← Κύπρος

Μιχάλη Μυτιληναίου κ.α. ν. Multilearn Education Multimedia Center Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 4448/2013, 18/7/2014

Μιχάλη Μυτιληναίου κ.α. ν. Multilearn Education Multimedia Center Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 4448/2013, 18/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A310 ΕΝ ΤΩ ΕΠΑΡΧΙΑΚΩ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αγωγής: 4448/2013 Μεταξύ: Μιχάλη Μυτιληναίου, εκ Λευκωσίας Ενάγοντος και

  1. Μάριου Σοφοκλείδη, εκ Λευκωσίας
  2. Multilearn Education Multimedia Center Limited, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία : 18 Ιουλίου 2014 Εμφανίσεις : Για τον αιτητή/ενάγοντα: κος Κλεοβούλου (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Γκούντρας) Για τους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κ. Πολεος για κ. Δ. Παυλίδη (για ν' ακούσει απόφαση κ. Αθ. Χρίστου). ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 9/12/2013) Με την αίτηση του ημερομηνίας 9/12/2013 ο ενάγοντας/αιτητής (στο εξής καλούμενος «ο αιτητής») αιτείται συνοπτική απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2/ καθ' ων η αίτηση (στο εξής καλούμενοι «οι καθ' ων η αίτηση») ως η απαίτηση του. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του αιτητή ο οποίος ως αναφέρει γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ως αναφέρει έχει διαβάσει το περιεχόμενο της Εκθέσεως Απαιτήσεως, το υιοθετεί πλήρως και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο του ενόρκως για τους σκοπούς της υπό εξέταση αιτήσεως. Ως αναφέρει είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός στο επάγγελμα και κατά ή περί το έτος 2009, εργοδοτήθηκε από την καθ' ης η αίτηση 2, έναντι αμοιβής για την εγκατάσταση λογισμικών σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τοποθέτηση διαδραστικών πινάκων σε δημόσια σχολεία της επαρχίας Λευκωσίας. Επειδή κατά ή περί τον Δεκέμβριο 2012 οι αμοιβές του ανήρχοντο στο ποσό €4.698, η καθ' ης η αίτηση αρ.2 και o καθ' ου 1 προσωπικά, ο οποίος είναι και διευθυντής της καθ' ης η αίτηση 2, αναγνώρισαν το ως άνω ποσό ως οφειλή τους προς τον ίδιο και υπέγραψαν και του παρέδωσαν κατά ή περί τις 10/12/2012, στην παρουσία δύο ικανών μαρτύρων έγγραφο, το οποίο χαρακτηρίσθηκε ως γραμμάτιο συνήθους τύπου, το οποίο ως αναφέρει ουσιαστικά αποτελεί την αναγνώριση της πιο πάνω οφειλής (βλ. Τεκμήριο Α) Ως περαιτέρω αναφέρει θέλοντας να συμβιβασθεί, αποδέχθηκε το ως άνω έγγραφο, δια του οποίου οι καθ' ων η αίτηση αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα αναλάμβαναν την υποχρέωση να του καταβάλουν το ποσό των €3.500 μέχρι την 31/3/
  3. Σε τέτοια περίπτωση όπως υποστήριξε δεν θα αξίωνε οποιοδήποτε άλλο ποσό. Ήταν όρος όμως του ως άνω εγγράφου, ότι σε περίπτωση κατά την οποία οι καθ' ων η αίτηση παρέλειπαν να πληρώσουν το ως άνω ποσό των €3.500 μέχρι την 31/3/2013, τότε ολόκληρο το ποσό των €4.698 θα καθίστατο απαιτητό, πλέον 9% τόκο επί του ποσού €4.698 από 1/1/2011 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως και σε περίπτωση αγωγής, οι καθ' ων η αίτηση θα αναλάμβαναν να πληρώσουν όλα τα δικαστικά, δικηγορικά και οιαδήποτε άλλα έξοδα. Ως αναφέρει οι καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να καταβάλουν το ποσό των €3.500 εντός της ως άνω ταχθείσας προθεσμίας και έτσι ολόκληρο το ποσό των €4.698 κατέστη απαιτητό, πλέον 9% τόκο επί του ποσού των €4.698 από 1/1/2011 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Περαιτέρω αναφέρει ότι οι καθ' ων η αίτηση μέχρι σήμερα, και μετά από οχλήσεις του, του κατέβαλαν έναντι της πιο πάνω οφειλής τους τα εξής ποσά, ήτοι το ποσό των €300 σε μετρητά την 5/4/2013, το οποίο ως αναφέρει έλαβε από τη σύζυγο του καθ' ου η αίτηση 1, το ποσό των €300 την 9/4/2013 με κατάθεση στο λογαριασμό του και το ποσό των €100 με επιταγή την 7/6/2013, σύνολο €
