← Κύπρος

Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας ν. L. P. LOUKAIDES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής? 7372/13, 2/9/2014

Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας ν. L. P. LOUKAIDES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής? 7372/13, 2/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A341 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιονː Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγήςː 7372/13 Μεταξύː Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και L. P. LOUKAIDES LTD, εκ Λευκωσίας Εναγομένης 2 Σεπτεμβρίου, 2014 Εμφανίσειςː Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Κων/νος Α. Αιμιλιανίδης, για Αχιλλεύς & Αιμίλιος Κ. Αιμιλιανίδης Για τους Εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κα Ιωάννα Παπαμιλτιάδους - Γκέιστ, για Χρίστον Μ. Τριανταφυλλίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών, ημερομηνίας 6.2.2014 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Με αίτηση, ημερομηνίας 6.2.2014, οι Ενάγοντες - Αιτητές (στο εξής «οι Αιτητές) αιτούνται από το Δικαστήριο την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης - Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η Καθ'ης η αίτηση») για το λόγο ότι «δεν υπάρχει πραγματική υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και η Εναγόμενη κατεχώρησε εμφάνιση απλώς και μόνο για να κερδίσει χρόνο.». Τούτο αναφέρεται στην παρα. 6 της ένορκης δήλωσης (στο εξής «η Ε/Δ») ημερ. 6.2.2014 του κ. Κώστα Μπενάκη, η οποία συνοδεύει την αίτηση. Η αίτηση εδράζεται στους Θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18, θ.θ. 1 - 19, Δ.48, θ.1 - 9 και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εκτίθενται στην Ε/Δ του κ. Μπενάκη. Όπως αυτός ενόρκως δηλώνει (βλ. την παράγραφο 1 της Ε/Δ), είναι υπάλληλος υπηρετών στο Τμήμα Εισπράξεων των Αιτητών και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές να προβεί στην εν λόγω Ε/Δ. Όπως επίσης δηλώνει ο κ. Μπενάκης στην παρα. 2 της Ε/Δ του, αυτός έχει στην κατοχή του τους σχετικούς φακέλους και τα σχετικά έγγραφα της υπόθεσης και έχει πλήρη πρόσβαση προς όλα τα σχετικά αρχεία, τα οποία χειρίζεται λόγω της θέσεως του στο Τμήμα Εισπράξεων των Αιτητών. Γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διότι τα έχει χειριστεί προσωπικώς. Έχει αναγνώσει το σύνολο της Έκθεσης Απαιτήσεως, συμφωνεί με αυτό και το υιοθετεί. Βεβαιώνει την αιτία της αγωγής, τα αξιούμενα ποσά και την απαίτηση. Προς απόδειξη της απαίτησης, ο κ. Μπενάκης επισυνάπτει στην Ε/Δ του ως Τεκμήρια 1 έως 4, τις καταστάσεις λογαριασμού για τα κτήματα τα οποία αναφέρονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Το καθένα από τα Τεκμήρια 1 έως 4 αναφέρεται σε ξεχωριστό κτήμα, το οποίο ανήκει στην Εναγόμενη, και αναφέρει τόσο την ενορία και το δήμο του κτήματος, το φύλλο/σχέδιο και τον αριθμό τεμαχίου όσο και το κτηματολογικό σύμπλεγμα του κτήματος. Επίσης, το καθένα από τα τεκμήρια καταγράφει τις οφειλόμενες δόσεις, τα έτη οφειλής, την ημερομηνία λήξης πληρωμής της κάθε δόσεως, το ποσό που ήταν πληρωτέο αναφορικά με κάθε δόση, αν αυτή πληρωνόταν εμπρόθεσμα, όπως και το σύνολο της επιβαρύνσεως αναφορικά με κάθε δόση σύμφωνα με τον νόμο, όπως και το σύνολο που οφείλεται τόσο για κάθε έτος, όσο και για το σύνολο των οφειλομένων ετών αναφορικά με κάθε κτήμα. Ο κ. Μπενάκης βεβαιώνει, στην παράγραφο 4 της Ε/Δ του, ότι «τα σχετικά διατάγματα για την επιβολή των αναφερόμενων αποχετευτικών τελών αναφορικά με όλους τους ιδιοκτήτες και κατόχους ακίνητης ιδιοκτησίας εντός της περιουσίας του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας, περιλαμβανομένης της Καθ' ης η αίτηση, διά ή και αναφορικά με τα έτη 1991,1992,1993,1994,1995,1996,1997,1998,1999,2000 και 2001 σχετικά με τα οποία έτη οφείλονται οι οφειλές που περιγράφονται στην Έκθεση Απαιτήσεως και στα επισυνημμένα τεκμήρια, δημοσιεύθηκαν δεόντως στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας κατά τα άνω αναφερόμενα έτη. Περαιτέρω, στην ίδια παράγραφο 4, ο κ. Μπενάκης βεβαιώνει ότι οι Αιτητές απέστειλαν, καίτοι δεν υποχρεούνται δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας να το πράξουν, σχετικές ειδοποιήσεις κατά τα άνω αναφερόμενα έτη προς την Καθ' ης η αίτηση στη διεύθυνση που αναγράφεται στα Τεκμήρια 1-4 σχετικά με το ακριβές ποσό, το οποίο η Καθ' ης η αίτηση όφειλε να πληρώσει προς τους Ενάγοντες για τα αποχετευτικά τέλη όπως τα Τεκμήρια 1 -4 και η Έκθεση Απαιτήσεως, και ειδοποιούσε την Καθ' ης η αίτηση για την υποχρέωση να τα καταβάλει στις συγκεκριμένες ημερομηνίες που αναφέρονται στα Τεκμήρια 1-4 και στην Έκθεση Απαιτήσεως. Έτι περαιτέρω, ο κ. Μπενάκης βεβαιώνει ότι οι διοικητικές πράξεις επιβολής των αποχετευτικών τελών δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από την Εναγόμενη είτε το 1991, είτε το 1992, είτε το 1993, είτε το 1994, είτε το 1995, είτε το 1996, είτε το 1997, είτε το 1998, είτε το 1999, είτε το 2000, είτε το 2001, με οποιαδήποτε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Είναι υπό το φως των ανωτέρω ισχυρισμών γεγονότων, που ο κ. Μπενάκης καταλήγει στην εισήγηση προς το Δικαστήριο ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε πραγματική υπεράσπιση και ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί συνοπτική απόφαση εναντίον της για το ποσό των €12.425,04- ως η Έκθεση Απαιτήσεως, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον τα δικηγορικά έξοδα της παρούσης αγωγής €719-, πλέον τα έξοδα της παρούσης αιτήσεως, πλέον έξοδα επιδόσεως €11-, πλέον Φ.