ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΝΕΟΦΥΤΑΣ, Αρ. Αίτησης: 362/13, 2/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A340 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αίτησης: 362/13 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Αιτητών -και- ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΝΕΟΦΥΤΑΣ Καθ' ης η Αίτηση Αίτηση για προσθήκη διαδίκου 2 Σεπτεμβρίου, 2014. Για την Αιτήτρια/Καθ' ης η Αίτηση στην κυρίως αίτηση: κος Πασχαλίδης. Για τους Καθ' ων η Αίτηση/Αιτητές στην κυρίως αίτηση: κα Γεωργιάδου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη αίτηση είναι ενδιάμεση και παρεμβάλλει στο πλαίσιο της κυρίως αιτήσεως που αιτείται άδεια για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. Το πρόσωπο που υποβάλλει την επίδικη αίτηση είναι η καθ' ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση, δηλαδή η οφειλέτρια δια την οποία ζητείται η εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Αντικείμενο της επίδικης αίτησης είναι η έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων. Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου αναστέλλον (stay) την υπό τον ως άνω και τίτλο αριθμό Γενική Αίτηση και/ή την εκδίκαση της και/ή την οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία μέχρι ωσότου οι Αιτητές στην Γενική Αίτηση λάβουν όλα τα αναγκαία διαβήματα για προσθήκη ως διαδίκων στην Γενική Αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο όλων και/ή όλων των υπόλοιπων προσώπων που εμφαίνονται στην ισχυριζόμενη και προτιθέμενη προς εγγραφή «διαιτητική απόφαση» και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Άνευ βλάβης της γενικότητας της ανωτέρω παραγράφου και διαζευκτικά: Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει και/ή επιτρέπει την προσθήκη όλων των υπολοίπων προσώπων που εμφαίνονται στην ισχυριζόμενη και προτιθέμενη προς εγγραφή «διαιτητική απόφαση» και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου ήθελε κριθεί αναγκαίο ως καθ' ων η αίτηση στην πιο πάνω Γενική Αίτηση. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου αναστέλλον (stay) την υπό τον ως άνω και τίτλο αριθμό Γενική Αίτηση και/ή την εκδίκαση της και/ή οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία μέχρι ωσότου όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα που εμφαίνονται στην ισχυριζόμενη και προτιθέμενη προς εγγραφή «διαιτητική απόφαση» και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου ήθελε κριθεί αναγκαίο καταστεί καθ' ων η αίτηση στην Γενική Αίτηση ως το Β ανωτέρω. Δ. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή θεραπεία θέλει θεωρήσει πρέπον και δίκαιο το Σεβαστό Δικαστήριο. Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.2 κ.9, Δ.9, κκ. 4-11, Δ.13, Δ.19 κκ 1-4, 13 και 26, Δ.21 κ.13, Δ.27 κκ1-3, Δ.48 κκ1-9 και Δ.64∙ στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν.22/85, άρθρα 2, 52 και 53∙ στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, κανονισμοί 81 - 82 Α· στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρα 21-23∙ στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 2, 29, 31 και 32∙ και στη διακριτική ευχέρεια, πρακτική, νομολογία και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου, όπως και στο κοινό δίκαιο και το δίκαιο της επιείκειας. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του δικηγόρου Ανδρέα Ρήγα, το περιεχόμενο της οποίας σχολιάζω πιο κάτω. Η καθ' ης η αίτηση (στη συνέχεια η συνεργατική) αμφισβήτησε την αίτηση και καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Και η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Το περιεχόμενο τούτης επίσης σχολιάζω πιο κάτω. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλει η συνεργατική έχουν ως ακολούθως: α) Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη ή/και αναφέρει λανθασμένη νομική βάση. β) Η Καθ' ης η Αίτηση δεν επιτρέπεται σε αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης να εγείρει τέτοια διαδικασία. γ) Οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση της αίτησης ημερ. 20/12/13 είναι αόριστοι, ατεκμηρίωτοι και στερούνται οποιασδήποτε νομικής ή/και πραγματικής ουσίας. δ) Οι Αιτητές δεν υποχρεούνται να προσθέσουν όλους τους Εναγόμενους της διαιτητικής απόφασης στην αίτηση για εγγραφή της. ε) Οι ισχυρισμοί της Καθ' ης η Αίτηση είναι ψευδείς καθώς προωθήθηκαν άλλες διαδικασίες εγγραφής διαιτητικής απόφασης για τους υπόλοιπους Εναγόμενους. στ) Η Αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που τάσσει η δικονομία, η σχετική επί του θέματος νομοθεσία και η νομολογία αναφορικά με τα αιτούμενα διατάγματα. ζ) Η Καθ' ης η Αίτηση χρησιμοποιεί την παρούσα διαδικασία κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, της νομοθεσίας και της νομολογίας. η) Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική ή/και με αυτήν επιδιώκονται αλλότριοι σκοποί. Όπως αναφέρεται στην ένορκο δήλωση του Ανδρέα Ρήγα, η επίδικη αίτηση εφορμάτε από το λόγο 2Α στην ένσταση που η καθ' ης η αίτηση, εδώ αιτήτρια, καταχώρισε στην κυρίως αίτηση. Κατόπιν τούτου κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το λόγο ένστασης 2Α. Ό,τι εκεί αναφέρεται είναι πως: Η παρούσα αίτηση ως υφίσταται δεν μπορεί να προωθηθεί και/ή εξεταστεί και/ή εγκριθεί εφόσον είναι ελαττωματική ως μη περιλαμβάνουσα ως διαδίκους όλα τα εμπλεκόμενα και/ή αναγκαία πρόσωπα που χρειάζεται το Δικαστήριο για να μπορέσει να αποφασίσει αποτελεσματικά και τελεσίδικα όλα τα επίδικα θέματα (defective for want of parties) και/ή δεν θεμελιώνει το ορθό πλαίσιο της αντιδικίας με τον προσδιορισμό των ορθών διαδίκων. Ειδικότερα, ενώ επιχειρείται να εγγραφεί απόφαση με την οποία παρουσιάζεται, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, να επιδικάζεται ποσό εναντίων πέντε ατόμων αλληλέγγυα εντούτοις η παρούσα αίτηση στρέφεται μόνο εναντίον της καθ' ης η αίτηση. Είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι στην παρούσα περίπτωση δεν θα πρέπει να επιτραπεί στην αιτήτρια να προωθήσει και/ή συνεχίσει την παρούσα διαδικασία, η οποία και θα πρέπει να ανασταλεί, μέχρις ότου η αιτήτρια συμμορφωθεί με την υποχρέωση της να συμπεριλάβει στην παρούσα όλα τα αναγκαία πρόσωπα. Από τα συμφραζόμενα στην επίδικη αίτηση, αλλά και από την αγόρευση του συνηγόρου της αιτήτριας, αποκαλύπτεται ότι το αίτημα και η επιχειρηματολογία που υποστηρίζει τούτο επικεντρώνεται, πρωτίστως, στο περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης που η συνεργατική ζητά την εγγραφή. Δεν αμφισβητείται από τη συνεργατική ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση αφορά πέντε πρόσωπα, ένα εκ των οποίων η αιτήτρια, και ότι εκεί ο διαιτητής αποφάσισε όπως «το πιο πάνω ποσό και οι τόκοι του πληρωθούν αλληλεγγύως από τους πιο πάνω εναγόμενους 1, 2, 3, 4 και 5, ως η πιο πάνω απαίτηση της ενάγουσας εταιρείας». Η αιτήτρια στέκεται στη φράση «πληρωθούν αλληλεγγύως» και στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η κυρίως αίτηση δεν στρέφεται εναντίον όλων των προσώπων που κατονομάζονται στη διαιτητική απόφαση. Υποβάλλει ότι εφόσον η ευθύνη των οφειλετών είναι αλληλέγγυα και όχι κεχωρισμένα, τότε η κυρίως αίτηση είναι ελαττωματική λόγω απουσίας πλείστων τόσων οφειλετών (defective for want of parties). Είναι η θέση της ότι η αίτηση δεν πρέπει να αφεθεί να προχωρήσει στην απουσία των λοιπών οφειλετών εφόσον είναι εμπλεκόμενα και αναγκαία πρόσωπα για αποτελεσματική και τελεσίδικη εξέταση όλων των επίδικων θεμάτων. Ως εκ τούτου η παρουσία τούτων είναι επιβεβλημένη, υποστηρίζει η αιτήτρια, ιδιαίτερα εφόσον ενδέχεται να επηρεαστούν τα συμφέροντα τους. Επιπλέον, αναφέρει, τυχόν παράλειψη υφιστάμενου διάδικου να αιτηθεί προσθήκη άλλου αναγκαίου διαδίκου, δυνατό να επενεργήσει ως κώλυμα. Συνεπώς, καταλήγει, η ελαττωματικότητα της αίτησης επιδρά και στα συμφέροντα της αιτήτριας. Ωσαύτως η αιτήτρια επικαλείται τη Δ.9 κκ9 και 10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και καλεί το Δικαστήριο να διατάξει προσθήκη στον τίτλο και το σώμα της κυρίως αιτήσεως των προσώπων που το όνομα τους αναγράφεται στη διαιτητική απόφαση, ώστε να καταστούν καθ' ων η αίτηση και να συμμετάσχουν στη διαδικασία. Η αντίθετη άποψη της συνεργατικής εστιάζεται στην αντίληψη που έχει για το δικαιοδοτικό πλαίσιο της κυρίως αιτήσεως. Παραπέμποντας στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδης κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ.716 υποστηρίζει ότι η διαδικασία είναι τυπική και όχι ουσιαστική. Επιπλέον, υποδεικνύει ότι στο παρελθόν προώθησαν διαδικασία εγγραφής της διαιτητικής απόφασης εναντίον δύο εκ των οφειλετών, εν προκειμένω των Λούκα Θεοδώρου και Χρίστου Θεοδώρου. Παρ' ότι εξασφάλισε εγγραφή της διαιτητικής απόφασης σε σχέση με τον πρώτο εκ των δύο (το διάταγμα επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α στην ένσταση), αναγκάστηκε να αποσύρει την αίτηση για τον δεύτερο εφόσον δεν κατέστη δυνατή η επίδοση τούτης. Παρεμβάλλω ότι ουδεμία πλευρά ζήτησε αντεξέταση και ως εκ τούτου η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Εν πρώτοις, σημειώνω ότι η νομολογία επιβεβαιώνει τη θέση της αιτήτριας πως η κυρίως αίτηση είναι εναρκτήρια (originating summons) και ότι για σκοπούς των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών εμπίπτει στην έννοια του όρου αγωγή και συνεπώς οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Limited
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 1978). Επιπλέον, ορθή είναι η ανάλυση της αιτήτριας και σε σχέση με τη Δ.9 κ.10. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο εν λόγω κανονισμός, ο οποίος ανταποκρίνεται στον παλαιό αγγλικό κανονισμό 11 της διαταγής 16, εξοπλίζει το Δικαστήριο με διακριτική εξουσία να προσθέσει, διαγράψει ή αντικαταστήσει οιονδήποτε διάδικο, ως θεωρεί αναγκαίο για την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων, (βλ. Mepa Underwriting Management Limited κ.α. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1Β Α.Α.Δ. 772). Εκεί όπου διαφωνώ με την αιτήτρια είναι η εφαρμογή των πιο πάνω αρχών στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης. Και εξηγώ· Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (αρ. 2)
(1995)1 Α.Α.Δ. 1034, 1045 και 1046 αναφέρεται ότι, Ο Διαδικαστικός Κανονισμός δεν κάμνει πρόνοια για την παρέμβαση ή τη συνένωση τρίτου προσώπου άμεσα επηρεαζόμενου από την εκλογική αίτηση ως διαδίκου· συνεπώς, ισχύει η ρύθμιση που προβλέπει ο περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικός Κανονισμός, σύμφωνα με τον Κ.25 του Διαδικαστικού Κανονισμού. Ο κανονισμός αυτός ενσωματώνει τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και καθιστά τις πρόνοιές τους εφαρμοστέες σε θέματα που δεν καλύπτονται από το Διαδικαστικό Κανονισμό. Η Δ.9, θ. 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει εξουσία για την έκδοση διαταγής για τη συνένωση προσώπου ως διαδίκου, εφόσον η παρουσία του κρίνεται αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου. Η Δ.9, θ. 10, είναι προσαρμοσμένη στις διατάξεις της Ord. 16, r.l 1, των παλαιών Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας. Όπως προκύπτει από την Αγγλική νομολογία, αποκαλυπτική της ερμηνείας των αντίστοιχων Αγγλικών δικονομικών διατάξεων, σκοπός του διαδικαστικού αυτού κανόνα είναι να καταστήσει δυνατή τη συνένωση μη διαδίκου ως διαδίκου, χάριν της διεξοδικής επίλυσης παντός εγειρομένου θέματος - (Βλ. White Book, 1958, σελ. 345· Kendall ν. Hamilton, 4 App. Cas. 504· Wilson v. Balcarres, [1893] 1 Q.B. 422, C.A.· Robinson ν. Geisel [1894] 2 Q.B. 685). Η συνένωση συναρτάται άμεσα με τη θεραπεία η οποία επιδιώκεται, καθώς και τη θεραπεία η οποία μπορεί να χορηγηθεί. Στην περίπτωση εκλογικής ένστασης, η θεραπεία που μπορεί να παρασχεθεί προβλέπεται από το ίδιο το Σύνταγμα και είναι η ακύρωση της εκλογής προσώπου στο βουλευτικό αξίωμα, του οποίου η εκλογή προσβάλλεται στην εκλογική αίτηση. Το αντικείμενο της εκλογικής αίτησης δεν μπορεί να είναι άλλο από την εγκυρότητα της εκλογής προσώπου στο βουλευτικό αξίωμα. Αυτό βεβαιώνεται και από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην άσκηση της δικαιοδοσίας Εκλογοδικείου, στην Κουδουνάρης και Άλλοι ν. Γενικού Έφορου Εκλογών και Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 1000· αποφασίστηκε ότι τα επίδικα θέματα εκλογικής αίτησης περιορίζονται σε εκείνα τα οποία αφορούν την εκλογή προσώπου στο βουλευτικό αξίωμα, η οποία αμφισβητείται. Επομένως, στο βαθμό που η εκλογική αίτηση στρεφόταν, σ' εκείνη την υπόθεση, εναντίον της Βουλής των Αντιπροσώπων και του Γενικού Εισαγγελέα, ως διαδίκων, διαγράφηκε. Η θέση αυτή συνάδει με τη γενική αρχή ότι μόνο πρόσωπα άμεσα αναμεμειγμένα στη διαφορά έχουν λόγο στη δίκη για την επίλυσή της. Σπουδαία όσο και αν είναι τα θέματα που εξετάζονται, δε διευρύνουν το πλαίσιο ούτε επεκτείνουν το πεδίο της δίκης. Ούτε η θεραπεία την οποία επιδιώκει ο αιτητής, η οποία εξαντλεί τις θεραπείες που θα μπορούσαν να παρασχεθούν από το Εκλογοδικείο, επηρεάζει ή θα μπορούσε να επηρεάσει τη θέση ή τα δικαιώματα άλλου μέλους της Βουλής των Αντιπροσώπων. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι η εφαρμογή των κανονισμών, στην προκείμενη περίπτωση του κ.10 της Δ.9, παρ' ότι καθολική, συνεκτείνεται με και περιορίζεται από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, ως αυτή καθορίζεται από το αντικείμενο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως αποκαλύπτεται από τα λεχθέντα στην υπόθεση Μαυρογένης, πιο πάνω, το εύρος της εξουσίας που παρέχει ο κ.10 της Δ.9 δεν είναι ικανό να εξοβελίσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Επιβάλλεται λοιπόν να διαγνωσθεί το εύρος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Η αιτήτρια υποστηρίζει ότι η προσθήκη των προσώπων που αναφέρονται στη διαιτητική απόφαση είναι αναγκαία, ώστε να κριθούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους. Με όλο το σεβασμό, έχω την άποψη ότι η εν λόγω θέση περιπλέκει τα επίδικα ζητήματα της κυρίως αιτήσεως, και εν πάση περιπτώσει δεν εμπίπτει στο δικαιοδοτικό πλαίσιο τούτης. Στην υπόθεση Τσιμεντοποιία Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 23, 29 υποδείχθηκε ότι χαρακτηριστικό γνώρισμα της διαιτησίας είναι ο αποκλεισμός ή ακριβέστερα ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης. Στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α.
(2008)1 Α Α.Α.Δ. 716, 719 αναφέρθηκε ότι· Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. Τέλος, στην υπόθεση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολ. Εφ. 357/08, ημερ. 11.4.2012 υποδείχθηκε ότι· Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι΄ αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Το σκεπτικό (ratio) καθεμιάς των πιο πάνω αποφάσεων ευκρινώς αποδίδει το περιορισμένης εμβέλειας δικαιοδοτικό πλαίσιο της κυρίως αιτήσεως. Αν όμως χρειάζεται να ειπωθεί κάτι ακόμα, αρκεί παραπομπή στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, volume 2, σελίδα 50 και 51 όπου κάτω από τον τίτλο Enforcement of the Award, εντοπίζεται η παράγραφος Grounds for opposing application. Όπως εκεί αναφέρεται οι λόγοι που μπορούν να εγερθούν εις αμφισβήτηση της εγγραφής διαιτητικής απόφασης, είναι οι ακόλουθοι· (α) ότι η διαιτητική απόφαση, είναι μηδαμινή (nullity), (β) ότι είναι μερικώς ή εν όλω ultra vires, και (γ) ότι είναι εσφαλμένη στην όψη της (is bad on the face of it). Aνάλογη είναι η προσέγγιση και στην 4η έκδοση του συγγράμματος Halsbury's Laws of England, όπου στη σελίδα 713 αναφέρεται ότι «The Court will grant leave to enforce the award as a judgment unless there is either a real ground for doubting the validity of the award or the award is not in a form in which it can be enforced as a judgment". Και στην περίπτωση που η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης επιδιώκεται με αγωγή και όχι εναρκτήρια αίτηση, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δεν διευρύνεται. Στο ίδιο σύγγραμμα (Halsbury's, 4η έκδοση), στη σελίδα 414, υποδεικνύεται ότι σε τέτοια περίπτωση ο ενάγων οφείλει να αποδείξει· (α) σύναψη της συμφωνίας που ενσωματώθηκε η ρήτρα για παραπομπή σε διαιτησία, (β) ότι η διαφωνία που ανεφύη αφορά ζήτημα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί σε διαιτησία, (γ) ότι ο διαιτητής διορίστηκε δεόντως, (δ) ότι εκδόθηκε διαιτητική απόφαση, και (ε) ότι η διαιτητική απόφαση δεν έχει ικανοποιηθεί. Όλα τα πιο πάνω αναδεικνύουν το πολύ περιορισμένο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Είναι γι' αυτό ακριβώς το λόγο που διαφωνώ με την εισήγηση της αιτήτριας ότι στο πλαίσιο της κυρίως αιτήσεως θα αποφασιστούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των προσώπων που αναφέρονται στη διαιτητική απόφαση. Είμαι της γνώμης ότι αυτό το ζήτημα έχει ήδη αποφασιστεί στη διαιτησία. Ό,τι απομένει πλέον είναι η εξέταση των παραμέτρων που θέτει η νομολογία και τα συγγράμματα, εν πολλοίς τυπικών ζητημάτων, ώστε να διαφανεί κατά πόσο η απόφαση δύναται να εγγραφεί και να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου. Υπό το φως των πιο πάνω δυσκολεύομαι να αντιληφθώ πως η μή συμπερίληψη των υπολοίπων που αναφέρονται στη διαιτησία επηρεάζει τα συμφέροντα οιουδήποτε, είτε της αιτήτριας είτε των προσώπων που δεν αναγράφονται στην κυρίως αίτηση. Η παρουσία τούτων ήταν αναγκαία στη διαιτησία, δηλαδή τη διαδικασία που έκρινε τα συμφέροντα και τις υποχρεώσεις τους, ενώ η αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης που ακολούθησε, δεν είναι τα συμφέροντα ή τις υποχρεώσεις των διαδίκων που θα εξετάσει αλλά τη διαιτητική απόφαση per se. Μάλιστα τούτη η εξέταση διενεργείται στο στενό πλαίσιο που πιο πάνω υποδείχθηκε. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι το επίδικο αίτημα δεν θα εξυπηρετήσει και θα καθυστερήσει τη διαδικασία, λόγω του περιορισμένου δικαιοδοτικού πεδίου του Δικαστηρίου σε αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Επικουρικά υποδεικνύονται και οι ακόλουθες παράμετροι. Η πρώτη έχει να κάνει με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 52
(4)του σχετικού Ν. 22/85. Όπως εκεί υποδεικνύεται· διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του Ν.22/85 δύναται να εφεσιβληθεί εντός 21ος ημερών από της γνωστοποιήσεως τούτης στον ενδιαφερόμενο. Έχει δε νομολογηθεί ότι εγγραφή διαιτητικής απόφασης χωρίς γνωστοποίηση τούτης στον ενδιαφερόμενο, συνιστά παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης και οδηγεί σε ακύρωση της εγγραφής (βλ. Αναφορικά με την αίτηση των Χρίστου Χριστοφόρου κ.α.
(1999)1Β Α.Α.Δ. 980). Στην προκείμενη περίπτωση ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στα πρόσωπα που η αιτήτρια ζητά να προστεθούν ως διάδικοι. Από αυτό και μόνο μου φαίνεται παράλογο και εν πάση περιπτώσει αντινομικό, το Δικαστήριο να διατάξει την προσθήκη των εν λόγω προσώπων ως καθ' ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση, με ενδεχόμενο τούτη η διαταγή να οδηγήσει σε παραβίαση θεμελιώδους δικαιώματος τούτων. Πέραν των πιο πάνω, η αιτήτρια θεμελιώνει την επίδικη αίτηση στον ισχυρισμό ότι η διαταγή του διαιτητή για αλληλέγγυα εξόφληση της απόφασης από όλους τους εκεί αναφερόμενους, καθιστά τούτους joint promisors και συνεπώς η αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης πρέπει να στρέφεται εναντίον όλων και όχι ενός ή κάποιων εξ αυτών (βλ. Ηalsbury's Laws of England
(2012), 5η έκδοση, volume 22). Επί του προκειμένου παρατηρώ ότι η αρχή πως πρόσωπα που προέβησαν σε κοινή υπόσχεση πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να ενάγονται σε μια και κοινή αγωγή, δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση. Έχω όμως την άποψη ότι η επίκληση της αρχής αυτής στο πλαίσιο αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης, συνιστά πλημμελή εφαρμογή. Για του λόγου το ασφαλές παρατηρώ ότι στην έκταση που οι αναφερόμενοι στη διαιτητική απόφαση είναι joint promisors, oρθά συμπεριλήφθηκαν στη διαιτησία που διεξήχθη. Εκείνο ήταν το κατάλληλο πεδίο (forum) διάγνωσης των συμβατικών τους δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων. Σε εκείνο δε το πλαίσιο είναι που όλοι διατάχθηκαν να καταβάλουν το ποσό αλληλέγγυα, ενώ η κυρίως αίτηση δεν προσφέρεται για διάγνωση δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ως joint promisors. Συνεπώς, τούτα τα ζητήματα έχουν αποφασιστεί τελεσίδικα από το διαιτητή, δηλαδή στο πλαίσιο που η συμφωνία των μερών προέβλεπε ότι θα επιλύονταν. Υπό αυτή την έννοια, τα πρόσωπα που αφορά η διαιτητική απόφαση αντιμετωπίστηκαν ως joint promisors ενώπιον του διαιτητή. Τέλος, στην έκταση που η αιτήτρια θεωρεί ότι η φράση αλληλέγγυα δημιουργεί αναλογικό μερίδιο ευθύνης, εν προκειμένω 1/5 του ποσού για έκαστο των οφειλετών, αρνητική απάντηση παρέχεται από παλαιά κυπριακή απόφαση που παραπέμπει στο κοινό δίκαιο. Στην υπόθεση Ex parte Mustafa Shefki Efendi Haji Hussein, 7 C. L. R. 69, 71, λέχθηκε ότι· "The third point was that the judgment being on the face of it against two persons, jointly, and not stating expressly that each person was severally liable for the whole, execution should only have issued to the extent of one-half of it against the property of each debtor. This contention is in our opinion unfounded. A final judgment is a final and conclusive determination of the obligations of the persons, against whom it is directed. When it orders two or more persons to pay a sum of money it means that each of them is liable for the whole, although of course, the judgment creditor cannot recover more than the amount of his judgment .. In England it has always been held that a person who held a judgment against two joint debtors could levy execution against the goods of either of them to the full amount, and it has been expressly decided, that in each such a case, by analogy to this principle, a debt due to either of the joint debtors can be attached by the creditor to its full amount to satisfy the amount of his judgment (Miller v. Mynn 28 L.J.Q.B 324) Appeal dismissed. Για όλους τους πιο πάνω λόγους μαζί αλλά και καθ' ένα ξεχωριστά, καταλήγω ότι το σύνολο των αιτημάτων της αιτήτριας δεν μπορεί να επιτύχει, εφόσον θα καθυστερήσει παρά να βοηθήσει την αποτελεσματικότητα και διεξοδική εκδίκαση των επίδικων θεμάτων· ενδέχεται να παραβιάσει συνταγματικά δικαιώματα τρίτων προσώπων, και τέλος, δεν εμπίπτει στο περιορισμένο δικαιοδοτικό πλαίσιο της κυρίως αιτήσεως. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα, ως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, υπέρ της συνεργατικής και εναντίον της αιτήτριας. Τα έξοδα να καταβληθούν με την ολοκλήρωση της κυρίως αιτήσεως. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /μ.α.σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο