← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΕΟΝΤΙΟΥ κ.α. ν. ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΛΟΪΖΟΥ-ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 9291/07, 8/7/2014

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΕΟΝΤΙΟΥ κ.α. ν. ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΛΟΪΖΟΥ-ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 9291/07, 8/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A309 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9291/07 Μεταξύ

  1. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΕΟΝΤΙΟΥ
  2. ΣΟΦΙΑ ΛΕΟΝΤΙΟΥ Ενάγοντες και
  3. ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΛΟΪΖΟΥ-ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ
  4. ΜΙΧΑΛΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ Εναγόμενοι ΚΑΙ ΜΕ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ: Μεταξύ
  5. ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΛΟΪΖΟΥ-ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ
  6. ΜΙΧΑΛΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ Εναγόντων εξ Ανταπαίτησης και
  7. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΕΟΝΤΙΟΥ,
  8. ΣΟΦΙΑ ΛΕΟΝΤΙΟΥ,
  9. ΑΔΑΜΟΥ ΧΑΡΙΤΩΝΟΣ,
  10. ΝΕΑ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΡΙΟΥ,
  11. ΙΩΑΝΝΗ ΚΟΤΖΙΑ,
  12. ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΝΤΕΧΗ,
  13. ΡΙΚΚΟΣ ΜΑΠΠΟΥΡΙΔΗΣ, προσωπικώς και ιδιωτικώς καθώς και υπό την ιδιότητα του ως Δικηγόρος της Δημοκρατίας και/ή ως υπηρέτης - υφιστάμενος έναντι κυρίου - Προϊσταμένου και/ή ως αντιπρόσωπος και/ή ως εκπρόσωπος εκ μέρους και για τον ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΝΟΜΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
  14. ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ & ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
  15. Εταιρεία "K.A.S. PROPERTIES LTD"
  16. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΓΙΟΥ ΔΟΜΕΤΙΟΥ ΛΤΔ Εναγομένων εξ Ανταπαιτήσεως Ημερομηνία: 8/7/14 Αίτηση ημερομηνίας 7/1/14 και αίτηση ημερομηνίας 10/3/14 Εμφανίσεις: Εναγόμενος 1 - Αιτητής: Παρών αυτοπροσώπως Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Αγρότου --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ H παρούσα αγωγή αφορούσε αξίωση των εναγόντων για παράνομη επέμβαση υπό των εναγομένων 1 και 2 επί επιδίκου ακινήτου ιδιοκτησίας των εναγόντων. Διαρκούσης της ακρόασης η διαφορά διευθετήθηκε και εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των 500.000 ευρώ πλέον τόκους και διάταγμα παράδοσης του επιδίκου ακινήτου. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε αναστολή εκτέλεσης τόσο του διατάγματος όσο και της απόφασης για περίοδο 10 μηνών. Τέλος, συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: «Εάν εντός της περιόδου της πιο πάνω αναστολής καταβληθεί το ποσό των 500.000 ευρώ, τότε ολόκληρη η απόφαση θα θεωρείται ως εξοφληθείσα και το εκδοθέν διάταγμα παράδοσης θα παύσει να ισχύει. Σε περίπτωση που δεν καταβληθεί το πιο πάνω ποσό εντός της προαναφερθείσας περιόδου, τότε θα παραμένει σε ισχύ το διάταγμα μόνο. Νοείται ότι με την εξόφληση των 500.000 ευρώ το επίδικο ακίνητο θα τιτλοποιηθεί επ' ονόματι των εναγομένων ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο υποδείξουν». Υπήρχε και ανταπαίτηση η οποία, όπως πάντα καταγράφεται στην απόφαση, αποσύρθηκε και απορρίφθηκε. Η περίοδος αναστολής έληξε χωρίς οι εναγόμενοι να εξοφλήσουν την απόφαση. Ακολούθησε η καταχώρηση των δυο υπό εκδίκαση τώρα αιτήσεων. Με την αίτηση ημερομηνίας 7/1/14 οι εναγόμενοι 1 και 2 ζητούν: (α) Επαναπροσδιορισμό, συνέχιση και ανανέωση του συμφωνηθέντος χρονικού διαστήματος του συμβιβασμού, δηλαδή των 10 μηνών αναστολής λόγω γεγονότων που προέκυψαν μετά την απόφαση και λόγω του ότι ο αρχικός χρόνος αναστολής κατέστη νεκρός χρόνος και μη παραγωγικός εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. (β) Διαζευκτικά διάταγμα αποπληρωμής του ποσού των 500.000 ευρώ δια μηνιαίων δόσεων ύψους 50.000 ευρώ εκάστη. (γ) Διάταγμα με το οποίο να εντέλλεται η ανανέωση και παράταση του χρόνου αποπληρωμής και ταυτόχρονα να αναστέλλεται το διάταγμα για παράδοση του επιδίκου ακινήτου για 10 μήνες από 4/1/
  17. Με την αίτηση ημερομηνίας 10/3/14 οι εναγόμενοι 1 και 2 ζητούν: (α) Διάταγμα για διόρθωση γραφικών λαθών στην απόφαση έτσι ώστε να απαλειφθεί η πρόνοια για τόκους και περαιτέρω ώστε να σημειωθεί ότι η ανταπαίτηση απερρίφθη με επιφύλαξη. (β) Διάταγμα ακύρωσης της απόφασης η οποία χαρακτηρίζεται ως συνοπτική απόφαση. (γ) Διάταγμα ακύρωσης της επίδοσης της λανθασμένης συνοπτικής απόφασης. (δ) Διάταγμα που να διατάσσει την έναρξη ισχύος των όρων των διαταγμάτων της συνοπτικής απόφασης από την πραγματική και την ουσιαστική ημερομηνία της σύνταξης της διορθωμένης συνοπτικής απόφασης και/ή μετά τη σύνταξη των αναμενομένων και άκρως αναγκαίων διορθώσεων των γραφικών λαθών, των σφαλμάτων και των παραλείψεων που παρουσιάζονται στο κείμενο αυτής. (ε) Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται το διάταγμα του δικαστηρίου για παράδοση του επιδίκου ακινήτου για χρονική διάρκεια 10 μηνών από της επιδόσεως διορθωμένης συνοπτικής απόφασης. Στο βαθμό που τα παραπάνω αιτήματα έχουν την έννοια διόρθωσης δικαστικής απόφασης, τότε το εγχείρημα είναι εκτός πλαισίων όπως αυτά προσδιορίζονται από τη Δ.25 κ.6 η οποία επιτρέπει μόνο τη διόρθωση γραμματικού λάθους ή λάθους που προκύπτει από τυχαία διολίσθηση ή παράλειψη. Όπως παρατηρήθηκε στην E. G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd

(1999)1 ΑΑΔ 443: "τα λάθη ή παραλείψεις που καλύπτονται στη Δ.25 θ.6 έχουν αναφορά όχι στην ουσία αλλά στη διατύπωση της απόφασης και οι προβλεπόμενες διορθώσεις επιδιώκουν να την εναρμονίσουν με την πραγματική πρόθεση της. Όπως υπεδείχθη από το Δικαστή Πική (ως ήτο τότε) στην υπόθεση Koumi v. Republic
(1987)3 C.L.R. 1519 στη σελ. 1522, μετά από αναφορά και στην αντίστοιχη αγγλική νομολογία: "A clerical error in this context is one arising from failure on the part of the framer to give effect by the employment of the appropriate word or phrase to his objectively manifest intention." Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 664 στη σελ. 668: "Γραμματικό είναι το λάθος το οποίο ανάγεται αποκλειστικά στην διατύπωση σε αντίθεση με την διαμόρφωση: των θέσεων του διαδίκου και αποβλέπει στον εναρμονισμό του λόγου με την έκδηλη, πρόθεση." Η άποψη αυτή βεβαιώνεται και στην υπόθεση Sofocli ν. Leonidou
(1989)1 C.L.R. 581, στο επίπεδο Εφετείου, στην οποία ο Δικαστής. Πικής, δίδοντας την απόφαση του Δικαστηρίου παρατήρησε τα ακόλουθα στη σελ. 587, αφού ανασκόπησε εκτενώς την αγγλική,και την κυπριακή νομολογία: " ... the caselaw is consistent in stressing that the powers, of the Court under r.6 of Ord. 25 are confined t& the connection of clerical mistakes and errors arising from accidental slips or omissions The inherent power of the Court to correct errors or omissions is again limited to errors owing to failure to give expression in the order or judgment to the manifest intention of the Court." Περαιτέρω αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Σιβιτανίδης ν. Χαραλάμπους
(1993)1 Α.Α.Δ. 179 όπου και πάλι ο Δικαστής Πικής, δίδοντας την απόφαση του Εφετείου, είπε τα ακόλουθα στη σελ. 184: "Η εξουσία για διόρθωση απόφασης από το ίδιο το δικαστήριο που την εξέδωσε, περιορίζεται σε γραμματικά λάθη και παραλείψεις και έχει ως αντικείμενο την προσαρμογή ατελούς κειμένου στην έκδηλη κατά τα άλλα πρόθεση του δικαστηρίου." Αναδρομή στις υποθέσεις οι οποίες αναφέρονται στο Annual Practice
(1955)ως περιπτώσεις διόρθωσης δυνάμει της Ο.28 r.11 δείχνουν το εύρος αλλά και τα όρια της εν λόγω διαταγής στα πιο πάνω διαγραφέντα πλαίσια". Το ίδιο ζήτημα διαπραγματεύεται η πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Λαζάρου ν. ΝΕΜΕΣΙΣ Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Εφ. 76/2008 ημερ. 31/5/12 στην οποία παρέπεμψε η κα Αγρότου και στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: όπως έχει ερμηνευθεί η Δ.25 θ.6, η διόρθωση σε απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου αφορά είτε λανθασμένη αναγραφή ή τυπογραφικό λάθος («clericalmistakes»), είτε σε λάθη που προέρχονται από τυχαία παράλειψη. Η Δ.25 θ.6, εμπεριέχει τον κανόνα της απλής παράλειψης ή λάθους («slip rule») και έχει διεξοδικά αναλυθεί, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Katarina Shipping v. Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 486, καθώς και στην υπόθεση Ορφανίδης ν. Μιχαηλίδη
(1968)1 C.L.R. 295. Η εφαρμογή του «slip rule» σημαίνει τη δυνατότητα διόρθωσης παραλείψεων ή λαθών άνευ ουσιαστικής σημασίας αναγόμενα στην εκ παραδρομής τυπογραφική παράλειψη διατύπωσης γεγονότος κατά τη σύνταξη της απόφασης ή του διατάγματος, που φανερά δεν μεταφέρουν ορθά είτε το λεκτικό το οποίο αποτέλεσε το σκεπτικό του Δικαστηρίου, είτε τη σημασία του. Το τελεσίδικο των δικαστικών αποφάσεων, περιλαμβανομένων και αυτών στο επίπεδο του Εφετείου, δεν αφήνει περιθώρια για διόρθωση αποφάσεων με τη συμπερίληψη διαταγών που αφορούν ουσιαστικές ρυθμίσεις και οι οποίες δεν μπορούν να ταξινομηθούν ως λάθη, (Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2008)1 Α.Α.Δ. 744). Το αντίστοιχο O.28 r.11 των τότε ισχυόντων Αγγλικών Θεσμών, έχει ερμηνευθεί κατά αυτό τον τρόπο και όπως εξηγείται στο Annual Practice 1958 σελ. 633-644, το λάθος ή η παράλειψη πρέπει να αφορά σε λάθος στην έκφραση της πρόδηλης πρόθεσης του Δικαστηρίου. Εάν η απόφαση ή διάταγμα συνταχθεί στη βάση της απόφασης, όπως αυτή έχει εκφραστεί και διατυπωθεί, δεν μπορεί να γίνει διόρθωση εφόσον δεν θεωρείται ότι υπήρχε απλή γραμματική ή λανθασμένη αναγραφή, λάθος ή παράλειψη στη διατύπωση της απόφασης ή του διατάγματος. Στην Oxley & others v. Link
(1914)2 K.B. 734, λέχθηκε ότι για να έχει εφαρμογή το «slip rule», πρέπει να διαπιστωθεί ότι ορισμένα μέλη της απόφασης είναι ορθά και ορισμένα λάθος που χρήζουν διόρθωσης. Εάν η απόφαση είναι ορθή, τότε είναι δυνατή η διόρθωση με την προσθήκη κάποιου δεδομένου εάν το λάθος οφείλεται σε παράλειψη το οποίο χρειάζεται τροποποίηση ή διόρθωση κάποιου είδους. Από αυτή την άποψη το λεκτικό της καταληκτικής απόφασης του Εφετείου είναι σαφέστατο και δεν αφήνει περιθώρια εφαρμογής της Δ.25 θ. 6.» Εν προκειμένω είναι φανερό ότι δεν ζητείται η διόρθωση λαθών τέτοιας περιορισμένης φύσεως, αλλά στην πραγματικότητα επιδιώκεται ουσιαστική αναδόμηση της απόφασης. Άλλωστε όπως ορθά υπέδειξε η κα Αγρότου το ζήτημα της διόρθωσης ή μη του διατάγματος για τόκους στερείται πρακτικής σημασίας, εφόσον μετά τη λήξη άπρακτης της περιόδου αναστολής το μόνο που παραμένει σε ισχύ είναι το διάταγμα παράδοσης κατοχής. Περαιτέρω στο βαθμό που τα αιτήματα έχουν την έννοια της αναστολής και πάλιν η κα Αγρότου ορθά εισηγήθηκε ότι δεν παρέχονται περιθώρια αναστολής της παρούσας τελεσίδικης απόφασης. Η σχετική εξουσία του δικαστηρίου διέπεται από το άρθρο 47 του Νόμου 14/60 και από τις πρόνοιες της Δ.40 κ.7 και 11. Σύμφωνα με τη Δ.40 κ.11 ένας διάδικος που εδόθη απόφαση εναντίον του μπορεί να αποταθεί στο δικαστήριο για αναστολή εκτέλεσης για το λόγο ότι ανέκυψαν γεγονότα πολύ αργά ώστε να είχαν δικογραφηθεί. Το πώς λειτουργούν οι εν λόγω πρόνοιες έχουν εξηγηθεί από τον Πική Δ. ως ήτο τότε στην υπόθεση Stavrou and another v. Christopoulos
(1985)1 CLR 449,
  1. «.0.40, r. 11 and s. 47 of the Courts of Justice Law-14/
  2. So far as we are able to gather, stay is sought in order to safeguard the position of the appellants in other proceedings, wholly independent from those that resulted in the issue of the ejectment order. Such proceedings are in no way designed to upset or interfere with the ejectment order in question. The learned trial Judge dismissed the application as unfounded. We are wholly in agreement. We cannot visualize any circumstances under which a Court of Law may interfere, in the indirect way sought in these proceedings, with the finality of a judgment of a Court of competent jurisdiction. 0.40, r. 11 is specifically intended to confer jurisdiction to stay a judgment or order pending the determination of an appeal in the proceedings. It is, therefore, irrelevant to the present proceedings. Nor does s. 47 of the Courts of Justice Law confer jurisdiction to impeach in the way sought in these proceedings the finality of a judgment. Though unnecessary to explore the ambit of s.47 for the purposes of this judgment we can certainly conclude that it does not confer jurisdiction to interfere with the finality of judgment or order in the manner sought in these proceedings.» Στην υπόθεση Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284, επαναλήφθηκε ότι η Δ.40 κ.11 δεν παρέχει ευχέρεια αναστολής διαδικασίας άλλης από εκείνη η οποία αποτελεί το αντικείμενο της έφεσης. Εν πάση περιπτώσει τα προβληθέντα γεγονότα δεν θα μπορούσαν να έχουν την έννοια των γεγονότων που αναφέρονται στη Δ.40 κ.
  1. Γενικά οι αιτήσεις είναι νομικά αβάσιμες και δεν χρειάζεται περαιτέρω συζήτηση. Όσα ανέφερε ο εναγόμενος 1, χειριζόμενος προσωπικά την υπόθεσή του, στην αγόρευσή του δεν διαφοροποιούν τη θεμελιακή αυτή διαπίστωση και όσα ανέφερε περαιτέρω η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων είναι αχρείαστα ενόψει αυτής. Οι αιτήσεις απορρίπτονται με κατ' αποκοπήν έξοδα €3.000 πλέον ΦΠΑ υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και
  2. (Υπ.) ............ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.