← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΣΑΒΒΑΣ ΚΟΝΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής 13757/97, 23/7/2014

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΣΑΒΒΑΣ ΚΟΝΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής 13757/97, 23/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A315 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. MΑΘΗΚΟΛΩΝΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 13757/97 ΜΕΤΑΞΥ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και

  1. ΣΑΒΒΑΣ ΚΟΝΤΟΥ
  2. ΜΑΡΙΑ ΚΟΝΤΟΥ, ΣΑΒΒΑ
  3. ΣΤΕΛΛΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 23 Ιουλίου 2014 Εμφανίσεις: Για την αιτήτρια/εναγόμενη 2: κ. Μαυρόκωστας για Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ. Για την καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα: κα Χαραλάμπους για Χρυσαφίνη & Πολυβίου ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση της ημερομηνίας 24/9/2013 η εναγόμενη 2/αιτήτρια αιτείται διάταγμα με το οποίο να παραμερίζονται τα διατάγματα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28/11/2006 και 28/9/2012 με τα οποία δόθηκε η άδεια για εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 19/1/1998 ως και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31/10/2012 με το οποίο παρατάθηκε ο χρόνος εγγραφής της δικαστικής απόφασης (memo) υπ' αριθμό 2985/
  4. Σημειώνεται ότι με την αίτηση ζητείτο επίσης διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η εγγραφή της ως άνω αναφερθείσας δικαστικής απόφασης (memo), αίτημα στο οποίο τελικώς ο συνήγορος της αιτήτριας, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, δήλωσε ότι δεν επιμένει στην έκδοση του. Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.8, Δ.48 Θ1, 2

(1), 2
(2), Θ.8
(1)(κκ) και
(4), Θ12 και 13, Δ.64 στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Kεφ. 6 άρθρο 56, και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στηρίζεται δε στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας, η οποία προς υποστήριξη των αιτημάτων της επικαλείται εν πρώτοις την αδράνεια ή και καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης ημερ. 19/1/1998, αναφέροντας ότι από το 1999 οπόταν και εκδόθηκε διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον της, η καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα, ουδέν έπραξε για εκτέλεση της απόφασης μέχρι το 2006 ήτοι 7 χρόνια μετά. Σύμφωνα πάντα με την αιτήτρια η πιο πάνω αδράνεια είναι αδικαιολόγητη και ως τέτοια θα έπρεπε να αποβεί μοιραία στην οποιαδήποτε αίτηση για εκτέλεση είχε προβεί η ενάγουσα. Όπως εν τέλει ισχυρίζεται, το μόνο ουσιαστικά που η ενάγουσα έχει να επιδείξει από την έκδοση απόφασης το 1998 μέχρι και σήμερα από πλευράς μέτρων εκτέλεσης είναι το διάταγμα μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκε το 1999, αφού όπως υποστηρίζει η εγγραφή δικαστικής απόφασης (memo), που στην προκειμένη περίπτωση ενεγράφη στις 20/12/2006 και έλαβε τον αριθμό 2985/2006, δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης και η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση ουδέποτε προέβη σε εκποίηση. Στη βάση αυτή υποστηρίζει ότι είναι παράτυπη και ατεκμηρίωτη και η αίτηση με βάση την οποία εξασφαλίστηκε εκ νέου η άδεια εκτέλεσης της απόφασης στην παρούσα αγωγή στις 28/9/2012 στη βάση σχετικής αίτησης που υποβλήθηκε στις 18/9/2012, αφού όπως υποστηρίζει το γεγονός ότι παρήλθαν 15 ολόκληρα χρόνια από την ημέρα έκδοσης της απόφασης, και η καθ' ης η αίτηση προέβη στην εγγραφή της απόφασης το 2006, ήτοι 8 χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης, υποδηλώνει ότι η καθ' ης η αίτηση δεν προέβηκε στα δέοντα για την εκτέλεση της απόφασης. Επίσης εν σχέση με την άδεια εκτέλεσης που δόθηκε στις 28/9/2012 αναφέρει περαιτέρω ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη σχετική αίτηση (είναι το Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση), δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου στην εν λόγω αίτηση διατάγματος. Όπως υποστηρίζει, τα κριτήρια τα οποία λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο για να δώσει άδεια για εκτέλεση της απόφασης, προϋποθέτουν ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να περιέχει την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, να δείχνει ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και να αιτιολογεί την όποια καθυστέρηση ήθελε προκύψει. Όπως υποστηρίζει στην υπό αναφορά ένορκη δήλωση δεν υπάρχει ανάλυση του σημερινού οφειλόμενου ποσού. Επίσης, αν και γίνεται αναφορά σε μέτρα εκτέλεσης τα οποία πάρθηκαν εναντίον της εναγόμενης 2, ουδεμία αναφορά γίνεται για την τύχη των εν λόγω μέτρων εκτέλεσης, καθώς επίσης ουδεμία αναφορά γίνεται για οποιαδήποτε μέτρα μπορεί να πάρθηκαν σε σχέση με τους υπόλοιπους εναγόμενους. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, ως επίσης υποστηρίζει, δεν γίνεται αναφορά στα μελλοντικά μέτρα εκτέλεσης που προτίθεται να λάβει η ενάγουσα και τις πιθανότητες επιτυχίας αυτών. Περαιτέρω, ουδεμία αιτιολόγηση υπάρχει για την καθυστέρηση και αδράνεια που παρατηρήθηκε από πλευράς της ενάγουσας στην λήψη μέτρων εκτέλεσης. Περαιτέρω είναι η θέση της αιτήτριας ότι τόσο η αίτηση για άδεια εκτέλεσης της απόφασης που καταχωρήθηκε στις 18/9/2012 όσο και η αίτηση ίδιας ημερομηνίας για παράταση της εγγραφής της δικαστικής απόφασης (memo) δεν ήταν αιτιολογημένες, αφού στην ένορκη δήλωση της κας Ττοφή ημερομηνίας 18/9/2012 που συνοδεύει την αίτηση για άδεια εκτελέσεως της απόφασης γίνεται αναφορά για χρέος προς την ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση ύψους €20.503,22, ενώ στην ένορκη δήλωση της κας Ττοφή ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την αίτηση για παράταση της εγγραφής δικαστικής απόφασης (memo) με αρ. 2985/2006 γίνεται αναφορά για οφειλόμενο χρέος προς την ενάγουσα/καθ΄ ης η αίτηση ύψους €94.264,
  1. Πέραν τούτου αναφέρει ότι εν πάσει περιπτώσει σε καμία εκ των δύο πιο πάνω αναφερόμενων ένορκων δηλώσεων δεν γίνεται αναφορά για το πώς προέκυψε το συγκεκριμένο ποσό, αλλά ούτε και έχει επισυναφθεί κατάσταση λογαριασμού που να υποστηρίζει τη θέση της ενάγουσας καθ' ης η αίτηση. Επίσης αναφέρει ότι η αίτηση ημερομηνίας 18/9/2012 με την οποία η ενάγουσα αιτήθηκε την παράταση της εγγραφής της δικαστικής απόφασης (memo) υπ' αριθμό 2985/2006 έγινε δια κλήσεως, αλλά επιδόθηκε μόνο προς το Κτηματολόγιο και όχι προς την ίδια και έτσι σε καμία περίπτωση δεν της δόθηκε η ευκαιρία να φέρει ενώπιον του Δικαστηρίου την οποιαδήποτε αλλαγή στις προσωπικές τις περιστάσεις, ζήτημα σχετικό όπως υποστηρίζει κατά την εξέταση αιτήματος για άδεια εκτέλεσης, ούτε όμως και η ίδια η ενάγουσα κοινοποίησε οποιεσδήποτε προσωπικές της περιστάσεις στο Δικαστήριο. Ως δε αναφέρει όταν χορηγήθηκε το δάνειο, που αποτελούσε τη βάση της αγωγής 13757/1997, και υπέγραψε σαν εγγυητής και/ή όταν εκδόθηκε η απόφαση το 1998, δούλευε και μπορούσε να αποπληρώσει κάποια ποσά προς το εξ αποφάσεως χρέος. Πλέον και ειδικότερα από τον Ιούλιο του 2012, είναι, ως αναφέρει, συνταξιούχος με επίδομα σύνταξης ύψους €500 μηνιαίως και δεν υπάρχει η δυνατότητα να προβεί σε οποιεσδήποτε πληρωμές. Κατά τις αιτήσεις της για άδεια εκτέλεσης και παράταση της εγγραφής της Δικαστικής απόφασης το 2012, η ενάγουσα θα έπρεπε, σύμφωνα πάντα με την ομνύσασα, να είχε λάβει υπόψη της αυτές τις περιστάσεις και να τις είχε φέρει ενώπιον του Δικαστηρίου κάτι το οποίο ουδέποτε έπραξε. Ως εκ των ανωτέρω, εισηγείται ότι η Ενάγουσα στις αιτήσεις ημερομηνίας, 28/11/2006 και 18/9/2012 απέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες να θέτουν την υπόθεση σε ασύνηθες πλαίσιο ούτως ώστε να είναι δίκαιο όπως δοθεί η άδεια για ανανέωση της απόφασης και συνάμα εκτέλεσης της. Εν πάσει περιπτώσει αναφέρει ότι εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι τα επίδικα Διατάγματα δεν δύναται να παραμεριστούν, φέρει εις γνώση του Δικαστηρίου το γεγονός ότι όταν έγινε η συμφωνία δανείου το 1996 η ίδια υπέγραψε ως εγγυητής για το ποσό των Λ.Κ.12.000,00 (ήτοι €20.503,22) μόνο, γεγονός το οποίο ως αναφέρει προκύπτει και από την παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης της καθ' ης η αίτηση στην αγωγή 13757/
  2. Ως εκ τούτου, είναι η θέση της ότι το γεγονός ότι η συμφωνία δανείου συνάφθηκε το 1996 αλλά και το γεγονός ότι η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε το 1997 θέτουν σε εφαρμογή τον περί Τόκου Νόμο του 1977, Ν. 2/77, ο οποίος ίσχυε εκείνη την περίοδο και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 6
(1)του Νόμου που προνοούσε ότι «το ποσό το οποίο δύναται να ανακτηθεί δι' αγωγής ως καθυστερούμενος τόκος εφ' οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν θα υπερβαίνη το ποσόν του αρχικού χρέους ή υποχρεώσεως εν σχέσει προς την οποίαν ο τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος». Το γεγονός αυτό όπως υποστηρίζει, προσθέτει ακόμη μία παράμετρο στην παρούσα υπόθεση και αυτόματα καθιστά άστοχη την ένορκη δήλωση της Δήμητρας Ττοφή ημερομηνίας 18/9/2012 που συνοδεύει την Αίτηση για παράταση της εγγραφής της Δικαστικής απόφασης (memo) και κάνει λόγο για χρέος ύψους €94.264,00 πλέον τόκους. Θεωρεί δε την τωρινή απαίτηση της καθ' ης η αίτηση ως υπερβολική και/ή παράνομη και/ή παράτυπη και αιτείται ως η αίτηση της. Η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση με την οποία προβάλλει σωρεία λόγων ένστασης με τους οποίους εγείρει ουσιαστικά τα εξής ζητήματα:
  1. Ότι η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και είναι παράτυπη.
  2. Ότι οι ενάγουσα ακολουθούσε πάντοτε την ορθή και διαδικασία και η καθ' ης η αίτηση δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  3. Ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), εφόσον η αιτήτρια επέδειξε μεγάλη αδιαφορία χρόνων για την παρούσα αγωγή και καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
  4. 'Ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης έχει ως μόνο σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στους καθ' ων η αίτηση από την είσπραξη του λαβείν τους.
  5. Ότι τυχόν έκδοση των υπό αναφορά διαταγμάτων συνεπάγει άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων των και πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στην ενάγουσα αφού θα εμποδιστεί από το να εισπράξουν το εξ' αποφάσεως λαβείν τους και δεν είναι ορθό και δίκαιο να δοθούν υπό τις περιστάσεις. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Κουντούρη, υπαλλήλου της ενάγουσας. Ο ομνύσας πέραν της προδικαστικής ένστασης που εγείρει για κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) υπό την έννοια της υπερβολικής και/ή υπέρμετρης καθυστέρησης (latches) στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, υποστηρίζει ότι η άδεια εκτέλεσης και η ανανέωση της εγγραφής της δικαστικής απόφασης (memo) καλώς δόθησαν. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 5.11.1997, επιδόθηκε στην εναγόμενη 2/αιτήτρια στις 11.11.97 και αφότου η εναγόμενη 2/αιτήτρια παρέλειψε να εμφανιστεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση στις 5.1.1998 λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης και στις 19.1.1998 εξασφαλίστηκε απόφαση εναντίον της εναγομένης 2/αιτήτριας. Στις 8.1.1999 η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένταλμα κατάσχεσης κινητών εναντίον της εναγομένης 2/αιτήτριας, το οποίο επεστράφη με την ένδειξη ότι στερείται κινητής περιουσίας, ενώ στις 11.10.2001 εκδόθηκε εναντίον της αιτήτριας/εναγόμενης 2 διάταγμα μηνιαίων δόσεων (βλ. Τεκμήριο Β). Στις 20.12.2006 η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση καταχώρησε memo με αρ. ΕΒ2985/2006 επί περιουσίας της εναγομένης 2/αιτήτριας και έχει όπως υποηστηρίζει, ήδη προβεί σε μέτρα για πώληση του ακινήτου που βαρύνεται με το πιο πάνω memo, μέσω του Κτηματολογίου και έχει αποστείλει επιστολή προς την εναγόμενη 2/αιτήτρια ενημερώνοντας την ότι η ενάγουσα θα προβεί σε πώληση αυτού εκτός εάν η ίδια αποπληρώσει το χρέος της (βλ Τεκμήριο Γ). Με βάση τα πιο πάνω ο ομνύσας ισχυρίζεται ότι η καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα νόμιμα και βάσει έγκυρης και νομότυπης απόφασης προχωρούσε με τις αιτήσεις για άδεια εκτέλεσης της απόφασης και της παράτασης του memo που έχει εγγραφεί επί περιουσίας της εναγόμενης 2/αιτήτριας. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι τόσο η αίτηση της ενάγουσας /καθ' ης η αίτηση για άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 21.11.2006 όσο και η αίτηση τους ημερ.28.9.2012 έγιναν μονομερώς, αφού τούτο προβλέπεται στη Δ.48 Θ.8
(1)(κκ). Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι πουθενά στους θεσμούς δεν αναγράφεται υποχρέωση του Δικαστηρίου να διατάξει επίδοση της αίτησης άδειας εκτέλεσης της απόφασης, αλλά μόνον εάν το κρίνει ορθό και δίκαιο. Το δε θέμα χορήγησης ή όχι της άδειας εκτέλεσης της απόφασης μετά την παρέλευση 6 ετών επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα/καθ'ης η αίτηση νομότυπα έχει λάβει και τις δύο φορές άδεια από το Δικαστήριο για ανανέωση της νομότυπα εκδοθείσας απόφασης. Στα πλαίσια αυτά αναφέρει ότι παρ' όλο που η Δ.40 Θ.8 δεν καθορίζει ποια είναι τα στοιχεία που θα πρέπει να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το διάδικο που αιτείται την άδεια, στη σελ. 1020 του Annual Practice 1958 αναφέρεται το τι θα πρέπει να περιλαμβάνει μια τέτοια αίτηση και η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση έχει συμπεριλάβει στην ένορκη δήλωση για άδεια εκτέλεσης της απόφασης όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να εγκριθεί από το Δικαστήριο το εν λόγω διάταγμα, ικανοποιώντας πλήρως τις προϋποθέσεις για την έκδοση του. Αναφέρει δε πως πουθενά στους θεσμούς δεν αναφέρεται η ανάγκη για ανάλυση του σημερινού υπόλοιπου ποσού παρά μόνο η ύπαρξη οφειλόμενου υπολοίπου, ούτε είναι αναγκαία κατά τον ομνύοντα η παράθεση των μέτρων εκτέλεσης που πάρθηκαν κατά των υπόλοιπων εναγομένων, από την στιγμή που η αίτηση για άδεια εκτέλεσης αφορά μόνο την αιτήτρια. Επίσης αναφέρει ότι δεν είναι αναγκαίο να γίνεται αναφορά στα μελλοντικά μέτρα εκτέλεσης στα οποία θα προβεί η ενάγουσα ή τις πιθανότητες επιτυχίας τους. Όπως περαιτέρω υποστηρίζει δεν υπάρχει καμία υποχρέωση εκ μέρους της ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση να επισυνάψει κατάσταση λογαριασμού στις αιτήσεις για άδεια εκτέλεσης της απόφασης και παράταση της εγγραφής δικαστικής απόφασης σύμφωνα με τους θεσμούς και τους σχετικούς νόμους. Διευκρινίζει όμως εν πάση περιπτώσει το λόγο για τον οποίο υπάρχει διαφορά στο ύψος του εξ αποφάσεως χρέους που αναγράφεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για άδεια εκτέλεσης της απόφασης σε σχέση με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για παράταση της εγγραφής. Υποστηρίζει δε ότι σε καμία περίπτωση η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση δεν έχει επιδείξει αδράνεια, ενώ υποστηρίζει ότι η απόφαση ημερ.19.1.98 με την πάροδο των 6 χρόνων δεν χάνει την ισχύ της αλλά σε περίπτωση που παρέλθουν τα 6 χρόνια από την έκδοση της απόφασης, ο διάδικος ο οποίος δικαιούται σε εκτέλεση, στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση, πρέπει να καταχωρήσει σχετική αίτηση και να εκδοθεί από το Δικαστήριο σχετική άδεια. Επιπρόσθετα, διευκρινίζει ότι νομότυπα και σύμφωνα με τους θεσμούς η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση καταχώρησε την αίτηση ημερ.18.9.2012 για παράταση της εγγραφής της δικαστικής απόφασης, δια κλήσεως και την επέδωσε στο Κτηματολόγιο σύμφωνα με την ενδεδειγμένη διαδικασία και θεσμό, όπου μόνο το Κτηματολόγιο πρέπει να ενημερώνεται και να δίδει την συγκατάθεση του σε τέτοιου είδους αιτήσεις. Επίσης απορρίπτει παντελώς τον ισχυρισμό περί μη κοινοποίησης από μέρους της καθ' ης η αίτηση /ενάγουσας των κατ' ισχυρισμόν της αιήτριας αλλαγών που έχουν επέλθει στις προσωπικές της περιστάσεις. Διευκρινίζει δε ότι η Δ.40 Θ.8 στην αναφορά της σε αλλαγή των προσωπικών περιστάσεων των εναγομένων αναφέρεται ξεκάθαρα στις περιπτώσεις όπου τα μεν φυσικά πρόσωπα έχουν αποβιώσει ή έχουν περιέλθει σε κατάσταση πτώχευσης κατόπιν διατάγματος δικαστηρίου, τα δε νομικά πρόσωπα έχουν εκκαθαριστεί. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει αλλάξει η προσωπική κατάσταση της αιτήτριας κατά τρόπον που θα έπρεπε σύμφωνα με τους Θεσμούς να αναφερόταν στην ένορκη δήλωση που συνόδευε τις επίδικες αιτήσεις. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της εναγομένης 2/αιτήτριας για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους της αγωγής 13757/1997 αυτόν τον απορρίπτει κατηγορηματικά ως γενικό, αόριστο και αβάσιμο και ατεκμηρίωτο με δεδομένη και τη μη προσκόμιση οποιουδήποτε εγγράφου εξόφλησης ή αποδείξεις πληρωμών με βάση το εκδοθέν διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Αναφορικά δε με το ζήτημα του ύψους του οφειλόμενου ποσού που εγείρει η εναγόμενη 2/αιτήτρια επικαλούμενη τον Περί Τόκου Νόμο του 1977, Ν.2/77, ο ομνύσας εν πρώτοις υποδεικνύει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός στερείται νομικής βάσης, και επιπρόσθετα αναφέρει ότι ο εν λόγω νόμος έπαυσε να ισχύει και δεν μπορεί να εφαρμοστεί σήμερα. Επίσης υποστηρίζει ότι η εγγραφή δικαστικής απόφασης επί της ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης 2/αιτήτριας δεν μπορεί να θεωρηθεί καταπιεστική αφού έχει ως μοναδικό σκοπό τη σωστή διασφάλιση της δικαστικής απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον της ενώ επίσης εισηγείται ότι η αιτήτρια δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους και/ή εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και υποστηρίζει ότι η αιτήτρια προωθεί την παρούσα διαδικασία με μόνο σκοπό την αναστολή της όλης διαδικασίας και την παρεμπόδιση της διεκδίκησης του εξ αποφάσεως χρέους. Περαιτέρω αναφέρει ότι η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση δεν χρησιμοποιεί την εγγραφή της δικαστικής απόφασης (memo) επί της περιουσίας της αιτήτριας/εναγομένης 2 ως μοχλό πίεσης, αλλά αντιθέτως, η ανανέωση της εγγραφής αποτελεί μέτρο εκτέλεσης της απόφασης σύμφωνα με το Κεφ.6 και γίνεται προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγομένης 2. Ως περαιτέρω αναφέρει κανένας νόμος ή νομολογία επιβάλλει σε έναν πιστωτή που έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση να εκτελέσει την απόφαση αυτή με πάνω από 2 τρόπους. Όπως υποστηρίζει το άρθρο 14 του Κεφ. 6 αναφέρει ότι ένας πιστωτής μπορεί να ακολουθήσει έναν ή περισσότερους από τους τρόπους εκτέλεσης που περιγράφονται στο εν λόγω άρθρο και συνακόλουθα η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση ενήργησε ορθά και συμφώνως των Νόμων και Νομολογίας και της πρακτικής που ακολουθείται όταν ένας διάδικος έχει πετύχει δικαστική απόφαση εναντίον κάποιου άλλου . Περαιτέρω ο ομνύσας τονίζει ότι η αιτήτρια/εναγομένη 2 ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ενήμερη για την διαδικασία που εκκρεμούσε εναντίον της και συγκεκριμένα από τις 11.11.97 που της επεδόθη το κλητήτριο ένταλμα, αλλά παρ' όλα αυτά δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για να υπερασπιστεί τα ισχυριζόμενα δικαιώματα της, αλλά καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση στις 24.9.2013 ήτοι 16 περίπου χρόνια από της καταχωρήσεως της εν λόγω αγωγής και/ή 16 περίπου χρόνια από της επιδόσεως της εν λόγω αγωγής και/ή 15 περίπου χρόνια από την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης 2. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος για την υπόθεση από την εναγόμενη 2 / αιτήτρια δεν αιτιολογείται σε βαθμό που να στερηθεί η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση των ευεργετημάτων που τους παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισαν προς όφελος τους. Όπως περαιτέρω υποστηρίζει η αδικαιολόγητη συμπεριφορά και/ή διαγωγή της ήταν τέτοια που αποτελεί κλασσική περίπτωση περιφρόνησης των διαδικαστικών διαδικασιών και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η αδράνεια και η αδιαφορία που έχει επιδείξει η αιτήτρια με τη στάση της εφόσον μέχρι και σήμερα δεν έχει προβεί σε αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους, την εμποδίζει να προβαίνει στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Τέλος, απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας για επιφορά δυσμένειας στον εξ αποφάσεως οφειλέτη και ισχυρίζεται ότι είναι η ενάγουσα αυτή η οποία θα υποστεί υπέρμετρη ζημιά από την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, εφόσον κάτι τέτοιο θα της αποστερήσει από το να εισπράξει το λαβείν της από μια νομότυπη, τελεσίδικη και άμεσα εκτελεστή απόφαση. Η διαδικασία Οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Τα όσα οι συνήγοροι των διαδίκων ανέφεραν έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, αναφορά δε σε αυτά θα γίνει πιο κάτω, στα πλαίσια ανάπτυξης της νομικής πτυχής της αίτησης στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Όπως έχει ήδη λεχθεί ο συνήγορος της εναγόμενης 2/αιτήτριας ανέφερε ότι δεν επιμένει στην έκδοση διατάγματος ως η παρ. 3 της αίτησης, για ακύρωση της εγγραφής του memo υπ' αρ. 2985/06. Καθ' όσον αφορά τα λοιπά διατάγματα που ζητούνται με τις παραγράφους 1 και 2 της αίτησης, ήτοι διάταγμα για παραμερισμό των διαταγμάτων για άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 28/11/2006 και 28/9/2012 ως και διάταγμα για παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 31/10/2012 για παράταση του χρόνου εγγραφής της δικαστικής απόφασης (memo) με αρ. 2985/06, η αιτήτρια βασίζει κατ' ουσίαν την αίτηση της στη Δ.48 Θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει ότι: «
(4)Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just.[1]» Στην υπόθεση Έλληνας v. Χριστοδούλου
(1995)1 Α.Α.Δ 438 καθίσταται σαφές ότι η δια κλήσεως διαδικασία για παραμερισμό μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος η οποία προβλέπεται στη Δ.48
(8)
(4)δεν συναρτάται με το πρόσωπο του Δικαστή ο οποίος είχε προηγουμένως επιληφθεί του ζητήματος. Δικονομικά πρόκειται, ως εξηγείται στην πιο πάνω απόφαση, για δύο ξεχωριστά εγχειρήματα, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην περίπτωση, την παγιωμένη από την πρακτική, των μονομερώς εκδοθέντων και ακολούθως επιστρεπτέων συντηρητικών διαταγμάτων. Επομένως και με βάση τα ανωτέρω το γεγονός ότι τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν από άλλο Δικαστή δεν αποτελεί εμπόδιο στην εξέταση της παρούσας αίτησης από το Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση. Στην πιο πάνω υπόθεση (Έλληνας) αναλύονται επίσης και οι προεκτάσεις της υπό αναφορά διάταξης, όπου και αναγνωρίζεται ότι παρά το γεγονός ότι η πρόνοια αυτή (Δ.48
(8)
(4)) συνιστά την απόληξη στη ρύθμιση που γίνεται με τον Θ.8 της Δ.48 αναφορικά με μονομερείς αιτήσεις, η ευρύτητα του λεκτικού της παραγράφου
(4)του θ.8, δεν συμβιβάζεται με ερμηνεία της διάταξης περιοριζόμενη μόνο στις μονομερείς αιτήσεις που εξειδικεύονται στην παράγραφο
(1)του Θ.8. Προχωρεί δε το Ανώτατο Δικαστήριο και αναφέρει «ότι κατά μείζονα λόγο η δυνατότητα λειτουργίας της παραγράφου
(4)παρέχεται και εκεί όπου διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση αναγόμενη έξω από την σφαίρα της παραγράφου
(1)του θ.8» (η έμφαση δική μου) Στη δε υπόθεση Re Τάσου
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1372, 1375 ο Κωνσταντινίδης Δ. ξεκάθαρα γενίκευσε τον κανόνα αναφέροντας ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48 Θ.8
(4)για υποβολή αίτησης προς παραμερισμό ή τροποποίησης διαταγής που εκδίδεται ex parte, καλύπτει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η έκδοση τέτοιας ex parte διαταγής. (βλ. και Πολιτική Αίτηση 101/2013 Αναφορικά με την αίτηση του Λοίζου Παπίρη, ημερ. 14/6/2014). Στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Γιαννάκη Κτωρίδη v. Alpha Bank Πολ. Έφεση 290/2010 ημερ. 19/6/2014 αναφέρεται επίσης με σαφήνεια ότι η Δ.48
(8)
(4)αφορά σε κάθε διάταγμα που εκδίδεται ex parte. Στην προκειμένη περίπτωση τα διατάγματα για άδεια εκτέλεσης που προσβάλλονται εκδόθηκαν στη βάση αίτησης που καταχωρήθηκε δυνάμει της διαταγής 40 Θ8. Αναφορικά με τον τρόπο υποβολής αίτησης δυνάμει της Δ.40 Θ. 8, η Δ.48
(8)
(1)(κκ) προνοεί ότι αίτηση δυνάμει της Δ.40 Θ. 8 μπορεί να γίνει (και στην προκειμένη περίπτωση ως προκύπτει από το λεκτικό των προσβαλλόμενων διαταγμάτων πράγματι έγινε) μονομερώς. (Βλ. και απόφαση Κτωρίδη πιο πάνω). Το δε διάταγμα για παράταση της εγγραφής της δικαστικής απόφασης (memo) εκδόθηκε στη βάση αίτησης που καταχωρήθηκε δυνάμει των άρθρων 55 και 56 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, από το λεκτικό των οποίων προκύπτει ότι τα εν λόγω διατάγματα μπορούν να εκδοθούν με μόνη την ειδοποίηση του αρμόδιου κτηματολογικού λειτουργού, όπως δηλαδή φαίνεται να έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Με βάση όλα τα πιο πάνω έπεται πως η εναγόμενη 2/αιτήτρια νομιμοποιείται στην προώθηση των αιτημάτων της όπως περιορίστηκαν, στη βάση της Δ.48
(8)
(4). Ο δε λόγος ένστασης που σχετίζεται με το παράτυπο της αίτησης και την απουσία ορθής νομικής βάσης απορρίπτεται. Εν σχέση με τα προσβαλλόμενα διατάγματα που αφορούν την παροχή άδειας εκτέλεσης, σημειώνω ότι η γενική αρχή είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να παρατείνει το χρόνο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης πέραν των 10 πλέον ετών (προηγουμένως 6) εκτός εάν ικανοποιηθεί από τον αιτητή/ενάγοντα ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δίκαιο υπό τις περιστάσεις και με βάση τα στοιχεία που παρουσιάζονται. Εν σχέσει δε με το προσβαλλόμενο διάταγμα που αφορά την παράταση εγγραφής δικαστικής απόφασης (memo) σημειώνω ότι ως προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 56
(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα παράτασης εγγραφής δικαστικής απόφασης, εκτός εάν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις που τίθενται στις υποπαραγράφους (α) -(δ) του πιο πάνω άρθρου. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο και στις 3 περιπτώσεις (δύο φορές σε αίτηση για άδεια εκτέλεσης και μια φορά σε αίτηση για παράταση εγγραφής δικαστικής απόφασης) εξέτασε προφανώς το περιεχόμενο της κάθε αίτησης και ένορκης δήλωσης που τη συνόδευε, ικανοποιήθηκε ότι πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις που εφαρμόζονταν στην κάθε περίπτωση και ενέκρινε τα σχετικά αιτήματα. Ό,τι λοιπόν παραμένει προς εξέταση τώρα, είναι κατά πόσον καταδεικνύονται επαρκείς λόγοι ή περιστάσεις που αντικειμενικά δικαιολογούν τον παραμερισμό των προσβαλλόμενων διαταγμάτων στη βάση της Δ.48
(8)
(4). Θα αρχίσω πρώτα με τα διατάγματα με τα οποία δόθηκε άδεια εκτέλεσης ημερ. 28/11/2006 και 28/9/2012 αντίστοιχα. Σχετική είναι ως έχει ήδη αναφερθεί η Διαταγή 40 Θ.8 οποία πριν τροποποιηθεί προέβλεπε ότι «όπου έχουν περάσει έξι
(6)χρόνια από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος ή όπου έχει επέλθει οιαδήποτε αλλαγή λόγω θανάτου ή άλλως στους διαδίκους που δικαιούνται ή υποχρεούνται σε πληρωμή ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται εις εκτέλεση μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο ή Δικαστή για άδεια έκδοσης σχετικής εκτέλεσης. Και το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που αποτείνεται δικαιούται σε εκτέλεση, να εκδόσει διάταγμα για αυτό το σκοπό....» (Σημειώνεται ότι μετά την τροποποίηση η περίοδος των 6 χρόνων από την απόφαση έχει επεκταθεί στα 10 χρόνια.) Αφετηρία για τον τρόπο εφαρμογής της υπό αναφορά διάταξης και της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτά, αποτελεί η αρχή ότι το Δικαστήριο θα πρέπει ως θέμα γενικής αρχής να βοηθά ένα εξ αποφάσεως πιστωτή να εισπράξει το εξ αποφάσεως χρέος του, αφού αυτό είναι εξ άλλου δικαίωμα του τελευταίου. Στην υπόθεση Roberts Petroleum v. Bernard Kenny Ltd
(1983)2 AC 192, στη σελ. 207Ε αναφέρονται τα εξής σχετικά: «... Α judgment creditor is in general entitled to enforce a money judgment which he has lawfully obtained against a judgment debtor by all or any of the means of execution prescribed by the relevant rules of court.» Παρομοίως, στην Credit Lyonnais v. SK Global Hong Kong Ltd
(2003)HKCA 250, το Εφετείο του Χονγκ-Κονγκ ανέφερε τα ακόλουθα στην παρ. 4: «Where, as in the present case, party (the judgment creditor) has obtained a judgment against another party (the judgment debtor), the starting (and often, finishing) point is that the judgment creditor should be able to take all legitimate measures to enforce that judgment. That is , after all, his right.» Οι πιο πάνω αποφάσεις υιοθετήθηκαν πρόσφατα στην υπόθεση Κτωρίδης (πιο πάνω) όπου επισημαίνεται ότι τα κριτήρια που θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εγκρίνει ή όχι αίτηση για άδεια εκτέλεσης, δεν απαριθμούνται στη Δ.40,θ.8. Διευκρινίζεται πάντως στην ίδια απόφαση με αναφορά στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Κρίνος Ζ. Μακρίδης κ.ά., Πολ. Έφ. 122/2009, ημερ. 7.6.2012, ότι δεν απαιτείται στα πλαίσια αυτά να καταδειχθούν ειδικές περιστάσεις προτού το Δικαστήριο εγκρίνει αίτημα στη βάση της Δ.40 Θ.8[2]. Ως προς το ζήτημα των κριτηρίων που εφαρμόζονται, στην Κτωρίδης (πιο πάνω) γίνεται επίσης αναφορά και στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν. Αντρέα Αναστάση Μιχαήλ κ.ά, Πολ. Εφ. 459/2011, ημερ. 17.7.2012, όπου λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Τα κριτήρια που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αναφέρονται σε αγγλικά συγγράμματα όπου ερμηνεύθηκε παρόμοια πρόνοια των αγγλικών θεσμών. (βλ. The Annual Practice 1958 σελ. 1019-1020). Θα πρέπει η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να περιέχει τα εξής στοιχεία: (α) Την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, (β) ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και (γ) να αιτιολογεί την καθυστέρηση. Από αριθμό αγγλικών αποφάσεων (βλ. μεταξύ άλλων W.T. Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 All E.R. 402, Good Challenger Nevugante SA v. Metalexportimport SA
(2003)Q.B. 471, Duer v. Frazer
(2001)1 All E.R. 249 και Patel v. Singh
(2002)EWCA 1668) φαίνεται ότι ο κανόνας είναι ότι η διακριτική ευχέρεια πρέπει να είναι ενάντια της έγκρισης της αίτησης μετά την παρέλευση των 6 ετών (τώρα 10) εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Στην υπόθεση Patel v. Singh (πιο πάνω) λέχθηκε ότι προτού δοθεί άδεια για εκτέλεση μετά τα 6 χρόνια ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δώσει στο δικαστήριο ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση ενώ αντίθετα ο εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει υποχρέωση να δείξει δυσμενή επηρεασμό εξαιτίας της καθυστέρησης. Με δεδομένο ότι μετά τα 6 χρόνια δεν επιτρέπεται εκτέλεση χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, ο αιτητής υποχρεούται να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες θέτουν την υπόθεση σε ασύνηθες πλαίσιο (take the case out of the ordinary) ούτως ώστε να είναι δίκαιο όπως δοθεί η άδεια για ανανέωση της απόφασης.» Όπως επεξηγείται στην Κτωρίδης με αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα της ΣΠΕ Κοντέας: «Οι αγγλικές υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο αρνήθηκε να παράσχει αρωγή στον εξ αποφάσεως πιστωτή, αφορούν, ως επί το πλείστον, περιπτώσεις που είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τα 6 έτη μέχρι την υποβολή της αίτησης για άδεια εκτέλεσης και που δεν είχε καταβληθεί οποιαδήποτε προσπάθεια για την εκτέλεση της απόφασης για πολύ μεγάλη χρονική περίοδο. Τέτοια είναι η Patel v. Singh (ανωτέρω), στην οποία ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν είχε λάβει οποιαδήποτε μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης πριν την υποβολή της αίτησης για άδεια εκτέλεσης, 8 έτη μετά την έκδοση της απόφασης, ενώ παρέλειψε επίσης να δώσει οδηγίες σε δικηγόρους για την εκτέλεση της απόφασης στη Γερμανία, όπου είχε μετοικήσει ο χρεώστης σύντομα μετά την απόφαση. Μετά που ο πιστωτής εξασφάλισε τη διεύθυνση του χρεώστη στην Αγγλία, καθυστέρησε για 6 μήνες να υποβάλει την αίτηση. Ούτε στην Duer v. Frazer (ανωτέρω) είχαν γίνει οποιαδήποτε ουσιαστικά διαβήματα για την εκτέλεση της απόφασης, η οποία εκδόθηκε στη Γερμανία τον Μάρτιο του 1982 και ενεγράφη στην Αγγλία μερικούς μήνες αργότερα. Πριν από το 1989 έγιναν κάποια διαβήματα για εντοπισμό περιουσίας με σκοπό την εκτέλεση της απόφασης. Έκτοτε όμως και μέχρι το 1997 δεν υπήρξε οποιαδήποτε επαφή μεταξύ της εξ αποφάσεως πιστώτριας και του εξ αποφάσεως χρεώστη για να δείξει ότι επέμενε στην ικανοποίηση της απόφασης. Υπήρχε δε θετική μαρτυρία ότι ο χρεώστης είχε επηρεαστεί δυσμενώς από την καθυστέρηση των 16 ετών από την εγγραφή της απόφασης μέχρι την υποβολή της αίτησης για άδεια εκτέλεσης της απόφασης, λόγω της μεταβολής, στο μεταξύ, των οικονομικών του περιστάσεων. Από το σύνολο των πιο πάνω προκύπτει ότι στα πλαίσια αιτήσεων της φύσεως που εξετάζεται, παρά το ότι το Δικαστήριο θα πρέπει ως θέμα γενικής αρχής να βοηθά ένα εξ αποφάσεως πιστωτή να εισπράξει το εξ αποφάσεως χρέος που οφείλεται σε αυτόν, εντούτοις φαίνεται ότι ο κανόνας είναι ότι η διακριτική ευχέρεια πρέπει να είναι ενάντια της έγκρισης της αίτησης μετά την παρέλευση των 6 ετών (τώρα 10), εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που καταδεικνύουν ότι η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Στα πλαίσια δε αυτά ο εξ αποφάσεως πιστωτής επωμίζεται το βάρος, να καταδείξει γιατί θα πρέπει να του επιτραπεί να εκτελέσει μιαν απόφαση μετά την παρέλευση της σχετικής προθεσμίας, ικανοποιώντας παράλληλα τα σχετικά κριτήρια. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι στην υπόθεση Κτωρίδης (πιο πάνω) με αναφορά στην αγγλική νομολογία, (βλ. Westacre Investments Inc. v. Yugoimport SDPR [2008] EWHC 801 και Good Challenger Navegante SA v. Mineralexportimport SA [2004] 1 Lloyd΄s Rep. 67) επισημαίνεται ότι η λυδία λίθος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, και το πιο σημαντικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη. Το τι ακριβώς διαλαμβάνει το κριτήριο αυτό επεξηγείται με σαφήνεια στην Westacre Investments (πιο πάνω) όπου τονίζεται με αναφορά στις παραγράφους 104-112, της υπόθεσης Good Challenger Navegante SA v. Mineralexportimport SA
(2004)1 Lloyds Rep 67, ότι η κρίσιμη ερώτηση στα πλαίσια αυτά είναι κατά πόσον ο εξ αποφάσεως πιστωτής έχει ενεργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να οδηγήσει τον εξ αποφάσεως χρεώστη εύλογα να πιστέψει ότι το εξ αποφάσεως χρέος δεν θα απαιτηθεί. Επίσης στην Westacre Investments γίνεται αναφορά και στην υπόθεση The Society of Lloyd's v. Longtin
(2005)EWCH 2491 στην οποία αναφέρονται τα εξής στην παράγραφο 23: «It seems to me that in this case there are facts which take this case out of the ordinary. From the very outset, Judge Longtin must have known that Lloyd's remained intent on enforcing their rights against him. There can be no prejudice to him. Lloyd's have remained active in seeking to have recognized and enforced the many judgements which they have obtained. In the course of this massive task they must be allowed time to consider their position and to adopt stances which reasonably appear to them to be the best way of proceeding.» Από την ίδια δε την απόφαση στην Westacre Investments (πιο πάνω), προκύπτει ότι είναι η επίπτωση της συμπεριφοράς ή της αδράνειας του εξ αποφάσεως πιστωτή στον εξ αποφάσεως χρεώστη που αποτελεί τον κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα. Στην εν λόγω υπόθεση με δεδομένο ότι ο εναγόμενος δεν είχε ποτέ ισχυριστεί ότι είχε αφεθεί να πιστέψει ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν είχε πρόθεση να επιβάλει τα δικαιώματα του, κρίθηκε ότι αυτός (δηλαδή ο εξ αποφάσεως χρεώστης) δεν μπορούσε να επικαλεστεί δυσμενή επηρεασμό προκαλούμενο από την πάροδο του χρόνου. Ερχόμενη τώρα στην υπό κρίση περίπτωση και στο προσβαλλόμενο διάταγμα για άδεια εκτέλεσης ημερ. 28/11/2006, σημειώνω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου το πλήρες υπόβαθρο για να μπορεί να εξετασθεί κατά πόσον χωρεί ο παραμερισμός του, αφού ο φάκελος που τέθηκε ενώπιον μου για λόγους που αφορούν το Πρωτοκολλητείο είναι προσωρινός και δεν περιέχει την αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα, ενώ ούτε και η εναγόμενη 2/αιτήτρια της οποίας οι συνήγοροι γνώριζαν το γεγονός αυτό, έχει θέση υπόψη του Δικαστηρίου τα απαραίτητα στοιχεία, ήτοι τη σχετική αίτηση και ένορκη δήλωση για να μπορεί να εξεταστεί η εισήγηση της ότι το εν λόγω διάταγμα θα πρέπει να παραμεριστεί. Επομένως το αίτημα σε σχέση με το διάταγμα ημερ 28/11/2006 κρίνω ότι είναι καταδικασμένο σε αποτυχία, ενόψει του ότι ελλείπει το πλήρες υπόβαθρο για εξέταση του σχετικού αιτήματος. Η θέση που προβλήθηκε από την εναγομένη 2/αιτήτρια ότι ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν υπάρχει η σχετική αίτηση και ένορκη δήλωση, μπορεί να εξεταστεί το αίτημα της αφού από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία προκύπτει ότι δεν έγινε κάτι άλλο στην περίοδο αυτή μέχρι την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος ημερ. 28/11/2006, πλην της έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, γεγονός που από μόνο του θα έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της σχετικής αίτησης το 2006, και στον παραμερισμό του διατάγματος στο παρόν στάδιο, δεν με βρίσκει σύμφωνη αφού δεν θεωρώ ότι είναι δυνατόν χωρίς να έχω υπόψη μου το πλήρες κείμενο της ένορκης δήλωσης που συνόδευε τη σχετική αίτηση, να καταλήξω κατά πόσον δικαιολογείται ή όχι ο παραμερισμός του. Εν πάση περιπτώσει όμως σημειώνω ότι στην περίοδο που ενδιαφέρει ήτοι από την έκδοση της απόφασης μέχρι την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος ημερ. 28/11/2006, δεν είχε καταχωρηθεί μόνο αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον της εναγομένης 2 ως εσφαλμένα διατείνεται η εναγόμενη 2/αιτήτρια, αλλά και ένταλμα κατάσχεσης κινητής της περιουσίας, το οποίο μάλιστα επεστράφη με την ένδειξη ότι η εναγόμενη 2/αιτήτρια στερείτο κινητής περιουσίας. Πουθενά δε δεν προκύπτει ότι θα πρέπει οι ενάγοντες να λάβουν συγκεκριμένο αριθμό μέτρων προτού τους δοθεί άδεια εκτέλεση της απόφασης. Εν σχέσει δε με τη θέση ότι η αίτηση για άδεια εκτέλεσης καταχωρήθηκε 2 έτη «μετά την λήξη της ισχύος της απόφασης» (βλ. παρ. 11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση) σημειώνω ότι το γεγονός ότι για σκοπούς εκτέλεσης, η ισχύς μιας απόφασης ήταν 6 (τώρα 10) έτη, δεν σημαίνει βεβαίως ότι μετά την πάροδο του εν λόγω χρόνου η απόφαση ακυρώνεται. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι μετά την πάροδο της σχετικής προθεσμίας, η απόφαση δεν μπορεί να εκτελεσθεί εκτός εάν ληφθεί σχετική άδεια και είναι προφανώς για αυτό το λόγο που προωθήθηκε και η σχετική αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα ημερ. 28/11/
  1. Καθ΄ όσον δε αφορά τυχόν αλλαγή στις περιστάσεις της εναγόμενης 2 κατά την περίοδο εκείνη, σημειώνω ότι δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση που να αφορά αλλαγή στις περιστάσεις της εναγόμενης 2 κατά το χρόνο που εκδόθηκε το διάταγμα ημερ.28/11/2006, αφού ό,τι η εναγόμενη 2/αιτήτρια ισχυρίζεται είναι ότι οι προσωπικές τις περιστάσεις διαφοροποιήθηκαν τον Ιούλιο του 2012 οπόταν και συνταξιοδοτήθηκε (βλ. παρ. 17 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση). Προκύπτει δε από την ίδια παράγραφο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ότι η ίδια η εναγόμενη 2/αιτήτρια προηγουμένως δούλευε και είχε τη δυνατότητα να πληρώνει κάποια ποσά έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Εν σχέσει δε με το χρέος δεν υπάρχει κανένας θετικός ισχυρισμός ότι ήταν εξοφλημένο κατά το
  2. Ακόμα δε και εάν θεωρηθεί ότι οι σχετικές αναφορές της εναγομένης 2/αιτήτριας αφορούσαν το 2006 σημειώνω ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί εξόφλησης ρητώς αμφισβητείται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και ο ενόρκως δηλών για την καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα δεν αντεξετάστηκε ούτε όμως καταχωρήθηκε οποιαδήποτε απαντητική ένορκη δήλωση ή στοιχεία από την αιτήτρια που να υποστηρίζουν τη θέση της περί εξόφλησης. Επομένως κρίνω πως δεν υπάρχει οτιδήποτε το οποίο, εξόφθαλμα και στην απουσία της ένορκης δήλωσης που συνόδευε τη σχετική αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα το 2006, να μπορεί να δικαιολογήσει ότι συντρέχουν λόγοι για τον παραμερισμό του. Καθ' όσον αφορά τώρα το διάταγμα ημερ. 28/9/2012 με το οποίο δόθηκε εκ νέου άδεια εκτέλεσης, σημειώνω ότι στην ένορκη δήλωση που συνόδευε τη σχετική αίτηση αναφέρεται το ποσό και η ημερομηνία της απόφασης ενώ επίσης γίνεται αναφορά και στα μέτρα εκτέλεσης που λήφθηκαν εναντίον της εναγομένης
  3. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι μετά την έκδοση απόφασης για ποσό €20.503,22 (Λ.Κ.12.000,00) εναντίον της εναγομένης 2 στις 19/1/1998, καταχωρήθηκε στις 8/1/1999 ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας το οποίο επεστράφη με την ένδειξη ότι η εναγόμενη 2 στερείται κινητής περιουσίας και περαιτέρω αναφέρεται ότι την 1/12/1999 καταχωρήθηκε εναντίον της αιτήτριας αίτηση μηνιαίων δόσεων στα πλαίσια της οποίας στις 11/10/2001 εκδόθηκε διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Επίσης αναφέρεται ότι στις 28/11/2006 εξεδόθη διάταγμα για άδεια εκτέλεσης της απόφασης και στις 20/12/2006 καταχωρήθηκε η εγγραφή της δικαστικής απόφασης (memo) ΕΒ2985/
  4. Επίσης αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι ζητούσαν κατά καιρούς παράταση του χρόνου προς διευθέτηση τρόπου πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους και οι ενάγοντες συγκατατίθεντο και/ή παραχωρούσαν τον απαιτούμενο χρόνο στους εναγόμενους προς διευθέτηση του εξ αποφάσεως χρέους τους το οποίο ανέρχεται στο ποσό των €21,683.
  5. Με βάση τα πιο πάνω είναι προφανές ότι η ένορκη δήλωση που συνόδευε τη σχετική αίτηση στη βάση της οποία εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα ημερ.28/9/2012, σε συμμόρφωση με τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice 1958 σελ. 1019-1020, στο οποίο γίνεται αναφορά στην υπόθεση ΣΠΕ Κοντέας v. Μιχαήλ (πιο πάνω) περιείχε τόσο την ημερομηνία και το αρχικό ποσό της απόφασης όσο και το οφειλόμενο ακόμα ποσό. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση που αναφέρεται στην ΣΠΕ Κοντέας και η οποία απαιτεί να καταδεικνύεται ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση, σημειώνω ότι ως προκύπτει από το Annual Practice του 1958 (σελ 1020 όπου ερμηνεύεται παρόμοια αγγλική πρόνοια) αυτό που κατ' ουσίαν απαιτείται στα πλαίσια αυτά είναι να αναφερθεί αν υπάρχει αλλαγή στα μέρη ή μεταβίβαση συμφέροντος και αν υπάρχει την ακριβή φύση αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης και των σχετικών τεκμηρίων προκύπτει η αλλαγή στην ονομασία των εναγόντων καθώς και ότι αυτοί ως μετονομάσθηκαν ήταν τα πρόσωπα που δικαιούντο σε εκτέλεση της απόφασης αφού σε αυτούς εξακολουθούσε να οφείλεται το εξ αποφάσεως χρέος. Καθ' όσον αφορά την καθυστέρηση, σημειώνω ότι πέραν της αναφοράς στα μέτρα που λήφθηκαν, γίνεται αναφορά και στο ότι οι ενάγοντες κατά παράκληση των εναγομένων κατά καιρούς παραχωρούσαν χρόνο στους εναγόμενους προς διευθέτηση του χρέους. Ως προς τον ισχυρισμό δε ότι η καταχώρηση εγγραφής δικαστικής απόφασης (memo) δεν είναι μέτρο εκτέλεσης αρκεί να παραπέμψω στο άρθρο 14
(1)(β) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 στο οποίο αναφέρεται ότι: «14
(1)Κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, δύναται τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα: (α) . (β) με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιβάρυνση αυτής με την εγγραφή δικαστικής απόφασης .» Στην υπόθεση Κτωρίδης (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε αβάσιμη την έφεση κατά της απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί πρωτοδίκως το αίτημα για παραμερισμό μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων για άδεια εκτέλεσης, αφού διαπίστωσε ότι οι εφεσίβλητοι δεν καθυστέρησαν στη λήψη μέτρων προς εκτέλεση της απόφασης μετά την έκδοσή της. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι εννέα μήνες μετά την έκδοσή της απόφασης, οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας το οποίο όμως επιστράφηκε ανεκτέλεστο ενώ επίσης έλαβαν και άλλα μέτρα, όπως διαδικασίες πτώχευσης, στα πλαίσια των οποίων εκδόθηκαν διατάγματα παραλαβής εναντίον της περιουσίας των εναγομένων 3 και 4, ενώ καταχώρησαν επίσης αίτηση επαλήθευσης χρέους στον Έφορο Εταιρειών. Περαιτέρω, όπως αναφέρεται οι εναγόμενοι σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν προς υποστήριξη του αιτήματος για άδεια εκτέλεσης, κατά καιρούς ζητούσαν και οι εφεσίβλητοι συγκατατίθεντο, στην παραχώρηση χρόνου προς διευθέτηση τρόπου πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους. Υπό το φως δε των πιο πάνω το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι οι εφεσίβλητοι είχαν παράσχει εξηγήσεις για τα μέτρα που έλαβαν προς εκτέλεση της απόφασης και την καθυστέρηση που έθεταν την υπόθεση σε «ασύνηθες πλαίσιο». Τα ίδια θεωρώ ότι ισχύουν και εδώ όπου επίσης η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση παρείχε εξηγήσεις για τα μέτρα που λήφθηκαν προς εκτέλεση της απόφασης ως και για την καθυστέρηση, τα οποία υπό τις περιστάσεις μπορούν εύλογα να θεωρηθούν ότι θέτουν και εδώ την υπόθεση σε «ασύνηθες πλαίσιο» δικαιολογώντας έτσι την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος για άδεια εκτέλεσης και αφαιρώντας εν πάσει περιπτώσει οποιοδήποτε έρεισμα για την έκδοση διατάγματος παραμερισμού στα πλαίσια αυτά. Υπενθυμίζω ότι όπως έχει επεξηγηθεί στην Κτωρίδης (πιο πάνω) οι Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες το Δικαστήριο αρνήθηκε να δώσει άδεια εκτέλεσης και τις οποίες επικαλέστηκε στην αγόρευση του ο συνήγορος της αιτήτριας αφορούν, ως επί το πλείστον, περιπτώσεις που είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τα 6 έτη μέχρι την υποβολή της αίτησης για άδεια εκτέλεσης και που δεν είχε καταβληθεί οποιαδήποτε προσπάθεια για την εκτέλεση της απόφασης για πολύ μεγάλη χρονική περίοδο (βλ. Duer v. Frazer
(2001)1 All E.R. 249 και Patel v. Singh
(2002)EWCA 1668), πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο διότι εδώ δεν πρόκεται για περίπτωση πλήρους αδιαφορίας και αδράνειας ως η αιτήτρια εσφαλμένα κατά την κρίση μου ισχυρίζεται, αφού ως έχει ήδη αναφερθεί η εδώ απόφαση εξασφαλίστηκε στις 19/1/1998, και στις 8/1/1999 καταχωρήθηκε ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας το οποίο επεστράφη με την ένδειξη ότι η εναγόμενη 2 στερείται κινητής περιουσίας και περαιτέρω την 1/12/1999 καταχωρήθηκε εναντίον της αιτήτριας αίτηση μηνιαίων δόσεων στα πλαίσια της οποίας στις 11/10/2001 εκδόθηκε διάταγμα αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις, διάταγμα το οποίο ουδέποτε ακυρώθηκε, η δε οφειλή δεν εξοφλήθηκε. Επίσης το 2006 καταχωρήθηκε και η εγγραφή δικαστικής απόφασης αφότου εξασφαλίστηκε η πρώτη άδεια εκτέλεσης, και στο παρόν στάδιο ως είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές προωθείται η διαδικασία για την πώληση της δεσμευθείσας κατά τα ανωτέρω ακίνητης περιουσίας. Τέλος και όπως επίσης αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 18/9/2012, η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση κατά καιρούς συγκατατίθετο στην παραχώρηση χρόνου στους εναγόμενους για την εξόφληση τους εξ αποφάσεως χρέους τους. Επομένως κρίνω ότι δεν συντρέχει λόγος για παραμερισμό του εν λόγω διατάγματος στη βάση του ότι η ένορκη δήλωση δεν περιλάμβανε τα απαιτούμενα στοιχεία ή και ότι δεν αιτιολογήθηκε η καθυστέρηση ως υποστηρίζει η αιτήτρια, αφού με βάση και τα όσα πιο πάνω αναφέρονται είναι σαφές ότι στην ένορκη δήλωση που συνόδευε τη σχετική αίτηση περιλαμβάνονταν στοιχεία που μπορούσαν να οδηγήσουν εύλογα το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της έκδοσης του διατάγματος. Υπενθυμίζω δε ότι όπως επεσήμανε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κρίνος Μακρίδης (πιο πάνω) το Δικαστήριο που εκδικάζει αίτηση παραμερισμού στη βάση της Δ.48
(8)
(4)δεν ενεργεί ως Εφετείο ούτε και έχει την ευχέρεια να υποκαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου που εξέδωσε το διάταγμα που προσβάλλεται, αλλά περιορίζεται στο να εξετάσει κατά πόσον καταδεικνύονται στοιχεία που να δικαιολογούν αντικειμενικά τον παραμερισμό. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι η αιτήτρια επικαλείται και το ζήτημα της δυσμενούς μεταβολής στις περιστάσεις της, εισηγούμενη εν ολίγοις ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της επίδικης απόφασης είχε ως αποτέλεσμα να επέλθει αλλαγή στις περιστάσεις της, αφού από τον Ιούλιο του 2012 έχει συνταξιοδοτηθεί και λαμβάνει πλέον €500 μηνιαίως ως σύνταξη και επομένως δεν ευρίσκεται στην ίδια θέση που βρισκόταν κατά το χρόνο που υπέγραψε την συμφωνία ή και το χρόνο που εκδόθηκε η απόφαση εναντίον της και δεν μπορεί πλέον να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό για αποπληρωμή του χρέους. Τα πιο πάνω αναφέρει ότι θα έπρεπε να ήταν εις γνώση του Δικαστηρίου όταν εξέδιδε τα διατάγματα και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει στο στάδιο αυτό να οδηγήσουν στον παραμερισμό των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω με αναφορά και στη σχετική νομολογίa (βλ. Κτωρίδης, Westacre Investments, The Society of Lloyd's v. Longtin, Good Challenger) πράγματι η λυδία λίθος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, και το πιο σημαντικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη. Στα πλαίσια αυτά όπως προκύπτει από τη νομολογία, εκτενής αναφορά στην οποία έχει γίνει πιο πάνω, η κρίσιμη ερώτηση είναι κατά πόσον ο εξ αποφάσεως πιστωτής έχει ενεργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να οδηγήσει τον εξ αποφάσεως χρεώστη εύλογα να πιστέψει ότι το εξ αποφάσεως χρέος δεν θα απαιτηθεί. Με άλλα λόγια είναι η επίπτωση της συμπεριφοράς ή της αδράνειας του εξ αποφάσεως πιστωτή στον εξ αποφάσεως χρεώστη που αποτελεί τον κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα στα πλαίσια αυτά και όχι η αλλαγή στις περιστάσεις του χρεώστη αφ' εαυτής όπως φαίνεται λανθασμένα να εκλαμβάνει ως δεδομένο η αιτήτρια. Στην προκειμένη περίπτωση ήταν σαφές από την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για άδεια εκτέλεσης, με δεδομένες τις ενέργειες της καθ' ης η αίτηση/ενάγουσας οι οποίες εκεί περιγράφονται, ότι δεν είχε δοθεί τέτοια εντύπωση στην αιτήτρια, ότι δηλαδή το χρέος δεν θα απαιτείτο, και σίγουρα δεν μπορεί γίνει δεκτή η θέση στο παρόν στάδιο ότι η εναγόμενη 2 είχε αφεθεί να πιστέψει ότι η ενάγουσα δεν είχε πρόθεση να επιβάλει τα νόμιμα δικαιώματα της, με δεδομένες πάντα της ενέργειες της ενάγουσας. Άλλωστε ούτε η ίδια αναφέρει ότι της λέχθηκε ή της αφέθηκε να νοηθεί από την καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα οτιδήποτε σχετικό ούτε και παρουσιάζει οποιαδήποτε εξοφλητική απόδειξη, ούτε είχε καθ' οιονδήποτε χρόνο ακυρωθεί το διάταγμα μηνιαίων δόσεων και επομένως η ίδια κωλύεται από του να επικαλείται δυσμενή επηρεασμό προκαλούμενο από την πάροδο του χρόνου, κατ' αναλογία των όσων έχουν αναφερθεί στην ως άνω νομολογία (βλ. Westacre Investments). Αν δε η οικονομική της δυνατότητα έχει διαφοροποιηθεί ως ισχυρίζεται, της παρέχεται η ευχέρεια να προχωρήσει στο ανάλογο διάβημα για διαφοροποίηση των όρων του εκδοθέντος διατάγματος για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις, αλλά επ' ουδενί η αλλάγή στην επαγγελματική κατάσταση της μπορεί υπό τις περιστάσεις και αφ' εαυτής να αποτελέσει λόγο για τη μη παραχώρηση άδειας εκτέλεσης στον εξ αποφάσεως πιστωτή ή για τον παραμερισμό σχετικού διατάγματος που εκδόθηκε προς το σκοπό αυτό. Αναφορικά με το ζήτημα της εξόφλησης το οποίο επίσης εγείρει η αιτήτρια, και το οποίο ομολογουμένως θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για παραμερισμό διατάγματος για άδεια εκτέλεσης στην κατάλληλη περίπτωση, νοουμένου ότι θα μπορούσε να καταδειχθεί ότι κατά τον χρόνο που εκδόθηκε δεν υπήρχε οφειλόμενο υπόλοιπο, σημειώνω τα εξής, παρ' όλο που αναφορά στο ζήτημα αυτό έγινε και πιο πάνω στα πλαίσια εξέτασης του αιτήματος για παραμερισμό του διατάγματος ημερ.28/11/2006. Συγκεκριμένα πέραν του ότι δεν δίδονται λεπτομέρειες ή αποδείξεις που να υποστηρίζουν τον εν λόγω γενικό και αόριστο ισχυρισμό της αιτήτριας, αυτός έχει αμφισβητηθεί ρητώς από τον ομνύοντα για την καθ' ης η αίτηση /ενάγουσα ο οποίος όμως δεν αντεξετάστηκε ούτε και καταχωρήθηκε οποιαδήποτε απαντητική ένορκη δήλωση από την αιτήτρια στην οποία να δίδονται περαιτέρω στοιχεία ή να επισυνάπτονται τεκμήρια που να τεκμηριώνουν αυτό τον ισχυρισμό ή να καταδεικνύουν πότε εξοφλήθηκε το χρέος. Επομένως δεν μπορώ να αποδεχθώ τον ισχυρισμό περί εξόφλησης. Δεδομένου δε του ότι η θέση περί εξόφλησης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και εφόσον λοιπόν υπάρχει οφειλόμενο χρέος, η θέση της αιτήτριας ότι υπάρχει διάσταση αναφορικά με το αναφερόμενο υπόλοιπο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για άδεια εκτέλεσης και σε αυτήν που συνοδεύει την αίτηση για παράταση της εγγραφής της δικαστικής απόφασης, δεν θεωρώ ότι είναι θέμα που αφορά άμεσα το ζήτημα της παραχώρησης άδειας εκτέλεσης, ούτε θέμα που μπορεί κατ' επέκταση να οδηγήσει στον παραμερισμό του προσβαλλόμενου διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κτωρίδης (ανωτέρω) όπου αναφέρονται τα εξής: «Ως προς το ύψος του οφειλομένου υπολοίπου, θεωρούμε ότι δεν αφορά άμεσα στο ζήτημα της παραχώρησης άδειας εκτέλεσης της απόφασης, αλλά είναι θέμα ορθού υπολογισμού που μπορεί να εγερθεί κατά την εκτέλεση.» Τα πιο πάνω απαντούν και στα όσα αναφέρει η εναγόμενη 2/αιτήτρια σε σχέση με το ότι δεν επισυνάπτονται καταστάσεις λογαριασμού προς απόδειξη του υπολοίπου, αλλά επίσης απαντούν και στα όσα εγείρονται με αναφορά στον περί Τόκου Νόμο, ο οποίος ας σημειωθεί ότι δεν περιλαμβάνεται ούτως ή άλλως στη νομική βάση της αίτησης. Χρήσιμη αναφορά εν σχέσει με τα ως άνω εγειρόμενα ζητήματα μπορεί να γίνει και στην Πολιτική Αίτηση 7/2012 ημερ. 8/2/2012 Αναφορικά με την Ελένη Μιχαήλ, όπου αναφέρονται τα εξής: «.Το γεγονός ότι το εξ αποφάσεως χρέος δεν είχε ακόμα εξοφληθεί, κατά την άποψή μου, ήταν αρκετό για να επιτρέψει στο Δικαστήριο να εκδώσει το διάταγμα, δίδοντας άδεια για τη λήψη μέτρων εκτέλεσης. Δεν βλέπω γιατί ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση, θα έπρεπε να επισυνάψει στην αίτηση του κατάσταση λογαριασμού, όπως εισηγήθηκε ο κ. Πολυχρόνης. Το γεγονός ότι ενόρκως δηλωνόταν ότι το χρέος δεν είχε εξοφληθεί, ήταν κατά την κρίση μου αρκετό. Δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε παραβίαση των προϋποθέσεων της Δ.40 θ.8 ή οποιαδήποτε πλάνη περί το νόμο ή άλλη παρανομία. Ούτε βέβαια διαπιστώνεται οποιαδήποτε παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης ή του Συντάγματος, όπως ισχυρίζεται ο δικηγόρος της Αιτήτριας.» Ο δε ισχυρισμός ότι θα έπρεπε να γίνεται αναφορά στην αίτηση στα μέτρα που λήφθηκαν εναντίον των λοιπών εναγομένων ή και στα μελλοντικά μέτρα που πρόκειται να ληφθούν δεν με βρίσκει σύμφωνη, αφού η σχετική εισήγηση στερείται ερείσματος. Με άλλα λόγια δεν προκύπτει από τα συγγράμματα ή τη νομολογία μια τέτοια προϋπόθεση για την έκδοση διαταγμάτων της φύσεως που εξετάζεται. Το ουσιώδες είναι να αιτιολογείται μεταξύ άλλων η καθυστέρηση, και στην προκειμένη περίπτωση στην ένορκη δήλωση που συνόδευε τη σχετική αίτηση υπήρχαν στοιχεία που μπορούσαν εύλογα να θεωρηθούν και πράγματι θεωρήθηκαν από το Δικαστήριο που εξέδωσε το σχετικό διάταγμα επαρκή για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση και την αναγκαιότητα για παροχή περαιτέρω χρόνου για εκτέλεση της απόφασης. Ερχόμενη τώρα να εξετάσω το παράπονο της αιτήτριας ότι οι αιτήσεις στη βάση των οποίων εκδόθηκαν τα προσβαλλόμενα διατάγματα δεν της επιδόθηκαν, ενώ η αίτηση για παράταση της εγγραφής της δικαστικής απόφασης επιδόθηκε μόνο στον αρμόδιο Κτηματολογικό Λειτουργό σημειώνω τα εξής. Παρόμοιας φύσεως επιχείρημα προβλήθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης Κτωρίδη (ανωτέρω) το οποίο και απερρίφθη με το εξής αιτιολογικό: «Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή στο δικαϊκό μας σύστημα, η οποία εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audi alteram partem», ότι το δικαστήριο δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Κατά παρέκκλιση όμως, ο νομοθέτης σε κάποιες περιπτώσεις επιτρέπει την χορήγηση θεραπείας ex parte, δηλαδή χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Τέτοιες είναι και οι περιπτώσεις που απαριθμούνται στη Δ.48
(8)
(1)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στις οποίες συγκαταλέγεται και η αίτηση για άδεια εκτέλεσης απόφασης μετά την παρέλευση έξι - τώρα δέκα - ετών (βλ. Δ.48
(8)
(1)(kk)). H Δ.48
(8)
(4)που ακολουθεί τη Δ.48
(8)
(1)αφορά σε κάθε διάταγμα το οποίο εκδίδεται ex parte. Στόχος της είναι προφανώς η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμα του να ακουστεί, με προοπτική την ακύρωση ή τη διαφοροποίησή του (βλ. Νικολαίδου ν. Αττίπα κ.ά.
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1620). Στην προκείμενη περίπτωση, ο εφεσείων άσκησε το δικαίωμα αυτό με την καταχώρηση και την εκδίκαση της αίτησης για ακύρωση/παραμερισμό των διαταγμάτων που επέτρεπαν την εκτέλεση της απόφασης. Κρίνουμε ότι ο δεύτερος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί.» Τα ίδια ισχύουν και εδώ. Προσθέτω δε ότι καθ' όσον αφορά το γεγονός ότι η αίτηση για παράταση της εγγραφής δικαστικής απόφασης επιδόθηκε μόνο στον αρμόδιο Κτηματολογικό Λειτουργό, τούτο σε καμία περίπτωση δεν συνιστά παρατυπία αλλά προφανώς έγινε προς συμμόρφωση στη ρητή επιταγή του άρθρου 56
(2)(γ) του Κεφ.
  1. (βλ. επίσης και την απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Ελένη Μιχαήλ πιο πάνω). Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν μπορώ να θεωρήσω ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος στη βάση του οποίου να μπορεί να ευσταθήσει η εισήγηση ότι κακώς το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση του διατάγματος ημερ. 28/9/2012, ούτε έχουν εν πάση περιπτώσει καταδειχθεί λόγοι ή στοιχεία που να δικαιολογούν τον παραμερισμό του. Αναφορικά τώρα με το διάταγμα ημερ. 31/10/2012 για παράταση του χρόνου εγγραφής της δικαστικής απόφασης, σημειώνω ότι από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, προκύπτει ότι από το περιεχόμενο της σχετικής αίτησης και ένορκης δήλωσης που τη συνόδευε, ικανοποιούντο οι προϋποθέσεις του άρθρου 56 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 για την έκδοση του σχετικού διατάγματος. Και τούτο διότι η αίτηση, όπως προκύπτει από το σώμα της, (βλ. Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση) καταχωρήθηκε τουλάχιστον ένα μήνα πριν την εκπνοή της περιόδου δια την οποία ίσχυε το memo, ήτοι καταχωρήθηκε στις 18/9/2012 ενώ το memo εξέπνεε στις 19/12/2012, ενώ κατά την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος ήτοι 31/10/2012 δεν είχε λήξει η ισχύς του memo, το οποίο ως έχει ήδη λεχθεί εξέπνεε στις 19/12/
  2. Περαιτέρω στη σχετική ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρεται ότι η απόφαση δεν ελήφθη κατόπιν συνεννόησης ή προς το σκοπό εξαπατήσεως άλλων πιστωτών και ότι η παράταση της περιόδου εγγραφής δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τους εξ αποφάσεως χρεώστες ή οιονδήποτε άλλον εξ αποφάσεως πιστωτή ή πιστωτές, ενώ τέλος αναφέρει ότι το ποσό της απόφασης δεν είχε εξοφληθεί μέχρι εκείνη την ημερομηνία. Ως προς το ζήτημα της επίδοσης στον Κτηματολογικό Λειτουργό σημειώνω ότι αυτό είναι ούτως ή άλλως παραδεκτό από την αιτήτρια (βλ. παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση). Σημειώνω δε ότι δεν παρουσιάζεται οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει έστω και τώρα ότι τα όσα αναφέροντο στην αίτηση ή την ένορκη δήλωση που την υποστήριζε είναι ψευδή ή λανθασμένα. Ως προς το ζήτημα δε του ορθού υπολοίπου ως και το ζήτημα της αλλαγής των προσωπικών περιστάσεων της αιτήτριας, αναφορά έγινε πιο πάνω και δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να προσθέσω οτιδήποτε άλλο. Συναφώς και υπό το φως των όσων πιο πάνω έχουν λεχθεί, κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί ενώπιον μου ούτε οποιοσδήποτε λόγος για παραμερισμό του διατάγματος ημερ.31/10/
  3. Συνακόλουθα η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της εναγομένης 2/αιτήτριας και υπερ της καθ' ης η αίτηση/ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Σε μετάφραση: "Οιονδήποτε πρόσωπο (άλλο από τον αιτητή), το οποίο επηρεάζεται από διάταγμα εκδοθέν μονομερώς δύναται να αποταθεί δια κλήσεως για παραμερισμό ή διαφοροποίησή του και το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει τέτοιο διάταγμα κάτω από όρους τους οποίους θα θεωρήσει δίκαιους." Το σχετικό απόσπασμα από την Κρίνος Μακρίδης που υιοθετείται είναι το ακόλουθο: «.το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε, κατά την κρίση μας, και θεωρώντας ότι οι τότε αιτητές (εφεσείοντες) θα έπρεπε να είχαν αναφερθεί σε «ειδικές περιστάσεις» οι οποίες τους έδιναν δικαίωμα εκτέλεσης, μετά την παρέλευση 6 ετών. Κάτι τέτοιοι όμως δεν επιβάλλει, ούτε δικαιολογεί η Δ.40 θ.8 στην οποία αναγράφεται απλά ότι ο αιτών διάδικος θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι δικαιούται να εκτελέσει την υπέρ του απόφαση. Μας φαίνεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε, ως Εφετείο, την προηγούμενη απόφαση του ομοβάθμιου του δικαστηρίου και μάλιστα έθεσε και δυσανάλογα ψηλά κριτήρια που δεν δικαιολογούνταν.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.