  4. Επισυνάπτει δε αντίγραφο της ηλεκτρονικής κατάστασης λογαριασμού και της επιταγής (βλ. Τεκμήριο Γ). Ως περαιτέρω αναφέρει στις 17/6/2013, απέστειλε επιστολή στους καθ' ων η αίτηση, μέσω των δικηγόρων του, με την οποία τους καλούσε να καταβάλουν εντός 5 ημερών το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό (βλ. Τεκμήριο Δ). Οι καθ' ων η αίτηση ως αναφέρει παρέλειψαν να ανταποκριθούν στην πιο πάνω ειδοποίηση και εξακολουθούν να του οφείλουν μέχρι σήμερα το ποσό των €3.998, πλέον 9% τόκο από την 1/1/
  5. Όπως υποστηρίζει, δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, αφού μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης των καθ' ων η αίτηση στις 16/10/2013, εμπρόθεσμα καταχωρήθηκε και η υπεράσπιση τους ημερομηνίας 31/10/2013 και το διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης αποτελεί εύλογο χρονικό διάστημα για την μελέτη και ετοιμασία της. Είναι τέλος η θέση του ότι οι καθ' ων η αίτηση στην υπεράσπιση που καταχώρησαν, προβαίνουν σε ισχυρισμούς, οι οποίοι καμία σχέση έχουν με το επίδικο θέμα και ορισμένοι εξ αυτών αφορούν γεγονότα πριν από τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής, δηλαδή τον χρόνο υπογραφής του εγγράφου αποδοχής του χρέους και είναι ξεκάθαρο, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, ότι αποτελούν υπεκφυγές και προσχήματα με σκοπό να παρελκύσουν την υπόθεση. Εξ όσων δε τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του και εξ' όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει, οι καθ' ων η αίτηση η δεν έχουν υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση και η υπεράσπιση που καταχώρησαν αποβλέπει στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους ένστασης: «
  6. Η Αίτηση του Ενάγοντα-Αιτητή είναι Νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή τα γεγονότα ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου δεν συνηγορούν στην έκδοση Συνοπτικής Απόφασης, περαιτέρω δε ο Αιτητής κωλύεται εκ συμπεριφοράς κ«ι/ή παραστάσεων στην προώθηση της Αίτησης για Συνοπτική .
  7. Η Ένορκη Δήλωση της Αίτησης του Ενάγοντα-Αιτητή δεν πληρεί της προϋποθέσεις των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα των Δ.18 και Δ.
  8. Οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση έχουν πολύ καλή Υπεράσπιση ως προς την ουσία της υπόθεσης.
  9. Χωρίς επηρεασμό των ανωτέρω μπορεί να δοθεί άδεια στους Εναγόμενους για Υπεράσπιση με όρους ή χωρίς όρους όπως θα κρίνει το Δικαστήριο πρέπον.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος ως αναφέρει είναι διευθυντής της καθ' ης η αίτηση 2 και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτήν, για να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης της. Όπως ο ομνύσας αναφέρει όλα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση, εκτός όπου ρητά αναφέρει διαφορετικά. Ο ομνύσας αρνείται τους ισχυρισμούς του αιτητή και υποστηρίζει στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους του ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και τόσο ο ίδιος όσο και η καθ' ης η αίτηση 2 έχουν πολύ καλή βάση υπεράσπισης και πολύ καλή συζητήσιμη υπόθεση, η οποία έχει εκτεθεί ήδη στην έκθεση υπεράσπισης που καταχωρήθηκε. Ως συγκεκριμένα αναφέρει ο ίδιος είναι διευθυντής και μέτοχος της καθ' ης η αίτηση 2, η οποία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγεγγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 με έδρα την Λευκωσία. Η εν λόγω εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή είχε συνεργασία με την ελληνική Εταιρεία MLS και για το σκοπό αυτό είχαν συμφωνήσει να προμηθεύσουν την MLS με λογισμικά ττρογράμματα για ηλεκτρονικούς υπολογιστές για να εγκατασταθούν στα δημοτικά και στα γυμνάσια σύμφωνα με προσφορά που είχε εξασφαλίσει η Εταιρεία MLS μέσω της καθ' ης η αίτηση 2 από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου κατά ή περί το έτος
