L.C.A. DOMIKI LIMITED ν. KOTSONIS ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 6911/2013, 22/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A312 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6911/2013 ΜΕΤΑΞΥ: L.C.A. DOMIKI LIMITED Ενάγοντες και KOTSONIS ENTERPRISES LTD Εναγόμενου Ημερομηνία : 22 Ιουλίου 2014 Εμφανίσεις : Για τον αιτητή/ενάγοντα: κ. Π. Πετράκης Για τους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση: κ. Ιωαννίδης ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 13/11/2013) Με την αίτηση τους ημερομηνίας 13/11/2013 οι ενάγοντες/αιτητές (στο εξής καλούμενοι «οι αιτητές») αιτούνται συνοπτική απόφαση εναντίον των εναγομένων / καθ' ων η αίτηση (στο εξής καλούμενοι «οι καθ' ων η αίτηση») ως η απαίτηση τους. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Ευτύχιου Ευτυχίου ο οποίος ως αναφέρει ευρίσκεται στην υπηρεσία των αιτητών και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης τους για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των καθ' ων η αίτηση. Ως αναφέρει μεταξύ των καθηκόντων του είναι η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η εποπτεία όλων των χρεωστικών λογαριασμών των πελατών των αιτητών συμπεριλαμβανομένου και αυτού των καθ' ων η αίτηση. Ως περαιτέρω αναφέρει έχει διαβάσει την Έκθεση Απαιτήσεως και συμφωνεί πλήρως με τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτή τα οποία είναι σε προσωπική του γνώση και τα οποία υιοθετεί. Ως αναφέρει όλες οι πωλήσεις προς τους καθ' ων η αίτηση λάμβαναν χώραν μέσω του ίδιου και εκτελούντο πάντοτε σύμφωνα με τις οδηγίες των καθ' ων η αίτηση τόσο αναφορικά με την τιμή όσο και τον τόπο και τον τρόπο παράδοσης και παραλαβής του εμπορεύματος. Μετά δε από κάθε παράδοση του εμπορεύματος, ως αναφέρει, ο ίδιος προσωπικά επικύρωνε ανελλιπώς με τους καθ' ων η αίτηση ότι τα εμπορεύματα πράγματι παρελήφθησαν από αυτούς. Επί πλέον ως αναφέρει κάθε τέλος εκάστου μηνός οι καθ' ων η αίτηση εφοδιάζοντο με αντίγραφα της κατάστασης του λογαριασμού τους και αυτοί ουδέποτε εξέφρασαν οιονδήποτε παράπονο για οιανδήποτε πώληση. Συγκεκριμένα ως αναφέρει κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες οι καθ' ων η αίτηση έκαναν τέσσερεις πληρωμές προς τους αιτητές συνολικού ποσού €4000.- και πάντοτε συμφωνούσαν με το εκάστοτε υπόλοιπο του χρέους τους. Όπως περαιτέρω αναφέρει οι καθ' ων η αίτηση συνεχίζουν μέχρι σήμερα να χρωστούν στους αιτητές το ποσό που αναφέρεται στην Έκθεση Απαιτήσεως για πώληση και παράδοση σιδήρου. Επισυνάπτει δε ως Τεκμήριο 1 κατάσταση λογαριασμού και τιμολόγιων. Τέλος αναφέρει ότι ως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος των αιτητών και ο ο ίδιος πιστεύει ακράδαντα, οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή και συνακόλουθα εκ μέρους των αιτητών αιτείται την έκδοση συνοπτική απόφασης υπέρ τους ως η απαίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης που απαιτούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας ή/και η νομολογία, κατά παρέκκλιση του δικαιώματος των Εναγόμενων σε δίκη και αποστερώντας το δικαίωμα τους να προσάξουν μαρτυρία.
- Η αίτηση είναι δικονομικά απαράδεκτη, παράτυπη, αντικανονική ή/και αντίθετη στις σχετικές πρόνοιες που καθορίζονται από τους σχετικούς Δικονομικούς Θεσμούς.
