← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την Ανκα Ζαφίροβα Ιανάκεβα, Αίτηση Πτώχευσης: 386/11, 29/7/2014

Επί τοις αφορώσι την Ανκα Ζαφίροβα Ιανάκεβα, Αίτηση Πτώχευσης: 386/11, 29/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A319 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αίτηση Πτώχευσης: 386/11 Σε πτώχευση Επί τοις αφορώσι την Ανκα Ζαφίροβα Ιανάκεβα Ημερομηνία: 29 Ιουλίου 2014 Για την αιτήτρια: κ. Μ. Παρασκευά Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Δημητρό Δ. για κ. Παπαντωνίου ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για τροποποίηση της νομικής βάσης αίτησης για αναστολή εκτέλεσης διατάγματος πτώχευσης) Η χρεώστης /αιτήτρια (στο εξής καλούμενη η «αιτήτρια») στις 6/6/2013 καταχώρησε αίτηση (στο εξής «η κυρίως αίτηση») με την οποία αιτείται αναστολή εκτέλεσης της απόφασης η οποία εκδόθηκε στις 18/4/2013 και με την οποία εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής εναντίον της, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης 134/2013 η οποία καταχωρήθηκε κατά της εν λόγω απόφασης. Στην εν λόγω αίτηση ο εξ αποφάσεως πιστωτής/καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση με αγορεύσεις, εφόσον οι συνήγοροι των δύο πλευρών δήλωσαν ότι δεν είχαν πρόθεση να αντεξετάσουν τους ενόρκως δηλούντες εκατέρωθεν. Αφότου η υπόθεση ορίστηκε για διευκρινίσεις επί των αγορεύσεων, ο συνήγορος της αιτήτριας ανέφερε ότι είχε πρόθεση να προχωρήσει με αίτηση για τροποποίηση της νομικής βάσης της αίτησης πράγμα που στη συνέχεια έπραξε με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η υπό εξέταση αίτηση με την οποία η αιτήτρια αιτείται διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της νομικής βάσης της κυρίως αίτησης με την προσθήκη στο τέλος αυτής της εξής φράσης: «και επί του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 άρθρα 3, 9, 11, 90 και 97, στους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς άρθρα 71 και 188» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9 Θ2 -, Δ.12 Θ 2 και 4, Δ.25 Θ. 1-5, Δ.48 Θ.Θ.1-9, Δ.63 Θ.1 και 2, επί του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 άρθρα 3, 9, 11, 90 και 97, στους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς άρθρα 71 και 188, το άρθρο 30

(3)του Συντάγματος, στην Νομολογία, στην πρακτική και τις Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας της αιτήτριας ως και της Νικολέτας Γεωργιάδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια. Η αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι στη νομική βάση της κυρίως αίτησης εκ παραδρομής και λόγω τυπικού και καλόπιστου λάθους από τον δικηγόρο της, δεν έχει συμπεριληφθεί η νομοθεσία επί της συγκεκριμένης πτωχευτικής διαδικασίας. Ως περαιτέρω αναφέρει λόγω των προαναφερθέντων καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση για τροποποίηση της νομικής βάσης της εν λόγω αίτησης, η οποία συνάδει με τα πραγματικά και νομικά γεγονότα, δεν προκαλεί αδικία, αφού ουδενός τα δικαιώματα επηρεάζονται και ως την πληροφορούν οι δικηγόροι της είναι σύμφωνη με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, τον περί Πτωχεύσεως Νόμο και τους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς. Όπως περαιτέρω υποστηρίζει ο καθ' ου η αίτηση δεν θα υποστεί καμία βλάβη από την εν λόγω τροποποίηση, ενώ αν το αίτημα της δεν εγκριθεί, η ίδια θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη χωρίς να ευθύνεται γεγονός που θα επηρεάσει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Συνακόλουθα εισηγείται ότι είναι λογικό, δίκαιο και αναγκαίο υπό τις περιστάσεις η αιτούμενη τροποποίηση να γίνει δεκτή. Η Νικολέτα Γεωργιάδου στη δική της ένορκη δήλωση αναφέρει ότι είναι συνεργάτης στο δικηγορικό γραφείο του κ. Μιχάλη Παρασκευά, δικηγόρου της αιτήτριας στην παρούσα αίτηση και προβαίνει στην ένορκο δήλωση υπό την ως άνω ιδιότητα της. Αφού κάνει αναφορά στα γεγονότα που προηγήθηκαν της καταχώρησης της κυρίως αίτησης, αναφέρει ότι μετά και την σχετική επισήμανση στην ένσταση του καθ' ου η αίτηση, διαπιστώθηκε ότι η νομική βάση της κυρίως αίτησης ήταν ελλιπής σε σχέση με την παρούσα διαδικασία που αφορά πτωχευτική διαδικασία, καθότι δεν περιλήφθηκε εκ παραδρομής λόγω τυπικού και καλόπιστου λάθους, η σχετική νομοθεσία που τώρα επιζητείται να προστεθεί και η οποία ως αναφέρει είναι απαραίτητη για τον επακριβή προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων τα οποία πρέπει να έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Ως περαιτέρω αναφέρει η προσθήκη επί της νομικής βάσης της αίτησης όπως περιλαμβάνεται στην αίτηση, διασαφηνίζει και προσδιορίζει επακριβώς τις επίδικες διαφορές και τα γεγονότα, χωρίς να αλλοιώνει τη βάση και τον πυρήνα της κυρίως αίτησης. Είναι δε η θέση της ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του κατά την δικάσιμο τα πλήρη και πραγματικά γεγονότα, ούτως ώστε να μπορεί να αποφασίσει επί της ουσίας της υπόθεσης σε ολόκληρο το φάσμα της. Περαιτέρω ως υποστηρίζει δια της αιτούμενης τροποποίησης θα μπορεί η αιτήτρια να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου και να παρουσιάσει την υπόθεση της στο σύνολο της και να προστατεύσει τα δικαιώματα και τις αξιώσεις της κατά τον καλύτερο και δυνατό τρόπο. Η δε θέση του καθ' ου η αίτηση δεν επηρεάζεται όπως υποστηρίζει και δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά εξ αιτίας της αιτούμενης τροποποίησης, η οποία υποβάλλεται καλόπιστα, καθ' ότι ο καθ' ου η αίτηση μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα και θα του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί με την τροποποιημένη ένσταση του. Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης τους οποίους θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους:
  1. Η Αίτηση δεν αποκαλύπτει στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
  2. Η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή Νομική βάση.
  3. Η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή Πραγματική βάση. Δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  4. Η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική και γίνεται κακόπιστα (mala fide), κατά παράβαση και καθ' υπέρβαση των λόγων για του οποίους ο Νομοθέτης τάσσει στην παρούσα διαδικασία.
  5. Η Οφειλέτιδα - Αιτήτρια υποβάλλει την παρούσα Αίτηση με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων Πιστωτή - Καθ' ου η Αίτηση.
  6. Η παρούσα Αίτηση έχει καταχωρηθεί με μεγάλη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση και αποκλειστικός σκοπός της Αίτησης είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Νικολέττας Νικολαίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο, το οποίο εκπροσωπεί τον καθ' ου η αίτηση. Η ομνύσασα απορρίπτει τους ισχυρισμούς της αιτήτριας και αναφέρει ότι κατά ή περί τις 06/06/2013, καταχωρήθηκε από την αιτήτρια, αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 18/04/2013, η οποία εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η οποία ήταν ορισμένη για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 09/07/
  7. Κατά την εν λόγω ημερομηνία δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για την καταχώρηση ένστασης εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση η οποία και καταχωρήθηκε στις 20/09/2013, ενώ στη συνέχεια η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση. Όπως επισημαίνει τόσο στο σώμα της εν λόγω ένστασης όσο και στην ένορκη δήλωση η οποία την συνοδεύει, γίνεται ρητή αναφορά στην λανθασμένη βάση στην οποία στηρίχθηκε η αίτηση και επομένως, ως αναφέρει, η θέση του καθ' ου η αίτηση επί του προκειμένου, ήταν γνωστή στην αιτήτρια από τις 20/09/2013, αλλά παρόλα αυτά ουδέποτε ανέφερε ότι είχε πρόθεση να προχωρήσει με σχετική αίτηση για τροποποίηση της. Αντίθετα, ως αναφέρει, η εν λόγω αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 06/11/13, στις 03/12/13 και στις 13/12/13 οπόταν και δόθηκαν, στο Δικαστήριο, οι Γραπτές Αγορεύσεις τόσο της αιτήτριας όσο και του πιστωτή, περατώνοντας έτσι την ακροαματική διαδικασίας της κυρίως αιτήσεως. Περαιτέρω, ως αναφέρει, η κυρίως αίτηση ορίστηκε για διευκρινίσεις στις 10/01/2014, ημερομηνία κατά την οποία ο δικηγόρος της αιτήτριας τους ενημέρωσε για πρώτη φορά ότι προτίθεται να προχωρήσει με την τροποποίηση της νομικής βάσης της αίτησης, ήτοι 6 μήνες μετά την καταχώριση της κυρίως αίτησης και 3 1/2 μήνες μετά την καταχώριση της ένστασης εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω εισηγείται ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση ενώ επιπλέον, υποστηρίζει ότι η επίδικη αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική καθότι δεν αναφέρονται στο σώμα της αίτησης οι ορθές νομικές διατάξεις ενώ τα άρθρα τα οποία αναγράφονται στη νομική βάση δεν επιτρέπουν την αιτούμενη τροποποίηση, η οποία σύμφωνα πάντα με την ομνύσασα δεν μπορεί να επιτραπεί στη βάση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Χωρίς δε επηρεασμό των πιο πάνω κάνει συγκεκριμένη αναφορά στο ότι στη νομική βάση της αίτησης δεν αναφέρεται καν η Διαταγή 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που θα αποτελούσε, σύμφωνα πάντα με την ομνύσασα, τη δικαιοδοτική βάση για τέτοια τροποποίηση. Θεωρεί δε ότι το προσφορότερο μέτρο θα ήταν η αιτήτρια, να αποσύρει τόσο την επίδικη αίτηση όσο και την κυρίως αίτηση και να καταχωρήσει άλλη. Περαιτέρω, και εκτός των άλλων λόγων που αναφέρονται στην ένσταση η ομνύσασα αναφέρει ότι η παρατυπία στη νομική βάση της κυρίως αίτησης είναι θεμελιώδης με αποτέλεσμα αυτή να καθίσταται ανυπόστατη και να μην μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Ως περαιτέρω αναφέρει τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, θα αποτελούσε κατάφωρη αδικία για τον καθ' ου η αίτηση, αφού τόσο η επίδικη η αίτηση όσο και η κυρίως αίτηση είναι εξ' υπαρχής άκυρες, αλλά επιπλέον, θα δικαιολογούσε, ως υποστηρίζει, μια καθ' όλα αντινομική και παράτυπη διαδικασία. Περαιτέρω, αναφέρει ότι απλή ανάγνωση της επίδικης αίτησης, δεν αποκαλύπτει και πολύ περισσότερο δεν στοιχειοθετεί επαρκείς και νόμιμους λόγους, οι οποίοι να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι η υπό εκδίκαση αίτηση υποβάλλεται με πλήρη περιφρόνηση του δικαιωμάτων του καθ' ου η αίτηση και με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Επίσης υποστηρίζει ότι με βάση τα όσα αναφέρει η υπό εκδίκαση αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων του καθ' ου η αίτηση και συνακόλουθα ζητεί την απόρριψη της. Η διαδικασία Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάσθηκε. Τα όσα αναφέρθηκαν από τους συνηγόρους των διαδίκων λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, αναφορά δε σε αυτά θα γίνει κατωτέρω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η παρούσα αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.25.5 η οποία προβλέπει τα εξής: "The Court or a Judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the Court or Judge may think just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings". Η Δ.25 Θ.5 είναι πανομοιότυπη με την αντίστοιχη διάταξη των παλαιών Αγγλικών Θεσμών και επομένως έπεται πως χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το Annual Practice 1958 όπου στη σελίδα 637 αναφέρονται τα εξής: "General Power to amend (O.28 r. 12). ....... Effect of this Rule - Rule 1 of this Order is confined to the amendment of "indorsement or pleading"; and r.11 to correcting errors in "judgments or orders"; but this Rule extends to defects or errors in "any proceedings". And under it every Judge or Master has full power of his own motion to make any amendment which he deems necessary for the purpose of determining the real question at issue between the parties (Nottage v. Jackson, 11 Q.B.D. 627, 638; and see J.A. 1925, s. 43, and r.1 of this Order). "Rule 12 does not mean that an order may be made in general terms, but gives a general power to make proper orders in all cases for determining the real question". It is the duty of any counsel who applies at the trial for leave to amend his pleading "to formulate and state in writing the exact amendment for which he asks" (per Farwell, L.J., in Hyans v. Stuart King
(1908)2 K.B. p. 724). "In any proceedings" - Under this Rule amendments have been made in legal documents of every kind.". Πρόσφατα στην υπόθεση L.G. Woodtech and Deco Ltd v.
  1. Γ. Ασσιώτη
  2. Αυγής Ασσιώτη (αρ. αγωγής 4762/11 απόφαση ημερομηνίας 25/7/2014) εξετάστηκε το ζήτημα της εμβέλειας της διάταξης αυτής όπου λέχθηκαν τα εξής από την Ε.Δ. Μ. Παπαδοπούλου, με τα οποία συμφωνώ και τα οποία παραθέτω αυτούσια : «Μελέτη του λεκτικού της δικονομικής πρόνοιας αυτής οδηγεί στο ότι η εμβέλεια αυτής δεν περιορίζεται σε δικόγραφα αλλά επεκτείνεται σε οποιαδήποτε διαδικασία και μοναδικός όρος που τίθεται είναι όπως η τροποποίηση γίνει με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών ζητημάτων που εγείρονται από τη διαδικασία αυτή. Εξ ου και ο Θεσμός 5 περιλαμβάνεται στη Δ.25 επιπρόσθετα από το Θεσμό 1 που προβλέπει ρητά για την τροποποίηση δικογράφων». Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και η περί του αντιθέτου εισήγηση της συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η δε θέση της ότι θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στην αίτηση η Δ.64 για να μπορεί η αιτήτρια να αιτείται διάταγμα τροποποίησης, είναι προφανώς λανθασμένη. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Foreign Trade of Russian Federation v. ICC Chemicals (UK) Ltd
(1999)1 A.A.Δ 1728. Στην εν λόγω υπόθεση επιζητείτο πρωτοδίκως η τροποποίηση νομικής βάσης αίτησης στη βάση της Δ.64, αίτημα το οποίο απερρίφθη από το Πρωτόδικο Δικαστήριο με το εξής αιτιολογικό: «Εξέτασα με προσοχή το λεκτικό της Δ.64, όπως τροποποιήθηκε πρόσφατα (11.2.95) και όπως ερμηνεύτηκε σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 255, Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd. v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 323, Λοΐζου ν. Χαραλάμπους & Άλλου
(1996)1 Α.Α.Δ. 167, Αντώνη Καλιά & Άλλου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1 996) 3 Α.Α.Δ. 149 και έχω καταλήξει στην απόφαση να συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόντων ότι η διάταξη αυτή δεν δίνει εξουσία στο Δικαστήριο για να προβεί ουσιαστικά στην τροποποίηση μιας αίτησης με την παράθεση επιπρόσθετων νομικών βάσεων. Ο σκοπός και η εμβέλεια της Δ.64 είναι να θεραπεύει μια παράτυπη αίτηση, η οποία όπως έχει είναι αντίθετη με τους θεσμούς. Στη δική μας περίπτωση η αίτηση είναι σύμφωνα με τους θεσμούς καθότι στηρίζεται, όπως έπρεπε σε συγκεκριμένη νομική βάση. Το ότι δεν στηρίχτηκε και στο άρθρο 9 του Κεφ. 6 δεν καθιστά την αίτηση παράτυπη με την έννοια να θεραπευθεί με βάση τη Δ.64. Γι' αυτό καταλήγω στην απόφαση ότι το αίτημα των Αιτητών δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με βάση τη Δ.64.» Η πιο πάνω προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κρίθηκε ορθή από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση, δεδομένου του ότι η αίτηση δεν περιείχε άλλο υπόβαθρο πέραν της Δ.64, η οποία κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να υποστηρίξει το σχετικό αίτημα. Αναφέρθηκαν συγκεκριμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής: «.Είναι η θέση του δικηγόρου της εφεσείουσας ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η Διαταγή 64 δεν παρέχει τη δυνατότητα τροποποίησης μιας αίτησης βάσει της Διαταγής 48 με την περίληψη πρόσθετης ή πρόσθετων νομικών βάσεων όπως ήταν το αίτημα της εφεσείουσας στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η θέση αυτή δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Η ερμηνεία που δόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στη Διαταγή 64 είναι ορθή. Η Διαταγή 64 δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με την τροποποίηση δικογράφων ή αιτήσεων. Η Διαταγή 64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Στις περιπτώσεις αυτές η μη συμμόρφωση μπορεί να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία που δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση βάσει της Διαταγής 48 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης, που κατά τα λοιπά συμμορφώνεται προς τους θεσμούς, στο συγκεκριμένο άρθρο. Στην περίπτωση της εφεσείουσας είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει. Η αίτηση της 1/7/1997 συμμορφώνεται πλήρως προς τους θεσμούς. Εκείνο που επιζητείται με την αίτηση της 21/5/1998 είναι η τροποποίηση της με την παρεμβολή πρόσθετης νομικής βάσης. Τέτοια όμως παρεμβολή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεραπεύει οποιαδήποτε παρατυπία που προκλήθηκε λόγω μη συμμόρφωσης της αίτησης προς οποιοδήποτε θεσμό. Με άλλα λόγια, τυχόν προσθήκη του άρθρου 9 δεν θα έχει ως αποτέλεσμα τη συμμόρφωση της αίτησης προς οποιοδήποτε θεσμό που παραβιάστηκε συνεπεία της μη αναφοράς του εξ υπαρχής.» (η έμφαση δική μου) Τα πιο πάνω απαντούν πιστεύω με σαφήνεια και στους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση ότι η παρατυπία στη νομική βάση της κυρίως αίτησης είναι θεμελιώδης με αποτέλεσμα αυτή να καθίσταται ανυπόστατη και άκυρη και να μην μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, έτσι που να μην είναι αναγκαίο να λεχθεί οτιδήποτε περαιτέρω επί της σχετικής εισήγησης, η οποία βέβαια κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Ερχόμενη τώρα να εξετάσω την ουσία της υπό εξέταση αίτησης, σημειώνω ότι στην προκειμένη περίπτωση όπως έχει ήδη αναφερθεί, με την κυρίως αίτηση ζητείται η έκδοση διατάγματος αναστολής της απόφασης με την οποία εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής εναντίον της αιτήτριας και με την παρούσα αίτηση ζητείται όπως προστεθούν στη νομική βάση της εν λόγω κυρίως αίτησης συγκεκριμένες πρόνοιες του Περί Πτωχεύσεως Νόμου και Κανονισμών. Ο καθ' ου η αίτηση, πέραν των όσων αναφέρει για την απουσία της ορθής νομικής βάσης που να υποστηρίζει το υπό εξέταση αίτημα της αιτήτριας, και τα οποία απερρίφθησαν για τους λόγους που πιο πάνω επεξηγούνται, εγείρει ουσιαστικά ζήτημα καθυστέρησης, κατάχρησης της διαδικασίας και κακοπιστίας. Αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης πράγματι παρατηρώ ότι τα όσα επιζητείται να εισαχθούν με την τροποποίηση θα έπρεπε να ήταν γνωστά στην πλευρά της αιτήτριας τουλάχιστον από την ημερομηνία καταχώρησης της ένστασης, στην οποία πράγματι εγείρεται ο σχετικός ισχυρισμός περί λανθασμένης βάσης της αίτησης, ενώ σημειώνω ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων της κυρίως αίτησης και ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις. Υπό αυτές τις περιστάσεις αδιαμφισβήτητα θα ήταν ορθότερο και επιθυμητό να είχε υποβληθεί ενωρίτερα η αίτηση. Όμως δεν θεωρώ ότι το λάθος ή παράλειψη αυτή μπορεί να αποτελέσει λόγο για απόρριψη του αιτήματος, εάν αυτό υποβάλλεται καλόπιστα και με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών ζητημάτων που εγείρονται από τη διαδικασία αυτή και δεν προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην αντίδικη πλευρά. (βλ. κατ' αναλογία τη νομολογία επί της Δ.25 Θ.1, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα, Πολιτική Έφεση 10341, ημερ. 19.1.99, Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd & another
(1979)1 CLR 542 σελ. 551, United Sea Transport Co. Ltd & Another v. Stavros Zakou
(1980)1 CLR 510 σελ. 515, Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. ( T.M.P ) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Στην προκειμένη περίπτωση ως αναφέρεται στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό εξέταση αίτηση και όπως είναι ούτως ή άλλως προφανές από το περιεχόμενο της ίδιας της αιτούμενης τροποποίησης, η υπό εξέταση αίτηση γίνεται με σκοπό να μπορέσει η αιτήτρια να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου και να παρουσιάσει την υπόθεση της στο σύνολο της και κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο όπως αυτή τον αντιλαμβάνεται. Επομένως και χωρίς να αποφασίζω κατά πόσον πράγματι τα άρθρα που ζητείται να προστεθούν στη νομική βάση της κυρίως αίτησης παρέχουν στο Δικαστήριο την ευχέρεια να παράσχει την αιτούμενη στην κυρίως αίτηση θεραπεία ή και κατά πόσον αυτή μπορεί να παρασχεθεί με δεδομένο το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης, αφού αυτά είναι ζητήματα που θα αποφασιστούν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης υπό το φως των ισχυρισμών που εκεί προβάλλονται, θεωρώ ότι το αίτημα της αιτήτριας υποβάλλεται με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών ζητημάτων που εγείρονται από τη διαδικασία εντός της εννοίας της Δ.25 Θ.5. Αναφορικά δε με το ζήτημα της κατάχρησης και της κακοπιστίας, πρέπει να πω ότι δεν εντοπίζω έρεισμα στην εισήγηση αυτή του καθ' ου η αίτηση, πλην του συσχετισμού του εν λόγω επιχειρήματος του με την καθυστέρηση η οποία από μόνη της δεν θεωρώ με βάση και τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, ότι μπορεί να αποτελέσει λόγο αφ' εαυτής, για απόρριψη αίτησης με την οποία σκοπείται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά ζητήματα ούτως ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να τα εξετάσει. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι το βάρος για την απόδειξη τέτοιων ισχυρισμών βαρύνει τον διάδικο που τον επικαλείται, εδώ τον καθ' ου η αίτηση. Επιπλέον, για να δικαιολογείται μια τέτοια κατάληξη πρέπει η κακοπιστία και τα γεγονότα που δεικνύουν την κατάχρηση να είναι εμφανή και διάχυτα πράγμα που στην προκειμένη περίπτωση δεν παρατηρείται, αφού η εισήγηση αυτή του καθ' ου η αίτηση δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε συγκεκριμένα γεγονότα πλην της καθυστέρησης, ως άλλωστε έχει ήδη αναφερθεί. Ως προς τον ισχυρισμό περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στον καθ' ου η αίτηση, αδυνατώ να συμμεριστώ τέτοια άποψη με δεδομένο ιδιαίτερα το γεγονός ότι δεν επιζητείται καν αλλαγή στο αίτημα της κυρίως αίτησης, αλλά προσθήκη της ορθής, κατά την αιτήτρια πάντοτε, νομικής βάσης, που να το στηρίζει. Σημειώνω δε ότι ο καθ' ου η αίτηση θα έχει την ευκαιρία να καταχωρήσει τροποποιημένη ένσταση στην αίτηση, ενώ θα μπορεί να προσθέσει οτιδήποτε περαιτέρω επιθυμεί, εφόσον η απόφαση στην κυρίως αίτηση δεν έχει επιφυλαχθεί αλλά η αίτηση εκκρεμεί για διευκρινίσεις επί των αγορεύσεων και τέλος θα αποζημιωθεί και με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Ως προς το γεγονός ότι η υπόθεση ευρίσκεται στο στάδιο των διευκρινίσεων επί των αγορεύσεων, αρκεί να σημειώσω ότι στα πλαίσια της διαδικασίας της κυρίως αίτησης δεν είχε προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία πλην των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, ενώ το αίτημα ως υποβάλλεται δεν σχετίζεται με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά τη νομική βάση της αίτησης. Σε κάθε δε περίπτωση εάν μετά την τροποποίηση της νομικής βάσης της κυρίως αίτησης, η θέση του καθ' ου η αίτηση καθ' όσον αφορά την αναγκαιότητα για προσκόμιση μαρτυρίας δια της αντεξέτασης οιουδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων διαφοροποιείται, μπορεί να υποβληθεί ανάλογο αίτημα το οποίο και το Δικαστήριο θα εξετάσει. Επομένως και επαναλαμβάνοντας ότι δεν αποφασίζω στο στάδιο αυτό κατά πόσον πράγματι τα άρθρα που ζητείται να προστεθούν στη νομική βάση της κυρίως αίτησης παρέχουν στο Δικαστήριο την ευχέρεια να παράσχει την αιτούμενη στην κυρίως αίτηση θεραπεία, αποτελεί κατάληξη μου ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα πρέπει να επιτραπεί για να μπορέσει το Δικαστήριο να εξετάσει τα πραγματικά ζητήματα μεταξύ των μέρων και να δώσει την ευκαιρία σε αυτούς να θέσουν ολοκληρωμένα τις θέσεις και επιχειρήματα τους ενώπιον του Δικαστηρίου για να μπορεί και αυτό να εκφέρει την κρίση του επί της πραγματικής διαφοράς των μερών, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη και του ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και με αυτήν δεν προκαλείται οποιαδήποτε ζημιά στον καθ' ου η αίτηση που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω. Συνακόλουθα και για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ορθό και δίκαιο όπως εξασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένη Αίτηση να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από σήμερα και Τροποποιημένη Ένσταση εντός περαιτέρω 20 ημερών από τη λήψη της τροποποιημένης ένστασης. Τα έξοδα της αίτησης όπως και αυτά που θα απολεσθούν συνεπεία της τροποποίησης (thrown away costs) επιδικάζονται υπέρ του του καθ' ου η αίτηση/πιστωτή και εναντίον της αιτήτριας/χρεώστη ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.