Π.Α. Η Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην εν λόγω αίτηση. Η ένσταση εδράζεται επί των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.Θ.1-9, Δ.39 Θ.Θ1 και 2, Δ.48 Θ.Θ1, 2, 3, 4, 8 και 9, επί του Άρθρου 30 του Συντάγματος, επί της Πρακτικής και των Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου. Οι λόγοι ένστασης που εγείρονται είναι οι εξήςː «(α) Η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή 18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. (β) Η Αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος. (γ) Οι Καθ'ων η Αίτηση έχουν πολύ καλή Υπεράσπιση επί της ουσίας της Αγωγής, (δ) Η Αίτηση αντιβαίνει προς το άρθρο 30 του Συντάγματος. (ε) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. (στ) Οι Ενάγοντες δεν έχουν ξεκαθαρισμένη απαίτηση εναντίον της Εναγομένης. (ζ) Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να ενάγουν τους κατόχους κατά παράβαση του σχετικού Νόμου.». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση εκτίθενται στη επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση (Ε/Δ) του κ. Αντώνη Κατσουρίδη, εκ Λευκωσίας. Ο κ. Κατσουρίδης είναι δικηγόρος, συνεργαζόμενος με τον δικηγόρο της Καθ' ης η Αίτηση. Προβαίνει στην Ε/Δ βάσει συμβουλών και οδηγιών τις οποίες έλαβε από τον δικηγόρο της Καθ' ης η Αίτηση, καθώς επίσης βάσει πληροφοριών που περιήλθαν σε γνώση του από τον Διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση, ο οποίος και τον εξουσιοδότησε να προβεί στην Ε/Δ. Όπως εξηγεί ο κ. Κατσουρίδης, ο λόγος που δεν προβαίνει στην Ε/Δ ο ίδιος ο Διευθυντής της Εναγομένης, είναι διότι διαμένει μόνιμα και εργάζεται στο εξωτερικό και δεν θα μπορούσε να παρευρεθεί στην Κύπρο αυτό το διάστημα. Ο κ. Κατσουρίδης δηλώνει ενόρκως ότι διαφωνεί με το περιεχόμενο της Ε/Δ του κ. Μπενάκη. Είναι η θέση του κ. Κατσουρίδη ότι η Ε/Δ του κ. Μπενάκη είναι παράτυπη και ελλειπής, γι' αυτό και δεν αποτελεί ικανοποιητικό πραγματικό υπόβαθρο για τις αιτούμενες θεραπείες. Δεν δίδει, ωστόσο, οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή εξηγήσεις ο κ. Κατσουρίδης γι' αυτές του τις θέσεις. Περαιτέρω, ο κ. Κατσουρίδης δηλώνει ενόρκως ότι «ο Κώστας Μπενάκης δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο δια να δώσει μαρτυρίαν ενόρκως προς υποστήριξη αιτήσεως δια συνοπτική απόφαση», χωρίς ωστόσο να επεξηγεί σε τί συνίσταται η ένστασή του ως προς την καταλληλότητα του κ. Μπενάκη να προβεί στην Ε/Δ για υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης. Η μόνη τοποθέτηση του κ. Κατσουρίδη για την οποία το Δικαστήριο εντοπίζει να δίδονται κάποιες λεπτομέρειες είναι αυτή που αφορά στο ότι «οι Εναγόμενοι έχουν πολύ καλή υπεράσπιση και ανταπαίτηση». Για τις σχετικές λεπτομέρειες, ο κ. Κατσουρίδης παραπέμπει σε αντίγραφο προσχεδίου δικογράφου Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, το οποίο επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ του. Συγκρίνοντας το περιεχόμενο του προσχεδίου Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης (Τεκμηρίου 1, ανωτέρω) με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, προκύπτει ότι η Εναγόμενη꞉ (α) παραδέχεται ότι είναι ιδιοκτήτης της ακίνητης ιδιοκτησίας που περιγράφεται στην παρα. 2 της Έκθεσης Απαίτησης και στην οποία αφορά η απαίτηση για καταβολή της κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενης φορολογίας, αλλά αρνείται τον ισχυρισμό ότι είναι και κάτοχος της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας, (β) ισχυρίζεται περαιτέρω ότι αυτή ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε ειδοποίηση για οποιανδήποτε υποχρέωση καταβολής οποιωνδήποτε ποσών ως αποχετευτικών τελών, (γ) αρνείται ή δεν παραδέχεται το περιεχόμενο όλων των άλλων παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης και τους καλεί σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της, (δ) ισχυρίζεται επίσης η Εναγόμενη ότι ο σχετικός Νόμος αναφέρεται και σε κατόχους ακινήτου ιδιοκτησίας, οι οποίοι εξυπηρετούνται υπό των συστημάτων αποχετεύσεως λυμάτων και είναι η θέση τους ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να ενάγουν τους κατόχους οι οποίοι εξυπηρετούνται από τα εν λόγω συστήματα, (ε) ανευ βλάβης και επιπρόσθετα των ανωτέρω, ισχυρίζεται ότι από το 1991 μέχρι σήμερα, τα αναφερόμενα ακίνητα κατέχονται από διάφορους ενοικιαστές και οι οποίοι σε διάφορες περιπτώσεις, λόγω ζημιών που προκλήθηκαν στα υποστατικά που ευρίσκονται στα εν λόγω ακίνητα συνεπεία του αποχετευτικού και της κακής και/ή αμελούς και/ή πλημμελούς συντήρησης αυτού από τους Ενάγοντες, αναγκάσθηκαν να πληρώσουν περί τις €20,000- προς επιδιόρθωση των ως άνω ζημιών, ποσό το οποίο αφαίρεσαν οι ενοικιαστές από την Εναγόμενη από τα μηνιαία ενοίκια. Γι' αυτό και η Εναγόμενη υπέστη ζημία ίση με €20,000- την οποία και ανταπαιτεί από τους Ενάγοντες. Για τους ίδιους πιο πάνω λόγους, ο κ. Κατσουρίδης εισηγείται στο Δικαστήριο την απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον των Εναγόντων. Επισημαίνω ότι δεν υπήρξε αίτημα από πλευράς των συνηγόρων για αντεξέταση των ομνυόντων επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεών τους. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση με τις γραπτές αγορεύσεις των δύο συνηγόρων. Θα αναφερθώ σε μετέπειτα τμήμα της παρούσας απόφασης στις εκατέρωθεν θέσεις όπως έχουν προωθηθεί με τις αγορεύσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης με συνοπτική διαδικασία καθορίζονται στη Δ.18 θ.1. Συγκεκριμένα, η Δ.18 έχει ως ακολούθως: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγων μπορεί σε ένορκη δήλωση που θα κάμει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και να πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης με ή χωρίς ενοίκιο ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.». Σε πρόσφατη απόφασή του, ημερομηνίας 4.9.2013, στην Πολιτική Έφεση αρ. 27/2010, Sensus Gymnasium Ltd, κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθύμισε τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της πιο πάνω διάταξης Δ.18, θ.1. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμαː «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον Εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεσή του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν Ιωάννου

(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co. Ltd v Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAD 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v Persona Advertising Ltd
(1996)1 AAD 1074, Subotic v Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν Environvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818). Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18, θ1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθαː
  1. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο
  2. Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και
  3. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Spyros Stavrinides, σελ. 136 - 138 και Αθηνούλας Δημητρίου σελ. 790 - 794, ανωτέρω). Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO. LTD v Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co. Ltd, ανωτέρω). Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (βλ. Δ.18, θ.3(α)).». Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, και πιο πρόσφατα στην απόφαση ημερ. 14.11.2011 στην Πολιτική Έφεση 322/2008, J& M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του. Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. A mere general denial that the defendant is indebted will not suffice (Wallingford v. Mutual Society
(1880), 5 App. Cas., per Lord Blackburn, at p. 704: Re General Rail, Syndicate, Whitsley´s Case,
(1900)1 Ch., per Lindley, M.R., at p. 369; Anon.,
(1875)W.N. 249, per Quain, J., at p. 250), unless the grounds on which the defendant relies as showing that he is not indebted are stated (ibid.)......................................................................................................... If the defence relied on is fraud the affidavit should state the particulars of the fraud (Wellingford v. Mutual Society
(1880), 5 App. Cas. 685). A mere vague general allegation of fraud is useless (ibid). Similarly, if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.». Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν Άριστου Καναουρίδη, Πολ. Έφ.10015, αποφαση ημερ. 26/4/99. Υπεράσπιση που είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστά συζητήσιμη ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας. (βλ. Ανδρέας Ιωάννου και Το Σκάφος «Veronika» Αγωγή Ναυτοδικείου 6302, απόφαση ημερ. 16/4/03, K.C.P. Commission Agents & Importers LTd v Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Κατ' αρχάς, από το περιεχόμενο του ενώπιον μου φακέλου της υπόθεσης, διαπιστώνω ότι, πρώτον, το κλητήριο ένταλμα είναι όντως ειδικά οπισθογραφημένο και, δεύτερον, ότι η Καθ'ης η αίτηση έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνιση. Εξετάζω στη συνέχεια κατά πόσον πληρούται η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18, θ.1(α), υπό το φως της ένστασης των Καθ'ων η αίτηση. Το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα κ. Μπενάκη στη βάση της Δ.18 Θ. 1 είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του προσώπου αυτού. Ανατρέχοντας στο λεκτικό που χρησιμοποιεί ο ομνύων, διαπιστώνω ότι ρητά αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, καθώς και ότι έχει την αναγκαία εξουσιοδότηση για να προβεί στην ένορκο δήλωση (βλ. παρα. 2 της Ε/Δ του). Αποκαλύπτει την πηγή γνώσης του, ότι δηλαδή προκύπτει ευθέως από την ανάμειξη του στο χειρισμό της υπόθεσης και από την ιδιότητά του ως προσώπου που βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων και ειδικότερα στο Τμήμα Εισπράξεως. Κρίνω εδώ κατάλληλο να σημειώσω ότι εκείνο που απαιτείται να αποδειχθεί στο πλαίσιο της Δ.18, θ.1 είναι ότι ο ομνύων έχει «θετική» και όχι απαραιτήτως «προσωπική» γνώση των γεγονότων. Για το τί η νομολογία αναγνωρίζει ως «θετική γνώση» παραπέμπω στις αποφάσεις στις υποθέσεις Αθηνούλας Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ 782, 792 και συγκεκριμένα την αναφορά στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Limited v. United Electric Theatres Limited