  10. Για το σκοπό αυτό η καθ' ης η αίτηση 2 συμφώνησε με τον αιτητή όπως τα εν λόγω λογισμικά προγράμματα τοποθετηθούν στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές στα σχολεία Δημοτικής και Μέσης Παιδείας της Κύπρου. Τα χρήματα για την εγκατάσταση των εν λόγω λογισμικών προγραμμάτων στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές θα τα κατέβαλλε και/ή θα τα πλήρωνε, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, η εταιρεία MLS μέσω της εναγομένης 2, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι αντιπρόσωποι της Ελληνικής Εταιρείας MLS. Ως αναφέρει ο ίδιος ποτέ δεν συμβλήθηκε υπό την προσωπική του ιδιότητα με τον αιτητή, ούτε είχε οποιαδήποτε προσωπική οικονομική δοσοληψία με αυτόν, αλλά ως αναφέρει η καθ' ης 2 συμφώνησε με τον αιτητή ότι η εν λόγω εργασία εγκατάστασης των σχετικών λογισμικών προγραμμάτων που θα εγκαθίσταντο στα σχολεία Δημοτικής και Μέσης Παιδείας θα ανερχόταν στο ποσό των €4.698, και την οικονομική αυτή υποχρέωση θα είχε η καθ' ης η αίτηση 2 αποκλειστικά και όχι ο ίδιος προσωπικά. Επίσης αναφέρει ότι ο ίδιος υπέγραψε εκ μέρους των εναγομένων «έγγραφο με τίτλο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου €3500 ποσό το οποίο όφειλαν οι Εναγόμενοι 2 και για το λόγο αυτό στο σχετικό έγγραφο με τον τίτλο Γραμμάτιο Συνήθους τύπου υπάρχει η σφραγίδα της Εταιρείας των Εναγομένων 2» Ως αναφέρει ο ίδιος και η καθ' ης η αίτηση 2 αμφισβητούν τον ισχυρισμό του αιτητή ότι το εν λόγω έγγραφο που φέρει τίτλο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου αποτελεί και/ή είναι Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου. Επιπρόσθετα ως αναφέρει είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η εναγόμενη 2 δεν οφείλει €3.500, αλλά πολύ μικρότερο ποσό και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη 2 συμφώνησε με τον αιτητή περί τις 31.3.13 ότι το ποσό των €3.500, θα αποπληρωθεί με τμηματικές πληρωμές μέχρι την εξόφληση του εξ ου και ο ενάγων, σύμφωνα πάντα με τον ομνύσαντα κωλύεται να απαιτεί ολόκληρη άμεση πληρωμή. Επίσης ο ομνύσας αμφισβητεί ότι παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή από τους δικηγόρους του αιτητή που να τον καλούσε να καταβάλει εντός 5 ημερών οποιοδήποτε ποσό. Σύμφωνα δε με νομική συμβουλή που έχει λάβει από τους δικηγόρους του αναφέρει ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική καθότι ο αιτητής έχοντας εις γνώση του το περιεχόμενο της Υπεράσπισης του το οποίο καταχωρήθηκε 31.10.2013, προχώρησε ένα μήνα και πλέον μετά, στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης και οι σχετικοί ισχυρισμοί του αιτητή στην ένορκη του δήλωση, δεν μπορούν σύμφωνα με τον ομνύοντα να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση που έχει παρατηρηθεί. Καταληκτικά αναφέρει πως τα πιο πάνω γεγονότα δικαιολογούν τη διεξαγωγή δίκης, αφού όπως υποστηρίζει είναι ολοφάνερο ότι καταδεικνύεται πολύ καλή υπεράσπιση και πολύ καλή και συζητήσιμη υπόθεση και η υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκε κακόπιστα ούτε και για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης, αλλά αντίθετα είναι ο αιτητής που προκαλεί την καθυστέρηση. Συνακόλουθα αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του αιτητή. Η διαδικασία Οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, αναφορά δε σε αυτές θα γίνει κατωτέρω στα πλαίσια ανάπτυξης της νομικής πτυχής της αίτησης, στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η Δ.18 Κ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση έχει ως εξής: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Με βάση την πιο πάνω διάταξη οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου με βάση τη εν λόγω διάταξη είναι οι εξής:
  11. Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Κ.
  12. Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή.
  13. Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σημειώνεται ότι ενώ σε ενδιάμεσες αιτήσεις, δυνάμει της Δ.39 Θ2, θεωρούνται επαρκείς δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά, στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση ο ενόρκως δηλών θα πρέπει να έχει δυνάμει της Δ.18 Θ1(α), προσωπική γνώση των γεγονότων και να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά. (βλ. Stavrinides ν. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.

(1972)1 C.L.R. 130). Απλή δήλωση του ενόρκως δηλούντα ότι μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα δεν αρκεί. Πρέπει να δείξει κάτω από ποιες περιστάσεις απέκτησε γνώση των γεγονότων της υπόθεσης εφόσον είναι ξένος προς την αγωγή (βλ. Goodwin Barsby Ltd v. Premixco Asphalting Co Ltd
(1985)2 J.S.C 596). Γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς τη συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική, βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18 (βλ. Δημητρίου Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782) και The Chain Gulf Traders Ltd v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1168). Βέβαια καθ' όσον αφορά την αναγκαιότητα επισύναψης εγγράφων ως τεκμηρίων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Δ.18 δεν απαιτεί όπως η ένορκος δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης συνοδεύεται από έγγραφα, εκτός εάν επιλέξει ο ίδιος ο αιτητής να αναφερθεί σε αυτά, οπόταν και πρέπει να επισυνάπτονται. Σχετικά είναι τα νομολογηθέντα στην Κυριάκου v. Αναστασίου Πολ. Εφ. 230/09 ημερομηνίας 22/1/2013, όπου αναφέρεται ότι η «.αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ. 1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων. Αν όμως ο ίδιος ο ενάγων-αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται.» Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, στερείται δικαιοδοσίας εξέτασης της ουσίας της αίτησης (βλ. Δημητρίου και Stavrinides (ανωτέρω)). Όταν όμως και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. v Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 817 επεξηγείται ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Βέβαια θα πρέπει να επισημανθεί πως στα πλαίσια αυτά δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς. Στην πρόσφατη απόφαση Κυριάκου v. Αναστασίου (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής: «Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.»» Με άλλα λόγια θα πρέπει ο εναγόμενος, να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο τις υπεράσπισης του ή και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλ. και Πολ. Εφεση 27/10 Sensus Gymnasium Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 4/9/2013). Εξυπακούεται βέβαια ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτά δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, αλλά αναζητεί την ύπαρξη συζητήσιμου θέματος προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι, όπως τονίστηκε και στην Δημητρίου (ανωτέρω), η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, δεδομένου του ότι ο καθορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων γίνεται χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και ως εκ τούτου θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ένορκη του Δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co- Operative Co Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στα ίδια πλαίσια στην Sensus Gymnasium Ltd (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα εξής: «...Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει πλήρως και με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος το οποίο προβλέπει ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Σχετική είναι η απόφαση Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd Πολ. Έφεση 11628 ημερ. 23.12.2003 όπου αναφέρονται τα εξής: «Έχουμε τη γνώμη πως θα έπρεπε να δοθεί η ευκαιρία στον εφεσείοντα να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τη θέση του. Δεν πρόκειται για περίπτωση απλού υπόλοιπου λογαριασμού, για τον οποίο δεν μπορούσε να προβληθεί οποιαδήποτε υπεράσπιση. Να υποδείξουμε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές, και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει, ως προς τα δικαιώματα δηλαδή που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 Κ.1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή.» Υπό το φως δε όλων των πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει με την ένορκη του δήλωση τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ1(α), πρέπει να εξετάζεται αυστηρά. Άλλωστε τούτο υποδεικνύεται ξεκάθαρα και στην Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ και άλλοι v. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1Γ AAΔ 1354 όπου αναφέρονται τα εξής: «Η διαδικασία για τη λήψη συνοπτικής απόφασης, ιδιαίτερα όσον αφορά την ένορκη δήλωση, είναι πολύ αυστηρή. Αυτό επιβάλλει ο δραστικός χαρακτήρας της. Σε άρθρο στο Solicitors Journal Vol. 139
(1995)στη σελ. 1125 και 1128 με τον τίτλο "Don't forget the affidavit" αναφέρεται: "Regardless of the merits of an application for summary judgment under RSC Ord. 14, it will undoubtedly fail if the procedural requirements are not met. This has been revisited in a recent case, Barclays Bank plc v. Piper, The Times, 31 May 1995 and emphasises the need for care in preparing an Ord 14 application... . ." . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Why are these requirements so important in an Ord 14 application? Order 14 is a summary process and should only be used when appropriate, where the defendant has no defence to the claim and not for tactical purposes. The essence of the application means that if the plaintiff succeeds the defendant is deprived of an opportunity to defend the case on the merits and is denied access to justice. As a summary procedure there is no room for error."» Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θεωρώ ορθό να εξετάσω τον ισχυρισμό που προβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση είναι καταχρητστική με δεδομένο ότι η αίτηση, σύμφωνα πάντα με τους καθ' ων η αίτηση, καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και μάλιστα μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης των εναγομένων, έτσι που ο αιτητής να κωλύεται εκ της συμπεριφοράς και των παραστάσεων του από του να προωθεί την παρούσα (βλ. πρώτο λόγο ένστασης και παρ. 11 της ενόρκου δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση). Η Δ.18 δεν προνοεί ρητά συγκεκριμένο χρόνο εντός του οποίου πρέπει να καταχωρείται αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, αλλά περιορίζεται στην αναφορά ότι αυτή καταχωρείται μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης (βλ. Annual Practice 1958, σελ. 259 κάτω από τον τίτλο «At what Stage of Action»). Προκύπτει όμως ότι είναι επιθυμητό αίτηση της φύσεως που εξετάζεται να καταχωρείται το συντομότερο, πλην όμως είναι δυνατόν τέτοια αίτηση να καταχωρείται ακόμη και μετά την καταχώριση υπεράσπισης. Σχετικά είναι τα λεχθέντα στην McLardy v. Slateum 24 Q.B.D. 504 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «...though it was the intention of the Rules that the application should be made before a defence had been delivered in ordinary course, the plaintiff was not precluded from making it afterwards, but in such an event the onus is cast on the plaintiff of showing why he did not apply sooner.» Επίσης σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Ορθά, επίσης, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις ήδη καταχωρηθείσες εκθέσεις υπερασπίσεως των εφεσειόντων εφόσον σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνα που παρατίθενται, με τον ορθό δικονομικά τρόπο, στην αίτηση και στην ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Η καταχώρηση υπεράσπισης από ένα εναγόμενο δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση, στην κατάλληλη περίπτωση όπως ήταν η προκείμενη.» Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή καταχωρήθηκε στις 9/7/2013, επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 7/10/2013 και η εμφάνιση καταχωρήθηκε στις 16/10/
