Κωνσταντίας Μουσκή ν. Δημήτρη Ροτρίκες Χριστοδουλίδη, Αρ. Αγωγής: 1219/14, 28/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A318 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1219/14 Μεταξύ: Κωνσταντίας Μουσκή Ενάγουσας και Δημήτρη Ροτρίκες Χριστοδουλίδη Εναγόμενου ------- Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 28.2.2014 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Ιουλίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την αιτήτρια-ενάγουσα: κ. Δημήτρης Παπαχρυσοστόμου για Δημήτρης Παπαχρυσοστόμου ΔΕΠΕ Για τον καθ' ου η αίτηση-εναγόμενο: κ. Ρ. Σχίζας για Ρένος Λ. Σχίζας και Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση εξασφαλίστηκε εκ μέρους της αιτήτριας-ενάγουσας στις 6.3.2014 παρεμπίπτον διάταγμα μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, ως το αιτητικό Β της αίτησης, με το οποίο απαγορεύεται στον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση «να παρενοχλεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο επιτίθεται, εξυβρίζει και διαταράττει την ειρήνη και ησυχία της ενάγουσας-αιτήτριας, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Ως προς το αιτητικό Α, με το οποίο επιζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση και να απαγορεύει σ' αυτόν «την είσοδο και παραμονή στην κατοικία της ενάγουσας-αιτήτριας που βρίσκεται στην οδό Μνασιάδου 5, 2332 Κ. Λακατάμεια, αμέσως μετά την επίδοση σ' αυτόν του οπισθογραφημένου διατάγματος», η αίτηση ορίστηκε για επίδοση στον καθ' ου η αίτηση-εναγόμενο στις 14.3.2014, έχοντας κατά την ίδια ημερομηνία οριστεί και το εκδοθέν διάταγμα για αναθεώρηση (returnable). Ακολούθως, ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος αντέδρασε αρνητικά στη διατήρηση του επίδικου διατάγματος σε ισχύ καθώς και στην έκδοση διατάγματος ως το αιτητικό Α της αίτησης, με αποτέλεσμα τη διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας αφού καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους του στις 30.4.
- Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας όλα τα θέματα που αφορούν την έκδοση του διατάγματος και τη διατήρηση του σε ισχύ εξετάζονται εξ υπαρχής. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, που καταχωρήθηκε στις 28.2.2014, η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του εναγόμενου αφενός διατάγματα ως τα αιτητικά της υπό κρίση αίτησης και αφετέρου τιμωρητικές αποζημιώσεις, τόσο λόγω επίθεσης του εναγόμενου εναντίον της που έλαβε χώρα απρόκλητα στις 17.2.2014 όσο και λόγω παράνομης επέμβασης στην κατοικία της, πλέον έξοδα. Στις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται ότι οι διάδικοι τέλεσαν το γάμο τους στις 29.10.1995 ως ορθόδοξοι χριστιανοί και από αυτόν γεννήθηκαν δύο παιδιά την 1.4.1998 και στις 22.6.2001 αντίστοιχα, τα οποία διαμένουν σήμερα με την ενάγουσα στην ιδιόκτητη κατοικία της επί της οδού Μνασιάδου 5, 2332 Κ. Λακατάμεια (εγγραφή 3/1954 Λακατάμεια, Λευκωσία). Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε στις 22.4.2013 με την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση αρ. 820/12, που κατέστη τελεσίδικη. Η προαναφερθείσα κατοικία, η αξία της οποίας ανέρχεται στο ποσό των €350.000, χρησιμοποιείτο από τους διαδίκους ως ο συζυγικός τους οίκος, μετά δε τη λύση του γάμου ο εναγόμενος, αν και κατοικούσε στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Bahrain όπου εργαζόταν, παράνομα εισήρχετο στην κατοικία της ενάγουσας, όταν ερχόταν στην Κύπρο, διαταράσσοντας την ησυχία της, παρενοχλώντας την και εξυβρίζοντάς την με λόγια και με έργα. Παρά το ότι η ενάγουσα απαίτησε να σταματήσει να εισέρχεται στην κατοικία της, ο εναγόμενος συνέχισε παράνομα να εισέρχεται και να παραμένει σ' αυτήν, περί δε τις 17.2.2014, όταν η ενάγουσα απαίτησε να εγκαταλείψει το σπίτι της που εισήλθε παράνομα, της επιτέθηκε τραυματίζοντάς την στη ρινική χώρα, με αποτέλεσμα να υποστεί ρινικό κάταγμα καθώς και πόνο και ταλαιπωρία, αξιώνοντας τιμωρητικές αποζημιώσεις πέραν του ποσού των €2.
- Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θ.θ. 1-3, τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, οι κανόνες επιείκειας και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την αίτηση, η αιτήτρια-ενάγουσα αναφέρει τα γεγονότα που γνωρίζει προσωπικά, εκτός για όσα αναφέρει την πηγή της γνώσης της, και με αναφορά στην τέλεση του γάμου τους και την απόκτηση των δύο παιδιών τους με τον εναγόμενο καθώς και στη λύση αυτού, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ως πιο πάνω παρατέθηκε, επισυνάπτει αντίγραφο της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ως Τεκμήριο
- Ως προς την κατοικία που διαμένει με τα δυο παιδιά τους, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι είναι εγγεγραμμένη εξ ολοκλήρου στο όνομά της και έχει κτιστεί σε μισό οικόπεδο, το οποίο ήταν εγγεγραμμένο κατά το ¼ μερίδιο στο όνομά της και κατά το άλλο ¼ στο όνομα του εναγόμενου, φέροντας αριθμό εγγραφής 3/1954, Δήμος Λακατάμειας, Λευκωσία, ενώ το άλλο ½ μερίδιο ανήκει σε άλλο πρόσωπο (αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2). Όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 2, η ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια όλης της κατοικίας που αντιπροσωπεύεται από το ½ μερίδιο του τίτλου, καθότι ο εναγόμενος λίγες μέρες πριν από τις 29.7.2004 της μεταβίβασε το μερίδιο του στο οικόπεδο, δηλαδή το ¼ μερίδιο, με τη δωρεά αρ. 7513/
- Στην εν λόγω κατοικία κατοικούσαν με το σύζυγο της και τα παιδιά τους και κατά το χρονικό διάστημα που ήταν σε διάσταση μεταξύ τους, πριν από την έκδοση του διαζυγίου. Περί τον Οκτώβριο του 2012, ενώ ευρίσκοντο σε διάσταση, ο εναγόμενος μετέβη στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Bahrain για να εργαστεί, ερχόταν όμως στην Κύπρο κάθε δυο-τρεις μήνες για δέκα περίπου ημέρες, διαμένοντας στο συζυγικό οίκο. Μετά την έκδοση του διαζυγίου στις 22.4.2013 ο εναγόμενος συνέχισε να κατοικεί μέσα στην οικία παρόλο ότι η ενάγουσα απαιτούσε να φύγει εφόσον δεν ήταν πλέον σύζυγός της και δεν είχε δικαίωμα να εισέρχεται και να διανυκτερεύει εκεί. Ο εναγόμενος ωστόσο δεν έφευγε λέγοντάς της ότι είναι και δική του η οικία, υπονοώντας ότι της μεταβίβασε το ¼ του μεριδίου του στο οικόπεδο με δωρεά. Συζητούσαν το θέμα αυτό συνεχώς και έντονα, μπροστά στα παιδιά, αλλά ο εναγόμενος ήταν ανένδοτος και δεν έφευγε παρόλο ότι πολλά βράδια κοιμόταν αλλού. Σύμφωνα με την ενάγουσα, ο εναγόμενος μπαινοβγαίνει στην οικία όποτε επιθυμεί και οποιαδήποτε ώρα, κάνοντας χρήση όλου του σπιτιού σαν να βρίσκεται σε ξενοδοχείο, παρά το ότι η ενάγουσα του έχει δηλώσει ότι δεν θέλει να της απευθύνει το λόγο και ότι θέλει να φύγει από το σπίτι εφόσον παράνομα εισέρχεται, ο δε εναγόμενος την παρενοχλεί ζητώντας της να μεταβιβάσει το σπίτι στο όνομα των παιδιών τους και παροτρύνοντας τα παιδιά τους να απαιτούν να γίνει αυτό, με αποτέλεσμα να προκαλείται ένταση στο σπίτι και να δημιουργούνται αρνητικά αισθήματα των παιδιών προς την ενάγουσα. Η ενοχλητική συμπεριφορά του εναγόμενου περιλαμβάνει και ύβρεις, τις οποίες η ενάγουσα παραθέτει, επισημαίνοντας ότι οι εντάσεις προκαλούνται αποκλειστικά με τη συμπεριφορά του εναγόμενου και την χρήση της οικίας όποτε ο ίδιος επιθυμεί, λέγοντας υποτιμητικά λόγια για την ίδια στα παιδιά. Το βράδυ της 17.2.2014, ενώ ευρίσκοντο στην κουζίνα της οικίας, η ενάγουσα του είπε ότι δεν αντέχει άλλο και θέλει να φύγει. Ο εναγόμενος άρχισε να λέει τα ίδια και ότι πρέπει να φύγει η ενάγουσα από το σπίτι, το οποίο είναι δικό του, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένταση στην παρουσία του δεκαεξάχρονου γιου τους. Η ενάγουσα πήγε και κλείστηκε στο υπνοδωμάτιό της και όταν ο εναγόμενος έσπασε την πόρτα του υπνοδωματίου για να εισέλθει σ' αυτό, η ενάγουσα βρισκόταν πίσω από την πόρτα και τραυματίστηκε στη μύτη από το σπάσιμο της πόρτας (φωτογραφία της σπασμένης πόρτας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3). Η ενάγουσα ειδοποίησε τηλεφωνικά την αστυνομία Λακατάμειας και οι αστυνομικοί που ήρθαν στην οικία της έδωσαν παραπεμπτικό για εξέταση στο Νοσοκομείο, εφόσον ο τραυματισμός της στη μύτη ήταν εμφανής και αιμορραγούσε, στο δε Νοσοκομείο διαπιστώθηκε ότι είχε ράγισμα στο ρινικό οστούν. Μετά την εξέτασή της στο Νοσοκομείο και τη σημείωση των παρατηρήσεων της γιατρού στο παραπεμπτικό η ενάγουσα το επέστρεψε στην αστυνομία. Λόγω του ότι ο τραυματισμός της ήταν σοβαρός εφόσον προκλήθηκε ρινικό κάταγμα, οι αστυνομικοί συζητούσαν μεταξύ τους κατά πόσο θα παρέπεμπαν την υπόθεση στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων, αλλά τελικά έδωσε γραπτή κατάθεση για το περιστατικό στις 19.2.2014 στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας, από όπου ζήτησε να της δοθεί φωτοαντίγραφο του ιατρικού πιστοποιητικού του Νοσοκομείου, αλλά της αρνήθηκαν λέγοντάς της να το ζητήσει ο δικηγόρος της με αίτηση. Μετά το περιστατικό η ενάγουσα άλλαξε τις κλειδαριές του σπιτιού, αλλά ο εναγόμενος επιμένει να μεταβαίνει στην οικία όποτε θέλει και αφού του ανοίγουν τα παιδιά τους παίρνει δικά του πράγματα αλλά δεν διανυκτερεύει. Στις 20.2.2014, ενόσω ευρίσκοντο στην οικία, ο εναγόμενος άρχισε να συζητά για την οικία λέγοντας ότι η ενάγουσα υπέγραψε ένα χαρτί στο δικηγόρο του που του δίνει το δικαίωμα να εισέρχεται στην οικία και όταν η ενάγουσα, επειδή δεν θυμόταν να το υπέγραψε, του ζήτησε να της δείξει το χαρτί αυτό, ο εναγόμενος αρνήθηκε λέγοντας ότι θα το παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Ζήτησε στη συνέχεια από το δικηγόρο της να διερευνήσει την τυχόν ύπαρξη τέτοιου εγγράφου επικοινωνώντας με το δικηγόρο του εναγόμενου και στις 24.2.2014 ο δικηγόρος της την πληροφόρησε ότι ο δικηγόρος του εναγόμενου του έστειλε το έγγραφο, που η ίδια υπέγραψε, αλλά αφαίρεσε κάποιες παραγράφους, κατ' εντολή του εναγόμενου, για να μην τις δει η ενάγουσα (αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4). Κατόπιν οδηγιών της, ο δικηγόρος της έστειλε επιστολή ημερομηνίας 25.2.2014 (Τεκμήριο 5) στον δικηγόρο του εναγόμενου ζητώντας φωτοαντίγραφο της συμφωνίας, λαμβάνοντας ως απάντηση την επιστολή ημερομηνίας 28.2.2014 (Τεκμήριο 7). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 το δικαίωμα του εναγόμενου είναι «να απολαμβάνει και καρπούται της περιουσίας του (δηλαδή του μεταβιβαζομένου μεριδίου του οικοπέδου τεμάχιο 1882) εφ' όρου ζωής» και ως τη συμβουλεύει ο δικηγόρος της, δεν νοείται επικαρπία και απόλαυση σε μερίδιο οικοπέδου που κατέχεται εξ αδιανεμήτου αλλά αν κριθεί δεσμευτικό το εν λόγω Τεκμήριο ο εναγόμενος μπορεί να δικαιούται μόνο αποζημιώσεις. Ως ισχυρίζεται η ενάγουσα η κατάσταση μέσα στο σπίτι, ειδικά μετά το περιστατικό της 17.2.2014 είναι αφόρητη εφόσον όποτε μεταβεί εκεί ο εναγόμενος προκαλεί συζητήσεις για το σπίτι, λέγοντας ότι δεν φεύγει διότι δεν θα μπορεί να έχει επικοινωνία με τα παιδιά του και προκαλώντας αρνητικά αισθήματα στα παιδιά για την ενάγουσα, η οποία δεν μπορεί να τον ανεχθεί μέσα στην κατοικία της, την οποία δεν μπορεί να απολαύσει, λόγω των συνεχών προκλήσεων του εναγόμενου ότι θα την εκδιώξει και μιλώντας της ασταμάτητα παρόλο ότι του ζητά να μην της απευθύνει το λόγο αλλά και παρενοχλώντας αυτήν. Η ενάγουσα θεωρεί επείγουσα την έκδοση των επιδίκων διαταγμάτων για να βρει τόσο η ίδια όσο και τα παιδιά τους την ηρεμία τους και να απολαμβάνουν τα ανθρώπινα δικαιώματα του απαραβίαστου της κατοικίας τους, η δε συνέχιση της κατάστασης με την είσοδο του εναγόμενου οποτεδήποτε στην κατοικία θα της προκαλέσει ζημιά που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ούτε και θα μπορέσει να αποζημιωθεί. Έχοντας τη νομική συμβουλή του δικηγόρου της και με βάση τη νομολογία, μεταξύ άλλων, την απόφαση Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1192 (Τεκμήριο 6), η ενάγουσα πιστεύει ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Υποστηρίζει, επίσης, ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και άριστη βάση αγωγής, ενώ εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έκδοσή τους είναι απόλυτα αναγκαία, όχι μόνο λόγω του ότι έχει διαταραχθεί ο ψυχικός της κόσμος και δεν μπορεί να αποδώσει στη δουλειά της, ως υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου, λόγω της συμπεριφοράς του εναγόμενου, αλλά και κυρίως επειδή δεν πρέπει τα παιδιά να είναι μάρτυρες τέτοιας συμπεριφοράς και να τους δημιουργούνται αρνητικά αισθήματα για τη μητέρα τους. Όπως συμβουλεύεται από το δικηγόρο της, ο εναγόμενος δεν έχει νομικό δικαίωμα στην κατοικία και αν έχει αξιώσεις εναντίον της λόγω του ότι υπήρξαν σύζυγοι, μπορεί να διεκδικήσει με διαδικασία στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας το ποσοστό της συνεισφοράς του στην αύξηση της αξίας της περιουσίας της ενάγουσας μετά το γάμο. Η ένσταση του καθ' ου η αίτηση, που καταχωρήθηκε στις 30.4.2014, ως νομικό υπόβαθρο έχει τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 θ.θ.1-3, Δ.48 θ.θ. 1-4 και 9(ο), Δ.49 θ.θ.5, 6
(6), 7, 12, 14 και 16 και Δ.64, τα άρθρα 21(1-2) και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, τα άρθρα 7-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, καθώς και το Σύνταγμα και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, ως λόγοι δε ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: · το προσωρινό διάταγμα εξεδόθη αλλά ουδέποτε επεδόθη στον καθ' ου η αίτηση, ο οποίος έλαβε γνώση για την ύπαρξή του από τον ανήλικο γιο του που διαμένει με την αιτήτρια και μαζί με το κλητήριο ένταλμα τα βρήκε στο κάγκελο της οικίας της αιτήτριας, ενόσω το Δικαστήριο είναι καθ' ύλη αναρμόδιο να εκδικάσει την υπό κρίση αίτηση που ανήκει στην αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου για επίλυση περιουσιακών διαφορών επειδή οι διάδικοι ήταν σύζυγοι και αφενός η συνεισφορά του καθ' ου η αίτηση είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή της αιτήτριας αφετέρου δε ο εντός της οικίας οικιακός εξοπλισμός αποτελεί σχεδόν εξ ολοκλήρου δωρεά από τη μητέρα του · η αιτήτρια προέβη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση χωρίς καθαρά χέρια και παρεπλάνησε το Δικαστήριο, επικαλούμενη ψευδείς ισχυρισμούς και αποκρύπτοντας τα πραγματικά γεγονότα εφόσον δεν επεσύναψε ιατρικό πιστοποιητικό, ούτε υπέστη κάταγμα ή τραυματισμό σε οποιοδήποτε μέρος του σώματός της · η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει στην ένορκή της δήλωση οτιδήποτε επείγον και πιεστικό και το Δικαστήριο εξέδωσε το επίδικο διάταγμα μονομερώς κατά παράβαση της νομολογίας, σύμφωνα με την οποία τέτοια διατάγματα εκδίδονται όταν είναι άκρως επείγον, έχοντας αποδεχθεί τον ισχυρισμό της αιτήτριας για τραυματισμό χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο · η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει τις συνέπειες ή/και τους κινδύνους από τη μη άμεση έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος δεδομένου ότι όπως παραδέχεται άλλαξε τις κλειδαριές της οικίας και ο καθ' ου η αίτηση δεν είχε πρόσβαση για να την πλησιάσει · η αιτήτρια προσπαθεί να παρακάμψει την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης με κατάχρηση της διαδικασίας χωρίς αποκάλυψη του κατεπείγοντος και της άμεσης εμφανούς ανεπανόρθωτης ζημιάς, χωρίς επίσης να αποκαλύπτει το έγγραφο που υπέγραψε και έχει στην κατοχή της δυνάμει του οποίου της μεταβιβάστηκε το μερίδιο του καθ' ου η αίτηση επί του ακινήτου δυνάμει δωρεάς · ελλείπει η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η πιθανότητα να υποστεί η αιτήτρια ανεπανόρθωτη ζημιά λόγω μη έκδοσης του διατάγματος · η αιτήτρια απέκρυψε επιμελώς το Ιδιωτικό Προσωπικό Συμφωνητικό ημερομηνίας 8.7.2004, που η ίδια υπέγραψε με μάρτυρα την αδελφή της ότι ο καθ' ου η αίτηση θα απολαμβάνει και καρπούται την περιουσία του (δηλαδή του μεταβιβαζόμενου μεριδίου του οικοπέδου που βρίσκεται η οικία) εφ' όρου ζωής · η αιτήτρια αποκρύπτει τα πραγματικά γεγονότα και τους λόγους που ο καθ' ου η αίτηση ζητούσε να ανοίξει την πόρτα του δωματίου όπου είχε όλα τα πρωτότυπα έγγραφα δηλαδή πτυχία, συμφωνητικά έγγραφα και άλλα έγγραφα της εργασίας του · η αιτήτρια δεν προσήψε «στέρεη μαρτυρία» προς υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι τυχόν απόφαση δεν θα ικανοποιηθεί (Ninemia Maritime Corporation v. Trame Schiffahrts Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412-1422) · δεν υπάρχει πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και δεν αποκαλύπτεται πού και πώς επεδόθη το προσωρινό διάταγμα ούτε στοιχειοθετήθηκε το κατεπείγον ή οι ειδικές περιστάσεις για την έκδοση του διατάγματος κατ' εξαίρεση (Demstar Limited v Zim Israel Navigation Co Ltd
(1966)1 Α.Α.Δ 597 · η αιτήτρια δεν έθεσε με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα όλα τα δεδομένα που εύλογα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την υπό κρίση αίτηση κατ' εξαίρεση και · ο καθ' ου η αίτηση αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Κύπρο αν και εξασφάλισε εργασία στο εξωτερικό για να πληρώνει τα ψηλά δίδακτρα των τέκνων του, παρέμεινε δε στην Κύπρο λόγω του εκδοθέντος διατάγματος με κίνδυνο να χάσει την εργασία του. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος, γνωρίζοντας πλήρως τα γεγονότα, αναφέρει ότι εργαζόταν στις Κυπριακές Αερογραμμές από το 1996 μέχρι το 2012, από όπου, λόγω της κατιούσας κατάστασης, υπέβαλε παραίτηση από τη θέση του Διευθυντή Επιχειρήσεως Εδάφους, έκτοτε δε εργαζόταν στο εξωτερικό μέχρι πρόσφατα, καλύπτοντας ανελλιπώς τα δίδακτρα των δύο τέκνων τους, καταβάλλοντας μέχρι σήμερα το ποσό των €53.188 για τον υιό τους και το ποσό των €34.971 για τη θυγατέρα τους. Ερχόταν στην Κύπρο κατά διάφορα χρονικά διαστήματα για χάρη των τέκνων τους και διέμενε στη συζυγική οικία που αγοράστηκε με πολύ μεγαλύτερη συνεισφορά του ιδίου, καταβάλλοντας ακόμη και μετά τη λύση του γάμου τους με την αιτήτρια, δόση δανείου για την απόκτησή της, ενόσω το μεγαλύτερο μέρος της επίπλωσης αποτελεί δωρεά από τη μητέρα του προ του γάμου. Κατέχοντας επ' ονόματι του το ½ μερίδιο της οικίας και μέρος του οικοπέδου που αυτή ανηγέρθη, προέβη σε μεταβίβαση δυνάμει δωρεάς στη σύζυγό του στις 9.7.2004, αφού την προηγουμένη ημέρα η τελευταία υπέγραψε Ιδιωτικό Προσωπικό Συμφωνητικό με ενυπόγραφη μαρτυρία της αδελφής της, ότι ο εναγόμενος θα απολαμβάνει και καρπούται το μεταβιβασθέν μερίδιο του εφ' όρου ζωής, όπως και έκανε μέχρι το προσχεδιασθέν ισχυριζόμενο επεισόδιο. Λόγω μεταγενέστερου διαχωρισμού η οικία και το μέρος του οικοπέδου έλαβε ξεχωριστό τίτλο και αντικαταστάθηκε το ½ με το όλον λαμβάνοντας νέο αριθμό 0/7957, Φ/Σ30/04W2, τεμ. 3503, είναι δε επ' ονόματι της αιτήτριας. Η μόνη κάρπωση της οικίας έκτοτε ήταν η διαμονή του στο δωμάτιό του και ήταν πολύ περιορισμένη λόγω της απουσίας του για εργασία στο εξωτερικό, θεωρώντας ότι, πέραν του πιο πάνω δικαιώματος, επιβάλλετο να μένει με τα παιδιά του έστω και για λίγο λόγω της ηλικίας τους αλλά και εφόσον στερείτο άλλης στέγης. Η αιτήτρια για εκδικητικούς λόγους λόγω του ότι ο καθ' ου η αίτηση προέβη σε αίτηση λύσης του γάμου, αλλά και επειδή έβλεπε τη συνεχή επαγγελματική του άνοδο, του ζητούσε να μην μένει στην οικία τους, έχοντας μάλιστα αποταθεί στην αστυνομία, όπου τη συμβούλευσαν ότι μόνο με διάταγμα του Δικαστηρίου θα μπορούσε να τον εκδιώξει. Ο καθ' ου η αίτηση παρουσίασε στην αστυνομία την προαναφερθείσα συμφωνία, την οποία ωστόσο η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι αγνοούσε και απορρίπτοντας την υπογραφή της ως πλαστογραφημένη, ο καθ' ου η αίτηση τη συμβούλευσε να αποταθεί στην αστυνομία ή σε γραφολόγο αλλά δεν έπραξε οτιδήποτε. Μετά από παραινέσεις της αστυνομίας, όπου ο καθ' ου η αίτηση κατήγγειλε την παράνομη ενέργειά της να τον εμποδίζει να διαμένει στην οικία, η αιτήτρια εμπνεύστηκε τη δημιουργία επεισοδίου για να εξασφαλίσει διάταγμα αποκλεισμού του από την οικία. Στις 17.2.2014 εφάρμοσε το σχέδιο και κατά την είσοδο του καθ' ου η αίτηση στην οικία, η αιτήτρια άρχισε τις φραστικές επιθέσεις, εξυβρίσεις και απειλές ότι θα τον εκδιώξει και στην παρουσία των τέκνων τους, επειδή ο καθ' ου η αίτηση ήταν ήρεμος και συγκρατημένος, θεωρώντας ότι θα αποτύγχανε το σχέδιο της, εισήλθε στο δωμάτιο που υπήρχαν όλα τα έγγραφα, πτυχία και συμφωνίες του καθ' ου η αίτηση, όπου κλειδώθηκε και τον απειλούσε ότι θα τα καταστρέψει. Ο καθ' ου η αίτηση είχε πρόβλημα υγείας (μικρό εγκεφαλικό) πριν λίγες μέρες από το συμβάν, που το γνώριζε η αιτήτρια. Υπό το φόβο υλοποίησης των απειλών της αιτήτριας και του κινδύνου να χάσει την καινούργια εργασία του αν αδυνατούσε να παρουσιάσει τα προσόντα του, ο καθ' ου η αίτηση στην παρουσία του δεκαεξάχρονου γιου τους προσπάθησε να ανοίξει την κλειδωμένη πόρτα, έχοντας πρώτα παρακαλέσει την αιτήτρια να ξεκλειδώσει για να πάρει τα πράγματά του. Λόγω της επίμονης άρνησης της αιτήτριας να ανοίξει την πόρτα και των συνεχιζόμενων απειλών και εκβιασμών της ότι θα τον εκδικηθεί, ο καθ' ου η αίτηση κτύπησε με το πόδι του δυνατά το κάτω μέρος της πόρτας, της οποίας έσπασε το εξωτερικό κάλυμμα. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η αιτήτρια σκόπιμα και πονηρά επεσύναψε το Τεκμήριο 3 στην ένορκή της δήλωση, που αποτελεί φωτογραφία σε μεγέθυνση του σπασίματος της πόρτας και όχι ολόκληρης, για να μη φανεί ότι το σπάσιμο ήταν στο κάτω μέρος αυτής. Στη συνέχεια η αιτήτρια κάλεσε την αστυνομία και βλέποντας το περιπολικό άνοιξε η ίδια την πόρτα. Ο υιός τους διέψευσε αμέσως στην αστυνομικό, που μετέβη στο σπίτι τους, τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι ο καθ' ου η αίτηση την κτύπησε και την τραυμάτισε, λέγοντάς της ότι δεν την άγγιξε ούτε με οποιονδήποτε τρόπο την κτύπησε. Σχετικά με το τραύμα της αιτήτριας στη μύτη, ο καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει ότι η αιτήτρια εκ γενετής έχει σπαστή μύτη με τακτικά περιστατικά απώλειας αίματος λόγω ρήξης αγγείων και χωρίς λόγο, και αυτό, κατά τη θέση του, επαληθεύεται από την απουσία ιατρικού πιστοποιητικού για το κατ' ισχυρισμόν της κάταγμα μύτης συνεπεία του επεισοδίου. Πιστεύοντας ότι στη βάση μόνο του ισχυρισμού της αιτήτριας ότι την κτύπησε και δεδομένου ότι η αιτήτρια άλλαξε την κλειδαριά της εισόδου της οικίας, όπως η ίδια παραδέχεται, δεν εδικαιολογείτο η έκδοση του προσωρινού διατάγματος με μονομερή αίτηση, ο ενόρκως δηλών ζητά όπως ακυρωθεί, υποστηρίζοντας ότι είναι ανύπαρκτες οι προϋποθέσεις για έκδοσή του. Κατά την ακρόαση της αίτησης και οι δυο ενόρκως δηλούντες αντεξετάστηκαν, οι δε συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους, οι εισηγήσεις των οποίων θα αναφερθούν πιο κάτω όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επιδίκων θεμάτων της αίτησης, υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Πρωταρχικά θα πρέπει να εξεταστεί το θέμα δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου εφόσον αποτελεί εισήγηση του κ. Σχίζα ότι καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο για την αξίωση της αιτήτριας, που είναι ενοχική, είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο στη διαδικασία των Περιουσιακών Διαφορών, ενόσω η κλίμακα της αγωγής θα έπρεπε να καθοριστεί στις €2.000 - €10.000 βάσει των διεκδικούμενων αποζημιώσεων ύψους πέραν των €2.000 και όχι βάσει της, κατά τον υπολογισμό της αιτήτριας, αξίας της επίδικης οικίας. Σύμφωνα με τη νομολογία, θέματα που αφορούν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το συντομότερο δυνατό καθότι είναι αντινομικό να ασκεί το Δικαστήριο δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του (βλ. Λανίτης Λτδ κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225). Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης (βλ. και Λεφτής ν. Γεωργίου
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 211). Στην παρούσα υπόθεση, όπως ορθά εισηγήθηκε ο κ. Παπαχρυσοστόμου, οι αξιώσεις της αιτήτριας-ενάγουσας, ως φαίνεται στην έκθεση απαίτησής της, έχουν ως αιτίες ή βάσεις την παράνομη επέμβαση, την οχληρία και την επίθεση, διεκδικούνται δε αποζημιώσεις τόσο λόγω παράνομης επέμβασης όσο και λόγω επίθεσης που προκάλεσε σωματικά τραύματα στην ενάγουσα. Ως κατέστη δε αναμφισβήτητο στην παρούσα διαδικασία, η αγωγή καταχωρήθηκε μετά τη λύση του γάμου των διαδίκων. Έχοντας κατά νου τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1192, στην οποία επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου ο κ. Παπαχρυσοστόμου, οι αξιώσεις που εγείρονται με το δικόγραφο της αιτήτριας-ενάγουσας δεν αφορούν θέμα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων ή άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά ώστε να εμπίπτουν εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 11
(2)(ε) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου Ν. 23/1990, όπως τροποποιήθηκε (βλ. και Κατζουράκη ν. Επαμεινώνδα
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 219). Σύμφωνα με τα λεχθέντα άλλωστε στην απόφαση Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου (πιο πάνω), ακόμα και αν ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος διεκδικεί δικαιώματα επί της επίδικης κατοικίας, οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή, έχοντας προκύψει μετά τη λύση του γάμου, δεν μπορούν να ενταχθούν εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου δυνάμει του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991, Ν. 232/1991, όπως τροποποιήθηκε (βλ. άρθρα 2 και 14). Συνεπώς, κρίνεται ότι, υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί αυτής και κατ' επέκταση της υπό κρίση αίτησης. Ως προς δε την κλίμακα της αγωγής, κρίνεται ότι ορθά καθορίστηκε το ύψος της κλίμακας με βάση την αξία της επίδικης περιουσίας επί της οποίας γίνεται η κατ' ισχυρισμόν παράνομη επέμβαση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη Δ.2 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (βλ. και το άρθρο 22
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, από όπου προκύπτει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις από την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας, όταν αμφισβητείται ο τίτλος της, καθορίζεται η κλίμακα της αγωγής), ανεξάρτητα του μικρότερου ύψους των διεκδικούμενων αποζημιώσεων δυνάμει της κατ' ισχυρισμόν επίθεσης του εναγόμενου κατά της ενάγουσας, που αποτελεί συνενωμένη αιτία ή βάση αγωγής στην παρούσα υπόθεση. Ως προς την ουσία της αίτησης, αν και στη νομική της βάση γίνεται αναφορά και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, ενόσω το άρθρο 5 που, επίσης, περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης δεν είναι σχετικό με το αιτητικό της, η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων επιδιώχθηκε βασικά δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), θέση που αποκλειστικά προωθήθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 Α.Α.Δ. 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγων, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 A.A.Δ. 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ. 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 A.A.Δ. 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 A.A.Δ. 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 A.A.Δ. 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 A.A.Δ. 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 A.A.Δ. 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης, η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος, έχει ως συνέπεια ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει, όταν η απόκρυψη είναι τέτοια που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο, το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην είχε εκδώσει το διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής: «Είναι βασική αρχή δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει και τους δύο διάδικους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα "audi alteram partem". Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης, για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό έχει νομοθετηθεί με το εδάφιο
(1)του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. ...» Χρήσιμα όμως είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Demstar Ltd. ν. Zim Israel Navigation
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, τα οποία υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Ahmad Zein κ.α. ν. Παράσχος Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 C.L.R. 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93 ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 1993). Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα, με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93(89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 11/89, και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπει Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd v. Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Apartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. ΄Ο,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Περαιτέρω στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Xρήστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκαν τα εξής: «Οπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου ΑΡ. 157/90 - 30.5.96)), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάλι με τη νομολογία, ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος ουσιαστικά δεν υφίστατο με αποτέλεσμα να ελλείπει το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς, παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά (βλ. Stavros Hotel Apartments (No.2) και Babel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947). Στην παρούσα υπόθεση, προέχει η εξέταση του ισχυρισμού εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση περί μη αποκάλυψης εκ μέρους της αιτήτριας ουσιωδών γεγονότων, τα οποία θα ασκούσαν βαρύνουσα σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος (βλ. και τις πιο πρόσφατες αποφάσεις Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developments Ltd
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1377 και CTO Public Company Limited κ.α. ν. BAT (Cyprus) Limited κ.α., Πολ. Έφ. 263/2009, ημερομηνίας 16.2.2012). Αποτελεί εισήγηση του κ. Σχίζα ότι η αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Σύμφωνα με την εισήγηση, η αιτήτρια δεν απεκάλυψε τον τίτλο ιδιοκτησίας όπου εμφαίνεται ότι είναι η ιδιοκτήτρια όλου του τεμαχίου, απέκρυψε ότι υπέγραψε Ιδιωτικό Προσωπικό Συμφωνητικό (Τεκμήριο Β της ακροαματικής διαδικασίας), απέκρυψε ότι το σπάσιμο της πόρτας αφορούσε ένα πολύ μικρό μέρος της στο κάτω μέρος αυτής και ότι ο εναγόμενος δεν άγγιξε καθόλου την αιτήτρια, η οποία παραποίησε με τον τρόπο αυτό ουσιωδώς τα γεγονότα του συμβάντος και παρέλειψε να παρουσιάσει, χωρίς ικανοποιητική δικαιολογία, ιατρικό πιστοποιητικό που να αναφέρεται είτε σε ράγισμα του ρινικού οστού είτε σε ρινικό κάταγμα. Αντίθετα, ο κ. Παπαχρυσοστόμου εισηγήθηκε ότι τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας είναι στην ουσία τους παραδεκτά. Έχοντας υπόψη τους προβληθέντες ισχυρισμούς στο σύνολο τους καθώς και τη προσαχθείσα μαρτυρία βάσει των ενόρκων δηλώσεων των μερών και των Τεκμηρίων που τις συνοδεύουν, καθώς και όσα προέκυψαν από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, έχω σχηματίσει την αντίληψη ότι η αιτήτρια κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος μονομερώς, δεν απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, τα οποία εξ αντικειμένου είχαν βαρύνουσα σημασία και μπορούσαν να επηρεάσουν καταφανώς την απόφαση του Δικαστηρίου στο στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος και που σχετίζονται και με το επείγον του θέματος. Όσα ο κ. Σχίζας εισηγήθηκε και παρατέθηκαν πιο πάνω δεν θα μπορούσαν να έχουν τέτοιο αποτέλεσμα, ως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Επαναλαμβάνεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, καταλήγοντας σε συμπεράσματα μετά από πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος αλλά ούτε και να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας στο βαθμό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επηρεάζεται δυσμενώς η υπόθεση διαδίκου κρίνοντας τον ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων, Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω), Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω), Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Ως προς την εν λόγω εισήγηση, κρίνεται αρχικά ότι δεν έχει οποιαδήποτε σημασία κατά πόσο υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας όπου η αιτήτρια φαίνεται να κατέχει το όλο του ακινήτου, ούτε άλλωστε και προσκομίσθηκε τέτοιος τίτλος εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση, ενόσω μάλιστα η αιτήτρια έκανε αναφορά σε μέρος του Ιδιωτικού Προσωπικού Συμφωνητικού, το οποίο επεσύναψε ως Τεκμήριο 4 στην ένορκή της δήλωση έχοντας το εξασφαλίσει υπό τις συνθήκες που περιέγραψε, και που περιέχει τον όρο επί του οποίου ο καθ' ου η αίτηση βασίζει το επικαλούμενο δικαίωμα του σε σχέση με την επίδικη οικία. Περαιτέρω, δεν αλλοιώνεται η εικόνα που σχηματίστηκε στο Δικαστήριο από το σημείο στο οποίο έσπασε η πόρτα (βλ. Τεκμήριο Α της ακροαματικής διαδικασίας), δεδομένου ότι το σπάσιμο προήλθε από την ενέργεια του εναγόμενου να την κτυπήσει με το πόδι του, όπως ο ίδιος αποδέχθηκε, ούτε και συμφωνώ με τον κ. Σχίζα ότι από την αντεξέταση της αιτήτριας προέκυψε ουσιαστική διαφοροποίηση των γεγονότων του επίδικου συμβάντος. Το γεγονός δε ότι η αιτήτρια μετά το επίδικο συμβάν άλλαξε τις κλειδαριές του σπιτιού, είχε τεθεί με την ένορκη της δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου, έχοντας επίσης αναφερθεί εκ μέρους της ότι, παρά ταύτα ο εναγόμενος συνέχισε να μεταβαίνει στην οικία όπου του άνοιγαν τα τέκνα τους. Η απουσία άλλωστε οποιουδήποτε ιατρικού πιστοποιητικού για την ισχυριζόμενη βλάβη στη μύτη της αιτήτριας δεν αποτελεί απόκρυψη γεγονότος, αλλά σχετίζεται με τη δύναμη της ουσίας της υπόθεσης της, εφόσον η αιτήτρια ενόρκως υποστήριξε ότι υπέστη τη βλάβη αυτή. Κατά συνέπεια η σχετική εισήγηση του κ. Σχίζα δεν μπορεί να επιτύχει. Περαιτέρω, ως προς τις τρεις προϋποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη, όπως προαναφέρθηκε και οι οποίες σύμφωνα με τον κ. Παπαχρυσοστόμου συντρέχουν εν προκειμένω, κρίνεται ορθότερο όπως εξεταστούν ξεχωριστά για τα δυο αιτητικά της αίτησης, υπό το φως των δεδομένων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσον αφορά το αιτητικό Α της αίτησης, με βάση τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ως έχουν πιο πάνω αναλυτικά παρατεθεί, χωρίς να έχουν ουσιωδώς ανατραπεί κατά την αντεξέταση της, είναι πρόδηλο ότι η επίδικη οικία της ανήκει εξ ολοκλήρου και είναι κτισμένη επί του ½ οικοπέδου, που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της από τις 29.7.2004, επί του οποίου, ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 2, υπάρχουν κτίρια που δεν αναφέρονται στην εγγραφή. Όπως ανέφερε η αιτήτρια, κατά την αντεξέταση της και είναι αναμφισβήτητο, η οικία αγοράστηκε από κοινού από τους διαδίκους κατά το στάδιο της ανέγερσης της. Από την άλλη, ως επικαλείται ο καθ' ου η αίτηση, δυνάμει του Ιδιωτικού Προσωπικού Συμφωνητικού ημερομηνίας 8.7.2004 (αντίγραφο μέρους του οποίου επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 4 στην αίτηση, ενώ το πλήρες κείμενό του αποτελεί το Τεκμήριο Β της ακροαματικής διαδικασίας), κατόπιν συμφωνίας με την αιτήτρια πριν από τη μεταβίβαση του μεριδίου του σ' αυτήν με δωρεά, έχει διατηρήσει το δικαίωμα «να απολαμβάνει και καρπούται» του μεταβιβαζομένου μεριδίου του εν λόγω οικοπέδου εφ' όρου ζωής. Παρά το ότι δεν γίνεται αναφορά σε οικία στο προαναφερθέν Ιδιωτικό Προσωπικό Συμφωνητικό, από το Τεκμήριο 2 και τη μαρτυρία της αιτήτριας προκύπτει ότι η οικία υπήρχε ως κτίσμα επί του οικοπέδου κατά τον χρόνο της δωρεάς του μεριδίου του εναγόμενου επ' αυτού προς την αιτήτρια-ενάγουσα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι δεν νοείται επικαρπία και απόλαυση μεριδίου εξ αδιαιρέτου οικοπέδου δεν ενισχύει την επί του θέματος θέση της. Χωρίς να προβαίνω σε βάθος ανάλυση της μαρτυρίας ή αξιολόγηση της στην παρούσα διαδικασία, οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί καταδεικνύουν ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως ορατό ζήτημα προς εκδίκαση αναφορικά με την παράνομη επέμβαση, που αποτελεί μία από τις βάσεις της αγωγής. Ωστόσο, τα δεδομένα της υπόθεσης σε συνάρτηση με το προβληθέν εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση δικαίωμα επί της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει στον αναγκαίο βαθμό την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, οπότε δεν πληρούται η δεύτερη αναγκαία προϋπόθεση προς έκδοση του αιτουμένου με το αιτητικό Α διατάγματος. Πολύ δε περισσότερο δεν έχει αποδειχθεί η ανεπανόρθωτη ζημιά της αιτήτριας δεδομένου ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η οποιαδήποτε τυχόν βλάβη λόγω της παραμονής του καθ' ου η αίτηση στην επίδικη οικία ή/και χρήσης αυτής μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και η αιτήτρια μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως μετά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, νοουμένου ότι αποδείξει τη θέση της και τη σχετική αξίωσή της. Ενόψει του ότι δεν ικανοποιείται το δεύτερο και το τρίτο κριτήριο, που θέτει η νομολογία, κρίνεται ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος ως η παράγραφος Α του αιτητικού της αίτησης. Όσον αφορά όμως το εκδοθέν διάταγμα δυνάμει του αιτητικού Β της αίτησης, η κατάληξη είναι διαφορετική. Από όσα παραθέτει η αιτήτρια σχετικά με τη συμπεριφορά του εναγόμενου κατά το χρόνο του επίδικου συμβάντος αλλά και τόσο πριν όσο και μετά από αυτό, η συμπεριφορά του εναγόμενου με εξυβριστικά λόγια και έργα, με αποκορύφωμα το σπάσιμο της πόρτας, το οποίο παραμένοντας αναμφισβήτητο δεν συνάδει με τον ισχυρισμό του εναγόμενου περί του προσχεδιασμένου του επεισοδίου, εμπεριέχει στοιχεία που συνιστούν παρενόχληση, εξύβριση, επίθεση και διατάραξη της ειρήνης και ησυχίας της. Κ' αυτό ανεξάρτητα από τη θέση του εναγόμενου ότι η συμπεριφορά της αιτήτριας ήταν προκλητική, εφόσον είναι κοινώς αποδεκτό ότι αυτή τον καλούσε συνεχώς να εγκαταλείψει την επίδικη οικία. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν θα ήταν ορθό ή σκόπιμο να προβώ σε ανάλυση της μαρτυρίας ή αξιολόγηση της στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ούτε και είναι επιτρεπτό να γίνει πλήρης νομική ανάλυση ως προς το κατά πόσο στοιχειοθετείται, υπό το φως των υποστηριχθέντων γεγονότων, το αστικό αδίκημα της επίθεσης καθώς και αν συνεπεία επίθεσης επήλθε ράγισμα ή κάταγμα ρινός στην αιτήτρια. Οι πιο πάνω παρατεθείσες θέσεις της αιτήτριας και χωρίς να παραγνωρίζονται οι ισχυρισμοί του εναγόμενου για τη δική της συμπεριφορά, δεικνύουν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, οπότε η αιτήτρια έχει αποδείξει την πρώτη αναγκαία προϋπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση, επίσης, που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ικανοποιείται ενόψει των ισχυρισμών που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την αιτήτρια και δεδομένου ότι όσα υποστήριξε ο καθ' ου η αίτηση, όπως ήδη εκτέθηκε πιο πάνω, δεν μπορούν να αποκλείσουν τέτοια πιθανότητα. Όσον αφορά δε την τρίτη προϋπόθεση, συμφωνώ με την εισήγηση του κ. Παπαχρυσοστόμου ότι, η αιτήτρια-ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν διατηρηθεί σε ισχύ το εκδοθέν διάταγμα, δεδομένου ότι η συνέχιση τέτοιας συμπεριφοράς έναντι της αιτήτριας θα προκαλέσει μη εύκολα αποτιμητή σε χρήμα ζημιά, εφόσον σχετίζεται με τα στοιχεία της προσωπικότητας της αιτήτριας και της ακεραιότητάς της, όχι μόνο σωματικής, έχει δε ηθικές και ψυχολογικές προεκτάσεις που δεν μπορούν να αποτιμηθούν χρηματικά. Όπως επαναλήφθηκε στην πρόσφατη απόφαση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240.». Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στην κρίση ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση για τη διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος σε ισχύ, καθότι εάν η ενάγουσα επιτύχει στην αγωγή της δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως στο μεταγενέστερο εκείνο στάδιο. Δεδομένου ότι έχει κριθεί ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 σε σχέση με το εκδοθέν μονομερώς διάταγμα, εξετάζοντας το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνεται ότι αυτό κλίνει σαφώς υπέρ της αιτήτριας-ενάγουσας λόγω της ανάγκης διαφύλαξης της υγιούς διαβίωσης της ίδιας και των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, μέσα στα πλαίσια σεβασμού της ιδιωτικής της και οικογενειακής ζωής, ενώ ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος δεν θα υποστεί δυσχέρεια ή ζημιά ή ταλαιπωρία από τη συνέχιση διατήρησης του διατάγματος, δεδομένου ότι η αρμόζουσα εκ μέρους του συμπεριφορά προς την αιτήτρια, ιδιαίτερα στην παρουσία των ανήλικων τέκνων τους και όχι μόνο, είναι αναγκαία και επιβεβλημένη. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θεωρώ ότι η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για τη διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος ως το αιτητικό Β της αίτησης, ενώ ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος δεν αντέταξε οτιδήποτε το ουσιαστικό έναντι των ισχυρισμών της αιτήτριας προς ακύρωση του διατάγματος αυτού. Δεν διαφεύγει της προσοχής ότι το υπό αναφορά διάταγμα αποτελεί μια από τις θεραπείες της αγωγής. Παρά το ότι δεν έχει τεθεί το θέμα από τον κ. Σχίζα, θεωρώ ορθό να επισημάνω ότι δεν αποκλείεται η έκδοση προσωρινού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή, όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο υπό τις συνθήκες της υπόθεσης (βλ. μεταξύ άλλων, Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω), Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 169). Για τους προαναφερθέντες λόγους το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 6.3.2014 οριστικοποιείται, ενόσω η αίτηση ως προς το αιτητικό Α απορρίπτεται. Λόγω της εν μέρει επιτυχίας και της εν μέρει αποτυχίας της αίτησης, κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα αυτής αποτελέσουν έξοδα στην πορεία της αγωγής. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο