← Κύπρος

Δήμος Στροβόλου ν. D.J. Karapatakis & Sons Ltd, Αγωγές Αρ.: 9310/04, 8/7/2014

Δήμος Στροβόλου ν. D.J. Karapatakis & Sons Ltd, Αγωγές Αρ.: 9310/04, 8/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A308 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αγωγές Αρ.: 9310/04 Μεταξύ:- Δήμος Στροβόλου Ενάγων Και D.J. Karapatakis & Sons Ltd Εναγομένης Και

  1. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην CYPRUS POPULARA BANK PUBLIC CO LTD)
  2. ALPHA BANK CYPRUS LIMITED Μεσεγγυούχων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8/7/14 Αίτηση για κατάσχεση εις χείρας τρίτου (garnishee proceedings) ημερομηνίας 13/11/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εξ αποφάσεως πιστωτές: κ. Γ. Λεοντίου με την κα Μ. Δ. Γεωργιάδου, κα Μ. Δ. Γεωργιάδου για ν' ακούσει απόφαση Για μεσεγγυούχους Τράπεζα Κύπρου: κα Μ. Ναθαναήλ διά Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ κα Παρπαρίνου για ν' ακούσει απόφαση Για μεσεγγυούχους Alpha Bank: Καμιά εμφάνιση Για εξ αποφάσεως οφειλέτες: κ. Χ. Κυριακίδης, κα Γιουσελή για ν' ακούσει απόφαση Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Δήμος Στροβόλου έλαβε απόφαση εναντίον της εναγόμενης εταιρείας που διαχειρίζεται τον κινηματογράφο Cineplex για εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ σε διάφορες αγωγές. Στην παρούσα εκδόθηκε απόφαση για €499.284,10 πλέον ετήσιο τόκο 8% από 5/10/2004 μέχρι 14/10/2008 και 5.5.% από 10/10/2008 μέχρι εξοφλήσεως. Ουδέν ποσό πληρώθηκε έναντι. Με την παρούσα αίτηση οι εξ αποφάσεως πιστωτές ζήτησαν την κατάσχεση χρηματικών ποσών των εξ αποφάσεως οφειλετών που βρίσκονται εις χείρας δύο τραπεζών, των ως άνω μεσεγγυούχων, με αποτέλεσμα στις 26/11/13 να εκδοθούν εναντίον τους διατάγματα nisi για κατάσχεση ποσών στο ύψος του ποσού της απόφασης. Τα διατάγματα επιδόθηκαν και οι μεσεγγυούχοι εμφανίστηκαν. Από την εξέταση διεφάνη ότι στην Alpha Bank oι εξ αποφάσεως οφειλέτες διατηρούν το λογαριασμό υπ. αρ. 4302200081924 με πιστωτικό όριο €323,48 ποσό το οποίο η τράπεζα δεν έφερε ένσταση να καταβληθεί στους εξ αποφάσεως πιστωτές. Διεφάνη περαιτέρω ότι στην Τράπεζα Κύπρου οι εξ αποφάσεως οφειλέτες διατηρούν τους εξής λογαριασμούς: α) Τρεχούμενος λογαριασμός υπ' αρ.: 040-11-037036 με όριο παρατραβήγματος €100.000 και χρεωστικό υπόλοιπο €93.834,
  3. β) Τρεχούμενος λογαριασμός υπ' αρ. 040-11-039586 με όριο παρατραβήγματος €540.000 και χρεωστικό υπόλοιπο €539.806,
  4. γ) Τρεχούμενος λογαριασμός υπ' αρ. 0187-11-005338 με όριο παρατραβήγματος €20.000 και χρεωστικό υπόλοιπο €69.
  5. δ) Δύο δάνεια με χρεωστικά υπόλοιπα που υπερβαίνουν τα €13.000.
  6. ε) Λογαριασμός προειδοποίησης υπ' αρ. 040-31-123728 ο οποίος έχει πιστωτικό υπόλοιπο €16.070,70 το οποίο όμως είναι δεσμευμένο πλην ποσού €833 λόγω έκδοσης εγγυητικών επιστολών. στ) Λογαριασμός προειδοποίησης υπ' αρ. 040-31-123736 ο οποίος έχει πιστωτικό όριο €1.289.422,37 το οποίο όμως είναι δεσμευμένο από το 2011 προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου δυνάμει συμφωνίας επίσχεσης (lien) προς εξασφάλιση των πιο πάνω διευκολύνσεων πλην της διευκόλυνσης που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) ανωτέρω. Όπως έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Carna Plants Ltd v. Masalcha Bros Ltd κ.ά.

(1991)1 ΑΑΔ 28 η σχετική πρόνοια του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ήτοι το άρθρο 73, δεν περιορίζει το αντικείμενο μεσεγγύησης σε χρέη, όπως η αγγλική νομοθεσία, αλλά επεκτείνει την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε σχέση και με άλλες μορφές δικαιωμάτων, σε αγαθά, σε χρήματα και εγγυήσεις για χρηματικά ποσά. Πιο πρόσφατα στην Κυριάκος και Νικόλας Τρικωμίτης Λτδ v. Αρτέμιδος Τουμαζή, Π.Ε. 155/2010 ημερ. 22/3/2013 διασαφηνίστηκε ότι η εφαρμογή του άρθρου 73 δεν περιορίζεται μόνο στην περίπτωση όπου υπάρχει σχέση πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη και μεσεγγυούχων αλλά εφαρμόζεται και στην περίπτωση όπου ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία. Την πάραπανω διαφορά την έχει τονίσει ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εξ αποφάσεως πιστωτών για να υποδείξει ότι οι μεσεγγυούχοι μπορούν να πληρώσουν όχι μόνο ποσά τα οποία οφείλουν στους εξ αποφάσεως οφειλέτες, αλλά και ποσά επί των οποίων οι οφειλέτες έχουν «beneficial interest». Αυτά όμως, απλώς προσδιορίζουν την ευρύτερη έννοια του αντικειμένου προς κατάσχεση και ασφαλώς δεν έχουν την έννοια ότι δεν απαιτείται να υπάρχει αντικείμενο προς κατάσχεση. Συνεπώς δεν μπορεί να λέγεται ότι είναι δυνατόν να κατασχεθεί προς όφελος των εξ αποφάσεως πιστωτών το υπόλοιπο του παρατραβήγματος στους εν λόγω τρεχούμενους λογαριασμούς, όπως φαίνεται να ήταν σε κάποιο στάδιο τουλάχιστον η θέση τους. Μόνο το πιστωτικό υπόλοιπο ενός τραπεζικού λογαριασμού υπόκειται σε κατάσχεση. Αυτό το αυτονόητο αναφέρεται στο White Book 1958 σελ. 1095: «Money standing to the credit of the judgment debtor at his bank is attachable.» Εκείνο ουσιαστικά που τίθεται προς συζήτηση αφορά τη δυνατότητα κατάσχεσης των ποσών στους δύο εν λόγω λογαριασμούς προειδοποίησης οι οποίοι είναι δεσμευμένοι για τις εγγυητικές επιστολές αφενός και με τη συμφωνία επίσχεσης αφετέρου. Ένα δεύτερο ερώτημα, αφορά το κατά πόσο μπορεί το διάταγμα εναντίον της Alpha Bank να είναι ευρύτερο του προαναφερθέντος ποσού των €323.48, δεδομένου ότι η Alpha Bank παρέλειψε να προβεί σε ένορκη αποκάλυψη ως ήταν οι οδηγίες, όπως το έθεσε ο κ. Λεοντίου, του Δικαστηρίου. Πέραν των δύο ως άνω ερωτημάτων δεν θα επεκταθώ στα όσα ευρύτερα αναφέρθηκαν με ικανότητα οι ευπαίδευτοι δικηγόροι προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων, γιατί δεν είναι αναγκαίο. Το ίδιο ισχύει και για την αντεξέταση της υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου κας Βραχίμη εκ της οποίας, για τους λόγους που αναλύονται κατωτέρω, δεν προκύπτουν έγκυρα επιχειρήματα προς όφελος των εξ αποφάσεως πιστωτών όπως ήταν η προσπάθεια. Για την ανάγκη περιορισμού στα όσα είναι αναγκαία, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης, υπενθυμίζονται τα όσα είχε πει ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής, σε ποινική μάλιστα υπόθεση: «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση που μπορεί να έχει στην θεώρηση των επιδίκων θεμάτων.» (Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490.) Η εισήγηση των αιτητών ήταν ότι επειδή η τράπεζα δεν άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης από τις 31/11/2012, ημερομηνία της σχετικής συμφωνίας, το δικαίωμα της δεν μπορεί να προηγείται του εντάλματος μεσεγγύησης. Εάν όμως ασκούσε την επίσχεση με κατάσχεση του ποσού ή με συμψηφισμό, δεν θα υπήρχε σήμερα το ποσό το οποίο διεκδικούν οι αιτητές. Το επιχείρημα συνεπώς είναι αυτοαναιρούμενο. Εισηγήθηκε περαιτέρω ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους ότι το δικαίωμα επίσχεσης μέχρι να συγκεκριμενοποιηθεί επί συγκεκριμένης απαίτησης και ποσού, δεν δύναται να στερεί ένα εξ αποφάσεως πιστωτή από το δικαίωμα ικανοποίησης της απόφασης. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας κατάστασης συνέχισε θα ήταν η αδυναμία είσπραξης επί πιστωτικών υπολοίπων χρεωστών στη βάση απλώς της ύπαρξης ενός εγγράφου επίσχεσης. Κατέληξε δε λέγοντας ότι με αυτό τον τρόπο ο κάθε οφειλέτης θα μπορούσε να υπογράφει ένα έγγραφο επίσχεσης υπέρ της τράπεζας του και έτσι να αποφεύγει την οποιαδήποτε αποπληρωμή και αυτό δεν είναι ορθό. Σαφής όμως είναι η απάντηση στη νομολογία στην οποία παρέπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος της Τράπεζας Κύπρου και ο ευπαίδευτος δικηγόρος των οφειλετών διά του συγγράμματος Halsbury's Laws of England 4η έκδοση τόμος 17, σελ. 333 παρ. 535: «The service of the order will not give the judgment creditor priority. over existing liens, including the garnishee's own lien, for the order only binds that part of the debt with which the judgment debtor can deal honestly, properly, and without violation of the rights of third persons at the time when the order is served.» Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των οφειλετών παρέπεμψε και στα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Sympson v. Prothero
(1857)26 LJ Ch 671 λέχθηκε ότι: An order obtained under CLP Act 1854 (c 125) . attaching a fund in the hands of a garnishee to answer a judgment debt, would not displace the prior lien for costs of a solicitor who had given notice to the garnishee." (υπογράμμιση δική μας) Περαιτέρω στην υπόθεση Nathan and Another v. Giles and Another
(1814)5 Taunton 558 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά: «It was strongly urged in the course of the argument, that Nathans had no property in the cargo, but only a lien upon it, until the bill of lading was indorsed to them. I do not enquire whether the fact was so or not; nor whether, if it were so, the Plaintiffs could or could not avail themselves of it upon these issues: but I am most clearly of opinion that if Nathans had a lien upon this cargo, and nothing more, no creditor of Levin's could attach it, or the produce of it, in their hands, or in the hands of those who held it for them, without discharging such lien. Without doing this, Levin himself could not have recovered it from them, nor from Giles an Hennings, who held it on their account; and they who attach property as Levins, cannot have a larger right to it than he himself possessed before the attachment. Supposing, therefore, that in the interval between the delivery of this cargo to Giles and Hennings on account of Nathans, and the indorsement of the bill of lading, Nathans had a mere lien upon it, still it could not be attached as the property of Levin, without discharging it form the lien." Συνεπώς η νομολογία είναι, δεδομένη, αλλά σ' απάντηση του τελευταίου επιχειρήματος, είναι και ορθή. Το δίκαιο είναι να έχει προτεραιότητα ο συνετός διαχειριστής των οικονομικών του, ο οποίος μεριμνά να λάβει επαρκείς εγγυήσεις. Εν προκειμένω, από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι ο Δήμος Στροβόλου άφησε, από την 21/4/2002 ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του κινηματογράφου Cineplex να σωρευθούν οφειλές εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ ως τέλος θεάματος. Η εναγόμενη εταιρεία αρνείτο να προσκομίσει τα εισιτήρια εισόδου για την αναγκαία σφράγιση και πληρωμή του καθορισμένου τέλους θεάματος, οπότε ο Δήμος αναγκάσθηκε να εξασφαλίσει τα στοιχεία από τις εταιρείες που προμήθευαν τον κινηματογράφο με ταινίες. Προέβη όμως σε καθορισμό και επίσημη απαίτηση του ποσού με απόφαση του ημερομηνίας 1/6/2004 δύο έτη και πλέον μετά την έναρξη λειτουργίας του κινηματογράφου, ο οποίος, όπως προκύπτει, όλη αυτή την περίοδο εισέπραττε το φόρο θεάματος επιβαρύνοντας τους πελάτες χωρίς να τον αποδίδει στο Δήμο. Ενόψει τόσο έκδηλης παρανομίας από πλευράς των εναγομένων με σοβαρό αντίκτυπο για το Δήμο και κατ' επέκταση για το φορολογούμενο πολίτη, θα έπρεπε ο Δήμος να ενεργήσει πολύ ταχύτερα χωρίς τώρα να νομιμοποιείται να αποκτήσει προτεραιότητα έναντι άλλων πιστωτών που είχαν μεριμνήσει να διασφαλίσουν το λαβείν τους. Η ίδια προσέγγιση ισχύει και για τις εγγυητικές επιστολές. Πρόκειται για πέντε τέτοιες επιστολές, τέσσερις από τις οποίες, εκάστη για €855 έληξαν στις 6/4/2014. Η 5η όμως επιστολή για ποσό €113.400, ενώ είχε εκδοθεί μέχρι 30/11/2008, ανανεώνεται αυτόματα από έτος εις έτος εκτός εάν τερματισθεί με γραπτή ειδοποίηση ενός μηνός. Έτσι, αν και οι πρώτες τέσσερις εγγυητικές για το συνολικό ποσό €3.420 έληξαν και κατέστησαν, κατά τα συμφωνηθέντα, άκυρες, η πέμπτη εγγυητική παραμένει σε ισχύ και υπερβαίνει το ποσό του λογαριασμού. Συνεπώς, παρά το περί αντιθέτου επιχείρημα, δεν μπορεί να κατασχεθεί το ποσό του λογαριασμού το οποίο ολόκληρο είναι δεσμευμένο για σκοπούς της εγγυητικής. Ως προς το δεύτερο ερώτημα: Είναι γεγονός ότι στις 3/12/2013 ελέχθη από το Δικαστήριο αρχικά ως σκέψη και ακολούθως με τη φράση «θα πρέπει [οι μεσεγγυούχοι] να καταθέσουν σχετική ένορκη δήλωση ή ένσταση εντός τριών ημερών». Το Δικαστήριο όμως στο τέλος δεν έδωσε ρητές οδηγίες. Αυτά δε, έγιναν στην παρουσία όχι δικηγόρου της Alpha Bank, αλλά ενός λειτουργού της τράπεζας ο οποίος παρέστη μετά που η τράπεζα εκλήθη για να εξεταστεί. Ήταν τότε που έγινε η δήλωση περί ύπαρξης πιστωτικού υπολοίπου €323.48 και παράλληλα η δήλωση ότι δεν υπήρχε ένσταση να κατασχεθεί. Όλη την επόμενη περίοδο η διαδικασία συνεχίστηκε χωρίς να τεθεί θέμα παράλειψης της Alpha Bank να προβεί σε ένορκη αποκάλυψη ή οποιοδήποτε θέμα ότι εκείνα που αναφέρθηκαν στις 3/12/2013 ήταν ψευδή ή ελλιπή. Η εικόνα που δικαίως σχηματίζεται είναι ότι ο μεν υπάλληλος της Alpha Bank απεχώρησε με την αντίληψη ότι είχε δηλώσει όσα απαιτούνταν, οι δε εξ αποφάσεως πιστωτές με την όλη στάση τους αποδέχθηκαν σιωπηρώς τα δηλωθέντα. Επί αυτής της βάσεως θα προχωρήσει τώρα το Δικαστήριο. Ως εκ των άνω ο μεσεγγυούχος αρ. 2 διατάσσεται όπως καταβάλει εντός 8 ημερών το ποσό των €323.48 από το λογαριασμό 4302200081924 που διατηρείται στην Alpha Bank επ' ονόματι της D. J. Karapatakis & Sons Ltd. Κατά τα λοιπά το διάταγμα ημερομηνίας 26/11/2013 ακυρώνεται. Ως προς τα έξοδα λαμβάνοντας υπόψη ότι η όλη διαδικασία εντάσσεται σε μια εύλογη προσπάθεια των εναγόντων να εισπράξουν το λαβείν τους και ότι πρόκειται για εξεταστικής φύσεως διαδικασία παρά την αποτυχία της αίτησης αναφορικά με τους μεσεγγυούχους αρ. 1 δίδεται διαταγή όπως κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα έξοδα της. (υπ.) ............ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.