσωπικά τη θέση του στην άλλη πλευρά και στο Δικαστήριο.
  3. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έδωσε εξουσιοδότηση και/ή οδηγίες δια τηλεφώνου και/ή άλλως πως στον κ. Ιντιάνο και/ή στο δικηγόρο κ. Αντρέα Παπασιάντη, και/ή συμφώνησε και/ή συναίνεσε και/ή έδωσε την συγκατάθεση του όπως εκδοθεί απόφαση εναντίον του και να πωληθεί η ακίνητη περιουσία του δια πλειστηριασμού.
  4. Δυστυχώς όμως λόγω της ασθένειας του ενάγοντος δεν μπόρεσε τελικά να εμφανιστεί στο Δικαστήριο την ημέρα που θα εκδιδόταν η απόφαση στην αγωγή 9748/99 και ο δικηγόρος κ. Παπασιάντης προχώρησε στην έκδοση απόφασης εκ συμφώνου στην απουσία του ενάγοντος κατά παράβαση των οδηγιών του ενάγοντος αλλά και των γραπτών οδηγιών του κ. Ιντιάνου». Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι πληροφορήθηκε για την έκδοση της απόφασης πολύ αργότερα, συγκεκριμένα το
  5. Η πληροφόρηση που έτυχε ήταν μέσω του κτηματολογίου, με επιστολή ημερομηνίας 14.6.2007, η οποία τον ενημέρωνε ότι εκκρεμούσε σε σχέση με τα τρία επίδικα ακίνητα, διάταγμα καταναγκαστικής πώλησής τους. Η υπεράσπιση εγείρει θέμα δεδικασμένου, ήτοι ότι όλα τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση αποτέλεσαν το αντικείμενο εξέτασης στην αγωγή 9748/
  6. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι ο ενάγοντας κωλύεται, λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς του, να προωθεί την υπό κρίση αγωγή. Η εναγόμενη παραδέχεται ότι παρείχε τραπεζικές διευκολύνσεις στην εταιρεία Plan Beton Ltd και ότι σε αντάλλαγμα των διευκολύνσεων αυτών, υποθηκεύτηκαν τα τρία επίδικα τεμάχια, ιδιοκτησία του ενάγοντα. Παραδέχεται επίσης ότι η υποθήκευση έγινε με τη χρήση πληρεξουσίου εγγράφου στο όνομα της Χριστίνας Θεοδώρου, απορρίπτει όμως τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του ενάγοντα που αφορούν την κατάρτιση του εγγράφου αυτού. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο ενάγοντας ήταν πλήρως ενήμερος για την εξέλιξη της υπόθεσης και βρισκόταν σε πλήρη συνεννόηση με το δικηγόρο που τον εκπροσωπούσε για την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης εναντίον του. Εκ μέρους του ενάγοντα κατέθεσε μεγάλος αριθμός μαρτύρων, η μαρτυρία όμως των περισσοτέρων, ιδιαίτερα των τεσσάρων αστυνομικών και του κτηματολογικού λειτουργού, ήταν σχετικά σύντομη. Εκ μέρους της εναγομένης κατέθεσαν δύο τραπεζικοί υπάλληλοι. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα: Ο ενάγοντας ήταν, ως αναφέρω και ανωτέρω, ο ιδιοκτήτης των τριών επίδικων τεμαχίων. Περί τα τέλη του 1997 υπέγραψε ειδικό πληρεξούσιο, Τεκμήριο 2, με το οποίο εξουσιοδότησε τη Χριστίνα Θεοδώρου να διαχειρίζεται την πιο πάνω περιουσία. Η Χριστίνα Θεοδώρου είχε εξουσία, μεταξύ άλλων, με βάση το πιο πάνω έγγραφο, όπως «υποθηκεύει τα κτήματα αντί οιασδήποτε τιμής και υφ' οιουσδήποτε όρους». Την 16/12/1997 τα κτήματα υποθηκεύθηκαν προς όφελος της εναγομένης προς εξασφάλιση των τραπεζικών διευκολύνσεων που είχε παραχωρήσει η εναγόμενη στην εταιρεία Plan Beton Ltd. Μέτοχοι και διευθυντές της πιο πάνω εταιρείας ήταν η Χριστίνα Θεοδώρου και ο σύζυγός της Κύπρος. Την ίδια ημέρα, ήτοι την 16/12/97, η Plan Beton Ltd κατέβαλε στο δικηγόρο Σπύρο Ευαγγέλου το ποσό των Λ.Κ.9.111 σε μετρητά προς εξόφληση εξ αποφάσεως χρέους του ενάγοντα που όφειλε στην εταιρεία Ready Mix Ltd. Η απόφαση είχε εκδοθεί στα πλαίσια της αγωγής 5591/94 και η Ready Mix είχε καταχωρήσει εναντίον του ειδοποίηση και στη συνέχεια αίτηση πτώχευσης. Η Plan Beton Ltd δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της προς την εναγόμενη και ως εκ τούτου η τελευταία καταχώρησε, την 26.7.99, την αγωγή 9748/
  7. Η αγωγή στρεφόταν εναντίον της Plan Beton Ltd, του ενάγοντα, εναγόμενου 2 στη συγκεκριμένη διαδικασία, της Χριστίνας Θεοδώρου, του Σωκράτη Σωκράτους και της Λουκίας Παναγή. Με την πιο πάνω αγωγή η τράπεζα, εναγόμενη στην παρούσα υπόθεση, αξίωνε μεταξύ άλλων διατάγματα για την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό των επίδικων ακινήτων. Ο ενάγοντας, εναγόμενος 2 στην αγωγή 9748/99, εκπροσωπείτο στην αγωγή εκείνη από το γραφείο Δράκος & Ευθυμίου. Την 30/5/2000 καταχώρησε υπεράσπιση, στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, στην οποία ανέγραφε μεταξύ άλλων τα πιο κάτω:
  8. «. Είναι ο ισχυρισμός του εναγομένου αρ. 2 ότι στις 29.10.97 είχε υπογράψει προς την εναγομένη αρ. 3 ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο. Πέραν όμως και πριν την υπογραφή του ειδικού πληρεξουσίου είχε προηγηθεί προφορική συμφωνία μεταξύ τους ότι πριν τη διεξαγωγή οποιασδήποτε πράξης επί των ακινήτων . η εναγομένη αρ. 3 θα είχε την υποχρέωση να ειδοποιήσει τον εναγόμενο 2 για την πρόθεσή της». Τέσσερα περίπου χρόνια αργότερα ο ενάγοντας άλλαξε δικηγόρο, συγκεκριμένα διόρισε τον κ. Α. Ιντιάνο, σε αντικατάσταση των Δράκου & Ευθυμίου, για να τον εκπροσωπήσει στην αγωγή 9748/
  9. Την 6/9/2004 ο ενάγοντας καταχώρησε αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης που είχε καταχωρήσει στα πλαίσια πάντα της αγωγής 9748/
  10. Με την αίτησή του ο ενάγοντας ζητούσε όπως διαγραφεί η παράγραφος 2 της υπεράσπισής του, την οποία παρέθεσα αμέσως πιο πάνω, και να προστεθούν νέοι ισχυρισμοί. Οι νέοι αυτοί ισχυρισμοί αφορούσαν κυρίως τις συνθήκες υπογραφής του επιδίκου ειδικού πληρεξουσίου. Αξίωνε, μεταξύ άλλων, όπως προστεθεί ο ισχυρισμός ότι το επίδικο πληρεξούσιο ουδέποτε υπογράφηκε στην παρουσία πιστοποιούσας υπαλλήλου, ως επίσης και η πιο κάτω παράγραφος την οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια. «3(γ) Η Εναγομένη 3, η οποία εξ΄ όσων πληροφορείται είναι μέτοχος και/ή Διευθύντρια της Εναγομένης 1 εταιρείας, κάποια μέρα πριν και/ή μετά τις 29/10/1997, ημερομηνία που είναι αδύνατον να γνωρίζει, εκεί που του έφερε διάφορα έγγραφα σχετικά με την εργασία του για να υπογράψει πρέπει να του έφερε και κάποια κόλλα άδεια την οποία υπέγραψε εν αγνοία του χωρίς να το προσέξει και μετά η κόλλα αυτή συμπληρώθηκε και πάλι εν αγνοία του ως το περιεχόμενο του ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου, το οποίο είναι προϊόν πλαστογραφίας εν τη εννοία του Ποινικού Κώδικα. Κεφ.
  11. Ο Εναγόμενος 2 επιφυλάσσεται όπως παρουσιάσει κατά την ακρόαση της αγωγής το αναφερόμενο ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο.» Η πιο πάνω αίτηση για τροποποίηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ιδίου, ήτοι του εναγόμενου 2 στην αγωγή 9748/99 και ενάγοντα στην παρούσα διαδικασία. Ο ομνύοντας αναφέρει μεταξύ άλλων ότι τα ό,σα αναγράφονταν στην παράγραφο 2 της υπεράσπισης του, δεν ήταν «σύμφωνα με τις οδηγίες του προς τον προηγούμενο δικηγόρο του και δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια». Η αλήθεια, σε σχέση με τις συνθήκες που υπογράφηκε το επίδικο ειδικό πληρεξούσιο, είναι αυτή που αναγραφόταν στην παράγραφο 3(γ), ανωτέρω. Αναφέρει επίσης ότι «πριν και μετά τις 29/10/97» είχε δικό του «αυτοκίνητο-βαρέλλα και εργαζόταν ως μεταφορέας έτοιμου σκυροδέματος της εναγομένης 1 εταιρείας». Προς επίρρωση δε της θέσης του ότι η Plan Beton Ltd ενεργούσε με δόλιο τρόπο αναφέρει τα πιο κάτω: «Προς συμπλήρωση των όσων αναφέρω ανωτέρω και μετά από έρευνα που έκανα ανακάλυψα ότι η Εναγομένη 1 εταιρεία και πάλι στις 16/12/1997 πλήρωσε προς τον δικηγόρο κον Σπύρο Ευαγγέλου ποσό Λ.Κ.9111.- σε μετρητά προς εξόφληση εξ΄αποφάσεως χρέους μου και εξόδων που όφειλα στην εταιρεία Ready Mix Ltd δυνάμει Δικαστικής αποφάσεως στην αγωγή υπ΄ αριθμόν 5591/