- Το πρόσωπο που υπογράφει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των Εναγόντων δεν μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα.
- Η ένορκη δήλωση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18 θ. 1 και θ.2 και δεν έχει ικανοποιηθεί η δικαιοδοτικής φύσης προϋπόθεση της υπογραφής της ένορκης δήλωσης από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα ή/και στην αίτηση δεν επισυνάπτονται τα τεκμήρια.
- Οι Ενάγοντες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσονται με βάση την Δ.18 Θ.1 για έκδοση συνοπτικής απόφασης καθότι δεν έχουν ξεκαθαρισμένη απαίτηση εναντίον των Εναγομένων.
- Οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν το αναφερόμενο ποσό. (α) Το αξιούμενο ποσό δεν οφείλεται και έχει εξοφληθεί. (β) Τα παραληφθέντα εμπορεύματα έχουν εξοφληθεί. (γ) Μέρος των εμπορευμάτων που αναγράφονται στα τιμολόγια δεν έχει παραληφθεί.
- Οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα και δεν αποδεικνύουν επαρκώς την βασιμότητα της απαίτησης.
- Οι καθ'ών η αίτηση - εναγόμενοι έχουν αριθμό νόμο βάσιμων ή/και καλών ή/και καλόπιστων υπερασπίσεων, των οποίων η βασιμότητα δύναται να διαπιστωθεί αποκλειστικά και μόνο με την εισαγωγή μαρτυρίας.
- Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και εγείρονται θέματα που χρήζουν εκδίκασης και που δίδουν στους Εναγόμενους το δικαίωμα να προβάλουν την υπεράσπιση τους.
- Το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να κρίνει ότι δεν υπάρχει βάσιμη υπεράσπιση ή/και ότι έχει αποδειχθεί η απαίτηση εκτός και αν ακούσει μαρτυρία, και δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για την απόδειξη των ισχυρισμών των Εναγόντων.
- Τυχόν έγκριση της αίτησης θα καταλήξει σε στέρηση του δικαιώματος ακροάσεως των Εναγόμενων ή/και του δικαιώματος τους σε δίκαιη δίκη ή/και πρόσβαση στο Δικαστήριο.» Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Οικονομίδη ο οποίος ως αναφέρει ευρίσκεται στην υπηρεσία των καθ' ων η αίτηση ως υπεύθυνος του λογιστηρίου και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους καθ' ων η αίτηση, για να προβεί στην ένορκη δήλωση, προς υποστήριξη της ένστασης τους στην υπό εξέταση αίτηση. Ως αναφέρει γνωρίζει θετικά και από προσωπική γνώση τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και στα οποία κάνει αναφορά, για όσα δε γεγονότα δεν έχει προσωπική γνώση, αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης του, ενώ καθ' όσον αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης, διατυπώνει, ως αναφέρει, τη γνώμη και συμβουλή των δικηγόρων των καθ' ων η αίτηση. Αναφορικά με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ισχυρίζεται ότι αυτή είναι παράτυπη ή και αντικανονική ή και ελλιπής ή και εν πάσει περιπτώσει μη σύμφωνη με τις προϋποθέσεις που τίθενται από τους σχετικούς Δικονομικούς Θεσμούς. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, πουθενά δεν αναφέρει τη γνώση του για την υπόθεση ως απαιτείται από τους σχετικούς Δικονομικούς Θεσμούς πέραν του αόριστου ισχυρισμού του στην παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως, την οποία ο ίδιος αρνείται, για δήθεν θετική γνώση του για τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω αναφέρει ότι αρνείται τις υπόλοιπες παραγράφους της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση και ισχυρίζεται ότι η άγνοια του ενόρκως δηλούντα για τα γεγονότα της υπόθεσης είναι ξεκάθαρη αφού ουδεμία αναφορά γίνεται στα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης των αιτητών/εναγόντων και εν πάση περιπτώσει καμία εξήγηση δεν δίνεται από πού προκύπτει η ισχυριζόμενη οφειλή των καθ' ων η αίτηση. Παραδέχεται όμως ότι οι καθ' ων η αίτηση διατηρούσαν συνεργασία με τους αιτητές, πλην όμως αναφέρει ότι οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται ότι οφείλουν οιονδήποτε ποσό στους αιτητές και συγκεκριμένα αναφέρει ότι οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται το οφειλόμενο υπόλοιπο και ισχυρίζονται ότι τα παραδοθέντα εμπορεύματα έχουν εξοφληθεί. Περαιτέρω είναι η θέση του ότι τα παραδοθέντα εμπορεύματα δεν ανταποκρίνονται σ' αυτά που αναφέρονται στα τιμολόγια, ενώ περαιτέρω αναφέρει ότι από το 2012 οι αιτητές, ουδέποτε ειδοποίησαν τους καθ' ων η αίτηση ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο. Τέλος αναφέρει ότι οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι τα επισυνημμένα τιμολόγια στην ένορκη δήλωση του ομνύοντα για τους αιτητές δεν ανταποκρίνονται στην ποσότητα και την αξία των παραδοθέντων εμπορευμάτων. Είναι δε η θέση του ότι τα γεγονότα που παρατίθενται στην ένορκη του δήλωση καθώς και τα ζητήματα που εγείρονται με αυτήν δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ολότητα της μαρτυρίας, στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας, ενώ υποστηρίζει ότι από το σύνολο των όσων αναφέρονται, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν καλόπιστη υπεράσπιση και ότι υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση. Συνακόλουθα, υποστηρίζει ότι τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης χωρίς να παρασχεθεί στους καθ' ων η αίτηση/εναγόμενους η ευκαιρία αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος ακρόασης θα προσβάλει τα συνταγματικά τους δικαιώματα για δίκαιη δίκη. Με βάση δε όλα τα ανωτέρω ζητεί όπως η αίτηση απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των εναγόντων και όπως παραχωρηθεί άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης στους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση Η διαδικασία Οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, αναφορά δε σε αυτές θα γίνει κατωτέρω στα πλαίσια ανάπτυξης της νομικής πτυχής της αίτησης, στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η Δ.18 Κ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση έχει ως εξής: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Με βάση την πιο πάνω διάταξη οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου με βάση τη εν λόγω διάταξη είναι οι εξής:
- Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Κ.
- Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή.
- Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σε περιπτώσεις δε όπως την παρούσα που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο, μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για όλα τα πιο πάνω (βλ. Annual Practice 1955, σελ. 174 και Stavrinides ν. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 και Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782). Σημειώνεται ότι ενώ σε ενδιάμεσες αιτήσεις, δυνάμει της Δ.39 Θ2, θεωρούνται επαρκείς δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά, στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση ο ενόρκως δηλών θα πρέπει να έχει δυνάμει της Δ.18 Θ1(α), προσωπική γνώση των γεγονότων και να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά. (βλ. Stavrinides πιο πάνω). Απλή δήλωση του ενόρκως δηλούντα ότι μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα δεν αρκεί. Πρέπει να δείξει κάτω από ποιες περιστάσεις απέκτησε γνώση των γεγονότων της υπόθεσης εφόσον είναι ξένος προς την αγωγή (βλ. Goodwin Barsby Ltd v. Premixco Asphalting Co Ltd