  1. Ακολούθως στις 31/10/2013 καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων και στις 9/12/2013 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση, με τον αιτητή να αναφέρει στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει ότι το διάστημα που μεσολάβησε από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης, ήταν απαραίτητο για τη μελέτη και προετοιμασία της αίτησης. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ της ημερομηνίας καταχώρησης του σημειώματος εμφάνισης (16/10/2013) και της ημερομηνίας καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης (9/12/2013) δεν είναι τέτοιος που να μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά κώλυμα στην καταχώρηση ή και προώθηση της παρούσας αίτησης, ή ότι την καθιστά καταχρηστική ως οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται, ενώ εξυπακούεται με βάση και τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν ότι η ύπαρξη της καταχωρηθείσας υπεράσπισης δεν εξουδετερώνει την εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.18 για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ούτε και είναι ορθό εν πάση περιπτώσει να ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο της στα πλαίσια της παρούσας αίτησης η οποία και θα εξεταστεί με βάση τα στοιχεία που έχουν παρατεθεί με τον ορθά δικονομικό τρόπο ήτοι την αίτηση, την ένσταση και τις ενόρκους δηλώσεις που τις συνοδεύουν ως και στα συνημμένα σ' αυτές τεκμήρια. Ερχόμενη τώρα στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, σημειώνω ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις πληρούνται αφού το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικώς οπισθωγραφημένο και οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει εμφάνιση. Εξετάζοντας την τρίτη προϋπόθεση σημειώνω ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από τον ίδιο τον ενάγοντα, ο οποίος αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονοτων και ο οποίος ως προκύπτει ήταν ο άμεσα εμπλεκόμενος στα όσα διημήφθησαν μεταξύ των διαδίκων και από τα όσα αναφέρει προκύπτει επίσης ότι ήταν ήταν παρών κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου Α το οποίο φέρει και τη δική του υπογραφή ως πιστωτή. Υπό αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι ο ενόρκως δηλών έχει θετική γνώση των γεγονότων που αναφέρει, ενώ δεν μου διαφεύγει ότι ο ως άνω αναφερθείς προβαίνει και σε ρητή δήλωση ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή ενώ ο ίδιος επαληθεύει την αξίωση του κατά των εναγομένων ενώ επισυνάπτει και τα έγγραφα στα οποία κάνει αναφορά. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι και η τρίτη προϋπόθεση πληρούται. Έχοντας επομένως καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια σύμφωνα με τη Δ.18, παραμένει να εξεταστεί εάν οι καθ' ων η αίτηση ή και οιοσδήποτε εξ αυτών, έχουν δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ώστε να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης τους ή και εάν αποκαλύπτουν τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Εν σχέση με το ζήτημα αυτό σημειώνω τα εξής. Αναφορικά με την καθ' ης η αίτηση 2 είναι προφανές από την Έκθεση Απαίτησης αλλά και από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, ότι η αξίωση του αιτητή βασίζεται σε συμφωνία που είχε μαζί με την εναγόμενη 2 στη βάση της οποίας, όπως ο ίδιος ο αιτητής ισχυρίζεται, εργοδοτήθηκε από αυτήν (βλ. παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση) για την εγκατάσταση λογισμικών σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τοποθέτηση διαδραστικών πινάκων σε δημόσια σχολεία. Κατά δε, την 10/12/2012 η οφειλή της καθ' ης η αίτηση 2 ανήρχετο σε ποσό €4698, σε σχέση με το οποίο καταρτίστηκε το Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η εναγόμενη 2 αποδέχεται ότι είχε συμβληθεί με τον ενάγοντα και ότι θα ήταν υπόλογη για την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής των €4698, αφού συγκεκριμένα στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγόμενης 2, που συνοδεύει την ένσταση στην παράγραφο 5 υπό στοιχείο (θ), αναφέρεται ότι : «θ. Οι Εναγόμενοι 2 συμφώνησαν με τον ενάγοντα ότι η εν λόγω εργασία εγκατάστασης των σχετικών λογισμικών προγραμμάτων που θα εγκαθίσταντο στα σχολεία Δημοτικής και Μέσης Παιδείας θα ανερχόταν στο ποσό των €4698, την οικονομική υποχρέωση θα είχαν οι Εναγόμενοι 2 αποκλειστικά και όχι εγώ προσωπικά.» Επίσης η εναγόμενη 2 δεν αρνείται την υπογραφή του σχετικού εγγράφου που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ως Τεκμήριο Α, εξ ου και ως αναφέρεται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση (βλ. παρ. 5 υπό στοιχείο (ι)) αυτό υπεγράφη από τον καθ' ου η αίτηση 1 εκ μέρους της και φέρει τη σφραγίδα της. Προβάλλει όμως κάποιες θέσεις οι οποίες αναλύονται κατωτέρω. Αναφέρει κατ' αρχήν ότι το οφειλόμενο ποσό δεν είναι €3500 αλλά πολύ μικρότερο. Σε σχέση με τη θέση αυτή κατ' αρχήν σημειώνεται ότι το αξιούμενο ποσό με βάση το Τεκμήριο Α, του οποίου η υπογραφή από την εναγόμενη 2 δεν αμφισβητείται, δεν είναι €3500 αλλά €4698 πλέον τόκο. Το δε ποσό αυτό των €4698 πλέον τόκο θα θεωρείτο εξοφληθέν εάν η εναγόμενη 2 κατέβαλλε το ποσό των €3500 μέχρι τις 31/3/2013 πράγμα το οποίο δεν υπάρχει μαρτυρία ή έστω ισχυρισμός ότι έγινε. Επομένως η αναφορά στο ποσό των €3500, δεν συνάδει με το Τεκμήριο Α του οποίου η υπογραφή από την καθ'ης η αίτηση 2 δεν αμφισβητείται. Εν πάσει περιπτώσει η θέση της καθ' ης η αίτηση 2, ότι δηλαδή το οφειλόμενο ποσό δεν είναι €3500 αλλά πολύ μικρότερο, σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί αποκάλυψη γεγονότων που να θεωρούνται επαρκή για να δοθεί στην καθ' ης η αίτηση 2 το δικαίωμα να υπερασπιστεί ή ότι καταδεικνύουν το βάσιμο της υπεράσπισης της, αφού εάν πράγματι η καθ' ης η αίτηση 2 γνωρίζει ότι το οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο θα αναμένετο να αναφέρει ποιο είναι αυτό το μικρότερο ποσό και πως αυτό προέκυψε βάσει των δικών της στοιχείων και υπολογισμών, πράγμα το οποίο δεν πράττει. Το ίδιο ισχύει και για τη γενική θέση που προβάλλει ότι περί τις 31/3/2013 συμφωνήθηκε ότι το ποσό των €3500 θα αποπληρωνόταν με τμηματικές πληρωμές μέχρι την εξόφληση και ότι επομένως κωλύεται ο αιτητής να απαιτεί άμεσα ολόκληρο το ποσό. Και τούτο διότι δεν δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με αυτή τη συμφωνία και συγκεκριμένα αν ήταν προφορική ή γραπτή και εν πάσει περιπτώσει πόσες και σε ποιες ημερομηνίες θα γίνονταν αυτές οι τμηματικές πληρωμές και μέχρι πότε θα έπρεπε να είχε εξοφληθεί το χρέος και αν αυτή η συμφωνία τηρείται και πως και αν πράγματι τηρείται ποια ποσά καταβλήθηκαν με βάση αυτή. Επομένως κρίνω ότι η καθ' ης η αίτηση 2 δεν προβάλλει τέτοια γεγονότα που να της δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί ούτε εν πάση περιπτώσει καταδεικνύει οτιδήποτε το οποίο να καθιστά βάσιμη οποιαδήποτε εκ των υπερασπίσεων που προβάλλει. Υπενθυμίζω ότι με βάση και την πιο πάνω νομολογία (βλ. Κυριάκου v. Αναστασίου πιο πάνω) το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση της σχετικής διαδικασίας. Αυτό που αναμένεται από τον εναγόμενο είναι ως έχει ήδη λεχθεί «to condescend upon particulars» (βλ. Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4 πιο πάνω) πράγμα που η καθ' ης η αίτηση 2 υπό τις περιστάσεις και με βάση τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν απέτυχε να πράξει. Ως προς τη θέση που προβάλλεται ότι το Τεκμήριο Α δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου, σημειώνω ότι το εάν το εν λόγω έγγραφο είναι ή όχι γραμμάτιο συνήθους τύπου σύμφωνα με το νόμο (ζήτημα το οποίο δεν αποφασίζω στο στάδιο αυτό) είναι άσχετο τουλάχιστον σε σχέση με την εναγόμενη 2, αναφορικά με την οποία, είναι προφανές και παραδεκτό ότι η αξίωση του ενάγοντα βασίζεται σε συμφωνία με την εναγόμενη 2 αναφορά στην οποία έγινε πιο πάνω, και από την οποία προέκυψε η οφειλή, σε σχέση με την οποία υπεγράφη το Τεκμήριο Α, (του οποίου η υπογραφή από την εναγόμενη 2 δεν αμφισβητείται) ως απόδειξη (αν μη τι άλλο) του οφειλόμενου ποσού. Έπεται πως με βάση τα πιο πάνω πληρούνται οι προϋποθέσεις και δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης σε σχέση με την εναγόμενη
  2. Ερχόμενη τώρα στον καθ' ου η αίτηση 1, σημειώνω ότι σε σχέση με αυτόν δεν υπάρχει ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης ή στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση ότι η αρχική συμφωνία που έγινε με την καθ' ης η αίτηση 2, έγινε και με τον ίδιο τον καθ' ου η αίτηση 1 προσωπικά, αφού υπενθυμίζω ότι ο αιτητής στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης περιορίζεται να αναφέρει ότι εργοδοτήθηκε από την καθ' ης η αίτηση 2 και μόνο. Η θέση του αιτητή, αναφορικά με τον καθ' ου η αίτηση 1, όπως προκύπτει από την ένορκη του δήλωση αλλά και την Έκθεση Απαίτησης, είναι ότι μετά τη συμφωνία με την καθ' ης η αίτηση 2, και με δεδομένη την εκκρεμούσα οφειλή της τελευταίας, στη συνέχεια υπεγράφη έγγραφο το οποίο ο αιτητής αποκαλεί γραμμάτιο συνήθους τύπου, ήτοι το Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και το οποίο και επικαλείται κατ' ουσίαν για να στηρίξει την απαίτηση του εναντίον του εναγόμενου
  3. Με βάση τα πιο πάνω το κατά πόσον το Τεκμήριο Α αποτελεί πράγματι γραμμάτιο συνήθους τύπου είναι ουσιώδες αναφορικά με τον εναγόμενο 1, με δεδομένο το ότι ως και πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί ο αιτητής δεν επικαλείται την ύπαρξη συμφωνίας με τον καθ' ου η αίτηση 1, ανάλογης με αυτήν που έγινε με την καθ' ης η αίτηση 2 και επομένως εάν το Τεκμήριο Α δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου αλλά απλή έγγραφη αναγνώριση χρέους, αυτό από μόνο του δεν θα μπορεί να αποτελέσει σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία βάση αγωγής επί της οποίας να μπορεί να στηριχθεί η αξίωση του αιτητή εναντίον του καθ' ου η αίτηση
  4. (βλ. Νικόλας και Χρήστος Ιγνατίου ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Απόστολου Ιγνατίου κ.α. v. Νικόλα Λεμονάρη
(2004)1Γ ΑΑΔ 1562 και Πολ.Έφεση 64/2009, ημερ. 19/7/2012 Π. Λεωνιδου και Δ. Βόλου ως διαχειριστές της περιουσίας της Σωτηρούλας Βόλου v. Θρσύβουλου Σπυριδάκη ). Σημειώνεται δε ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν εντοπίζεται άλλη βάση αξίωσης εναντίον του εναγόμενου 1. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Σπυριδάκη (πιο πάνω) η πλούσια νομολογία επί του γραμματίου συνήθους τύπου που καλύπτεται από το άρθρο 78 του Κεφ. 149, σαφώς επιβεβαιώνει την ιδιάζουσα νομική οντότητα του γραμματίου συνήθους τύπου στο Κυπριακό νομικό στερέωμα, η έννοια του οποίου χρήζει αυστηρής ερμηνείας ενόψει του ότι το άρθρο 80 του Κεφ. 149, προνοεί ότι το περιεχόμενο ενός τέτοιου γραμματίου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται (Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1971)1 Α.Α.Δ. 11). Οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του. Όπως δε διευκρινίζεται στην Κυριάκου v. Αναστασίου (ανωτέρω) με αναφορά στην Κανναουρίδης ν. Οικοδομικής Εταιρείας Τακτικών Κυβερνητικών Εργατών Κύπρου «Η Μέριμνα» Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1390 επιτρέπεται και η προβολή της υπεράσπισης της εξόφλησης του χρέους, εφόσον η εξόφληση αποσβένει την οφειλή. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Raif v. Dervish
(1971)1 Α.Α.Δ. 158, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του γραμματίου. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483 και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ
(2000)1 Α.Α.Δ.
  1. Ο καθ' ου η αίτηση 1 στην προκειμένη περίπτωση αρνείται ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου και υποστηρίζει μεταξύ άλλων ότι ο ίδιος δεν το υπέγραψε υπό την προσωπική του ιδιότητα, αλλά μόνο ως διευθυντής της καθ' ης η αίτηση
  2. Εξετάζοντας το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου στην όψη του και χωρίς να προβαίνω σε εύρημα στο στάδιο αυτό αναφορικά με το εάν το εν λόγω έγγραφο αποτελεί ή όχι γραμμάτιο συνήθους τύπου και λαμβάνοντας υπόψη το λεκτικό που χρησιμοποιείται και ιδιαίτερα το γεγονός ότι στο μέρος όπου υπογράφει ο χρεώστης αναφέρεται «Η χρεώστης» και από κάτω υπάρχει υπογραφή του εναγόμενου 1 και σφραγίδα της εναγομένης 2 χωρίς δεύτερη υπογραφή του εναγόμενου 1, θεωρώ ότι πράγματι προκύπτουν γεγονότα που δίδουν το δικαίωμα στον εναγόμενο 1 να θέσει την υπεράσπιση του στην αγωγή. Υπενθυμίζω τη σχετική νομολογία βάσει της οποίας άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας, καθώς και ότι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπό το φως των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης 2 για ποσό €3998 με τόκο 9% από 1/1/2011 μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αίτηση απορρίπτεται εναντίον του καθ' ου η αίτηση/εναγόμενου 1 με έξοδα υπερ του τελευταίου και εναντίον του ενάγοντα/αιτητή ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. Η υπεράσπιση του εναγόμενου 1 να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί. (Υπ.) ............ Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.