  12. Η εταιρεία Ready Mix Ltd είχε καταχωρήσει εναντίον μου την υπ΄ αριθμόν 356/97 Ειδοποίηση και/ή Αίτηση πτώχευσης. Περαιτέρω η πιο πάνω εταιρεία είχε καταχωρήσει και memo επί της ακίνητης περιουσίας μου επί των τριών κτημάτων, αντικείμενα της παρούσας αγωγής (επισυνάπτω ως Τεκμ. «Β» επιστολή του δικηγόρου κ. Σπύρου Ευαγγέλου ημερ. 7/06/1995) και ως φαίνεται η Εναγομένη 1 πλήρωσε εν αγνοία μου το δικηγόρο κ. Σπύρο Ευαγγέλου το πιο πάνω ποσό προς εξόφληση για να αποσύρει ο τελευταίος το memo και να μπορέσει η Εναγομένη 3 να υποθηκεύσει τα κτήματα του εν αγνοία μου και πάλι προς όφελος των Εναγόντων. Επισυνάπτω ως Τεκμ. «Γ» την απόδειξη πληρωμής του κ. Σπύρου Ευαγγέλου ημερ. 16/12/1977». Το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 17/3/2005 απέρριψε την αίτηση για τροποποίηση. Την 26/10/2005 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου
  13. Συγκεκριμένα εκδόθηκαν διατάγματα πώλησης των επίδικων τεμαχίων και ο εναγόμενος 2 καταδικάσθηκε και στα έξοδα της διαδικασίας. Δόθηκε αναστολή εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης για 6 μήνες. Ο εναγόμενος 2 εκπροσωπήθηκε από τον κ. Παπασιάντη που ενεργούσε εκ μέρους του κ. Α. Ιντιάνου. Ο εναγόμενος 2 δεν ήταν παρών στη διαδικασία. Υπενθυμίζω ότι ο εναγόμενος 2 στην αγωγή 9748/99 είναι ο ενάγοντας στην παρούσα διαδικασία. Την 27/11/2007, δύο και πλέον χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Ο ενάγοντας ετοίμασε γραπτή δήλωση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτή αναφέρει ότι με τη Χριστίνα Θεοδώρου και το σύζυγο της Κύπρο, είχε «πολύ καλές σχέσεις φιλίας και συνεργασίας». Το Σεπτέμβριο του 2006, ο Κύπρος Θεοδώρου του εκμυστηρεύθηκε ότι η επιχείρησή του αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ζήτησε τη βοήθεια του. Ο ενάγοντας του πρότεινε να του παραχωρήσει προς εκμετάλλευση το τεμάχιο 150 που βρισκόταν στον Αγ. Ιωάννη της Μαλούντας. Συμφωνήθηκε μεταξύ τους προφορικά όπως αυτός μεταβιβάσει στο όνομά τους το εν λόγω ακίνητο και σε αντάλλαγμα αυτού οι Κύπρος και Χριστίνα Θεοδώρου θα αναλάμβαναν να αποπληρώσουν το υπόλοιπο του χρέους, Λ.Κ.2.300 προς τον πρώην ιδιοκτήτη του ακινήτου Κώστα Παπαδόπουλο και το χρέος του στη Ready Mix Ltd, για το οποίο είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση στην αγωγή 5591/94 και εκκρεμούσε εναντίον του διαδικασία πτώχευσης. Σε σχέση με την εξόφληση του πιο πάνω εξ αποφάσεως χρέους ανέφερε τα πιο κάτω: «. Περαιτέρω, λόγω του ότι υπήρχε εναντίον μου η απόφαση στην αγωγή 5591/94 και επειδή η εξ αποφάσεως δικαιούχος με πίεζε με την καταχώρηση διαφόρων διαβημάτων συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών πτώχευσης, ο Κύπρος Θεοδώρου, η Χριστίνα Θεοδώρου και η εταιρεία τους Plan Beton Ltd είχαν αναλάβει να εξοφλήσουν το χρέος μου αυτό ή θα μου έδιναν τα χρήματα να το εξοφλήσω εγώ.» Τον Ιανουάριο του 1998, όταν προσπάθησε να υποθηκεύσει την περιουσία του ως εξασφάλιση για την παροχή κάποιου δανείου ανακάλυψε ότι η Χριστίνα Θεοδώρου είχε υποθηκεύσει παράνομα και εν αγνοία του τα τρία επίδικα τεμάχια με τη χρήση πληρεξουσίου εγγράφου. Σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής του πιο πάνω εγγράφου επανέλαβε τα ό,σα αναγράφει στην έκθεση απαίτησης του, ήτοι ότι υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο ως μάρτυρας μετά από υπόδειξη της Χριστίνας Θεοδώρου και στην παρουσία του συζύγου της. Του ζήτησε να υπογράψει στο κάτω μέρος του εγγράφου ως μάρτυρας. Δεν του δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσει το έγγραφο, όλα έγιναν με «γρήγορους ρυθμούς», ως ανέφερε χαρακτηριστικά. Αυτός έδειξε εμπιστοσύνη στα λόγια της και πείστηκε λόγω της ξεκάθαρης και δακτυλογραφημένης αναφοράς, ότι ήταν η Χριστίνα Θεοδώρου που είχε υπογράψει ως πληρεξουσιοδοτούσα. Το τελευταίο γεγονός, ήτοι ότι η πληρεξουσιοδοτούσα ήταν η ενάγουσα, του το είχε επισημάνει και τονίσει η Χριστίνα Θεοδώρου στα πλαίσια των προσπαθειών που κατέβαλε για να τον πείσει να υπογράψει. Η υπογραφή του πιστοποιήθηκε από τον πιστοποιών υπάλληλο Μιχάλη Πιτσιλλίδη, εκ των υστέρων. Όταν ο ενάγοντας ανακάλυψε την παρανομία που έγινε σε βάρος του κατήγγειλε το συμβάν στην Αστυνομία, η Αστυνομία όμως αρνήθηκε να διερευνήσει την υπόθεση. Σε σχέση με την έκδοση της επίδικης απόφασης ο ενάγοντας αρνείται ότι είχε εξουσιοδοτήσει το δικηγόρο του, Α. Ιντιάνο, να δεχθεί απόφαση εκ μέρους του και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ουδέποτε είχε ενημερωθεί για την έκδοση της απόφασης. Κατά την αντεξέτασή του ανάφερε ότι ο ίδιος ουδέποτε έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο που τον εκπροσωπούσε να συμπεριλάβει στην υπεράσπιση που καταχώρησε στα πλαίσια της αγωγής 9748/99 την παράγραφο
  14. Αντεξεταζόμενος ανέφερε τα πιο κάτω: «Ε. Εσείς δώσατε οδηγίες στο δικηγόρο σας να πει ότι και να γράφει ότι «πριν να ενεργήσει . να σε ρωτήσει πρώτα»; Α. Όχι. Είναι για το
  15. Ε. Δεν δώσατε έτσι οδηγίες στο δικηγόρο σας να πει τούτα τα πράγματα εδώ; Α. Όχι. Ε. Άρα ο δικηγόρος σας είναι από τον νου του που τα έφκαλε τούτα ούλλα και τα έγραψε στην υπεράσπιση;. Α. Πρώτα πρώτα ο δικηγόρος μου δεν με άφησε να έρθω Δικαστήριο. Δεν μπορούσε να έρθει ο ίδιος στο Δικαστήριο και να έρτουμε μαζί. Είχε οικογενειακά προβλήματα ο δικηγόρος μου και διόριζε κάποτε ένα δικηγόρο και κάποτε άλλο. Ε. Για ποιο δικηγόρο μιλάτε; Α. Για τον κ. Ινδιάνο. Ε. Δηλαδή δεν ξέρετε ούτε καν για ποιο δικηγόρο μιλώ. Ο πρώτος σας δικηγόρος ήταν το γραφείο Δράκος και Ευθυμίου, δεν είναι για τον κ. Ινδιάνο που αναφερόμουν και φαίνεται να υπογράφει την υπεράσπιση ο κ. Ευθυμίου. Σε αυτούς τους δικηγόρους είπατε και δώσατε οδηγίες να καταχωρήσουν την υπεράσπιση αυτή. Α. Σας είπα προηγουμένως ότι τον σταμάτησα το δικηγόρο μου. Δεν κατηγορούν τους δικηγόρους διότι πέρασε από το μυαλό μου διότι ήταν χωριανοί με τον κ. Κύπρο Θεοδώρου». Στη συνέχεια καταφέρθηκε εναντίον του δικηγόρου που ενεργούσε τότε εκ μέρους του, του κ. Ευθυμίου. Ήταν η θέση του ότι ο συγκεκριμένος δικηγόρος τον «κοροΐδευε» και ότι «προσπαθούσε να τον ξεγελάσει». Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση γιατί ανέμενε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι για τέσσερα περίπου χρόνια προτού αντικαταστήσει το δικηγόρο με κάποιον άλλο, αυτός ανέφερε χαρακτηριστικά, «. δεκαέξι χρόνια περιμένω τώρα και έχω την υπομονή, οϊ τέσσερα». Κατά την αντεξέτασή του διαφοροποίησε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφηκε το πληρεξούσιο και ισχυρίστηκε τα πιο κάτω: «Α. Εμένα έφερε μου την κόλλα και έβαλε με και υπόγραψα που ένα παράθυρο και όχι από μέσα στο γραφείο. Είναι ένα παράθυρο το οποίο εδίαν τα τιμολόγια στους πελάτες και όσοι φόρτωναν μπετόν. Έβαλεν μιαν κόλλα που πάνω και μου είπε υπόγραψε σαν μάρτυρας.» Και λίγο αργότερα: «Ε. Και υπογράψατε κάτω από το όνομά σας; Α. Κάτω από το όνομα μου σαν μάρτυρας. Ε. Βλέπετε τη λέξη "μάρτυρας" πάνω στο κείμενο; Α. Έτσι μου είπε. Προσπάθησε να με ξεγελάσει. Ε. Όταν σας έδωσε τούτο το έγγραφο η κα Χριστίνα Θεοδώρου με την κόλλα που πάνω, δεν διερωτηθήκατε τι γράφει να μετακινήσετε την κόλλα που το έκρυβε και να το διαβάσετε; Α. Έβαλε την κόλλα, υπόγραψα. Ήθελε τα βιαστικά. Όχι σεβαστό δικαστήριο.» Η μαρτυρία και των τεσσάρων αστυνομικών αφορούσε κάποιες καταγγελίες που τους είχε υποβάλει ο ενάγοντας. Κατά την περίοδο 1998-2000 ο ενάγοντας επισκέφθηκε το γραφείο του αστυνόμου Αθανάσιου Σωκράτους, ΜΕ4, που ήταν τότε υπεύθυνος του ΤΑΕ και του κατήγγειλε ότι είχε εξαπατηθεί σε σχέση με κάποια περιουσία. Ο μάρτυρας, αφού τον άκουσε για 15 λεπτά, έκρινε ότι το παράπονό του δεν ενέπιπτε στα ποινικά αδικήματα και τον προέτρεψε να κινηθεί πολιτικά. Ο υπαστυνόμος Γ. Πολυδώρου, ΜΕ2, κατέθεσε ότι την περίοδο 2000-2002 ο ενάγοντας τον επισκέφθηκε στο γραφείο του, στο ΤΑΕ Λευκωσίας, και του υπέβαλε κάποιο παράπονο, το οποίο ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί. Ο Ανδρέας Πετεβίνος, ΜΕ3, υπηρετούσε το 2000 ως αστυνομικός σε περιφερειακό σταθμό. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο τον επισκέφθηκε ο ενάγοντας και του κατήγγειλε ότι κάποιος Κύπρος τον είχε ξεγελάσει σε σχέση με κάποια κτήματα. Ο μάρτυρας τον παρέπεμψε στο Γραφείο Παραπόνων. Ο μόνος που ήταν σε θέση να θυμηθεί κάποιες λεπτομέρειες σε σχέση με το παράπονο του ενάγοντα ήταν ο αστυνόμος Στέλιος Μιχαήλ. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι το 2000-2004, ενώ ήταν υπεύθυνος στον αστυνομικό σταθμό Στροβόλου, τον επισκέφθηκε ο ενάγοντας και του κατήγγειλε ότι άγνωστα πρόσωπα είχαν υποθηκεύσει τα κτήματά του. Η υπόθεση, κατά το χρόνο της καταγγελίας, ήταν «υπό διερεύνηση στο δικαστήριο», αυτό του είχε αναφέρει ο ενάγοντας. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι θυμόταν «κατά λέξη» τα ό,σα του είχε αναφέρει ο ενάγοντας. Η μαρτυρία του ΜΕ5, Αιμίλιου Τσίγκη, κτηματολογικού λειτουργού, ήταν εντελώς τυπική, κατέθεσε απλώς το φάκελο που αφορούσε το συγκεκριμένο ακίνητο. Ο ΜΕ7 Σωκράτης Σωκράτους ήταν ένας εκ των εναγομένων στην αγωγή 9748/99 που είχε καταχωρηθεί από τη Λαϊκή Τράπεζα και ένας από τους εγγυητές του συγκεκριμένου δανείου. Εναντίον του πιο πάνω προσώπου είχε εκδοθεί απόφαση, αυτός δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος, με αποτέλεσμα τελικά να πτωχεύσει. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι είχε ακούσει «κάτι» σε σχέση με το παράπονο του ενάγοντα εναντίον του Κύπρου Θεοδώρου, ο ίδιος όμως δεν ήταν «μέσα στα πράγματα». Αντεξετάστηκε εκτεταμένα σε σχέση με την εμπλοκή του στην υπόθεση και τους λόγους που ήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Ο Αντρέας Κυριάκου είναι μηχανικός αυτοκινήτων. Ο μάρτυρας αυτός ήταν παρών σε κάποια λογομαχία που είχε ο ενάγοντας με τον Κύπρο Θεοδώρου. Όταν τους ρώτησε το λόγο της λογομαχίας του αναφέρθηκε ότι ήταν «σχετικά με κάτι της τράπεζας, κάτι χωράφια». Η μάρτυρας Μορφώ Φώτη ήταν υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, άλλως πως ονομαζόμενη και Marfin Popular Bank Public Company Ltd. Η μάρτυρας κατέθεσε σε σχέση με τη διαδικασία δανειοδότησης της εταιρείας Plan Beton Ltd και την υποθήκευση των τριών επίδικων κτημάτων προς εξασφάλιση των τραπεζικών διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί. Ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η Χριστίνα Θεοδώρου είχε προσκομίσει πρωτότυπο πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο ήταν δεόντως πιστοποιημένο. Με βάση το έγγραφο αυτό η τράπεζα συνέταξε το έγγραφο υποθήκευσης. Τα επίδικα κτήματα υποθηκεύτηκαν δυνάμει των υποθηκών Υ10703/97 και Υ10704/
  16. Ο ενάγοντας ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε σε σχέση με το πληρεξούσιο αυτό. Η πρώτη φορά που «αντέδρασε» ήταν μετά την καταχώρηση της αγωγής 9748/
  17. Παρομοίου περιεχομένου ήταν και η μαρτυρία της Ελένης Γιαννακού, η οποία από το 2000 εργαζόταν στο Τμήμα Είσπραξης Χρεών της εναγομένης. Η μάρτυρας διευκρίνισε ότι τα επίδικα κτήματα είχαν υποθηκευτεί όταν το ποσό της πιστωτικής διευκόλυνσης αυξήθηκε, κατόπιν αιτήματος της Plan Beton Ltd. Στο κτηματολόγιο είχαν κατατεθεί, για σκοπούς υποθήκευσης των επίδικων κτημάτων, και οι πρωτότυποι τίτλοι αυτών. Οι τίτλοι αυτοί ήταν στην κατοχή του ιδιοκτήτη, ήτοι του ενάγοντα, καθότι το κτηματολόγιο τους θεωρεί ως προσωπικά δεδομένα και δεν τους δίνει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ανέφερε επίσης ότι όταν δίδεται ειδικό πληρεξούσιο είναι «πάγια τακτική και άκρως αναγκαίο» όπως παραδίδεται και ο πρωτότυπος τίτλος ιδιοκτησίας στο πρόσωπο που ορίζεται ως αντιπρόσωπος καθότι χωρίς πρωτότυπους τίτλους δεν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε πράξη από αυτές που ορίζει το πληρεξούσιο. Με βάση τα πιο πάνω, κατέληξε ότι ο ενάγοντας είχε δώσει στη Χριστίνα Θεοδώρου τους πρωτότυπους τίτλους ιδιοκτησίας. Σε σχέση με τις δύο διαφορετικές ημερομηνίες που αναγράφονται επί του πληρεξουσίου εγγράφου, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είναι παράδοξο, προφανώς το έγγραφο καταρτίστηκε την 29.10.1997 και υπογράφτηκε ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου λίγο χρόνο αργότερα, τη 16.12.
  18. Η μάρτυρας αναφέρθηκε και στη δικαστική διαδικασία που έλαβε χώρα σε σχέση με την αγωγή 9748/
  19. Ήταν η θέση της ότι μετά την απόρριψη της αίτησης για τροποποίηση ο ενάγοντας προσπάθησε να διαπραγματευτεί με τους δικηγόρους της τράπεζας για μείωση του ποσού για το οποίο θα εκδίδετο απόφαση και το διάταγμα εκποίησης των υποθηκευμένων ακινήτων και για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για έξι μήνες, με σκοπό τη διευθέτηση του χρέους είτε από τον Κύπρο Θεοδώρου, είτε από τον ίδιο. Η μείωση του ποσού δεν έγινε αποδεκτή, έγινε όμως αποδεκτή η εισήγηση για αναστολή της απόφασης. Ο δικηγόρος του ενάγοντα, αφού συμβουλεύτηκε τον ενάγοντα, έλαβε έγκριση και αποδέχτηκε την έκδοση απόφασης με την πρόνοια αναστολής της για περίοδο έξη μηνών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση την 26.10.
  20. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε αριθμός εγγράφων, μεταξύ των οποίων και μια επιστολή του ενάγοντα, Τεκμήριο 10(α), προς το Υπουργείο Εσωτερικών, ημερομ. 23.11.2001, και με αυτή εκφράζει το παράπονό του σε σχέση με τα μέλη της αστυνομίας ότι δεν διερεύνησαν την καταγγελία του που αφορούσε «ψευδή δήλωση υποθήκευσης των κτημάτων του». Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ κατέθεσαν και να εξετάσω τη μαρτυρία τους. Οι μάρτυρες που κατέθεσαν εκ μέρους του ενάγοντα, εξαιρουμένου του Σωκράτη Σωκράτους, μου έκανα καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του Σωκράτη Σωκράτους ήταν πολύ περιορισμένης σημασίας καθότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ο,τιδήποτε θετικό σε σχέση με τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Αντεξεταζόμενος εξέφρασε σφοδρά παράπονα εναντίον της τράπεζας, ήτοι της εναγομένης, τα οποία όμως ήταν εντελώς άσχετα με την παρούσα περίπτωση και ως εκ τούτου δεν κρίνω καν σκόπιμο να τα σχολιάσω. Δέχομαι τη μαρτυρία όλων των αστυνομικών ότι ο ενάγοντας τους είχε επισκεφθεί και ότι υπέβαλε κάποιο παράπονο, η μαρτυρία των πλείστων όμως ήταν τόσο γενική και αόριστη που δεν ρίχνει φως στα γεγονότα της υπόθεσης. Το γεγονός ότι ο ενάγοντας υπέβαλε κάποιο παράπονο εναντίον του Κύπρου Θεοδώρου σε σχέση με κάποια κτήματα, δεν εξυπακούει ότι αυτός ή και η σύζυγος του τελευταίου τον είχαν εξαπατήσει και ότι με τέχνασμα και ψευδείς παραστάσεις εξασφάλισαν την υπογραφή του επί του επίδικου πληρεξούσιου εγγράφου. Παρενθετικά αναφέρω ότι τα παράπονα που είχε υποβάλει ο ενάγοντας ήταν τέτοιας φύσεως που δεν κρίθηκε αναγκαίο από την αστυνομία να διεξαχθεί οποιαδήποτε έρευνα. Δέχομαι επίσης τη μαρτυρία του Αντρέα Κυριάκου ότι ο ενάγοντας και ο Κύπρος Θεοδώρου είχαν λογομαχήσει στην παρουσία του για κάποια ακίνητα. Ούτε αυτό όμως το γεγονός αποδεικνύει από μόνο του τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο ενάγοντας. Τη μαρτυρία του κτηματολογικού λειτουργού Αιμίλιου Τσίγκη δεν κρίνω καν σκόπιμο να τη σχολιάσω, πρόκειται για εντελώς τυπική μαρτυρία, υπενθυμίζω ότι ο μάρτυρας κατέθεσε απλώς κάποια έγγραφα. Καλή εντύπωση μου έκανε και η υπάλληλος της τράπεζας Μορφώ Μιχαήλ. Η μαρτυρία της ήταν θετική, είχε συνοχή και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Σε σχέση με τη μαρτυρία της Ελένης Γιαννακού θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο ισχυρισμός της ότι ο ενάγοντας παρέδωσε τους πρωτότυπους τίτλους των κτημάτων στη Χριστίνα Θεοδώρου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Πρόκειται για απλές εικασίες καθότι η ίδια δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που έλαβαν χώρα τη συγκεκριμένη ημέρα. Από τη μαρτυρία δε τη ίδιας προέκυψε ότι έναν από τους πρωτότυπους τίτλους των επίδικων κτημάτων κατείχε ήδη η εναγομένη. Απορρίπτω επίσης τη μαρτυρία της σε σχέση με το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων που έλαβαν χώρα πριν την έκδοση της επίδικης απόφασης, καθότι η ίδια δεν είχε προσωπική γνώση του θέματος αυτού. Έλαβε ενημέρωση από τρίτα πρόσωπα, τους δικηγόρους της τράπεζας, τα ακριβή στοιχεία των οποίων όμως δεν αποκάλυψε στο δικαστήριο. Ύψιστης σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης ήταν η μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα, καθότι ήταν ο μόνος που κατέθεσε σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής του επίδικου πληρεξούσιου και τις οδηγίες που είχε δώσει στους δικηγόρους του, αρχικά στο δικηγόρο Ευθυμίου και στη συνέχεια στο Α. Ιντιάνο. Η εικόνα που απεκόμισα από το συγκεκριμένο μάρτυρα ήταν πολύ φτωχή. Η μαρτυρία του κάθε άλλο παρά πειστική ήταν. Διαμόρφωνε τις απαντήσεις του ανάλογα με την περίπτωση, με αποτέλεσμα να περιπέσει σε πολλές αντιφάσεις. Η αρχική του εκδοχή, σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής του επίδικου πληρεξούσιου εγγράφου, ως αυτή καταγράφεται στην υπεράσπιση που καταχώρησε στην αγωγή 9748/99, ήταν ότι είχε υπογράψει το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο, αλλά είχε συμφωνήσει προφορικά με τη Χριστίνα Θεοδώρου ότι πριν τη διεξαγωγή οποιασδήποτε πράξης επί των ακινήτων, η Χριστίνα Θεοδώρου θα είχε υποχρέωση όπως τον ειδοποιήσει για την πρόθεσή της. Τέσσερα και πλέον χρόνια αργότερα, αιτείται τροποποίηση της υπεράσπισης και προβάλλει ένα εντελώς διαφορετικό ισχυρισμό, ήτοι ότι με τέχνασμα η Χριστίνα Θεοδώρου τον έβαλε να υπογράψει μια λευκή κόλλα, η οποία στη συνέχεια συμπληρώθηκε και μετατράπηκε σε ειδικό πληρεξούσιο. Εν τω μεταξύ, σε κάποιο χρόνο μεταξύ του 2002-2004 ο ενάγοντας κατήγγειλε στον αστυνόμο Στέλιο Μιχαήλ ότι κάποια «άγνωστα» πρόσωπα υποθήκευσαν την περιουσία του, εν αγνοία του. Τονίζω τη λέξη «άγνωστα» καθότι στις προηγούμενες εκδοχές του ο ενάγοντας όχι μόνο κατονόμασε τα άτομα που τον ξεγέλασαν, αλλά περιέγραψε και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τα πρόσωπα αυτά απέσπασαν την υπογραφή του. Στη συνέχεια, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, προέβαλε μια τέταρτη εκδοχή, ήτοι ότι υπέγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο αφού τον διαβεβαίωσαν ότι υπέγραφε σαν μάρτυρας, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου προβάλλει για πρώτη φορά και την εκδοχή ότι η Χριστίνα Θεοδώρου του ζήτησε να υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο αφού πρώτα έκρυψε το κείμενό του. Επισημαίνω δε ότι στην επιστολή που απέστειλε στο υπουργείο εσωτερικών, Τεκμήριο 10(α), εμπλέκει στην υπόθεση όχι μόνο τον Κύπρο Θεοδώρου και τη σύζυγό του Χριστίνα, αλλά και τον πεθερό του πρώτου και «γνωστό δικηγόρο», τον οποίο δεν κατονόμασε. Για να δικαιολογήσει την ποικιλομορφία των εκδοχών του επέρριψε την ευθύνη στους δικηγόρους του. Προσπάθησε να παρουσιάσει το δικηγόρο κ. Ευθυμίου ως άτομο που ενεργούσε σε βάρος του και προς όφελος του Κύπρου Θεοδώρου, καμία ικανοποιητική εξήγηση όμως ήταν σε θέση να δώσει γιατί συνέχιζε αυτό ο «αναξιόπιστος δικηγόρος» να τον εκπροσωπεί και γιατί δεν τον είχε αντικαταστήσει νωρίτερα. Επισημαίνω επίσης ότι καμία εξήγηση δόθηκε στο Δικαστήριο για ποιο λόγο είχε αναφέρει στον αστυνόμο Στέλιο Μιχαήλ ότι τα άτομα που είχαν υποθηκεύσει τα κτήματα του ήταν «άγνωστα». Η τελευταία δε εκδοχή του, ήτοι ότι δέχθηκε και υπέγραψε το επίδικο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου είχε καλύψει η Χριστίνα Θεοδώρου με κόλλα, το οποίο του έδωσε μέσα από ένα παραθυράκι, δεν στέκει στη λογική. Ο ενάγοντας μου έδωσε την εικόνα πονηρού ανθρώπου και κρίνω ότι θα ήταν αδύνατο να ξεγελαστεί και να υπογράψει με τον τρόπο που περιέγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο. Η ισχυριζομένη ενέργεια της Χριστίνας Θεοδώρου να κρύψει το κείμενο του εγγράφου θα έπρεπε να του δημιουργήσει αμέσως υποψίες ότι κάποια απάτη είχε στηθεί σε βάρος του. Ο ενάγοντας, τόσο στα δικόγραφά του, όσο και στην κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου, προσπάθησε να δώσει την εικόνα ότι ο ίδιος ενεργούσε ως ο καλός Σαμαρείτης και πρόθεσή του ήταν να βοηθήσει τους Κύπρο και Χριστίνα Θεοδώρου, ιδιοκτήτες της εταιρείας Plan Beton Ltd, οι οποίοι βρίσκονταν σε δεινή οικονομική κατάσταση. Από τη μαρτυρία όμως που έχει τεθεί ενώπιόν μου προέκυψε ότι και ο ίδιος ήταν σε πολύ άσχημη οικονομική θέση καθότι είχε ξεκινήσει εναντίον του διαδικασία πτώχευσης. Η διαδικασία διακόπηκε μετά την υπογραφή του επίδικου πληρεξούσιου εγγράφου και την υποθήκευση των επίδικων τεμαχίων. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί σύμπτωση. Αντιθέτως, προκύπτει, με βάση τα γεγονότα αυτά, ότι η υπογραφή του επίδικου πληρεξούσιου εγγράφου και η υποθήκευση των επίδικων τεμαχίων την ίδια μέρα έγινε για να παραχωρηθούν τραπεζικές διευκολύνσεις στην Plan Beton Ltd και εν συνεχεία μέρος του ποσού να διατεθεί για την εξόφληση του χρέους του ενάγοντα. Ο ενάγοντας στη γραπτή του δήλωση αναγνωρίζει ότι του δόθηκαν τα πιο πάνω χρήματα για να εξοφλήσει το χρέους του, παρατηρώ όμως ότι - στα πλαίσια της αγωγής 9748/99, και συγκεκριμένα στην αίτηση για τροποποίηση - παρουσιάζει τα γεγονότα με εντελώς διαφορετικό τρόπο και κατατάσσει την εξόφληση του χρέους του ως μέρος των δολοπλόκων ενεργειών του ζεύγους Θεοδώρου που έγινε εν αγνοία του. Σχετικές είναι οι παραγράφοι Γ

(3)(ζ) της αίτησης και η παράγραφος 9 της ένορκης δήλωσής του που συνοδεύει την αίτηση. Πέραν των πιο πάνω, που φανερώνουν κατά την άποψή μου την κακοπιστία του ενάγοντα, παρατηρώ επίσης ότι ακόμη και για θέματα δευτερευούσης σημασίας δεν έλεγε την αλήθεια. Για παράδειγμα, στη γραπτή δήλωση που κατέθεσε, και συγκεκριμένα στην παράγραφο 14, αναφέρει ότι συνεργαζόταν με τη Χριστίνα και τον Κύπρο Θεοδώρου, καθότι προμήθευε την εταιρεία Plan Beton Ltd με πρώτες ύλες για τις εργασίες της και αγόραζε μπετόν από κοντά τους, ενώ στην ένορκη δήλωσή του, που συνοδεύει την αίτηση τροποποίησης στην αγωγή 9748/99, αναγράφει ότι εργαζόταν στη Plan Beton Ltd ως μεταφορέας ετοίμου σκυροδέματος. Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω ότι παρά το γεγονός ότι όλα τα παράπονα του ενάγοντα στρέφονταν εναντίον του Κύπρου και της Χριστίνας Θεοδώρου οι οποίοι, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο τον εξαπάτησαν, αυτός ουδέποτε κινήθηκε νομικά εναντίον τους και καμία λογική εξήγηση έδωσε για την παράλειψη του αυτή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι ο ενάγοντας ήταν αναξιόπιστος και καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του. Δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εκ συμφώνου δύναται να ακυρωθεί και η ακύρωση αυτή δύναται να επιτευχθεί με την καταχώρηση νέας αγωγής (βλ. σχετικά Re Elstein's Affairs
(1945)1 All E.R. 272). Ήταν η θέση του ενάγοντα ότι η επίδικη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί καθότι εκδόθηκε χωρίς την εξουσιοδότησή του. Η πιο πάνω νομική θέση υποστηρίζεται από τη νομολογία, τόσο των Αγγλικών όσο και των Κυπριακών Δικαστηρίων. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 26, παράγραφος 562, διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: "562. Setting aside consent judgment or order. A judgment given or an order made by consent may be set aside in a fresh action brought for the purpose, on any ground which would invalidate a compromise not contained in a judgment or order. Compromises have been set aside on the ground that the agreement was illegal as against public policy, or was obtained by fraud or misrepresentation, or non-disclosure of a material fact which there was an obligation to disclose, or by duress, or was concluded under a mutual mistake of fact, ignorance of a material fact, or without authority. A compromise in ratification of a contract which is incapable of being ratified is not enforceable; and a compromise which is conditional on some term being carried out, or on the assent of the court or other persons being given to the arrangement, is not enforceable if the term is not carried out or the assent is given effectually. The court may refuse to set aside a compromise when the party seeking to set it aside is guilty of delay in questioning it. Unless all the parties agree, a consent order, when entered, can only be set aside by a fresh action, and an application cannot be made to the court of first instance in the original action to set aside the judgment or order, except, apparently, in the case of an interlocutory order. Nor can it be set aside by way of appeal." Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις Nicos Stavrou and another v. Fereos Christopoulos
(1982)1 CLR 845, Παναγιώτης Ανδρέου v. P&D Crystal Line Co. Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 1521 και οι Αγγλικές αποφάσεις Wilding v. Sanderson [1897] 2 Ch. 543, 544, Sheperd v. Robinson
(1919)1 K.B. 474. Στην υπό κρίση υπόθεση, η μαρτυρία του ενάγοντα, που ήταν ως αναφέρω και ανωτέρω και η μοναδική μαρτυρία επί του θέματος, έχει κριθεί αναξιόπιστη και ως εκ τούτου η θέση του ότι αυτός δεν εξουσιοδότησε το δικηγόρο του να δεχθεί απόφαση παρέμεινε ατεκμηρίωτη. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και εναντίον του ενάγοντα. [Υπ.] Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.