← Κύπρος

ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ SUPHIRE (FINANCE) LTD ν. ΧΑΡΗ ΤΟΜΑΖΟΥ, Αρ. Αγωγής: 6538/04, 23/7/2014

ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ SUPHIRE (FINANCE) LTD ν. ΧΑΡΗ ΤΟΜΑΖΟΥ, Αρ. Αγωγής: 6538/04, 23/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A314 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6538/04 Μεταξύ: SUPHIRE (FINANCE) LTD Εναγόντων και ΧΑΡΗ ΤΟΜΑΖΟΥ Εναγόμενου Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/4/2013: Μεταξύ: ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ SUPHIRE (FINANCE) LTD Ενάγοντος και ΧΑΡΗ ΤΟΜΑΖΟΥ Εναγόμενου ------------- Ημερομηνία: 23 Ιουλίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Λ. Βραχίμης για Ελένη Βραχίμη & Σία Για τον εναγόμενο: κ. Α. Μαρκίδης και κα Στ. Ισιδώρου για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία -------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων απαιτεί από τον εναγόμενο το ποσό των ₤119.407,26, πλέον τόκο προς 8,25% επί ποσού £60.000 από 1.1.2004 μέχρις εξοφλήσεως πλέον τόκο προς 9,5% επί ποσού £72.429,79 από 1.1.2004 μέχρι 22.4.2004 και επί ποσού £59.407,26 από 22.4.2004 μέχρις εξοφλήσεως και έξοδα. Θα πρέπει να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι, η εκδίκαση της υπόθεσης διήρκησε επί μακρόν δεδομένου ότι είχε αρχίσει η ακροαματική διαδικασία ενώπιον Δικαστή, ο οποίος παραιτήθηκε από την Δικαστική υπηρεσία στις 31.12.2011, οπότε η δίκη διεξήχθη εξ υπαρχής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και περαιτέρω λόγω της αναγκαιότητας αφενός να τροποποιηθούν τα δικόγραφα συνεπεία της εν τω μεταξύ έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης της ενάγουσας εταιρείας και αφετέρου της λήψης της αναγκαίας εξουσιοδότησης εκπροσώπησης του ενάγοντος από τους δικηγόρους που εκπροσωπούσαν την ενάγουσα εταιρεία πριν από την εν λόγω τροποποίηση, ώστε να καταστεί δυνατό να ολοκληρωθεί η ακροαματική διαδικασία με τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, που καταχωρήθηκε στις 15.4.2013, η εταιρεία Suphire (Finance) Ltd (στο εξής «η εταιρεία»), που είναι δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ασχολείτο με την παραχώρηση δανείων ή πιστωτικών διευκολύνσεων σε επενδυτές για σκοπούς επένδυσης σε τίτλους εισηγμένους στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής «το ΧΑΚ»). Στις 16.6.2011 εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας στην αίτηση με αρ. 696/10 και διορίστηκε ο Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της. Με έγγραφη συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου ημερομηνίας 30.5.2001, ρητοί όροι της οποίας παρατίθενται στην έκθεση απαίτησης, η εταιρεία συμφώνησε με τον εναγόμενο να παράσχει σ' αυτόν δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις για σκοπούς αγοράς μετοχών και/ή warrants δημοσίων εταιρειών εισηγμένων στο ΧΑΚ, μέσω χρηματιστή. Με βάση την εν λόγω συμφωνία η εταιρεία παραχώρησε στον εναγόμενο τις προαναφερθείσες διευκολύνσεις με εγκεκριμένο όριο £60.000, από τις οποίες ποσό £34.282,01 χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση υποχρεώσεων του εναγόμενου στην Euroinvestment & Finance Ltd. Με επιστολή ημερομηνίας 13.8.2001 η εταιρεία ειδοποίησε τον εναγόμενο ότι λόγω της ελευθεροποίησης του επιτοκίου, το επιτόκιο του λογαριασμού θα αυξανόταν σε 8,5%, σε περίπτωση που το ποσοστό κάλυψης του λογαριασμού ήταν 50% ή μικρότερο και σε 9% αν ο λογαριασμός δεν είχε κάλυψη, καθώς και ότι θα υπήρχε επιπλέον επιβάρυνση 1% όταν το υπόλοιπο του λογαριασμού θα ξεπερνούσε το εγκεκριμένο όριο. Στη συνέχεια, με επιστολή της ημερομηνίας 11.3.2002 η εταιρεία μείωσε αναδρομικά από την 1.1.2002 το επιτόκιο του επενδυτικού λογαριασμού του εναγόμενου από 8,5% σε 8,25% και σε περίπτωση υπέρβασης του εγκεκριμένου ορίου θα αυξάνετο το επιτόκιο κατά ποσοστό 1,25% στο ποσό της υπέρβασης, ενόσω διαφοροποίησε την προμήθειά της σε κάθε συναλλαγή από 0,35% σε 0,50%. Περί τις 6.6.2003 ο εν λόγω λογαριασμός του εναγόμενου παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £121.335,78, εφόσον, μεταξύ άλλων, ο εναγόμενος προέβη περί τις 26.10.2001 σε ανάληψη ποσού ύψους £50.000 και είχε παραλείψει να εξασφαλίσει το υπόλοιπο με βάση τους όρους της συμφωνίας. Συνεπεία αυτού, με επιστολή ημερομηνίας 6.6.2003 η εταιρεία κάλεσε τον εναγόμενο όπως καταβάλει το προαναφερθέν χρεωστικό υπόλοιπο ή καταθέσει εξασφάλιση ύψους £167.717,38, αλλά ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε με αποτέλεσμα ο λογαριασμός του στις 22.4.2004 να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £132.429,

  1. Με επιστολή της ημερομηνίας 22.4.2004 η εταιρεία τερμάτισε την εν λόγω συμφωνία και κάλεσε τον εναγόμενο να καταβάλει το προαναφερθέν χρεωστικό υπόλοιπο, ειδοποιώντας τον ταυτόχρονα ότι αν δεν ανταποκρίνετο θετικά θα προχωρούσε στην εκποίηση των προς εξασφάλιση αξιών που κρατούσε. Λόγω παράλειψης του εναγόμενου να συμμορφωθεί με την πιο πάνω επιστολή, περί τις 3.5.2004 η εταιρεία προχώρησε στην εκποίηση των μετοχών που προαναφέρθηκαν, με αποτέλεσμα το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγόμενου να μειωθεί στο αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό, πλέον τους αξιούμενους τόκους. Όπως προκύπτει από την τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση του εναγόμενου, που καταχωρήθηκε στις 19.4.2013, ο εναγόμενος, παραδέχεται την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας αλλά αρνείται τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και την οφειλή οποιουδήποτε ποσού προς την εταιρεία, υποστηρίζοντας ότι η τελευταία οφείλει προς τον εναγόμενο ποσά χρημάτων, τα οποία εξασφάλισε και/ή επωφελήθηκε από την περιουσία και/ή τις επενδύσεις χρημάτων του εναγόμενου, χωρίς αυτός να είναι ενήμερος. Υποστηρίζει, επίσης, ότι η εταιρεία με δόλια μέσα και/ή με παράτυπους χειρισμούς και/ή χωρίς την εξουσιοδότηση ή εντολή του προέβαινε σε αγορές και/ή επενδύσεις μετοχών για δικό της όφελος, χωρίς να ενημερώνει τον εναγόμενο για τις κινήσεις και/ή πράξεις της, καθώς και ότι η εταιρεία παραβίασε νομικές και συμβατικές της υποχρεώσεις προς τον εναγόμενο, εφόσον προχωρούσε σε επενδύσεις παραβιάζοντας το κατώτατο επιτρεπτό όριο επενδύσεων του αρχικού λογαριασμού του εναγόμενου. Αν και αποδέχεται ότι στις 30.5.2001 υπογράφηκε η συμφωνία την οποία επικαλείται η εταιρεία, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι όσα σχετικά με τη συμφωνία αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης είναι παραπλανητικά και δεν αποτυπώνουν την αλήθεια των γεγονότων. Είναι η θέση του εναγόμενου ότι ο λογαριασμός που ανοίχθηκε από την εταιρεία με βάση την εν λόγω συμφωνία έπρεπε να πιστώνεται με οφέλη από την πώληση αξιών - μετοχών, που η εταιρεία δεν έπραξε αθετώντας τους όρους και/ή δεσμεύσεις δυνάμει της συμφωνίας. Ενώ η εταιρεία διατηρούσε το δικαίωμα να εισπράττει ποσά προερχόμενα από τα κέρδη του εναγόμενου για να εξοφλείται το υποτιθέμενο χρέος του προς αυτήν, ο εναγόμενος ουδέποτε λάμβανε οποιαδήποτε κατάσταση ή ενημέρωση για το λογαριασμό του και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τις πράξεις για τις μετοχές του ώστε να γνωρίζει και τα ποσά που, ως ισχυρίζεται η εταιρεία, οφείλει. Συγκεκριμένα, περί τον Μάιο του 1999, ο εναγόμενος εξαιτίας της προσωπικής και/ή συγγενικής σχέσης που είχε με τη διευθύντρια και/ή μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηριακού Ομίλου Εταιρειών της εταιρείας και με δική της παρότρυνση, λόγω της ανόδου τότε του ΧΑΚ, δημιούργησε λογαριασμό (margin account) στην εταιρεία Euroinvestment & Finance Ltd, που ανοίχθηκε επ' ονόματι της πρώην συζύγου του με χαρακτήρα μάλλον αποταμιευτικό και σ' αυτόν τοποθετήθηκαν χρηματικά ποσά από το γάμο του εναγόμενου και/ή άλλες αποταμιεύσεις του, αγοράστηκαν δε μέσω αυτού μετοχές διάφορων εταιρειών. Με τη θέση ότι οι εργασίες της εταιρείας ήταν παράνομες και χωρίς νομική κάλυψη δεδομένου ότι η εταιρεία δεν προέβαινε σε αποστολή της κίνησης των μετοχών με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να μην γνωρίζει την πραγματική εικόνα των μετοχών και των σχετικών αγοραπωλησιών παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς την εταιρεία, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι όταν έκρινε ότι ο εν λόγω λογαριασμός του απέδωσε ωφέλεια, ζήτησε από τη διευθύντρια της εταιρείας το κλείσιμο του και την απόσυρση των χρημάτων του, αλλά επειδή η σύζυγός του δεν συμφωνούσε, ο εναγόμενος ζήτησε από την εταιρεία την απόσυρση του μισού χρηματικού ποσού, το οποίο του αναλογούσε. Η εταιρεία και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπάλληλοι και/ή οι διευθυντές της, αν και αρχικά προέβησαν σε πώληση των μισών μετοχών του προαναφερθέντος κοινού λογαριασμού, δεν επέστρεψαν στον εναγόμενο το χρηματικό ποσό σε μετρητά σύμφωνα με τις οδηγίες του και προχώρησαν σε νέες χρηματιστηριακές δοσοληψίες, που είχαν άμεση σχέση με τον προαναφερθέντα Όμιλο Εταιρειών και ήταν πασιφανές ότι διενεργούντο με στόχο την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εταιρείας και όχι του εναγόμενου, ο οποίος δεν ενημερώνετο για τις εν λόγω πράξεις ούτε εζητείτο η έγκριση ή η γνώμη του. Περί τον Νοέμβριο του 1999, όταν η προαναφερθείσα διευθύντρια του Ομίλου Εταιρειών αντιλήφθηκε ότι δημιουργήθηκε ένα ικανοποιητικό ποσό και επειδή η ίδια ετοίμαζε την εισδοχή στο ΧΑΚ της εταιρείας «Επενδυτική Εταιρεία Αίαντας» του Ομίλου, προσπάθησε να πείσει τον εναγόμενο, ο οποίος αρχικά αρνήθηκε και τελικά τον έπεισε, να επενδύσει όλο το πακέτο των μετοχών του στην εν λόγω εταιρεία, διαβεβαιώνοντάς τον ότι εάν δεν εισέλθει η μετοχή στο ΧΑΚ στην τιμή που η ίδια υπολόγιζε, θα κατέβαλλε στον εναγόμενο τη διαφορά της ζημιάς που θα υφίστατο. Ωστόσο, η εταιρεία κατακρατούσε τόσο τα κέρδη του εναγόμενου από πωλήσεις μετοχών ανεξαρτήτων του Ομίλου Εταιρειών, καθώς και χρηματικά ποσά που ο εναγόμενος έδινε ανά τακτά χρονικά διαστήματα στην εταιρεία, η οποία δεν του επέστρεψε ποτέ μετρητά από πωλήσεις των μετοχών του κατακρατώντας τα ετσιθελικά με σκοπό να επενδύσει σε εταιρείες δικών της οικονομικών συμφερόντων. Περί τις 15.3.2000, η εταιρεία ενέκρινε την αίτηση για ιδιωτική τοποθέτηση για να επιτευχθεί η αγορά πακέτου μετοχών της εταιρείας «Αίαντας». Ενώ ο εναγόμενος ζήτησε να επενδύσει ποσό ύψους £10.000 με σκοπό την ιδιωτική τοποθέτηση σε μετοχές της εταιρείας «Globalsoft», η εταιρεία δεν συμφώνησε και προέβη σε αγορά μετοχών της εταιρείας «Αίαντας». Με την εισαγωγή στο ΧΑΚ της εταιρείας «Αίαντας» η τιμή των μετοχών της δεν ξεπερνούσε το ποσό των £0,45, ενόσω οι αντιπρόσωποι της εταιρείας διαβεβαίωναν για το ελεγχόμενο της εν λόγω τιμής και αρνούντο την πώληση των εν λόγω μετοχών, έστω και με ζημιά, όπως τους ζητούσε ο εναγόμενος. Με τις εν λόγω πράξεις της η εταιρεία εμπόδιζε τον εναγόμενο να επενδύσει τα χρήματά του όπως ήθελε, στερώντας του τη δυνατότητα να ενεργήσει μέσω άλλου χρηματιστηριακού γραφείου εφόσον δεν είχε τους τίτλους στην κατοχή του. Συνεπεία της πτώσης των μετοχών «Αίαντας» και επειδή το υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγόμενου υφίστατο, του προτάθηκε από την εταιρεία να υπογράψει επενδυτικό σχέδιο, με στόχο την αγοραπωλησία μετοχών για να καλυφθούν οι ζημιές του. Λόγω της δεινής κατάστασης στην οποία βρέθηκε ο εναγόμενος λόγω των πιο πάνω πράξεων και/ή παραλείψεων της εταιρείας δεν είχε άλλη επιλογή από το να υπογράψει το εν λόγω επενδυτικό σχέδιο περί τις 30.5.2001, που δεν είχε τη μορφή δανειοδότησης αλλά αποτελείτο από τα κέρδη και τις οικονομίες που ο εναγόμενος εμπιστεύθηκε στην εταιρεία, υποθηκεύθηκαν δε δυνάμει του σχεδίου αυτού όλες οι μετοχές του. Περί τον Οκτώβριο του 2001, μετά από αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα και επισκέψεις στην εταιρεία, ο εναγόμενος έλαβε επιταγή ύψους £50.000, που αποτελεί το ήμισυ των χρημάτων του από τις επενδύσεις, και για το υπόλοιπο ποσό περί τις 14.6.2002 έλαβε επιστολή με την οποία η εταιρεία τον καλούσε να εξοφλήσει το λογαριασμό του, που ανήρχετο στο ποσό των £111.216,46 και το οποίο οφείλεται σε διπλή χρέωση του λογαριασμού του εναγόμενου εκ μέρους της εταιρείας. Στην τελευταία επίσκεψη του εναγόμενου στα γραφεία της εταιρείας του δόθηκαν διαβεβαιώσεις ότι δεν οφείλει πραγματικά οποιοδήποτε ποσό προς την εταιρεία εφόσον ο διευθυντής της παραδέχθηκε ότι έγιναν λανθασμένες χρεώσεις. Λόγω του ότι ο εναγόμενος αμφέβαλλε για όσα του ανέφερε ο διευθυντής της εταιρείας, αντιπρότεινε την επιστροφή των μετοχών του προς την εταιρεία για να κλείσει ο λογαριασμός του αλλά αυτό δεν έγινε αποδεκτό. Με επιστολή της ημερομηνίας 22.4.2004 η εταιρεία γνωστοποίησε στον εναγόμενο τον τερματισμό της συμφωνίας χρηματοδότησης του επενδυτικού σχεδίου, καλώντας τον όπως εντός δύο ημερών καταβάλει το ποσό των £132.429,79 για εξόφληση του λογαριασμού του. Επειδή οι πράξεις και/ή παραλείψεις της εταιρείας, που έγιναν με δόλο και/ή εξαπάτηση και/ή εκμετάλλευση της σχέσης του εναγόμενου με τους διευθυντές της εταιρείας, οδήγησαν τον εναγόμενο σε δυσμενή οικονομική θέση χωρίς αυτός να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη και/ή εμπλοκή στις ενέργειες της εταιρείας, που έγιναν χωρίς τη συμμετοχή ή βούληση ή συγκατάθεση του εναγόμενου, αυτός αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό χρημάτων προς την εταιρεία. Αξιώνει επίσης ο εναγόμενος τα χρήματα που του ανήκουν και η εταιρεία ετσιθελικά και δόλια επωφελήθηκε και αρνείτο να τον ενημερώνει για τις πράξεις της καθώς και να του επιστρέψει τα χρήματα όταν ο εναγόμενος τα ζητούσε. Περαιτέρω, ο εναγόμενος αρνείται τις παραγράφους 6-13 της έκθεσης απαίτησης, επαναλαμβάνοντας ότι οι πράξεις της εταιρείας εγίνοντο χωρίς ο ίδιος να λάβει γνώση. Αναφορικά με το ποσό που η εταιρεία ισχυρίζεται ότι χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση των υποχρεώσεών του προς την Euroinvestment & Finance Ltd ο εναγόμενος υποστηρίζει αφενός ότι η εταιρεία δεν ανήκει στον Όμιλο Εταιρειών και/ή δεν γνωρίζει ο ίδιος τη σχέση μεταξύ των πιο πάνω εταιρειών και αφετέρου ότι οι επενδύσεις στην Euroinvestment & Finance Ltd προέρχοντο από λογαριασμό του εναγόμενου που ανοίχθηκε στο όνομα της πρώην συζύγου του κατόπιν πιέσεων της διευθύντριας της εταιρείας με χρήματα που προήλθαν από το γάμο του εναγόμενου. Πέραν της εισήγησής του για απόρριψη της αγωγής, με τη θέση ότι εξαπατήθηκε και/ή παραπλανήθηκε από τους διευθυντές της εταιρείας με τους οποίους διατηρούσε προσωπικές σχέσεις καθώς και ότι επένδυσε στις εταιρείες του Ομίλου τους μετά από υποδείξεις των διευθυντών της εταιρείας και συνεπεία των ψευδών παραστάσεών τους, υποστηρίζοντας ότι συνεπεία των πράξεων και/ή παραλείψεων της εταιρείας που είχαν σκοπό την εξασφάλιση κέρδους για την ίδια και τους διευθυντές της, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι εγκλωβίστηκε και αξιώνει ανταπαιτητικά το ποσό των £100.000, που αντιπροσωπεύει το ποσό που η εταιρεία υπεξαίρεσε και/ή χειρίστηκε χωρίς τη συγκατάθεσή του. Με την τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, που καταχωρήθηκε στις 24.4.2013, η εταιρεία αρνείται τους ισχυρισμούς του εναγόμενου και επαναλαμβάνει τους δικούς της ισχυρισμούς ως η έκθεση απαίτησης. Ειδικότερα, αρνείται τις θέσεις του εναγόμενου ότι η εταιρεία προέβη σε αγορές ή επενδύσεις για δικό της όφελος, υποστηρίζοντας ότι ενημέρωνε τον εναγόμενο για την κίνηση του επενδυτικού του λογαριασμού, στον οποίο πιστώνοντο όλα τα οφέλη από την πώληση των μετοχών και δεν αποτελεί μέλος χρηματιστηριακού Ομίλου ως ο εναγόμενος ισχυρίζεται, εφόσον συστάθηκε περί τον Φεβρουάριο του
  2. Επισημαίνει, επίσης, η εταιρεία ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με το λογαριασμό της συζύγου του εναγόμενου και/ή του ίδιου που είχε ανοιχθεί στην Euroinvestment & Finance Ltd, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι ο εναγόμενος δεν είχε δικαίωμα να δίδει οδηγίες σε σχέση με τον εν λόγω λογαριασμό. Ισχυρίζεται ακόμη η εταιρεία ότι οι ενέργειες της ήταν νόμιμες, όπως και οι χρεώσεις και πιστώσεις στον επίδικο λογαριασμό, ενόσω οι αγορές μετοχών εγίνοντο από τους νόμιμα εξουσιοδοτημένους χρηματιστές του εναγόμενου, απορρίπτοντας τους αντίθετους ισχυρισμούς του εναγόμενου και όσους σχετίζονται με το τι προηγήθηκε της επίδικης συμφωνίας, προβάλλοντας τις δικές της θέσεις στα θέματα που ο εναγόμενος αναφέρει στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση του. Κατόπιν ειδικής άρνησης των επί μέρους ισχυρισμών του εναγόμενου, η εταιρεία εμμένει στην απαίτησή της εναντίον του, ζητώντας την απόρριψη της ανταπαίτησης. Κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους της εταιρείας προσφέρθηκε η μαρτυρία του Ανδρέα Παπαπαρασκευά (ΜΕ1), της Ρέας Ανδρονίκου (ΜΕ2) και του Ιωάννη Ανδρονίκου (ΜΕ3), ενώ εκ μέρους του εναγόμενου προσφέρθηκε μόνο η μαρτυρία του ιδίου (ΜΥ). Ως ανέφερε ο ΜΕ1, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής επενδυτικών σχεδίων της εταιρείας, η οποία ασχολείτο με την παραχώρηση δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων σε πελάτες μέσω ειδικών λογαριασμών για επενδύσεις στο ΧΑΚ, από δικά της κεφάλαια χωρίς να απαιτείται να εγγραφεί οπουδήποτε για τη διεξαγωγή των εργασιών της πέραν του Εφόρου Εταιρειών, έχοντας στην κατοχή και φύλαξή του τα σχετικά με την παρούσα αγωγή έγγραφα, γνώριζε τον εναγόμενο ως πελάτη της εταιρείας. Κατόπιν γραπτής αίτησης του εναγόμενου για τη συμμετοχή του στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο ημερομηνίας 30.5.2001 (Τεκμήριο 1), με την οποία ζήτησε να του παραχωρηθούν πιστωτικές διευκολύνσεις με όριο ύψους £60.000, η εταιρεία ενέκρινε το όριο και υπεγράφη την ίδια ημέρα συμφωνία χρηματοδότησης (Τεκμήριο 2). Την ίδια ημέρα, ο εναγόμενος υπέγραψε και πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε την Suphire (Stockbrokers) Ltd ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για την εκ μέρους του αγορά και πώληση μετοχών και τη διενέργεια σχετικών πράξεων (βλ. Τεκμήριο 3). Δυνάμει της υπογραφείσας συμφωνίας ανοίχθηκε σχετικός λογαριασμός στο όνομα του εναγόμενου με τον διακριτικό αριθμό Α0237 και τέθηκε στη διάθεση του εναγόμενου το ποσό του αρχικού ορίου για την αγορά μετοχών και άλλων αξιών. Όπως επεξήγησε ο ΜΕ1 η Suphire (Stockbrokers) Ltd εκτελούσε χρηματιστηριακές πράξεις στο ΧΑΚ για αγορά και πώληση μετοχών προς όφελος του εναγόμενου και μετά την ενημέρωση της εταιρείας χρεώνετο ή πιστώνετο ανάλογα ο λογαριασμός του εναγόμενου. Οι αξίες που αγοράζοντο θα εγγράφοντο στο όνομα της εταιρείας Suphire (Custodian) Ltd για την εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου προς την εταιρεία, ενόσω ο εναγόμενος ταυτόχρονα με την υπογραφή της συμφωνίας παρέδωσε στην εταιρεία 150.800 μετοχές και 15.100 δικαιώματα αγοράς μετοχών της «Αίαντας Επενδυτική Λτδ» με συνολική αξία £58.029,20, ως αρχική εξασφάλιση των υποχρεώσεών του προς την εταιρεία, σύμφωνα με τους όρους της υπογραφείσας συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 4). Την ίδια ημέρα μετά την υπογραφή της συμφωνίας, ο εναγόμενος παρέδωσε στον ΜΕ1 επιστολή ημερομηνίας 30.5.2001 (βλ. Τεκμήριο 5) με την οποία εξουσιοδοτούσε την εταιρεία να εξοφλήσει το υπόλοιπο του λογαριασμού που διατηρούσε στην Euroinvestment & Finance Ltd με ανάλογη χρέωση του επίδικου λογαριασμού. Η εταιρεία την επομένη ημέρα, εκτελώντας τις οδηγίες του εναγόμενου, προέβη στην εξόφληση του προαναφερθέντος λογαριασμού ύψους £34.282,01 (βλ. Τεκμήρια 6Α και 6Β). Με την εξόφληση, η Euroinvestment & Finance Ltd παρέδωσε στην εταιρεία 60.000 μετοχές και 6.000 δικαιώματα αγοράς μετοχών της «Αίαντας Επενδυτική Λτδ» με συνολική αξία £23.088, οι οποίες μεταβιβάστηκαν στην Suphire (Custodian) Ltd ως επιπρόσθετη αρχική εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου προς την εταιρεία (βλ. Τεκμήριο 14). Περί τις 6.6.2001 ο εναγόμενος άρχισε να αγοράζει μετοχές χρησιμοποιώντας το υπόλοιπο από το παραχωρηθέν εκ μέρους της εταιρείας ποσό και οι σχετικές πράξεις φαίνονται ως χρεώσεις στην κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, όπου φαίνονται και οι πιστώσεις από πωλήσεις μετοχών. Η εταιρεία δεν είχε ανάμειξη στις αγορές ή πωλήσεις μετοχών στο ΧΑΚ για λογαριασμό του εναγόμενου ούτε προέβαινε σε διαχείριση χαρτοφυλακίων αλλά και δεν παρείχε σχετικές συμβουλές προς τον εναγόμενο. Ο ΜΕ1, επεξηγώντας τη σχετική διαδικασία, κατέθεσε δέσμη των πινακιδίων συναλλαγής (contract notes) που σχετίζονται με τις συναλλαγές που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό, ως Τεκμήριο
  3. Με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας ο εναγόμενος υπέγραψε αίτηση για απλή ασφάλεια ζωής μέσω της Alpha Ασφαλιστικής Λτδ και εκδόθηκαν σχετικά πιστοποιητικά ασφάλισης (βλ. Τεκμήριο 9). Ο ΜΕ1 απέστελλε ταχυδρομικά στον εναγόμενο κατάσταση λογαριασμού αρχικά εβδομαδιαίως και στη συνέχεια μηνιαίως ενημερώνοντάς τον για την κίνηση του λογαριασμού του και ο εναγόμενος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για οποιαδήποτε χρέωση ή πίστωση στο λογαριασμό του βάσει των αγοραπωλησιών μετοχών, σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία. Με επιστολές ημερομηνίας 13.8.2001 και 11.3.2002 προς τον εναγόμενο (βλ. Τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα), η εταιρεία αύξησε, ως δικαιούτο, το ποσοστό επιτοκίου από 8% σε 8,5% ετησίως από 1.9.2001 και το μείωσε από 8,5% σε 8,25% από 1.1.2002 αντίστοιχα, ενημερώνοντας με τη δεύτερη επιστολή της τον εναγόμενο για την αύξηση του επιτοκίου κατά 1,25% σε περίπτωση υπέρβασης του εγκεκριμένου ορίου, για την κατάργηση του ετήσιου εξόδου διαχείρισης και για την μείωση της προμήθειας της σε κάθε συναλλαγή σε 0,35% από τις 11.3.
  4. Περί τις 26.10.2001, ο εναγόμενος προέβη σε ανάληψη ποσού £50.000 από τον επίδικο λογαριασμό (βλ. Τεκμήριο 15) παραλείποντας να εξασφαλίσει το υπόλοιπό του, ως προέβλεπε η επίδικη συμφωνία. Παρά τις επανειλημμένες τηλεφωνικές απαιτήσεις της εταιρείας για κατάθεση επιπρόσθετων εξασφαλίσεων εκ μέρους του εναγόμενου, ο τελευταίος δεν ανταποκρίθηκε και με την επιστολή της ημερομηνίας 6.6.2003 (βλ. Τεκμήριο 12) η εταιρεία ζήτησε την καταβολή του ποσού των £121.335,78 ή την κατάθεση επιπρόσθετων εξασφαλίσεων ύψους £164.717,
  5. Στη συνέχεια, λόγω μη ανταπόκρισης εκ μέρους του εναγόμενου, η εταιρεία με την επιστολή της ημερομηνίας 22.4.2004 (Τεκμήριο 13), η οποία όπως φαίνεται με σχετική δήλωση του εναγόμενου επ' αυτής παρελήφθη από αυτόν στις 28.4.2004, τερμάτισε τη συμφωνία, καλώντας τον να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο, που τότε ανήρχετο στο ποσό των £132.429,79 και ειδοποιώντας τον ότι αν δεν ανταποκριθεί θα προχωρούσε στην εκποίηση των προς εξασφάλιση αξιών που κρατούσε. Λόγω μη συμμόρφωσης του εναγόμενου, περί τις 3.5.2004, η εταιρεία έδωσε οδηγίες στην Suphire (Stockbrokers) Ltd για εκποίηση των προαναφερθεισών αξιών, με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο προς την εταιρεία εκ μέρους του εναγόμενου το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό, το οποίο ο ΜΕ1 ζήτησε όπως επιδικασθεί υπέρ της εταιρείας, απορρίπτοντας ως ανυπόστατους τους ισχυρισμούς του εναγόμενου που περιέχονται στην υπεράσπιση και ανταπαίτησή του. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 κατετέθη ως Τεκμήριο 16 μέρος της επιστολής της εταιρείας ημερομηνίας 14.6.2002, με την οποία ζητείτο η επιβεβαίωση του υπολοίπου του λογαριασμού του από τον εναγόμενο, ενόσω το μέρος της επιστολής επί του οποίου ο εναγόμενος υπέγραψε με ημερομηνία 10.7.2002 δηλώνοντας τη διαφωνία του, παρέμεινε ως Τεκμήριο Α για αναγνώριση. Σύμφωνα με την ΜΕ2, χρηματιστή από το 1987 και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο μία εκ των διευθυντών της χρηματιστηριακής εταιρείας Suphire (Stockbrokers) Ltd, ο εναγόμενος είναι πρώην σύζυγος της αδελφής της, την οποία είχε νυμφευθεί στις 23.5.
  6. Ως Τεκμήριο 17 κατέθεσε αντίγραφο της κατάστασης με τα ποσά, συνολικού ύψους £4.875, που είχαν λάβει ως δώρα στο γάμο τους ο εναγόμενος και η αδελφή της. Επειδή της είχε ζητηθεί από την αδελφή της σε συνεννόηση με τον εναγόμενο να τους αγοράσει μέσω του χρηματιστηριακού της γραφείου μετοχές μίας εκ των τραπεζών, η ΜΕ2 αγόρασε με τα χρήματα αυτά 700 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, συνολικής αξίας £5.026,77 (βλ. Τεκμήριο 18), καταβάλλοντας η ίδια, χωρίς να τους ζητήσει τη διαφορά, ύψους £151,
  7. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 47 η τιμή της μετοχής της Τράπεζας Κύπρου στις 25.5.1999 κυμαίνετο από £6,75 μέχρι £7,
  8. Τις μετοχές αυτές αγόρασε επ' ονόματι της αδελφής της, όπως της είπε η τελευταία ότι είχαν συμφωνήσει με τον εναγόμενο, παρέμειναν δε επ' ονόματι της μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2002, οπότε επήλθε διάσταση στο γάμο της με τον εναγόμενο. Περί τον Αύγουστο του 1999 ο εναγόμενος ζήτησε τη βοήθεια της ΜΕ2 να επενδύσει περί τις £10.000 στο ΧΑΚ και η ΜΕ2 ανοίγοντας μερίδα στο όνομά του στο χρηματιστηριακό της γραφείο, αγόρασε επ' ονόματι του 720 μετοχές «Κασουλίδη» και 2.000 warrants της «Cytrustees Investment Co Ltd» (βλ. Τεκμήρια 19 και 20 αντίστοιχα), συνολικού ύψους £10.030,99, ποσό στο οποίο συμπεριλαμβάνετο η προμήθεια και οι σχετικές χρεώσεις και ο εναγόμενος στις 25.9.1999 της κατέβαλε το ποσό των £10.
  9. Στις 8.10.1999, μετά από τηλεφωνική συνεννόηση με τον εναγόμενο, η ΜΕ2 πώλησε τα warrants της «Cytrustees Investment Co Ltd» εισπράττοντας συνολικά £10.189,34 (Τεκμήρια 21-22) με καθαρό κέρδος για τον εναγόμενο ύψους £2.362,
  10. Επειδή η χρηματιστηριακή εταιρεία κατά την περίοδο εκείνη ήταν ανάδοχος της έκδοσης μετοχών της εταιρείας «Blue Island Fish Farming Ltd», ο εναγόμενος της ζήτησε να αγοράσει με ιδιωτική τοποθέτηση μετοχές στην εταιρεία αυτή με τα χρήματα που είχε εισπράξει από την πώληση των warrants και η ΜΕ2 καλύπτοντας τη διαφορά ύψους £3.810,66 αγόρασε εκ μέρους του εναγόμενου 35.000 μετοχές της εν λόγω εταιρείας με την επιταγή ύψους £14.000 (βλ. Τεκμήριο 23). Λόγω του ότι τελικά παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο 15.000 μετοχές της εν λόγω εταιρείας συνολικής αξίας £6.000 και 3.000 warrants δωρεάν, η «Blue Island Fish Farming Ltd» με επιταγή της ημερομηνίας 6.12.1999 (βλ. Τεκμήριο 24) επέστρεψε στον εναγόμενο το ποσό των £8.000, χωρίς ωστόσο ο τελευταίος να έχει καταβάλει στην Suphire (Stockbrokers) Ltd το ποσό των £3.810,66, που ως προαναφέρθηκε η ΜΕ2 είχε καταβάλει για την αγορά των μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση. Περί τις 19.11.1999 ο εναγόμενος ήθελε να επενδύσει ακόμα £10.000 και η ΜΕ2 αγόρασε στο όνομά του, όπως του εισηγήθηκε, 1.100 μετοχές της «Libra Holidays Group», συνολικού ύψους £9.824,27 (βλ. Τεκμήριο 25), ποσό το οποίο ο εναγόμενος δεν της έχει καταβάλει. Περί τις 5.1.2000 ο εναγόμενος της ζήτησε να πωλήσει τις 720 μετοχές «Κασουλίδη», το οποίο και έπραξε, για το συνολικό ποσό των £3.703,17, με κέρδος για τον εναγόμενο ύψους £1.499,48 και παρά την προηγούμενη οφειλή του προς τη χρηματιστηριακή εταιρεία για την αγορά μετοχών της «Libra Holidays Group», ο εναγόμενος της ζήτησε να του καταβάλει το ποσό των £3.703,17, όπως και έπραξε η ΜΕ2 (βλ. Τεκμήρια 26-27). Με παρόμοιο τρόπο κατεβλήθη στον εναγόμενο το ποσό των £6.005,46 για την πώληση των warrants της «Blue Island Fish Farming Ltd», όπως της είχε ζητήσει στις 24.1.2000 (βλ. Τεκμήρια 28-29). Μεταξύ της 3 και 18 Φεβρουαρίου 2000, κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου, πωλήθηκαν και οι μετοχές της «Blue Island Fish Farming Ltd», για το συνολικό ποσό των £42.515,95, με καθαρό κέρδος για τον εναγόμενο ύψους £36.515,95 (βλ. Τεκμήριο 30), με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να έχει αποκτήσει σε διάστημα τριών μηνών κέρδος ύψους £42.521,41 με μια επένδυση ύψους £6.
  11. Από τα χρήματα της τελευταίας πώλησης ο εναγόμενος ζήτησε να του εκδοθεί επιταγή για το ποσό των £2.515,95 (βλ. Τεκμήριο 31) και με το υπόλοιπο ποσό ύψους £40.000 ζήτησε να γίνει αίτηση για αγορά 80.000 μετοχών της εταιρείας «Αίαντας Επενδυτική Λτδ» (βλ. Τεκμήριο 32), όπως και έγινε και ο σχετικός τίτλος για τις 80.000 μετοχές στάληκε απευθείας στον εναγόμενο. Περί τις 30.3.2000, κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου, η ΜΕ2 αγόρασε επ' ονόματι του 70.800 μετοχές και 7.100 warrants της «Αίαντας Επενδυτική Λτδ», συνολικού ύψους £31.624,80 (βλ. Τεκμήριο 33). Περί τον Μάιο του 1999, η αδελφή της ΜΕ2 είχε ανοίξει ένα επενδυτικό λογαριασμό με την εταιρεία Euroinvestment & Finance Ltd για να εκτελεί πράξεις στο χρηματιστήριο με χρηματιστή τη Suphire (Stockbrokers) Ltd, έχοντας λάβει ως αρχικό όριο το ποσό των £30.000, μετά από μεσολάβηση της ΜΕ2 και χωρίς να απαιτηθούν χρήματα ή μετοχές για εξασφάλιση του ορίου, το οποίο περί τις 27.8.1999 αυξήθηκε σε £50.
  12. Περί το Μάρτιο του 2000 ο λογαριασμός παρουσίαζε κέρδος περί τις £40.000 και με οδηγίες της αδελφής της περί τις 30.3.2000 της κατεβλήθη το ποσό των £30.000 με σχετική επιταγή επ' ονόματι της αδελφής της (βλ. Τεκμήριο 34). Στις 10.4.2000, ο εναγόμενος παρέδωσε την επιταγή αυτή, οπισθογραφημένη από τη σύζυγό του, στην ΜΕ2 για να την καταθέσει στο λογαριασμό της Suphire (Stockbrokers) Ltd έναντι των δικών του υποχρεώσεων για την αγορά των μετοχών και warrants της «Αίαντας Επενδυτική Λτδ» (βλ. Τεκμήρια 35 και 46). Παράλληλα, περί τον Ιανουάριο του 2000, ο εναγόμενος είχε ανοίξει επενδυτικό λογαριασμό στην εταιρεία Euroinvestment & Finance Ltd με όριο £30.000, αγοράζοντας με το ποσό αυτό με ιδιωτική τοποθέτηση ακόμα 60.000 μετοχές της εταιρείας «Αίαντας Επενδυτική Λτδ». Στη συνέχεια για αρκετούς μήνες ο εναγόμενος δεν ζήτησε από την ΜΕ2 να κάνει οποιαδήποτε άλλη χρηματιστηριακή πράξη, ρωτώντας την μόνο περιστασιακά που ευρίσκοντο οι τιμές των μετοχών που έχει αγοράσει, αλλά, όπως πιστεύει η ΜΕ2, αυτός έκανε πράξεις μέσω άλλων χρηματιστηριακών γραφείων. Στις 20.2.2001 με δική της πρωτοβουλία και χωρίς να ενημερώσει τον εναγόμενο, η ΜΕ2 αγόρασε μέσω της Suphire (Stockbrokers) Ltd για λογαριασμό του εναγόμενου 10.000 μετοχές της «Εργοληπτικής Εταιρείας Κώστας Μιχαηλίδης» για το συνολικό ποσό των £7.422,94, τις οποίες πώλησε στις 7.5.2001 για το ποσό των £8.027,10, με κέρδος για τον εναγόμενο ύψους £604,16 (βλ. Τεκμήρια 36-37). Αυτή η αγοραπωλησία ήταν η μοναδική συναλλαγή που είχε κάνει χωρίς τις οδηγίες του εναγόμενου, ο οποίος όταν ενημερώθηκε από την ΜΕ2 για το κέρδος που είχε αποκομίσει, δεν ήταν ικανοποιημένος από το μικρό κέρδος και η ΜΕ2 του είπε ότι δεν θα ασχοληθεί ξανά μαζί του. Περί το Μάιο του 2000, όταν ο εναγόμενος είχε υποστεί ζημιά περί τις £17.000-18.000 από τις μετοχές της «Αίαντας Επενδυτική Λτδ», παρά το ότι η ζημιά αυτή ήταν από τα κέρδη του εφόσον το αρχικό ποσό των £10.000 που είχε επενδύσει του είχε επιστραφεί, η ΜΕ2 του εισηγήθηκε να καλύψει τη ζημιά επειδή είχε αντιληφθεί ότι είχαν προβλήματα στο σπίτι, αλλά ο εναγόμενος αρνήθηκε. Περαιτέρω, η ΜΕ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 38 απόδειξη κατάθεσης του ποσού των €2 ημερομηνίας 20.12.2010 στην Τράπεζα Κύπρου στο λογαριασμό του εναγόμενου, με σκοπό, όπως ανέφερε κατά την αντεξέταση της, να επιβεβαιώσει την ορθότητα των στοιχείων του λογαριασμού αυτού, στον οποίο φαίνεται ότι κατατέθηκαν οι επιταγές που αποτελούν τα Τεκμήρια 15, 24, 26, 29 και
  13. Ουδέποτε είχε παραλάβει η ίδια ούτε και η εταιρεία την επιστολή - Τεκμήριο Β για αναγνώριση (που μεταγενέστερα καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο ως Τεκμήριο 52), υποστηρίζοντας ότι η εταιρεία δεν στεγαζόταν στη διεύθυνση που αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή. Δεν παρέλαβε επίσης την επιστολή ημερομηνίας 3.5.2004 - Τεκμήριο Γ για αναγνώριση, η οποία απευθύνεται στην εταιρεία υπόψη της ΜΕ2, παρέλαβε ωστόσο την επιστολή ημερομηνίας 4.5.2004 που απευθύνεται στην ίδια προσωπικά και κατετέθη ως Τεκμήριο 39, ενώ ο ταχυδρομικός φάκελος κατετέθη ως Τεκμήριο
  14. Ως Τεκμήριο 41 κατέθεσε έγγραφο προερχόμενο από την Euroinvestment & Finance Ltd που αφορά το λογαριασμό με αρ. Α0336 επ' ονόματι της αδελφής της και περιέχει τα όρια του λογαριασμού καθώς και την εξασφάλιση των 60.000 μετοχών της «Regalia» που δόθηκαν στις 15.11.2001, κατόπιν δικής της παρέμβασης, καταθέτοντας και βεβαίωση της Τράπεζας Πειραιώς ημερομηνίας 7.2.2011 ως Τεκμήριο 44, με την οποία βεβαιώνεται ότι δεν είχε δοθεί αρχική εξασφάλιση για τον εν λόγω λογαριασμό. Ως Τεκμήριο 42 κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου σε λογαριασμό που είχε με την Suphire (Stockbrokers) Ltd και περιέχει όλες τις συναλλαγές που έγιναν από την ΜΕ2 για τον εναγόμενο μεταξύ της 24.8.1999 και της 7.5.2001, ενώ ως Τεκμήριο 43 κατέθεσε πίνακα που έχει ετοιμάσει η ίδια σχετικά με το ρευστοποιημένο κέρδος του εναγόμενου από τις προαναφερθείσες συναλλαγές, επεξηγώντας τα εν λόγω Τεκμήρια. Ως Τεκμήριο 45 κατέθεσε ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 8.1.2000 με το οποίο ο εναγόμενος διόρισε την Suphire (Stockbrokers) Ltd ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του για χρηματιστηριακές συναλλαγές. Κατά την αντεξέταση της κατέθεσε ως Τεκμήριο 48 επιστολή ημερομηνίας 28.3.2000 της «Αίαντας Επενδυτική Λτδ» προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για να υποστηρίξει τη θέση της ότι ο ισχυρισμός του εναγόμενου για χρηματιστηριακό κόλπο του ζεύγους Ανδρονίκου σε σχέση με το χαμηλό άνοιγμα της μετοχής της εν λόγω εταιρείας είναι ψευδής, ενώ κατά την επανεξέτασή της ως Τεκμήριο 49 κατετέθη αντίγραφο πρακτικού ημερομηνίας 3.10.2006 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αίτηση αρ. 7/03 και αφορά τη διαδικασία περιουσιακών διαφορών μεταξύ του εναγόμενου και της πρώην συζύγου του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ο ΜΕ3, από τις 23.1.2001 ήταν διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας και ένας από τους χρηματιστηριακούς εκπροσώπους και μέλος του ΧΑΚ, εργαζόταν δε στην Suphire (Stockbrokers) Ltd. Περί τα τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου 2001, τον επισκέφθηκε ο εναγόμενος και του ζήτησε επενδυτικό όριο από την εταιρεία. Συζητώντας μαζί του ο εναγόμενος του ανέφερε ότι θα του έδιδε για εξασφάλιση 150.800 μετοχές και 15.100 δικαιώματα αγοράς της «Αίαντας Επενδυτική Λτδ», συνολικής αξίας £58.029,
  15. Παρέπεμψε τον εναγόμενο στον ΜΕ1 για τα περαιτέρω και σύμφωνα με τα Τεκμήρια 1-3 ανοίχθηκε ο επίδικος λογαριασμός του εναγόμενου με την εταιρεία. Μετά το άνοιγμα του λογαριασμού και σε συνεννόηση με τον εναγόμενο, ο ΜΕ3, υπό την ιδιότητά του ως χρηματιστηριακός εκπρόσωπος της Suphire (Stockbrokers) Ltd, προχώρησε σε αγορές επ' ονόματι του εναγόμενου 30.000 μετοχών της «Xenos Travel Ltd» (XEN), 20.000 μετοχών της «Tsokkos Hotels Ltd» (TSH) και 9.700 μετοχών της «Suphire Holdings Ltd» (SUP) συνολικού ποσού £47.
  16. Όταν μετά από τρεις εργάσιμες ημέρες στάληκαν τα έγγραφα πληρωμής, ο ΜΕ1 ενημέρωσε τον ΜΕ3 ότι υπήρχε υπέρβαση στο λογαριασμό του εναγόμενου καθότι με γραπτές του οδηγίες (βλ. Τεκμήριο 5) πληρώθηκε απ' τον επίδικο λογαριασμό το ποσό των £34.282,01 προς την Euroinvestment & Finance Ltd, κάτι που ο ΜΕ3 δεν γνώριζε. Τότε, σε συνεννόηση με τον εναγόμενο, ο ΜΕ3 προέβη σε πώληση των μετοχών της «Xenos Travel Ltd» (XEN) και της «Tsokkos Hotels Ltd» (TSH), συνολικού ύψους £25.233, οπότε ο επίδικος λογαριασμός επανήλθε εντός του ορίου. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2001, ο εναγόμενος ζήτησε από τον ΜΕ3 επειγόντως δανεικά ύψους £50.000 λόγω του ότι είχε οικονομικά προβλήματα και ο γάμος του κινδύνευε, αναφέροντας ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα σε δυο-τρεις μήνες το αργότερο. Ο ΜΕ3 του εξήγησε ότι οποιοδήποτε δάνειο θα γινόταν μέσω του επίδικου επενδυτικού λογαριασμού, όπως και έγινε στις 26.10.2001 με την παράδοση σχετικής επιταγής στον εναγόμενο (βλ. Τεκμήριο 15). Το χρέος του εναγόμενου προς την εταιρεία προήλθε από τα ποσά των £34.282,01 και £50.000 που αυτός έλαβε, πλέον τους τόκους και δεν προέκυψε από συστηματική εμπορία και ζημιά σε μετοχές καθότι οι χρηματιστηριακές πράξεις που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό ήταν περιορισμένες λόγω της συνεχούς υποχώρησης του Γενικού Δείκτη του ΧΑΚ. Όσον αφορά την επιστολή - Τεκμήριο Β για αναγνώριση (που μεταγενέστερα καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο ως Τεκμήριο 52) ο ΜΕ3 ανέφερε ότι πρώτη φορά την βλέπει. Κατά την αντεξέταση του, ως Τεκμήριο 50 κατετέθη δέσμη που αποτελείται από έγγραφα που απεστάλησαν με τηλεομοιότυπο στον κ. Μαρκίδη ως πρόταση αποκατάστασης του χαρτοφυλακίου με 1.000.000 μετοχές της «Blue Island Fish Farming Ltd», στα πλαίσια αντιδικίας με το Ταμείο Συντάξεων των υπαλλήλων της Αρχής Ηλεκτρισμού και ως Τεκμήριο 51 κατετέθη έγγραφο για την τιμή κλεισίματος της μετοχής «SUP» από 17.4.2001 μέχρι 15.2.
  17. Ο εναγόμενος - ΜΥ στη μαρτυρία του ανέφερε ότι στις 23.5.1999 παντρεύτηκε την Ήβη Ιορδάνους, αδελφή της ΜΕ2, έχοντας επέλθει διάσταση στο γάμο τους περί τον Σεπτέμβριο του 2002, ενόσω δεν είχε καμία επαγγελματική σχέση με την ΜΕ2 και τον ΜΕ3 πριν από το γάμο του. Περί τις 25.5.1999 η ΜΕ2 μετέβη στο σπίτι τους προτείνοντας να αναλάβει να επενδύσει το ποσό χρημάτων που είχαν λάβει ως δώρα στο γάμο τους, σε κοινό λογαριασμό σε χρηματιστηριακή εταιρεία. Ο εναγόμενος ετοίμασε το Τεκμήριο 17 για να γνωρίζει το δώρο κάθε καλεσμένου και όπως πληροφορήθηκε από τη σύζυγό του, η ΜΕ2 θα προσέθετε στο προς επένδυση ποσό και το δικό της δώρο ύψους £3.
  18. Περί την επομένη ημέρα η ΜΕ2, προς την οποία τότε είχε πλήρη εμπιστοσύνη, του ζήτησε την ταυτότητά του για να ετοιμάσει τα έγγραφα ανοίγματος κοινού λογαριασμού, ο οποίος εν τέλει μπορεί να ανοίχθηκε στο όνομα της συζύγου του, όπως πληροφορήθηκε μεταγενέστερα κατά τη δικαστική διαδικασία στο Οικογενειακό Δικαστήριο, ήταν ωστόσο για το κοινό συμφέρον και των δύο εφόσον ανοίχθηκε με τα δώρα του γάμου τους. Κατά την εν λόγω δικαστική διαδικασία ο εναγόμενος έμαθε για πρώτη φορά ότι η χρηματιστηριακή πράξη του Τεκμηρίου 18 έγινε στο όνομα της συζύγου του, χωρίς ο ίδιος να λάβει οποιοδήποτε μερίδιο. Όταν, μετά το Μάιο του 1999, έβλεπε ότι η αξία της μετοχής της Τράπεζας Κύπρου στο ΧΑΚ ανέβαινε σχολιάζοντάς το στην ΜΕ2 αυτή του ανέφερε ότι ήταν καλή η αγορά που τους έκανε και ότι λόγω των φιλικών σχέσεων που είχε με την Euroinvestment & Finance Ltd αυξήθηκε το όριο του κοινού λογαριασμού που είχε με τη σύζυγό του. Λόγω της συνεχούς ανόδου της τιμής της μετοχής της Τράπεζας Κύπρου και ειδικότερα όταν έφθασε περίπου στις £8, ο εναγόμενος ζήτησε να πωλήσει το μερίδιο του και περί τις 7.4.2000 η σύζυγός του του παρέδωσε την επιταγή - Τεκμήριο 34, λέγοντάς του ότι το ποσό αυτό αντιπροσώπευε το μερίδιο του από τα κέρδη των πράξεων που έκανε η ΜΕ2 για το κοινό τους συμφέρον. Του είχε κάνει εντύπωση το ύψος του ποσού της εν λόγω επιταγής και από όσα του είχε αναφέρει η ΜΕ2, είχε αντιληφθεί ότι αυτό προερχόταν όχι μόνο από την πώληση των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου που αγοράστηκαν με τα χρήματα του γάμου αλλά και από άλλες κινήσεις που είχε κάνει η ΜΕ2 σε σχέση με μετοχές που αγόρασε για το κοινό συμφέρον του εναγόμενου και της συζύγου του. Έχοντας εμπιστοσύνη προς την ΜΕ2, ο εναγόμενος της παρέδωσε την επιταγή - Τεκμήριο 34 για να κατατεθεί στην Suphire (Stockbrokers) Ltd με σκοπό να προβεί η ΜΕ2 σε αγοραπωλησίες μετοχών στο όνομα του. Όσον αφορά το λογαριασμό που ανοίχθηκε στο όνομα του εναγόμενου στην Euroinvestment & Finance Ltd τον Ιανουάριο του 2000 χωρίς οποιαδήποτε κάλυψη εκ μέρους του εναγόμενου, κατόπιν παρότρυνσης της ΜΕ2 για να αγοραστούν μετοχές της «Αίαντας Επενδυτική Λτδ» με τη μέθοδο της ιδιωτικής τοποθέτησης, η μοναδική πράξη που έγινε σ' αυτόν ήταν η αγορά 60.000 μετοχών της «Αίαντας Επενδυτική Λτδ», που αργότερα δεσμεύθηκαν από την εταιρεία με το άνοιγμα του επίδικου επενδυτικού λογαριασμού. Ως προς την εν λόγω αγορά μετοχών, το Νοέμβριο του 1999 η ΜΕ2 του τηλεφώνησε αργά το βράδυ παροτρύνοντάς τον να τοποθετήσει όλα του τα χρήματα στην νέα της εταιρεία, της οποίας η μετοχή, όπως του είχε πει, από £0,50 που άξιζε θα άνοιγε στις £2 - £
  19. Ο εναγόμενος αρνήθηκε και η ΜΕ2 για να τον πείσει του υποσχέθηκε ότι αν άνοιγε η μετοχή κάτω από £0,50 θα του έδινε η ίδια τη διαφορά. Με την επιταγή του Τεκμηρίου 32 στις 2.3.2000 αγόρασε και άλλες μετοχές της «Αίαντας Επενδυτική Λτδ», έχοντας ο εναγόμενος εν τέλει πειστεί από την ΜΕ2 να επενδύσει συνολικά £100.000 στην εν λόγω εταιρεία, η οποία ήταν δικών της συμφερόντων. Τελικά, η μετοχή της «Αίαντας Επενδυτική Λτδ» άνοιξε στο ΧΑΚ στο τέλος του Μαρτίου του 2000 σε τιμή περί τις £0,
  20. Ο εναγόμενος ζήτησε από την ΜΕ2 να πωλήσει αμέσως όλες τις μετοχές του στην «Αίαντας Επενδυτική Λτδ» αλλά η ΜΕ2 τον καθησύχασε λέγοντάς του να μην πωλήσει εφόσον η ίδια και ο ΜΕ3 έλεγχαν την αγορά και θα ανέβαζαν την τιμή της μετοχής. Λόγω των διαβεβαιώσεων της ΜΕ2, ο εναγόμενος την εμπιστεύθηκε για να τοποθετήσει τα χρήματα της επιταγής του Τεκμηρίου 34, όπως και του Τεκμηρίου 32, στις μετοχές της «Αίαντας Επενδυτική Λτδ». Στη συνέχεια, ο εναγόμενος ζητούσε κατά διαστήματα από την ΜΕ2 να πωλήσει τις εν λόγω μετοχές αλλά η τελευταία με διάφορες προφάσεις τον διαβεβαίωνε ότι η τιμή θα ανεβεί και να μην ανησυχεί. Περί τον Μάιο του 2001, μετά από έντονη συζήτηση με την ΜΕ2, αυτή αρνήθηκε και πάλι να πωλήσει τις εν λόγω μετοχές και του πρότεινε να κάνει ένα επενδυτικό σχέδιο με την εταιρεία ώστε να καλυφθεί η ζημιά του από την επένδυση στην «Αίαντας Επενδυτική Λτδ» και να του επιστραφούν τα χρήματά του. Ο εναγόμενος δεν επισκέφθηκε τον ΜΕ3 για να του ζητήσει το άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού αλλά το θέμα διευθετήθηκε από την ΜΕ
  21. Στις 30.5.2001, τη νύχτα, ο εναγόμενος μετέβη στα γραφεία της εταιρείας όπου συναντήθηκε με τον ΜΕ1 και υπέγραψε κάποια έγγραφα χωρίς μάρτυρες, μεταξύ των οποίων πρέπει να ήταν και το Τεκμήριο 5, για το οποίο πίστευε ότι αποτελούσε μέρος της διευθέτησης για κάλυψη των ζημιών, όπως του είχε αναφέρει η ΜΕ
  22. Δεν έλαβε αντίγραφα των Τεκμηρίων 5 και 6 και αν το Τεκμήριο 5 έγραφε ξεκάθαρα ότι ανελάμβανε χρέος προς την εταιρεία ύψους £34.000 δεν θα το υπέγραφε. Μετά το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού σπάνια ελάμβανε ενημερωτικές καταστάσεις για τις λιγοστές πράξεις που έγιναν στο όνομά του, ούτε είχε οποιαδήποτε ενημέρωση από τον ΜΕ3 για τις πράξεις που έκανε στον εν λόγω λογαριασμό. Περί τον Οκτώβριο του 2001, επειδή ο εναγόμενος πίστευε ότι δικαιούτο ένα ποσό από τις διάφορες πράξεις που έκαναν ο ΜΕ3 και η ΜΕ2 στο όνομά του, ζήτησε τηλεφωνικώς από τον ΜΕ3 να του δοθεί ένα ποσό για να τελειώσουν οι δοσοληψίες του μαζί τους και αφού πωλήσουν τις μετοχές του στην «Αίαντας Επενδυτική Λτδ» να κλείσει ο επίδικος λογαριασμός. Συζητώντας με τον ΜΕ3 συμφώνησαν να του δοθεί το ποσό των £50.000, για το οποίο του έφερε επιταγή στο σπίτι του η ΜΕ2 και λόγω του ότι δεν μπόρεσε να την εξαργυρώσει, η ΜΕ2 του έφερε την επιταγή - Τεκμήριο 15, την οποία και εξαργύρωσε. Για το ποσό αυτό κανένας δεν του είχε αναφέρει ότι επρόκειτο για δάνειο της εταιρείας προς τον ίδιο ή ότι θα χρεωνόταν στον επενδυτικό του λογαριασμό. Αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα στο γάμο του, ο εναγόμενος έλαβε το Τεκμήριο 16 και περί τα τέλη Ιουλίου του 2002 επισκέφθηκε τον ΜΕ3, ο οποίος βλέποντάς το του ανέφερε ότι είναι λάθος και δεν χρωστά οτιδήποτε. Στη συνέχεια ο εναγόμενος απέστειλε στους ΜΕ2 και ΜΕ3 την επιστολή ημερομηνίας 30.7.2002 (δηλαδή το Τεκμήριο Β για αναγνώριση, που κατέθεσε ως Τεκμήριο 52), ζητώντας εκ νέου το κλείσιμο του λογαριασμού του. Ως προς το Τεκμήριο Α για αναγνώριση, που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 16, ο εναγόμενος ανέφερε ότι το υπέγραψε με τη σημείωση ότι «Δεν αποδέχομαι ότι οφείλω οποιοδήποτε ποσό στην εταιρεία σας», αλλά από ότι θυμάται δεν το απέστειλε στην εταιρεία. Στις 4.5.2004 απέστειλε στην ΜΕ2 το Τεκμήριο 39, το οποίο αυτή ανεγνώρισε ότι παρέλαβε, ενόσω μαζί με αυτό το Τεκμήριο είχε παραδώσει στους δικηγόρους του και το πανομοιότυπο Τεκμήριο Γ για αναγνώριση, επειδή δεν ήταν σίγουρος ποιο από αυτά τα δύο είχε στείλει στην ΜΕ
  23. Είναι η θέση του εναγόμενου ότι εξαπατήθηκε από τους ΜΕ2 και ΜΕ3 σε σχέση με τη λειτουργία της επίδικης συμφωνίας - Τεκμήριο 2, την οποία υπέγραψε για να ανακτήσει τα ποσά που έχασε επενδύοντας στην «Αίαντας Επενδυτική Λτδ», όπως του υποσχέθηκε η ΜΕ2 και η εταιρεία δεν νομιμοποιείται βάσει της συμφωνίας αυτής να αξιώνει τα ποσά των £34.000 και £50.000 που ισχυρίζεται ότι έδωσε ως προσωπικά δάνεια προς τον εναγόμενο. Θεωρεί ότι η παρούσα αγωγή κινήθηκε εναντίον του εκδικητικά επειδή διαλύθηκε ο γάμος του με την αδελφή της ΜΕ2, αν και ουδέν ποσό οφείλει στην εταιρεία. Η ανταπαίτησή του βασίζεται στο ότι η εταιρεία και η ΜΕ2 ως χρηματιστής του, χειρίστηκε αμελώς διάφορα ποσά που ανήκαν στον εναγόμενο, ασκώντας πάνω του πίεση και εκμεταλλευόμενη την οικογενειακή σχέση που είχε μαζί της κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όπως παραδέχθηκε άλλωστε η ΜΕ2, με δική της πρωτοβουλία και χωρίς να τον ενημερώσει αγόρασε 10.000 μετοχές της «Εργοληπτικής Εταιρείας Κώστας Μιχαηλίδης», τις οποίες μεταγενέστερα πώλησε, γεγονός που φανερώνει ότι η σχέση τους δεν ήταν τυπική, ενόσω το ποσό των £3.801,66 που ισχυρίστηκε η ΜΕ2 ότι είχε καταβληθεί για την αγορά μετοχών της «Blue Island Fish Farming Ltd» ουδέποτε ζητήθηκε από αυτόν να το καταβάλει. Οι συνήγοροι αγορεύοντας υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία, στις εισηγήσεις των οποίων θα γίνει αναφορά στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, κατά την ενασχόληση των επί μέρους θεμάτων. Θα πρέπει να επισημανθεί πρωταρχικά ότι υπάρχει διάσταση στις εισηγήσεις των συνηγόρων ως προς την αντιμετώπιση της προσαχθείσας μαρτυρίας, με τον κ. Βραχίμη να εισηγείται ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την απαίτηση της εταιρείας δεν αμφισβητούνται εκ μέρους του εναγόμενου, ο οποίος προέβαλε ουσιαστικά δυο υπερασπίσεις, σε αντίθεση με την κα Ισιδώρου που υπέβαλε ότι η εταιρεία δεν απέδειξε την υπόθεση της εφόσον η αξίωση της δεν στηρίζεται στην προσαχθείσα από αυτήν μαρτυρία και τα κατατεθέντα Τεκμήρια. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ

(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Ζαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) A.A.Δ. 820). Έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας και αξιολογώντας την εκ μέρους της εταιρείας δοθείσα μαρτυρία καθώς και τα κατατεθέντα Τεκμήρια, έχω πεισθεί για την ορθότητα όσων ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου οι μάρτυρες της εταιρείας, με αποτέλεσμα η μαρτυρία τους να είναι πλήρως αποδεκτή. Όσα υποδείχθηκαν από την συνήγορο του εναγόμενου ως αντιφάσεις στη μαρτυρία τους δεν μεταβάλλουν την δημιουργηθείσα αντίληψη του Δικαστηρίου ότι οι μάρτυρες της εταιρείας δεν απέκρυψαν την πραγματικότητα και ήταν ειλικρινείς. Είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο να παρατηρούνται μικροδιαφορές στη μαρτυρία προσώπων που εμπλέκονται στα γεγονότα και καταθέτουν μετά από την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος, στην προκείμενη δε περίπτωση οι παρατηρηθείσες διαφορές χαρακτηρίζονται ως επουσιώδεις υπό το φως της γενικότερης εικόνας των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 στο εδώλιο του μάρτυρα και του εναρμονισμού της μαρτυρίας τους με τα κατατεθέντα έγγραφα. Άλλωστε οι μάρτυρες της εταιρείας αναφέροντο στα γεγονότα του επίδικου χρόνου και η έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως γεγονός σχετικό με την αξιοπιστία τους, ως εισηγήθηκε η κα Ισιδώρου σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΕ
  1. Ειδικότερα, ο ΜΕ1 ήταν σαφής και σταθερός στη μαρτυρία του, που δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, χωρίς άλλωστε να έχουν αμφισβητηθεί εκ μέρους του εναγόμενου τα έγγραφα που ο ΜΕ1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία ο εναγόμενος αποδέχθηκε ότι υπέγραψε και σχετίζονται με την επίδικη απαίτηση. Δεν συμφωνώ επί του προκειμένου με την εισήγηση της κας Ισιδώρου ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 είναι συμπερασματική δεδομένου ότι η ουσιαστική ανάμιξη του ΜΕ1 κατά τη συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας προβάλλει και από τη μαρτυρία του εναγόμενου. Από τη μαρτυρία του ΜΕ1 προκύπτει ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί την έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 30.5.2001, δυνάμει της οποίας η εταιρεία παρεχώρησε στον εναγόμενο δάνειο και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις, με όριο £60.000 σύμφωνα με την σχετική αίτηση του εναγόμενου - Τεκμήριο 1, ούτε και είναι επιλήψιμο ότι η αίτηση ενεκρίθη την ίδια ημέρα, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και ως εκ της φύσεως των εργασιών της εταιρείας. Σύμφωνα με τον όρο 6 της υπογραφείσας συμφωνίας, ως εξασφάλιση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία Suphire (Custodian) Ltd οι μετοχές ιδιοκτησίας του εναγόμενου, όπως αυτές περιγράφονται στο Τεκμήριο 4, μετά δε την πληρωμή του ποσού των £34.282,01 στην Euroinvestment & Finance Ltd (Τεκμήρια 6Α-6Β) κατόπιν της σχετικής εξουσιοδότησης του εναγόμενου (Τεκμήριο 5), μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία Suphire (Custodian) Ltd και οι μετοχές ιδιοκτησίας του εναγόμενου, όπως αυτές περιγράφονται στο Τεκμήριο
  2. Με το πληρεξούσιο έγγραφο ίδιας ημερομηνίας, που υπέγραψε ο εναγόμενος (Τεκμήριο 3), διόρισε την Suphire (Stockbrokers) Ltd ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για τη διενέργεια αγοραπωλησιών κινητών αξιών, εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ και, όπως βεβαίωσε ο ΜΕ1, η λήψη αποφάσεων για αγορά και πώληση αξιών ήταν θέμα που αφορούσε αποκλειστικά τον εναγόμενο και τον χρηματιστή του, η δε εταιρεία δεν είχε καμία ανάμιξη στη λήψη των αποφάσεων αυτών. Αναμφισβήτητα, επίσης, παρέμειναν τα κατατεθέντα ως Τεκμήριο 8 πινακίδια συναλλαγών (contract notes) που σχετίζονται με τις αγοραπωλησίες μετοχών που διενεργήθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο καθώς και οι χρεωπιστώσεις στο λογαριασμό που τηρούσε η εταιρεία για τον εναγόμενο, ως η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 7, με τις διευκρινίσεις που έδωσε ο ΜΕ1 επ' αυτής επεξηγώντας την λεπτομερώς και με σαφήνεια κατά την αντεξέταση του, καθώς και η ανάληψη από τον εναγόμενο του ποσού των £50.000 με την επιταγή - Τεκμήριο
  3. Όσον αφορά τους τόκους και τα έξοδα που χρεώθηκαν για τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις βάσει της συμφωνίας, είναι αποδεκτή η θέση του ΜΕ1 ότι ορθή χρέωση αποτελεί το εκάστοτε ποσό που εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου 7, όπως και οι χρεώσεις για την απαιτούμενη ασφάλεια ζωής (Τεκμήριο 9). Γίνεται, επίσης, αποδεκτό ότι η εταιρεία ενημέρωνε τον εναγόμενο με καταστάσεις λογαριασμού που του απέστελλε σε τακτική βάση, ως ανέφερε ο ΜΕ1, όπως και ότι στάληκαν στον εναγόμενο οι επιστολές - Τεκμήρια 10-13 και
  4. Παρόμοια αξιολογείται και η ΜΕ2, η οποία κατέθεσε με σαφήνεια και σταθερότητα, χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για την αλήθεια όσων υποστήριξε. Η μαρτυρία της κατέδειξε ότι καθ' όλο το χρόνο που ενεργούσε ως χρηματιστής της Suphire (Stockbrokers) Ltd για τις αγοραπωλησίες μετοχών που σχετίζοντο με την αδελφή της και τον σύζυγο της - εναγόμενο (βλ. Τεκμήρια 17-38 και 41-47) πριν από τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας και που ήταν εκ των προτέρων σε γνώση του εναγόμενου, εκτός μιας που και πάλι του απέφερε κέρδη, ο εναγόμενος επωφελήθηκε από αυτές με κέρδη (βλ. Τεκμήριο 43). Δεν συμφωνώ με τη θέση της κας Ισιδώρου ότι η μαρτυρία της ΜΕ2 δεν είναι σχετική με τα επίδικα θέματα δεδομένου ότι είναι πρόδηλο ότι η μαρτυρία αυτή προσφέρθηκε για να καταδείξει ότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του εναγόμενου στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση του, ανεξάρτητα του κατά πόσον προωθήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Όπως, ειδικότερα, η θέση του εναγόμενου για την ισχυριζόμενη πίεση που του ασκήθηκε για την αγορά των μετοχών της «Αίαντας Επενδυτική Λτδ», που ως ανέφερε η ΜΕ2 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ενόσω και από το Τεκμήριο 48 διαφαίνεται ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί του περί «χρηματιστηριακού κόλπου» των ΜΕ2 και ΜΕ3, αλλά και η κατ' ισχυρισμόν του εναγόμενου άρνηση της ΜΕ2 να πωλήσει τις μετοχές αυτές όπως της ζητούσε δήθεν ο εναγόμενος. Ούτε και είχε λόγο η ΜΕ2 να αρνηθεί ότι παρέλαβε οποιεσδήποτε άλλες επιστολές του εναγόμενου εκτός αυτής ημερομηνίας 4.5.2004 (βλ. Τεκμήρια 39-40), στην οποία, όπως ορθά υπέδειξε η ΜΕ2, ουδεμία αναφορά γίνεται στα θέματα που εγείρει ο τελευταίος με την επιστολή ημερομηνίας 30.7.2002 (Τεκμήριο 52), δεδομένου μάλιστα ότι ως ανέφερε ο εναγόμενος δεν απέστειλε την επιστολή - Τεκμήριο Γ για αναγνώριση. Από δε το Τεκμήριο 49, που κατατέθηκε κατά την επανεξέταση της, προκύπτει η συνέπεια των αναφορών της ΜΕ2 στην παρούσα διαδικασία με όσα είχε αναφέρει στη διαδικασία ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Αλλά και η μαρτυρία του ΜΕ3 είναι πλήρως αποδεκτή, η δε αντίθετη εισήγηση της κας Ισιδώρου για να κριθεί αναξιόπιστος δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ο ΜΕ3 κατέθεσε με φυσικότητα, όντας σαφής και σταθερός σε όλα τα στάδια της μαρτυρίας του, αναφέροντας με απλότητα όσα γνώριζε και μπορούσε να θυμηθεί ότι έλαβαν χώρα κατά τον επίδικο χρόνο, χωρίς να έχουν σημασία επουσιώδεις λεπτομέρειες για θέματα που ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση. Όπως ορθά ανέφερε ο ΜΕ3, σημασία έχει ότι ο εναγόμενος προέβη αυτόβουλα στη σύναψη της επίδικης συμφωνίας με την εταιρεία για την διεξαγωγή αγοραπωλησιών μετοχών με σκοπό το κέρδος, ζητώντας άμεσα την εξόφληση του λογαριασμού του προς την Euroinvestment & Finance Ltd με το Τεκμήριο 5, χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία πότε ο ΜΕ3 πληροφορήθηκε για την εκτέλεση αυτής της εντολής του εναγόμενου. Κρίνεται αληθής η αναφορά του ΜΕ3 ότι οι λιγοστές πράξεις που εκτελέστηκαν στον επίδικο λογαριασμό έγιναν κατόπιν της εκ των προτέρων ενημέρωσης του εναγόμενου με την εξειδικευμένη συμβουλή του ΜΕ3 ως χρηματιστή, υπό τα δεδομένα της εποχής εκείνης. Όσον αφορά το ποσό των £50.000, που είναι αποδεκτό ότι το παρέλαβε ο εναγόμενος με την επιταγή - Τεκμήριο 15, κρίνεται αληθής η μαρτυρία του ΜΕ3 ότι του ζητήθηκε από τον εναγόμενο ως δάνειο για προσωπικούς του λόγους και δόθηκε ως δάνειο από την εταιρεία μέσα στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας, με την υπόσχεση του εναγόμενου να το επιστρέψει σε λίγους μήνες, χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία κατά πόσο προηγήθηκε συνεννόηση του ΜΕ3 με τη σύζυγο του - ΜΕ2 για το θέμα αυτό. Αποδεκτή, επίσης, είναι η αναφορά του ΜΕ3 για το Τεκμήριο 16, απορρίπτοντας ως αναληθή τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι έγινε συνάντηση μεταξύ τους για το έγγραφο αυτό, όπως του τέθηκε κατά την αντεξέταση. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία του εναγόμενου - ΜΥ, προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται από τον ίδιο η ύπαρξη τόσο της επίδικης συμφωνίας με την εταιρεία, δηλαδή του Τεκμηρίου 2, όσο και των λοιπών Τεκμηρίων ως πιο πάνω αναφέρθηκε και σχετίζονται με τη λειτουργία του επενδυτικού σχεδίου, έχοντας αποδεχθεί ότι υπέγραψε τόσο την αίτηση για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο-Τεκμήριο 1 όσο και τα προαναφερθέντα Τεκμήρια 3 και
  5. Αποδέχθηκε ακόμη ότι έγιναν ορθά οι χρεώσεις επί του Τεκμηρίου 7 αλλά και όλες τις πράξεις αγοραπωλησιών μετοχών στις οποίες αναφέρθηκε η ΜΕ
  6. Δεν ήταν ωστόσο σταθερός σε άλλα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς που προέβαλλε στο δικόγραφο της υπεράσπισης του, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια. Αξιολογώντας το σύνολο της μαρτυρίας του εναγόμενου είναι η αντίληψη μου ότι ο εναγόμενος προσπάθησε, ανεπιτυχώς όμως, να αποποιηθεί της ευθύνης του και της οφειλής του προς την εταιρεία αναφορικά με την επίδικη απαίτηση, προβάλλοντας αντιφατικές θέσεις που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα, ούτε και επέδειξε σταθερότητα στις προβληθείσες θέσεις του ώστε να κριθεί αξιόπιστη η μαρτυρία του στο σύνολο της και δεν συμφωνώ με την εισήγηση της κας Ισιδώρου περί του «λογικοφανούς» της εκδοχής του εναγόμενου. Ως αντιφατική και εκτός πραγματικότητας αρχικά αντικρίζεται η θέση του εναγόμενου ότι βρέθηκε σε δεινή οικονομική κατάσταση συνεπεία των ενεργειών των χρηματιστών του και ειδικότερα της ΜΕ2, εφόσον παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του όλες τις πράξεις αγοραπωλησιών μετοχών στις οποίες η ΜΕ2 είχε προβεί και του είχαν αποφέρει σημαντικά κέρδη. Ούτε και η θέση του ότι πιέστηκε για να αγοράσει μετοχές της «Αίαντας Επενδυτική Λτδ», τις οποίες η ΜΕ2 αρνείτο να πωλήσει, μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον από το Τεκμήριο 33 προβάλλει ότι μεγάλο μέρος των μετοχών αυτών είχαν αγοραστεί επ' ονόματι του και μπορούσε να τις πωλήσει όποτε ήθελε μέσω άλλων χρηματιστηριακών γραφείων με τα οποία συνεργαζόταν. Ενώ δε αρχικά υποστήριξε ότι δεν επισκέφθηκε τον ΜΕ3 για την σύναψη της επίδικης συμφωνίας κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι πήγε σ' αυτόν για τον σκοπό αυτό. Πλήρως αντίθετη με τη πραγματικότητα άλλωστε προβάλλει η θέση του ότι δεν γνώριζε για την πληρωμή του ποσού των £34.282,01 προς την Euroinvestment & Finance Ltd, εφόσον ο ίδιος είχε υπογράψει σχετική εξουσιοδότηση προς την εταιρεία (βλ. Τεκμήριο 5) να εξοφλήσει το υπόλοιπο του λογαριασμού του με χρέωση του επίδικου λογαριασμού. Όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Βραχίμης, η θέση του εναγόμενου στην ένορκη μαρτυρία του ότι το ποσό των £50.000 του δόθηκε κατόπιν συμφωνίας με τον ΜΕ3 για να τελειώσουν οι δοσοληψίες με το ζεύγος Ανδρονίκου και να κλείσει ο επίδικος λογαριασμός δεν προβάλλεται στο δικόγραφο της υπεράσπισης του, όπου ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το ποσό αυτό αντιστοιχούσε στο μισό περίπου των επενδύσεων του χωρίς να θέτει θέμα κλεισίματος του λογαριασμού, φανερώνεται δε η αναξιοπιστία του εναγόμενου με την προβολή αντιφατικών θέσεων επί του θέματος αυτού. Η αναξιοπιστία του εναγόμενου προβάλλει και από το περιεχόμενο της επιστολής του ημερομηνίας 4.5.2004 (Τεκμήριο 39), στην οποία ουδεμία αναφορά γίνεται τόσο στη δήθεν συμφωνία κλεισίματος του λογαριασμού όσο και στην επιστολή ημερομηνίας 30.7.2002 (Τεκμήριο 52), την οποία οι ΜΕ2 και ΜΕ3 ουδέποτε παρέλαβαν και ως ορθά εισηγήθηκε ο κ. Βραχίμης φαίνεται ότι αποτελεί εκ των υστέρων κατασκεύασμα. Έχοντας γίνει πλήρως αποδεκτή η μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 επί του θέματος αυτού, θεωρώ ότι η εμμονή του εναγόμενου στην πιο πάνω θέση του αποτελεί σκέψη εκ των υστέρων με σκοπό να αποφύγει την επίδικη οφειλή του προς την εταιρεία. Διάσταση της μαρτυρίας του σε σχέση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του παρατηρείται και για το θέμα ενημέρωσης του για την κίνηση του επίδικου λογαριασμού όπου ενώ στην υπεράσπιση του κατ' επανάληψη προβάλλεται ότι δεν ενημερώνετο για την κίνηση του λογαριασμού αυτού, ενώπιον του Δικαστηρίου υποστήριξε ότι παρελάμβανε σπάνια τις καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού κατά τον ουσιώδη χρόνο, όντας επίσης ενήμερος για την ύπαρξη του Τεκμηρίου
  7. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου εξάγονται βάσει της πλήρως αποδεκτής μαρτυρίας που προσέφερε η εταιρεία και προς αποφυγή επαναλήψεων αυτά είναι ως παρατέθηκε στη σύνοψη της μαρτυρίας των ΜΕ1, 2 και 3 πιο πάνω. Ως προς τη νομική πτυχή η απαίτηση της εταιρείας, σύμφωνα με τα καταχωρηθέντα δικόγραφα, βασίζεται στην παράβαση εκ μέρους του εναγόμενου της έγγραφης συμφωνίας παροχής δανείων και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων προς αυτόν (Τεκμήριο 2) και η αγωγή κινήθηκε εναντίον του εναγόμενου μετά τον τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού του από την εταιρεία με την επιστολή της ημερομηνίας 22.4.2004 (Τεκμήριο 13). Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, επισημαίνεται αρχικά ότι, πέραν του ότι η σύναψη της επίδικης συμφωνίας παρέμεινε αναντίλεκτη, η εγκυρότητα των κατατεθέντων εγγράφων και ειδικότερα της έγγραφης συμφωνίας και των δοθεισών εξασφαλίσεων ουσιαστικά παρέμειναν αναμφισβήτητα γεγονότα κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Ο ΜΕ1, υπάλληλος της εταιρείας, είχε στην κατοχή του τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία κατέθεσε κατά την ακροαματική διαδικασία. Συνεπώς με δεδομένο ότι τα Τεκμήρια 1 - 4 και 14 είναι αποδεκτά ως προς την ύπαρξή τους και η σύναψη τους επιβεβαιώνεται ακόμη και από τη μαρτυρία του εναγόμενου, με την κατάθεσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου αποδείχθηκε και το περιεχόμενό τους, που όπως ήδη λέχθηκε δεν αμφισβητήθηκε (βλ. M. A. Goodvalue Suppl. κ.α. Ltd ν. Barclays Bank Plc
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1038). Όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ1, το υπόλοιπο που αξιώνεται από τον εναγόμενο εμφαίνεται στο Τεκμήριο 7. Η μαρτυρία του ΜΕ1 για την κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε από αυτόν (Τεκμήριο 7) και που δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του ως προς την ορθότητα της (βλ. Παπαγεωργίου κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 961) συνιστούν ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για το υπόλοιπο του λογαριασμού (βλ. και Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2229). Η παρούσα αγωγή κινήθηκε μετά τον τερματισμό της συμφωνίας και αφού απαιτήθηκε το οφειλόμενο υπόλοιπο από τον εναγόμενο με την προς αυτόν επιστολή της εταιρείας ημερομηνίας 22.4.2004 (Τεκμήριο 13). Έχει τεθεί από τους συνηγόρους θέμα ερμηνείας της επίδικης συμφωνίας, εφόσον υπάρχει διαφωνία ως προς το κατά πόσον τα δυο ποσά που χρεώθηκαν στον επίδικο λογαριασμό, ύψους £34.282,01 και £50.000, ως δάνεια προς τον εναγόμενο μπορούν να αξιωθούν από την εταιρεία εναντίον του εναγόμενου με βάση τους όρους της υπογραφείσας συμφωνίας. Η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα, το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο και ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 168). Όταν το έγγραφο δεν είναι λεπτομερές ώστε να φανερώνει με σαφήνεια την πρόθεση των μερών, το Δικαστήριο μπορεί και οφείλει να εξετάζει το σύνολο της μαρτυρίας για να διαπιστώσει τι συμφωνία επιτεύχθηκε μεταξύ των μερών (Marketventures Ltd ν. Δικωμίτη
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 383). Στην παρούσα υπόθεση, όπως σαφώς προνοείται στη συμφωνία του εναγόμενου με την εταιρεία ημερομηνίας 30.5.2001 (Τεκμήριο 2), η εταιρεία συμφώνησε με τον εναγόμενο, όπως παρέχει σ' αυτόν δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε λογαριασμό υπό τους όρους που περιλαμβάνονται στη συμφωνία και δεν αμφισβητούνται και αφού έχουν δοθεί οι εξασφαλίσεις που εμφαίνονται στα Τεκμήρια 4 και 14. Πολύ ορθά δεν έχει αμφισβητηθεί η δυνατότητα της εταιρείας να προβαίνει σε παροχή δανείων και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων δυνάμει της επίδικης συμφωνίας (βλ. Έλληνας Χρηματοδοτήσεις Λτδ ν. Γιάλλουρου
(2006)1 ΑΑΔ 120 και Μιχάλης Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited, Πολ. Έφ. Αρ. 209/2009, ημερομηνίας 20.3.2013). Ως προς το αξιούμενο από την εταιρεία ποσό συνεπεία των αγοραπωλησιών μετοχών, που ως κατέδειξε η αποδεκτή μαρτυρία έγιναν μέσω του επίδικου λογαριασμού (βλ. τα πινακίδια συναλλαγής - Τεκμήριο 8), επισημαίνεται ότι με βάση τους όρους της συμφωνίας οι χρηματιστηριακές συναλλαγές εγίνοντο από τους χρηματιστές, ενόσω ο ρόλος της εταιρείας στην επίδικη συμφωνία ήταν η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων και όχι η διεκπεραίωση χρηματιστηριακής φύσεως εντολών. Εάν ο εναγόμενος αμφισβητούσε την ορθότητα ή την ύπαρξη εντολών, αυτό θα αποτελούσε διαφορά μεταξύ του ιδίου και των χρηματιστών του και θα έπρεπε να κινηθεί δικαστικά εναντίον τους είτε καθιστώντας τους τριτοδιάδικους είτε με άλλον τρόπο (βλ. Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd (πιο πάνω)). Παρά ταύτα ούτε η εισήγηση της κας Ισιδώρου ότι δεν απεδείχθη ότι ο εναγόμενος έδωσε οδηγίες για την εκτέλεση των αγοραπωλησιών αξιών με βρίσκει σύμφωνη δεδομένου ότι, από την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ3, προκύπτει ότι οι αγοραπωλησίες αξιών έγιναν από τον ίδιο, ως χρηματιστή της Suphire (Stockbrokers) Ltd, την οποία είχε διορίσει ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του ο εναγόμενος, με τις εντολές και οδηγίες του τελευταίου. Τα δεδομένα άλλωστε της παρούσας υπόθεσης είναι σαφώς διαφορετικά από αυτά της υπόθεσης Suphire (Finance) Ltd ν. Παπαμιχαήλ Σάββα
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1649. Περαιτέρω, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι δυνάμει της επίδικης συμφωνίας τα δάνεια και οι πιστωτικές διευκολύνσεις συμφωνήθηκε να παραχωρηθούν από την εταιρεία στον εναγόμενο για σκοπούς επενδύσεως σε τίτλους εισηγμένους στο ΧΑΚ, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, κρίνεται ότι το συνολικά αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό μπορεί να αποδοθεί στην εταιρεία. Κ' αυτό επειδή, αφενός το ποσό των £34.282,01 χρεώθηκε στον επίδικο λογαριασμό με τις ρητές οδηγίες του εναγόμενου, ως δάνειο που δόθηκε για την εξόφληση άλλου επενδυτικού λογαριασμού του εναγόμενου με την μεταβίβαση μάλιστα μετοχών ιδιοκτησίας του ως εξασφάλιση και ως εκ τούτου η παραχώρηση του δεν εκφεύγει ουσιαστικά του σκοπού της συμφωνίας, ενόσω το ποσό των £50.000 αποτελούσε δάνειο της εταιρείας προς τον εναγόμενο, που δεν δόθηκε μεν για τον σκοπό που προέβλεπε η συμφωνία αλλά, όπως κατέδειξε η αποδεκτή μαρτυρία, χρεώθηκε στον εν λόγω λογαριασμό κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων, οι οποίοι υπήγαγαν με τη συγκατάθεση τους την παραχώρηση του υπό αναφορά ποσού στην εν λόγω συμφωνία. Η αντίθετη δε εισήγηση της κας Ισιδώρου περί του ανεπίτρεπτου αποδοχής μαρτυρίας για τροποποίηση της επίδικης συμφωνίας δεν ευσταθεί, υπό το φως των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Τέλος, παρά το ότι φαίνεται ότι η ανταπαίτηση του εναγόμενου έχει εγκαταληφθεί εφόσον με τη μαρτυρία του δεν έχει προωθηθεί η δικογραφημένη αξίωση του εναντίον της εταιρείας ούτε και γίνεται οποιαδήποτε σχετική εισήγηση στην αγόρευση της συνηγόρου του, πρέπει να λεχθεί ότι τα πιο πάνω διαπιστωθέντα καταδεικνύουν ότι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση του περί εξαπάτησης ή παραπλάνησης ή ψευδών παραστάσεων των διευθυντών της εταιρείας δεν έχουν αποδειχθεί εκ μέρους του και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται δικαίωμα του για το ποσό που ανταπαιτεί. Καταλήγοντας, κρίνεται ότι η εταιρεία έχει αποδείξει την απαίτησή της έναντι του εναγόμενου στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €204.019,41, ισάξιου του απαιτούμενου ποσού των ₤119.407,26, πλέον τόκο προς 8,25% επί ποσού £60.000 από 1.1.2004 μέχρις εξοφλήσεως πλέον τόκο προς 9,5% επί ποσού £72.429,79 από 1.1.2004 μέχρι 22.4.2004 και επί ποσού £59.407,26 από 22.4.2004 μέχρις εξοφλήσεως. Τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγόμενου. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου εναντίον του ενάγοντος απορρίπτεται, χωρίς ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα εφόσον εκδικάστηκε μαζί με την αγωγή. (Υπ.) ............ Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.