(1914)3 Κ.Β.1253). Υποδεικνύεται εδώ ότι, στην περίπτωση νομικών προσώπων, ο όρος «θετική γνώση» τυγχάνει λογικής ερμηνείας και όχι αυστηρής σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και παράλογα αποτελέσματα (βλ. Marketrends v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ.223 ). Με δεδομένο ότι οι Ενάγοντες είναι πρόσωπο δημοσίου δικαίου, συσταθέν με Νόμο (Βλ. το άρθρο 6 του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου του 1971 (Ν.1/71), και την απόφαση Αρχή Λιμένων Κύπρου ν Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας
(2000)3 Α.Α.Δ. 311), είναι λογικό και αποδεκτό η ένορκη δήλωση να γίνεται από φυσικό πρόσωπο που είναι υπάλληλός τους (βλ., μεταξύ άλλων, την Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, σελ. 136 - 138, την προμνησθείσα απόφαση Αθηνούλας Δημητρίου σελ. 790 - 794,). Εξάλλου, όπως έχω ήδη επισημάνει η Εναγόμενη, μέσω του κ. Κατσουρίδη, δεν έχει προσδιορίσει ποιο είναι το κώλυμα ή το σφάλμα σε ό,τι αφορά την ιδιότητα και ικανότητα του κ. Μπενάκη να προβεί στην Ε/Δ για τους σκοπούς της Δ.18, θ.1, ώστε να έχρηζε αντίκρουσης από πλευράς των Εναγόντων και να μπορούσε να θεωρηθεί ότι ήταν αναγκαία η αντεξέταση του κ. Κατσουρίδη επί του ισχυρισμού του. Προκύπτει από τα όσα εξέτασα ανωτέρω ότι ο ομνύων για την Αιτήτρια είναι ικανό πρόσωπο, εντός του ορισμού της Δ.18 Θ. 1, για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και έχει πράξει. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεών μου, κρίνω ότι η Αιτήτρια έχει συμμορφωθεί με τις τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες τίθενται στη Δ.18, θ.1 και, επομένως, σύμφωνα και με τη νομολογία όπως συνοψίζεται στην Πολιτική Έφεση αρ. 27/2010, Sensus Gymnasium Ltd, κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ., το βάρος της απόδειξης μεταφέρεται στους ώμους της καθ'ης η αίτηση, να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας (good defence on the merits) ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να της δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης Θα ασχοληθώ με κάθε έναν από τους λόγους ένστασης που έχει δικογραφήσει η Καθ' ης η αίτηση, έχοντας κατά νου τον τρόπο με τον οποίο προωθήθηκε από τη συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση στη γραπτή της αγόρευση, καθώς και τις απαντήσεις που έδωσε η πλευρά των Αιτητών. Σημιεώνω ότι είναι η θέση του συνηγόρου των Αιτητών ότι οι ισχυρισμοί του ομνύοντα για την καθ'ης η αίτηση τίθενται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, χωρίς να τεκμηριώνονται και χωρίς να αποκαλύπτουν οποιαδήποτε καλή ή καλόπιστη Υπεράσπιση. Περαιτέρω, ο συνήγορος των Αιτητών παραθέτει στη γραπτή του αγόρευση με περισσή λεπτομέρεια τις νομοθετικές και κανονιστικές πράξεις οι οποίες αποτελούν το υπόβαθρο της απαίτησης των Εναγόντων και προς επίρρωση των θέσεών του παραπέμπει σε πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την οποία έχουν επιλυθεί ζητήματα όπως αυτά που εγείρει η Καθ' ης η αίτηση στην Ένστασή της. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης που αφορά στον ισχυρισμό ότι οι Αιτητές δεν έχουν ξεκαθαρισμένη απαίτηση έναντι της Καθ' ης η αίτηση ή/και ότι παρέλειψαν να ενάγουν τους κατόχους της ακίνητης ιδιοκτησίας. Κρίνω κατάλληλο να επιληφθώ αυτού του λόγου ένστασης πρώτου, εφόσον προωθήθηκε από τη συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση ως λόγου ένστασης που άπτεται της ορθής εφαρμογής του άρθρου 30 του Ν.1/
  1. Συγκεκριμένα, είναι η θέση των Αιτητών ότι τότε μόνον υπάρχει ξεκαθαρισμένη απαίτηση των Αιτητών εάν αυτοί εγείρουν την αγωγή για διεκδίκηση των τελών, όχι μόνον έναντι των ιδιοκτητών, αλλά και έναντι των κατόχων της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, εφόσον στην παρούσα υπόθεση είναι διαφορετικό πρόσωπο από την Καθ' ης η αίτηση (ως είναι η θέση της). Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την αγόρευση της συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση: «Η αξίωση των Εναγόντων στηρίζεται στον Περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμο του
  2. Ο Νόμος αυτός ορίζει, στο άρθρο 30 παράγραφος 1(β), τα εξής: «εν τέλος επί των ιδιοκτητών ή κατόχων ακινήτου ιδιοκτησίας, οίτινες εξυπηρετούνται ή μέλλουν να εξυπηρετηθώσιν υπό των συστημάτων αποχετεύσεως λυμάτων .... τοιαύτης αξίας...» Παρόμοια φρασεολογία υπάρχει και στην παράγραφο 1(γ) του ίδιου άρθρου. Επίσης στις παραγράφους 1 (δ) και (ε) του ίδιου άρθρου αναφέρονται τα εξής: (δ) «εν τέλος, ...ή κατόχους .... δια την χρήσιν .... τέλος» (ε) «εν τέλος, ... ή κατόχους.... δια την χρήσιν... .τέλος» Από τη διατύπωση του πιο πάνω Νόμου, φαίνεται ότι, όχι μόνο ιδιοκτήτης αλλά και ο κάτοχος ο οποίος εξυπηρετείται από τα συστήματα αποχέτευσης υπέχει ευθύνη έναντι του Νόμου. Είναι η θέση των Εναγομένων, οι οποίοι έχουν πολύ καλή Υπεράσπιση ότι από το 1991 μέχρι σήμερα τα αναφερόμενα εις την παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης ακίνητα κατέχονται από διάφορους ενοικιαστές οι οποίοι εξυπηρετούνται από τα συστήματα αποχετεύσεως λυμάτων. Ως εκ τούτου, και επειδή οι Ενάγοντες παρέλειψαν να ενάγουν τους κατόχους οι οποίοι εξυπηρετούνται από τα εν λόγω συστήματα, δεν μπορούν να έχουν ξεκάθαρη απαίτηση για τους σκοπούς έκδοσης συνοπτικής απόφασης.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Κατ' αρχάς, παρατηρώ ότι πουθενά στη Διαταγή 18 δεν γίνεται αναφορά στον όρο «ξεκαθαρισμένη απαίτηση». Η εφαρμογή της Δ.18 δεν προϋποθέτει η απαίτηση να έχει τέτοια υφή ούτε διαφοροποιεί τη διαδικασία που ακολουθείται από το Δικαστήριο αναλόγως του αν η απαίτηση είναι για ξεκαθαρισμένο ποσό ή για χρηματική αποζημίωση ή άλλως πως. Εν πάση περιπτώσει, ο όρος «ξεκαθαρισμένη απαίτηση» δεν επιδέχεται ερμηνείας αναλόγως του ποιο είναι το πρόσωπο που υπέχει την αστική ευθύνη έναντι του Νόμου για εξόφληση της απαίτησης. Η έννοια του όρου συνδέεται με το αν το ποσό της απαίτησης έχει καταστεί οφειλόμενο και πληρωτέο. Αν δηλαδή έχει εξωτερικευθεί προς τον οφειλέτη σαφώς προσδιορισμένο το ποσό της απαίτησης και έχει παρέλθει ο χρόνος για συμμόρφωση του οφειλέτη με την υποχρέωση εξόφλησης της εν λόγω απαίτησης, ώστε να υφίσταται αιτία αγωγής. Εν πάση περιπτώσει, δεν θεωρώ ότι το επιχείρημα της συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.1/
  3. Παραθέτω αυτούσιο το εδάφιο
(1)(β) του άρθρου 30 του Νόμου 1/71꞉ «Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Συμβούλιον κέκτηται εξουσίαν όπως, εντός των ορίων της περιοχής του, επιβάλλη και εισπράττη δια τοιαύτην χρονικήν περίοδον και κατά τοιούτον τρόπον, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή- (β) εν τέλος επί των ιδιοκτητών ή κατόχων ακινήτου ιδιοκτησίας, οίτινες εξυπηρετούνται ή μέλλουν να εξυπηρετηθώσιν υπό των συστημάτων αποχετεύσεως λυμάτων ή επωφελούνται ή μέλλουν ή δύνανται να επωφεληθώσιν εκ των τοιούτων έργων, είτε ομοιομόρφου ύψους επί εκάστης λίρας ή κλασματικού μέρους λίρας της εκτεμιμένης αξίας της ακινήτου ιδιοτησίας, αναφορικώς προς την οποία καταβάλλεται το τέλος ή δια προοδευτικής φορολογίας, εδραζόμενης επί τοιαύτης αξίας. [.]». Κατά την κρίση μου, το διαζευκτικό «ή» στο άρθρο 30 του Ν.1/71 δεν μπορεί να διαβάζεται διαφορετικά παρά μόνο ότι παρέχει ευχέρεια επιβολής των τελών είτε στον ιδιοκτήτη είτε στον κάτοχο της ακίνητης ιδιοκτησίας ή/και ότι ότι υπόχρεος για πληρωμή των τελών είναι είτε ο ιδιοκτήτης είτε ο κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας. Θα ήταν λάθος, κατά την ταπεινή μου κρίση, να ερμηνευθεί η χρήση του διαζευκτικού «ή» κατά τρόπο ώστε να δημιουργεί την υποχρέωση στους Αιτητές να διεκδικήσουν τα ποσά από τους ιδιοκτήτες και συγχρόνως από τους κατόχους. Τέτοια διπλή διεκδίκηση θα απέληγε, ενδεχομένως, στην εις διπλούν είσπραξη της φορολογίας για την ίδια ακίνητη ιδιοκτησία. Με βάση την ίδια συλλογιστική, κρίνω ότι δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση το γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι κάτοχος, παρά μόνο ιδιοκτήτης της ακίνητης ιδιοκτησίας. Είναι αρκετή η ιδιότητα του ιδιοκτήτη για να υφίσταται αστική ευθύνη και καλή βάση αγωγής. Το ότι δεν συντρέχει η ιδιότητα του κατόχου του ακινήτου δεν αποτελεί αφ' εαυτού καλή βάση υπεράσπισης. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τους λόγους ένστασης περί μη ύπαρξης ξεκαθαρισμένης απαίτησης και περί παράλειψης έγερσης αγωγής κατά των κατόχων της ακίνητης ιδιοκτησίας. Αναφορικά με το λόγο ένστασης ότι η Καθ' ης δεν παρέλαβε οποιαδήποτε ειδοποίηση για οποιανδήποτε υποχρέωση καταβολής οποιωνδήποτε ποσών ως αποχετευτικών τελών. Προτού διατυπώσω την εκτίμηση του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, κρίνω κατάλληλο να παραθέσω τα όσα αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος των Αιτητών꞉ 1. «Κάθε Συμβούλιο Αποχετεύσεων δύναται σύμφωνα με το Άρθρο 12
(2)του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου «να επιβάλλει τέλη, δικαιώματα ή μισθώματα». Η εξουσία κάθε Συμβουλίου να εκδίδει κανονισμούς στους οποίους να προβλέπονται τέλη παρέχεται από το Άρθρο 30 του Νόμου.
  1. Όσον αφορά τους Αιτητές στην πραγματικότητα τα τέλη καθορίζονται κατά ανώτατο όριο από τους Κανονισμούς 31-35 των περί Αποχετεύσεων Λευκωσίας Κανονισμών του 1973 (Κ.Δ.Π. 144/73). Τα ακριβή τέλη καθορίζονται κατά την κρίση των Αιτητών «δια γνωστοποιήσεως δημοσιευμένης εν τη Επισήμω Εφημερίδι της Δημοκρατίας» (Κανονισμός 34).
  2. Ο Ενόρκως Δηλών Κώστας Μπενάκης έχει βεβαιώσει ότι τα σχετικά Διατάγματα για την επιβολή των αναφερομένων αποχετευτικών τελών αναφορικά με όλους τους ιδιοκτήτες ή και κατόχους ακίνητης ιδιοκτησίας εντός της περιουσίας του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας περιλαμβανομένης της Εναγομένης-Καθ' ης η Αίτησις δια ή και αναφορικά με τά έτη 1991 έως και 2001 σχετικά με τα οποία έτη οφείλονται οι οφειλές που περιγράφονται στην Έκθεση Απαιτήσεως δημοσιεύθηκαν δεόντως στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας κατά τα άνω αναφερόμενα έτη. Συγκεκριμένα αναφέρω ότι οι ΚΔΠ που είναι οι σχετικές είναι οι ΚΔΠ 394/90, ΚΔΠ 369/91, ΚΔΠ 4/93, ΚΔΠ 2/94, ΚΔΠ 3/95, ΚΔΠ 7/96, ΚΔΠ 1/97, ΚΔΠ 3/98, ΚΔΠ 313/98, ΚΔΠ 338/99, ΚΔΠ 11/
  3. Ζητώ επομένως όπως το Δικαστήριο λάβει δικαστική γνώση για την δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας των γνωστοποιήσεων των Εναγόντων αναφορικά με τα Διατάγματα για τον καθορισμό για πληρωμή των ετησίων αποχετευτικών τελών για τα έτη 1991 έως
  4. Σημειώνω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί στην Ένσταση η δημοσίευση των σχετικών Διαταγμάτων αναφορικά με τον καθορισμό για πληρωμή των ετησίων αποχετευτικών τελών ούτε και αμφισβητήθηκε στο σημείο αυτό η Ένορκος Δήλωσις του κ. Μπενάκη.
  5. Σύμφωνα με την Ένορκο Δήλωση του κ. Μπενάκη η αναλυτική κατάσταση για τα επίδικα κτήματα που έχει σχέση με τα τέλη που επιβλήθηκαν από τους Ενάγοντες βάση των άνω γνωστοποιήσεων-διαταγμάτων αναφορικά με την Καθ' ης η Αίτησις αναλύεται κατ' έτος.
  6. Η πρόσθετη επιβάρυνση που αναφέρεται τόσο στην Έκθεση Απαιτήσεως όσο και στην Ένορκο Δήλωση του κ. Μπενάκη αναφορικά με το επίδικο κτήμα είναι ίση προς το 20% του μετά την πάροδο της προθεσμίας πληρωμής παραμένοντος απλήρωτου τέλους και επιβάλλεται από το Άρθρο 30
(3)του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου. 6. Από το σύνολο της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι γνωστοποιήσεις τις οποίες δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας κάθε έτος το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας αποτελούν και συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις οι οποίες μπορούν να προσβληθούν βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος μόνο με Προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, είναι το μόνο αρμόδιο να ελέγξει την εγκυρότητα και νομιμότητα των γνωστοποιήσεων αυτών στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας και κανένα Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει παρόμοια εξουσία (βλ. υποθέσεις Kanika Hotels Ltd. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού
(1996)3 ΑΑΔ 169 και Ε.Ο.Ε Tourist Enterprises Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2000)3 ΑΑΔ 441). 7. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας
(2000)3 ΑΑΔ 311 η απόφαση που περιέχεται στην γνωστοποίηση αποτελεί ατομική πράξη. Παρότι δεν κατ' ονομάζει οποιονδήποτε, καθορίζει την πραγματική βάση που εξ αντικειμένου εξατομικεύει το περιεχόμενο της. Το μόνο που απομένει είναι η μηχανική εργασία αντιστοίχισης της κάθε περίπτωσης προς τα κριτήρια που τέθηκαν, προς εκτέλεση της απόφασης που ήδη λήφθηκε. Έτσι, εφόσον η χρηματική απαίτηση στην οποία αναφέρεται η αγωγή είναι το αποτέλεσμα εκτελεστής διοικητικής πράξης, για την ορθότητα της οποίας το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφανθεί, αφ' ης στιγμής δεν προσβλήθηκε η εγκυρότητα της, η οφειλή θεωρείται ως δεδομένη (βλ. και υποθέσεις Νίτσα Κυριάκου κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)3 ΑΑΔ 589 και Philippa Estates Ltd κ.α. ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2001)3 ΑΑΔ 1026). 8. Στην υπόθεση L΄ Union Nationale (Tourism & Sea Resorts) Ltd κ.α. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(1998)3 ΑΑΔ 513 καταληκτικά αναφέρθηκε για γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα ότι «η επίδικη γνωστοποίηση ήταν ικανή να θέσει σε κίνηση την προθεσμία που ορίζεται από το Άρθρο 146.3 του Συντάγματος». Επομένως, η προθεσμία για προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο σχετικά με οποιοδήποτε έτος επιβολής φορολογίας για τα οποία αναφέρεται η επίδικη αγωγή έχει πλέον παρέλθει προ καιρού.
  1. Είναι επομένως η θέση των Εναγόντων-Αιτητών ότι οι οφειλές της Καθ' ης η Αίτησης δυνάμει των εκδοθεισών εγκύρων εκτελεστών διοικητικών πράξεων είναι δεδομένες σύμφωνα με την υφισταμένη νομολογία. Πιστεύω ότι εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί ότι η Εναγομένη, που δεν έχει προσβάλει με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο τις επιβολές φορολογιών και τελών όπως η Έκθεση Απαιτήσεως και η Ένορκος Δήλωσις του κ. Μπενάκη, δεν προβάλλει οποιαδήποτε υπεράσπιση σε σχέση με τα οφειλόμενα ποσά.
  2. Είναι η θέση μας περαιτέρω ότι όχι μόνο Καθ' ης η Αίτησις δεν προβάλλει οποιαδήποτε Υπεράσπιση σε σχέση με τα οφειλόμενα ποσά αλλά και δεν μπορούσε να προβάλει μια τέτοια Υπεράσπιση σε αυτό το στάδιο διότι αυτό θα ισοδυναμούσε με κατ' αντίθεση προς το Άρθρο 146 του Συντάγματος και την προθεσμία που υποβάλλεται σε αυτό διαδικασία προσβολής μιας διοικητικής πράξης.». ( Η έμφαση με υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου.) Η πιο πάνω νομική ανάλυση του θέματος από τον συνήγορο των Αιτητών είναι απόλυτα ορθή. Έχω διεξέλθει τις διατάξεις του Ν.1/71 και δεν έχω εντοπίσει να υφίσταται οποιαδήποτε διάταξη, από την οποία να απορρέει υποχρέωση του Συμβουλίου Αποχετεύσεων να αποστέλλει ατομική ειδοποίηση στους ιδιοκτήτες ακίνητης ιδιοκτησίας για τον καθορισμό των τελών. Η μόνη διάταξη η οποία φαίνεται να ρυθμίζει το θέμα του καθορισμού των ετήσιων τελών αποχέτευσης και της εξωτερίκευσής της προς τους οφειλέτες είναι αυτή του Κανονισμού 34 των περί Αποχετεύσεων Λευκωσίας Κανονισμών (ΚΔΠ 144/73) στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών. Ο Κανονισμός 34 καθορίζει ότι꞉ «Τα τέλη τα επιβαλλόμενα δυνάμει των Κανονισμών 32 και 33 είναι πληρωτέα καθ' έκαστον έτος υπό των προσώπων και καθ' ον χρόνον ή χρόνουςκαι εις ον τόπον ή τόπους και εν ω τρόπω το Συμβούλιο ήθελε εκάστοτε καθορίσειν δια γνωστοποιήσεως δημοσιευομένης εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας.». Δεν υπάρχει ουδεμία διάταξη στους λοιπούς Κανονισμούς της ΚΔΠ 144/73, η οποία να θεσπίζει την υποχρέωση αποστολής ατομικών ειδοποιήσεων στους διαφόρους οφειλέτες για τα καθορισθέντα τέλη. Έχω, λοιπόν, εξετάσει τις διατάξεις των Κανονιστικών διατάξεων στις οποίες εδράζεται η απαίτηση των Αιτητών στην παρούσα αγωγή για καταβολή ετήσιου τέλους αποχέτευσης για τα έτη 1991 έως 2001 (βλ. τις ΚΔΠ 394/90, ΚΔΠ 369/91, ΚΔΠ 4/93, ΚΔΠ 2/94, ΚΔΠ 3/95, ΚΔΠ 7/96, ΚΔΠ 1/97, ΚΔΠ 3/98, ΚΔΠ 313/98, ΚΔΠ 338/99, ΚΔΠ 11/01, στις οποίες με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών, πιο πάνω) και διαπιστώνω ότι, πράγματι, σε κάθε μια από αυτές τις Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις, το Συμβούλιο Αποχετεύσεως καθορίζει το ύψος του ετήσιου τέλους αποχέτευσης, τον τρόπο πληρωμής (μία δόση ή περισσότερες), την προθεσμία πληρωμής και τον τόπο πληρωμής. Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι όντως τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση ο λόγος (ratio) της απόφασης Kanika Hotels Ltd v Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού
(1996)3 ΑΑΔ 169, και η νομολογία που την έχει επιβεβαιώσει ή/και ακολουθήσει στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών στο πιο πάνω απόσπασμα από την τελική του αγόρευση (βλ. ειδικότερα τις αποφάσεις L΄ Union Nationale (Tourism & Sea Resorts) Ltd κ.α. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(1998)3 ΑΑΔ 513, Philippa Estates Ltd κ.α. ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2001)1Β ΑΑΔ 1026 και Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας
(2000)3 ΑΑΔ 311). Ό,τι δηλαδή η απόφαση για τον καθορισμό των τελών, περιλαμβανομένου του τόπου, τρόπου και χρόνου πληρωμής τους) που περιέχεται σε γνωστοποίηση όπως προβλέπεται από τον προπαρατεθέντα Κανονισμό 34 αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και ως τέτοια δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, με επακόλουθο, εφόσον παρέλθει η προβλεπόμενη από το Άρθρο 146 του Συντάγματος προθεσμία των 75 ημερών για την καταχώριση προσφυγής κατά της εν λόγω πράξης, αυτή να μην επιδέχεται πλέον οποιασδήποτε αμφισβήτησης και να εγείρεται βάσιμα από πλευράς των Αιτητών η αγωγή για την είσπραξη των καθορισθέντων τελών. Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, καταλήγω ότι είναι στοιχείο αδιάφορο αν η Καθ' ης η αίτηση δεν παρέλαβε, ως ισχυρίζεται, οποιαδήποτε ατομική ειδοποίηση για τα τέλη που αξιώνουν οι Αιτητές, αφού δεν υφίσταται νομική υποχρέωση από πλευράς Αιτητών να αποστείλουν τέτοια ειδοποίση. Δεν θα μπορούσε να εγερθεί καλή υπεράσπιση από την Καθ' ης η αίτησης στη βάση του συγκεκριμένου ισχυρισμού γεγονότος. Αναφορικά με την άρνηση των υπολοίπων παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης Η γενική άρνηση οποιασδήποτε παραγράφου της Έκθεσης Απαίτησης δεν δύναται επ' ουδενί λόγο να αποτελέσει καλή υπεράσπιση. Σχετικές, ως προς το τί συνιστά καλή ή καλόπιστη υπεράσπιση είναι οι υποθέσεις Hermes Insurance
(1983)1 CLR 333 αλλά και η TransMiddle East Trading Ltd ν Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239 καθώς και η υπόθεση VIDISAVA SUBOTIC ν Anuou Στυλιανίδη
(1998)1 (A) AAΔ.22, όπου καθιερώθηκε ότι εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγομένου, πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Επίσης, στην υπόθεση Χριστάκη Αυγουστή ν. Γεώργιου Ππίριλου (Π.Ε. 8882) αναφέρεται ότι η παράταξη γενικών και ασαφών ισχυρισμών δεν συνάδει με καλόπιστη υπεράσπιση. Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί ύπαρξης καλής βάσης ανταπαίτησης Η Καθ' ης η αίτηση αξιώνει όπως της δοθεί δικαίωμα να καταχωρίσει Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ώστε να εγείρει ανταπαίτηση για ποσό πέριξ των €20,000 για ζημιές τις οποίες, ως ισχυρίζεται, υπέστηκαν τα υποστατικά που ευρίσκονται στα αναφερόμενα στην Έκθεση Απαίτησης ακίνητα από το 1991 μέχρι σήμερα, συνεπεία του αποχετευτικού και της κακής και/ή αμελούς και/ή πλημμελούς συντήρησης αυτού από τους Ενάγοντες. Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι τις ζημιές αυτές αναγκάστηκαν να τις επιδιορθώσουν οι ενοικιαστές των ακινήτων και αφαίρεσαν το ποσό των €20.000 από τα μηνιαία ενοίκια προς την Εναγομένη. Ο συνήγορος των Αιτητών αναγνωρίζει ότι σύμφωνα με τη νομολογία, αν και η ανταπαίτηση είναι Αγωγή (cross action), εντούτοις για τους σκοπούς της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας θεωρείται ως Υπεράσπιση (Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(A) ΑΑΔ 274). Ωστόσο, για να δοθεί άδεια του Δικαστηρίου για έγερση ανταπαίτησης θα πρέπει να πληροί ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία περιγράφονται στην απόφαση Suboticv. Στυλιανίδη
(1998)1(A) ΑΑΔ 22. Συγκεκριμένα, στην εν λόγω απόφαση, ημερ. 21.1.1998, αναφέρθηκε ότι- «Είναι καθιερωμένο ότι όπου εγείρεται καλή τη πίστει ανταπαίτηση που προκύπτει από τα ίδια γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης πρέπει να δίδεται τέτοια άδεια, ακόμα και αν ο εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρη την απαίτηση (βλέπεː Morgan & Son Ltd. V S. Martin Johnson & Co.
(1949)1 K.B. 107. Η ανταπαίτηση είναι αγωγή (cross action), αλλά για τους σκοπούς της Διαταγής 18 πρέπει να θεωρείται ως Υπεράσπιση (βλέπεː Zoedone Co. V Barrett
(1982)26 S.J. 657).». Είναι τρία επομένως τα χαρακτηριστικά που θα πρέπει να εμφανίζει η εκδοχή ανταπαίτησης: (α) να εγείρεται καλή τη πίστει, (β) να προκύπτει από τα ίδια γεγονότα της αγωγής και (γ) να συνδέεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης. Εφόσον πληρούνται αυτά τα χαρακτηριστικά, το Δικαστήριο θα πρέπει κανονικά να δώσει την αιτούμενη άδεια, ανεξαρτήτως του αν ο Εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρη την απαίτηση (βλ., μεταξύ άλλων, την Μάρκος Νικολάου Λτδ v. Adamko Constructions Ltd,
(2005)1(A) ΑΑΔ 376). Εκείνο το οποίο επισημαίνει ωστόσο ο συνήγορος των Αιτητών και το οποίο έχει όντως προβληματίσει το Δικαστήριο είναι, αφενός, ότι η εκδοχή ανταπαίτησης εγείρεται χωρίς λεπτομέρειες είτε ζημιών είτε πληρωμών είτε ημερομηνιών. Κρίνω ότι δεν θα μπορούσε ο πήχυς να είναι πιο χαλαρός για την έγερση ανταπαίτησης απ' ό,τι για την έγερση υπεράσπισης. Η παροχή επαρκών λεπτομερειών ώστε να μπορεί βάσιμα να κριθεί αν υφίσταται συζητήσιμη ανταπαίτηση είναι εξίσου αναγκαία. Αφετέρου, ορθά ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση διαβλέπει ότι θα προκληθεί αχρείαση καθυστέρηση και δυσχέρεια στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής (Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon
(1992)1 ΑΑΔ 710), εάν η απαίτηση των Εναγόντων που είναι ξεκάθαρη συνεκδικαστεί με την ανταπαίτηση, η οποία εμπλέκει εκ πρώτης όψεως τρίτα πρόσωπα, στηρίζεται σε διαφορετικά γεγονότα από εκείνα που είναι αναγκαίο να κριθούν από το Δικαστήριο για να αποφασίσει αυτήν την ίδια την απαίτηση και δεν υφίσταται άμεση σύνδεση με τους λόγους υπεράσπισης. Κατά την κρίση μου, στην παρούσα υπόθεση δεν ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που προσδιόρισε η απόφαση Suboticv. Στυλιανίδη
(1998)1(A) ΑΑΔ 22. Αναφορικά με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης Παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου ένστασης, εφόσον δεν έχει προωθηθεί με την απαιτούμενη λεπτομέρεια. Κατάληξη Υπό το φως όλων των προεκτεθέντων, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι στην παρούσα υπόθεση η Εναγόμενη αποκάλυψε εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση ή ανταπαίτηση η οποία να πληροί τα νομολογημένα κριτήρια ώστε να δοθεί άδεια να εγερθεί στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Καταλήγω ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδώσω συνοπτική απόφαση εναντίον της Εναγομένης ως οι παρα. Α, Β, Γ και Δ της Έκθεσης Απαίτησης, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Τα έξοδα της αγωγής και τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών και εναντίον της Εναγομένης - Καθ' ης η αίτηση. (υπ.)................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.