(1985)2 J.S.C 596). Γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς τη συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική, βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18 (βλ. Δημητρίου πιο πάνω) και The Chain Gulf Traders Ltd v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1168). Βέβαια καθ' όσον αφορά την αναγκαιότητα επισύναψης εγγράφων ως τεκμηρίων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Δ.18 δεν απαιτεί όπως η ένορκος δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης συνοδεύεται από έγγραφα, εκτός εάν επιλέξει ο ίδιος ο αιτητής να αναφερθεί σε αυτά, οπόταν και πρέπει να επισυνάπτονται. Σχετικά είναι τα νομολογηθέντα στην Κυριάκου v. Αναστασίου Πολ. Εφ. 230/09 ημερομηνίας 22/1/2013, όπου αναφέρεται ότι η «.αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ. 1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων. Αν όμως ο ίδιος ο ενάγων-αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται.» Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, στερείται δικαιοδοσίας εξέτασης της ουσίας της αίτησης (βλ. Δημητρίου και Stavrinides (ανωτέρω)). Όταν όμως και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. v Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 817 επεξηγείται ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Βέβαια θα πρέπει να επισημανθεί πως στα πλαίσια αυτά δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς. Στην πρόσφατη απόφαση Κυριάκου v. Αναστασίου (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής: «Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.»» Με άλλα λόγια θα πρέπει ο εναγόμενος, να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο τις υπεράσπισης του ή και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλ. και Πολ. Εφεση 27/10 Sensus Gymnasium Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 4/9/2013). Εξυπακούεται βέβαια ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτά δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, αλλά αναζητεί την ύπαρξη συζητήσιμου θέματος προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι, όπως τονίστηκε και στην Δημητρίου (ανωτέρω), η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, δεδομένου του ότι ο καθορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων γίνεται χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και ως εκ τούτου θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ένορκη του Δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co- Operative Co Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στα ίδια πλαίσια στην Sensus Gymnasium Ltd (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα εξής: «...Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει πλήρως και με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος το οποίο προβλέπει ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Σχετική είναι η απόφαση Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd Πολ. Έφεση 11628 ημερ. 23.12.2003 όπου αναφέρονται τα εξής: «Έχουμε τη γνώμη πως θα έπρεπε να δοθεί η ευκαιρία στον εφεσείοντα να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τη θέση του. Δεν πρόκειται για περίπτωση απλού υπόλοιπου λογαριασμού, για τον οποίο δεν μπορούσε να προβληθεί οποιαδήποτε υπεράσπιση. Να υποδείξουμε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές, και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει, ως προς τα δικαιώματα δηλαδή που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 Κ.1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή.» Υπό το φως δε όλων των πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει με την ένορκη του δήλωση τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ1(α), πρέπει να εξετάζεται αυστηρά. Άλλωστε τούτο υποδεικνύεται ξεκάθαρα και στην Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ και άλλοι v. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1Γ AAΔ 1354 όπου αναφέρονται τα εξής: «Η διαδικασία για τη λήψη συνοπτικής απόφασης, ιδιαίτερα όσον αφορά την ένορκη δήλωση, είναι πολύ αυστηρή. Αυτό επιβάλλει ο δραστικός χαρακτήρας της. Σε άρθρο στο Solicitors Journal Vol. 139
