← Κύπρος

Κωνσταντή Α. Καντούνα ν. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ. κ.α., Αγωγή αριθ. 6483/2008, 18/9/2014

Κωνσταντή Α. Καντούνα ν. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ. κ.α., Αγωγή αριθ. 6483/2008, 18/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A350 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αριθ. 6483/2008 Μεταξύ: Κωνσταντή Α. Καντούνα Ενάγοντα και 1.Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ. 2. Χρήστου Αρβανίτη Εναγομένων 18 Σεπτεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Μ. Κυπριανού με κ. Χρ. Γαλανό, για κ.κ. Μιχαλάκη Κυπριανού & Σια Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Γ. Τριλλίδης, για Πολλάκης Σαρρής & Σια ΔΕΠΕ ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά σε άρθρο που έγραψε ο Εναγόμενος 2 και που δημοσίευσε η Εναγόμενη 1 στην έκδοση της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» ημερομηνίας 1/7/07, στη σελ. 19 αυτής και ειδικότερα στη στήλη «ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΑ» (στο εξής «το επίδικο δημοσίευμα») στη σελίδα με τίτλο «ΠΕΣΤΕ ΜΑΣ ΤΗ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ». Ως είναι παραδεκτό από τους διαδίκους, την 1η Ιουλίου 2007, είχαν πωληθεί 24482 (είκοσι τέσσερις χιλιάδες τετρακόσια ογδόντα δύο) αντίτυπα της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» ανά το παγκύπριο (βλ. Βεβαίωση του Πρακτορείου Τύπου Κρόνος, ημερ. 17.1.2013 η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1). Το πρωτότυπο του επίδικου δημοσιεύματος βρίσκεται κατατεθειμένο στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο (ζ) υπό το Έγγραφο Α και το κείμενό του παρατίθεται αυτούσιο πιο κάτω: ........... «Ιδιοκτησία - Αξιοπρέπεια, ένα - μηδέν Πριν από μερικά χρόνια, κάποιος φίλος έφερε από τα κατεχόμενα την κάρτα ενός παλαιοπώλη ο οποίος, απευθυνόμενος στους Ελληνοκυπρίους, διαφήμιζε και κατ' οίκον παράδοση. Το σύνολο σχεδόν των εμπορευμάτων του ήταν φανερό ότι προέρχονταν από εγκαταλελειμμένα σπίτια Ελληνοκυπρίων. Όταν λοιπόν «συμβούλευα» από τη στήλη αυτή τότε «πώς να (ξανα)αγοράσετε τα πράγματά σας», δεν φανταζόμουν πόσο πολλοί άνθρωποι θα ακολουθούσαν τη συμβουλή μου, ακόμα και χωρίς να με διαβάσουν. Σήμερα, και ενώ ορισμένοι πολίτες έχουν προσφύγει στο Ευρωδικαστήριο, δύο τρεις εκατοντάδες άνθρωποι παζαρεύουν με τους κλέφτες για την περιουσία τους .. Ο δικηγόρος Κωνσταντής Καντούνας, συνήγορος του Μελέτη Αποστολίδη, του ανθρώπου που διεκδικεί την περιουσία του στα κατεχόμενα από τους Βρετανούς καταπατητές - κλεπταποδόχους, περιέγραψε σε ένα συγκινησιακό άρθρο του στο «Βήμα της Κυριακής» πως κατάφερε και (ξανα)αγόρασε δύο πίνακες του Γ. Πολ. Γεωργίου που ανήκαν στην οικογένεια του από τους νέους «ιδιοκτήτες» τους, μην ξεχνώντας κιόλας να στηλιτεύσει προκαταβολικώς τους «αυτοδιορισμένους υπερπατριώτες» που πιθανότατα θα αποδοκιμάσουν την ενέργεια του, συμβουλεύοντας επιπλέον τους μελλοντικούς μιμητές του να ανατρέξουν για έμπνευση στο αμερικάνικο σινεμά (π.χ. «Υπόθεση Τόμας Κράουν»). Δεν ξέρω σε τι διαφέρει ένα κλεμμένο σπίτι από έναν κλεμμένο πίνακα ή ένα παλιό μπαούλο, ούτε πώς η πληρωμή «λύτρων» για ένα έργο τέχνης στα κατεχόμενα συνταιριάζεται με τις αμερικανικές ταινίες και ήθη. Καθένας είναι ελεύθερος να μετρά όπως θέλει την αξιοπρέπειά του και τις προτεραιότητές του, ανεξάρτητα από τα δικά μας μέτρα. Όταν όμως οι πράξεις και οι δημόσιες παραινέσεις ενός προσώπου σαν τον δικηγόρο μιας σημαντικής υπόθεσης στην Ευρώπη, η έκβαση της οποίας αφορά ίσως και την τύχη πολλών άλλων τέτοιων υποθέσεων συμπατριωτών του, έχουν ευρύτερες συνέπειες, οι προτεραιότητες και η αξιοπρέπεια έχουν ιδιαίτερη αξία. Αν και δεν είναι δική μου δουλειά, δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ: Έτσι συμβουλεύει και τον πελάτη του; Θα μου πείτε, εσύ τι θέλεις και ανακατεύεσαι σε ζητήματα που δεν σε αφορούν; Εντάξει λοιπόν, πληρώστε λύτρα, ξεπουλήστε την αξιοπρέπεια σας, γλείψτε τους βιαστές σας, «κρεμάστε» τους συμπατριώτες σας· δικαίωμα σας! Ωστόσο, στις δημόσιες απόψεις έχω το δικαίωμα να αντιπαραβάλω τη δική μου. Και αυτό που βλέπω είναι ότι το Κυπριακό δεν είναι πια, εδώ και καιρό, παρά μια «Υπόθεση Τόμας Κράουν» αλά τούρκα..». ............. Είναι η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα (βλ. παρα. 8 της Έκθεσης Απαίτησης - στο εξής «η Ε/Α)) ότι «Το πιο πάνω άρθρο αναφέρετο στον ενάγοντα και έγινε αντιληπτό ότι αναφέρετο στον ενάγοντα αφού γινόταν ονομαστική αναφορά σε αυτόν, ενώ αναφέρετο επίσης και το επάγγελμά του καθώς και συγκεκριμένη γνωστή υπόθεση που κατά τον ουσιώδη χρόνο χειρίζετο και την οποία εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να χειρίζεται.». Σπεύδω, επ' αυτού του ζητήματος, να αναφέρω ότι είναι παραδεκτό από τους εναγόμενους 1 και 2 ότι το επίδικο δημοσίευμα αναφέρεται στο πρόσωπο του Ενάγοντα (βλ. παράγραφο 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Ως προς το πρόσωπο του Ενάγοντα (ποιος είναι) δικογραφείται συγκεκριμένη περιγραφή στις παρα. 1 έως 3 της Ε/Α. Πλείστων εκ των ισχυρισμών γεγονότων που εμπεριέχονται στην περιγραφή αυτή, οι Εναγόμενοι δηλώνουν ότι τους αγνοούν. Παραδέχονται όμως ότι ο Ενάγων διατηρεί δικηγορικό γραφείο στη Λευκωσία, ότι αρθρογραφούσε στην εφημερίδα «ο Φιλελεύθερος» και ότι έχει εκδώσει μυθιστόρημα. Είναι η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα (βλ. παρα. 10 της Ε/Α) ότι «Το πιο πάνω δημοσίευμα ήταν έντονα δυσφημιστικό για τον ενάγοντα και προκάλεσε μεγάλη ζημιά σε αυτόν τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο.». Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά το δυσφημιστικό νόημα του επίδικου δημοσιεύματος, είναι η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα (βλ. παρα. 9 της Ε/Α) ότι - «9. Με τη φυσική και συνήθη τους σημασία οι πιο πάνω λέξεις και φράσεις εννοούσαν και έγιναν αντιληπτό ότι εννοούσαν ότι ο ενάγοντας: α) είναι πρόσωπο που θέτει τα υλικά αγαθά και τα περιουσιακά στοιχεία πάνω από την προσωπική αξιοπρέπεια͘ β) είναι πρόσωπο που θέτει τα προσωπικά του υλικά αγαθά και περιουσιακά στοιχεία πάνω από την πατρίδα του και τα εθνικά συμφέροντα της πατρίδας του͘ γ) συμπεριφέρεται έναντι ατόμων που εγκλημάτησαν σε βάρος του και σε βάρος της πατρίδας του και των συμπατριωτών του με τρόπο ποταπό και/ή αναξιοπρεπή͘ δ) συμπεριφέρεται και/ή συμπεριφέρθηκε σε συγκεκριμένη περίπτωση με τρόπο που παραβλάπτει τα συμφέροντα της Κύπρου και με τρόπο που προδίδει τους συμπατριώτες του και/ή παραβλάπτει τους συμπατριώτες του͘ ε) προκαλεί με τις πράξεις του ζημιά σε άλλους συμπατριώτες του που έχουν προσφύγει σε ευρωπαϊκά δικαστήρια σε σχέση με τις περιουσίες τους στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου͘ στ) παραινεί και/ή ενθαρρύνει τους συμπατριώτες του να ενεργήσουν με τρόπο ποταπό και/ή αναξιοπρεπή έναντι ατόμων που εγκλημάτησαν σε βάρος τους και σε βάρος της πατρίδας τους͘ ζ) παραινεί και/ή ενθαρρύνει τους συμπατριώτες του να ενεργήσουν με τρόπο που παραβλάπτει τα συμφέροντα της Κύπρου και των ελληνοκυπρίων͘ η) παζαρεύει με κλέφτες με γνώμονα τις υλικές αξίες͘ θ) ως δικηγόρος συμβουλεύει τους πελάτες του να ενεργούν με τρόπο που παραβλάπτει τα εθνικά συμφέροντα͘ ι) ως δικηγόρος συμβουλεύει, γενικότερα, τους πελάτες του με τρόπο επιπόλαιο͘ κ) δεν έχει ήθος ή αρχές και έχει ξεπουλήσει την αξιοπρέπεια του και γλείφει τους βιαστές της Κύπρου. Είναι, περαιτέρω, η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα (βλ. παρα. 11 της Ε/Α) ότι έναυσμα για τη συγγραφή του επίδικου δημοσιεύματος από τον Εναγόμενο 2 αποτέλεσε ένα άρθρο του Ενάγοντα που δημοσιεύθηκε στο Βήμα της Κυριακής. Σε εκείνο το άρθρο του, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι (βλ. την παρα. 11 της Ε/Α) «περιέγραψε τις προσπάθειες που κατέβαλε για να επανακτήσει πίνακες που ανήκαν στην οικογένειά του, μνήμες από το παρελθόν, την κάθε λογής απώλεια που του επέφερε η κατοχή, καθώς και τα σημερινά του συναισθήματα.» Επίσης, ότι στο ίδιο άρθρο ο Ενάγων εξήγησε ότι «οι πίνακες αυτοί παρέμειναν στο βόρειο τμήμα της Κύπρου μετά τα γεγονότα του 1974 και έχουν τεράστια συναισθηματική αξία για τον ενάγοντα και την οικογένειά του». Προχωρεί ο Ενάγων και αποκαλύπτει στην παρα. 12 της Ε/Α το περιεχόμενο του εν λόγω δικού του άρθρου. Πράττει τούτο, για να επισημάνει στη συνέχεια (βλ. παρα. 14 της Ε/Α) ότι το επίδικο δημοσίευμα συνιστά «διαστρέβλωση» του εν λόγω άρθρου του Ενάγοντα, υπό την έννοια ότι στο επίδικο δημοσίευμα ο Εναγόμενος 2 έκανε «λανθασμένη και παραπλανητική αναφορά σε αυτό και στον σκοπό για τον οποίο γράφτηκε».[1] Θιγμένος ο Ενάγων από την ισχυριζόμενη διαστρέβλωση του πιο πάνω άρθρου του στο πλαίσιο του επίδικου δημοσιεύματος, προχώρησε (όπως δικογραφείται στην παρα. 15 της Ε/Α) κατά ή περί την 26/9/2007, μέσω του τότε δικηγόρου του και απέστειλε με ιδιωτικό επιδότη επιστολή ημερ. 26/9/2007 στους εναγόμενους με την οποία οι εναγόμενοι κλήθηκαν να προβούν σε απολογία και ταυτόχρονα να υποβάλουν πρόταση για την αποζημίωση του Ενάγοντα. Από πλευράς τους, οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν απάντησαν στην εν λόγω επιστολή (δες τη δικογραφημένη στην παρα. 16 της Ε/Α θέση του Ενάγοντα). Στην Έκθεση Υπεράσπισης (στο εξής «η Ε/Υ») που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν αρνούνται το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 συνέγραψε το επίδικο δημοσίευμα αφότου διάβασε το άρθρο που ο Ενάγων είχε δημοσιεύσει στις 17/6/2007 (δηλ. δύο εβδομάδες προηγουμένως) στην εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής» (βλ. παρα. 11 της 'Εκθεσης Υπεράσπισης). Είναι επίσης, παραδεκτό, ότι η εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής» δεν εκδίδετο τότε στην Κύπρο, αλλά στην Ελλάδα. Αρνούνται όμως οι Εναγόμενοι ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Ειδικότερα (βλ. την παρα. 10 της Ε/Υ), οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι, μέσω της συνήθους και φυσικής σημασίας των λέξεων του επίδικου δημοσιεύματος, αποδίδεται το νόημα ως ισχυρίζεται ο Ενάγων στις προπαρατειθέμενες παρα. 9(α) έως (κ) της Ε/Α. Καλούν τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του καθώς και τυχόν ζημιάς προσωπικής ή/και επαγγελματικής, εφόσον οι ίδιοι αρνούνται ότι προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά από το επίδικο δημοσίευμα ή ότι απορρέει από αυτό οποιαδήποτε ζημιά. Δεν παραδέχονται οι Εναγόμενοι τους παρατιθέμενους στην παρα. 11 της Ε/Α ισχυρισμούς του Ενάγοντα σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο του δικού του άρθρου που δημοσιεύτηκε στο Βήμα της Κυριακής και λένε ότι «παραδέχονται μόνον όσους απορρέουν από το εν λόγω κείμενο ημερ. 17.6.2007». Περαιτέρω ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι ότι οι αναφερόμενοι στο άρθρο του Ενάγοντα ζωγραφικοί πίνακες «πέραν από την όποια συναισθηματική αξία έχουν και τεράστια οικονομική αξία». Στο βαθμό που οι έγγραφες προτάσεις του Ενάγοντα επιχειρούν να εισαγάγουν το αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας, οι Εναγόμενοι εισηγούνται πως θα πρέπει να αγνοηθούν από το Δικαστήριο καθότι δεν είναι ορθώς και/ή επαρκώς δικογραφημένες. Άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά της θέσης των Εναγομένων ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό, οι Εναγόμενοι εγείρουν - (α) την υπεράσπιση της αλήθειας (βλ. παρα. 15 της Ε/Υ), (β) την υπεράσπιση του εύλογου σχόλιου επί θέματος δημοσίου συμφέροντος, το οποίο έγινε καλόπιστα (βλ. παρα. 16 της Ε/Υ), (γ) ότι η δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος είναι υπό επιφύλαξη προνομιούχα, η οποία έγινε καλόπιστα (βλ. παρα. 17 της Ε/Υ). Για καθεμιά από τις ανωτέρω υπερασπίσεις δικογραφούνται σχετικές λεπτομέρειες, στις οποίες θα αναφερθώ σε μετέπειτα τμήμα της απόφασής μου. Στο δικόγραφο της Απάντησης που καταχώρησε ο Ενάγων, αρνείται κάθε ισχυρισμό της Ε/Υ που είναι αντίθετος και/ή δεν συνάδει με τους ισχυρισμούς της Ε/Α. Περαιτέρω, ο Ενάγων ζητεί την απόρριψη της υπεράσπισης του εύλογου σχόλιου επί θέματος δημοσίου συμφέροντος και της υπεράσπισης της υπό επιφύλαξη προνομιούχας δημοσίευσης αφού η δημοσίευση δεν έγινε καλή τη πίστει. Σε ό,τι ειδικότερα αφορά την υπεράσπιση του εύλογου σχόλιου, ο Ενάγων αναφέρει ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν καταπιάστηκε με θέμα δημοσίου συμφέροντος και δεν συνίσταται σε ισχυρισμούς γνώμης, αλλά σε ισχυρισμούς γεγονότων και βαρύτατων χαρακτηρισμών κατά του προσώπου του ενάγοντα. Σε ό,τι δε αφορά την υπό επιφύλαξη προνομιούχα δημοσίευση, ο Ενάγων αναφέρει ότι στην Ε/Υ δεν υποδεικνύεται σε ποια από τις περιπτώσεις που αναγνωρίζει ο Νόμος εμπίπτει το επίδικο δημοσίευμα. Β. Η ΠΡΟΣΦΕΡΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεσή του ο Ενάγων έδωσε δια ζώσης μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου (στο εξής «ο ΜΕ1»). Επιπλέον, παρουσίασε ως μάρτυρα την κα Ευτυχία Ζαχαρίου, υπάλληλο του Τμήματος Αρχαιοτήτων (στο εξής «η ΜΕ2»). Η παρουσίαση της μαρτυρίας της κας Ζαχαρίου κρίθηκε σκόπιμη από το συνήγορο του Ενάγοντος ευθύς μετά την αντεξέταση του Ενάγοντος από το συνήγορο Υπεράσπισης. Και τούτο καθ' ότι υποβλήθηκε στον Ενάγοντα ότι ήταν «αμφιλεγόμενες» οι πράξεις του όπως ο ίδιος τις περιέγραψε στο άρθρο του στο Βήμα της Κυριακής και πως γι' αυτό το λόγο ο ίδιος επέλεξε να το δημοσιεύσει στην Ελλάδα και όχι στην Κύπρο. Όπως εξήγησε ο κ. Κυπριανού, σκοπός της προσκόμισης της μαρτυρίας της κας Ζαχαρίου ήταν να δείξει η πλευρά του Ενάγοντος στο Δικαστήριο ότι οι ενέργειες για τις οποίες έχει δεχθεί αυτήν την επίθεση ο Ενάγων, είναι ενέργειες στις οποίες προβαίνει και το ίδιο το Κράτος, το επίσημο Κράτος, μέσω των επίσημων φορέων και οργάνων του, για να επανακτηθούν από την Ελληνοκυπριακή πλευρά, αντικείμενα τα οποία αφέθηκαν το 1974 στις κατεχόμενες από τον Τουρκικό Στρατό περιοχές της Κύπρου. Αφότου έκλεισε την υπόθεσή του ο Ενάγων στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας, δόθηκε ακολούθως για την Υπεράσπιση διά ζώσης μαρτυρία από τον Εναγόμενο 2, Χρίστο Αρβανίτη. Δεν δόθηκε περαιτέρω μαρτυρία εκ μέρους της Εναγομένης 1, εταιρείας «Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ.». Στο σύνολό της η δοθείσα προφορική μαρτυρία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και τα τεκμήρια με τα οποία αυτή συνοδεύτηκε βρίσκονται καταχωρημένα στο φάκελο του Δικαστηρίου. Επιλέγω να προβώ σε τμηματική παράθεση της δοθείσας μαρτυρίας, όχι μόνον λόγω του όγκου της, αλλά και για ευχερέστερη αντιμετώπιση των προς εκδίκαση ζητημάτων, αφού ορισμένη μαρτυρία δεν είναι δυνατόν να υπεισέλθει στη σκέψη του Δικαστηρίου στο στάδιο που αυτό εξετάζει το πρώτο ζήτημα, δηλαδή του κατά πόσον το επίδικο δημοσίευμα είναι ή δεν είναι δυσφημιστικό, παρά μόνον όταν θα εξετάζει, ως δεύτερο ζήτημα, την εφαρμογή τυχόν υπερασπίσεων. Θα εξειδικεύσω σε ποια μαρτυρία αναφέρομαι στη συνέχεια. Β.1 Η μαρτυρία του Ενάγοντος (ΜΕ1) Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο Ενάγων υιοθέτησε και ανέγνωσε τη γραπτή του δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, εγκαταλείποντας ορισμένες μόνο εκ των παραγράφων ή προτάσεων αυτής για τις οποίες υπήρξε ένσταση από πλευράς του συνηγόρου των Εναγομένων, τις οποίες επισημαίνω πιο κάτω. Αριθμός επιμέρους τεκμηρίων στα οποία γίνεται αναφορά στη γραπτή δήλωση, αριθμήθηκαν (α) έως (θ) υπό το Τεκμήριο 2. Παραθέτω το κείμενο της γραπτής δήλωσης όπως διαμορφώθηκε: 1. «Είμαι ο Κωνσταντής Καντούνας, ενάγοντας στην παρούσα αγωγή. Κατάγομαι από την Αμμόχωστο και είμαι ηλικίας 47 ετών. Σπούδασα νομικά στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου, (Queen Mary and Westfield College), του Ηνωμένου Βασιλείου. Επέστρεψα στην Κύπρο το 1992. Αφού παρακάθισα με επιτυχία στις σχετικές εξετάσεις του Νομικού Συμβουλίου ενεγράφηκα στο μητρώο δικηγόρων της Κύπρου το 1994 και έκτοτε ασκώ ανελλιπώς το επάγγελμα του δικηγόρου. Από το έτος 2001 διατηρώ δικό μου δικηγορικό γραφείο στη Λευκωσία. 2. Θεωρώ τον εαυτό μου γνωστό στο νομικό κόσμο της Κύπρου. Αυτό, λόγω της πολυετούς άσκησης του επαγγέλματος μου αλλά και λόγω του ότι είχα την ευκαιρία να χειριστώ υποθέσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας, όπως την υπόθεση Όραμς. Στην υπόθεση αυτή εκπροσώπησα ελληνοκύπριο ιδιοκτήτη ακίνητης περιουσίας στα κατεχόμενα κατά ζεύγος άγγλων υπηκόων οι οποίοι, ως ήταν η θέση μας στην εν λόγω υπόθεση, την αγόρασαν και την νέμονταν παράνομα. Η υπόθεση αυτή αρχικά εκδικάστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και στη συνέχεια, αφού ήχθη για σκοπούς εκτέλεσης στο High Court of Justice του Ηνωμένου Βασιλείου παραπέμφθηκε για γνωμοδότηση στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στην συνέχεια στο Βρετανικό Εφετείο (Court of Appeal). Εν τέλει απεφασίσθη, ανάμεσα σε άλλα, ότι είναι δυνατή η εκτέλεση, στο Ηνωμένο Βασίλειο, απόφασης που εκδίδεται σε Κυπριακό Δικαστήριο σε σχέση με περιουσία στα κατεχόμενα. Πιστεύω ότι η τελική απόφαση στην υπόθεση αυτή είχε σοβαρές νομικές αλλά και πολιτικές προεκτάσεις. Μετά την έκδοση της απόφασης το Υπουργείο Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου εξέδωσε προειδοποίηση προς τους Βρετανούς υπηκόους σε σχέση με τους κινδύνους αγοράς ακίνητης περιουσίας στα κατεχόμενα. Τους εναγόμενους στην υπόθεση αυτή εκπροσώπησε στο Βρετανικό Δικαστήριο, ανάμεσα σε άλλους και η Cherie Blair QC, σύζυγος του τότε πρωθυπουργού της Αγγλίας. Το γεγονός αυτό είχε προκαλέσει την αντίδραση του τότε προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο (α) δέσμη με δημοσιεύματα που αφορούσαν την εν λόγω υπόθεση και που δείχνουν τη σημασία της αλλά και την έκταση της δημοσιότητας που έλαβε. 3. Πέραν από τους νομικούς κύκλους θεωρώ τον εαυτό μου γνωστό και στην ευρύτερη κοινωνία της Κύπρου λόγω της έντονης κατά τη γνώμη μου δραστηριότητας που ανέπτυξα εδώ και πολλά χρόνια σε διάφορα πολιτικά, κοινωνικά και πολιτιστικά θέματα. Αναφέρω ενδεικτικά τα ακόλουθα: Α) Ομάδα Δράσης Κυπρίων Φοιτητών[2] Το 1987 ίδρυσα την Ομάδα Δράσης Κυπρίων Φοιτητών. Σκοπός ήταν η επιμόρφωση των Κυπρίων Φοιτητών ούτως ώστε να είναι σε θέση να κάνουν διαφώτιση για το πρόβλημα της Κύπρου στις χώρες σπουδών τους. Ήταν μία ομάδα μακριά από κάθε κομματικό σχεδιασμό όπου συμμετείχαν φοιτητές από όλους ανεξαιρέτως τους χώρους. Διοργανώσαμε πάρα πολλά σεμινάρια, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, με σωρεία θεμάτων: από τις μεταβολές των Τουρκικών θέσεων με την πάροδο των χρόνων, μέχρι ανάλυση της κατάστασης στα κατεχόμενα ή ακόμη και το Κυπριακό σε σχέση με τα Αραβικά κράτη και την αραβο-ισραηλινή διένεξη. Συνεργαστήκαμε με τις δύο μεγάλες τράπεζες[3] της Κύπρου ως επίσης και την Κυπριακή Δημοκρατία, και άτομα όπως τον κ. Μιχαλάκη Τριανταφυλλίδη (Γενικό Εισαγγελέα), τον κ. Μιχάλη Ατταλίδη (πρέσβη), τον κ. Βάνια Μαρκίδη (Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Εξωτερικών), την κα Ελεωνόρα Γαβριηλίδου (Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών), τον κ. Χριστάκη Κατσαμπά (Αρχισυντάκτη Φιλελευθέρου) την κα Αικατερίνη Μπούρα[4] (διπλωμάτη της Ελληνικής Δημοκρατίας), τον κ. Νίκο Αναστασιάδη, τον κ. Περδίκη (πριν να ιδρυθεί το κίνημα των Οικολόγων), τον κ. Ιάκωβο Τενεδιό (Τουρκολόγο) και πάμπολλους άλλους. Οργανώσαμε διαδηλώσεις έξω από Τουρκικές πρεσβείες στο εξωτερικό, ερωτηματολόγια για το Κυπριακό σε πάρα πολλές χιλιάδες κ.α. Τόσον η Ο.Δ.Κ.Φ. όσο και εγώ προσωπικά έτυχα μεγάλης προβολής από πολλές εφημερίδες αλλά κυρίως από τον Φιλελεύθερο. Β) Cyprus Action Group.[5] Όταν έγινε η εισβολή στο Κουβέιτ, ο Ελλαδίτης κ. Κώστας Καρράς, ίδρυσε στο Λονδίνο το Cyprus Action Group, όπου είμαστε μια ομάδα 6 ατόμων που στόχο είχε να φέρει στην προσοχή των Άγγλων πολιτικών τις ομοιότητες μεταξύ της εισβολής της Τουρκίας στην Κύπρο και της εισβολής του Ιράκ στο Κουβέιτ. Γ) Information Centre Λίγους μήνες μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, και συγκεκριμένα αρχές του 2004, άνοιξα στη Λευκωσία, σε ιδιόκτητο κατάστημα στην οδό Ονασαγόρρυ, Κέντρο παροχής πληροφοριών σε Τουρκοκύπριους. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο (β) επιστολή την οποία απέστειλα σε διάφορα Κυβερνητικά Τμήματα για να πετύχω τον καλύτερο δυνατόν συντονισμό, ως επίσης και τις απαντήσεις τις οποίες έλαβα, όπου αφενός το κράτος με συνέχαιρε και αφετέρου μου προσέφερε την ζητούμενη βοήθεια. Για την λειτουργία του Κέντρου προσελήφθη Τουρκοκύπριος για να μπορεί να συνεννοείται με τους Τουρκοκύπριους που απευθύνονταν για βοήθεια. Τόσο τον μισθό του ατόμου αυτού, όσο και όλα τα υπόλοιπα έξοδα λειτουργίας του Κέντρου τα κάλυπτα προσωπικά. Δ) Ριζοκάρπασο Μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων ανέπτυξα στενές σχέσεις με την κοινότητα των εγκλωβισμένων στην Καρπασία. 1. Σαν πρώτο βήμα επικοινώνησα με εκδοτικούς οίκους στην Ελλάδα οι οποίοι απέστειλαν βιβλία για εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης του σχολείου του Ριζοκαρπάσου. Τα έξοδα μεταφοράς των βιβλίων από την Ελλάδα στην Κύπρο τα κάλυπτα προσωπικά. 2. Στη συνέχεια, λόγω του ότι δεν υπήρχε φρέσκο γάλα στο Ριζοκάρπασο, ήρθα σε συνεννόηση με τις γαλακτοβιομηχανίες Κρίστη και Χαραλαμπίδη[6] και κάθε πρωί αφήνονταν σε συγκεκριμένα περίπτερα ποσότητες γάλακτος, τις οποίες περισυνέλεγαν και μετέφεραν στο Ριζοκάρπασο οι δάσκαλοι ή οι καθηγητές του σχολείου του Ριζοκαρπάσου και διένειμαν στις εγκλωβισμένες οικογένειες. 3. Μετά από δικές μου ενέργειες και έξοδα[7] στήθηκε στο Ριζοκάρπασο μικρό γυμναστήριο για τις ανάγκες των νέων του χωριού. 4. Για ενάμιση χρόνο και μέχρι τη σύλληψη μου από τα Τουρκικά στρατεύματα, κάθε δεύτερο Σάββατο μετέφερα στο Ριζοκάρπασο με το δικό μου αυτοκίνητο ένα Ελληνοκύπριο καλλιτέχνη/εικαστικό και οργανώναμε εργαστήρια ζωγραφικής για τα παιδιά του Δημοτικού σχολείου. Ε) Ξένους στα κατεχόμενα Από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003, ουκ εστίν αριθμός των ξένων πολιτικών και δημοσιογράφων τους οποίους εγώ μετέφερα στα κατεχόμενα, περιήγησα τα κατεστραμμένα μνημεία μας, την περιφραγμένη πόλη της Αμμοχώστου, ως επίσης και διευθέτησα να γνωρίσουν και να συνομιλήσουν με εγκλωβισμένους στο Ριζοκάρπασο. Από το 2003[8] και μετά το ΓΤΠ συνεχώς μού αποστέλλει τους ξένους δημοσιογράφους που επισκέπτονται την Κύπρο. Έχω εμφανιστεί και μιλήσει για το πρόβλημα της Κύπρου σε προγράμματα, μεταξύ άλλων, της Αγγλικής, Γαλλικής, Γερμανικής, Τουρκικής και Αυστραλέζικης τηλεόρασης. ΣΤ) Χώρο για έκθεση ζωγραφικής[9] Με την σύζυγο μου ήμασταν ιδιοκτήτες ενός συμπλέγματος 3 διατηρητέων οικοδομών στην παλιά Λευκωσία, το οποίο έχουμε δύο φορές παραχωρήσει δωρεάν για την διοργάνωση εκθέσεων ζωγραφικής. 4. Έχω επίσης συγγράψει το βιβλίο 'Της Καλής Εμπορίας' το οποίο εκδόθηκε από τον Ελλαδικό εκδοτικό οίκο Ίστός' το 1999. Το βιβλίο αυτό έτυχε θετικών κριτικών από γνωστούς δημοσιογράφους τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα. Σχετικά με τις κριτικές που δέχθηκε το βιβλίο μου καταθέτω ως Τεκμήριο (γ) σχετικό έγγραφο του Εκδοτικού Οίκου Ιστός.' Παρουσιάζω επίσης ως Τεκμήριο (δ) συνέντευξη μου σε σχέση με τη συγγραφή του βιβλίου αυτού που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ό Φιλελεύθερος' την 1/8/99.[10] 5. Την 17/6/07 δημοσιεύθηκε στην ελλαδική εφημερίδα «Βήμα της Κυριακής» άρθρο μου με τίτλο «Τώρα αυτά είναι δικά μας». Παρουσιάζω ως Τεκμήριο (ε) το δημοσίευμα αυτό.[11] Στο άρθρο εξιστορώ μια προσωπική και οικογενειακή εμπειρία που αφορά την επανάκτηση από τα κατεχόμενα δύο έργων ζωγραφικής[12] του Γ. Πολ. Γεωργίου που ανήκαν στη μητέρα μου και που είχαν αφεθεί στα κατεχόμενα μετά τα τραγικά γεγονότα του 1974. Προσπαθώ στο άρθρο μου να περιγράψω την τεράστια συναισθηματική αξία που οι πίνακες αυτοί είχαν για την οικογένεια μου. Αφορμή για τη συγγραφή του άρθρου αποτέλεσε έκθεση του αναφερόμενου ζωγράφου που λάμβανε χώρα κατά το χρόνο εκείνο στην Αθήνα. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο (στ) σχετικό ένθετο που αναφέρεται στη διεξαγωγή της εν λόγω έκθεσης. Σημειώνω ως προς τούτο και κείμενο της εφημερίδας σε σχέση με τον ζωγράφο αυτό που δημοσιεύτηκε στην ίδια σελίδα με τη δική μου επιστολή. Μετά δε την παράθεση της δικής μου επιστολής η εφημερίδα κλείνει το θέμα με το εξής: «Γεώργιος Πολ. Γεωργίου - Ζωγραφική», στο Σπίτι της Κύπρου, Ηρακλείτου 10, Κολωνάκι, ... Ως τις 22 Ιουνίου». 6. Την 1/7/07 η εναγόμενη 1 δημοσίευσε στη σελίδα 19 άρθρο που συνέγραψε ο εναγόμενος 2 με τίτλο «Ιδιοκτησία - Αξιοπρέπεια, ένα - μηδέν.» Το άρθρο αυτό αναφέρετο στο πρόσωπο μου και σχολίαζε την προαναφερόμενη επιστολή μου που είχε δημοσιεύσει το «Βήμα της Κυριακής» την 17/6/07. Παρουσιάζω το δημοσίευμα αυτό (που είναι και το επίδικο) ως Τεκμήριο (ζ).[13] 7. Το άρθρο αυτό με λύπησε και με αναστάτωσε σε μεγάλο βαθμό αφού είναι γεμάτο βαρύτατους χαρακτηρισμούς και προσωπικές επιθέσεις.[14] 8. Πέραν από λύπη και αναστάτωση ένιωσα και βαθύτατα αδικημένος από το επίδικο δημοσίευμα. Ουδέποτε στο παρελθόν υπήρξα στόχος παρόμοιας υπόθεσης παρά την πολυετή ενασχόληση μου με τα κοινά. Ούτε και εγώ προέβηκα ποτέ σε προσωπική επίθεση εναντίον οποιουδήποτε. Πάντοτε προσπαθούσα και προσπαθώ για το καλύτερο για τον τόπο μας. Ουδέποτε έπραξα οτιδήποτε που θα μπορούσε να παραβλάψει τα συμφέροντα του τόπου μας και ούτε βεβαίως διανοήθηκα ποτέ να παραινέσω ή να συμβουλεύσω οποιοδήποτε συμπατριώτη μου να πράξει κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, θεωρώ ότι όλες μου οι προσπάθειες ήταν πάντοτε να προβάλλω την αδικία που υφίσταται ο τόπος μας από την Τουρκική εισβολή και κατοχή και να προβάλλω στο βαθμό των δικών μου δυνατοτήτων το δίκαιο της εθνικής μας υπόθεσης. Σημειώνω ότι οι εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης τους παραδέχονται το γεγονός ότι αρθρογραφώ συχνά στον Φιλελεύθερο οπόταν δεν θα επεκταθώ περαιτέρω επί τούτου. Απλά να αναφέρω ότι αρθρογραφώ από το 1993, δηλαδή για χρονική περίοδο 20 ετών. Τα πιο κάτω θα ήθελα όμως να τα φέρω εις γνώση του σεβαστού Δικαστηρίου: Α) Kατά το 2004 συνέγραψα και υπέβαλα στην Επιτροπή Διεθνών Σχέσεων του • Βρετανικού Κοινοβουλίου (House of Commons Foreign Affair Committee) πολυσέλιδο έγγραφο σε σχέση με το εθνικό μας θέμα. Υπέβαλα το έγγραφο αυτό στα πλαίσια έκθεσης που θα εξέδιδε για το θέμα αυτό η εν λόγω επιτροπή. Στο έγγραφο αυτό πρόβαλα τη θέση ότι συνιστά υπεραπλούστευση ο ισχυρισμός ότι για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος που διεξήχθη το 2004 σε σχέση με το σχέδιο Ανάν ευθύνετο η δική μας πολιτική ηγεσία. Αντιθέτως, πρόβαλα στο εν λόγω έγγραφο τη θέση ότι ήταν τα ακόλουθα που συνέβαλαν στο αποτέλεσμα:
  2. i)Συγκεκριμένες εμπρηστικές δηλώσεις που είχαν γίνει κατά τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2004 από τον τότε κατοχικό ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς.
  3. ii)Οι αλλαγές που είχαν γίνει στο σχέδιο Ανάν ιδίως σε σχέση με το περιουσιακό και το θέμα της ασφάλειας καθώς επίσης και η όλη συμπεριφορά του Ντε Σότο και της ομάδας του αλλά και των Ηνωμένων Εθνών γενικότερα τους μήνες που προηγήθηκαν του δημοψηφίσματος. iii) Άλλα συγκεκριμένα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τις δέκα μέρες που προηγήθηκαν του δημοψηφίσματος. Εδώ έκανα, αναφορά στην κάθοδο των Γκρίζων Λύκων στην Κύπρο καθώς και σε διάφορα συμβάντα στα κατεχόμενα όπως επιθέσεις κατά προσώπων και ζημιές σε περιουσίες. Σημείωσα επίσης το γεγονός των συχνών παραβιάσεων τις ημέρες εκείνες του εναέριου χώρου της Κύπρου από τουρκικά αεροπλάνα. Το έγγραφο μου δημοσιεύθηκε στην έκθεση που τελικά εκδόθηκε την οποία και παρουσιάζω ως Τεκμήριο (η).[15] Το δικό μου έγγραφο δημοσιεύθηκε αυτούσιο στη σελίδα 225 της εν λόγω έκθεσης. Β) Η απόφαση στην υπόθεση Όραμς που χειρίστηκα επίσης πιστεύω ότι συνέβαλε θετικά στην εθνική μας υπόθεση. Ως τέτοια είχε δε ιδωθεί από τον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο της Κύπρου αλλά και από το ευρύτερο κοινό. Γ) Επαναλαμβάνω και τα όσα ανέφερα στην παράγραφο 3 πιο πάνω. Θεωρώ ότι η επίθεση που δέχθηκα με το επίδικο δημοσίευμα των εναγόμενων ήταν εντελώς απρόκλητη αλλά και αβασάνιστη. Η δική μου επιστολή στο 'Βήμα της Κυριακής' απλά εξιστορούσε μια προσωπική εμπειρία και ταυτόχρονα εμμέσως τουλάχιστο εκθείαζε και πρόβαλλε το έργο του συγκεκριμένου ζωγράφου. Δημοσιεύθηκε δε στα πλαίσια έκθεσης του αναφερόμενου ζωγράφου. Στην επιστολή μου αυτή δεν προβάλλω πολιτικές απόψεις και δεν εκφέρω γνώμη επί οποιουδήποτε θέματος. Την απέστειλα δε σε εφημερίδα που εκδίδεται εκτός Κύπρου. Εν πάση περιπτώσει η επιστολή μου ουδόλως αναφέρεται στην εναγόμενη 1 ή στον εναγόμενο. Ο εναγόμενος 2 πριν δημοσιεύσει το επίδικο δημοσίευμα δεν ήρθε σε επαφή μαζί μου και προκύπτει από τα γραφόμενα του ότι δεν γνωρίζει ιδιαίτερα πράγματα ούτε για το χαρακτήρα μου ούτε για τις πολιτικές μου θέσεις. 10. [.][16] 11. [.][17] 12.Προσπάθησα να αποφύγω την παρούσα δικαστική διαδικασία και ως εκ τούτου μέσω του τότε δικηγόρου μου Γιώργου Κολοκασίδη απέστειλα επιστολή ημερομηνίας 26/9/2007 ζητώντας από τους εναγόμενους απολογία και πρόταση αποζημίωσης . Δεν έλαβα όμως οποιαδήποτε απάντηση. Παρουσιάζω την επιστολή αυτή ως Τεκμήριο (θ).». Ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέταση του ΜΕ1 στη βάση της πιο πάνω γραπτής δήλωσης. Προτού αρχίσει η αντεξέταση του ΜΕ1, ο συνήγορος των Εναγομένων αποδέχθηκε όπως κατατεθεί από κοινού στο Δικαστήριο ως τεκμήριο το ιδιόχειρο σημείωμα του Διευθύνοντα Συμβούλου της εναγομένης 1 και εκδότη της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος», κου Νίκου Παττίχη, το οποίο ιδιόχειρο σημείωμα είχε στην κατοχή του ο Ενάγων, παρά το ότι η ύπαρξη του δεν είχε δικογραφηθεί. Το συγκεκριμένο έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο (ι). Πρόκειται για (ευχετήρια) κάρτα που απέστειλε ο κ. Νίκος Παττίχης προς την σύζυγο, τότε, του κ. Καντούνα, τώρα εκλιπούσα, Νίκη Μαραγκού, στην οποία κάρτα σημειώνετο ως υστερόγραφο το εξής: «Υ.Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΗ, ΕΥΓΕ ΓΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΛ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ.». Ακολούθως, ο Ενάγων υποβλήθηκε σε διεξοδική αντεξέτασή επί του περιεχομένου της γραπτής του δήλωσης καθώς και επί του περιεχομένου του δικού του άρθρου στο «Βήμα της Κυριακής» που αποτέλεσε το έναυσμα για τη συγγραφή του επίδικου δημοσιεύματος. Δεν θα υπεισέλθω τώρα στην ουσία της μαρτυρίας που έδωσε ο Ενάγων κατά την αντεξέτασή του, αφού κρίνω ότι αυτή δεν δύναται να υπεισέλθει στη σκέψη του Δικαστηρίου όταν, σε πρώτο στάδιο, θα αποφασίζει κατά πόσον το επίδικο δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό. Απεναντίας, η μαρτυρία που έδωσε αντεξεταζόμενος ο Ενάγων παρουσιάζει ενδιαφέρον για σκοπούς αξιολόγησης της εφαρμογής των δικογραφηθέντων υπερασπίσεων, με τις οποίες θα ασχοληθώ αργότερα. Σε ό,τι αφορά το άρθρο του Ενάγοντος που πυροδότησε τη συγγραφή του επίδικου δημοσιεύματος, σημειώνω ότι, αντίγραφο αυτού, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «το Βήμα της Κυριακής», κατατέθηκε από τον Ενάγοντα στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του ως Τεκμήριο (ε) υπό το Έγγραφο Α. Το εν λόγω τεκμήριο κατατέθηκε χωρίς ένσταση από πλευράς Εναγομένων και σε αυτό θα αναφέρομαι στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης. Ως εκ τούτου, η άρνηση που δικογραφήθηκε στην παρα. 12 της Ε/Υ, όσον αφορά ανακρίβεια στο περιεχόμενο του άρθρου όπως εκείνο παρατέθηκε στην παρα. 12 της Ε/Α, δεν διατηρεί οποιαδήποτε σημασία. Σημειώνω ότι στην εισαγωγή της τελικής του αγόρευσης, ο συνήγορος των Εναγομένων εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι: «Κατά τη γνώμη μας, το μόνο που έχει να κάνει το Σεβαστό Δικαστήριο είναι να αντιπαραβάλει το Τεκμήριο 2 (ζ) με το Τεκμήριο 2 (ε) και να αποφασίσει αν το πρώτο ήταν επιτρεπτός σχολιασμός του δεύτερου. Στην πραγματικότητα, τίποτε περισσότερο δεν απαιτείται από το Σεβαστό Δικαστήριο - εκτός ίσως από κάποια βοήθεια επί των πραγματικών γεγονότων την οποία θα αντλήσει από τη δοθείσα μαρτυρία παρόλο που, κατά τη γνώμη μας, τα ουσιώδη γεγονότα προκύπτουν εξ ολοκλήρου από το άρθρο του Ενάγοντα.» Από την άλλη, ο συνήγορος του Ενάγοντος εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι το άρθρο του Ενάγοντος ως το Τεκμήριο (ε) υπό το Έγγραφο Α δεν θα πρέπει να υπεισέλθει στη σκέψη του Δικαστηρίου ή/και να επιδράσει στη διαμόρφωση της κρίσης του αναφορικά με το ζήτημα κατά πόσον το επίδικο δημοσίευμα των Εναγομένων έχει ή δεν έχει δυσφημιστικό περιεχόμενο. Μόνο εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι το επίδικο δημοσίευμα των Εναγομένων είναι δυσφημιστικού περιεχομένου, δύναται το Δικαστήριο να αξιολογήσει αν συντρέχει οποιαδήποτε από τις υπερασπίσεις που έχουν δικογραφήσει οι Εναγόμενοι και είναι στο πλαίσιο εξέτασης των υπερασπίσεων και μόνο που δύναται το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε εξέταση του περιεχομένου του άρθρου του Ενάγοντος και να το συγκρίνει με το επίδικο δημοσίευμα. Ο συνήγορος του Ενάγοντος απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο ζήτημα αυτού του διαδικαστικού χειρισμού, με το σκεπτικό ότι είναι λογικό να υποθέσει κανείς (to be assumed) στην παρούσα υπόθεση, ότι όχι όσοι διάβασαν το επίδικο δημοσίευμα είχαν την ευκαιρία να διαβάσουν το αρχικό άρθρο του Ενάγοντος. Κατόπιν σχετικού ερωτήματος του Δικαστηρίου προς τον κ. Τριλλίδη εάν συμφωνεί με αυτή την προσέγγιση, ο ίδιος δεν διαφώνησε. Είμαι ικανοποιημένη ότι η διεργασία όπως την έχει περιγράψει ο κ. Κυπριανού, και με την οποία συμφωνεί ο κ. Τριλλίδης, είναι η πρέπουσα. Έχω αντλήσει καθοδήγηση από το Σύγγραμμα του Π. Γ. Πολυβίου «Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης», Εκδόσεις Χρυσαφίνης & Πολυβίου, Λευκωσία 2013, σελ. 223, όπου γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Telnikoff v Matusevitch (βλ. τελευταία την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Telnikoff v Matusevitch [1991] 4 ALL ER 817). Σε εκείνη την υπόθεση, ο Ενάγων που ήταν Ρώσσος μετανάστης εργοδοτούμενος του BBC' Russian Service έγραψε ένα άρθρο σε καθημερινής κυκλοφορίας εφημερίδα για τη σημασία της διάκρισης μεταξύ της Ρωσσίας και του κομμουνισμού. Στο πλαίσιο του άρθρου αυτού ο Ενάγων άσκησε κριτική κατά της πρακτικής του BBC' Russian Service να εργοδοτεί πάρα πολλούς υπαλλήλους που προέρχονταν από εθνικές μειονότητες της Σοβιετικής Ένωσης αντί να είναι άτομα που να συνδέονταν εθνοτικά, πνευματικά ή θεολογικά με τον λαό της Ρωσσίας (people who associate themselves ethnically, spiritually or religiously with the Russian people). Ο Εναγόμενος, ο οποίος ήταν επίσης Ρώσσος μετανάστης, ένιωσε την πρόκληση να απαντήσει στο άρθρο του Ενάγοντος και έγραψε επιστολή, η οποία δημοσιεύθηκε στην ίδια εφημερίδα και παραπονέθηκε ότι το άρθρο του Ενάγοντος ήταν ρατσιστικό, αντισημιτικό και συνιστούσε εισήγηση προς το BBC' Russian Service να προβαίνει στη διενέργεια ανάλυσης αίματος αντί επαγγελματικής εξέτασης. Το ερώτημα που τέθηκε ήταν κατά πόσον το Δικαστήριο θα έπρεπε να αναγνώσει την επίδικη επιστολή μεμονωμένα ή σε συνάρτηση με το αρχικό άρθρο. Εκεί ο Ενάγων δεν είχε εγείρει την υπεράσπιση της αλήθειας, παρά μόνο την υπεράσπιση του έντιμου σχόλιου επί θέματος δημοσίου συμφέροντος. Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων έκρινε ότι η επίδικη επιστολή του Εναγομένου θα έπρεπε να εξεταστεί από το Δικαστήριο μεμονωμένα και όχι σε συνδυασμό με το αρχικό άρθρο του Ενάγοντα, διότι υπήρχαν πολλοί αναγνώστες που θα είχαν διαβάσει μόνο τη μεταγενέστερη επιστολή χωρίς να έχουν διαβάσει το αρχικό άρθρο. Σχετική η ακόλουθη σύνοψη της κατά πλειοψηφία απόφασης της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων: "Where a letter published in a newspaper in response to an article was alleged to be libelous, the court, in deciding whether the words complained of were capable of being understood as defamatory statements of fact rather than comment on which a defence of fair comment could be sustained, had to consider the letter on its own and it was not permissible to have regard to the whole terms of the article as well as those parts of the article quoted in the letter since it was likely that the readers of the letter included a substantial number of persons who had not read the article or if they had done so, did not have its terms fully in mind. There was nothing undesirable in the fact that the jury would not be allowed to consider the terms of the article in deciding whether or not the letter contained only comment but would be allowed to refer to the article in deciding whether any comment was fair, since the jury would simply be directed in deciding the first question to consider the effect of the letter on the mind of a person who had not read the article.". Στην παρούσα υπόθεση, τα πιο πάνω αποκτούν ιδιαίτερη σημασία λόγω του γεγονότος ότι σε άλλη εφημερίδα δημοσιεύθηκε το επίδικο δημοσίευμα και σε άλλη το αρχικό άρθρο του Ενάγοντος. Πέραν αυτού, οι δύο εφημερίδες εκδίδονταν σε διαφορετική εδαφική επικράτεια. Η μια στην Ελλάδα και η άλλη στην Κύπρο. Άρα, το αναγνωστικό κοινό είναι λογικό να θεωρηθεί ότι δεν ήταν το ίδιο. Υπήρξε, σημειωτέον, σθεναρή αντεξέταση του Ενάγοντος από το συνήγορο του Εναγομένου αναφορικά με την προσβασιμότητα του Κυπριακού αναγνωστικού κοινού στο άρθρο του Ενάγοντος όπως δημοσιεύθηκε στην Ελλάδα. Υποβλήθηκε στον Ενάγοντα η θέση ότι ήταν αδύνατο να είχε την εντύπωση ότι θα δημοσίευε κάτι στο Βήμα της Κυριακής και ότι το άρθρο του θα περνούσε απαρατήρητο, όταν τότε, το 2007, η εφημερίδα ήταν στα forte[18] της και πωλούσε πάρα πολλά φύλλα (κατά την έκφρασή του, «δεν ήταν κάποιο περιθωριακό ή εξειδικευμένο έντυπο», αντί τούτου «ήταν ίσως η πιο έγκυρη, πιο δημοφιλής Κυριακάτικη εφημερίδα στην Ελλάδα»), και όταν τότε, το 2007, άρχισε να κυκλοφορεί και στο διαδίκτυο, πράγμα που την έκαμνε προσβάσιμη και από την Κύπρο. Είναι σημαντικό κατά την κρίση μου, το γεγονός ότι, όπως ανέδειξε με τη μαρτυρία του ο Ενάγων, το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθυνόταν το άρθρο του ήταν εκείνο που ενδιαφέρεται για τα πολιτιστικά δρώμενα στην Ελλάδα. Απεναντίας, το επίδικο δημοσίευμα δημοσιεύθηκε σε στήλη που δεν αφορούσε στα πολιτιστικά δρώμενα της Κύπρου ή της Ελλάδας. Δεν θεωρώ αναγκαίο να καταλήξω σε εύρημα αν ευσταθεί η θέση του Ενάγοντος, όπως τη διατύπωσε κατά την αντεξέτασή του ότι, ακόμη και αν υπήρχε πρόσβαση από την Κύπρο, μέσω διαδικτύου, στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας το Βήμα της Κυριακής, το αναγνωστικό κοινό «το οποίο διαβάζει τα πολιτιστικά του Αθηναϊκού Βήματος στη Κύπρο» δεν υπερβαίνει, κατά την έκφραση του Ενάγοντος, τους «15 γραμματιζούμενους Κυπραίους», οι οποίοι ενδεχομένως να το διάβασαν αφότου έψαξαν για να το βρουν. Είναι λογικό να υποτεθεί (to be assumed) ότι, όπως ο Εναγόμενος 2 κατά τη δική του αντεξέταση αναγνώρισε, δεν είναι όλοι όσοι διάβασαν το επίδικο δημοσίευμα που είχαν διαβάσει προηγουμένως το άρθρο του Ενάγοντος ή/και που συγκρατούσαν στη μνήμη τους το περιεχόμενο του άρθρου του Ενάγοντος. Εν πάση περιπτώσει, όπως το έθεσε ο Lord Keith of Kinkel στην υπόθεση Telnikoff v Matusevitch, ανωτέρω, «The matter cannot turn on the likelihood or otherwise of readers of the letter having read the article.". Δηλαδή το κατά πόσον το επίδικο δημοσίευμα είναι ή δεν είναι δυσφημιστικό δεν μπορεί να κριθεί στη βάση της πιθανότητας ή μη αναγνώστες του επίδικου δημοσιεύματος να είχαν διαβάσει το άρθρο που πυροδότησε τη συγγραφή του επίδικου δημοσιεύματος. Γι' αυτό το λόγο και δεν θα παραθέσω σε αυτό το σημείο της απόφασής μου το περιεχόμενο του άρθρου του Ενάγοντος παρά μόνον αργότερα, αφότου διατυπώσω την κρίση μου σε ό,τι αφορά το δυσφημιστικό ή μη του επίδικου δημοσιεύματος. Β.2. Η μαρτυρία της ΜΕ2 (κας Ευτυχίας Ζαχαρίου) Η ΜΕ2 εργάζεται από το 1995 στην Εφορία Μουσείων στο Τμήμα Αρχαιοτήτων (βλ. τη γραπτή της δήλωση - Τεκμήριο 9), Όπως δήλωσε η ίδια, το Τμήμα Αρχαιοτήτων έχει υπό την ευθύνη του τη διαχείριση της αρχαιολογικής κληρονομιάς της Κύπρου. Επεξηγώντας το λόγο της παρουσίας της στο Δικαστήριο, η ΜΕ2 δήλωσε (βλ. παρα. 2 του Τεκμηρίου 9) ότι της είχε ζητηθεί από τον Ενάγοντα να παρουσιάσει στοιχεία αναφορικά με την αγορά κλεμμένων από τα κατεχόμενα Κυπριακών αρχαιοτήτων, την αγορά τους από το εξωτερικό από ιδρύματα ή την Εκκλησία, τη δωρεά τους στο Κράτος και την αποδοχή τους από το Κράτος. Όσον αφορά το θέμα αυτό, η ΜΕ2 ανέφερε στη γραπτή της δήλωση (βλ. παρα. 3 του Τεκμηρίου 9) ότι η αγορά κλεμμένων από τα κατεχόμενα κυπριακών αρχαιοτήτων είναι ένας από τους τρόπους με τον οποίο τέτοια αντικείμενα έχουν στο παρελθόν, με τη συμβολή διαφόρων ιδρυμάτων, επαναπατρισθεί στη χώρα μας. Ενδεικτικά, ανέφερε ότι αριθμός κλεμμένων κυπριακών αρχαιοτήτων έχουν επαναπατρισθεί στην χώρα μας με αυτόν τον τρόπο με τη συμβολή του Ιδρύματος Λεβέντη. Προς απόδειξη τούτου, η ΜΕ2 παρουσίασε ως Τεκμήριο 10 φωτοαντίγραφο σελίδων από το βιβλίο του Βάσου Καραγιώργη, «The A.G. Leventis Foundation and the Cultural Heritage of Cyprus, Έκδοση Ιδρύματος Λεβέντη», Αθήνα 1990, όπου παρατίθενται περισσότερα από 42 τέτοια αντικείμενα που αγοράστηκαν σε δημοπρασίες του εξωτερικού και επαναπατρίστηκαν με τη συμβολή του Ιδρύματος Λεβέντη. Όπως δήλωσε η ΜΕ2, σήμερα αυτά τα αντικείμενα εκτίθενται στο Κυπριακό Μουσείο. Σημείωσε, περαιτέρω, ότι πολλά από τα αντικείμενα αυτά προέρχονται από την Ιδιωτική Συλλογή Χατζηπροδρόμου στην Αμμόχωστο. Η ΜΕ2 έκανε ειδική αναφορά σε ένα από τα σημαντικότερα αντικείμενα που έχουν επαναπατριστεί με τον πιο πάνω τρόπο. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε σε ένα χάλκινο υποστάτη που εκτίθεται σήμερα στο Κυπριακό Μουσείο στη Λευκωσία. Το αντικείμενο βρέθηκε από Τουρκοκύπριους στην Επαρχία Αμμοχώστου το 1972. Το Τμήμα Αρχαιοτήτων δεν κατάφερε τότε να το αποκτήσει. Μετά τα γεγονότα του 1974 το αντικείμενο εξήχθηκε παράνομα από το νησί και προσφέρθηκε για αγορά στο Βρετανικό Μουσείο και στο Λούβρο. Και τα δύο Μουσεία αρνήθηκαν να το αγοράσουν και ενημέρωσαν αμέσως τον τότε Διευθυντή του Τμήματος Αρχαιοτήτων, Δρ. Βάσο Καραγιώργη. Το αντικείμενο αγοράστηκε τελικά στην Φρανκφούρτη. Το μεγαλύτερο μέρος του ποσού των 49000 γερμανικών μάρκων (περίπου 9.500 κυπριακές λίρες) που καταβλήθηκε, δόθηκε από τον αείμνηστο Αναστάσιο Λεβέντη και το υπόλοιπο από την Κυπριακή Δημοκρατία. Τέλος, η ΜΕ2 παρουσίασε ως Τεκμήριο 11 δέσμη φωτογραφιών της σημαντικής αυτής αρχαιότητας (του χάλκινου υποστάτη), όπως και φωτογραφίες άλλων αντικειμένων που επαναπατρίστηκαν με παρόμοιο τρόπο. Αντεξεταζόμενη η ΜΕ2 διευκρίνισε ότι ένας ζωγραφικός πίνακας του 1960 περίπου, όπως είναι η περίπτωση των έργων ζωγραφικής που αναφέρονται στο επίδικο δημοσίευμα, δεν αποτελεί αρχαιότητα και ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Τμήματος Αρχαιοτήτων. Διευκρίνισε, επίσης, αντεξεταζόμενη η ΜΕ2 ότι τα αντικείμενα που ανήκαν στη συλλογή Χατζηπροδρόμου και αγοράστηκαν σε δημοπρασίες και επαναπατρίστηκαν, δεν γνώριζε αν αγοράστηκαν με χρήματα της οικογένειας Χατζηπροδρόμου. Διευκρίνισε επίσης ότι τα αντικείμενα που αγοράστηκαν με χρήματα από τον Αναστάσιο Λεβέντη (παράγραφος 5 της Γραπτής της Δήλωσης) ανήκουν στο Κράτος και βρίσκονται στο Κυπριακό Μουσείο. Εδώ έβαλε την έμφαση του ο συνήγορος των Εναγομένων꞉ στην ανάδειξη του γεγονότος ότι τα επαναπατρισθέντα αντικείμενα για τα οποία έδωσε μαρτυρία η ΜΕ2 δεν ανήκουν και δεν ανήκαν ποτέ σε κανέναν ιδιώτη. Ήταν πάντα περιουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και ο Αναστάσιος Λεβέντης έδωσε χρήματα για να περιέλθουν ξανά στην κατοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ερωτηθείσα αν το Τμήμα Αρχαιοτήτων ακολούθησε για την επανάκτηση αρχαιοτήτων τις διαδικασίες που προβλέπονται στον περί της Επιστροφής των Πολιτιστικών των Αγαθών Νόμο του 2002 (Ν. 183(Ι)/2002), η ΜΕ2 απάντησε ότι κάποια από τα αντικείμενα «αγοράστηκαν πολύ παλαιότερα», δηλαδή πριν τη θέσπιση του εν λόγω Νόμου, «όταν οι διαδικασίες ήταν πολύ πιο δύσκολες». Με τα χρόνια άρχισε να δημιουργείται μια δομή. Παρατήρησε η ΜΕ2 ότι με τα χρόνια «έχει ευαισθητοποιηθεί περισσότερο η κοινή γνώμη ως προς την καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς και έχουν γίνει πάρα πολλές προσπάθειες, αλλά το θέμα παραμένει όντως εξαιρετικά προβληματικό». Εξήγησε επίσης η ΜΕ2 ότι «όταν τα αντικείμενα βρίσκονται προς πώληση σε οίκους σε δημοπρασίες, αν εντοπιστούν κάπου στην Ευρώπη μπορεί το Κυπριακό κράτος να απευθυνθεί μέσω της Ιντερπόλ να δραστηριοποιηθεί και να ζητήσει τη λήξη τελοσπάντων αυτής της διαδικασίας της δημοπρασίας, αλλά είναι σε περιπτώσεις που ορθώς δημοσιοποιείται η πώληση και μπορούμε να απευθυνθούμε με αυτό τον τρόπο.». Οι προβλεπόμενες στο Νόμο του 2002 διαδικασίες για την επανάκτηση αρχαιοτήτων εφαρμόστηκαν από το Τμήμα Αρχαιοτήτων στην περίπτωση επανάκτησης των αρχαιοτήτων που είχε στην κατοχή του ο Aydin Dikmen αλλά δεν θέλησε να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες, σεβόμενη το γεγονός ότι - καθ' ον χρόνο η ίδια έδινε μαρτυρία - η δικαστική διαδικασία στο Μόναχο δεν είχε ακόμη λήξει και τα αντικείμενα που εμπίπτουν στη νομοθεσία περί αρχαιοτήτων δεν είχαν ακόμη επιστραφεί, παρά μόνο ορισμένα αντικείμενα, τα οποία προέρχονται κυρίως από εκκλησίες, οι οποίες λεηλατήθηκαν και αποτοιχίστηκαν ψηφιδωτά. Τέλος, η ΜΕ2 επεξήγησε ότι όταν τα αντικείμενα δεν έχουν «τεκμηριωμένη προέλευση», τούτο αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα του να επιχειρηθεί ο επαναπατρισμός τους με νομικά μέτρα. Ως αντικείμενα μη τεκμηριωμένης προέλευσης εξήγησε ότι αποκαλούνται εκείνα για τα οποία το Τμήμα Αρχαιοτήτων δεν γνωρίζει από ποιο ανασκαφικό σύμπλεγμα προέρχονται, το ακριβές σημείο εύρεσης τους. Β.3. Η μαρτυρία του Εναγομένου αρ. 2 Ο Εναγόμενος 2 υιοθέτησε και ανέγνωσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, γραπτή δήλωση, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 12. Παραθέτω αυτούσιο το κείμενο꞉ 1. «Ονομάζομαι Χρήστος Αρβανίτης και είμαι 62 ετών. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Έχω σπουδάσει γραφίστικη με ειδίκευση στα ΜΜΕ. Εργάστηκα στον περιοδικό και ημερήσιο Τύπο των Αθηνών ως καλλιτεχνικός διευθυντής από το 1977 έως το 1992 - χρονιά κατά την οποία μετοίκησα στην Κύπρο. Από το 1993 και εντεύθεν εργάζομαι στην Εναγόμενη 1 επίσης ως καλλιτεχνικός διευθυντής - είμαι, δηλαδή, υπεύθυνος για τον σχεδιασμό και την εμφάνιση της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» καθώς και για άλλα έντυπα της Εναγόμενης 1. 2. Από το 1993 και μέχρι σήμερα διατηρώ ανελλιπώς στην κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» την προσωπική μου στήλη γνώμης υπό τον τίτλο «Αποκόμματα». Το 2007 διατηρούσα την εν λόγω στήλη. Πέραν του τίτλου της στήλης και της έκτασης της (κυμαίνεται από 350 μέχρι 500 λέξεις), που παραμένουν τα ίδια από το 1993, η στοιχειοθεσία και η θέση της στήλης κατά τη διάρκεια των χρόνων άλλαζαν όταν άλλαζε και ο σχεδιασμός της εφημερίδας. 3. Την 1η Ιουλίου 2007 δημοσιεύθηκε το επίδικο άρθρο μου. Είχα προηγουμένως διαβάσει άρθρο με τίτλο «Τώρα αυτά είναι δικά μας» που έφερε την υπογραφή του Ενάγοντα και το οποίο είχε δημοσιευθεί την Κυριακή 17 Ιουνίου 2007 στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» η οποία εκδίδεται στην Αθήνα, κυκλοφορεί πανελληνίως και διατίθεται και στις κεντρικές πόλεις της Ευρώπης. 4. Η κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ» διανεμόταν και στην Κύπρο, καθώς επίσης -τότε, το 2007- ήταν και δωρεάν η πρόσβαση της μέσω του διαδικτύου. Παρακολουθούσα «ΤΟ ΒΗΜΑ» κάθε Κυριακή -όπως και πάρα πολύς κόσμος, πιστεύω-, καθότι η εν λόγω εφημερίδα ήταν ένα εξαιρετικά δημοφιλές, έγκυρο και πολυσέλιδο έντυπο - ίσως, δε, να ήταν και η πρώτη σε κυκλοφορία κυριακάτικη εφημερίδα εκείνη την εποχή πανελλαδικώς, πουλώντας κάθε Κυριακή δεκάδες χιλιάδες φύλλα. 5. Αφού διάβασα το εν λόγω άρθρο του Ενάγοντα, μού γεννήθηκε η επιθυμία να σχολιάσω το περιεχόμενο του και να λάβω μέρος στον δημόσιο διάλογο που προκαλεί η δημοσίευση οποιουδήποτε κειμένου. 6. Το θέμα της κινητής περιουσίας των Ελληνοκυπρίων που έχει παραμείνει στα Κατεχόμενα μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή και το οποίο, με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003, επανήλθε στο προσκήνιο υπό καινοφανείς συνθήκες, με ενδιέφερε πριν διαβάσω το άρθρο του Ενάγοντα, όπως νομίζω ενδιέφερε (και εξακολουθεί να ενδιαφέρει) και το αναγνωστικό κοινό της Κύπρου. Είχα ήδη καταπιαστεί με το ζήτημα (όπως αναφέρω και στο επίδικο άρθρο) με προηγούμενο δημοσίευμα μου ημερομηνίας 8 Ιουνίου 2003 υπό τον τίτλο «Αγοράστε τα έπιπλα σας» το οποίο επίσης είχε δημοσιεύσει η Εναγόμενη 1. 7. Τον Ενάγοντα δεν μπορώ να πω πως τον γνώριζα προσωπικά πριν τη δημοσίευση του επίδικου. Είχαμε συναντηθεί μια φορά σε πολυπληθή κοινωνική συνεστίαση (η σύζυγος μου διατηρούσε κοινωνικές σχέσεις με τη σύζυγο του Ενάγοντα και τη θυγατέρα της συζύγου του Ενάγοντα). Ζήτημα αν ανταλλάξαμε δυο-τρεις κουβέντες με τον Ενάγοντα τότε και αυτές αντηλλάγησαν στο συμβατικό πλαίσιο μιας τυπικής κοινωνικής συναναστροφής. Αυτό ήταν όλο. Γνώριζα ότι ο Ενάγοντας ήταν γνωστός δικηγόρος και πως χειριζόταν την, ευρύτατα γνωστή ήδη, δικαστική υπόθεση Αποστολίδη εναντίον Όραμς. Πέραν τούτου, ουδέν. 8. Δεν σκέφτηκα να αναζητήσω τον Ενάγοντα πριν τη δημοσίευση του άρθρου μου, αφού το άρθρο μου αποτελούσε σχολιασμό -ή κριτική, αν θέλετε- του άρθρου που είχε δημοσιεύσει ο Ενάγοντας προ μερικών ημερών. Εξέλαβα, δε, το δημοσιευθέν άρθρο του Ενάγοντα στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» ως αληθές αφού περίεχε πολλές αναφορές σε υπαρκτά γεγονότα και η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ο αυτοβιογραφικός τόνος και το εξομολογητικό περιεχόμενο έμοιαζαν πειστικά και αληθή. Πίστεψα, και νομίζω πως είχα κάθε λόγο να πιστέψω, πως αυτά που έγραφε και περιέγραφε ο Ενάγοντας ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα· πως συνέβησαν δηλαδή στ' αλήθεια. 9. Επίσης δεν μου πέρασε απ' το μυαλό να ζητήσω την άποψη ή τη θέση του Ενάγοντα πριν τη δημοσίευση του δικού μου άρθρου, διότι το άρθρο μου δεν ήταν ούτε ρεπορτάζ ούτε διερευνητική δημοσιογραφία ούτε οποιοδήποτε άλλο είδος δημοσιογραφικού λόγου όπου η λήψη της θέσης ή της άποψης ή του σχολίου ή της γνώμης του Ενάγοντα θα ήταν χρήσιμη ή απαραίτητη. Είναι εξαιρετικά σύνηθες -αν δεν είναι, δε, και ο κανόνας- όταν άρθρο σχολιάζει άλλο, ήδη δημοσιευθέν, άρθρο, να μην απαιτείται ούτε να αναζητείται οποιαδήποτε περαιτέρω γνώμη ή άποψη ή θέση του συντάκτη του ήδη δημοσιευθέντος άρθρου. 10. Το πίστευα τότε, και εξακολουθώ να το πιστεύω μέχρι σήμερα, πως δεν ήταν ούτε απαραίτητο ούτε δεοντολογικά ή δημοσιογραφικά επιβεβλημένο να έχω προβεί προηγουμένως σε επικοινωνία με τον Ενάγοντα αφού για οτιδήποτε σχολίασα, έναυσμα και κατακλείδα ήταν το προηγηθέν -και ήδη δημοσιευθέν- κείμενο του Ενάγοντα. 11. Δεν πίστευα τότε, και δεν πιστεύω ούτε και σήμερα, πως το ύφος ή ο τόνος ή οι λέξεις ή οι εκφράσεις που χρησιμοποίησα στο άρθρο μου είχαν οτιδήποτε το απρεπές ή εμπαθές ή ότι φανέρωναν ή υποδήλωναν οποιοδήποτε ίχνος κακοπιστίας ή κακοβουλίας εκ μέρους μου ή ότι εγώ υπερέβην με οποιοδήποτε τρόπο τα εσκαμμένα. Έτσι κι αλλιώς, ουδέποτε έτρεφα οποιαδήποτε αντιπάθεια ή έχθρα ή οποιοδήποτε αρνητικό αίσθημα προς τον Ενάγοντα. 12. Απεναντίας, θεωρούσα και θεωρώ (και πιστεύω ότι ένας αντικειμενικός αναγνώστης του άρθρου μου μπορεί εύκολα να διακρίνει τούτο) πως ο σχολιασμός που έκανα ήταν εύλογος και θεμιτός. Μπορεί να μην ήταν αρεστός στον Ενάγοντα αλλά πιστεύω πως ήταν έντιμος και ειλικρινής και πιστεύω πως τούτο είναι φανερό στα μάτια ενός ουδέτερου αναγνώστη. 13. Εν πάση περιπτώσει, ειλικρινώς πίστευα τότε πως δικαιούμουν να γράψω αυτά που έγραψα, να εγείρω τα ερωτήματα που ήγειρα, να εκφράσω τον προβληματισμό που εξέφρασα. Με όλο το σεβασμό, εξακολουθώ να το πιστεύω. 14. Αρθρογραφώ εδώ και 20 χρόνια στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος». Ουδέποτε απειλήθηκα με λήψη δικαστικών μέτρων για κάτι που έχω υπογράψει και αυτή είναι η πρώτη φορά που κάποιος κινείται δικαστικά εναντίον μου για κάτι που έγραψα.». Αντίγραφο του άρθρου, ημερ. 8.6.2003 με τίτλο «Αγοράστε τα έπιπλα σας» στο οποίο αναφέρθηκε ο Εναγόμενος 2 στην παρα. 6 της γραπτής του δήλωσης κατατέθηκε στο Δικαστήριο από αυτόν ως Τεκμήριο 13. Δεν το θεωρώ κατάλληλο να παραθέσω σε αυτό το σημείο το περιεχόμενο του εν λόγω προηγούμενου άρθρου του Εναγομένου 2. Σημειώνω ότι έχει νομολογηθεί ότι όχι μόνον όταν αξιολογείται το δυσφημιστικό ή μη του επίδικου δημοσιεύματος, αλλά και όταν αξιολογείται το κατά πόσον αυτό περιέχει δήλωση γεγονότος ή σχόλιο για σκοπούς κατάταξής του σε μία εκ των υπερασπίσεων, δεν παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να εξετάσει το κείμενο σε συνδυασμό με άλλα, προγενέστερα ή μεταγενέστερα, δημοσιεύματα του γράφοντος, για να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα (βλ. το προμνησθέν Σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου, σελ. 223, με παραπομπή στο Σύγγραμμα Winfield & Zolowicz, Tort, 18η έκδοση, 2010, σσ. 610 - 614). Όσα ανέφερε αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος, τα οποία άπτονται των υπερασπίσεων που εγείρει στην παρούσα υπόθεση, θα τα αναλύσω σε μετέπειτα τμήμα της απόφασής μου. Γ. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΕ Ο,ΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ως προς την ποιότητα της δοθείσας μαρτυρίας σημειώνω ότι παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και είχα την ευκαιρία να δω την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, καθώς και να συγκρίνω τα λεγόμενά τους με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιόν μου. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη

(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Σπεύδω να αναφέρω ότι όλοι οι μάρτυρες υπήρξαν πρόθυμοι να απαντήσουν σε όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, με άνεση λόγου και ετοιμότητα. Αρχίζοντας από τη μόνη ανεξάρτητη - σε ό,τι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης - μάρτυρα, τη ΜΕ2, κρίνω ότι η μαρτυρία της ήταν αντικειμενική. Δεν υπήρξε άλλωστε οποιαδήποτε υποβολή από πλευράς Υπεράσπισης ότι η ΜΕ2 προσήλθε για να εξυπηρετήσει αλλότρια κίνητρα ή ότι είχε συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως ειλικρινή, αληθή και αξιόπιστη. Διευκρινίζω ότι η ΜΕ2 δεν διατύπωσε γνώμη σε ό,τι αφορά τα γεγονότα ή τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Όπως προκύπτει από την παράθεση της μαρτυρίας της ανωτέρω, αυτή ήταν γενικής υφής σε ό,τι αφορά το ζήτημα της επανάκτησης αρχαιοτήτων ή πολιτιστικών αγαθών που κλάπηκαν από αρχαιολογικούς χώρους ή εστίες των Ελληνοκυπρίων στα κατεχόμενα μετά την εισβολή. Η σχετικότητα της μαρτυρίας της ΜΕ2 με τα επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση άπτεται, κατά την κρίση μου, της αξιολόγησης του κατά πόσον αποτελεί μεπτή ή κατακριτέα πράξη η αγορά ή η εν γένει επανάκτηση με την πληρωμή χρημάτων από Ελληνοκύπριους αντικειμένων που έχουν πολιτιστική αξία και τα οποία προ της Τουρκικής εισβολής ανήκαν σε, ή κατέχονταν από, Ελληνοκύπριους. Προκύπτει, κατά την κρίση μου, από τη μαρτυρία της ΜΕ2 ότι η πράξη Κυπρίων ιδιωτών ή/και κρατικών φορέων να «αγοράσουν», με την έννοια εδώ του να πληρώσουν χρήματα για να επανακτήσουν την κατοχή αντικειμένων που αποτελούν αρχαιότητα ή πολιτιστικό αγαθό ή έργο καλλιτεχνικής αξίας, τα οποία είναι Κυπριακής προέλευσης και τα οποία ήταν ελληνοκυπριακής ιδιοκτησίας καθ' ον χρόνο έγινε η Τουρκική εισβολή ή/και ανήκαν σε δική τους συλλογή και τα οποία κατά ή μετά την Τουρκική εισβολή εξήχθησαν παράνομα από την Κύπρο ή μετατοπίστηκαν από το χώρο τους ή κλάπηκαν από τρίτους, δεν είναι αυτή καθ' εαυτή κατακριτέα ή αθέμιτη, εφόσον εξυπηρετείται ο στόχος της περίσωσης και διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς αυτού του τόπου με την επιστροφή τους εκεί όπου ανήκουν και εφόσον δεν είναι εφικτό να εξασφαλισθεί ο στόχος αυτός με άλλες, νομικές, διαδικασίες. Προκύπτει επίσης από τη μαρτυρία της ΜΕ2 ότι δεν είναι πάντα εφικτό να επιδιώκεται η επανάκτηση τέτοιων αντικειμένων με νομικές διαδικασίες όπως αυτές που προβλέπονται στον περί Επιστροφής των Πολιτιστικών Αγαθών Νόμο του 2002 (Ν.183(Ι)/2002)και σίγουρα δεν θα ήταν εφικτό να εφαρμοσθεί ο εν λόγω Νόμος για την επανάκτηση πινάκων ζωγραφικής που χρονολογούνται περί το 1960, όπως είναι οι αναφερόμενοι στο επίδικο δημοσίευμα. Σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία που έδωσαν ο Ενάγων και ο Εναγόμενος, κρίνω ότι ο καθένας από αυτούς εκδήλωσε με σαφήνεια τον τρόπο σκέψης του και την πρόθεση που είχε όταν δημοσίευε το άρθρο του. Σε ποιο βαθμό η πρόθεση αυτή έχει αποδεικτική αξία και βαρύτητα, είναι θέμα που επεξηγώ καθώς παραθέτω τη νομική πτυχή καθενός από τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης πιο κάτω. Περιορίζομαι εδώ να αναφέρω ότι, παρά το γεγονός ότι ο Ενάγων εκδήλωσε έντονο συναισθηματισμό κατά την ακροαματική διαδικασία μέσα από την προφορική μαρτυρία του για την παρούσα υπόθεση, εντούτοις υπήρξε σταθερός στις θέσεις του και απέδωσε σε λεπτομέρεια κάθε πτυχή της υπόθεσης. Δεν διέκρινα να υπάρχει ανακολουθία στα λεγόμενά του ή προσπάθεια να ανασκευάσει οποιαδήποτε εκδοχή ως προς το τί τον έθιξε, άλλη από αυτήν που δικογράφησε. Ο Εναγόμενος από την άλλη υπήρξε εξίσου σταθερός στη μαρτυρία του. 'Εδειξε να έχει ακόμη και σήμερα ειδικό ενδιαφέρον για το θέμα που κάλυψε με το επίδικο δημοσίευμα και να μην αποσύρει ούτε λέξη από αυτές που χρησιμοποίησε στο επίδικο δημοσίευμα. Καταλήγω λέγοντας ότι και οι δύο μάρτυρες μου έδωσαν την εντύπωση ότι προσήλθαν με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο και πως το μόνο που έπραξαν ήταν να καλέσουν το Δικαστήριο να θέσει τη μαρτυρία τους, ως αληθή και αποδεκτή, στη ζυγαριά της δικαιοσύνης, όπου η πλάστιγγα θα γύρει στη βάση της εξισορρόπησης, αφενός, του δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου και, αφετέρου, του δικαιώματος κάθε πολίτη σε μια ευνομούμενη δημοκρατική πολιτεία να τυγχάνει σεβασμού η προσωπικότητα, η τιμή και η φήμη του. Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Δ.1 Το Συνταγματικό πλαίσιο Στην πλέον πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στον τομέα δικαίου του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης, και συγκεκριμένα στην απόφαση ημερ. 17.7.2014, στην Πολιτική Έφεση αρ. 335/2008, Ο Φιλελεύθερος Λτδ. ν. Δώρος Γεωργιάδης κ.α., παρατίθεται το εξής απόσπασμα ως προς την εξισορρόπηση, αφενός, του δικαιώματος στη φήμη και, αφετέρου, της ελευθερίας της έκφρασης꞉ «Η προστασία της φήμης ενός ατόμου πρέπει να σταθμίζεται με το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης. Στην υπόθεση Αρκτίνος ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 ΑΑΔ 856 τονίστηκε ότι, «Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Στην υπόθεση Lingens v. Austria, App. No. 9815/82, Ser. A, vol. 103
(1986)8 Ε.Η.R.R. 407 para. 41, το Δικαστήριο παρατήρησε πως η ελευθερία της έκφρασης, όπως προστατεύεται από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 10, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και για την ικανοποίηση των ατόμων. Η ελευθερία αυτή, με τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2, εφαρμόζεται όχι μόνον σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες, αλλά επίσης και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία. Όπως όμως ανάφερε το Ε.Δ.Δ.Α., η ελευθερία της έκφρασης ρητά περιορίζεται προς όφελος της προστασίας της φήμης ενός ατόμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 10. Το στάθμισμα αυτών των δύο δικαιωμάτων έχει εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ε.Δ.Δ.Α., σύμφωνα με τις οποίες οιοσδήποτε περιορισμός του ενός δικαιώματος πρέπει να είναι ανάλογος και απαραίτητος για την προστασία του άλλου δικαιώματος.» Η εξισορροπητική άσκηση είναι ιδιαιτέρως δυσχερής για τα Δικαστήρια. Όπως το έθεσε ο Ναθαναήλ, Δ., στην απόφαση ημερομηνίας 8 Απριλίου 2011 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 216/2008, Κώστα Κωνσταντίνου κ.α. v Αικατερίνης Καραμεσίνη: «Είναι ιδιαίτερης σημασίας να τονιστεί σ' αυτό το στάδιο ότι η διάδοση γεγονότων, πληροφοριών, σχολίων και γνωμών, που αποτελεί δικαίωμα, αλλά και εχέγγυο βέβαια της ελευθεροτυπίας, πρέπει να εξισορροπείται με την απαίτηση του κάθε πολίτη σε μια ευνομούμενη δημοκρατία να τυγχάνει σεβασμού και προστασίας η προσωπικότητα και ατομικότητα του, καθώς και το αναφαίρετο δικαίωμα του να εκφράζεται και να δημιουργεί ελεύθερα, εφόσον βέβαια το πράττει νομίμως. Η εξισορροπητική αυτή άσκηση είναι ιδιαιτέρως δυσχερής. Προς τα πού θα κλίνει η πλάστιγγα στη ζυγαριά των αμφίρροπων αυτών τάσεων στην προσπάθεια αναζήτησης της χρυσής τομής, αναμφίβολα συναρτάται προς τα ήθη, τις αξίες, την ηθική, τον πολιτισμό και την γενικότερη κοινωνική δομή του συγκεκριμένου κράτους. Όμως, η υπόληψη του ανθρώπου παραμένει διαχρονική αξία ως το κύτταρο στον κοινωνικό ιστό. Και όσο και αν η ελευθερία του τύπου αποτελεί μια σταθερά αξία, άλλο τόσο και η υπόληψη του ατόμου παραμένει προεξάρχουσα.». Η Συνταγματικότητα των διατάξεων του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 κρίθηκε στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ v. Αλωνεύτη
(2002)1 Α.Α.Δ.
  1. Εκεί έγινε ευρεία ανασκόπηση της νομολογίας συμπεριλαμβανομένης και αυτής του Ε.Δ.Α.Δ., προς απάντηση του κυρίαρχου ερωτήματος που προέκυψε κατά πόσον οι περί της δυσφήμισης πρόνοιες του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, που προϋπήρχαν του Συντάγματος, αντιστρατεύονταν ή συγκρούονταν με την ελευθερία του λόγου και την έκφραση που κατοχυρώνεται με το Άρθρο 19.1 του Συντάγματος. Κρίθηκε ότι το άρθρο 17 κ.ε. του Κεφ. 148, ήταν συνταγματικό, αλλά και συμβαδίζον με το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης γνώμης και της λήψης και μετάδοσης ιδεών και πληροφοριών. Η ορθότητα της κατάληξης αυτής επιβεβαιώθηκε με την ομόφωνη απόφαση του ΕΔΑΔ στην In the case of Alithia Publishing Company Ltd and Constantinides v. Cyprus, Application No, 17550/03, ημερ. 22.5.2008, το οποίο έκρινε ότι οι διατάξεις του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 δεν παραβιάζουν το Άρθρο 10 της Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης ή του Άρθρου 9 σε σχέση με το δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης, ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν θέτει περιορισμούς πέραν εκείνων που θεωρούνται λογικώς αναγκαίοι, καθώς και ότι η εναπόθεση στους ώμους ενός εναγομένου του βάρους απόδειξης της υπεράσπισης της αλήθειας ή της υπεράσπισης του εντίμου σχολίου επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Το Ε.Δ.Α.Δ. υιοθέτησε περαιτέρω την άποψη ότι κάτω από την παρ. 2 του Άρθρου 10 της Συνθήκης: «. the exercise of freedom of expression carries with it "duties and responsibilities", which also apply to the press. By reason of these "duties and responsibilities", which are inherent in the exercise of the freedom of expression, the safeguard afforded by Article 10 to journalists in relation to reporting on issues of general interest is subject to the proviso that they are acting in good faith in order to provide accurate and reliable information in accordance with the ethics of journalism. » Σε μετάφραση: «... η άσκηση της ελευθερίας έκφρασης μεταφέρει μαζί της 'καθήκοντα και ευθύνες' που εφαρμόζονται επίσης για την έντυπη δημοσιογραφία. Εξ' αιτίας αυτών των 'καθηκόντων και ευθυνών' που είναι έμφυτες στην ενάσκηση της ελευθερίας της έκφρασης, η προστασία που παρέχεται από το Άρθρο 10 στους δημοσιογράφους σε σχέση με την αρθρογραφία επί θεμάτων γενικού ενδιαφέροντος υπόκειται στην επιφύλαξη ότι ενεργούν καλή τη πίστη με στόχο να προσφέρουν ακριβή και αξιόπιστη πληροφόρηση σύμφωνα με τα δημοσιογραφικά ήθη.» (υπογραμμίσεις δικές μας). Δ.
  2. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΦΗΜΙΣΤΙΚΟ Ο ορισμός του δυσφημιστικού δημοσιεύματος δίνεται στο άρθρο 17
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προβλέπει ότι: «
(1)Η δυσφήμιση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανόμενης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο- (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα· ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση· ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση, ή τη θέση του· ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη· ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους.». Είναι πάγια νομολογημένο ότι μαρτυρία ως προς το πώς το δημοσίευμα έγινε αντιληπτό από τον ίδιο τον ενάγοντα ή τους μάρτυρες του, δεν είναι παραδεκτή και δεν ενέχει σημασία. (Capital & County´s Bank v. Henty
(1882)7 AC 745, Τάσσος Παπαδόπουλος ν. Kyrix Publications Ltd
(1963)2 C.L.R. 290 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Δώρου Γεωργιάδη, Πολ. Έφ. αρ. 118/08, ημερ. 4.3.2011). Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος την υπόθεση Δικαστηρίου εφόσον το θέμα αποφασίζεται ως πραγματικό ζήτημα. Η ετυμηγορία του Δικαστηρίου τεκμαίρεται να εκφράζει την αντίληψη του ιδεατού μέσου κοινού λογικού ανθρώπου (Knuffer v. London Express Newspaper Ltd
(1954)1 All E.R. 495, Κουτσού ν. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1198, Salmond on the Law of Torts 16η έκδ. σελ. 142 και Street on Torts 11η εκδ., σελ. 487-488). Το εφαρμοστέο κριτήριο για την κατάταξη ενός δημοσιεύματος ως δυσφημιστικού είναι η εντύπωση που προκαλεί στο μέσο πολίτη Ατταλίδης v. Ροδούλη
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ.
  1. Αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση ότι: «Όπως ορθά εισηγούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του εφεσίβλητου το ζητούμενο είναι η εντύπωση που προκάλεσε το επίδικο άρθρο στο μέσο πολίτη και όχι σε ένα δικηγόρο ή σε ένα διανοούμενο, ούτε σε κάποιο που θα το διαβάσει και θα το ξαναδιαβάσει και θα προβεί σε μια εκ βάθους ανάλυση του με προοπτική ανακάλυψης του πραγματικού ή ενός πιθανού νοήματος του.». Επίσης, έχει αποσαφηνιστεί ότι στο στάδιο που το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή δεν είναι δυσφημιστικό, δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση του ποια ήταν η πρόθεση του εναγομένου, παρά μόνο εξετάζει την έννοια που θα απέδιδαν στο δημοσίευμα λογικά σκεπτόμενα άτομα: Phileleftheros Public Company Ltd κ.α. v. Ανδρέα Χριστοδούλου (Πολιτική Έφεση Αρ. 15/2009) ημερ. 20/06/
  2. Το κείμενο ή κείμενα, πρέπει να ιδωθούν σωρευτικά και οι λέξεις να αναγνωσθούν λογικά, χωρίς υπερβολική ανάλυση, ούτε όμως υπερβολική υποψία. (Gatley on Libel and Slander 11η έκδ. σελ. 103 και Jeynes v. New Magasines Ltd
(2008)EWCA Civ. 130). Σε αυτό το εγχείρημα το Δικαστήριο πρέπει να αποδώσει στις λέξεις ή το κείμενο τη συνήθη και φυσική τους σημασία, όπως αυτή θα εκλαμβανόταν από τον μέσο, συνηθισμένο, λογικό άνθρωπο: Τάσσος Παπαδόπουλος ν. Kyrix Publishing Co. Ltd
(1963)3 A.A.Δ.
  1. Ε. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο Ενάγων βασίζεται στη φυσική και συνήθη σημασία των λέξεων. Θεωρεί ότι ρητά και χωρίς περιστροφές ο Εναγόμενος 2 από τον τίτλο του επίδικου δημοσιεύματος προσάπτει στον ενάγοντα ότι είναι πρόσωπο που θέτει τα υλικά αγαθά και τα περιουσιακά στοιχεία πάνω από την προσωπική αξιοπρέπεια. Είναι δε η θέση του ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι στο σύνολό του έντονα δυσφημιστικό καθότι θίγει την αξιοπρέπειά του. Τι σημαίνει ο όρος «αξιοπρέπεια»; Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Β' έκδοση, Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε., Αθήνα 2002, σελ. 219, «αξιοπρέπεια» είναι «το αίσθημα της τιμής», είναι «η στάση ζωής κατά την οποία σέβεται κανείς τον εαυτό του και δεν τον ταπεινώνει συμπεριφερόμενος ανάρμοστα, μικροπρεπώς ή ευτελώς», είναι «η υπερηφάνεια με ευγένεια ήθους, χωρίς έπαρση». Ως λέξεις που φέρουν αντίθετο νόημα, ο Γ. Μπαμπινιώτης αναφέρει τις λέξεις «αναξιοπρέπεια», «μικροπρέπεια», «ποταπότητα», «ευτέλεια». Ως παράδειγμα αξιοπρεπούς ανθρώπου, ο Γ. Μπαμπινιώτης δίνει αυτόν «που δέχεται μια ήττα χωρίς μεμψιμοιρίες» ή αυτόν «που συμφωνεί με τα κοινωνικά πρότυπα κυρίως συμπεριφοράς και εμφάνισης, που δεν προκαλεί αρνητικά σχόλια». Κατά την κρίση μου, δεν είναι δύσκολο για τον μέσο λογικό αναγνώστη να αντιληφθεί την επίθεση που δέχεται ο Ενάγων κατά της αξιοπρέπειάς του με το επίδικο δημοσίευμα. Ο ίδιος ο τίτλος του επίδικου δημοσιεύματος μιλά αφ' εαυτού: «Ιδιοκτησία - Αξιοπρέπεια, ένα - μηδέν». Από την καθ' ομιλουμένη και τη συνήθη χρήση της έκφρασης «ένα - μηδέν», ο μέσος λογικός άνθρωπος αντιλαμβάνεται να λέγει ο τίτλος ότι αυτό που αναφέρεται πρώτο στον τίτλο, εν προκειμένω η «ιδιοκτησία», νίκησε αυτό που αναφέρεται δεύτερο στον τίτλο, δηλαδή την «αξιοπρέπεια». Ο τίτλος σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του άρθρου, όπου γίνεται ξεκάθαρη και ονομαστική αναφορά στον Ενάγοντα, δηλώνει, κατά την κρίση μου, ότι ο Ενάγων είναι αυτός που έβαλε το συμφέρον του στην ιδιοκτησία πάνω από την αξιοπρέπειά του. Ότι ιεράρχησε ο ίδιος την ιδιοκτησία ως σπουδαιότερο αγαθό από αυτή την ίδια την αξιοπρέπεια στη ζωή. Και τούτο διότι καταδέχθηκε να πληρώσει λύτρα στους Τούρκους κατακτητές, σ' αυτούς που έκλεψαν τον πίνακά του, για να τον επανακτήσει. Αποδίδεται στον Ενάγοντα ότι ενήργησε κατά τρόπο που αποκλίνει από το γενικότερο μέτρο αξιοπρέπειας του μέσου αναγνώστη ή του μέτρου αξιοπρέπειας που θα έπρεπε να έχει ο μέσος αναγνώστης. Παραπέμπω συγκεκριμένα στη φράση που υπάρχει στο επίδικο δημοσίευμα ότι «Καθένας είναι ελεύθερος να μετρά όπως θέλει την αξιοπρέπειά του και τις προτεραιότητές του, ανεξάρτητα από τα δικά μας μέτρα.». Η υπογράμμιση είναι δική μου. Συγγραφέας και αναγνώστης παρουσιάζονται ως μια ομάδα έναντι του Ενάγοντος, ο οποίος παρουσιάζεται να έχει το δικό του μέτρο αξιοπρέπειας. Ο πήχυς της αξιοπρέπειας του Ενάγοντος οριοθετείται από το επίδικο δημοσίευμα, ως η αναφορά στον τίτλο του δημοσιεύματος, στο μηδέν. Ο Ενάγων παρουσιάζεται από το επίδικο δημοσίευμα να αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγήν. Γιατί; Γιατί παρουσιάζεται να ξεπούλησε την αξιοπρέπειά του και να κρέμασε τους συμπατριώτες του, γλύφοντας τους βιαστές του και παζαρεύοντας με τους κλέφτες. Ερωτήθηκε ο Εναγόμενος 2 κατά την αντεξέτασή του τί εννοούσε όταν έγραφε στο επίδικο δημοσίευμα τη φράση «γλύψτε τους βιαστές σας». Παραθέτω αυτούσια την απάντησή του꞉ «Εννοούσα εκείνους που μπορούν να κάνουν και χειρότερα πράγματα, να πάνε με τα νερά των κατακτητών. Δεν ξέρω τί άλλες πράξεις. Να αγοράζουν τη περιουσία τους, να συμφωνούν στο ξεπούλημα της πατρίδας. Είναι μεταφορά το «γλύψτε». Υποβλήθηκε στον Εναγόμενο 2 ότι ο μέσος αναγνώστης του δημοσιεύματος του θα εκλάβει ότι η αναφορά αυτή γινόταν κατά του προσώπου του ενάγοντος. Η απάντηση του Εναγομένου ήταν ότι δεν συμφωνεί με αυτό και πρόσθεσε ότι «Οποιοσδήποτε καλόπιστος αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι απευθύνομαι στο κοινό, σε όποιον διαβάζει, είναι πληθυντικός, πληρώστε, γλύψτε». Ισχυρίστηκε ότι δεν είπε ο ίδιος ότι ο Ενάγων έγλυψε τους βιαστές. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν έγραψε αυτός ότι οι πράξεις του Ενάγοντος είναι τέτοιες που θα μπορούσε κάποιος να του καταλογίσει ότι «γλείφει τους βιαστές του» ή ότι συνιστούν «κρέμασμα των συμπατριωτών του». Ομοίως, προωθήθηκε από τον συνήγορο του Εναγομένου η εισήγηση ότι αυτές τις πράξεις για τις οποίες γίνεται αναφορά στην τελευταία παράγραφο του επίδικου δημοσιεύματος δεν τις αποδίδει το επίδικο δημοσίευμα στον Ενάγοντα αλλά στους μελλοντικούς μιμητές του. Πώς θα μπορούσαν, όμως, να περιγραφούν ως «μιμητές του», αν οι πράξεις που θα μιμηθούν δεν αποδίδονται αρχικώς στον ίδιο; Πώς μπορούν να διαχωρισθούν οι πράξεις που στηλιτεύει ο Εναγόμενος 2 από το πρόσωπο που, ως αναφέρει, του έδωσε το έναυσμα για να ασκήσει τη δριμύα κριτική; Δεν συμμερίζομαι τις θέσεις του Εναγομένου 2 περί αποσύνδεσης των δύο. Έστω και αν αυτός χρησιμοποίησε το 2ο πρόσωπο πληθυντικού (εσείς) «ξεπουλήστε», «γλύψτε», «κρεμάστε», το μήνυμα που εισπράττει από την πρώτη κιόλας ανάγνωση των προηγούμενων παραγράφων ο μέσος λογικός άνθρωπος είναι ότι, συγκεκριμένο πρόσωπο, δηλαδή ο Ενάγων, προέβηκε σε μεμπτές πράξεις όπως είναι το παζάρεμα με τους κλέφτες. Σχετική η φράση «Σήμερα, και ενώ ορισμένοι πολίτες έχουν προσφύγει στο Ευρωδικαστήριο, δύο τρεις εκατοντάδες άνθρωποι παζαρεύουν με τους κλέφτες για την περιουσία τους ..». Δεν είναι καθόλου δύσκολη για τον μέσο λογικό αναγνώστη η διασύνδεση αυτής της φράσης με την περίπτωση του Ενάγοντος, αφού, στην αμέσως επόμενη πρόταση, το επίδικο δημοσίευμα δακτυλοδεικτεί τον Ενάγοντα, κάνοντας ονομαστική αναφορά σε αυτόν, ως να είναι το πρώτο και καλύτερο παράδειγμα αυτών που συγκαταλέγονται στις δυο τρεις εκατοντάδες που παζαρεύουν με τους Τούρκους και που είναι ικανό να γλύψει τους βιαστές του, δηλαδή να πάει με τα νερά των κατακτητών για να πάρει πίσω την κλεμμένη περιουσία του. Χλευάζει, κατά την κρίση μου, ο Εναγόμενος 2 τον Ενάγοντα, όταν χλευάζει στην τελευταία παράγραφο του επίδικου δημοσιεύματος όσους αναγνώστες θα ήταν πρόθυμοι να τον μιμηθούν! Σε όσους από αυτούς ήταν έτοιμοι να τον ρωτήσουν «τί σε ενδιαφέρει αν μιμηθούμε το παράδειγμα του Ενάγοντα;» ή «τί ανακατεύεσαι στα δικά του ή δικά μας πράγματα;», ο Εναγόμενος 2 παρουσιάζεται να απαντά: «Εντάξει λοιπόν, πληρώστε λύτρα, ξεπουλήστε την αξιοπρέπεια σας, γλείψτε τους βιαστές σας, «κρεμάστε» τους συμπατριώτες σας· δικαίωμα σας!». Πέρα από την αξιοπρέπεια του Ενάγοντος, τίθεται στο στόχαστρο του επίδικου δημοσιεύματος και η φιλοπατρία του Ενάγοντος. Με αφορμή το τίμημα της αγοράς, τα λύτρα, ο Εναγόμενος αρ. 2 αποδίδει ακόμη ένα δυσφημιστικό νόημα στον Ενάγοντα: ότι ενήργησε ως προδότης. Ότι κρέμασε τους συμπατριώτες του! Διασυνδέει ο συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος πράξεις ή συμπεριφορές όπως αυτή του Ενάγοντος με πράξεις ή συμπεριφορές που δεν περιορίζονται στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, αλλά επεκτείνονται με συνέπειες στο εθνικό ζήτημα του τόπου, στο Κυπριακό ζήτημα. Ενδεικτική η καταληκτική φράση που χρησιμοποιεί ο Εναγόμενος 2 μετά τη χρήση της φράσης (αμέσως μετά το προρρηθέν «Εντάξει λοιπόν, πληρώστε λύτρα, ξεπουλήστε την αξιοπρέπεια σας, γλείψτε τους βιαστές σας, «κρεμάστε» τους συμπατριώτες σας· δικαίωμα σας!») ότι «το Κυπριακό δεν είναι πια, εδώ και καιρό, παρά μια «Υπόθεση Τόμας Κράουν» αλά τούρκα.». Αποδίδει δηλαδή ο Εναγόμενος 2, όπως κατά την κρίση μου θα το αντιλαμβανόταν ο μέσος λογικός αναγνώστης που δεν ξέρει απαραιτήτως τις λεπτομέρειες του συγκεκριμένου έργου του κινηματογράφου, αλλά βγάζει το νόημα από τα προρρηθέντα στο επίδικο δημοσίευμα, ότι το Κυπριακό έχει μετατραπεί σε μια υπόθεση αναξιοπρεπούς υποχώρησης των Ελληνοκυπρίων στους όρους που θέτουν οι Τούρκοι προκειμένου να επανακτήσουν αυτό που τους ανήκει. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω δικαιολογημένη τη θέση του Ενάγοντος, όπως υποβλήθηκε στον Εναγόμενο 2, ότι το επίδικο δημοσίευμα «στηλιτεύει» τον Ενάγοντα. Αυτό είναι, άλλωστε, και το ρήμα που χρησιμοποίησε ο ίδιος ο συνήγορος των Εναγομένων στη δικογράφιση της υπεράσπισης του έντιμου σχόλιου στην παρα. 16 της Ε/Υ.[19] Ανέτρεξα στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Β' έκδοση, Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε., Αθήνα 2002, σελ.
  2. Ο όρος «στηλιτεύω» σημαίνει «κατακρίνω με δριμύτητα». Δίδονται τα εξής παραδείγματα: «ένας διανοούμενος που στηλιτεύει την κοινωνική απάθεια», «ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στην εισήγησή του στηλιτεύει την τοκογλυφική τακτική του ανατοκισμού που χρόνια τώρα ακολουθείται από τις τράπεζες». Ως συνώνυμο δίδεται το «καυστηριάζω». Αντίθετο το «επαινώ», «εγκωμιάζω». Δίδεται η εξής ετυμηγορία, αρχική σημασία, «αναγράφω σε στήλη το όνομα κάποιου με σκοπό να τον εκθέσω δημοσίως και να τον στιγματίσω». Σημειώνεται ότι «στηλίτης» στην αρχαιότητα σήμαινε «πολίτης του οποίου το όνομα αναγραφόταν πάνω σε στήλη προς διασυρμό του», «ο δημοσίως αναγεγραμμένος σε στήλη ως άτιμος». Αυτό ακριβώς κάνει το επίδικο δημοσίευμα: κατακρίνει με δριμύτητα τον Ενάγοντα, με έναν τρόπο που κατά την κρίση μου είναι πιο πιθανόν παρά να μην είναι (δηλαδή στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ως είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις) ικανός «να εκθέσει τον Ενάγοντα σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη» (βλ. το άρθρο 17
(1)(δ) του Κεφ. 148), ή «να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή του Ενάγοντος από άλλους» (βλ. το άρθρο 17
(1)(ε) του Κεφ. 148. Δεν περιορίζεται το δυσφημιστικό περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος στα πιο πάνω. Κατακρίνεται η συμπεριφορά του Ενάγοντος ως δικηγόρου. Επιτίθεται το δημοσίευμα στον Ενάγοντα, όχι μόνον ως πολίτη, αλλά και υπό την ιδιότητά του ως «δικηγόρου μιας σημαντικής υπόθεσης στην Ευρώπη», ο οποίος παρουσιάζεται από το επίδικο δημοσίευμα να προβαίνει σε «δημόσιες παραινέσεις» να ακολουθήσουν και άλλοι το - ως άνω περιγραφέν - αναξιοπρεπές και ποταπό παράδειγμά του. Εγείρει το εξής ερωτηματικό ο Εναγόμενος 2: «έτσι συμβουλεύει τον πελάτη του;», δηλαδή να κάνει αυτές τις αναξιοπρεπείς πράξεις; Αφήνει το δημοσίευμα να νοηθεί ότι ο Eνάγων συμβουλεύει τους πελάτες του να ενεργούν με τρόπο που ενδέχεται να έχει ευρύτερες συνέπειες και να παραβλάπτει τα εθνικά συμφέροντα. Αυτό το τμήμα του επίδικου δημοσιεύματος, κρινόμενο υπό το φως του συνόλου του επίδικου δημοσιεύματος, κατά την κρίση μου είναι δυσφημιστικό καθ' ότι είναι πιο πιθανόν παρά να μην είναι ικανό εκ φύσεως «να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη του Ενάγοντος στο επάγγελμά του» (βλ. το άρθρο 17
(1)(γ) του Κεφ. 148). Δεν χρειάζεται να έχω ενώπιον μου μαρτυρία ότι όντως το έβλαψε, αφού το ίδιο το άρθρο 17
(1)(γ) λέει ότι είναι αρκετό «να τείνει να βλάψει». Το ίδιο κριτήριο ως προς τη δυσφήμιση επαγγέλματος περιγράφεται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander tenth edition όπου στην παράγραφο 2.26, σελίδα 59: «Any imputation which may tend to injure a person's reputation in a business, employment, trade, profession, calling or office carried on or held by him is defamatory.». Διευκρινίζεται από τον Gatley, 10 η έκδοση, σελ. 59 ότι «The mere fact that words tend to injure the claimant in the way of his office, profession or trade is insufficient. If they do not involve any reflection upon the personal character, or official professional or trading reputation of the claimant, they are not defamatory.». Στην παρούσα υπόθεση, έχει ακριβώς συνδυαστεί η υπονόμευση της επαγγελματικής ιδιότητας του Ενάγοντος με επίθεση κατά της υπόληψης του προσώπου του. Δεν είναι αναγκαίο να αποδείξει ο Ενάγων ότι η υπόληψή του έχει πράγματι υποστεί βλάβη ή ότι πράγματι έχει εκτεθεί σε περιφρόνηση κτλ. Ο νόμος δεν θέτει τέτοιο αποδεικτικό βάρος στους ώμους του Ενάγοντος. Αυτό που απαιτείται είναι μόνο το δημοσίευμα να «τείνει» ή να «ενδέχεται» να επιφέρει τέτοιες συνέπειες. Τούτο κρίνεται υπό το φως του γενικότερου κοινωνικού πλαισίου και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας κατά τον ουσιώδη χρόνο της δημοσίευσης του επίδικου δημοσιεύματος. Έτσι, όπως λέχθηκε στην John Fairfax Publications Pty Ltd v Rivkin [2003] HCA, αναφορικά με την περίπτωση ισχυρισμού ότι κάποιος είναι κομμουνιστής ή ομοφυλόφιλος- "Once, it was highly defamatory in many countries to allege, or suggest, that a person was a communist. Now, in most circumstances, it would be a matter of complete indifference. The day may come when, to accuse an adult of consenting homosexual activity is likewise generally a matter of indifference. However, it would ignore the reality of contemporary Australian society to say that the day has arrived for all purposes and all people. At least for people who treat their sexuality as private or secret or people who have presented themselves as having a different sexual orientation, such an imputation, could, depending on the circumstances, still sometimes be defamatory.". Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει αναντίλεκτη μαρτυρία σε ό,τι αφορά την κρισιμότητα της χρονικής περιόδου κατά την οποία δημοσιεύτηκε το επίδικο δημοσίευμα για την επαγγελματική σταδιοδρομία του Ενάγοντος. Ο Ενάγων εκπροσωπούσε τότε τον κ. Μελέτη Αποστολίδη εναντίον του ζεύγους Orams ενώπιον του Court of Appeal της Αγγλίας στο πλαίσιο έφεσης κατά της απόφασης του High Court of Justice (England & Wales), Queens Bench Division. Εκκρεμούσε η έκδοση της απόφασης του Court of Appeal για το αν θα αποδεχόταν το αίτημα του κου Αποστολίδη για αποστολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής «το ΔΕΚ», όπως ήταν τότε).[20] Πράγματι, η απόφαση του Court of Appeal επί του αιτήματος του κου Αποστολίδη εκδόθηκε στις 28.6.2007. Ήταν θετική απόφαση για τον κο Αποστολίδη, αφού παραπέμφθηκαν τα προδικαστικά ερωτήματα ως το αίτημά του. Η δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος του Εναγομένου 2 στον Φιλελεύθερο τοποθετείται δύο μόλις ημέρες μετά από την απόφαση του Court of Appeal. Δηλαδή, εκεί που τα φώτα ήταν στραμμένα στην υπόθεση του πελάτη του Ενάγοντος και η αναγνωρισιμότητα του Ενάγοντος ως δικηγόρου στο απόγειό της (ως η κοινή παραδοχή), ήλθε η αμφισβήτηση της υπόληψης και της υπευθυνότητάς του με το επίδικο δημοσίευμα. Δεν απαιτείται, όπως προανέφερα, να αποδειχθεί η βλάβη στο επάγγελμα. Αρκεί το γεγονός ότι έτεινε να υποστεί βλάβη από ένα τέτοιο δημοσίευμα. Παρενθετικά λοιπόν και μόνο σημειώνω ότι ο Ενάγων έδωσε μαρτυρία ότι το επίδικο δημοσίευμα περιήλθε στην προσοχή του κου Αποστολίδη, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη του στο πρόσωπο του Ενάγοντος. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ο Ενάγων ότι αυτός χρειάστηκε να κρατήσει «με νύχια και με δόντια» τον πελάτη του, κ. Αποστολίδη, να τον κάνει να τον εμπιστευτεί, και ένιωσε ότι επανάκτησε την εμπιστοσύνη του μόνο όταν εκδόθηκε η απόφαση του ΔΕΚ (την 28.4.2009). Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό κατά την έννοια του άρθρου 17
(1)(γ)(δ)(ε) του Κεφ. 148 σε ό,τι αφορά το πρόσωπο και το επάγγελμα του Ενάγοντος. Στ. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΙΣΧΥΟΥΝ ΟΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΙΣ i) Η υπεράσπιση της αλήθειας Νομική πτυχή Σύμφωνα με την παράγραφο (α) του άρθρου 19 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «
  1. Σε αγωγή για δυσφήμηση αποτελεί υπεράσπιση- (α) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές: Νοείται ότι, όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα περιέχει δυο ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγορίες κατά του ενάγοντα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφου αυτής δεν καταρρίπτεται για μόνο το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε μιας κατηγορίας, αν το μέρος του δημοσιεύματος που δεν αποδείχτηκε ως αληθές δεν βλάπτει ουσιωδώς την υπόληψη του ενάγοντα, αφού ληφθεί υπόψη το αληθές των υπόλοιπων κατηγοριών·». Ως προς το θεωρητικό υπόβαθρο της υπεράσπισης της αλήθειας, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το Σύγγραμμα του Π. Γ. Πολυβίου «Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης», Εκδόσεις Χρυσαφίνης & Πολυβίου, Λευκωσία 2013, σελ. 198, όπου αναφέρονται τα εξής: «Έχουν προβληθεί δύο θεωρίες για την ύπαρξη αυτής της υπεράσπισης. Πρώτον, εφόσον το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης έχει ως πρωταρχικό σκοπό την προστασία της υπόληψης και της καλής φήμης, αυτά θα πρέπει να προστατεύονται μόνο εκεί όπου πραγματικά υπάρχουν. Εάν ο Ενάγων έχει προβεί σε μια μεμπτή πράξη ή ενέργεια ή έχει επιδοθεί σε απαράδεκτη συμπεριφορά, η υπόληψη και η καλή φήμη του έχουν μειωθεί στον ανάλογο βαθμό, με αποτέλεσμα να μην μπορεί και να μην πρέπει να υποβάλλει παράπονο για κατ' ισχυρισμό δυσμενή επηρεασμό τους. [.] Το δεύτερο θεωρητικό έρεισμα της υπεράσπισης της αλήθειας είναι η ίδια η ελευθερία του λόγου και έκφρασης. Και πάλι, σύμφωνα με κάποια παλαιά αλλά εξαιρετικά σημαντική δικαστική απόφαση, η ελευθερία του λόγου, παρά τη σημασία της και τα νομικά τεκμήρια υπέρ της απρόσκοπτης άσκησής της, δεν περιλαμβάνει «μεμπτή ενέργεια» (wrongful act). [.] Η δημοσίευση δυσφημιστικών ισχυρισμών συνιστά νομικά «μεμπτή ενέργεια». Η δημοσίευση όμως της αλήθειας δεν συνιστά μεμπτή, παράνομη ή κολάσιμη πράξη ή ενέργεια, όποιο και να είναι το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος [.]». Το βάρος απόδειξης ότι το επίδικο δημοσίευμα αποτυπώνει την αλήθεια βρίσκεται στους ώμους του εναγόμενου και αποσείεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων: Χρυσόστομος Φιλίππου v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ. [2006] 1Β Α.Α.Δ.
  2. Οι Εναγόμενοι πρέπει να αποδείξουν ότι οι δυσφημιστικοί ισχυρισμοί είναι αληθείς. Δεν είναι αρκετό να αποδείξουν ότι οι ίδιοι τους πίστευαν ως αληθείς. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Ελευθέριος Γαληνιώτης ν. Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ., Πολιτική Έφεση 116/2008, ημερ. 15.3.2011: «Όσον αφορά την υπεράσπιση της αλήθειας (justification), της οποίας το βάρος απόδειξης φέρει ο εναγόμενος, εφόσον δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει το ψεύδος του κειμένου, είναι πάντοτε επικίνδυνη, διότι τυχόν ανεπιτυχής προσπάθεια θεμελίωσης της αλήθειας του κειμένου, μπορεί να θεωρηθεί εν τέλει επιβαρυντική της αρχικής ζημιογόνας πράξης της δημοσίευσης. Αυτό, διότι αν το κείμενο είναι τελικώς ψευδές, δεν έχει σημασία για σκοπούς υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος έντιμα και εύλογα πίστευε ότι ήταν ορθό. Η αλήθεια κάθε λεπτομέρειας των γεγονότων στο δημοσιευμένο κείμενο δεν χρειάζεται να αποδειχτεί, υπό την αίρεση ότι η ουσία του δημοσιεύματος είναι αληθής, οι δε λεπτομέρειες που αποδεικνύονται αναληθείς δεν επιδεινώνουν τον δυσφημιστικό χαρακτήρα του κειμένου ή διαφοροποιούν τη φύση του. Όπως εξηγείται και στον Street on Torts, οι δυσκολίες απόδειξης της υπεράσπισης της αλήθειας υπάρχουν για να εμποδίζεται η κατάχρησή της.». Η υπεράσπιση της αλήθειας είναι γνωστή με τον αγγλικό όρο «justification» (δικαιολόγηση), γιατί ακριβώς ο Εναγόμενος, ο οποίος επικαλείται την υπεράσπιση της αλήθειας, έχει καθήκον να αιτιολογήσει (to justify) επακριβώς τις ακριβείς λέξεις της έκθεσης απαιτήσεως. Δεν δικαιούται να παραθέσει δική του εκδοχή ως προς το ποιες είναι οι δυσφημιστικές λέξεις και να επιχειρήσει να αιτιολογήσει τη δική του εκδοχή. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Κώστας Νικολαΐδης v Ανδρέα Δημητριάδη
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1683: «Για τη σωστή αντιμετώπιση της υπεράσπισης justification από μέρους του εναγομένου μας κατατοπίζει ο Gatley, στο ίδιο σύγγραμμα[21] του, στην παράγραφο 1107, σελ. 460. Το απόσπασμα που ακολουθεί στηρίζεται στις αποφάσεις που περιλαμβάνονται στις υποσημειώσεις. Βασική υπόθεση είναι η Rassam v. Budge [1893] 1 Q.B. 571, που μνημονεύει και η εκκαλούμενη απόφαση: "... The defendant must justify the precise words set out in the statement of claim. He is not entitled to set out his own version of the words and then plead that those words are true."». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Όπως αναφέρεται στην 11η έκδοση του Συγγράμματος Gatley, Κεφάλαιο 11, σελ. 309, "it is a defence for the defendant to establish that the imputation in respect of which he is sued is substantially true". (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Δεν εναπόκειται δηλαδή στον Εναγόμενο να δικαιολογήσει αυτό που ο ίδιος θεωρεί ως δυσφημιστικό νόημα, αλλά εκείνο το δυσφημιστικό νόημα για το οποίο ενάγεται. Δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να παραθέσει τους ισχυρισμούς γεγονότων επί των οποίων βασίζεται για να προβάλει την υπεράσπιση της αλήθειας. Θα πρέπει επίσης να προσδιορίσει το δυσφημιστικό νόημα που επιχειρεί να δικαιολογήσει. Παραπέμπω στη σελίδα 328 παρα. 11.14
(6)από το Σύγγραμμα Gatley, όπου αναφέρεται ότι: «The defendant is not obliged to specify in his pleadings what the words complained of mean but he must specify the defamatory meanings which he seeks to justify and give particulars of the matters on which he proposes to rely." Περαιτέρω, στην ίδια έκδοση του προμνησθέντος Συγγράμματος, στη σελ. 318, ο Gatley αναφέρει ότι, όπου το επίδικο δημοσίευμα περιέχει δυσφημιστικούς ισχυρισμούς γεγονότων και γνώμης, πρέπει να αποδειχθεί ότι οι ισχυρισμοί γεγονότων είναι αληθείς και ότι η γνώμη είναι ορθή: «If the libel contains defamatory statements both of fact and of opinion, the defendant, under a plea of justification, must prove that the statements of fact are true and that the statements of opinion are correct. (Cooper v Lawson
(1838)8 A & E 746; Howden v Truth and Sportsman
(1937)58 CLR 416; see the marks in Goldsborough v Fairfax
(1934)34 S.R. (NSW) 524 at 546 - 547; Gardiner v Fairfax
(1942)42 SR (NSW) 171 at 179). Επεξηγεί ο Gatley στην ίδια σελίδα ότι: «Hence if an article in a newspaper is introduced by a defamatory headline in the nature of a comment, evidence that the facts stated in the article were true is not sufficient to support a plea of justification unless the defendant convinces the jury that the headline was a true view of the state of affairs disclosed by the facts. It may of course be that the expression of opinion can be defended as fair comment. [.] A plea of justification in respect of a comment may succeed were fair comment would fail because the defendant was actuated by malice; contrarywise, a plea of justification may fail in circumstances in which a plea of fair comment would succeed because the comment, though untrue, was such as an honest person might have made and was made without malice.". Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε κατ' έφεση από τον Νικολάτο, Δ., όπως ήταν τότε, στην απόφαση Χρυσόστομος Φιλίππου ν 1. Εκδόσεις Αρκτίνος ΛΤΔ και 2. Γιάννη Παπαδόπουλου
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1124. Σχετικό το εξής απόσπασμα꞉ «Η υπεράσπιση της αλήθειας, όταν ένα δημοσίευμα κριθεί ως δυσφημιστικό για συγκεκριμένο άτομο, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πετυχαίνει μόνον όταν τόσο οι ισχυρισμοί ως προς τα γεγονότα όσο και τα δυσφημιστικά συμπεράσματα που εξάγονται από αυτό, αποδεικνύονται αληθή από τον εναγόμενο (Δέστε Glafx Ltd v Loizia
(1984)1 CLR 729). [.]». Αυτό που αναμένεται από τον εναγόμενο να αποδείξει είναι την ουσιαστική αλήθεια. Το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να απασχολήσουν «ανακρίβειες στη γωνία, όσο ουσιαστικές και αν είναι», καθότι στους δημοσιογράφους επιτρέπεται κάποιος βαθμός υπερβολής. Αυτά λέει ο Gatley στην σελ. 320 (τελευταία παράγραφο): «When considering substantial truth it is important to "isolate the essential core of the libel and not to be distracted by inaccuracies around the edge - however substantial". (Turcu v News Group Newspapers Ltd [2005] EWHC 799 QBD at [105]) Journalists need to be permitted a degree of exaggeration even in the context of factual assertions (ibid at [108]) Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Στην παράγραφο 15 της Έκθεσης Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι εγείρουν την υπεράσπιση της αλήθειας. Δικογραφείται ως εξής: «15. Άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά των πιο πάνω ισχυρισμών και της γενικής θέσης των Εναγομένων ότι το δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό, σε περίπτωση που ήθελε αποφασιστεί ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα, γεγονός που οι Εναγόμενοι απορρίπτουν, είναι η θέση των Εναγομένων πως στο βαθμό που αυτό περιέχει ισχυρισμούς που σημαίνουν και/ή έγινε αντιληπτό ότι σημαίνουν ότι: Ι. Ο Ενάγοντας, μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2004, επανέκτησε δύο πίνακες ζωγραφικής, οι οποίοι μετά την εισβολή του 1974 παρέμεναν στα κατεχόμενα εδάφη της Δημοκρατίας, που ανήκαν στην οικογενειακή του περιουσία, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος και/ή επιτόπιας αντικατάστασής τους με πλαστό αντίγραφο, ΙΙ. Ο Ενάγοντας διαπραγματεύθηκε, χωρίς επιτυχία, την επανάκτηση πίνακα ζωγραφικής ιδιοκτησίας της οικογένειάς του, έναντι χρημάτων, ΙΙΙ. Για τον Ενάγοντα δεν έχει σημασία πού κατέληξαν τα χρήματα που έδωσε για να επανακτήσει κάτι που του ανήκε ήδη, ΙV. Ο Ενάγοντας ειρωνεύτηκε την προτροπή συγκεκριμένης κομματικής παράταξης όπως μη επισκεφθούν τα κατεχόμενα εδάφη οι Ελληνοκύπριοι κατά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2004, τούτοι είναι αληθείς. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ Α. Την 17.06.2007 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής» η οποία εκδίδεται στην Αθήνα και κυκλοφορεί και στην Κύπρο αλλά και παγκοσμίως μέσω του διαδικτύου, άρθρο του Ενάγοντα υπό τον τίτλο «Τώρα αυτά είναι δικά μας». Β. Ο Ενάγοντας συνέγραψε το άρθρο σε πρώτο πρόσωπο και παρέθετε πολλά βιωματικά στοιχεία τα οποία έδειχναν αληθή ή αληθοφανή. Περαιτέρω υπέγραψε το εν λόγω άρθρο υπό την ιδιότητα του δικηγόρου, όχι ως μυθιστοριογράφου. Τούτα, μεταξύ άλλων, οδήγησαν τον Εναγόμενο 2 να εκλάβει το περιεχόμενο του άρθρου ως μη μυθοπλαστικό αλλά ως αυτοβιογραφικό. Οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να παρουσιάσουν το εν λόγω άρθρο όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «το Βήμα της Κυριακής» κατά τη δικάσιμο. Γ. Στο άρθρο του Ενάγοντα, ο ίδιος, εξιστορεί πως κατέβαλε σημαντικό χρηματικό ποσό σε διάφορα άγνωστα του πρόσωπα για να επανέλθει στην κατοχή του πίνακας ζωγραφικής τεράστιας οικονομικής αξίας, ιδιοκτησίας της οικογένειάς του και ο οποίος παρέμενε μετά την εισβολή του 1974 στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου. Δ. Στο ίδιο άρθρο ο Ενάγοντας υπαινίσσεται, με αναφορά σε γνωστές κινηματογραφικές ταινίες που πραγματεύονται αυτό ακριβώς το θέμα, πως δεύτερος πίνακας ιδιοκτησίας της οικογένειάς του, ο οποίος επίσης παρέμενε μετά το 1974 στα Κατεχόμενα, του ίδιου καλλιτέχνη και επίσης τεράστιας οικονομικής αξίας, περιήλθε στην κατοχή του δια αφαίρεσης και αντικαταστάσεώς του με πανομοιότυπο αντίγραφο αφού προηγουμένως είχαν εξαντληθεί οι προσπάθειες για να επανακτηθεί με χρηματικό αντάλλαγμα. Ε. Ο Ενάγοντας δεν γνωρίζει πού κατέληξαν τα χρήματα που κατέβαλε, αν κατέληξαν στον μεσάζοντα ή στον έποικο σφετεριστή της περιουσίας του, αλλά τούτο ποσώς τον ενδιαφέρει. Στ. Ο Ενάγοντας αναφέρθηκε σε κομματική παράταξη, η οποία κατά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2004 είχε αποδοκιμάσει τη μετάβαση των ελληνοκυπρίων στα Κατεχόμενα, αποκαλώντας την «αυτοδιορισμένη πατριωτική παράταξη».». Στην τελική του αγόρευση ο συνήγορος του Ενάγοντος διατύπωσε την εισήγηση ότι δεν ήταν επιτρεπτό για τον εναγόμενο να δικογραφήσει τη θέση του με τον πιο πάνω τρόπο. Επισημαίνει ο εν λόγω συνήγορος ότι δεν είναι τα τέσσερα σημεία που αναφέρουν οι Εναγόμενοι στην παράγραφο 15 της Έκθεσης Υπεράσπισης τους που είναι δυσφημιστικά για τον Ενάγοντα. Οι αναφορές που είναι δυσφημιστικές για τον Ενάγοντα, όπως δικογραφήθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης, είναι ότι ο Ενάγων θέτει τα υλικά αγαθά πάνω από την αξιοπρέπεια του και πάνω από το καλό της πατρίδας του και των συμπατριωτών του, ότι παραινεί και άλλους να ακολουθήσουν τον κακό του δρόμο, ότι ασκεί το επάγγελμα του με τρόπο που παραβλάπτει τα εθνικά συμφέροντα και εν πάση περιπτώσει με τρόπο επιπόλαιο κτλ. Προσθέτει ο συνήγορος του Ενάγοντος ότι: «Οι εναγόμενοι δεν διανοήθηκαν καν να ισχυρισθούν στην Έκθεση Υπεράσπισης τους ότι αυτοί οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί. Ούτε κατά την ακροαματική διαδικασία προσκομίσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που θα μπορούσε να τους στοιχειοθετήσει. Είναι η θέση του Ενάγοντος ότι οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν την αλήθεια των δυσφημιστικών τους ισχυρισμών και πως ως εκ τούτου η υπεράσπιση της αλήθειας θα πρέπει να απορριφθεί.». Αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο συνήγορος των Εναγομένων εξέφρασε την έκπληξη του για τη διατύπωση ένστασης σε ό,τι αφορά την καταλληλότητα της δικογράφισης της συγκεκριμένης υπεράσπισης στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και υπέδειξε πως αν ο Ενάγων θεωρούσε ότι το δικόγραφο της Ε/Υ έπασχε ή/και έχρηζε περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών, το κατάλληλο στάδιο να έθετε το θέμα αυτό ήταν εκείνο των οδηγιών δυνάμει της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πράγμα που δεν έπραξε και αντί τούτου ακούσθηκε όλη η μαρτυρία στη βάση των καταχωρηθέντων δικογράφων. Προς υποστήριξη της θέσης του, ο συνήγορος των Εναγομένων παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση Κουρσουμά ν Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973,
  1. Επί της ουσίας της υπεράσπισης της αλήθειας, η θέση του συνηγόρου των Εναγομένων συνοψίζεται στην τελική του αγόρευση ως εξής: «Αυτό που κυρίως και πρώτιστα ενόχλησε τον Ενάγοντα είναι πως ο Εναγόμενος 2 έγραψε πως ο Ενάγων ξαναγόρασε την περιουσία του (γεγονός) και πως τούτο είναι μεμπτό (σχόλιο). Εξ ου και η προσκόμιση της Μ.Ε.2 από την πλευρά του Ενάγοντα - για να δείξει ότι δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό στην αγορά κλεμμένων περιουσιών. Έπεται κατά τη γνώμη μας πως το «κεντρί» (sting) των ισχυρισμών των Εναγόμενων (η αγορά περιουσίας) αποδείχτηκε ως αληθές. Είναι επουσιώδες αν η περιουσία που αγοράστηκε με καταβολή χρημάτων συνίστατο σε έναν τελικά πίνακα και όχι σε δύο πίνακες. Είναι επομένως φανερό, κατά τη γνώμη μας, πως η υπεράσπιση της αλήθειας που επικαλούνται οι Εναγόμενοι πρέπει να επιτύχει.». Είναι η εκτίμηση του Δικαστηρίου ότι η δικογράφιση της υπεράσπισης της αλήθειας κατά τα αναφερόμενα στην παρα. 15 της Ε/Υ εμπεριέχει πρόδηλο σφάλμα καθ' ότι επιχειρεί να αιτιολογήσει, ως αληθείς, ισχυρισμούς γεγονότων άλλους από εκείνους που συναντούνται στο ίδιο το επίδικο δημοσίευμα. Ουδείς από τους ισχυρισμούς γεγονότων που αναφέρονται υπό τα σημεία «ΙΙ» έως «IV» συναντάται στο επίδικο δημοσίευμα. Το ίδιο ισχύει εν μέρει για τον ισχυρισμό γεγονότων που εκθέτει υπό το σημείο «Ι». Ο συνήγορος των Εναγομένων φαίνεται να αντλεί τα σημεία αυτά από το άρθρο του Ενάγοντος, παρά από το επίδικο δημοσίευμα. Δηλαδή το τί κάνει, είναι να παίρνει σημεία από το άρθρο του Ενάγοντος και ακολούθως να δίδει λεπτομέριες γεγονότων για να τα αιτιολογήσει αυτά, αντί να πάρει τις λέξεις ή φράσεις από την Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα, οι οποίες περιέχουν το δυσφημιστικό νόημα, και να δώσει λεπτομέρειες γεγονότων (αντλώντας τις έστω μέσα από το άρθρο του Ενάγοντος) για να αιτιολογήσει το νόημά τους ως αληθές. Παρατηρώ, ειδικότερα, ότι - (α) Πουθενά στο επίδικο δημοσίευμα δεν αναφέρεται ότι αυτό που ο Εναγόμενος 2 θεωρεί μεμπτή και αξιοκατάκριτη πράξη είναι την επιτόπια αντικάτασταση πίνακα με πλαστό αντίγραφο (ως το σημείο «Ι» της παρα. 15 της Ε/Υ). Θα είχε άλλη διάσταση η υπόθεση σε τέτοια περίπτωση. Δεν είναι αυτόν τον ισχυρισμό γεγονότος που επέλεξε να σχολιάσει ο Εναγόμενος 2 στο άρθρο του. Αυτό το στοιχείο το εισάγει για πρώτη φορά ο συνήγορός του μέσω της Έκθεσης Υπεράσπισης (προφανώς για να φανερώσει ότι υπήρχε αξιόμεμπτη πράξη). Απεναντίας, ο ισχυρισμός γεγονότος που ο Εναγόμενος έθεσε ως βάση για την άσκηση της δριμύας κριτικής ήταν ότι ο Ενάγων «(ξανα)αγόρασε δύο πίνακες του Γ. Πολ. Γεωργίου που ανήκαν στην οικογένειά του από τους νέους «ιδιοκτήτες» τους.». (β) Πουθενά στο επίδικο δημοσίευμα δεν αναφέρεται ότι το αξιοκατάκριτο είναι ότι «Για τον Ενάγοντα δεν έχει σημασία πού κατέληξαν τα χρήματα που έδωσε για να επανακτήσει κάτι που του ανήκε ήδη» (ως το σημείο «ΙΙΙ» της παρα. 15 της Ε/Υ). Τέτοιος ισχυρισμός θα ήταν, τουλάχιστον, ικανός να δηλώσει ότι ο Ενάγων δεν γνωρίζει ή/και δεν είχε ποτέ άμεση επαφή ή διαπραγμάτευση με αυτούς που έλαβαν τα χρήματα, ως είναι και η θέση που ανέπτυξε κατά την προφορική του μαρτυρία ο Ενάγων. Απεναντίας, ο ισχυρισμός γεγονότος που ο Εναγόμενος έθεσε ως βάση για την άσκηση της δριμύας κριτικής ήταν ότι ο Ενάγων παζάρεψε με τους νέους «ιδιοκτήτες», τους κλέφτες και τους βιαστές της Κύπρου, αφού για αυτές τις πράξεις είναι που καλεί το αναγνωστικό κοινό να μην τον μιμηθεί. Η Έκθεση Υπεράσπισης δεν επιχειρεί να αιτιολογήσει ως αληθή αυτόν τον ισχυρισμό γεγονότος. (γ) Πουθενά στο επίδικο δημοσίευμα δεν αναφέρεται ότι «Ο Ενάγοντας ειρωνεύτηκε την προτροπή συγκεκριμένης κομματικής[22] παράταξης όπως μη επισκεφθούν τα κατεχόμενα εδάφη οι Ελληνοκύπριοι κατά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2004 (ως το σημείο IV της παρα. 15 της Ε/Υ). Απεναντίας, ο ισχυρισμός γεγονότος που ο Εναγόμενος έθεσε ως βάση για την άσκηση της δριμύας κριτικής ήταν ότι ο Ενάγων δεν ξέχασε κιόλας «να στηλιτεύσει προκαταβολικώς τους «αυτοδιορισμένους υπερπατριώτες» που πιθανότατα θα αποδοκιμάσουν την ενέργειά του», δηλαδή να ασκήσει προκαταβολικώς δριμύα κριτική σε αυτούς που θα αμφισβητούσαν την πράξη του να (ξανα)αγοράσει τους δύο πίνακες που ανήκαν στην οικογένειά του. Η Έκθεση Υπεράσπισης δεν επιχειρεί να αιτιολογήσει αυτόν τον ισχυρισμό γεγονότος. Κατά την κρίση μου, η πλευρά του Ενάγοντος θα μπορούσε να είχε αιτηθεί σε αρχικό στάδιο της δίκης τη διαγραφή της παρα. 15 της Ε/Υ (σημεία ΙΙ έως IV και εν μέρει το σημείο Ι) ως ενοχλητικής. Το σφάλμα της δεν έγκειται στην έλλειψη λεπτομερειών, ώστε να ήταν κατάλληλο να υποβληθεί αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος των Εναγομένων αγορεύοντας προφορικά στο τελικό στάδιο της δίκης. Το σφάλμα είναι στην ίδια τη βάση της δικογράφισης της συγκεκριμένης υπεράσπισης. Απορρίπτω, εν πάση περιπτώσει, για τους λόγους που εξέθεσα πιο πάνω, στο παρόν στάδιο της δίκης, την υπεράσπιση της αλήθειας σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο των σημείων ΙΙ έως IV της παρα. 15 της Ε/Υ. Η υπεράσπιση της αλήθειας απομένει να αξιολογηθεί μόνο όσον αφορά το τμήμα του σημείου «Ι» της παρα. 15 που αφορά στον ισχυρισμό γεγονότος ότι ο Ενάγων (ξανα)αγόρασε πίνακες (αν είναι 1 ή 2 αποτελεί, όντως, λεπτομέρεια μη ουσιώδη) του Γ. Πολ Γεωργίου οι οποίοι ανήκαν στην οικογένειά του. Προτού προχωρήσω να εξετάσω τον πιο πάνω ισχυρισμό γεγονότος, για τον οποίο δόθηκαν στην παρα. 15 σημείο (Ι) λεπτομέρειες αιτιολόγησής του ως αληθούς, κρίνω κατάλληλο να επισημάνω ότι η Έκθεση Υπεράσπισης παραλείπει να αντιμετωπίσει και να αιτιολογήσει ως αληθή τον ισχυρισμό του Εναγομένου 2 ότι προέβηκε σε δημόσια παραίνεση όπως ακολουθηθεί το παράδειγμά του καθώς και τον υπαινιγμό ότι ο Ενάγων, υπό τη δικηγορική του ιδιότητα, συμβουλεύει τους πελάτες του να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Πρόκειται για ουσιώδες κενό δικογράφισης, αφού, κατά την κρίση μου, όπως την έχω ήδη διατυπώσει κατά την αξιολόγηση του δυσφημιστικού περιεχομένου του δημοσιεύματος, ο ισχυρισμός περί συμβουλών και δημοσίων παραινέσεων του Ενάγοντος θίγει ουσιωδώς την υπόληψή του και, συνεπώς, η παράλειψη δικογράφισης, μέχρι τέλους της δίκης, της υπεράσπισης ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής δεν μπορεί να θεραπευθεί έστω και αν υπάρχει σχετική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου (που δεν λέω ότι υπάρχει)[23]. Παράλειψη εκείνου που έχει το βάρος να αποδείξει την υπεράσπιση της αλήθειας να αξιώσει καν την έγερση τέτοιας υπεράσπισης, δεν μπορεί να αναπληρωθεί με πράξη του ιδίου του Δικαστηρίου, αφού κάτι τέτοιο θα αναιρούσε την εικόνα του Δικαστηρίου ως αμερόληπτου κριτή και θα το έθετε στο μέρος ενός διάδικου. Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα υπόθεση, δεδομένης της σχετικής νομοθετικής διάταξης (βλ. την επιφύλαξη της παρα. (α) του άρθρου 19 του Κεφ. 148) αλλά και της νομολογίας (βλ. την προμνησθείσα πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση «Ο Φιλελεύθερος Λτδ ν Δώρου Γεωργιάδη κ.α) που λέγει ότι꞉ «Το κριτήριο το οποίο θέτει ο ίδιος ο νομοθέτης σε μια τέτοια περίπτωση είναι η διακρίβωση κατά πόσο το μέρος ή τα μέρη του δημοσιεύματος που δεν αποδείχτηκε ότι είναι αληθινά, βλάπτουν ουσιωδώς την υπόληψη του εφεσίβλητου, λαμβανομένου όμως υπόψη του αληθούς των υπόλοιπων κατηγοριών.». Προχωρά, λοιπόν, η παρούσα υπόθεση στη βάση αξιολόγησης της υπεράσπισης της «μερικής αλήθειας» του επίδικου δημοσιεύματος. Για τις νομικές συνέπειες τούτου, είναι σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Δώρος Γεωργιάδης ανωτέρω꞉ «Νομοθετική πρόνοια με παρόμοιο λεκτικό συναντάτο και στο Αγγλικό Defamation Act 1952, άρθρο
  2. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Pumplin v. Express Newspapers Ltd (No. 2)
(1998)1 All E.R. 282, μια υπεράσπιση η οποία βασίζεται στη μερική αλήθεια των προβληθέντων ισχυρισμών, μπορεί να ευσταθήσει, εάν δε αυτό δεν καταστεί δυνατό, ο εναγόμενος μπορεί να βασισθεί στα αποδειχθέντα ως αληθή γεγονότα, έτσι ώστε να μειώσει και σχεδόν να εκμηδενίσει το ποσό των επιδικασθησόμενων αποζημιώσεων.». Επανέρχομαι στον μόνο ισχυρισμό γεγονότος αναφορικά με τον οποίο έχει, κατά τρόπο αποδεκτό, δικογραφηθεί η υπεράσπιση της αλήθειας. Για να αποδείξουν ότι ο Ενάγων (ξανα)αγόρασε τους πίνακες του Γ. Πολ Γεωργίου που ανήκαν στην οικογένειά του από τους νέους «ιδιοκτήτες» τους, οι Εναγόμενοι δικογραφούν στην Ε/Υ τις εξής λεπτομέρειες γεγονότων (σχετική η παρα. Γ)꞉ «Γ. Στο άρθρο του Ενάγοντα, ο ίδιος, εξιστορεί πως κατέβαλε σημαντικό χρηματικό ποσό σε διάφορα άγνωστα του πρόσωπα για να επανέλθει στην κατοχή του πίνακας ζωγραφικής τεράστιας οικονομικής αξίας, ιδιοκτησίας της οικογένειάς του και ο οποίος παρέμενε μετά την εισβολή του 1974 στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Οι λέξεις «σημαντικό χρηματικό ποσό» και «τεράστιας οικονομικής αξίας» δεν χρησιμοποιήθηκαν κατά την κρίση μου διόλου τυχαία από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων. Πώς θα μπορούσε να αποδειχθεί ως αληθές το δυσφημιστικό νόημα που απέδωσε το επίδικο δημοσίευμα περί της αυξημένης αξίας της ύλης και της ιδιοκτησίας έναντι της αξίας της αξιοπρέπειας στα μάτια του Ενάγοντος, αν δεν τονίζετο η μεγάλη οικονομική αξία του αποκτήματος του Ενάγοντος; Το επόμενο ερώτημα είναι το εξής꞉ είχε ενώπιον του ο Εναγόμενος 2 τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν την απόδοση αυτού του δυσφημιστικού νοήματος και τη διάδοση του στο κοινό; Θα πρέπει να εξετασθεί το περιεχόμενο του άρθρου του Ενάγοντος για να εξευρεθεί η απάντηση και τούτο για τον λόγο ότι ο Εναγόμενος 2 δεν έψαξε, καθώς είπε τόσο στη γραπτή του δήλωση όσο και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου να μάθει ποια ήταν τα πραγματικά γεγονότα. Στηρίχθηκε στο περιεχόμενο του άρθρου του Ενάγοντος ως αληθούς. Παραθέτω τώρα αυτούσιο το άρθρο του Ενάγοντος το οποίο είχε πυροδοτήσει τη συγγραφή του επίδικου δημοσιεύματος. Με έντονα γράμματα επισημαίνω την παράγραφο όπου εφιστώ την προσοχή του αναγνώστη: .............. ««Τώρα αυτά είναι δικά μας Του ΚΩΝΣΤΑΝΤΗ Α. ΚΑΝΤΟΥΝΑ "Δεν φαντάζομαι να πιστεύεις πως θα μπορούσα να κλέψω κάτι που δεν μου ανήκει, έτσι;" Audrey Hepburn, "How to steal a million" Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960, προτού ακόμη γεννηθώ, η μητέρα μου είχε αναπτύξει στενή φιλιά με τον Γ. Πολ. Γεωργίου. Φιλία και θαυμασμό βεβαίως για το σπουδαίο ταλέντο του ζωγράφου, που είχε ως αποτέλεσμα πίνακες όπως η «Ξύλινη Κούκλα» να αποκτώνται από τη μητέρα μου, προτού καλά - καλά τελειώσουν, στο ατελιέ του ζωγράφου. Πέρασα έτσι τα πρώτα οκτώ χρόνια της ζωής μου ανάμεσα σε έργα ζωγραφικής όπως η «Carreta Blue», η «Ξύλινη Κούκλα», η «Λήδα με τον Κύκνο», η «Τουρκάλα με τον Γάιδαρο». Ένα δωμάτιο αρκετά λιτό πάνω στη θάλασσα, με παλιά χαλιά στο δάπεδο, απλά σκανδιναβικά έπιπλα και τους πίνακες του Γεωργίου στους τοίχους να μας κρατούν καλή παρέα, βλέποντας την θάλασσα. Η ζωή όμως είναι άτσαλη και δεν έχει καν τη δυνατότητα να απονέμει με δικαιοσύνη τα λαχεία της. Ούτε τα σπουδαία, τα μεγάλα, τα καλά, αλλά ούτε και τα δύσκολα, τα κακά, τα καταστροφικά. Όταν φύγαμε το 1974 από το σπίτι μας, τα έργα του Γεωργίου, όπως και η ζωή μας, έμειναν πίσω. Μια απώλεια που σκοτείνιασε τον ορίζοντα της ζωής όλων μας. Τους πίνακες δεν τους ξέχασα ποτέ, και αυτό δεν νομίζω να οφείλεται στις εν πολλοίς εκνευριστικά επαναληπτικές αναφορές της μάνας μου. Τα χρόνια πέρασαν, στήσαμε νέα σπίτια, νέες ζωές (;) και, όπως έγραψε η Νίκη Μαραγκού, ό,τι ενδεχομένως είχε μείνει πίσω, πρέπει να το σκέπασε μια στρώση άμμου. Τίποτε όμως δεν είχε απομείνει, αφού η Αμμόχωστος είχε επιμελώς και μετά πάσης ευσυνειδησίας λεηλατηθεί. Και άνοιξαν τα οδοφράγματα, και μια πληγή η οποία με τα χρόνια μου φάνηκε πως είχε κάπως κλείσει, άνοιξε ξανά και άρχισε να αιμορραγεί και να κακοφορμίζει. Πήγαμε στους τόπους μας (όσων από μας η λαχτάρα βάραινε περισσότερο από την αποδοκιμασία της αυτοδιορισμένης πατριωτικής παράταξης) και κλάψαμε για την ζωή που μας έκλεψαν, τη ζωή που ξεκαθάριζε πια πως δεν είχε επιστροφή. Φαίνεται όμως πως τίποτα δεν είναι τόσο οριστικό και τελειωτικό όσο συχνά φαίνεται. Ένας Θεός καλός, ένας Θεός ελεήμων, μας οδήγησε σε μια ταβέρνα στα κατεχόμενα, μια παραθαλάσσια ταβέρνα όπου τα πάντα ήταν κλεμμένα. Ακόμη και οι πόρτες που τελείωναν δέκα εκατοστά πάνω από το πάτωμα ήταν και αυτές, ξεκάθαρα, κλεμμένες. Και εκεί μας περίμενε πάνω από την πόρτα ενός αποχωρητηρίου η «Ξύλινη Κούκλα», άθικτη από τα χρόνια, αέρινη, ερωτική, ζωηρή, ατενίζοντας πάντα τη θάλασσα και περιμένοντας τους νέους εραστές, με το ένα πόδι τυλιγμένο στο σεντόνι που της χάρισε ο ζωγράφος. Και λίγο πιο πέρα η «Λήδα και ο Κύκνος» σε μια κατάσταση φθοράς και ακαθαρσίας, προστάτευαν τους επισκέπτες από τη θέα της ανεπιθύμητης υγρασίας σε μια εξωτερική κολόνα. «Τώρα αυτά είναι δικά μας, να πάτε στο καλό» έλεγε για τα αποκτήματά του ο εκ Τουρκίας ορμώμενος νέος «ιδιοκτήτης» του χώρου. Η θέα ενός μεγάλου μπαλτά, που του χρησίμευε στο κόψιμο ξύλων, δεν άφηνε πολλά περιθώρια για περαιτέρω συζητήσεις. Επιστρατεύτηκαν απίθανες γνωριμίες, γνωστοί γνωστών (κάποιοι ίσως ευυπόληπτοι, άλλοι σίγουρα ανυπόληπτοι), ατελείωτο πήγαινε-έλα, ακροβασίες πάνω από την άβυσσο των κινδύνων της οριστικής απώλειας. Με αποτέλεσμα, μετά την καταβολή ποσού πέραν των 30 αργυρίων, να επανακτηθεί, μετά την πάροδο 30 ακριβώς χρόνων, η «Ξύλινη Κούκλα». Στο πίσω μέρος, γραμμένη από τον ζωγράφο η αφιέρωση: «Τη αρματωλώ Στάλα Καντούνα, Γ. Πολ. Γεωργίου ΙΙΙ/ΙV/1963». (Σε ποιόν κατέληξαν τα αργύρια, στον γνωστό, στον μεσάζοντα, στον φιλότεχνο ταβερνιάρη έποικο; Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Τι σημασία έχει άλλωστε;) Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, η «Λήδα και ο Κύκνος» δεν κατέστη δυνατό να επανακτηθεί με αντάλλαγμα χρήματα. Όσοι προσεγγίζουν με τρόπο απαξιωτικό τις αμερικάνικες κινηματογραφικές υπερπαραγωγές, διαπράττουν κατά την άποψή μου σφάλμα μέγα. Με έμπνευση τις ταινίες «How to steal a million» και «The Thomas Crown Affair» επανακτήθηκε στη συνέχεια και η «Λήδα και ο Κύκνος». (Ίσως έπειτα από χρόνια, να κυκλοφορήσει στην αγορά ένας πλαστός Γεωργίου. Ένας πλαστός Γεωργίου που σίγουρα έχει και αυτός την ιστορία αλλά και την αξία του). Η μάνα μου, που σε προχωρημένη πια ηλικία ακολουθεί το τελετουργικό της Αυτοκέφαλης Κυπριακής Χριστιανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, πιστεύει πως θα βρεθούν και τα υπόλοιπα έργα της συλλογής της. Εγώ δεν το πιστεύω πια. «Γεώργιος Πολ. Γεωργίου - Ζωγραφική», στο Σπί- τι της Κύπρου, Ηρακλείτου 10, Κολωνάκι, τηλ. 210 3641.
  1. Ως τις 22 Ιουνίου. Ο Κωνσταντής Α. Καντούνας είναι δικηγόρος.»» .......... Κρίνω ότι αντιπαραβολή του επίδικου δημοσιεύματος με το σημειωθέν με έντονα γράμματα απόσπασμα από το πιο πάνω άρθρο του Ενάγοντος αποκαλύπτει ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν απέδωσε την αλήθεια του νοήματος του άρθρου του Ενάγοντος. - Ο Ενάγων ήταν προσεκτικός στο άρθρο του, ώστε να μην χρησιμοποίησε ποτέ τη λέξη «αγορά» ή «αγόρασε» ή «αγοράστηκε». Χρησιμοποίησε τη λέξη «επανακτήθηκε». Αυτό δείχνει ότι ως δικηγόρος ξέρει να ξεχωρίζει τη νομική ιδιαιτερότητα και ευαισθησία του θέματος αφ' ης στιγμής η οικογένεια του ήταν κατά πάντα χρόνο ο μόνος νόμιμος ιδιοκτήτης του πίνακα ζωγραφικής. Μερίμνησε μάλιστα στο άρθρο του να αναφερθεί στο αποδεικτικό στοιχείο της ιδιοκτησίας: τη γραμμένη από τον ζωγράφο αφιέρωση «Τη αρματωλώ Στάλα Καντούνα, Γ. Πολ. Γεωργίου ΙΙΙ/ΙV/1963». Ενδεικτική και η χρήση από τον ίδιο τον Ενάγοντα στο άρθρο του των εισαγωγικών γύρω από τη λέξη «ιδιοκτήτης» του χώρου, δείχνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο ότι ο ίδιος δεν τη χρησιμοποιεί με τη συνήθη ή φυσική έννοια της λέξης. Εξετάζω με μεγαλύτερη σχολαστικότητα τους όρους που χρησιμοποίησε ο Ενάγων στο άρθρο του απ' ότι ενδεχομένως θα έκρινα αναγκαίο αν αυτός δεν ήταν δικηγόρος, για το λόγο ότι αυτός στηλιτεύθηκε υπό το δεδομένο ακριβώς της δικηγορικής του επαγγελματικής ιδιότητας. Αν ο Ενάγων είχε όντως χρησιμοποιήσει τη λέξη «(ξανα)αγόρασα», θα έβρισκα, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, γλωσσικό ατόπημα στον ίδιο και δίκαιο στον Εναγόμενο
  2. - Η επανάκτηση έγινε όντως, στην περίπτωση του ενός πίνακα «με χρήματα». Ωστόσο τούτο δεν εξισώνει απαραιτήτως την πράξη με πράξη «αγοράς». Σύμφωνα με το προμνησθέν Λεξικό του Μπαμπινιώτη, «αγορά» σημαίνει την «απόκτηση (διαφόρων ειδών) με καταβολή χρηματικού ποσού ανάλογου προς την αξία (τους)».[24] Αν το ποσό που έδωσε ο Ενάγων ήταν ανάλογο του ποσού της αξίας του πίνακα ή αν ήταν «σημαντικό» δεν μπορούσε να εξακριβωθεί στην όψη του άρθρου του Ενάγοντος. Ποια ήταν η οικονομική αξία του πίνακα και αν ήταν «τεράστια» δεν μπορούσε να εξακριβωθεί στην όψη του άρθρου του Ενάγοντος. Δεν ασχολήθηκε ο Ενάγων καθόλου στο άρθρο του με την οικονομική αξία του πίνακα. Δεν ήταν εκεί η έμφαση του άρθρου του. Η έμφαση ήταν στη συναισθηματική αξία του πίνακα για τον Ενάγοντα και για τη μητέρα του. Αυτό κατέστησε σαφές ο Ενάγων και κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο των Εναγομένων απαντώντας στην υποβολή που του έγινε ότι «Οι δύο πίνακες, πέραν από συναισθηματική αξία, είχαν και έχουν τεράστια οικονομική αξία». Παραθέτω την απάντηση του Ενάγοντος: «Α. Υπολογίζω ότι, έχω ακούσει ότι σε δημοπρασία που έγινε πριν 3-4 χρόνια ένας πίνακας του Γεωργίου σαφώς μικρότερος και με λιγότερο ενδιαφέρον από αυτόν, αγοράστηκε από τον κ. Καραμοντάνη νομίζω ήταν τότε μεταξύ 40-50 χιλιάδων λιρών, σίγουρα δεν ήταν λιγότερα. Οι δικοί μου θεωρώ ότι αν ήταν να πουληθούν δεν ξέρω τώρα με την κρίση θα έπαιρνα ένα σημαντικό ποσό. Ε. Πιο μεγάλο από αυτό που είπες; Α. Ναι, πιο μεγάλο. Πρέπει να σας πω ότι η αξία αυτών των πινάκων είναι, αυτοί οι πίνακες για μένα είναι ανεκτίμητοι και νομίζω ακόμα και αν βρεθώ μέσα στο δρόμο να πεινώ, δεν θα τους πουλήσω. Δεν έχω παιδιά και μετά θάνατον σκέφτομαι να τους δωρίσω για να εκτίθενται στο δημόσιο. Είτε στην Πινακοθήκη που κτίζεται τώρα, της οικογένειας Λεβέντη, είτε στο Δημοτικό Μουσείο. Ε. Τώρα που βρίσκονται οι πίνακες; A. Στο σπίτι μου, έχει πεθάνει η μητέρα μου.». Το ποσό που κατέβαλε ο Ενάγων για να επανακτήσει τον πίνακα το προσδιόρισε κατά την προφορική του μαρτυρία σε ΛΚ1000-. Δεν είναι ανάλογο της αξίας του πίνακα. - Στο άρθρο του ο Ενάγων καθιστά σαφές ότι επιστράτευσε άλλους, γνωστούς και άγνωστους, για να του φέρουν πίσω τον πίνακα. Δεν λέει ότι ο ίδιος μπήκε σε απευθείας παζάρια με τον Τούρκο ταβερνάρη ως νέο «ιδιοκτήτη». Δηλώνει ότι εξακολουθεί να μην ξέρει ο ίδιος αν τα χρήματα κατέληξαν ποτέ στον Τούρκο ταβερνάρη ή αν τα κράτησε ο μεσάζων. Δεν μπορεί να εξαχθεί από το άρθρο του το νόημα που απέδωσε ο Εναγόμενος 2 ότι ο ίδιος ο Ενάγων παζάρεψε με τους κλέφτες ή ότι αγόρασε τον πίνακα από τον νέο «ιδιοκτήτη» του. - Ο Ενάγων δεν δημοσίευσε ποτέ το άρθρο του σε στήλη γνώμης ή συμβουλής. Ούτε πολιτικού ούτε νομικού περιεχομένου. Σύμφωνα με το ενώπιον μου Τεκμήριο (ζ) υπό το Έγγραφο Α, το πλαίσιο (the context) εντός του οποίου είχε δημοσιευθεί το πιο πάνω άρθρο του Ενάγοντος αποκαλύπεται, στην ίδια σελίδα της εφημερίδας «Το Βήμα της Κυριακής», από την εξής εισαγωγική αναφορά: ............. «Ο ζωγράφος από την Αμμόχωστο Έργα του καλλιτέχνη Γεώργιου Πολ. Γεωργίου συγκεντρώθηκαν από όλον τον κόσμο και εκτίθενται στο Σπίτι της Κύπρου Μια φωτογραφία απεικονίζει έναν κουστουμαρισμένο κύριο, κομψότατο, με στρογγυλά γυαλιά στο χέρι, να μελετά ένα βιβλίο καθισμένος στο γραφείο του. Το μόνο ασυνήθιστο σε αυτήν τη φιγούρα είναι τα μακριά νύχια. Τίποτα άλλο στο παρουσιαστικό του δεν σε αφήνει να φανταστείς ότι αυτός είναι ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους της Κύπρου, ο παγκοσμίως αναγνωρισμένος Γεώργιος Πολ. Γεωργίου (1901 - 1965). Με αφορμή τα είκοσι χρόνια που συμπληρώνει εφέτος στο «Σπίτι της Κύπρου» στην Αθήνα συγκεντρώθηκαν έργα του καλλιτέχνη από όλον τον κόσμο (ιδιωτικές συλλογές και μουσεία) και εκτίθενται εκεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Μια μαρτυρία για τον κύπριο καλλιτέχνη και την περιπέτεια δύο έργων του είναι το κείμενο που ακολουθεί.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Καταλήγω ότι ο Εναγόμενος 2 διαστρέβλωσε το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου του Ενάγοντος με τον τρόπο που το παρουσίασε ως βάση για σχολιασμό και για διατύπωση της αξιολογικής του κρίσης (γνώμης). Απορρίπτω την υπεράσπιση της αλήθειας. (ii) Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου επί θέματος δημοσίου συμφέροντος Κανονικά, η απόρριψη, ως αναληθών, των ισχυρισμών γεγονότων στα οποία στηρίχθηκαν τα σχόλια, επισύρει και την απόρριψη της υπεράσπισης του έντιμου σχόλιου, καθότι η απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών γεγονότων που περιέχονται στο επίδικο δημοσίευμα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη βάσιμη έγερση της υπεράσπισης του έντιμου σχόλιου. Ωστόσο, επειδή η παρούσα απόφαση ενδέχεται να οδηγηθεί σε δεύτερο βαθμό, θα προχωρήσω άνευ βλάβης της πιο πάνω κατάληξής μου ως προς την υπεράσπιση της αλήθειας, να εξετάσω αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις της υπεράσπισης του έντιμου σχόλιου. Νομική πτυχή Σύμφωνα με την παράγραφο (β) του άρθρου 19 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148: «
  3. Σε αγωγή για δυσφήμιση αποτελεί υπεράσπιση- [.] (β) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος: Νοείται ότι, όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα συνίσταται εν μέρει στον ισχυρισμό γεγονότων και εν μέρει στην έκφραση γνώμης, υπεράσπιση έντιμου σχολίου δεν καταρρίπτεται για μόνο το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε ισχυρισμού γεγονότος, αν η έκφραση γνώμης αποτελεί έντιμο σχόλιο αφού ληφθούν υπόψη αυτά τα οποία ισχυρίζονται ή αναφέρονται στο δυσφημιστικό δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή τα οποία αποδεικνύονται: Νοείται περαιτέρω ότι η βάσει της παραγράφου αυτής υπεράσπιση δεν επιτυγχάνει αν ο ενάγων αποδείξει ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλή τη πίστει εντός της έννοιας του εδαφίου
(2)του άρθρου 21 του Νόμου αυτού.». Το άρθρο 21
(2)του ιδίου Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: «
(2)Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος δεν θεωρείται ότι έγινε καλή τη πίστει από πρόσωπο εντός της έννοιας του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού, αν καταδειχθεί ότι- (α) Το δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός δεν πίστευε αυτό ως αληθές· ή (β) Το δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός προέβηκε στη δημοσίευση χωρίς να καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή του αναληθούς αυτού· ή (γ) προβαίνοντας στη δημοσίευση, ενήργησε με σκοπό βλάβης του προσώπου που δυσφημείται σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο ή κατά τρόπο σημαντικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου δια το κοινό συμφέρον ή για την προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος ή συμφέροντος σε σχέση με το οποίο αξιώνει προνόμιο.». Η σύγχρονη διατύπωση της υπεράσπισης του εντίμου σχολίου, την οποία υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου στην Ανδρέα Πετρίδη v Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση 232/2009, ημερ. 18/7/2013, εντοπίζεται στην υπόθεση Spiller & Anor v. Joseph & Anors [2010] UKSC 53, η οποία ουσιαστικά υιοθετεί τα στοιχεία που μπορούν να στοιχειοθετήσουν την υπεράσπιση, όπως συνοψίζονται στην Wai Chun Paul v. Albert Cheng [2001] E.M.L.R. 31 από τον δικαστή Lord Nicholls of Birkenhead στο ακόλουθο απόσπασμα: «[i] . First, the comment must be on a matter of public interest. .. [ii] Second, the comment must be recognisable as comment, as distinct from an imputation of fact. If the imputation is one of fact, a ground of defence must be sought elsewhere, for example, justification or privilege. Much learning has grown up around the distinction between fact and comment. For present purposes it is sufficient to note that a statement may be one or the other, depending on the context. Ferguson J gave a simple example in the New South Wales case of Myerson v. Smith's Weekly
(1923)24 SR (NSW) 20, 26 : 'To say that a man's conduct was dishonourable is not comment, it is a statement of fact. To say that he did certain specific things and that his conduct was dishonourable is a statement of fact coupled with a comment.' [iii] Third, the comment must be based on facts which are true or protected by privilege: see, for instance, London Artists Ltd v Littler [1969] 2 QB 375 , 395. If the facts on which the comment purports to be founded are not proved to be true or published on a privilege occasion, the defence of fair comment is not available. [iv] Next the comment must explicitly or implicitly indicate, at least in general terms, the facts on which it is based. [v] Finally, the comment must be one which could have been made by an honest person, however prejudiced he might be, and however exaggerated or obstinate his views: see Lord Porter in Turner v Metro-Goldwyn-Mayer Pictures Ltd [1950] 1 All ER 449 , 461, commenting on an observation of Lord Esher MR in Merivale v Carson
(1888)20 QBD 275 , 281. It must be germane to the subject-matter criticised. Dislike of an artist's style would not justify an attack upon his morals or manners. But a critic need not be mealy-mouthed in denouncing what he disagrees with. He is entitled to dip his pen in gall for the purposes of legitimate criticism: see Jordan CJ in Gardiner v Fairfax
(1942)42 SR (NSW) 171 , 174. These are the outer limits of the defence. The burden of establishing that a comment falls within these limits, and hence within the scope of the defence, lies upon the Defendant who wishes to rely upon the defence. [vi] A Defendant is not entitled to rely on the defence of fair comment if the comment was made maliciously» Ως προς την προϋπόθεση (
  1. i)ανωτέρω, όπως επισημαίνει ο Π. Πολυβίου στο προμνησθέν Σύγγραμμά του, στη σελ. 237, «Στο δίκαιο της δυσφήμισης, και ειδικά αναφορικά με την εφαρμογή της υπεράσπισης του έντιμου σχολίου, το «δημόσιο συμφέρον» συνιστά μια ιδιαίτερα ρευστή έννοια. Το εάν ένα ζήτημα αποτελεί ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος κρίνεται από υπόθεση σε υπόθεση από το Δικαστήριο, ανάλογα με τις κοινωνικές αντιλήψεις και ευαισθησίες κατά το χρόνο εκδίκασης της αγωγής για δυσφήμιση.». Όπως επίσης αναφέρουν οι Αρτέμης & Ερωτοκρίτου στο Σύγγραμμά τους «Αστικά Αδικήματα», στη σελ. 69, «Η έννοια του δημοσίου ενδιαφέροντος δεν μπορεί να υποβληθεί σε στενούς περιορισμούς. Καλύπτει κάθε ζήτημα που ενδιαφέρει και απασχολεί το ευρύ κοινό.». Ως προς την προϋπόθεση (
  2. ii)ανωτέρω, για να μπορεί να επιτύχει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, η επίμαχη δήλωση πρέπει να συνίσταται σε γνώμη ή σχόλιο και όχι σε δήλωση γεγονότων. Για να αποφασίζεται τούτο, αυτή η δήλωση θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με το υπόλοιπο κείμενο [βλ. Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λίμιτεδ κ.α. ν. Φιλίππου
(1998)1 Α.Α.Δ. 958]. Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander (11η έκδοση) παράγραφος 12.10, αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «While some indication, express or implied, of what underlies the alleged comment is necessary, the ultimate question on whether the words are comment or fact is how they would strike the ordinary, reasonable reader and it is unlikely that any attempt to formulate general principles of construction will be of much help, especially bearing in mind that any particular statement must be taken in the context of the piece as a whole.» Στην πρόσφατη απόφαση British Chiropractic Association v. Singh [2011]1 WLR 133 επιδιώχθηκε από το Δικαστήριο να συσχετιστεί ο διαχωρισμός ανάμεσα σε γεγονός και σε σχόλιο με βάση το αντικείμενο και το πλαίσιο του συγκεκριμένου δημοσιεύματος και τ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.