← Κύπρος

Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd) ν. Κωνσταντίνο Κολιό, Αρ. Αίτησης: 309/2012, 29/9/2014

Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd) ν. Κωνσταντίνο Κολιό, Αρ. Αίτησης: 309/2012, 29/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A354 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. (Δικαιοδοσία Πτωχεύσεων) Αρ. Αίτησης: 309/2012 Εις Πτώχευσιν Επί τοις αφορώσι τον: Κωνσταντίνο Κολιό, Θράκης 7, Έγκωμη Εξ' αποφάσεως οφειλέτη - Καθ' ου η αίτηση Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd) Εξ αποφάσεως πιστωτή - αιτήτριας Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: Γ. Χαραλάμπους, για Χρ. Π. Μιτσίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η αίτηση: Μιχ. Γ. Φλωρίδης με κα Θωμά για Μιχάλης Γ. Φλωρίδης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση που καταχωρήθηκε στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 18.7.2012, η ως άνω Αιτήτρια εταιρεία από τη Λευκωσία, εξαιτείται την έκδοση Διατάγματος Παραλαβής αναφορικά με την περιουσία του Κωνσταντίνου Κολιού από την ως άνω αναφερόμενη οδό, στη βάση των ισχυρισμών γεγονότων που εκτίθενται στην αίτηση και υποστηρίζονται επίσης με ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ») της κας Σούλας Γερασίμου, από τη Λευκωσία, ημερομηνίας 16.7.2012. Συγκεκριμένα, στην αίτηση διατυπώνονται οι εξής ισχυρισμοί γεγονότων: 1. «Ότι ο ρηθείς χρεώστης έχει για το μεγαλύτερο μέρος των έξι

(6)μηνών των αμέσως προηγηθέντων της υποβολής της παρούσης αιτήσεως διαμονή στην οδό Θράκης 7, Έγκωμη.
  1. Ότι ο ρηθείς χρεώστης δικαίως και αληθώς οφείλει αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως εις εμάς το ποσόν των €11.826,38σεντ με τόκο 11,25% το χρόνο από 23/9/11 μέ­χρι εξοφλήσεως, ποσά οφειλόμενα δυνάμει διαταγής και/ή απόφασης ημερ. 25/10/06 στην αγωγή 5652/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για το ποσό των ΛΚ10.929,40σεντ πλέον τόκο 11,25% ετησίως επί του ποσού των ΛΚ890,56σεντ από 21/8/06 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον νόμιμο τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των ΛΚ10.023,29σεντ από 6/9/06 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΛΚ442,50σεντ έξοδα της αγωγής με τόκο επ' αυτού 8% το χρόνο από 6/9/06 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΛΚ4,50σεντ έξοδα επίδοσης, πλέον 15% ΦΠΑ.
  2. Ότι εμείς δεν κατέχουμε ούτε οιονδήποτε πρόσωπο εκ μέρους μας κατέχει οιανδήπο­τε εξασφάλιση επί της περιουσίας του οφειλέτη ή οιουδήποτε μέρους αυτής δια την πληρωμή των ρηθέντων ποσών.
  3. Ότι ο ρηθείς χρεώστης εντός τριών μηνών από της υποβολής της παρούσης αιτήσεως έχει διαπράξει την ακόλουθη πράξη πτωχεύσεως, ήτοι κατά την 28/10/11 επεδόθη προς τον χρεώστη η ειδοποίηση πτωχεύσεως υπ' αριθμόν 1023/11, σε σχέση με την οποία ούτος καταχώρησε αίτηση παραμερισμού, την οποία όμως απέσυρε ο συνήγο­ρος του την 15/5/12, προβαίνοντας παράλληλα σε δήλωση ότι η πράξη πτώχευσης συντελέστηκε την ημερομηνία αυτή.». Όπως αναφέρει στην Ε/Δ της η κα Γερασίμου, αυτή είναι στην υπηρεσία της Αιτήτριας, γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπ' αρ. 5652/06 αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην Ε/Δ προς υποστήριξη της αίτησης. Δηλώνει ενόρκως ότι οι παρατιθέμενες δηλώσεις στην ρηθείσα αίτηση είναι αληθείς. Σε ό,τι αφορά την οντότητα της Αιτήτριας, η κα Γερασίμου εξηγεί στις παρα. 3 και 4 της Ε/Δ της ότι: «
  4. Από 1/2/2008 η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ συγχωνεύθηκε με την Marfin Popular Bank Public Co. Ltd, η δε τελευταία, με διάταγμα Δικαστηρίου στην αίτηση με αριθμό 627/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ανέλαβε όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις, απαιτήσεις και συμφέροντα της Λαϊκής Κυπριακής Τρά­πεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Αντίγραφο του διατάγματος επισυνάπτεται ως Τεκμή­ριο
  5. Την 5/4/12 η Αιτήτρια μετονομάστηκε από Marfin Popular Bank Public Co. Ltd σε Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd. Πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος από τον Έφο­ρο Εταιρειών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2.». Σημειωτέον ότι στο φάκελο του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε στις 30.5.2013 Ειδοποίηση με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο (Ν.17(Ι)/2013)ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως αποκτών πρόσωπο, έχει υποκαταστήσει και/ή αντικαταστήσει την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και από την ημερομηνία της μεταβίβασης, που ήταν η 29/03/2013, ανέλαβε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εν λόγω εταιρείας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος συνέχισης της διαδικασίας στην αίτηση πτώχευσης αρ. 309/
  6. Ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην αίτηση πτώχευσης. Η Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης καταχωρήθηκε στις 23.5.
  7. Σημειωτέον ότι η επίδοση της αίτησης στον ίδιο έγινε στις 9.4.2013 δυνάμει Διατάγματος Υποκατάστατου Επίδοσης που εκδόθηκε στις 12.3.2013 (βλ. στο φάκελο του Δικαστηρίου την Ε/Δ του επιδότη, ημερ. 18.4.2013, προς απόδειξη της υποκατάστατου επίδοσης). Οι λόγοι ένστασης που εγείρει οι Καθ' ου η αίτηση είναι οι εξής: «α. Η συνοδεύουσα την αίτηση ένορκος δήλωση είναι παράτυπος και δεν συμμορφώνεται με τον Κανονισμό 126
(2)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. β. Οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές γεγονός το οποίο δεν αναφέρουν στην αίτηση τους. γ. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, απολήγουσα σε καταπιεστικό και εκβιαστικό μέτρο για αποκόμιση οφέλους εις βάρος των υπολοίπων πιστωτών. δ. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμος και αστήρικτος.». Η ένσταση βασίζεται στον περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5, άρθρα 2,3,4,5 και 6, στους περί Πτωχεύσεως Θεσμούς, Κανονισμοί, 2, 4, 5, 6, 7, 16, 25, 44, 45, 50, 51 και 126
(2), ως και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Οι ισχυρισμοί γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση του Καθ' ου η αίτηση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση του ιδίου του Καθ' ου η αίτηση, ημερομηνίας 22.5.2013, την οποία και παραθέτω πιο κάτω αυτούσια:
  1. «Είμαι ο καθ' ου η αίτηση στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αίτηση.
  2. Έχω αναγνώσει το περιεχόμενο της αίτησης και της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει αυτή και δεν συμφωνώ με αυτό.
  3. Αναφορικά με το περιεχόμενο της παραγράφου αρ.2, δεν είναι παραδεκτό. Αρνούμαι ειδικά ότι οφείλω το ισχυριζόμενο ποσό δυνάμει της αναφερομένης αποφάσεως και ισχυρίζομαι ότι τούτο είναι κατά πολύ μικρότερο του αναφερομένου.
  4. Περαιτέρω εξ' όσον συμβουλεύομαι παρά των δικηγόρων μου η υποστηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου αφού αυτή δεν υπογράφεται από αξιωματούχο της αιτήτριας τράπεζας, αλλά ούτε και η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση της σύμφωνα με τον Κανονισμό 126
(2)κατά πόσο είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη για την παρουσίαση και καταχώριση της αίτησης.
  1. Περαιτέρω εξ' όσον συμβουλεύομαι παρά των δικηγόρων μου, οι αιτητές εμποδίζονται εις την προώθηση της παρούσης αφού αυτοί είναι πλήρως ασφαλισμένοι πιστωτές στην έννοια του Νόμου αφού έχουν καταθέσει εμπράγματη επιβάρυνση επί ακινήτου περιουσίας μου ήτοι το MEMO με αριθμό ΕΒ2224/2007 η αξία της οποίας είναι πολλαπλάσια του οφειλομένου ποσού. Οι αιτητές κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου δεν αναφέρουν ότι είναι ασφαλισμένοι πιστωτές και κατά πόσο προτίθενται να παραιτηθούν από την εξασφάλιση την οποία κατέχουν.
  2. Είναι περαιτέρω η θέση μου ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική και καταπιεστική με αποκλειστικό σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους εις βάρος των υπολοίπων πιστωτών μου. Οι αιτητές παρ' όλο του ότι γνωρίζουν ότι το εξ αποφάσεως χρέος είναι από εγγύηση την οποία παρείχα στην Σωτηρούλλα Χριστοδούλου Αρσιώτη και παρόλο του ότι γνωρίζουν ότι είμαι ιδιοκτήτης ακινήτου περιουσίας την οποία έχουν εμποδίσει με MEMO με αποτέλεσμα να μην δύναμαι να την χρησιμοποιήσω για σκοπούς δανεισμού, εν τούτοις με εκβιάζουν με την αίτηση να τους καταβάλω ολόκληρο το ποσό ώστε να μην με πτωχεύσουν
  3. Εν όψει όλων των ανωτέρω αληθώς πιστεύω ότι είναι εύλογο και ότι το Σεβαστό Δικαστήριο απορρίψει την αίτηση ως νόμω και ουσία αβάσιμο και αστήρικτο. Πάντα τα ανωτέρω ορκίζομαι ως αληθή και ορθά.». Αξιολόγηση Μαρτυρίας Η Αιτήτρια εταιρεία, η οποία είχε και το βάρος να αποδείξει ότι η αίτησή της πληροί όλες τις εκ του Νόμου προϋποθέσεις για την έκδοση του Διατάγματος Παραλαβής, παρουσίασε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες: την κα Αργυρώ Μαστίχη, (στο εξής «η Μ.1») και την κα Σούλα Γερασίμου Καραντώνη (στο εξής «η Μ.2»). Από την άλλη, δεν δόθηκε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσης του Καθ' ου η αίτηση. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις μάρτυρες να δίδουν δια ζώσης μαρτυρία από το εδώλιο του μάρτυρα. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, έλαβα υπόψη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχε έκαστη να γνωρίζει τα επίδικα γεγονότα, την ειλικρίνεια, την αμεσότητα των απαντήσεων, τη μνήμη και εν γένει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση, έλαβα υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, σε σχέση με τον ορθό τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας και δη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η μαρτυρία της κας Αργυρώς Μαστίχη (Μ.1.) Κατά την κυρίως εξέτασή της η κα. Αργυρώ Μαστίχη, Υπεύθυνη στο Τμήμα Πτωχεύσεων, του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δήλωσε ενόρκως ότι είχε στην κατοχή της τον φάκελο της Ειδοποίησης Πτώχευσης αρ. 1023/11 Ε.Δ. Λ/σιας, καταχωρηθείσας την 29.9.2011, και τον κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  1. Όπως δήλωσε η κα Μαστίχη, η Ειδοποίηση Πτώχευσης αρ. 1023/11 επιδόθηκε προσωπικά στον Καθ' ου η αίτηση στις 28.10.
  2. Στις 4.11.2011 καταχωρήθηκε εκ μέρους του Καθ' ου αίτηση για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Τελικά, η εν λόγω αίτηση παραμερισμού αποσύρθηκε στις 15.5.2012 και συνεπακόλουθα το Δικαστήριο έκρινε ότι στις 15.5.2012 συντελέστηκε η πράξη πτώχευσης. Η πιο πάνω μαρτυρία της κας Μαστίχη παρέμεινε αναντίλεκτη με το πέρας της αντεξέτασής της. Δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να κλονίζει την αντικειμενικότητα και ορθότητα των στοιχείων που παρουσίασε. Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της ως αληθής και αξιόπιστη. Η μαρτυρία της κας Σούλας Γερασίμου (Μ.2) Η Μ.2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  3. Σε αυτήν, η Μ.2: (α) Έδωσε λεπτομέρειες για την υπηρεσία της στην Αιτήτρια. Ειδικότερα, όπως δήλωσε, μέχρι την 28ην Μαρτίου 2013 αυτή βρισκόταν στην υπηρεσία της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και από την 29ην Μαρτίου 2013 βρίσκεται στην υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ όπου μεταφέρθηκε δυνάμει των προνοιών του Διατάγματος ΚΔΠ 104/2013 το οποίο εκδόθηκε την 29ην Μαρτίου 2013 από το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, η Μ.2 εργαζόταν ως Λειτουργός Είσπραξης Χρεών στο Τμήμα Είσπραξης Χρεών στην Επαρχία Λευκωσίας. (β) Δήλωσε ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Αιτητές- Πιστωτές να προβεί στην Γραπτή Δήλωση ως το Τεκμήριο
  4. (γ) Εξήγησε την πηγή απ' όπου αυτή αντλεί γνώση για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ειδικότερα, όπως δήλωσε, γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής καθώς και της Αγωγής 5652/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας τόσο από ιδία αντίληψη και γνώση όσο και από στοιχεία και έγγραφα που έχει στην κατοχή της και τα οποία ειλικρινά πιστεύει ότι είναι ορθά και αληθινά. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι, λόγω της θέσης που κατείχε και κατέχει σήμερα στους Αιτητές-Πιστωτές, η Μ.2 έχει στην κατοχή της όλα τα έγγραφα, συμφωνίες, αλληλογραφία και σημειώματα που σχετίζονται με τους λογαριασμούς του Καθ' ου η Αίτηση/Οφειλέτη με τους Αιτητές-Πιστωτές. (δ) Δήλωσε ότι το εξ αποφάσεως χρέος του Καθ' ου η Αίτηση/Οφειλέτη δυνάμει της ρηθείσας απόφασης ανέρχεται σήμερα σε €14.787,93σεντ. Κατέθεσε σχετική κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο 2Δ, στην οποία φαίνεται ότι το οφειλόμενο κεφάλαιο ανέρχεται σε €10.632, 54, πλέον τόκο €4.155,
  5. (ε) Δήλωσε, επίσης, ότι πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης πτώχευσης, η Αιτήτρια καταχώρησε ένταλμα κινητών (writ of movables) την 18/3/2009 εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο, γιατί αυτός εγκατέλειψε τη δοθείσα διεύθυνση (δηλ. τη Μακεδονιτίσσης 94, όπου ήταν το σπίτι των γονέων του Χριστόφορου και Γεωργίας Κολιού) και δεν ήταν γνωστή η νέα του διεύθυνση (βλ. σχετικά την απόδειξη του δικαστικού επιδότη ως το Τεκμήριο 2Η). (στ) Η αίτηση πτώχευσης επιδόθηκε στον Καθ' ου την 9.4.2013 δια θυροκόλλησης δυνάμει Δικαστικού Διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, ως το Τεκμήριο 2Ε, στη διεύθυνση Θράκης 7, Έγκωμη, όπου ο Καθ' ου διέμενε κατά το μεγαλύτερο μέρος του ενός έτους που προηγήθηκε της καταχώρισης της αίτησης. Αντεξετάσθηκε η Μ.2 σε σχέση με το γεγονός ότι αυτή ορκίσθηκε στις 16.7.2012 ενώ η αίτηση πτώχευσης, το περιεχόμενο της οποίας η ίδια βεβαίωνε με την Ε/Δ της, ήταν μέχρι τότε ανύπαρκτο, αφού καταχωρήθηκε μόλις δύο ημέρες αργότερα, δηλαδή στις 18.7.
  6. Η Μ.2 εξήγησε ότι η ίδια δεν μπορούσε να γνωρίζει γιατί η αίτηση καταχωρήθηκε στις 18.7.2012, αλλά ήταν βέβαιη ότι αυτή υπέγραψε την Ε/Δ της στη βάση της κατάστασης λογαριασμού που είχε ενώπιόν της κατά την 16.7.2012 και το υπόλοιπο που έδειχνε η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού ως οφειλόμενο δεν διαφοροποιήθηκε. Περαιτέρω, η Μ.2 δήλωσε ευθαρσώς κατά την αντεξέτασή της ότι η ίδια δεν είναι αξιωματούχος της Αιτήτριας κατά την έννοια του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, αλλά ήταν εξουσιοδοτημένη από την Αιτήτρια να προβεί στην Ε/Δ ημερ. 16.7.2012 και ν' αντιπροσωπεύει την Αιτήτρια στο Δικαστήριο. Ο συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση ζήτησε από τη Μ.2 να παρουσιάσει τη γραπτή εξουσιοδότηση, πλην όμως η μάρτυρας δεν την είχε στη διάθεσή της και επικαλέστηκε ως βάση εξουσιοδότησής την εφαρμογή εσωτερικών κανονισμών λειτουργίας της Αιτήτριας. Σε ό,τι αφορά την εξακρίβωση της διεύθυνσης στην οποία έγινε η υποκατάστατη επίδοσης της αίτησης πτώχευσης, η Μ.2 εξήγησε κατά την αντεξέτασή της ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα πληροφορήθηκαν από τον ίδιο τον Καθ' ου για τη διεύθυνσή του και είχαν τηλεφωνική επικοινωνία με τον Καθ' ου η αίτηση καθώς επίσης πραγματοποίησαν δύο συναντήσεις μαζί του στο πλαίσιο των οποίων πρότειναν στον Καθ' ου κάποιον τρόπο αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού, αλλά δεν τηρήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση, γι' αυτό και προωθήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Αντεξετάστηκε σε εκτενώς η Μ.2 σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού που αυτή παρουσίασε. Σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου του οφειλέτη ότι στην κατάσταση λογαριασμού υπάρχουν και έξοδα που δεν αφορούν τον Καθ' ου η Αίτηση, αλλά τους συνεναγόμενους του στην Αγωγή όπου δημιουργήθηκε το εξ αποφάσεως χρέος, καθώς και ότι στην κατάσταση λογαριασμού φαίνονται συνολικά €3.753,26σεντ ως δικηγορικά έξοδα και €1.476,40σεντ ως invoice/debit for subsequent debits, η Μ.2 παραδέχθηκε ότι η κατάσταση λογαριασμού εμφανίζει τέτοιες χρεώσεις, αλλά έδωσε λεπτομέρειες για τα ακριβή ποσά που χρεώθηκαν και τη σχετική αιτιολογία. Επανέλαβε καταληκτικά τη θέση της ότι ακόμη και αν αφαιρούνταν από την κατάσταση λογαριασμού αυτά τα δύο ποσά στο σύνολό τους (€5.229,66σεντ) από το χρέος του Καθ' ου η αίτηση που προβάλλεται στην αίτηση πτώχευσης (€14.787,93σεντ), το χρέος θα εξακολουθούσε να υπερβαίνει κατά πολύ το ελάχιστο που απαιτείται για την επιτυχία της Αίτησης (δηλαδή τα €854,30σεντ). Εξήγησε η Μ.2 ότι κατά την επαλήθευση του χρέους του Καθ' ου ενώπιον του Επίσημου Παραλήπτη, θα του επιμερισθούν μόνο τα έξοδα που τον αφορούν. Σε ό,τι αφορά τη θέση του Καθ΄ου η αίτηση ότι η Αιτήτρια είναι εξασφαλισμένος πιστωτής, η Μ.2 δήλωσε κατά την αντεξέτασή της ότι η Αιτήτρια δεν θεωρεί το ΜΕΜΟ εξασφάλιση, καθ' ότι από την έρευνα στο Κτηματολόγιο έχει προκύψει ότι προηγείται άλλη επιβάρυνση του ακινήτου υπέρ της Ελληνικής Τράπεζας. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια έκανε εκτίμηση του ακινήτου ότι έχει αξία κατ' αναγκαστικής πώλησης €20.000,00- και επειδή η πρώτη επιβάρυνση που είναι προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας είναι για ποσό μεγαλύτερο της εκτιμημένης αξίας, η Αιτήτρια θεωρεί ότι δεν είναι εξασφαλισμένος πιστωτής. Υποβλήθηκε στην Μ.2, ότι αυτά τα οποία η ίδια ανέφερε στο Δικαστήριο θα έπρεπε να τα είχε δικογραφήσει η Αιτήτρια στην αίτησή της και συγχρόνως αμφισβήτησε ο συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση την ορθότητα της εκτίμησης λέγοντας ότι ο Καθ' ου θα φέρει μαρτυρία προς απόδειξη της θέσης του ότι το συγκεκριμένο ακίνητο έχει αξία γύρω στις €50.000,00-. Η Μ.2 δεν σχολίασε το πρώτο σκέλος της υποβολής, ως ήταν φυσικά αναμενόμενο αφού η ίδια δεν ήταν δικηγόρος για να επιμεληθεί το δικόγραφο της αίτησης πτώχευσης. Ως προς το δεύτερο σκέλος της υποβολής, η Μ.2 απάντησε ότι την εκτίμηση της αξίας κατ' αναγκαστικής πώλησης του ακινήτου έκανε ανεξάρτητο εγγεγραμμένο γραφείο εκτιμητών και προς απόδειξη τούτου παρουσίασε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2Θ το έντυπο με τα αποτελέσματα της έρευνας στο Κτηματολόγιο και ως Τεκμήριο 2Ι την έκθεση εκτίμησης στην οποία αναφέρθηκε. Όπως προανέφερα, η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση δεν προσέφερε προφορική μαρτυρία, με αποτέλεσμα να έχει παραμείνει αναντίλεκτη η μαρτυρία της Μ.2 σε ό,τι αφορά την αξία καταναγκαστικής πώλησης της ακίνητης ιδιοκτησίας του Καθ' ου που έχει επιβαρυνθεί. Δεν αμφισβητήθηκε ως εικονική η εκτίμηση της αξίας καταναγκαστικής πώλησης της ακίνητης ιδιοκτησίας του καθ' ου, ούτε και θα μπορούσε κατά την κρίση μου να λεχθεί κάτι τέτοιο ενόψει της παρουσίασης από τη Μ.2 αιτιολογημένης έκθεσης εκτίμησης ως το Τεκμήριο 2Ι. Παρέμεινε ομοίως αναντίλεκτη και η μαρτυρία της Μ.2 περί του ότι προηγείται η επιβάρυνση υπέρ της Ελληνικής Τράπεζας. Αποδέχομαι, ως αποδεικνύεται στην όψη του Πιστοποιητικού Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ως το Τεκμήριο 2Θ, ότι το μοναδικό ακίνητο που διαθέτει ο Καθ' ου, ήτοι ένα χωράφι στον Αναλυόντα αγοραίας αξίας €563,84 (σε τιμές του 1980) έχει όντως επιβαρυνθεί, πρώτον, υπέρ της Ελληνικής Τράπεζας για οφειλή που ανέρχεται σε €25.489,17 πλέον €684,29 έξοδα, πλέον τόκο 12,5% και, κατά δεύτερον, υπέρ της Marfin Popular Bank Public Co Ltd για ποσό €18.673,
  7. Δεν υπάρχει ενώπιόν μου μαρτυρία από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση περί εξόφλησης της υποχρέωσης προς την Ελλληνική Τράπεζα και αφαίρεσης της εν λόγω επιβάρυνσης μετά την έκδοση του Πιστοποιητικού Έρευνας που είναι ημερομηνίας 17.1.
  8. Προκύπτει, συνεπώς, από τα ενώπιον μου τεθέντα στοιχεία ότι το ποσό της επιβάρυνσης υπέρ της Ελληνικής Τράπεζας υπερκαλύπτει την αξία κατ' αναγκαστικής πώλησης του ακινήτου, αφήνοντας έτσι κατ' ουσίαν ανασφάλιστη / μη εξασφαλισμένη την Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση, δικαιολογώντας έτσι την τοποθέτηση της Μ.2 ότι η Αιτήτρια δεν θεωρεί τον εαυτό της εξασφαλισμένο πιστωτή. Καταλήγω να αποδέχομαι στο σύνολό της τη μαρτυρία της Μ.2 ως ειλικρινή, αληθή και αξιόπιστη. Β. Νομική πτυχή και εκτίμηση Δικαστηρίου Κατ' αρχάς, κρίνω κατάλληλο ν' αναφερθώ στις διατάξεις του άρθρου 6
(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 όπου καθορίζεται ποιο πρόσωπο θεωρείται ικανό και κατάλληλο να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης πτώχευσης. Παραθέτω το σχετικό άρθρο: «6.-
(1)Αίτηση πιστωτή θα βεβαιώνεται από ένορκο δήλωση του πιστωτή, ή από πρόσωπο για λογαριασμό του που γνωρίζει τα γεγονότα, και θα επιδίδεται κατά τον καθορισμένο τρόπο.». Επιπρόσθετα, παραπέμπω στους κανονισμούς 50
(1)και
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, όπου αναφέρονται τα εξής: «50.-
(1)Every creditor's petition shall be verified by affidavit, and when it is filed [...].
(2)Any affidavit filed in support of the petition must be made by a person who can swear from his own knowledge to the truth of the facts to which he deposes.». Περαιτέρω, ο Κανονισμός 126
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών καθορίζει τα εξής: «
(2)A bankruptcy petition against or bunkruptcy notice to any debtor to a limited company or other corporation may be presented or sued out by any officer thereof duly authorised in that behalf on his filing an affidavit stating that he is such officer and that he is duly authorised to present the petition or sue out the notice.» Σε μετάφραση: «
(2)Αίτηση πτωχεύσεως εναντίον οφειλέτη, ή ειδοποίηση πτωχεύσεως σε οφειλέτη εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ή άλλου νομικού προσώπου δύναται να ληφθεί ή εναχθεί από οποιοδήποτε λειτουργό αυτού που εξουσιοδοτείται για το σκοπό αυτό, καταχωρώντας ένορκο δήλωση που να δηλώνει ότι είναι λειτουργός και ότι εξουσιοδοτήθηκε κανονικά να υποβάλλει την αίτηση ή να λάβει αυτή». Στην Ανδρέας Σαββίδης -ν- Χρηματοδοτήσεις «Πάνθηρας Λτδ»
(2001)1Β Α.Α.Δ 1411 ο εν πτωχεύσει επεδίωξε την ακύρωση του διατάγματος παραλαβής εγείροντας ως μόνο λόγος έφεσης τη μη τήρηση του Κανονισμού 126
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, για το λόγο ότι στη σχετική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης αναφερόταν μεν από το λειτουργό πως ήταν στην υπηρεσία των εφεσίβλητων και ότι ήταν εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση, αλλά δεν έλεγε ότι ήταν και εξουσιοδοτημένος να υποβάλει την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση έκδοσης του Διατάγματος Παραλαβής σημειώνοντας τα εξής: «Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου έκρινε πως οι διατάξεις του Κανονισμού ικανοποιούνται, γιατί στην ένορκη δήλωση ρητά αναφέρεται πως ο ομνύων ήταν στην υπηρεσία των εφεσιβλήτων και εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους των. Η ένορκη δήλωση συνιστά το απαραίτητο έγγραφο που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, στην οποία παραπέμπει, φέρει δε τον ίδιο τίτλο και αριθμό καταχώρισης. Συμφωνούμε απόλυτα με την κρίση του Προέδρου του Δικαστηρίου και την πασίδηλα ορθή αιτιολογία που έδωσε. Υιοθέτηση της εισήγησης του δικηγόρου του εφεσείοντος θα τοποθετούσε τον τύπο υπεράνω της ουσίας, που είναι η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του σκοπού του νόμου.». Στην παρούσα υπόθεση, εξετάζοντας, (α) τον λόγο ένστασης που αφορά στην ακυρότητα της αίτησης πτώχευσης λόγω της καταχώρισης της ενόρκου δηλώσεως από πρόσωπο που δεν είναι αξιωματούχος κατά την έννοια του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και (β) το λόγο ένστασης ότι η ένορκη δήλωση που βεβαιώνει την αίτηση πτώχευσης έγινε σε χρόνο προγενέστερο της καταχώρισης της ίδιας της αίτησης πτώχευσης, παρατηρώ τα εξής:
(1)Το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προς επαλήθευση του περιεχομένου της αίτησης έγινε από την κα Γερασίμου η οποία δεν είναι αξιωματούχος της Αιτήτριας κατά την έννοια του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, αλλά είναι υπάλληλος στην υπηρεσία της Αιτήτριας, δεν αποτελεί παρέκκλιση από τις διατάξεις του Κανονισμού 126
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών. Η φράση «officer thereof duly authorized in that behalf» ερμηνεύθηκε στην In Re J. G. Tomkins & Co. [1901] 1 Q.B. 476 σελ. 479 ως εξής꞉ «any person bona fide chosen by a company to be their agent for the presentation of a petition in bankruptcy becomes thereby an officer of the company for the purpose. Accordingly, the person who was originally nominated by the company in this case, though only a clerk of the company, and not in any ordinary sense an officer of the company... became thereby, sufficiently for the purposes of the Act, an "officer" of the company to present this petition». Η λέξη «officer» δηλαδή δεν αναφέρεται σε αξιωματούχο της εταιρείας αλλά σε οποιοδήποτε πρόσωπο που εξουσιοδοτήθηκε ειδικά για το σκοπό αυτό.
(2)Αποδέχομαι ως ορθή την εισήγηση του συνηγόρου της Αιτήτριας όπως εκτίθεται στην τελική του αγόρευση ότι η συγκεκριμένη παρατυπία ως προς τη χρονολόγιση της Ε/Δ μπορεί να θεραπευθεί στην παρούσα υπόθεση για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω: (α) Ο Πτωχευτικός Κανονισμός 2 αναφέρει ρητά πως μη συμμόρφωση με οποιοδήποτε από τους Κανονισμούς δεν καθιστά οποιαδήποτε διαδικασία άκυρη, εκτός εάν τούτο διατάξει το Δικαστήριο. Επίσης, στο άρθρο 102
(1)του περί Πτωχεύσεων Νόμου, Κεφ. 5, καθορίζεται ότι: «102.-
(1)Καμιά πτωχευτική διαδικασία δεν ακυρώνεται εξαιτίας τυπικού ελαττώματος ή αντικανονικότητας, εκτός αν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβλήθηκε ένσταση εναντίον της διαδικασίας, είναι της γνώμης ότι προκλήθηκε από το ελάττωμα ή την αντικανονικότητα ουσιαστική αδικία και ότι η αδικία δεν δύναται να θεραπευτεί από οποιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου εκείνου.». (β) Όπως αναφέρθηκε στην Ιωάννης Βιολάρης ν Marfin Popular Bank Public Co Ltd (Πολιτική Έφεση 411/08, απόφαση ημερ. 24/5/12): «Εκείνο που ενέχει εδώ σημασία είναι η διάκριση στην οποία προβαίνει ο ίδιος ο νομοθέτης μεταξύ "ελαττώματος" ("defect") και "τυπικού ελαττώματος" ή "αντικανονικότητας" ("formal defect" και "irregularity"). Δεν είναι δηλαδή όλα τα ελαττώματα τα οποία μπορούν να θεραπευθούν ή να αγνοηθούν αν δεν προκαλούν ουσιαστική αδικία, παρά μόνο εκείνα τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ως "τυπικά ελαττώματα".». Στην ίδια απόφαση σημειώθηκε ότι: «Η μελέτη των Αγγλικών αποφάσεων επί του θέματος αποκαλύπτει ότι τα Δικαστήρια επιδεικνύουν γενικά περισσότερη αυστηρότητα στην ανάγκη για πιστή και ακριβή τήρηση του Νόμου και των Κανονισμών στις περιπτώσεις όπου παρατηρείται ελάττωμα ή αντικανονικότητα στην ίδια την ειδοποίηση πτώχευσης παρά στην αίτηση για πτώχευση που ακολουθεί. Τούτο επειδή η ειδοποίηση πτώχευσης και η συμμόρφωση ή μη προς το περιεχόμενό της, είναι το θεμέλιο στη βάση του οποίου διαπράττεται η πράξη πτώχευσης που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για συνέχιση της διαδικασίας πτώχευσης. Όπως λέχθηκε και στην προαναφερθείσα υπόθεση Re a Debtor (No. 21 of 1950) (ανωτέρω), είναι προφανώς ευκολότερο να θεραπευθεί ένα ελάττωμα σε αίτηση πτώχευσης, παρά σε ειδοποίηση πτώχευσης. Περαιτέρω, για να θεωρηθεί ένα ελάττωμα ή μια αντικανονικότητα τέτοια ώστε να μπορεί να θεραπευθεί ή παραγνωριστεί αν δεν προκαλεί ουσιαστική αδικία, θα πρέπει να είναι τυπική (formal), δηλαδή τέτοια ώστε να μη μπορούσε εύλογα να προκαλέσει ουσιαστική αδικία στον χρεώστη και όχι κατ' ανάγκη να έχει προκαλέσει τέτοια αδικία.» Στην προμνησθείσα υπόθεση Ιωάννης Βιολάρης, το μόνο ελάττωμα που εντοπίστηκε ήταν ότι η αίτηση πτώχευσης υπογραφόταν, αντί από τους εφεσίβλητους - Αιτητές, από τους δικηγόρους τους. Αυτό, κατά την άποψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, «όσο και αν φαίνεται τυπικό, θα πρέπει να διορθωθεί με την κατάλληλη διαταγή η οποία μπορεί να εκδοθεί από το Εφετείο προς πλήρη αποκατάσταση της τάξης». (Βλ. Ιωάννης Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1 Γ ΑΑΔ 1716). Καταλήγοντας στη διατύπωση της κρίσης ότι το παρατηρούμενο ελάττωμα ήταν τυπικό και δυνάμενο να θεραπευθεί χωρίς πρόκληση αδικίας προς την πλευρά του οφειλέτη, το Ανώτατο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες: «
  1. Ότι οι δηλώσεις εκ μέρους των πιστωτών - εφεσιβλήτων έγιναν στον σωστό Τύπο 7, ο οποίος προβλέπεται στους Κανονισμούς.
  2. Ότι στον σωστό Τύπο έχουν περιληφθεί όλα τα απαιτούμενα από τους Κανονισμούς στοιχεία, ρητά δε αναφέρεται σ' αυτόν ότι πρόκειται για αίτηση η οποία γίνεται από τους εφεσίβλητους.
  3. Ότι στον καταχωρηθέντα Τύπο, όλα τα παρατιθέμενα σ' αυτόν στοιχεία ξεκάθαρα φαίνονται ότι προέρχονται από τους ίδιους τους εφεσίβλητους ως αιτητές και όχι από τους δικηγόρους τους ή άλλους, δεδομένου ότι χρησιμοποιείται το πρώτο πρόσωπο πληθυντικού, π.χ. "Εμείς οι Marfin Popular Bank Co. Ltd. ... ... ... αναφέρουμε τα ακόλουθα . .." ". ότι η μόνη εξασφάλιση που κρατούμε . . " κλπ.
  4. Ότι με την ένορκη δήλωση στον Τύπο 7Α, η οποία συνοδεύει την αίτηση και η οποία έγινε από πρόσωπο ειδικά εξουσιοδοτημένο από την εφεσίβλητη, υιοθετούνται και επαληθεύονται ενόρκως όλα τα γεγονότα που παρατίθενται στην αίτηση ως προερχόμενα από την εφεσίβλητη.
  5. Ότι πουθενά δε διακρίνεται να έχει παραπλανηθεί ο εφεσείων ως εκ του ελαττώματος, ούτε και διαφαίνεται περίπτωση να μπορούσε εύλογα να είχε παραπλανηθεί ή να αδικηθεί.». Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω νομολογηθέντα στην παρούσα υπόθεση, και έχοντας πάντοτε κατά νου ότι η αίτηση πτώχευσης υποβλήθηκε εξ ονόματος της ίδιας της Αιτήτριας και όχι από τρίτο πρόσωπο όπως συνέβη στην Βιολάρης πιο πάνω, προχωρώ και λέγω ότι δεν έχω ικανοποιηθεί ότι θα μπορούσε να προκληθεί ουσιαστική αδικία στον Αιτητή ως εκ της υπογραφής της Ε/Δ της κας Γερασίμου σε ημερομηνία προγενέστερη της καταχώρισης της εν λόγω αίτησης. Εξηγώ γιατί. Παρατηρώ, κατ' αρχάς, στο φάκελο του Δικαστηρίου ότι η υπό αναφορά Ε/Δ, αν και είναι υπογραφείσα στις 16.7.2012, εντούτοις καταχωρίστηκε στο Πρωτοκολλητείο ταυτόχρονα με την αίτηση πτώχευσης στις 18.7.2012, ως επισυνημμένη στην αίτηση πτώχευσης, και φέρει στον τίτλο της τον ίδιο τίτλο και αριθμό που έχει η αίτηση πτώχευσης. Πέραν τούτου, η ένορκη δήλωση είναι στο σωστό τύπο. Προσήλθε, εξάλλου, η κα Γερασίμου στο Δικαστήριο και έδωσε ενόρκως προφορική μαρτυρία στο πλαίσιο της οποίας συσχέτισε πλήρως την Ε/Δ ημερ. 16.7.2012 με το λόγο καταχώρισης και με το περιεχόμενο της αίτησης πτώχευσης ημερ. 18.7.
  6. Όπως εύστοχα εισηγήθηκε ο συνήγορος της Αιτήτριας στην παρούσα υπόθεση «η ένορκη αυτή μαρτυρία της κας. Γερασίμου ενέταξε και ενσωμάτωσε τη μαρτυρία που περιέχεται στην ένορκη δήλωση της στα πλαίσια της Αίτησης Πτώχευσης», εξασφαλίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο το ίδιο αποτέλεσμα που θα είχε η έκδοση τυχόν διαταγής του Δικαστηρίου να επαναορκιστεί η κα Γερασίμου προκειμένου να θεραπευθεί η προαναφερθείσα παρατυπία, ως η νομολογία υποδεικνύει ως μέσο θεραπείας τυπικής παρατυπίας. Αναφέρομαι, ειδικότερα, σε όσα έχουν νομολογηθεί στις υποθέσεις In Re Stavros Hotel Apartments Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 839, Εκδόσεις Αρκτίνος ν Αρχιμανδρίτη Ισαάκ Παντελή Μαχαιριώτη
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013, 1019 και ΒΑΒΕΛ ΜΠΟΥΤΙΚ ΛΙΜΙΤΕΔ
(1995)1 ΑΑΔ 947, 951-952. Έγινε εκεί δεκτό ότι εάν μια ένορκη δήλωση ορκιστεί πριν την καταχώρηση Αγωγής προς υποστήριξη ενδιάμεσης αίτησης, τότε το σφάλμα μπορεί να θεραπευτεί με διάταγμα του Δικαστηρίου για επανόρκιση του ομνύοντα, ούτως ώστε να ενταχθεί η απαραίτητη μαρτυρία στο πλαίσιο της Αγωγής. Αν και οι ανωτέρω αποφάσεις αφορούσαν Αγωγές, οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν πρωτόδικα σε αίτηση πτώχευσης (Αιτ. Πτ. 50/2000 Ε.Δ. Πάφου, Αναφορικά με το Γεώργιο Χαραλάμπους, απόφαση ημερ. 23/3/2007) και σε αίτηση εκκαθάρισης εταιρείας (Αιτ. Εταιρείας 11/2011 Ε.Δ. Αμμοχώστου, Αναφορικά με την Εταιρεία Κ&Μ (Famagusta) Developers and Constructions Ltd, απόφαση ημερ. 9/12/11). Προχωρώ, λοιπόν, εξετάζοντας κατά πόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις καταχώρησης έγκυρης αίτησης πτωχεύσεως εναντίον κάποιου χρεώστου. Αυτές καθορίζονται στο άρθρο 5 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης πτώχευσης, ως ακολούθως: «
(1)Πιστωτής δεν θα δικαιούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης εναντίον χρεώστη, εκτός αν: (α) το χρέος που οφείλεται από το χρεώστη προς τον αιτητή πιστωτή, ή, αν δύο ή περισσότεροι πιστωτές υποβάλλουν από κοινού την αίτηση, το συνολικό ποσό των χρεών που οφείλεται στους διάφορους αιτούντες πιστωτές συμποσούνται σε 500 Λ.Κ. (€854,30σεντ) (β) το χρέος είναι εκκαθαρισμένο ποσό, πληρωτέο είτε αμέσως είτε σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, (γ) η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η πτώχευση συνέβηκε μέσα σε τρεις μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης, και (δ) ο οφειλέτης κατοικεί στην Κύπρο ή, μέσα σε περίοδο ενός χρόνου πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, είχε τη συνήθη διαμονή, ή είχε τόπο διαμονής ή τόπο εργασίας στην Κύπρο ή διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο προσωπικά, ή με αντιπρόσωπο ή διευθυντή, ή είναι μέσα στην περίοδο που αναφέρθηκε ήταν μέλος οίκου ή συνεταιρισμού που διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο μέσω εταίρου ή εταίρων ή αντιπροσώπου ή διευθυντή.
(2)Αν ο αιτητής πιστωτής είναι ασφαλισμένος πιστωτής, οφείλει στην αίτηση του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την ασφάλεια του προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχθεί σε πτώχευση, ή να δώσει εκτίμηση της ασφάλειας του. Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να γίνει δεκτός ως αιτητής πιστωτής στην έκταση του υπόλοιπου του προς αυτόν οφειλόμενου χρέους, που προκύπτει μετά την αφαίρεση της εκτιμημένης αξίας, κατά τον ίδιο τρόπο ωσάν να ήταν μη ασφαλισμένος πιστωτής.» Σύμφωνα με το άρθρο 6
(2)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, κατά την ακρόαση της αίτησης πτώχευσης ο πιστωτής θα πρέπει να αποδείξει: (α) την οφειλή του συγκεκριμένου χρέους προς αυτόν, (β) την επίδοση της αίτησης πτώχευσης στο χρεώστη η οποία, σημειωτέον, θα πρέπει να γίνει προσωπικά σε αυτόν (Κ.51
(1)των περί Πτωχεύσεων Κανονισμών), (γ) τη διάπραξη πράξης πτώχευσης. Σε ό,τι αφορά την προϋπόθεση του άρθρου 6
(2)(α) και (γ) ανωτέρω, σημειώνω ότι δεδομένης της αποδοχής της μαρτυρίας της κας Αργυρώς Μαστίχη ως προς την ημερομηνία διάπραξης της πράξης πτώχευσης και της κας Γερασίμου ως προς το ποσό της οφειλής, είμαι ικανοποιημένη ότι πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις του άρθρου 6
(2)του Νόμου. Συγχρόνως είμαι ικανοποιημένη ότι το ποσό της οφειλής δεν είναι μικρότερο από €854,30σεντ - και συνεπώς ικανοποιείται η προϋπόθεση του άρθρου 5(α) πιο πάνω. Το χρέος είναι εκκαθαρισμένο ως απαιτεί το άρθρο 5(β) πιο πάνω, εφόσον προέρχεται από δικαστική απόφαση και του δόθηκε σαφής προθεσμία εξόφλησης του μέσω της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Είμαι επίσης ικανοποιημένη ότι η αίτηση πτώχευσης υποβλήθηκε την 18.7.2012 και συνεπώς εντός τριών μηνών από τη συντέλεια της πράξης πτώχευσης (μετρώντας από 15.5.2012) ως απαιτεί το άρθρο 5(γ) του Νόμου. Τέλος, είμαι ικανοποιημένη ότι ο Καθ' ου κατοικούσε στην Κύπρο κατά τον ουσιώδη χρόνο ως απαιτείται από το άρθρο 5(δ) του Νόμου, ανωτέρω. Σε ό,τι αφορά την προϋπόθεση του άρθρου 6
(2)(β) του Νόμου, σημειώνω ότι στην παρούσα υπόθεση, δεν αμφισβητήθηκε ότι υπήρξε επίδοση της αίτησης πτώχευσης προσωπικά στον Καθ' ου η αίτηση δια υποκατάστατου επίδοσης (θυροκόλλησης) στην οικία του στις 9.4.2013. Ικανοποιούνται επομένως όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την νομότυπη υποβολή αίτησης για έκδοση Διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση. Απομένει να εξετάσω τον λόγο ένστασης όσον αφορά τη μη αποκάλυψη του γεγονότος ότι η Αιτήτρια είναι εξασφαλισμένη πιστωτής, καθ' ότι έχει ήδη προς όφελος της επιβαρύνει με ΜΕΜΟ περιουσία του Καθ' ου η αίτηση. Ως προς τη νομική πτυχή αυτού του λόγου ένστασης έχω αντλήσει καθοδήγηση από την απόφαση Ιωάννης Παπαδόπουλος ν Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1Γ ΑΑΔ.
  1. Σε εκείνην την υπόθεση οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν αίτηση για διάταγμα παραλαβής σε σχέση με την περιουσία του εφεσείοντος. Ισχυρίσθηκαν ότι ο εφεσείων τους οφείλει το ποσό των Λ.Κ.26.696,21 σεντ πλέον τόκους προς 9% από τις 30.3.2000 δυνάμει τελεσίδικης αποφάσεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή με αρ. 6815/
  2. Ισχυρίσθηκαν, επίσης, ότι δεν έχουν οποιαδήποτε εξασφάλιση επί της περιουσίας του εφεσίβλητου για την πληρωμή του πιο πάνω ποσού. Ο εφεσείων ζήτησε πρωτόδικα την απόρριψη της αίτησης για το λόγο, μεταξύ άλλων, ότι οι εφεσίβλητοι είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές «καθότι είναι 'υποθηκευμένα' σ΄ αυτούς τρία αυτοκίνητα της οικογένειας του, δηλαδή τα υπ' αρ. εγγραφής QS257 Honda, PU700 Audi και VC90 Mercedes sport SL 350». Ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου τέθηκε μαρτυρία από τους εφεσίβλητους σε σχέση - κυρίως - με το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους, τις εξασφαλίσεις και την αξία τους και τους λόγους της παράλειψης να αναφερθούν στην αίτηση. Αφού αξιολόγησε την ενώπιον του μαρτυρία το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην ως άνω υπόθεση διαπίστωσε τα εξής:
(1)Ότι το ποσό που οφείλει ο εφεσείων στους εφεσίβλητους, λαμβάνοντας υπόψη και τις εξασφαλίσεις ξεπερνά κατά πολύ το ελάχιστο όριο που θέτει το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 5 (£500.-). Συνεπώς ουδεμία πρακτική σημασία είχε, για την έγκριση ή όχι της παρούσας αίτησης, η μη αναφορά των δεσμεύσεων των αυτοκινήτων στην αίτηση.
(2)Η εν λόγω παράλειψη των εφεσιβλήτων οφείλεται σε λάθος που πηγάζει από απροσεξία και δεν πρόκειται για εσκεμμένη απόκρυψη. Στην πρωτόδικη απόφασή του για απόρριψη του λόγους ένστασης και έκδοση Διατάγματος Παραλαβής, το Δικαστήριο έλαβε υπόψιν ότι στο άρθρο 5
(1)του Νόμου δεν περιλαμβάνεται προϋπόθεση ότι θα πρέπει στην αίτηση να αναφερθεί σε οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις για να δικαιούται κάποιος να υποβάλει αίτηση. Παρατήρησε, συγχρόνως, ότι στο άρθρο 6
(2)του ιδίου Νόμου δεν προνοείται ότι το Δικαστήριο, θα πρέπει να ικανοποιείται ότι εμπεριέχονται στη σχετική αίτηση για διάταγμα παραλαβής, τυχόν εξασφαλίσεις. Τέλος, σημείωσε ότι «Γενικά ουδέν όφελος είχαν οι αιτητές στην παρούσα διαδικασία με το να μην αναφέρουν τις εξασφαλίσεις. Θα ήταν διαφορετικό και με συνέπειες που προβλέπει ο Νόμος αν οι αιτητές παρέλειπαν να αναφέρουν τις εξασφαλίσεις κατά την διαδικασία επαλήθευσης (2ον παράρτημα του Κεφ. 5, παράγ. 1-6)». Το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, παρατήρησε ότι το Άρθρο 5
(2)του Κεφ. 5 αποτελεί πιστή αντιγραφή του Άρθρου 4
(2)της Αγγλικής Bankruptcy Act 1914. Κάνοντας αναδρομή στην Αγγλική Νομολογία, ο Καλλής, Δ., συνόψισε τα απορρέοντα από αυτήν ως εξής: «
(1)Παρά την επιτακτική διατύπωση του αρ. 4
(2)- η οποία είναι παρόμοια με εκείνη του δικού μας αρ. 5
(2)- η παράλειψη να δηλωθεί η εξασφάλιση δεν αποβαίνει μοιραία για την αίτηση.
(2)Είναι δυνατή η τροποποίηση της αίτησης για να περιληφθεί η εξασφάλιση ακόμα και στο στάδιο της επαλήθευσης.
(3)Είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος παραλαβής ακόμα και χωρίς τροποποίηση της αίτησης.
(4)Είναι δυνατή η τροποποίηση ανεξάρτητα από την αξία ή το ύψος της εξασφάλισης.
(5)Αυτό που έχει σημασία είναι το ποσό του χρέους μετά την αφαίρεση της εξασφάλισης.
(6)Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο προκαλείται αδικία συνεπεία της παράλειψης να δηλωθούν οι εξασφαλίσεις.». Αφού σημείωσε ότι η Αγγλική Νομολογία «δεν είναι μεν δεσμευτική, είναι όμως βοηθητική ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή μεταγενέστερου νομοθετήματος μας πανομοιότυπου με το αγγλικό» (Κολαρίδου ν. Κολαρίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1408, 1411 - απόφαση Αρτεμίδη, Δ., όπως ήταν τότε), ο Καλλής, Δ. Δέχθηκε ως ορθή την πρωτόδικη αντιμετώπιση επί της ουσίας του θέματος, παρατηρώντας ότι η παράλειψη αποκάλυψης στην αίτηση πτώχευσης της ύπαρξης εξασφάλισης δεν έχει προκαλέσει οποιαδήποτε αδικία στον εφεσείοντα, εφόσον οι εφεσίβλητοι έθεσαν ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, χωρίς ένσταση από τον εφεσείοντα, μαρτυρία σε σχέση τόσο με το θέμα της αξίας της εξασφάλισης και συνεπώς ο εφεσείων είχε την ευκαιρία να αντικρούσει την μαρτυρία σε σχέση με το ύψος της εξασφάλισης». Ωστόσο, ως προς τη δικονομική πτυχή του θέματος, ο Καλλής, Δ., παρατήρησε ότι ήταν αναγκαίο να καταχωρηθεί τροποποιημένη αίτηση η οποία να περιλαμβάνει και τις εξασφαλίσεις που δηλώθηκαν πρωτοδίκως ότι υπάρχουν, γι' αυτό και έδωσε οδηγίες όπως η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου συνταχθεί μετά την καταχώριση της τροποποιημένης αίτησης. Όσα αποφασίστηκαν στην Ιωάννης Παπαδόπουλος ανωτέρω, υιοθετήθηκαν τόσο στην προμνησθείσα απόφαση Ιωάννης Βιολάρης (ανωτέρω), όσο και στην πρόσφατη απόφαση, ημερ. 17.7.2014, στην Πολιτική Έφεση 233/11 Γιώργος Νεοκλέους ν Alpha Bank Ltd. Στην Ιωάννης Βιολάρης επικυρώθηκε η έκδοση του πρωτοδίκως του διατάγματος παραλαβής, αφού σημειώθηκε ότι «στην αίτησή τους, οι εφεσίβλητοι έδωσαν τα στοιχεία που σχετίζονται με την επιβάρυνση την οποία έχουν επί περιουσίας του εφεσείοντα και, αφού αναφέρθηκαν σε εκτιμήσεις αξιών αυτής της περιουσίας και άλλων επιβαρύνσεων οι οποίες προηγούνται, δήλωσαν ότι δεν θεωρούν εαυτούς ως ασφαλισμένους πιστωτές.». Στην Γιώργος Νεοκλέους λέχθηκαν τα εξής σημαντικά: «Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου, ασφαλισμένος πιστωτής σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη ή ενέχυρο, ή επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης επί της περιουσίας του χρεώστη ή σε οποιοδήποτε μέρος της, ως ασφάλεια για χρέος που του οφείλεται από τον χρεώστη (Williams & Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σ.525, Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 3, §. 318-319 και 785). Πιστωτής θεωρείται εξασφαλισμένος αν, μεταξύ άλλων, έχει επιβάρυνση επί της περιουσίας του οφειλέτη. Η ύπαρξη εξασφάλισης οφειλής, δεν συνιστά από μόνη της κώλυμα για προώθηση αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής. Το άρθρο 5
(2)του Νόμου οριοθετεί τον τρόπο ενέργειας του αιτητή σε σχέση με το θέμα των εξασφαλίσεων, ορίζοντας ότι, στην περίπτωση όπου πιστωτής δεν δηλώνει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την εξασφάλιση του, έχει την υποχρέωση να δώσει κάποιο υπολογισμό της αξίας της εξασφάλισης η οποία έχει δοθεί. Σε κάθε όμως περίπτωση, είναι δυνατή η προώθηση αίτησης πτώχευσης παρά την ύπαρξη εξασφάλισης, ενόσω μάλιστα η παράλειψη δήλωσης εκ μέρους του πιστωτή δεν αποβαίνει αφ΄ εαυτής μοιραία για την αίτηση πτώχευσης (Παπαδόπουλος ν. Οργαν. Χρημ. Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1716). Το άρθρο 6
(2)του Νόμου προβλέπει την απόδειξη που απαιτείται για έκδοση διατάγματος παραλαβής. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή πως σε διαδικασίες της φύσης υπό εξέταση, όταν εξασφαλισμένος πιστωτής καταχωρεί αίτηση πτώχευσης, το Δικαστήριο δεν έχει την υποχρέωση να εξετάσει αν ο προβαλλόμενος υπολογισμός της αξίας μιας εξασφάλισης στην οποία έχει προχωρήσει ο αιτητής είναι πραγματικός ή όχι. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο καταλήγει ότι η εκτίμηση είναι πραγματική και όχι εικονική, δεν πρέπει να προχωρήσει στη διερεύνηση της ορθότητας της εκτίμησης, έστω και αν το αποτέλεσμα της έρευνας θα μπορούσε να αποδείξει ότι το μη εξασφαλισμένο υπόλοιπο του χρέους δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει την αίτηση (Σταυρινίδης ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 645 και Ex parte Voss in Re Boutton
(1905)1 K.B. 602).». Με αναφορά στα όσα ο Καλλής, Δ. συνόψισε στην Ιωάννης Παπαδόπουλος (ανωτέρω), τα οποία και υιοθέτησε πλήρως, το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση Γιώργος Νεοκλέους σημείωσε τα εξής: «Είναι γεγονός ότι εδώ η εφεσίβλητη δεν παρέλειψε απλώς να αναφερθεί στις εξασφαλίσεις, αλλά εισήγαγε ρητώς τη θέση για απουσία εξασφαλίσεων. Από τη στιγμή που ο ίδιος ο συνήγορος του εφεσείοντος στην αιτιολογία του έκτου λόγου έφεσης, δέχεται ότι ο εφεσείων παραδέχεται το χρέος, αλλά καθυστέρησε να λάβει δικαστικά μέτρα, επειδή αγνοούσε τις επιτακτικές πρόνοιες της νομοθεσίας για την έκδοση του διατάγματος παραλαβής χωρίς την ίδια ώρα να θέσει επαρκώς στοιχεία για την αξία του ενυπόθηκου ακινήτου και αν κάλυπτε ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό, το ζήτημα τελειώνει εδώ. Υπό τις περιστάσεις όμως της υπόθεσης και το πλέγμα των προβαλλόμενων εκατέρωθεν θέσεων ορθά κρίνουμε το Δικαστήριο εξάσκησε τη διακριτική του εξουσία και απέρριψε την αίτηση. Τα γεγονότα υπαγόμενα κάτω από το λόγο της Παπαδόπουλος και Πετράκης (ανωτέρω) και των αρχών που προκύπτουν τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία δικαιολογούν πλήρως την κατάληξη του. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται. Σε κάθε όμως περίπτωση κρίνουμε ότι είναι επιβεβλημένη η τροποποίηση της αίτησης για να περιληφθεί η εξασφάλιση ακόμα και στο στάδιο της επαλήθευσης.». Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω νομολογηθέντα στην υπό κρίση αίτηση κρίνω ότι ούτε εδώ είναι δυνατόν να θεωρηθεί μοιραία για την τύχη της αίτησης η μη αποκάλυψη σε αυτήν της ύπαρξης εξασφάλισης υπό τη μορφή επιβάρυνσης (ΜΕΜΟ) υπέρ της Αιτήτριας. Η παρατυπία αυτή μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση διαταγής τροποποίησης της αίτησης έστω και σε αυτό το στάδιο, έτσι ώστε να αναφέρεται ρητά σε αυτήν ότι υπάρχει η συγκεκριμένη επιβάρυνση και να επεξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους η Αιτήτρια δεν τη θεωρεί επαρκή εξασφάλιση, ώστε να μην τίθεται θέμα αποποίησής του δικαιώματος της σε αυτήν. Σε ό,τι αφορά την εισήγηση του συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση είναι εκβιαστική και/ή καταχρηστική και πως το Δικαστήριο θα πρέπει να παρεμποδίσει τη συνέχισή της, έχω να παρατηρήσω τα εξής: (α) Η πτωχευτική διαδικασία είναι όντως ιδιότυπη (sui generis) και ο χαρακτήρας τούτης είναι οιονεί ποινικός (βλ. Λοίζου -ν- ΣΠΕ Αερΰνειας
(2009)ΙΑ Α.Α.Δ.279, 285), γι' αυτό και έχει νομολογηθεί ότι σκοπός της δεν δύναται να είναι ο εξαναγκασμός του χρεώστη να εξοφλήσει το χρέος του, ως εάν να είναι η αίτηση πτώχευσης ένα μέτρο εκτέλεσης, αλλά εκείνο στο οποίο θα πρέπει να αποβλέπει είναι η προστασία και διασφάλιση της ακεραιότητας της περιουσίας του οφειλέτη ώστε να χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον νόμο για ικανοποίηση, εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών (βλ. London Clubs Ltd k.a. -ν- Παπαδόπουλου
(2002)1G A.A.D. 1699, 1701). (β) Δεν παραγνωρίζω, εξάλλου, ότι, όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, (βλ. και Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 911), το Δικαστήριο έχει συμφυή εξουσία να αναστείλει και ή απορρίψει κάποια δικαστική διαδικασία αν αυτή αποτελεί κατάχρηση. Ωστόσο, η εξουσία αυτή ασκείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όταν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η διαδικασία είναι κακόπιστη, αβάσιμη, επιπόλαιη και ή καταπιεστική ή ακόμα όπου η διαδικασία χρησιμοποιείται για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο προορίζεται, χάριν της εξασφάλισης παρεμφερούς οφέλους ή και για σκοπό ο οποίος απολήγει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου. (γ) Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι στην υπόθεση Πετράκη -ν- Κίμωνος
(2006)1Β Α.Α.Δ.1311 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το όλο θέμα της κατάχρησης είναι θέμα γεγονότων. Λέχθηκε ότι «Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή-πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή.». (δ) Στην υπόθεση London Clubs Ltd κ.α. ν. Παπαδοπούλου
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1699, απεφασίσθη ότι η κατ' επανάληψη καταχώρηση Ειδοποιήσεων Πτώχευσης εναντίον του χρεώστη, (με επακόλουθο την στο μεταξύ συμφωνία του να δεχθεί διάταγμα αυξημένων μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο παράλληλης διαδικασίας) συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας η οποία εν τέλει ήταν καταπιεστική σε βάρος του χρεώστη (βλ. και Αρέστη ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1258). (ε) Στην παρούσα υπόθεση, ωστόσο, δεν έχω διαπιστώσει να υφίστανατι στοιχεία όπως εκείνα που εντοπίστηκαν στην London Clubs Ltd κ.α. ν. Παπαδοπούλου, δηλαδή πάράλληλης δικαστικής διαδικασίας προς άσκηση πίεσης. Ο Καθ' ου δεν απέδειξε με οποιοδήποτε τρόπο ότι η αίτηση αποσκοπεί σε δόλια ή αθέμιτη εκμετάλλευση του Καθ' ου από την Αιτήτρια. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω όλους τους λόγους ένστασης. Κατάληξη Η αίτηση πτώχευσης επιτυγχάνει. Εκδίδεται Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση. Ο Επίσημος Παραλήπτης καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του. Ο καθ' ου η αίτηση διατάσσεται να παρουσιαστεί στο γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη στη Λευκωσία αμέσως μετά την προς αυτόν επίδοση του παρόντος διατάγματος. Τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. Συγχρόνως, όμως, εκδίδω διαταγή καταχώρησης τροποποιημένης αίτησης πτώχευσης (κατά τα προλεχθέντα σε ό,τι αφορά τη δήλωση της εξασφάλισης και της αιτιολογίας γιατί αυτή δεν είναι επαρκής) εντός 5 ημερών από την έκδοση της παρούσας απόφασης. Περαιτέρω διατάττω όπως το Διάταγμα Παραλαβής συνταχθεί μόνον αφ' ότου καταχωρηθεί η τροποποιημένη αίτηση πτώχευσης. (υπ.)............... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.