(1995)στη σελ. 1125 και 1128 με τον τίτλο "Don't forget the affidavit" αναφέρεται: "Regardless of the merits of an application for summary judgment under RSC Ord. 14, it will undoubtedly fail if the procedural requirements are not met. This has been revisited in a recent case, Barclays Bank plc v. Piper, The Times, 31 May 1995 and emphasises the need for care in preparing an Ord 14 application... . ." . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Why are these requirements so important in an Ord 14 application? Order 14 is a summary process and should only be used when appropriate, where the defendant has no defence to the claim and not for tactical purposes. The essence of the application means that if the plaintiff succeeds the defendant is deprived of an opportunity to defend the case on the merits and is denied access to justice. As a summary procedure there is no room for error."» Ερχόμενη τώρα στην εξέταση της ουσίας της παρούσας αίτησης, σημειώνω ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις πληρούνται αφού το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικώς οπισθωγραφημένο και οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει εμφάνιση. Εξετάζοντας την τρίτη προϋπόθεση σημειώνω ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από δεόντως εξουσιοδοτημένο υπάλληλο των αιτητών ο οποίος προβαίνει σε ρητή δήλωση ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Θεωρώ δε με βάση τα όσα ο ίδιος αναφέρει ιδιαίτερα στις παραγράφους 2 και 4 της ενόρκου δήλωσης του, ότι αυτός έχει θετική γνώση των όσων αναφέρει, αφού αναφέρει ότι μεταξύ των καθηκόντων του είναι η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η εποπτεία μεταξύ άλλων και του χρεωστικού λογαριασμού των εναγομένων, ενώ επίσης αναφέρει ότι όλες οι πωλήσεις προς τους καθ' ων η αίτηση ελαμβάναν χώρα και εκτελούντο μέσω του ιδίου και σύμφωνα με τις οδηγίες των καθ' ων η αίτηση και ο ίδιος προσωπικά επικύρωνε ανελλιπώς με τους καθ' ων η αίτηση ότι πράγματι τα εμπορεύματα παραλήφθηκαν από αυτούς. Η επί του προκειμένου θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ο ομνύσας για τους αιτητές δεν έχει θετική γνώση και η γενική άρνηση της παραγράφου 2 δεν θεωρώ ότι μπορεί να μεταβάλει την πιο πάνω κατάληξη μου, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο ομνύσας για τους αιτητές δεν αντεξετάστηκε. Κατά τα λοιπά όμως δεν θεωρώ με βάση τα όσα αναφέρει μπορεί να επαληθεύσει την αξίωση των αιτητών. Και εξηγώ πιο κάτω το λόγο. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης το περιεχόμενο της οποίας ο ομνύσας ως αναφέρει στην παράγραφο 3 της ένορκης του δήλωσης υιοθετεί, αναφέρεται ότι κατά διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 7/1/2013 και 31/1/2013 οι ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στους εναγόμενους διάφορες ποσότητες σιδήρου οικοδομών αντί της συμφωνηθείσας και/ή ευλόγου συνολικής αξίας των €9722.
- Ως περαιτέρω αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης οι εναγόμενοι πλήρωσαν στους ενάγοντες κατά διάφορες ημερομηνίες το ποσό των €7712 αφήνοντας χρεωστικό υπόλοιπο €2010.
- Στην κατάσταση λογαριασμού όμως που επισυνάπτεται από τον ομνύσαντα (βλ. Τεκμήριο 1) δεν φαίνεται να έγιναν πωλήσεις μεταξύ 7/1/2013 και 31/1/2013 για το ποσό των €9,722.02 ούτε πληρωμές της τάξεως των €7712 μεταξύ των πιο πάνω ημερομηνιών. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι ως έχει αναφερθεί πιο πάνω με αναφορά στην Κυριάκου v. Αναστασίου (ανωτέρω), ο αιτητής στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν έχει υποχρέωση να αναφέρεται σε έγγραφα, αλλά όταν το πράττει (και στην προκειμένη περίπτωση το έπραξε) θα πρέπει να τα παρουσιάζει και σίγουρα όταν τα παρουσιάζει αυτά αναμένεται ότι θα συνάδουν τόσο μεταξύ τους όσο και με το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίζεται αλλά και με την έκθεση απαίτησης, πράγμα που στην προκειμένη περίπτωση και υπό το φως των όσων έχουν πιο πάνω αναφερθεί δεν συμβαίνει και συνακόλουθα δεν επιτρέπει την κατάληξη ότι ο ενόρκως δηλών στην προκειμένη περίπτωση και για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας μπορεί να επαληθεύσει το αξιούμενο ποσό. Υπό αυτές τις περιστάσεις και έχοντας υπόψη την αυστηρότητα με την οποία σύμφωνα και με την νομολογία που πιο πάνω παρατίθεται θα πρέπει να αποδεικνύονται οι προϋποθέσεις της Δ.18 (βλ. συγκεκριμένα το απόσπασμα που παρατίθεται ανωτέρω από την απόφαση Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ και άλλοι v. Arizona Trading Co Ltd στη σελ. 13 της παρούσας απόφασης), δεν μπορώ να θεωρήσω ότι ο ομνύσας για τους αιτητές έχει επαληθεύσει την αξίωση των τελευταίων, με δεδομένη την πιο πάνω διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας του ομνύοντα για τους αιτητές και τους ισχυρισμούς των τελευταίων ως αυτοί στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρονται, οι οποίοι μάλιστα ισχυρισμοί επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται από τον ενόρκως δηλούντα για τους αιτητές. Από τα πιο πάνω είναι σαφές ότι η τρίτη προϋπόθεση δεν πληρούται και συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία σύμφωνα και με την ανωτέρω αναφερθείσα νομολογία (βλ. Δημητρίου και Stavrinides (ανωτέρω)) να εξετάσει την ουσία της αίτησης, γεγονός που προδιαγράφει και την τύχη της αίτησης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον, (στην περίπτωση που ήθελε κριθεί κατ' αντίθεση προς τα όσα έχουν πιο πάνω αναφερθεί, ότι οι αιτητές έχουν επαληθεύσει την αξίωση τους), οι καθ' ων η αίτηση κατάφεραν να καταδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή αποκάλυψαν τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθούν στην αγωγή υπό το φως πάντα της σχετικής νομολογίας όπως αυτή πιο πάνω έχει παρατεθεί. Στην προκειμένη περίπτωση οι καθ'ων η αίτηση παρ' όλο ότι αποδέχονται ότι διατηρούσαν συνεργασία με τους αιτητές αρνούνται ότι οφείλουν οιονδήποτε ποσό σε αυτούς, αρνούνται το οφειλόμενο υπόλοιπο και ισχυρίζονται ότι τα παραδοθέντα εμπορεύματα έχουν εξοφληθεί. Περαιτέρω οι καθ' ων η αίτηση αναφέρουν ότι τα παραδοθέντα εμπορεύματα δεν ανταποκρίνονται σ' αυτά που αναφέρονται στα τιμολόγια, ενώ περαιτέρω ισχυρίζονται ότι από το 2012 οι αιτητές/ενάγοντες ουδέποτε τους ειδοποίησαν ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο. Τέλος ισχυρίζονται ότι τα επισυνημμένα τιμολόγια στην ένορκη δήλωση του ομνύοντα για τους αιτητές δεν ανταποκρίνονται στη ποσότητα και την αξία των παραδοθέντων εμπορευμάτων. Οι πιο πάνω γενικές και αόριστες, κατά την κρίση μου, θέσεις, σίγουρα δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν αποκάλυψη γεγονότων που να θεωρούνται επαρκή για να δοθεί στους καθ' ων η αίτηση το δικαίωμα να υπερασπιστούν ή ότι καταδεικνύουν το βάσιμο της υπεράσπισης τους, αφού εάν πράγματι οι καθ' ων η αίτηση εξόφλησαν θα αναμένετο να παρουσιάσουν τις σχετικές αποδείξεις ή κάποια κατάσταση τραπεζικού τους λογαριασμού στην οποία να φαίνονται πληρωμές μέσω επιταγής ή μεταφοράς χρημάτων στο λογαριασμό των εναγόντων αναλόγως του τρόπου με τον οποίο έγιναν οι πληρωμές, για τον οποίο σημειώνεται ότι οι εναγόμενοι δεν δίδουν καμία πληροφόρηση. Αν δε δεν υπάρχουν αποδείξεις για τον οποιοδήποτε λόγο, αυτό θα έπρεπε επίσης να είχε αναφερθεί από τον ομνύοντα για τους καθ' ων η αίτηση, ο οποίος θα αναμένετο να εξηγήσει με σαφήνεια και το λόγο. Τα ίδια ισχύουν και για τη γενική θέση που προβάλλεται ότι τα επισυνημμένα τιμολόγια στην ένορκη δήλωση του ομνύοντα για τους αιτητές δεν ανταποκρίνονται στην ποσότητα και την αξία των παραδοθέντων εμπορευμάτων. Και τούτο διότι δεν δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή έστω παραδείγματα αναφορικά με τους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε και αναφέρεται ποια ήταν η κατά τους ίδιους ορθή ποσότητα και αξία των παραδοθέντων εμπορευμάτων. Επομένως κρίνω ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν προβάλλουν τέτοια γεγονότα που θα μπορούσαν να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν ούτε εν πάση περιπτώσει καταδεικνύουν οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να καταστήσει βάσιμη οποιαδήποτε εκ των υπερασπίσεων που προβάλλουν. Υπενθυμίζω ότι με βάση και την πιο πάνω νομολογία (βλ. Κυριάκου v. Αναστασίου πιο πάνω) το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση της σχετικής διαδικασίας. Αυτό που αναμένεται από τον εναγόμενο είναι ως έχει ήδη λεχθεί «to condescend upon particulars» (βλ. Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4) και να ασχοληθεί συγκεκριμένα με την απαίτηση του ενάγοντα και την ένορκη του δήλωση και να δηλώσει συγκεκριμένα και συνοπτικά ποια είναι η υπεράσπιση του και σε ποια γεγονότα στηρίζεται και να διευκρινίσει κατά πόσον η υπεράσπιση του αφορά όλο ή μέρος της απαίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση οι καθ' ων η αίτηση, με βάση και τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, παρ' όλο που αναφέρουν συνοπτικά τις υπερασπίσεις τους, απέτυχαν να παρουσιάσουν επαρκείς λεπτομέρειες και γεγονότα για να καταδείξουν το βάσιμο ή καλόπιστο αυτών. Με άλλα λόγια περιορίστηκαν στο να παραθέσουν γενικές υπερασπίσεις μέσω ισχυρισμών, οι οποίοι παρ' όλο που θα μπορούσαν να εξειδικευθούν με αναφορά π.χ σε αποδείξεις πληρωμής ή εξόφλησης ή έστω αναφορά στους λόγους για τους οποίους δεν παρουσιάζονται οι αποδείξεις, καμία απολύτως λεπτομέρεια δίδουν για τους ισχυρισμούς τους, αφού δεν πληροφορούν καν το Δικαστήριο με ποιο τρόπο έγιναν οι πληρωμές με βάση τις οποίες οι καθ' ων η αίτηση μάλιστα ισχυρίζονται ότι εξόφλησαν τις εκκρεμότητες τους με τους αιτητές, οι οποίες απέρρεαν από την συνεργασία, που ως είναι παραδεκτό, διατηρούσαν μεταξύ τους οι διάδικοι. Επίσης ενώ ισχυρίζονται ότι τα αντικείμενα που αναφέρονται στα επισυνημμένα τιμολόγια δεν ανταποκρίνονται στην αξία και ποσότητα των παραδοθέντων, δεν δίδουν καμία λεπτομέρεια ως προς το ποια εκ των τιμολογίων δεν ανταποκρίνονται στην αξία και στην ποσότητα και εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα ο ισχυρισμός αφορά όλα τα τιμολόγια, παραλείπουν επιμελώς να αναφέρουν ποια είναι η ορθή ποσότητα και αξία την οποία οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι εξόφλησαν. Παρά τα όσα αμέσως πιο πάνω αναφέρονται, η αίτηση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί ενόψει του ότι για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί ανωτέρω το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για να εξετάσει την αίτηση, αφού οι αιτητές απέτυχαν να εκπληρώσουν τις προϋποθέσεις της Δ.18 και συγκεκριμένα ο ομνύσας για τους αιτητές απέτυχε να επαληθεύσει την αξίωση των τελευταίων εναντίον των καθ' ων η αίτηση. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπερ των καθ' ων η αίτηση/ εναγομένων και εναντίον των αιτητών/εναγόντων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δίδεται άδεια στους εναγόμενους να καταχωρήσουν την υπεράσπιση τους εντός 21 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί. (Υπ.) ............ Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο